Ἐν μέρει γιά νά ἐξακριβώσω μιά ἐποχή, ἐν μέρει καί τήν ὥρα νά περάσω, τήν νύχτα χθές πῆρα μιά συλλογή ἐπιγραφῶν τῶν Πτολεμαίων νά διαβάσω. |
|
5 | Οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ' ἡ1 κολακεῖες εἰς ὅλους μοιάζουν. Ὅλοι εἶναι λαμπροί, ἔνδοξοι, κραταιοί, ἀγαθοεργοί· κάθ' ἐπιχείρησίς των σοφοτάτη. Ἄν πεῖς γιά τές γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές, |
10 | ὅλες ἡ Βερενίκες2 κ' ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές. Ὅταν κατόρθωσα τήν ἐποχή νά ἐξακριβώσω θ' ἄφινα τό βιβλίο ἄν μιά μνεία μικρή, κι ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος3 δέν εἵλκυε τήν προσοχή μου ἀμέσως... |
15 | Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη γοητεία σου. Στήν ἱστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται γιά σένα, κ' ἔτσι πιό ἐλεύθερα σ' ἔπλασα μές στόν νοῦ μου. Σ' ἔπλασα ὡραῖο κ' αἰσθηματικό. |
20 | Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει μιάν ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά. Καί τόσο πλήρως σέ φαντάσθηκα, πού χθές τήν νύχτα ἀργά, σάν ἔσβυνεν ἡ λάμπα4 μου —ἄφισα ἐπίτηδες νά σβύνει— |
25 | ἐθάρεψα πού μπῆκες μές στήν κάμαρά μου, μέ φάνηκε πού ἐμπρός μου στάθηκες· ὡς θά ἤσουν μές στήν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια, χλωμός καί κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπῃ σου, ἐλπίζοντας ἀκόμη νά σέ σπλαχνισθοῦν |
30 | οἱ φαῦλοι — πού ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη5».
(1918) |
Καισαρίων· ο πρεσβύτερος γιος της Κλεοπάτρας. Μετά την ήττα του Αντωνίου, ο Καίσαρ Οκτάβιος τον θανάτωσε (30 π.Χ.) γιατί οι σύμβουλοι του τού υπέδειξαν ότι δεν είναι σκόπιμο να υπάρχουν πολλοί Καίσαρες. (Βλ. Κ.Π. Καβάφη, Ποιήματα, Ίκαρος, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, τόμ. Α', σ. 122).
Στον Καισαρίωνα ο Καβάφης εμπιστεύεται τα μυστικά της Τέχνης του, αποκαλύπτοντας τον τρόπο δημιουργίας ενός καβαφικού ποιήματος. Στο ποίημα η ποίηση δρα επανορθωτικά αποκαθιστώντας την αδικία της ιστορίας εις βάρος του μικρού Καισαρίωνα. Η πρώτη πράξη του δράματος, που ερήμην του νεαρού ήρωα του ποιήματος έχει παίξει η ιστορία, έχει βρει την ποιητική της έκφραση στο ποίημα του Καβάφη Αλεξανδρινοί βασιλείς (βλ. ΚΝΛ, Α' Λυκείου).
Πήγαινε στα Συνοδευτικά κείμενα
Πήγαινε στα Παράλληλα κείμενα
• Τα ποιήματα συνδιαλέγονται με ποικίλους τρόπους: α. μεταξύ τους, β. με άλλα κείμενα του βιβλίου και γ. με τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
• Έτσι, ο «Καισαρίων» μπορεί να διδαχθεί μαζί με την καβαφική «Μελαγχολία», δεδομένου ότι και στα δύο κείμενα η ποίηση αντιμετωπίζεται ως αντίδοτο κατά της φθοράς. Η διδασκαλία του «Καισαρίωνος» προϋποθέτει αναφορά στους «Αλεξανδρινοί βασιλείς» (KNA, Α’ Λυκείου). Για συγκριτική ανάγνωση (και για επισήμανση διαφορών και ομοιοτήτων) με το ποίημα «Καισαρίων» προτείνεται το «Επί ασπαλάθων» του Γιώργου Σεφέρη (KNA, Β’ Λυκείου) δεδομένου ότι α) και στα δύο υπάρχει το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας, β) και τα δύο είναι και ποιήματα ποιητικής γ) και στα δύο υπάρχει σχέση ποίησης και ιστορίας. H «Μικρή ασυμφωνία... » του Καρυωτάκη, μπορεί να εξετασθεί συγκριτικά με την «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» (KNA, B’ Λυκείου).
