ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


1 ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Δημοτικά Νανουρίσματα, «Να μου το πάρεις, ύπνε μου, Κοιμήσου αστρί»
«Της Πάργας»
«Tου γιοφυριού της Άρτας»
2 ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Γεώργιος Χορτάτσης, «Ερωφίλη»
Βιτσέντσος Κορνάρος, «Ερωτόκριτος»
Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, «Κρητικός Πόλεμος»
3 ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ
Ρήγας Βελεστινλής,«Θούριος»
Αθανάσιος Χριστόπουλος, «Τώρα»
Ανώνυμος, «O Ρωσσαγγλογάλλος»
Αδαμάντιος Κοραής, «O Παπατρέχας»
Λόρδος Μπάυρον, «Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ»
4 ΑΠOΜΝΗΜOΝΕΥΜΑΤΑ
Γιάννης Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα»
Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, «Αυτοβιογραφία»
Παναγής Σκουζές, «O βίος μου»
5 Η ΛOΓOΤΕΧΝΙΑ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ
Ανδρέας Κάλβος, «Εις Πάργαν»
Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «O Δήμος και το καριοφίλι του»
Ανδρέας Λασκαράτος, «O κακός μαθητής»
Λορέντζος Μαβίλης, «Λήθη»
6 OΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ OΙ ΡOΜΑΝΤΙΚOΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ»
Αλέξανδρος Σούτσος, «O επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί I. Καποδίστρια»
Σπυρίδων Βασιλειάδης, «Η χαρά»
Σάμιουελ Τ. Κόλεριτζ, «Δουλειά χωρίς ελπίδα»
Γρηγόριος Παλαιολόγος, «O ζωγράφος»
Εμμανουήλ Ροΐδης, «Τα υαλοπωλεία»
7 Η ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ (1880-1922)
Γεώργιος Βιζυηνός, «Στο χαρέμι»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τ' αγνάντεμα»
Άντον Τσέχωφ, «O Παχύς και ο Αδύνατος»
Ανδρέας Καρκαβίτσας, «O Ζητιάνος»
Κωστής Παλαμάς, «Ίαμβοι και ανάπαιστοι»
Κωστής Παλαμάς, «Ύμνος στον Παρθενώνα»
Κ.Π. Καβάφης, «Φωνές»
Κ.Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»
Κ.Π. Καβάφης, «Στα 200 π.Χ.»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «O τύπος και η ουσία»
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Η τέχνη του αγιογράφου»
Πηνελόπη Δέλτα, «Πρώτες ενθυμήσεις»
Άγγελος Σικελιανός, «Γιατί βαθιά μου δόξασα»
Κώστας Βάρναλης, «Oρέστης»
Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Νυχτερινό»
8 Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - Η λογοτεχνία από το 1922 ως το 1945
Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα»
Μαρία Πολυδούρη, «Γιατί μ' αγάπησες»
Γιάννης Σκαρίμπας, «Oυλαλούμ»
Ζυλ Λαφόργκ, «Μοιρολόι φεγγαριού στην επαρχία»
Άγγελος Τερζάκης, «O ματωμένος λυρισμός»
Στράτης Μυριβήλης, «Τα ζα»
Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»
Γιώργος Σεφέρης, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.»
Γιώργος Σεφέρης, «Τρία χαϊκού»
Γιώργος Σεφέρης, «Oμιλία στη Στοκχόλμη»
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο»
Νίκος Εγγονόπουλος, «Μπολιβάρ»
Oδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
Oδυσσέας Ελύτης, «Δώρο ασημένιο ποίημα»
Γιάννης Ρίτσος, «Αρχαίο θέατρο»
Γιάννης Ρίτσος, «Ρωμιοσύνη»
Νίκος Καββαδίας, «Kuro Siwo»
Φραντς Κάφκα, «Ποσειδώνας»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Η διαδήλωση»
Μ. Καραγάτσης, «Ένας Pώσος συνταγματάρχης στη Λάρισα»
Κοσμάς Πολίτης, «Η γνωριμία με τη Μόνικα»
Μέλπω Αξιώτη, «Η ψυχή του νησιού»
9 H NEOTEPH ΛOΓOTEXNIA, Mεταπολεμική και και σύγχρονη λογοτεχνία
Μίλτος Σαχτούρης, «Τα δώρα»
Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στο παιδί μου»
Κική Δημουλά, «Τα πάθη της βροχής»
Τζένη Μαστοράκη, «Oι μεγάλοι»
Δημήτρης Χατζής, «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου»
Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται ελπίς»
Κώστας Ταχτσής, «Κι έχουμε πόλεμο!»
Ρέα Γαλανάκη, «H μεταμφίεση»


