ιστορικό δημοσιεύσεων

Καλώς ήρθατε! στον προσωπικό δικτυακό τόπο του Βασίλη Συμεωνίδη

αρχική

 

φιλολογικά

 
έκθεση α΄ λυκείου
 
έκθεση β΄ λυκείου
 
έκθεση γ΄ λυκείου
 

λογοτεχνία

 

αρχαία

 

ιστορία σχολική

 

ιστορία

 

φιλοσοφία
 
εκτός ύλης
 
συζητώντας
 
εργασίες συναδέρφων
 
ιδέες διδασκαλίας
 
επικοινωνία

.................................

Βασίλης Συμεωνίδης

δικτυακός τόπος

με εκπαιδευτικό και διδακτικό σκοπό

 

 

η αντιγραφή είναι ελεύθερη με την υπενθύμιση ότι η αναφορά στην πηγή τιμά αυτόν που την κάνει

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

 
 
 

τεχνική υποστήριξη

Σταυρούλα Φώλια

Στέμμα και σβάστικα, η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, τόμος α΄ [2] (Χάγκεν Φλάισερ)

 

η εξέγερση της Δράμας

η πολιτική του ΚΚΕ και η μεταστροφή της το διάστημα 1939-1941

η ίδρυση του ΕΑΜ

 

η εξέγερση της Δράμας

 

Το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, Βούλγαροι στρατιώτες, Μακεδονοσλάβοι, αλλά και Έλληνες, διαδίδουν συνταρακτικά νέα στην περιοχή της Δράμας: ότι στη Βουλγαρία ξέσπασε επανάσταση και ότι το Β' Σώμα Στρατού, που στρατοπέδευε στη Μακεδονία, βρισκόταν στα πρόθυρα ανταρσίας. Πρωταρχικό, λοιπόν, καθήκον ήταν ο κοινός αγώνας ενάντια στον φασισμό. Όμως, η ανταπόκριση του πληθυσμού υπήρξε συγκρατημένη, είτε από φόβο και δυσπιστία είτε γιατί, την περίοδο εκείνη, ο μέσος Έλληνας δεν ενθουσιαζόταν εύκολα από συνθήματα συναδέλφωσης με τους βορειοανατολικούς γείτονες του. Εξαίρεση αποτελούσαν οι κομμουνιστές, των οποίων ορισμένοι τοπικοί αρχηγοί συγκαταλέγονταν στους υποκινητές της εξέγερσης.

«Η πρώτη αυτή εξέγερση στην κατεχόμενη Ευρώπη» έχει πενιχρά αποτελέσματα. Στις 28/29-9 καταλαμβάνονται ορισμένες βουλγαρικές υπηρεσίες και εκτελούνται μερικοί «φασίστες» χωροφύλακες, δήμαρχοι και άλλοι αξιωματούχοι. Αλλά ήδη στις 29 Σεπτεμβρίου αρχίζει η βουλγαρική εκστρατεία αντιποίνων. Σε διάστημα ολίγων ημερών εξοντώνονται -παρά τη γενναία τους αντίσταση- οι δύο περίπου χιλιάδες επαναστάτες. Ο ηγέτης τους «Αλέκος» Χαμαλίδης πέφτει στο πεδίο της μάχης. Ταυτόχρονα, ο άμαχος πληθυσμός υφίσταται μεγάλη δοκιμασία. Εκτελούνται τουλάχιστον 4.000-5.000 Έλληνες, των οποίων, μάλιστα, οι συγγενείς υποχρεώνονται να καταβάλουν «τέλη εκτελέσεως». Λεηλασίες, βιασμοί και διάφορες βιαιοπραγίες διαπράττονται καθημερινά (ακόμα και ξυλοδαρμός όσων αμφισβητούσαν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε Βούλγαρος...).

