ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


• O ANΘPΩΠOΣ KAI H ΦYΣH - ΠOΛΗ-YΠΑΙΘΡOΣ
Γεώργιος Δροσίνης, «Θαλασσινά τραγούδια»
Γιάννης Ρίτσος και Οδυσσέας Ελύτης», «Τζιτζίκια...»
Ίταλο Καλβίνο, «Μανιτάρια στην πόλη»
• ΛΑOΓΡΑΦΙΚΑ
Λαϊκό παραμύθι, «Το πιο γλυκό ψωμί»
Αντώνης Μόλλας, «Η πείνα του Καραγκιόζη»
Δημοτικό τραγούδι, «Ύπνε μου κι έπαρέ μου το»
Μαρία Ιορδανίδου, «Τα φαντάσματα»
Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»
• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Άγγελος Σικελιανός, «Της μάνας μου»
Εμμανουήλ Ροΐδης, «Η εορτή του πατρός μου»
Λάμπρος Πορφύρας, «Το στερνό παραμύθι»
Λέων Τολστόι, «Ο παππούς και το εγγονάκι»
Ζωρζ Σαρή, «Νινέτ»
Τούλα Τίγκα, «Τα πράγματα στρώνουν περισσότερο»
• ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Στην Παναγία τη Σαλονικιά»
Κ.Π. Καβάφης, «Δέησις»
Στράτης Μυριβήλης, «Η λιτανεία»
Κάρολος Ντίκενς, «Παραμονή Χριστουγέννων»
Παντελής Καλιότσος, «Πασχαλινή ιστορία»
• EΘNIKH ZΩH
Κλέφτικο τραγούδι, «Ένας αϊτός περήφανος»
Γιάννης Βλαχογιάννης, «Η έξοδο»
Παντελής Πρεβελάκης, «Ο Κρητικός – Η Πολιτεία»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου»
Δημήτρης Ψαθάς, «Ο πιτσιρίκοι»
Κύπρος Χρυσάνθης, «17 του Νοέμβρη 1973»
ΠΑΛΑΙOTEΡΕΣ ΜOΡΦΕΣ ΖΩΗΣ
• Κώστας Κρυστάλλης, «Ηλιοβασίλεμα»
Νίκος Καζαντζάκης, «Η Νέα Παιδαγωγική»
Νίκος Θέμελης, «Η αφήγηση του αρχιμάστορα»
Ευγενία Φακίνου, «Η ζωή στη Σύμη»
Ντίνος Δημόπουλος, «Ο Σαρλό και το αθάνατο νερό»
• ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Νάνος Βαλαωρίτης, «Με πλοίο»
Κώστας Ουράνης, «Το θέλγητρο της
Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, «Oδοιπορικό στην Ινδία»
Τζων Φώουλς, «Κοιτώντας την Αθήνα»
Μιχάλης Γκανάς, «Γυάλινα Γιάννινα»
• Η ΑΠOΔΗΜΙΑ - O ΚΑΗΜOΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ...
Ιωάννης Βηλαράς, «Πουλάκι»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ο Δημοτικός Κήπος του Ταξιμιού»
Διδώ Σωτηρίου, «Ταξίδι χωρίς επιστροφή»
Θ. Βαλτινός, «Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται»
Μ. Κλιάφα, «O δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς»
• ΑΘΛΗΤΙΣΜOΣ
Κωστής Παλαμάς, «O Oλυμπιακός ύμνος»
Πέτρος Χάρης, «Δρόμος 100 μέτρων»
Αγγελική Βαρελλά, «Η νίκη του Σπύρου Λούη»
• Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ • OΙ ΦΙΛΙΚOΙ...
Ειρήνη Μάρρα, «Τα κόκκινα λουστρίνια»
Δημοτικό τραγούδι, «Κόρη που λάμπει»
Λίτσα Ψαραύτη, «Ο Κωνσταντής»
Γιάννης Ρίτσος, «Πρωινό άστρο»
Αργύρης Εφταλιώτης, «Αγάπης λόγια»
Οδυσσέας Ελύτης, «Όλα τα πήρε το καλοκαί...»
Όσκαρ Ουάιλντ, «Ο πιστός φίλος»
Μιμίκα Κρανάκη, «Ένα τόπι χρωματιστό»
• Η ΒΙOΠΑΛΗ - ΤO ΑΓΩΝΙΣΤΙΚO ΠΝΕYΜΑ ΤOY ΑΝΘΡΩΠOY
Λαϊκό παραμύθι, «O φτωχός και τα γρόσια»
Τ. Άγρας & Ν. Βρετάκος, «Το ξανθό...
Άντον Τσέχωφ, «O Βάνκας»
Μαρία Πυλιώτου, «Λεώνη»
• ΠΡOΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣYΓΧΡOΝΗΣ ΖΩΗΣ
Αντώνης Σαμαράκης, «Γραφείον ιδεών»
Λουίς Σεπούλβεδα, «Το μαύρο κύμα»
Κρίτων Αθανασούλης, «Παράπονο σκύλου»
Ελένη Σαραντίτη, «Όπως τα βλέπει κανείς…»
• OΙ ΦΙΛOΙ ΜΑΣ ΤΑ ΖΩΑ
Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Το μνήμα της μάνας»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Η γάτα του παπά»
Ηλίας Βενέζης, «Η Δάφνη»
Λιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή»
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει»
Τζακ Λόντον, «O αδάμαστος»