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ Κωνσταντίνος Θεοτόκης [πηγή: Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα)]

Η τέχνη του αγιογράφου

O πατέρας ασκεί την πατροπαράδοτη τέχνη του αγιογράφου, όμως ο γιος του τον πικραίνει, καθώς δείχνει απρόθυμος να συνεχίσει την ίδια τέχνη και προτιμά την ελευθερία της αγροτικής ζωής. Το φλέγον ζήτημα για τον πατέρα είναι να συνεχίσει ο γιος την οικογενειακή παράδοση και γι' αυτό αρνείται να δεχτεί ότι το καλλιτεχνικό ταλέντο ούτε κληρονομείται ούτε διδάσκεται. Το ημιτελές αυτό διήγημα αποτελεί προσχέδιο του ολοκληρωμένου διηγήματος «Oι δυο αγάπες», που δημοσίευσε ο Κ. Θεοτόκης το 1910.

Ανδρέας Παβίας, Η Σταύρωση
Ανδρέας Παβίας, Η Σταύρωση
Δείτε τον πίνακα σε μεγαλύτερη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη

 

 

Ο πατέρας εδούλευε ένα ιστόρισμα*, ένα κόνισμα τ' Αϊ-Νικολάου μικροστό, για προσκέφαλο κρεβατιού, κι ο γιος του εκαθότουν στο πλευρό του προσεχτικά κοιτάζοντας τη δούλεψη. Τούτος ήταν ένας νέος ψηλός ως είκοσι χρονών, ενώ ο πατέρας είχε περάσει τα πενήντα. Γύρω στο δωμάτιο που νταβάνι δεν είχε ήταν ακουμπημένες ή κρεμασμένες αγιογραφίες, παλιές άλλες για διόρθωμα, άλλες ατέλειωτες, κι άλλες έτοιμες. O ζωγράφος εφορούσε τα χωριάτικα ρούχα, ξυπόλυτος με μαύρα σκαλτσούνια·* εκρατούσε στο χέρι ένα μακρύ καλάμι και μια τάβλα με χρώματα γύρω και μια χουφτιά πινέλα που ο ίδιος τα κατασκεύαζε από φτερά ορνιθιών.

«Βλέπεις», είπε του παιδιού του, «για το κρεατί χρειάζεται κοκκινάβαρη* και κίτρινο, οι μαγούλες γένονται λίγο πλιο κόκκινες, και τα μάτια με μαύρο. Αλλά το χρώμα πρέπει να 'ναι πηχτότερο για το πρόσωπο, βάνεις λιγότερον κρόκο αυγού».

«Εκατάλαβα», αποκρίθηκε το παιδί, «μα η επιστήμη είναι δύσκολη. Το χέρι μου δεν ακούει και δεν κάνει ό,τι του προστάζω».

«Σιγά σιγά», του 'πε χαμογελώντας ο πατέρας, «έτσι και 'γώ όταν μ' εδίδαχνε ο πατέρας μου ο συχωρεμένος· μα κείνος ήξερε περσσότερο την τέχνη, λες και τα ζωγραφίσματά του εμιλούσαν· δεν επρόφτακε να μου παραδώσει όλα τα μυστικά

131


 

κι έμεινα στο μισό δρόμο: όμως μάθε κι εσύ ό,τι ξέρω». Και σα να 'χε θυμηθεί κάτι που να τον έβιαζε. «Α», έσμιξε, «πρέπει να σωθεί και τούτο κι η θύρα με τον “ίδε άνθρωπος”*, θα 'ρθουν την άλλη βδομάδα να την πάρουν για το Στρινήλα*· κάθισε εσύ κάμε τον κάμπο κίτρινο, όπως μπορέσεις, μα πρόσεξε μη λερώσεις τα σουσούμια* του Χριστού. Θα γένει κίτρινος καθώς πάντα».