Συνεπώς, στους ελληνικούς κύκλους δημιουργείται η υποψία ότι η εξέγερση είχε σκοπίμως σκηνοθετηθεί από Βούλγαρους προβοκάτορες, ως άλλοθι για την κλιμάκωση της τρομοκρατίας. Εξάλλου, δεν λείπουν οι σχετικές ενδείξεις: ουδέποτε έγινε εκκαθάριση στο «εξεγερθέν» Β' Σώμα Στρατού, ενώ τα βουλγαρικά αντίποινα, αντίθετα από μεταγενέστερες περιπτώσεις, επιβάλλονται χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Επιπλέον, η έφοδος των επαναστατών βρίσκει κενές τις περισσότερες βουλγαρικές υπηρεσίες. Φαίνεται σαν κάποια μυστική εντολή να είχε φροντίσει ώστε να περιορισθεί στο ελάχιστο ο αριθμός των θυμάτων, που εντούτοις ήταν ικανός για να δικαιολογήσει τα σκληρά αντίποινα. Ακόμα και ο τοπικός επιθεωρητής της γερμανικής διοίκησης είναι πεπεισμένος ότι τα επεισόδια της Δράμας «είχαν προκληθεί συνειδητά από τους Βούλγαρους».

Η μεταπολεμική βουλγαρική κυβέρνηση σε λεπτομερέστατη, κατά τα άλλα. απάντηση της στις ελληνικές αξιώσεις περί επανορθώσεως αναφέρεται σύντομα και στην εξέγερση εκείνη, αλλά με τη ρητή επιφύλαξη ότι δεν θα επιθυμούσε «προς το παρόν» να ασχοληθεί με τα βαθύτερα αίτια. Επίσης, δύο δεκαετίες αργότερα, ένας Βούλγαρος ιστορικός, που μπόρεσε να ανατρέξει σε επίσημα αρχεία, εκφράζει -κάπως λακωνικά- τη λύπη του «που τα γεγονότα της Δράμας δεν έχουν ακόμη λεπτομερώς διαλευκανθεί».

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προηγούμενα συνάγεται ότι για λόγους σκοπιμότητας δεν έχουν δημοσιευθεί τα υπάρχοντα στοιχεία. Πάντως, είναι βέβαιο ότι η εξέγερση δεν θα μπορούσε να είχε σκηνοθετηθεί από τη βουλγαρική (μυστική αστυνομία) Οχράνα, χωρίς τη σύμπραξη των τοπικών κομμουνιστικών οργανώσεων. Εξάλλου, αυτό ακριβώς το σημείο αποτέλεσε τον στόχο των κατηγοριών τις οποίες απηύθυνε η άκρα Δεξιά σε βάρος του ΚΚΕ. Η έντονη όμως συμμετοχή του τελευταίου στα γεγονότα μπορεί να εξηγηθεί από τη διαπίστωση ότι οι κομμουνιστές ανταποκρίνονται ευκολότερα σε επαναστατικές εκκλήσεις όπως και σε συνθήματα διεθνούς συναδέλφωσης, ιδιαίτερα όταν βρεθούν σε συνθήκες παρανομίας. Την περίοδο εκείνη, το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ, αποκομμένο από την κεντρική καθοδήγηση, ήδη από το τέλος του Ιουνίου, είχε αποφασίσει τον σχηματισμό ανταρτοομάδων. Ο κομματικός γραμματέας της Δράμας υπερβάλλει σε ζήλο όσον αφορά την εκτέλεση αυτής της εντολής και προετοιμάζει τη «λαϊκή εξέγερση». Ο «Αλέκος» Χαμαλίδης είναι ένας νέος φιλόδοξος, δογματικός και φανατικός που αγνοεί όλες τις προειδοποιήσεις και δεν διστάζει να εξοντώσει διαφωνούντες συντρόφους.

Δυστυχώς, δύο ηγετικά στελέχη του Μακεδονικού Γραφείου, που σπεύδουν να ματαιώσουν την παράτολμη εξέγερση, πέφτουν θύματα βουλγαρικής ενέδρας και εκτελούνται στον δρόμο για τη Δράμα. Στο μεταξύ, η Οχράνα έχει ενημερωθεί για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση. Δεν έχει αποδειχθεί αν οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να διοχετεύσουν πράκτορες στην τοπική οργάνωση του ΚΚΕ, όπως ισχυρίζεται ο Π. Ρούσος, μέλος τότε του Πολιτικού Γραφείου. Ακόμα και αν συνέβη έτσι, οι πράκτορες δεν επιχειρούν να εμποδίσουν τα σχέδια των συνωμοτών αντίθετα, υποδαυλίζουν το μαχητικό τους μένος με διαδόσεις περί εξεγέρσεων. Είναι προφανές ότι η Οχράνα επιδιώκει να τρομοκρατήσει με μαζικές διώξεις τούς ανεπιθύμητους Έλληνες και να δικαιολογήσει αυτές τις ενέργειες στους Γερμανούς ως «καταστολή μιας καθαρά κομμουνιστικής εξέγερσης».