• Ως προαιρετική εργασία δίνονται σε κάποιες περιπτώσεις παράλληλα κείμενα τα οποία έχουν μία άμεση σχέση με τα προς διδασκαλία ποιήματα. Έτσι, δίνεται το «Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος» του Καρούζου, το οποίο άμεσα αναφέρεται στην καβαφική «Μελαγχολία»· το ποίημα Καβάφης «Ο Δαρείος» του Κούσουλα· οι Στίχοι-2 του Πατρίκιου που προκάλεσαν τον «Επίλογο» του Αναγνωστάκη κ ά.
• Στο τρίτο μέρος («Συνοδευτικά κείμενα») δίνονται αρκετά ποιήματα που έχουν ως θέμα τους την ίδια την ποίηση, για να φανεί η μεγάλη ευρύτητα του θέματος, αλλά και για να υπάρξει μια πρώτη γνωριμία γύρω από το πώς αντιμετωπίζει το θέμα αυτό η σύγχρονη ποιητική παραγωγή.
• Το εικαστικό υλικό που συνοδεύει την ενότητα είναι λειτουργικό —κάτι που γενικώς προβλέφθηκε για όλο το βιβλίο— και σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί μέρος της διδασκαλίας (π.χ. ο πίνακας του Εγγονόπουλου με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μελαγχολία του ποιητού Ιάσονος Κλεάνδρου», ο «Εμφύλιος πόλεμος» πάλι του Εγγονόπουλου, το κολάζ του Ελύτη).
• Οι ερωτήσεις κατά κανόνα προσανατολίζουν τη διδασκαλία στη διερεύνηση του θέματος και δεν προορίζονται όλες για γραπτή εργασία στο σπίτι, αλλά κάποιες διευκολύνουν τον προφορικό διάλογο κατά τη διδασκαλία του κειμένου.
• Κείμενα μικρότερης έκτασης ή άλλα στα οποία λόγω του ποιητικού του είδους απουσιάζει το εννοιολογικό βάρος όπως το «Μόνο γιατί μ' αγάπησες» της Πολυδούρη μπορούν να καλύψουν λιγότερη της μιας διδακτική ώρα.
• Ένα μεγάλο μέρος των παραλλήλων και των συνοδευτικών κειμένων προορίζονται για ανάγνωση, στόχος που ανταποκρίνεται στους γενικότερους σκοπούς του μαθήματος και αποτελεί ένα πάγιο αίτημα του μαθήματος της Λογοτεχνίας.
• Το ποίημα «Ο Δαρείος» προσφέρεται για ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Τα κριτικογραφικά αποσπάσματα που περιέχονται στο παρόν βιβλίο προσφέρουν υλικό για μία ανοιχτή ανάγνωση του πολυσυζητημένου αυτού καβαφικού ποιήματος.
• Στη διδασκαλία της «Μικρής ασυμφωνίας εις α μείζον» καλό είναι να αποφευχθούν μειωτικά για τον ποιητή Μαλακάση σχόλια. (Εξάλλου το καρυωτακικό ποίημα —πέρα από την αξία του— είναι μία πράξη ποιητικής εκδίκησης).
• Το «Μόνο γιατί μ' αγάπησες» της Πολυδούρη δεν παρατίθεται ολόκληρο, αλλά όπως το ανθολογεί ο Μανόλης Αναγνωστάκης (H Χαμηλή Φωνή, Νεφέλη, 1990), για λόγους ποιητικής οικονομίας (χωρίς, όπως πιστεύουμε, να αδικείται).