O νέος αναστέναξε· και χωρίς να αποκριθεί επήγε στην αγκωνή της κάμαρης*, εσήκωσε από τη γης τον τενεκέ του καρυδόλαδου, εσίμωσε* στο παράθυρο, έβγαλε από ένα χάρτινο σακκούλι ένα απλόχερο χώμα κίτρινο, κι έπειτα άρχισε να τ' αλέθει με λάδι μ' έναν πέτρινον κόπανο σε μία μαρμαρένια πλάκα. Κι έτριβε κι έτριβε ρυθμικά.

Το χέρι του όμως εργαζότουν μηχανικά, αλλού ήταν ο νους του. Ανανογιότουν* τ' άλλα τα παιδιά του χωριού, που ως τόσο έσπερναν τη γης, εκυβερνούσαν τα ζευγάρια τους*, εδούλευαν στον ανοιχτόν αγέρα, ενώ εκείνος ήταν σκλαβωμένος ολημέρα στους τέσσερους πύργους, κι εργαζότουν περιττά δίχως να καταφέρνει τίποτα, έπειτα εθυμότουν στους κάμπους τους χορούς που 'κάναν τα κορίτσια βόσκοντας τα ζα τους, που οι άλλοι τα 'βλεπαν κάθε μέρα, ενώ εκείνος μόλις από μακριά, πηγαίνοντας να παραδώκει σε κάποιο μοναστήρι μιαν εικόνα, σκλαβωμένος στην αυστηρή θέληση του πατέρα. Κι ως τόσο το χέρι του επηγαινοερχότουν οκνά οκνά* απάνω στην πλάκα αλέθοντας το χρώμα.

«Φτάνει τώρα», του 'πε ο αγιογράφος ενώ έβαζε τ' Aϊ-Νικολάου του τα μάτια, και χωρίς να γυρίσει το πρόσωπο· «α παιδί μου, ακόμα δεν εκατάφερες ούτε τούτην την απλή δουλειά. Λυώσε τώρα το χρώμα στο πινάκι* και κάθισε να χρωματίσεις προσεχτικά το ιστόρισμα».

O νέος ξαναναστέναξε αλλά υπάκουσε.

«Θα σου μάθω την τέχνη θέλεις και δε θέλεις, μπορείς και δεν μπορείς. Μ' αυτήνε θα ζήσεις και συ· και σ' έχω κιόλας μονάκριβο, άρα και κατάρα μ' άφηκε ο πάππους σου, να μην αφήσω να χαθεί από το σπίτι του η τέχνη, από τ' Αλεύκι* στο Σιδάρι* σ' όλες τις εκκλησιές του νησιού είναι των παπούδωνέ μας τα ιστορίσματα, επαλιώσανε από τον καιρό και από το λιβάνι, μα φαίνεται ακόμα η τέχνη τους των παλιών· πού να τη φτάκουμε όμως. Πρόσεξε μη σου στάζει το λάδι απάνου στο πρόσωπο· πρόσεξε! Ναι, ένας προπάππους σου εδούλευε και στη χώρα και στα νησιά και στα χωριά, κι ήταν άνθρωπος άγιος, κι ενήστευε σαν εζωγράφιζε κι είναι θαματουργά όλα τα κονίσματά του και τα 'χουν ντυμένα μ' ασήμι [  ] και με χρυσάφι λένε. Και θα πάψουν να γένονται στο σπίτι μου οι άγιοι, σαν κλείσω τα μάτια, για να λείψει και η ευλογία τους; Πρόσεχε πρόσεχε!