Στη διάρκεια αυτής της βραχύβιας ανταρσίας, ο Χαμαλίδης δεν εφαρμόζει την παρτιζάνικη τακτική τού «χτύπα και φύγε», που ενδεχομένως να εξασφάλιζε κάποια επιτυχία, αλλά προτιμάει να δίνει ριψοκίνδυνες μάχες εκ παρατάξεως. Έτσι, μόνο ο θάνατος του διαλύει τις υπόνοιες που, διαφορετικά, θα τον βάρυναν. Ωστόσο, εκτός από τον ίδιο, σκοτώνονται και οι περισσότεροι από τα τοπικά στελέχη και τους οπαδούς του ΚΚΕ καθώς και τα υπόλοιπα «επαναστατικά στοιχεία».

Οι Βούλγαροι έχουν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένοι, αφού κατάφεραν, έστω «βαθμιαία», να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Το ένζυμο μιας μελλοντικής αντίστασης έχει εξαφανισθεί, ο πληθυσμός είναι τρομοκρατημένος και ανασφαλής εξαιτίας των φημών περί προδοσίας που κυκλοφορούν. Οι επιπτώσεις από τον κλονισμό αυτό διαρκούν ως το τέλος του πολέμου. Η ενεργός αντίσταση στον εκβουλγαρισμό παραμένει, τουλάχιστον ως το 1943, πολύ αδύναμη, ενώ και ο μετέπειτα αντάρτικος αγώνας της Ανατολικής Μακεδονίας υστερεί σε σχέση με άλλες περιοχές. Στο μεταξύ, η αναχώρηση των Ελλήνων συνεχίζεται και μάλιστα επιταχύνεται. Οι ελληνικές δημόσιες εκτάσεις καθώς και τα «εγκαταλελειμμένα» από τους ιδιοκτήτες τους κτήματα περιέρχονται στην περιουσία του βουλγαρικού κράτους. Ταυτόχρονα, οι περιοχές που έχουν εκκενωθεί από Έλληνες εποικίζονται με οικογένειες πολυτέκνων από την «Παλαιά Βουλγαρία». «Δικαιούχοι κρίνονται μόνο οι καθαρόαιμοι Βούλγαροι, με άψογο παρελθόν και γνώσεις όσον αφορά την καλλιέργεια των αγρών». Μετά από αυτή την ανέξοδη εγκατάσταση, τους διανέμουν «γη, κτίσματα και εξοπλισμό», την αξία των οποίων θα άρχιζαν να εξοφλούν από το 1944, με δεκαπενταετή άτοκη απόσβεση του 65% του κεφαλαίου. Επιπλέον, παρέχονται γενναιόδωρα δάνεια και φορολογικές διευκολύνσεις. Η εγκατάσταση των νέων δημοσίων υπαλλήλων -που πρέπει να είναι έγγαμοι- συνοδεύεται με παροχή γης, επιδομάτων και πολυαρίθμων άλλων προνομίων. Μέχρι την άνοιξη του 1943, τουλάχιστον 122.000 Βούλγαροι έχουν εποικίσει τις «νέες επαρχίες».

 Παρ' όλα αυτά, το «τελικό κτύπημα» της Σόφιας στην πάλη για την εθνολογική αναμόρφωση της «Βελομώριε» -δηλαδή των προσαρτημένων περιοχών με πρόσβαση στο Αιγαίο Πέλαγος- δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τον Ιούνιο του 1942 εκδίδεται ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίον οι άλλοτε Έλληνες (ή Γιουγκοσλάβοι) κάτοικοι των προσαρτημένων περιοχών έπρεπε, ως την 1η Απριλίου του 1944 ή να λάβουν την βουλγαρική υπηκοότητα ή να εγκαταλείψουν τα «απελευθερωμένα εδάφη».