Tούλα Tίγκα

Τα πράγματα στρώνουν περισσότερο

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ομότιτλο κεφάλαιο του μυθιστορήματος Η εποχή των υακίνθων, που εκδόθηκε το 1993. Η κεντρική ηρωίδα, η Ελένη, ένα νεαρό κορίτσι, καταγράφει στο ημερολόγιό της τις σημαντικές περιόδους της ζωής της, στις οποίες δίνει το όνομα λουλουδιών. Στην «εποχή των υακίνθων» περιγράφει τα γεγονότα που ζει, όταν η μητέρα της χωρίζει από τον πατέρα της και ξαναπαντρεύεται.

Η μαμά και ο Λάμπρος μάς παρακολουθούσαν από μακριά, ήρεμα, όπως έδειχναν, αλλά, όπως μου είπε αργότερα η μαμά, όλο αγωνία για το πώς θα τα πηγαίναμε οι δυο μας. Δεν ήταν και τόσο εύκολο πράγμα, όπως καταλαβαίνετε, δυο κορίτσια στην πιο δύσκολη ηλικία να βρεθούν να ζουν μαζί, σε συνθήκες, βέβαια, αρκετά ευνοϊκές αλλά όχι και τόσο συνηθισμένες. Πώς έγινε και τα καταφέραμε χωρίς μεγάλες δυσκολίες; Πιστεύω πως όλοι βοηθήσαμε, ακόμα κι εγώ, παρ’ όλη την γκρίνια μου και τις ιδιοτροπίες μου. O Λάμπρος ήταν ίσως λιγότερο ανήσυχος απ’ τη μαμά. Πρώτα πρώτα, είχε πια την κόρη του μαζί του. Ύστερα, ήξερε το χαρακτήρα της Αγγελικής και της είχε εμπιστοσύνη πως θα φερθεί σωστά στην κάθε περίσταση. Για τη μαμά βέβαια ήταν πολύ πιο πολύπλοκα τα πράγματα και αρκετές φορές έπιανα στο ύφος της την αγωνία της — μήπως ζηλεύω εγώ; μήπως νιώθει ξένη η Αγγελική; μήπως κακοκαρδίσει το Λάμπρο; κι ένα σωρό άλλα απλά, καθημερινά πράγματα, που ευτυχώς, όμως, μπορούσε να τα συζητάει με το Λάμπρο και να βρίσκει κάποιο τρόπο για να τ’ αντιμετωπίσει. Πολλές φορές μάλιστα, κάτι απογεύματα στην κουζίνα ή την ώρα που ανέβαιναν για ύπνο στο δωμάτιό τους, τους έβλεπα να κουβεντιάζουν τρυφερά — όχι σαλιαρίσματα και γλύκες της κακιάς ώρας, αλλά μ’ εκείνη τη δυνατή, ωραία φυσική τρυφερότητα που δείχνουν οι άνθρωποι όταν βρίσκουν ο ένας στήριγμα στον άλλον. Είμαι σίγουρη πως κάτι τέτοιες ώρες μιλούσαν για μένα και την Αγγελική.