• Χρήσιμα ως παράλληλα κείμενα στον «Χορό Συρτό» του Σκαρίμπα είναι τα ποιήματα «φυγής», όπως η «Θάλασσα» του Κώστα Βάρναλη (KNA, Γ’ Γυμνασίου [;]), «Το τελευταίο ταξίδι» του Κ.Γ. Καρυωτάκη (KNA, Γ’ Γυμνασίου [;]).
• Για συνανάγνωση με το ποίημα «Ο ελεγκτής» του Μίλτου Σαχτούρη προσφέρεται και «Ο στρατιώτης ποιητής» του ίδιου ποιητή (KNA, Λυκείου).
• Για συνανάγνωση με το ποίημα «Επίλογος» του Αναγνωστάκη προσφέρεται και το ποίημα «Ποιητική» του ίδιου ποιητή (KNA, Γυμνασίου -Λυκείου, τεύχ. 4 Βιβλίο του καθηγητή, Αθηνα 1999, σ. 71).
• Σύμφωνα με την (προφορική) δήλωση του Μανόλη Αναγνωστάκη, το ποίημα «Στον Νίκο Ε... 1949» αφιερώνεται στον συναγωνιστή του Αναγνωστάκη Νίκο Ε(υστρατιάδη). [H ψιλή στον τίτλο του ποιήματος του Αναγνωστάκη να απαλειφθεί από το Βιβλίο του Μαθητή (σ. 85)]. Πάντως, τα ποιήματα «Ποίηση 1948» του Νίκου Εγγονόπουλου και «Στον Νίκο Ε... 1949» του Μανόλη Αναγνωστάκη προσφέρονται ούτως η άλλως για συγκριτική ανάγνωση, αφού η θεματική, αλλά και η μορφική τους συγγένεια είναι απολύτως διακριτές.
• Για το ποίημα «Ποίηση 1948», βλ. και σ. 171 του παρόντος βιβλίου.
• Στο ποίημα «Μικρή Πράσινη Θάλασσα» του Ελύτη καλό είναι να τονισθεί ότι η ερωτική ατμόσφαιρα δεν αναιρεί την πνευματικότητα της σχέσης του Ποιητή με την Μικρή πράσινη θάλασσα των δεκατριώ χρονών. Εξάλλου δεν πρέπει να αγνοείται ο αλληγορικός χαρακτήρας του ποιήματος.
• «Τα αντικλείδια» του Γιώργη Παυλόπουλου είναι ένα ποίημα που δεν τελειώνει ποτέ (αυτή την έννοια έχει και το σχόλιο του βιβλίου ότι το ποίημα γίνεται το ίδιο φορέας της εμπειρίας που περιγράφει). Ίδιας τεχνικής είναι και τα ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου «Το παιδί και οι ληστές» και «H στάχτη» από την ομώνυμη συλλογή (Τα αντικλείδια, 1988).
• Εννοείται ότι οι προτάσεις για συνανάγνωση δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.
Πήγαινε στα Παράλληλα κείμενα
Βιογραφικά Σημειώματα των Ποιητών που Ανθολογούνται
Καβάφης Κ.Π. (1863-1933). Γεννήθηκε και πέθανε στην Αλεξάνδρεια. Κορυφαίος έλληνας ποιητής με παγκόσμια αναγνώριση. Επηρέασε καταλυτικά τους νεότερους ποιητές. (Βλ. βιογραφικά του ποιητή ΚΝΛ, Γ' Λυκείου, σ. 25. Από τα 256 σωζόμενα ποιήματά του, τα 100 έχουν κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο ως θέμα τους την ίδια την ποίηση, (βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Ποιήματα Ποιητικής του Καβάφη», Μικρά Καβαφικά, τόμ. Α', σ. 282-311).