 

Χάγκεν Φλάισερ Στέμμα και σβάστικα, η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, Αθήνα 2009, Το Βήμα βιβλιοθήκη, τ. Α, σ. 112-115

 

[πάνω]

 

 

η πολιτική του ΚΚΕ και η μεταστροφή της το διάστημα 1939-1941

 

Ωστόσο, τον Ιούλιο του 1939, η Κομιντέρν μεταβιβάζει στην ΚΕ ανάλογη εντολή: Πρώτιστο καθήκον του ΚΚΕ είναι η άμυνα της χώρας και όχι η ανατροπή του καθεστώτος, εφόσον και το ίδιο πολεμά τον φασισμό.

Βέβαια, το σκεπτικό αυτό δεν αποκλείει ταυτόχρονα τον «αγώνα για την κατάκτηση όσο το δυνατό μεγαλύτερης εσωτερικής ελευθερίας», η οποία θα αύξανε τις αγωνιστικές δυνατότητες του λαού.

Πρόκειται για την τελευταία «ντιρεχτίβα» της Μόσχας, την οποία αναφέρουν οι προσιτές πηγές του ΚΚΕ. Δεν έχει εξακριβωθεί αν, μετά τη συμφωνία Μολότοφ-Ρίμπεντροπ (23-8-1939), ήλθαν νέες οδηγίες από τη Μόσχα, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να προσαρμόσουν τη γραμμή τους οι Έλληνες σύντροφοι. Πάντως, η πλήρης μεταστροφή της σοβιετικής στρατηγικής πολιτικής προς τη Γερμανία θα υποχρέωσε και το ΚΚΕ (ΕΤΚΔ) -«Ελληνικό Τμήμα Κομμουνιστικής Διεθνούς»- σε κάποια αναθεώρηση της εξωτερικής του πολιτικής. Τελικά, παρά τους αναμφισβήτητους ενδοιασμούς, οι Έλληνες κομμουνιστές δεν είχαν άλλη επιλογή από εκείνη την οποία και ο Τίτο περιγράφει, μεταπολεμικά, ως εξής: «αποδεχθήκαμε αυτή τη συμφωνία σαν πειθαρχημένοι κομμουνιστές και την θεωρήσαμε αναγκαία για την ασφάλεια της Σοβιετικής Ένωσης». Επιπλέον, και ο Ριζοσπάστης, στις 7-11-1939, επισημαίνει την πλάνη ότι ο πόλεμος κατά της Γερμανίας ήταν, υποτίθεται, δίκαιος πόλεμος. Έτσι, στο τέλος του μήνα, καταδικάζονται οι προσπάθειες της Ελλάδας να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των Αγγλογάλλων ιμπεριαλιστών. Στο μεταξύ, χωρίς καμιά αισθητή αλλαγή γραμμής, μεσολαβεί η σύλληψη των τελευταίων εκλεγμένων μελών της ΚΕ (Σιάντος κ.λπ.) και η ανάληψη καθηκόντων από μεσαία στελέχη, γνωστά στην ιστορία του κόμματος ως «Παλαιά ΚΕ» (ΠΚΕ).

Αλλά ούτε η ΠΚΕ χαράσσει «φιλοαξονική γραμμή» και η μόνη «προσαρμογή» συνίσταται στο εξής: Πριν από τον σοβιετικό αναπροσανατολισμό, κατηγορούσαν το ελληνικό καθεστώς για κρυφή συμπαιγνία με τον γερμανοϊταλικό φασισμό -προς τον οποίο κυρίως στρέφονταν τα δημοσιογραφικά πυρά του ΚΚΕ -ενώ αντιμετώπιζαν ηπιότερα τις δυτικές δημοκρατίες, πλην κάποιας ευκαιριακής πολεμικής εναντίον τους. (Είναι χαρακτηριστικό ότι η ηγεσία του ΚΚΕ επανειλημμένα επέκρινε τον Μεταξά επειδή αγνοούσε τις βρετανικές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες.) Αντίθετα, μετά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, το ΚΚΕ κατηγορεί τον Γεώργιο Β' και τον Μεταξά ότι, προσπαθώντας να εξαπατήσουν τον λαό, μοιράσθηκαν καιροσκοπικά τους ρόλους ως «αιμοσταγείς πράκτορες», ταυτόχρονα και των δύο εμπολέμων στρατοπέδων, αλλά με κρυφή προτίμηση στους τοκογλύφους του Λονδίνου. Συνεπώς, παρά τη συνεχιζόμενη πολεμική εναντίον των φασιστικών δυνάμεων, τα κύρια πυρά στρέφονται τώρα κατά των Αγγλογάλλων «πλουτοκρατών [...] των πραγματικών υποκινητών του σημερινού πολέμου». Πρέπει να σημειώσουμε ότι και ο Σιάντος είχε συμβάλει σ' αυτή τη μεταστροφή, ενώ, μετά τη σύλληψη του, η ΠΚΕ ακολουθεί τη νέα γραμμή με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απ' ό,τι οι σύντροφοι στη Δυτική Ευρώπη και ακόμη στην ίδια την ΕΣΣΔ.