Σιγά σιγά μας κέρδισε όλους η Αγγελική. Και πιο πολύ εμένα. Τα κατάφερε να γεμίσει τη μέρα μου, όπως είχε γεμίσει και το διπλανό δωμάτιο με όμορφα και παράξενα πράγματα ή το σπίτι μας με τα γέλια της, τα τραγούδια της και την κιθάρα της. Ξέρετε πόσο ωραία ένιωθα που έμπαινα πολλές φορές στο σπίτι και άκουγα κιθάρα; Είχε αποκτήσει μια ακόμα καινούρια φωνή το σπίτι μας.

49


 

Ύστερα, είχαμε να φροντίζουμε τα ζωντανά μας τώρα πια. Βγάζαμε βόλτα το Μάρκο και είχα μάθει να το αγαπώ κι εγώ αυτό το ζωάκι και να το πονάω όσο και η Αγγελική, που το είχε μεγαλώσει. Πρώτη φορά ένιωθα έτσι για ένα ζώο. Μέχρι τότε, μόνο από την κυρία Μερόπη άκουγα πόσο μπορεί να δεθεί κανείς με ένα ζώο, και πολύ με συγκινούσε η ιστορία του σκύλου της, που ήταν σαν άνθρωπος του σπιτιού και τους περίμενε όλους, έναν έναν, να γυρίσουν το βράδυ στη γωνία του δρόμου, για να πάει κι εκείνος να κοιμηθεί, μέχρι που ψόφησε από την πολλή αγάπη που της είχε, τότε που εκείνη αρρώστησε. Και πάντα ήθελα να αισθάνομαι κι εγώ έτσι για ένα ζώο, αλλά η μαμά δεν αποφάσιζε να αποκτήσουμε σκύλο. Έτσι, ο Μάρκος της Αγγελικής μού ήρθε σαν ένα ωραίο δώρο. Μόνο που ήταν πολύ σαματατζής. Του σκύλου του περιπτερά μας, απέναντι, του έκανε πόλεμο νεύρων. Όταν τον άκουγε να γαβγίζει, έτρεχε και ο Μάρκος στα κάγκελα και ξεσήκωναν τη γειτονιά. Μόνο η Αγγελική τον ησύχαζε.

Το θέμα είναι πως έπρεπε να είναι ήσυχη και η Αγγελική, για να ησυχάζει ο Μάρκος. Αλλά η Αγγελική σπάνια ήταν ήσυχη. Συνήθως όταν έκανε σχέδια: για τη στέρνα που θα την κάναμε πισίνα, για το δώμα που θα το κάναμε αίθουσα συνεδριάσεων, για να μη μας ακούει και να μη μας ενοχλεί κανένας όταν συνεδριάζαμε, και πως θ’ αρχίζαμε αλληλογραφία με παιδιά από τις πέντε ηπείρους, για να γνωρίσουμε τον κόσμο και να εξασκηθούμε και στις ξένες γλώσσες, κι ότι θα μ’ έστρωνε στη δίαιτα για τα καλά, μέχρι να χάσω δέκα κιλά· πως θα μου μάθαινε κιθάρα ή πως θα έπρεπε ν’ αγοράσουμε κομπιούτερ και να κάνουμε και μαθήματα κιόλας, μια και δεν είχαμε στο σχολείο, κι ένα σωρό σχέδια, που έβαζε και ημερομηνίες πότε θα τ’ αρχίζαμε και πότε θα τα τελειώναμε.