Οι Ορισμοί της Ποίησης
α) Στην καθημερινή χρήση
Έχοντας ακούσει πάρα πολλές φορές τη φράση «αυτό δεν είναι ποίηση» να προφέρεται για τα πιο διαφορετικά έργα, κι όχι μονάχα τα λεγόμενα «σύγχρονα» ή «μοντέρνα», σκέφτηκα πως θα ήταν χρήσιμο να ερευνήσει κανείς και να κατατάξει, αν γίνεται, τις απόψεις που κυκλοφορούν στο ευρύτερο κοινό. Ρωτώντας, λοιπόν, «τι είναι ποίηση» πήρα ένα πλήθος απαντήσεις με προθυμία, γιατί δεν υπάρχει σχεδόν άνθρωπος που να μην είναι βέβαιος ότι ξέρει στα σίγουρα τι είναι ποίηση —και τούτο αντικρούει, βέβαια, τον ισχυρισμό ότι δήθεν «δεν ενδιαφέρεται κανείς»— απαντήσεις παράξενες, που, μερικές απ' αυτές, μ' ευσυνειδησία καταγράφω:
«Η πραγματική ποίηση έχει αλήθεια», «έχει πάθος», «έχει υψηλά νοήματα», «έχει προσιτά» ή «σημαντικά νοήματα». «Η πραγματική ποίηση έχει συγκίνηση», «μουσικότητα», «δυνατά συναισθήματα», «αυθορμητισμό» ή «εκφράζει» —δηλαδή έχει και την ιδιότητα να εκφράζει— όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμη, παρόμοια, που για συντομία παραλείπονται...
... Ποιος άραγε είναι ο βυθός του ποιητικού «βάθους»; πρόκειται μήπως για το βάθος της σύγχρονης ψυχολογίας; ή για βάθος φιλοσοφικό; ή για τον πάτο της θάλασσας; Και με ποιον αλάνθαστο τρόπο θ' ανιχνεύσω και θα μετρήσω μέσα στα κείμενα την «συγκίνηση»; Και ποιο θα πρέπει να είναι το «σύνολο αναφοράς»... της αλήθειας που ζητώ; Ο κόσμος από την σκοπιά των επιστημών; Αποκλείεται. Δεν ζητάω από το ποίημα μαθηματικές, ηλεκτρονικές, νομικές, οικονομικές βεβαιότητες. (Άλλο θέμα αν ο ιστορικός ή ο κοινωνιολόγος μπορούν να συλλέξουν από το ίδιο κείμενο ορισμένες πληροφορίες). Ο κόσμος ως ορίζοντας της απλής εμπειρίας; Αποκλείεται. Δεν διαβάζω ένα ποίημα για να πληροφορηθώ ότι τα φύλλα είναι πράσινα, τα μήλα κόκκινα, ο ήλιος καίει το καλοκαίρι ή το φαγητό καίγεται στην κατσαρόλα.
Μένει ο κόσμος ως «άλλη διάσταση», με όποιο όνομα κι αν δίνεται· τα πράγματα της καρδιάς, τα πράγματα της συνείδησης, τα πράγματα ως «ιστορικότητα», τα πράγματα ως «υπαρξιακός ορίζοντας», τα πράγματα ως «νοούμενα», ο κόσμος ως παρουσία ή απουσία του όντος, και γι' αυτή τη διάσταση, όπως κι αν την ονομάσουμε, δεν υπάρχει υποδεκάμετρο, γενικά κι απόλυτα παραδεκτό...
Πλήθος οι «απόψεις» για την ποίηση, μονόπλευρες, συχνά ως την μισαλλοδοξία. Και, αλίμονο, αυτός που αρχίζει να μιλάει με τη φράση «ποίηση είναι...», ή, «ποίηση δεν είναι...» ετούτο ή εκείνο το αόριστο, ξεχνάει πως αναφέρεται σ' ένα χώρο ιδιωτικό, κατοικημένο από κάποια πλάσματα της ποίησης, κάποια κείμενα που έφερε να στεγάσει μια διάθεση ή μια ανάγκη της ψυχής, αλλά κι οι τύχες της στιγμής και, ακόμα, οι συνήθειες ενός περιβάλλοντος.
Τα ποιήματα που κάποιος αγαπάει του ανήκουν κατά κάποιο τρόπο, είναι κομμάτι της προσωπικότητάς του. Όμως, όσο ψυχολογικό ενδιαφέρον έχουν οι αποφάνσεις για την ποίηση, όπως κάθε τι που δίνει μια πληροφορία για τον κλειστό κύκλο μιας άλλης προσωπικότητας, άλλο τόσο μπερδεύουν τα πράγματα, δυσκολεύουν τη συζήτηση και στο τέλος πέφτουν στο νερό σαν τις πέτρες που δεν βεβαιώνουν παρά το παιχνίδι του παιδιού που τις πέταξε.