Ορισμένα από τα φυλακισμένα ηγετικά στελέχη, όπως ο Νεφελούδης, θεωρούν ότι, παρά την τακτική προσέγγιση Μόσχας και Βερολίνου, για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ο πλέον άμεσος κίνδυνος προέρχεται από τη χιτλερική Γερμανία. Γι' αυτό κρίνουν ότι έπρεπε να επιδιωχθεί η ήττα της τελευταίας με κάθε μέσον, δηλαδή ακόμα και σε συνεργασία με την Αγγλία και τη Γαλλία, εφόσον ήταν πρόθυμες για αντιφασιστικό αγώνα. Ακολούθως, ο Ζαχαριάδης πληροφορείται από το στέλεχος Νικ. Χρονόπουλο -που είχε συλληφθεί επιστρέφοντας από τη Σοβιετική Ένωση-ότι για την Κομιντέρν ο πόλεμος δεν είναι παρά διαμάχη μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών συνασπισμών, και επομένως τα κομμουνιστικά κόμματα όφειλαν αρχικά να στραφούν ενάντια στον εσωτερικό εχθρό. Έτσι, ο αρχηγός του ΚΚΕ κατηγορεί την ανάλυση του Νεφελούδη ως ξεπερασμένη και «σοσιαλπατριωτική», και δε τον ίδιο με διαγραφή. Κατά την άποψη του Ζαχαριάδη, ο κύριος εχθρός είναι ο «αγγλικός ιμπεριαλισμός».

[…]

 

Με τη γερμανική εισβολή, η κατάσταση, τουλάχιστον φαινομενικά, μεταβάλλεται για το ΚΚΕ. Ο νέος εισβολέας έχει στο ενεργητικό του τη συμφωνία με τη «Μεγάλη Σοσιαλιστική Πατρίδα». Για τον λόγο αυτό ο Φραντς Μπόρκεναου, τέως σύντροφος και ακολούθως «θεωρητικός» του αντικομμουνισμού, γράφει ότι, απ' όσο γνωρίζει, «κανείς δεν τόλμησε να ισχυρισθεί ποτέ ότι οι Έλληνες κομμουνιστές στάθηκαν στο πλευρό του λαού τους κατά την εισβολή των Γερμανών». Ο Έλληνας ομόλογος του, Θεοφ. Παπακωνσταντίνου, που επίσης μεταπήδησε από την κομμουνιστική παράταξη στη φανατική αντίπαλο, είναι περισσότερο προσεκτικός και μνημονεύει μόνο «προφορικά ηττοπαθή και φιλοαξονικά συνθήματα», τα οποία δύσκολα μπορεί να εξακριβωθούν.

Πράγματι, μεμονωμένοι «αντιιμπεριαλιστές» φαίνεται πως ονειρεύονταν τη συντριβή της πλουτοκρατικής Αλβιόνος και της αυτοκρατορίας της, ενώ άλλοι ήλπιζαν να πραγματώσουν, υπό την αιγίδα ή τουλάχιστον με την ανοχή των Γερμανών, μια κοινωνική επανάσταση με κρατικοποίηση των παραγωγικών μέσων κ.λπ. Ανάλογες ψευδαισθήσεις τρέφουν και ορισμένοι αστοί σοσιαλιστές. Πάντως, είναι βέβαιο ότι ο κλονισμός συνεπεία του γερμανοσοβιετικού συμφώνου «μούδιασε» ορισμένους συντρόφους, και είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή των επαναστατικών κινήσεων. Μέσα λοιπόν στο εσωκομματικό οργανωτικό χάος αναμένουν παθητικά τις εξελίξεις.