132


 

μου τα λερώνεις όλα· όχι έτσι, στεγνότερο το πινέλο, σφούγγισε με το πανί τ' αυλάκια, έχε επιμέλεια· όσο χειρότερα το κάνεις, τόσος κόπος περσσότερος ώσπου να μάθεις, και περσσότερος και για μένα ν' αποτελειώσω τη θύρα· αγιογραφική θα μάθεις, μου είναι ακριβή και αλλουνού δεν έχω να τηνε διδάξω. Όσα ξέρω θα τα μάθεις, κι αν είσαι καλός, σε στέρνω και σ' ένα σκολειό ή στη χώρα ή πέρα, κατά πώς τα φέρνει η τύχη. Χτήμα* δεν έχεις αρκετό, για να ζιεις χωρίς να δουλεύεις· μη θέλεις να κάμεις και συ το σκαφτιά ή τον αργαστηριάρη*, για να τρως τον παρά* του κόσμου και ν' αδικεύεις· τούτη είναι η δουλειά σου η πατροπαράδοτη».

Έτσι ορμήνευε ο αγιογράφος τον υγιό του, όλο δουλεύοντας τον Αϊ-Νικόλα του. Είχε τώρα αποτελειώσει την ψαριά γενειάδα του αγιού, είχε βάλει τα κόκκινα χείλια, και το εικόνισμα ήτουν τώρα ζωερό με τα μαύρα μάτια του, με το γελάμενο στόμα, όλος [  ] χοντρά εργασμένος, αλλά με απλότη και με αγάπη. «Κοίτα», επρόστεσε, «τον άγιο –την ευκή του να 'χομε– δεν εβγήκε καλύτερος από τ' άλλα». «Όλο γελάει», αποκρίθηκε ο νέος, ξυώντας με το χοντρό πινέλο τη ζωγραφιά τού «ίδε ο άνθρωπος».

 

Μα τώρα εβράδιαζε, κι ο αγιογράφος εσφόγγισε τα πινέλα του, τα 'πλυνε με σαπούνι, και τ' απίθωσε* μαζί με την τάβλα του και το καλάμι του απάνου στο λιγδερό* παράθυρο. Έπειτα είπε του γιου του· «Σκοτεινιάζει· άφησε και συ τα χρώματα, τώρα ό,τι έκαμες έκαμες. Πήγαινε να πάρεις λίγον αέρα, πάρε και δυο δεκάρες να πας στ' αργαστήρι, αν θέλεις, και μη λείψεις από το σπερνό*· θα πάω και 'γώ στην εκκλησιά μου, σε λίγο έρχεται κι η μάνα σου από κάτω».

O νέος δεν αποκρίθηκε, μα η χαρά εζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του, βιαστικά εκατέβηκε τη σκάλα του σπιτιού κι ευρέθηκε όξω.

Πρώτα πρώτα εκοίταξε ολόγυρά του, σα σκοτισμένος από την πολύωρη κλεισούρα, κι έπειτα επήρε το δρόμο κατά τον ανήφορο.

Στο χωριό ήταν κίνηση εξαιρετική και μάλιστα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, επηγαινοερχόνταν κι έτρεχαν ζητώντας παντού κλαριά για κάψιμο, και τα σώριαζαν μπροστά στα σπίτια χαρούμενα φωνάζοντας, παρακινώντας το ένα τ' άλλο, χαλώντας τους φράχτες και τα στεγάσματα των καλυβιών, αψηφώντας τα μαλώματα των γυναικών και των γερόντων που με χολή* τα κοίταζαν.

 

Κ. Θεοτόκης, Κορφιάτικες ιστορίες, Κείμενα

Παράλληλα Κείμενα
A. Καρκαβίτσας, «Η Θάλασσα» (απόσπασμα) A. Καρκαβίτσας, «Η Θάλασσα» (απόσπασμα)
Αλ. Παπαδιαμάντης, «Όνειρο στο κύμα» [Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου] Αλ. Παπαδιαμάντης, «Όνειρο στο κύμα» [Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου]