β) Στην «κριτική»
Ένα παρόμοιο παιχνίδι, με τις άδειες λέξεις και την πομπώδη προφορά μεταφερμένες από την ιδιωτική συζήτηση στις στήλες του τύπου και στις σελίδες των βιβλίων, είναι, κατά κανόνα, —οι ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν— και η γύρω από την ποίηση ανεμολογία ή «παραφιλολογία». Με τη διαφορά ότι ο «κριτικός» δεν ξεχνάει αλλά συνειδητά παραβλέπει —εκτός αν δεν έχει ποτέ σκεφτεί τι του συμβαίνει— το γεγονός, ότι κι οι δικές του αποφάνσεις προσδιορίζονται από ορισμένα κείμενα που διάλεξε, ή έμαθε, ή έτυχε να πιστεύει, πως είναι η ποίηση· ότι αυτά φέρνει στο νου του όταν προσπαθεί να προβάλει, να εξηγήσει, να αποδείξει: «τι είναι η ποίηση».
... Όταν, στο ίδιο έργο, ο ένας κριτικός βρίσκει κάτι κι ο άλλος τίποτε, έχει οπωσδήποτε δίκιο αυτός που βρίσκει, γιατί ο αρνητικός προσδιορισμός είναι πάντα πιο αδύνατος και μάλιστα όταν δεν εξαντλεί τις αρνητικές περιπτώσεις· π.χ., όταν λέμε ότι το κείμενο που μας δίνεται δεν είναι ποίημα γλυστράμε στην εύκολη αοριστία· το μη-ποίημα είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον κριτικό που βρίσκει και παραθέτει ορισμένα πραγματικά στοιχεία και στον άλλο που αναμασάει βάθη, ύψη, συγκινήσεις κλπ. Αντίστροφα, θα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στον «κριτικό» που δεν βρίσκει βάθη, ύψη, συγκινήσεις κλπ. και σ' εκείνον που βρίσκει πραγματικά στοιχεία και δείχνει για ποιες συγκεκριμένες αιτίες το κείμενο που κρίνει είναι π.χ. μια απομίμηση ενός γνωστού προτύπου. Το «δεν βρίσκω» του «κριτικού» δεν σημαίνει τίποτε. Μεταφερμένο σε άλλους όρους είναι τόσο χρήσιμο όσο π.χ. μια δημοσιογραφική ανταπόκριση που θα μας πληροφορούσε ότι κάποιος δεν βρήκε ούτε ένα πιγκουίνο στον Ισημερινό, ούτε μια λεοπάρδαλη —ή ακόμα και τίποτε πράσινα άλογα— στον Βόρειο Πόλο. Μα ο ανταποκριτής μας μπορεί να ψάχνει το σωστό ζώο στον σωστό τόπο και χάρη σε μια σειρά κακών συμπτώσεων, να μην καταφέρει να δει ούτε μια λεοπάρδαλη στο ταξίδι. Μια ανταπόκριση που θα επαναλάμβανε με δεκαπέντε τρόπους «δεν είδα τη λεοπάρδαλη», θα 'ταν δημοσιογραφία απαράδεκτη. Δεν πληροφορούμαστε τίποτε όταν κάποιος αρχίζει και τελειώνει λέγοντας «δεν βρήκα αυτό που περίμενα να βρω, αυτό που εγώ νομίζω ότι είναι η ποίηση, ο Βόρειος Πόλος ή η Αφρική».
... Στο τέλος τι άλλο κάνει ο «κριτικός» παρά να διαβάζει για λογαριασμό των άλλων για να πληροφορεί, για να βάζει μια τάξη στο πλήθος των εκδόσεων, έτσι που να μπορεί να διαλέγει ένα βιβλίο ο ενδεχόμενος αναγνώστης; Εκείνο που ενδιαφέρει τον ενδεχόμενο αναγνώστη δεν είναι οι «περί Ποιήσεως» συνταγές του «κριτικού» αλλά μερικές ακριβείς πληροφορίες για τα έργα που κυκλοφορούν.
Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχουν συνταγές για τη ποίηση. Το μυστικό που κρύβεται μέσα στο ποίημα, ίσως μέσα στον ποιητή, ισχύει για μια μονάχα περίπτωση και δεν έχει καμιά σχέση με τις αόριστες γενικεύσεις είτε του ανειδίκευτου αναγνώστη, είτε του «κριτικού», είτε του θεωρητικού της ποίησης.
Γιατί;
γ) Οι καθαυτό ορισμοί
«Ποίηση», κατά τον Ντιλτάυ, «είναι το βίωμα που υψώνεται ως τη σημαντικότητά του αποκαλύπτοντας μια χαρακτηριστική άποψη της ζωής». «Είναι η γλώσσα όχι της αλήθειας αλλά της δημιουργίας», κατά τον Βαλερύ. «Η αφηρημένη σύλληψη μιας ιδιωτικής εμπειρίας που στην οριακή της ένταση γίνεται παγκόσμια», κατά τον Έλιοτ «Η υπέρτατη μορφή της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας», κατά τον Ρίτσαρντς. Και, κατά το λεξικό της Οξφόρδης, «Υψηλή έκφραση υψηλής σκέψης ή συναισθήματα σε έμμετρη μορφή».
Μένουμε έκθαμβοι για μια στιγμή. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και, με κάποιο τρόπο, σωστά. Ωστόσο, προσέχοντας καλύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι καθένας από τους ορισμούς αυτούς περιέχει και μια δόση αυθαιρεσίας· εισάγει έναν όρο που δεν προσδιορίζεται συλλογιστικά· έναν απαραίτητο, καθώς φαίνεται, άγνωστο. Ας αναλύσουμε:
«Ποίηση είναι το βίωμα που υψώνεται ως τη σημαντικότητά του αποκαλύπτοντας μια χαρακτηριστική άποψη της ζωής».
«Βίωμα», γνωρίζουμε λίγο-πολύ τι σημαίνει. Ακόμη, μπορούμε να εννοήσουμε το «αποκαλύπτοντας μια χαρακτηριστική άποψη της ζωής». Πώς συνδυάζονται τα δύο; Εδώ μπαίνει στη μέση η αυθαιρεσία και μας λέει ότι δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε βίωμα, αλλά μόνο για εκείνο «που υψώνεται ως τη σημαντικότητά του αποκαλύπτοντας...». Πώς ακριβώς, με ποιο τρόπο γίνεται αυτή η ανύψωση, αυτή η μετατροπή; Χάρη σε ποιαν αλχημεία; Δεν το μαθαίνουμε. Ο άγνωστος, με τη μορφή εκθέτη «ν», έχει κάνει την εμφάνισή του. Το ίδιο και με τους υπόλοιπους ορισμούς. Ο καθένας φέρει τον δικό του άγνωστο που καλείται να προσδιορίσει είτε το «βίωμα» είτε την «αφηρημένη σύλληψη», είτε την «χρήση της γλώσσας», είτε την «έκφραση».
Ο άγνωστος «ν» αντιστοιχεί σε μιαν αλήθεια που μοιράζονται σιωπηρά όλοι οι ορισμοί: Απ' όπου κι αν ξεκινήσουμε για να δώσουμε έναν ορισμό της ποίησης, όπου κι αν ρίξουμε το βάρος, θα καταλήξουμε στο ίδιο αποτέλεσμα, στην εισαγωγή ενός συντελεστή ρευστού, απροσδιόριστου και, κατά συνέπεια, στην παραδοχή μιας ποιητικής αλχημείας· στο «κάτι» που ξεφεύγει, γλυστράει μέσα απ' τα χέρια μας, είναι συνεχώς πιο πέρα, έτσι που να μη μπορεί καμιά διανοητική ευστροφία να το περικλείσει.