Η μεγάλη μάζα των κομμουνιστών -όπως και στη Γιουγκοσλαβία- θεωρεί σαφέστατα εχθρούς τούς νέους κυρίαρχους, τόσο με την εθνική όσο και με την ιδεολογική έννοια. Είναι χαρακτηριστικό ότι το «Μακεδονικό Γραφείο», καθώς είναι αποκομμένο από τις ίντριγκες και τις διενέξεις της αθηναϊκής ηγεσίας, ήδη από τον Απρίλιο προτρέπει στην αντίσταση. Αλλά ακόμα και η ΠΚΕ δηλώνει, τώρα, ότι όποιος ενώπιον της «μαύρης σκλαβιάς [...] σταυρώνει τα χέρια περιμένοντας να μας λευτερώσει η... Αγγλία είτε η "καλή" διάθεση του καταχτητή, αυτός εξυπηρετεί τους προδότες. [...I. Παλέψτε για το ξεσκλάβωμα του τόπου μας και την ειρήνη [...]. Διώξιμο των προδοτών Τσολάκογλου και Σίας [...] τομάρια που από καιρό πάψαν να είναι Έλληνες».

Λίγες ημέρες πριν από την επιχείρηση «Ερμής», ο βουλευτής του ΚΚΕ Μιλτ. Πορφυρογένης, που μόλις είχε δραπετεύσει από την εξορία, καλεί τους Κρητικούς να παραμερίσουν «διαφορές, πικρίες ή μνησικακίες» χάρη του επερχόμενου αγώνα όπου «οι κομμουνιστές πρέπει νάναι στις πρώτες γραμμές». Χωρίς να μειωθεί η σημασία αυτών και άλλων παρομοίων εκδηλώσεων, μόνο μετά την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσσα» ανοίγει οριστικά ο δρόμος για τον σαφή καθορισμό της θέσης του ΚΚΕ: «Με την είσοδο στον πόλεμο της φιλειρηνικής Σοβιετικής Ένωσης, ο μέχρι τώρα ιμπεριαλιστικός πόλεμος αλλάζει τον χαρακτήρα του, γίνεται απελευθερωτικός πόλεμος». Αυτομάτως παύουν οι εσωκομματικές συζητήσεις και μόνο ορισμένοι από τους λιγοστούς τροτσκιστές φανερώνουν κάποια κρυφή ικανοποίηση για τη ναζιστική σταυροφορία ενάντια στους δολοφόνους του προφήτη τους. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι το σύντομο χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και την αντίστοιχη στη Σοβιετική Ένωση, απάλλαξε το ΚΚΕ από τυχόν οδυνηρές περιπλοκές οι οποίες προηγουμένως βάραιναν ορισμένα αδελφά κόμματα, με την κατηγορία του πρόσκαιρου -τουλάχιστον παθητικού- δοσιλογισμού.

 

Χάγκεν Φλάισερ Στέμμα και σβάστικα, η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, Αθήνα 2009, Το Βήμα βιβλιοθήκη, τ. Α, σ. 147-148 και 151-152

 

[πάνω]

 

 

η ίδρυση του ΕΑΜ

 