Αλλά, να σας πω την αλήθεια, εγώ μπερδευόμουν να κάνω πολλά πράγματα μαζί, για να μη σας πω ότι βαριόμουν και λίγο καλοκαιριάτικα με τη ζέστη. Η Αγγελική όμως με κατσάδιαζε: «Τολμάς να λες ότι βαριέσαι στη σημερινή εποχή; Αυτό είναι κάτι σαν άχρηστη πολυτέλεια. Ξέρεις σε τι σημαντική εποχή ζούμε;». Φαίνεται, λοιπόν, ότι δεν ήξερα, γιατί εγώ κάπως αλλιώς τις υπολόγιζα τις εποχές. Για μένα, η εποχή που ζούσαμε ήταν μόνο η «εποχή των υακίνθων», η εποχή δηλαδή που η μαμά μου αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί και μου ήρθανε τα πάνω κάτω. Ήμουν σίγουρη πως εγώ ήμουν το κέντρο του κόσμου κι ότι αυτά που συνέβαιναν σ’ εμένα και στη ζωή μου ήταν τα πιο σημαντικά απ’ όσα συνέβαιναν στον κόσμο ολόκληρο.

Πόσο άδικο είχα όμως και πόσο πιο σωστά έβλεπε τα πράγματα η Αγγελική! Εγώ έβλεπα μόνο τα δικά μου, τα κοντινά μου, και τα έβλεπα περισσότερο συναισθηματικά και περισσότερο καθημερινά. Η Αγγελική τα έβλεπε με τη λογική περισσότερο και, κυρίως, όχι με το σήμερα που ζούσαμε ή με το χτες που είχαμε ζήσει, αλλά με το αύριο που ερχόταν τρέχοντας όλο καινούρια καταπληκτικά πράγματα. Κι έπρεπε να την ακούγατε τι ωραία που τα έλεγε ή τι ωραία που συζητούσε με την Ελευθερία, που είχε κι εκείνη τα ίδια μυαλά και τις ίδιες απόψεις,

50


 

ή με το Λάμπρο, που έβρισκε ευκαιρία να της μαθαίνει χίλια δυο, από το τι είναι οι σοσιαλδημοκράτες μέχρι τι είναι μια ακάλυπτη επιταγή.

Βασίλης Σπεράντζας, Στο μπαλκόνι
Βασίλης Σπεράντζας, Στο μπαλκόνι
Δείτε τον πίνακα σε μεγάλη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη

Ξέρετε πόσα πράγματα έμαθα κι εγώ από την Αγγελική, και κυρίως πόσα πράγματα κατάλαβα καλύτερα με τον τρόπο που μου τα έλεγε; Γιατί πολλές φορές ανακάλυπτα πως τα ίδια πράγματα είχα ακούσει κι εγώ από τον μπαμπά μου ή τη μαμά μου, αλλά δεν μπορούσα ή δεν ήθελα να τα καταλάβω και να τα παραδεχτώ. Μήπως και ο μπαμπάς μου δε μου έλεγε πως στην εποχή μας ζούμε όλοι καθημερινά μια επανάσταση ή κάποιο μικρό ή μεγάλο θαύμα της τεχνολογίας, της επιστήμης, και ότι συντελούνται σημαντικές αλλαγές γύρω μας, που αλλάζουν τελείως τον κόσμο, και πως οι νέοι άνθρωποι είναι αυτοί που θα παίξουν τον κύριο ρόλο, αρκεί να τους δημιουργήσουμε πρότυπα και προΰποθέσεις... Μου τα έλεγε και τα σημείωνα και στο ημερολόγιό μου, αλλά ακούγονταν κάπως επίσημα και λίγο ακαταλαβίστικα, ενώ η Αγγελική μιλούσε τη δική μου γλώσσα και την καταλάβαινα καλύτερα.