Παρ' ολα αυτά, το ερώτημα «τι είναι ποίηση» δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί και, συχνά, να βασανίζει την ανθρώπινη σκέψη. Κάθε τόσο δίνεται μια απάντηση που θεωρείται οριστική, ώσπου μια επόμενη απάντηση να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει. Το φαινόμενο της διαδοχής των ποιητικών θεωριών το έχουν επισημάνει και ο Βαλερύ και ο Μάνλεϋ Χόπκινς και, στον ελληνικό χώρο, ο Σεφέρης. Οι ποιητικές θεωρίες συστηματοποιούν τους κανόνες που θέτουν κάθε φορά τα ποιητικά έργα. Καθώς τα περιθώρια για καινούργια έργα είναι ανεξάντλητα, θα υπάρχουν πάντα περιθώρια για νέες θεωρίες. Η ποίηση «γίγνεται» αδιάκοπα. Ο οριστικός ορισμός θα μπορούσε να διατυπωθεί όταν θα 'χε γραφτεί και το τελευταίο ποίημα. Ας σημειωθεί, ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στη γενίκευση του Έλιοτ και του Βαλερύ από τη μια μεριά, του Ντιλτάυ, του Ρίτσαρντς και του λεξικού, από την άλλη. Οι πρώτοι, δημιουργοί και οι δυο, ξεκινούν από τους κανόνες της δικής τους ποίησης. Οι άλλοι ξεκινούν από μιαν ειδική θέα του κόσμου και προσπαθούν να περικλείσουν μέσα σ' αυτήν και την ποίηση. Όλοι, ωστόσο, «υψώνουν» —για να μεταχειριστούμε κι εμείς την λέξη— στον εκθέτη της συγκροτημένης σκέψης τις κουβέντες των ανειδίκευτων συνομιλητών μας, που ο ένας βρήκε την «μουσικότητα» στο σονέτο και μένει αμετακίνητος πιστός του Μαβίλη, ο άλλος βρήκε την «συγκίνηση» στο Σολωμό και δεν θέλει να πάει πιο πέρα, και, ο τρίτος, ψάχνει παντού, πρώτ' απ' όλα για σημαντικά «νοήματα».
Οι γενικεύσεις εξαρτούν την ποίηση είτε από κάτι που στέκει έξω, μια αυθαίρετη προστακτική, είτε από κάτι «εντός και εν μέρει», π.χ. «το ποίημα πρέπει να έχει μέτρο»· αλλά κάθε έμμετρος λόγος δεν είναι ποίημα. Ή, «το ποίημα πρέπει να περιέχει ιδέες»· στους αντίποδες ο Μαλλαρμέ: «το ποίημα φτιάχνεται όχι με ιδέες αλλά με λέξεις». Όταν η ιδέα είναι του Σολωμού και η λέξη του Βαλερύ, σταματούμε και σωπαίνουμε. Μα και η πιο σημαντική ιδέα, μόνη της, δεν φτάνει για να φτιάξει ένα στίχο· ούτε καν το «Cogito ergo sum». Και με τις λέξεις, πολλά φτιάχνονται, ακόμα κι ένα λεξικό, ακόμα και οι παραποιήσεις των μιμητών του Μαλλαρμέ.