Έτσι, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, συγκροτείται το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου του 1941 το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Τις πρώτες πρωινές ώρες της επομένης, οι αντιπρόσωποι των ΣΚΕ, ΕΛΔ και ΑΚΕ υπογράφουν το ιδρυτικό, το οποίο είχε συντάξει ο πληρεξούσιος του ΚΚΕ, Λευτέρης Αποστόλου. Σ' αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: «Σκοπός του Εθνικού Μετώπου είναι: α) Η απελευθέρωσις του Έθνους μας από τον σημερινόν ξένον ζυγόν και η απόκτησις της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας μας β) Ο σχηματισμός προσωρινής κυβερνήσεως του ΕΑΜ, αμέσως μετά την εκδίωξιν των ξένων κατακτητών, μοναδικός σκοπός της οποίας θα είναι η προκήρυξις εκλογών διά συντακτικήν εθνοσυνέλευσιν με βάσιν την αναλογικήν, ίνα ο λαός αποφανθή κυριαρχικώς επί του τρόπου της δια-κυβερνήσεώς του γ) Η κατοχύρωσις του κυριαρχικού τούτου δικαιώματος του ελληνικού λαού, όπως αποφανθή περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του, από πάσαν αντιδραστικήν απόπειραν, ήτις θα τείνη να επιβάλη εις τον λαόν λύσεις αντιθέτους προς τας επιθυμίας του και η εκμηδένισις δι' όλων των μέσων του ΕΑΜ και των οργάνων του που το αποτελούν, πάσης τοιαύτης απόπειρας». Με εξαίρεση ίσως την τελευταία αυτή παράγραφο, το ιδρυτικό δεν περιέχει διατυπώσεις που να θυμίζουν πάλη των τάξεων και άλλα παρόμοια. Αντίθετα, τονίζεται ότι το ΕΑΜ δέχεται στους κόλπους του όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις, χωρίς να «εξετάζεται το παρελθόν ή αι αντιλήψεις των σχετικώς με την μελλοντικήν ανασυγκρότησιν της ελευθέρας και ανεξαρτήτου Ελλάδος, αλλά απλώς η πίστις των εις την ανάγκην του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνος, η τιμιότης των απέναντι αυτού και η αποδοχή των αρχών του ΕΑΜ».

Πράγματι, οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ, και κυρίως του ΚΚΕ, εξακολουθούν να επιζητούν το «άνοιγμα προς τα δεξιά». Για τον λόγο αυτόν, αρχικά συγκροτείται μια «Οργανωτική Επιτροπή»του ΕΑΜ, ώστε να αποφύγουν τη χρήση του «προκλητικού» όρου «Κεντρική Επιτροπή». Ακόμα και το προπολεμικό θεωρητικό όργανο, «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», αναβιώνει τον Οκτώβριο του 1941, μετά από έντονες εσωκομματικές συζητήσεις, ως «Λαϊκή Επιθεώρηση». Η ίδρυση του ΕΑΜ (και η απουσία κάθε πολιτικής του φιλοδοξίας) ανακοινώνεται επίσης στην εξόριστη κυβέρνηση, η οποία όμως δεν απαντάει. Παράλληλα, το ΚΚΕ επιθυμεί να γίνουν κάποιες τροποποιήσεις στο καταστατικό, οι οποίες θα διευκόλυναν τους βασιλόφρονες να προσχωρήσουν, αλλά παρεμποδίζεται από το κατηγορηματικό βέτο των μικρότερων κομμάτων.

Όλες αυτές οι παραχωρήσεις του ΚΚΕ εκπορεύονται από την επιθυμία να συμπεριλάβει το ΕΑΜ στους κόλπους του τις περισσότερες υπολογίσιμες οργανώσεις, ώστε να μην θεωρείται «κομμουνιστικό κατασκεύασμα». Μολονότι πρέπει να αποδεχτούμε το συχνά αμφισβητούμενο «παράδοξο», δηλαδή ένα γνήσιο κομμουνιστικό πατριωτισμό, δεν είναι δυνατό να υποθέσουμε ότι το ΚΚΕ υπήρξε ο μόνος πολιτικός σχηματισμός που δεν απέβλεπε στην εξουσία. Στη συγκεκριμένη στάση του ΚΚΕ πρέπει να συνέβαλε η πεποίθηση ότι η συνεργασία με τους ηγέτες του αστικού κόσμου θα το καθιστούσε «ευυπόληπτο», ούτως ώστε να μπορέσει να υποσκελίσει τα «ξεπερασμένα» πλέον, από πολιτική και κοινωνική άποψη, μεγάλα αστικά κόμματα.

 

Χάγκεν Φλάισερ Στέμμα και σβάστικα, η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, Αθήνα 2009, Το Βήμα βιβλιοθήκη, τ. Α, σ. 157-158

[πάνω]

Ερασιτεχνική δημιουργία τον Οκτώβριο του 2004.  Τελευταία ενημέρωση:  Κυριακή, 08 Μαρτίου 2015.