Λυκούργος Παπαγεωργίου

Εκπαιδευτικός Πληροφορικής @ ΕΠΑΛ Τήνου

Σύντομη περιγραφή θεωρίας

Ένας «Οργανισμός Μάθησης» έχει την ικανότητα συνεχούς μάθησης η οποία λειτουργεί ως καταλύτης για το μετασχηματισμό και την ανάπτυξη ατόμων, ομάδων, ολόκληρου του οργανισμού και πιθανόν της κοινωνίας με την οποία συνδέεται. Πολλοί ερευνητές παγκοσμίως θεωρούν τη μεταφορά του μοντέλου στα σχολεία ως λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στο σύγχρονο αβέβαιο περιβάλλον, καθώς μέσα από το μοντέλο το σχολείο θα μετασχηματιστεί σε ένα ζωντανό οργανισμό απελευθερώνοντας τη δημιουργικότητα εκπαιδευτικών και μαθητών εμπλέκοντάς τους ενεργά στους συνεχείς κοινωνικο-οικονομικούς μετασχηματισμούς.

Το σχολείο, σύμφωνα με τον Senge (2012), λειτουργεί ως «γραμμή παραγωγής» - απότοκο της βιομηχανικής επανάστασης - στο οποίο επιβάλλονται ιεραρχικά μεταρρυθμίσεις, κανόνες και πρακτικές οι οποίες αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα και να το προσαρμόσουν στις ταχύτατα εναλλασόμενες απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. O Fullan (2006) χαρακτηρίζει ως ημιτελείς τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που εστιάζουν στα πρότυπα, την αξιολόγηση, το αναλυτικό πρόγραμμα και την επαγγελματική βελτίωση καθώς δεν εστιάζουν σε όσα συμβαίνουν στις τάξεις και τη σχολική κουλτούρα. Ένας «οργανισμός μάθησης» δίνει την απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, ενεργοποιώντας τους εκπαιδευτικούς να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν οι ίδιοι ουσιαστικές αλλαγές μέσα στο σχολείο (Kaplan & Owings, 2013 · Kools & Stoll, 2016).

Το μοντέλο του οργανισμού μάθησης, σύμφωνα με τη Louis (2006) «είναι περισσότερο συνεχής βελτίωση παρά αναδιοργάνωση ή αναδόμηση». Καρδιά του μοντέλου αποτελούν η κριτική σκέψη, που αμφισβητεί υποβόσκουσες αξίες και πεποιθήσεις που παραμορφώνουν την αντίληψη, η συνεργασία μέσω της οποίας οι άνθρωποι ξεπερνούν τα προσωπικά όρια τους όρια συλλέγοντας νέες ιδέες, πληροφορίες και νοητικά μοντέλα χτίζοντας αμοιβαία νέα γνώση και η επικοινωνία η οποία πρέπει να είναι ποιοτική προσφέροντας υψηλής ποιότητας ανατροφοδότηση. Το σχολείο παύει να αποτελεί ένα μηχανισμό μετάδοσης της γνώσης και μετατρέπεται σε ένα ζωντανό σύστημα που έχει την ικανότητα να αυτο-οργανώνεται, να νοηματοδοτεί το περιβάλλον του, να αναπτύσσεται και να εξελίσσεται, ενεργοποιώντας όλους μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, εξερευνώντας συνεχώς νέους τρόπους να προσεγγίσει διαθεματικά διαφορετικά αντικείμενα, μετατρέποντάς τα σε ουσιαστικές μαθησιακές εμπειρίες και να ενσωματώσει την εκπαίδευση μέσα στους ιστούς των κοινωνικών σχέσεων αυτών που το αποτελούν (Senge et al., 2012).

Οι Watkins & Marsick (1993) όρισαν τις επτά διαστάσεις που χρειάζεται να έχει ένας οργανισμός μάθησης ως εξής: Συνεχής μάθηση, έρευνα και διάλογος, ομαδική μάθηση, ενδυνάμωση, ενσωματωμένο σύστημα, συστημική σύνδεση και στρατηγική ηγεσία. Στη συνέχεια (Marsick & Watkins, 2003) ανέπτυξαν το Dimensions of the Learning Organization Questionnaire που αποτυπώνει το βαθμό που ένας οργανισμός ενσωματώνει τις αρχές ενός οργανισμού μάθησης ανά διάσταση και αποτελεί τη βάση της παρούσας έρευνας.

Στον Ελληνικό χώρο, μέχρι σήμερα, ελάχιστες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για το μοντέλο «οργανισμός μάθησης». Παράλληλα, σε αυτές δε λαμβάνεται υπόψη η διχοτόμηση της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε Γενικά και Επαγγελματικά Λύκεια η οποία υποκρύπτει μικρές αλλά σημαντικές διαφοροποιήσεις στο σκοπό και τη λειτουργία τους. Σκοπό της παρούσας μελέτης αποτελεί η αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης αναδεικνύοντας τυχόν διαφοροποιήσεις στον τρόπο που κάθε τύπος Λυκείου ενσωματώνει τις επτά διαστάσεις του «Οργανισμού Μάθησης» και εντοπίζοντας δυνατά και αδύνατα σημεία στην πορεία του μετασχηματισμού.

Τα συμπεράσματα της έρευνας δύναται να αξιοποιηθούν σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά και πιθανόν να προσθέσουν μία νέα οπτική στο δημόσιο διάλογο για την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας.

Βιβλιογραφία