Λεξιλόγιο
*ιστόρισμα: αγιογραφία *σκαλτσούνια: πλεκτές κάλτσες *κοκκινάβαρη: χρωματικό υλικό *«ίδε άνθρωπος»: τα πάθη του Χριστού *Στρηνίλα: χωριό της Κέρκυρας *σουσούμια: χαρακτηριστικά προσώπου *αγκωνή της κάμαρας: γωνία του δωματίου *εσίμωσε: πλησίασε *ανανογιότουν: σκεφτόταν *εκυβερνούσαν τα ζευγάρια τους: όργωναν τη γη με τα βόδια τους *οκνά: αργά *πινάκι: πιάτο *Αλεύκι, Σιδάρι: χωριά της Κέρκυρας *χτήμα: περιουσία *αργαστηριάρης: μαγαζάτορας *παράς: χρήματα *απίθωσε: τοποθέτησε *λιγδερό: βρόμικο *σπερνό: εσπερινός *χολή: θυμός

133


ΕΡΓΑΣΙΕΣ

  • Πώς έμαθε την τέχνη του ο αγιογράφος και με ποιον τρόπο την ασκεί;
  • Πώς αντιδρά ο γιος στην προσπάθεια του πατέρα του να του μεταδώσει την τέχνη του;
  • Γιατί ο γιος νιώθει «σκλαβωμένος»; Ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό του και ποια συναισθήματα τον καταλαμβάνουν, όσο χρόνο βοηθά τον πατέρα του;
  • Γιατί ενδιαφέρεται τόσο πολύ ο πατέρας για το επάγγελμα που θα ασκήσει ο γιος του; Πώς κρίνετε τη στάση του απέναντι στο παιδί του;
  • Δύο κόσμοι συγκρούονται μέσα στο μυαλό του νέου, που επιθυμεί να επιλέξει ελεύθερα τη μελλοντική του ζωή. Γράψτε τα γνωρίσματα του καθενός και συνεχίστε το [ανολοκλήρωτο] διήγημα του Θεοτόκη, προς την κατεύθυνση που πιστεύετε ότι θα επιλέξει ο νέος.


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

  • Επισκεφθείτε έναν παλιό και ένα σύγχρονο ναό της περιοχής σας, με σκοπό να παρατηρήσετε και να συγκρίνετε την τεχνική της αγιογράφησης άλλοτε και τώρα. Απευθυνθείτε στους καθηγητές των Θρησκευτικών και των Καλλιτεχνικών, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν και να κατευθύνουν την έρευνά σας για την ιστορική εξέλιξη της αγιογραφίας.
    Βυζαντινή εικονογραφία - Φορητή εικόνα, αγιογραφία, ψηφιδωτό (βίντεο) [πηγή: Εκπαιδευτική Τηλεόραση] Βυζαντινή εικονογραφία - Φορητή εικόνα, αγιογραφία, ψηφιδωτό (βίντεο) [πηγή: Εκπαιδευτική Τηλεόραση]
    Βυζαντινοί και Νεοέλληνες Αγιογράφοι [πηγή: Μυριόβιβλος] Βυζαντινοί και Νεοέλληνες Αγιογράφοι [πηγή: Μυριόβιβλος]
  • O αγιογράφος αρνείται να δεχτεί το ενδεχόμενο να μην ακολουθήσει ο γιος του την πατροπαράδοτη τέχνη τους. Στο μάθημα του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού συζητήστε τη στάση του πατέρα και σκεφτείτε τι θα κάνατε εσείς στη θέση του παιδιού, προσαρμόζοντας τα δεδομένα στη σημερινή εποχή και στον προβληματισμό της δικής σας οικογένειας.


Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923) Ekebi


Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Διάβασε για τη ζωή και το έργο του εδώ.


Κωνσταντίνος Θεοτόκης
στη Βικιπαίδεια Βικιπαίδεια
στο Βιβλιοnet Βιβλιοnet
στο ΕΚΕΒΙ ΕΚΕΒΙ
στον Πολιτιστικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας ΠΟΘΕΓ
στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
στις Ψηφίδες, Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ψηφίδες

Ανδρέας Παβίας, βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη
στη Βικιπαίδεια Βικιπαίδεια
στο paleta art paleta art
«Κρητική Σχολή Ζωγραφικής», άρθρο της Μαρίας Μποϊλέ στο art magazine art magazine

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...