Έτσι, πήγαιναν όλα καλά μέσα στο σπίτι μας. Ησύχασε και ο θείος Απόστολος, πως δεν είχε φτάσει η συντέλεια του κόσμου με το δεύτερο γάμο της μαμάς, πλησίαζε και ο καιρός για τις διακοπές κι εγώ είχα ψοφήσει στη δίαιτα και είχα χάσει κιόλας τέσσερα ολόκληρα κιλά. Είχα αλλάξει και χτένισμα και αισθανόμουν έτοιμη να απογειωθώ. Όλα μου φαίνονταν ακόμα πιο όμορφα: η γειτονιά, η πόλη, το ποτάμι με τις πρασινάδες του. Ακόμα και τον Άλκη τον έβλεπα διαφορετικά· δηλαδή, θέλω να πω, έλεγα μέσα μου: «Πού θα μου πάει; Θα τον κάνω να με προσέξει».

Στον μπαμπά δεν πήγαινα πια τόσο συχνά, με τόσα πράγματα που είχα να κάνω όλη μέρα και με τόσα καινούρια που είχα στο μυαλό μου. Του τηλεφωνούσα όμως και του έλεγα: «Όλα απίθανα! Θα έρθω να τα πούμε». Μου φαινόταν κι εκείνος τελευταία διαφορετικός, σαν να είχε αποκτήσει η φωνή του στο τηλέφωνο περισσότερη ένταση, περισσότερο χρώμα, κάτι τέτοιο, και πολλές φορές δεν τον έβρισκα στο σπίτι όταν του τηλεφωνούσα, πράγμα περίεργο για τον μπαμπά, που περνούσε όλο του το απόγευμα με τα καραβάκια του. Και αποφάσισα τελικά να πάω να τον δω, να του πω και τα νέα και να με καμαρώσει κιόλας που είχα αδυνατίσει και είχα βγάλει και τα σιδεράκια.

 

Τ. Τίγκα, Η εποχή των υακίνθων, Πατάκης

Σχετικά κείμενα:

Άννα Φρανκ, Από το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ Άννα Φρανκ, «Από το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου]

Μαρία Πυλιώτου, Λεώνη Λεώνη

51


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  • 1. Με ποιο κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας ασχολείται το κείμενο; Αποτελεί κατά τη γνώμη σας ιδιαίτερη περίπτωση ή είναι συνηθισμένο στις μέρες μας;
  • 2. Προσπαθήστε, στηριζόμενοι στα στοιχεία που προσφέρει το κείμενο, να περιγράψετε την εμφάνιση και το χαρακτήρα των δύο κοριτσιών.
  • 3. Ποια άλλα πρόσωπα εμφανίζονται στο κείμενο και τι ρόλο παίζουν;
  • 4. Τι φοβάται στην αρχή η μητέρα της Ελένης;
  • 5. Ποιες αλλαγές σημειώνονται στον τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα η Ελένη ύστερα από την εγκατάσταση της Αγγελικής στο σπίτι;
  • 6 Yποθέστε ότι κρατάτε κι εσείς ημερολόγιο, όπως η ηρωίδα του αποσπάσματος. Καταγράψτε στο τετράδιό σας μια ημέρα σας (π.χ. τη σημερινή).


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

  • 1. Χωριστείτε σε δύο ομάδες. Η μία να διαβάσει ολόκληρο το μυθιστόρημα Η εποχή των υακίνθων της Τούλας Τίγκα και η άλλη το γνωστό βιβλίο Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Παρουσιάστε στην τάξη τα δύο βιβλία, που είναι γραμμένα στο είδος του ημερολογίου, και συζητήστε γι’ αυτά.


Τούλα Τίγκα (1944-)


Tούλα Tίγκα

Διάβασε για τη ζωή και το έργο της εδώ.


η εποχή των υακίνθων

Tούλα Tίγκα

Τούλα Τίγκα
ΕΚΕΒΙ Τίγκα1
Βιβλιονετ Τίγκα2

Βασίλης Σπεράντζας, βιογραφικά και έργα του
στην Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα Εθνική Πινακοθήκη
στο paleta art paleta art
στο eikastikon eikastikon
στο ΝΙΚΙΑΣ ΝΙΚΙΑΣ
στο art net artnet

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...