Πώς όμως θ' ασφαλιστεί η μελέτη της ποίησης από την αυθαιρεσία; Να φανταστούμε μια γενίκευση βασισμένη στις σύγχρονες τεχνικές μεθόδους; Π.χ., μια υπολογιστική μηχανή, τροφοδοτούμενη με τα έργα των μεγάλων ποιητών θα ήταν ίσως δυνατό να αποδώσει μερικούς σταθερούς όρους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για την σύγκριση, ενώ συγχρόνως θα ήσαν, όλοι μαζί, ο τελικός ορισμός της ποίησης; Πάλι δεν παρακάμπτεται η αρχική δυσκολία. Το πρόβλημα θα μετατοπιζόταν στο ποιος, με τι, και ζητώντας τι, τροφοδοτεί τον υπολογιστή. Κι αν ακόμα κατορθώναμε να περικλείσουμε κάποια από τα μονιμότερα χαρακτηριστικά των διαφόρων περιπτώσεων ποίησης, πάλι δεν θα μπορούσαμε να προβλέψουμε π.χ. μιαν Ιλιάδα του μέλλοντος· και πώς θ' αποκλείσουμε ότι θα γραφτούν στο μέλλον σημαντικά έργα που θα 'ναι το αποτέλεσμα δυνατοτήτων που μας διαφεύγουν ολότελα σήμερα;
Είναι σημάδι της ζαλισμένης από την τεχνική πρόοδο εποχής μας, τ' ότι άνθρωποι σοβαροί προσπαθούν να βγάλουν σοβαρά συμπεράσματα από το ενδεχόμενο ότι μια μηχανή, που θα εργαζόταν απεριόριστα όλες τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο Σαίξπηρ, θα έφτανε κάποτε να γράψει την Τρικυμία. Ξεχνάνε, πρώτα, πώς η μηχανή τροφοδοτήθηκε με τις λέξεις του Σαίξπηρ και, ακόμα, πως υπάρχει ήδη, πριν από το αποτέλεσμα, το πρότυπο που περιμένουμε ν' αναγνωρίσουμε, η Τρικυμία. Όμως, ακόμα κι αν εδίναμε ολόκληρο το αγγλικό λεξικό για να κατασκευαστεί ένα ποίημα είκοσι μονάχα στίχων, πάλι θα ήμασταν αναγκασμένοι να συγκρίνουμε το αποτέλεσμα προς τους σταθερούς όρους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, για ν' αποφασίσουμε κατά πόσο παρουσιάζει τα διάφορα μόνιμα χαρακτηριστικά· και τότε, ο οποιοσδήποτε τραγέλαφος που θα συνδύαζε, π.χ., τον τρόπο του Κητς μ' εκείνον του Έλιοτ θα ονομαζόταν ποίημα, ενώ θα ήταν αδύνατο ν' ανιχνευθεί η αξία ενός πραγματικά νέου και πρωτότυπου έργου...
(Λύντια Στεφάνου. Το πρόβλημα της μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, Κάλβος, 1972, σ. 13-22)
Ποιήματα για την Ποίηση στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας:
Τα ποιήματα που ανθολογούνται στη συνέχεια, φωτίζουν και άλλες πλευρές του θέματος «Ποιήματα για την ποίηση» που δεν καλύπτονται από την κυρίως ενότητα. Επίσης δίνουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσει κανείς μέσα από ενδεικτική ανθολόγηση το πώς αντιμετωπίζει το θέμα η πιο πρόσφατη ποιητική παραγωγή. |
Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)
Το χρέος των ποιητών |
Πολλά ποιήματα είναι ποτάμια. Άλλα είναι χαμολούλουδα σε βραδινό κάμπο. Άλλα είναι σαν πέτρες που δε χτίζουν τίποτα. |
Πολλοί στίχοι είναι σα στρατιώτες έτοιμοι για τη μάχη. Άλλοι σα λιποτάχτες κρυμμένοι πίσω απ' τ' ανθισμένα δέντρα. Άλλοι σαν άγνωστοι στρατιώτες που δεν έχουν πρόσωπο. |
Πολλά ποιήματα φωνάζουν δυνατά χωρίς ν' ακούγονται. Άλλα σωπαίνουνε με σταυρωμένα χέρια άλλα σταυρώνονται και μιλούν σταυρωμένα. |
Πολλοί στίχοι είναι σαν εργαλεία, εργαλεία σκουριασμένα, ριγμένα στο χώμα κι άλλα καινούργια που δουλεύουν το χώμα. |
Πολλά ποιήματα είναι σαν όπλα όπλα πεταμένα στο χώμα κι όπλα στραμμένα στην καρδιά του εχθρού. |
Πολλοί στίχοι στέκονται πίσω απ' τη σιωπή σαν τα χλωμά παιδιά πίσω απ' τα τζάμια ενός ορφανοτροφείου — κοιτάζουν μακριά μες στη βροχή — δεν ξέρουν τι να κάνουν, πού να πάνε. |
Πολλά ποιήματα είναι σα δέντρα άλλα σαν κυπαρίσσια σ' ένα λιόγερμα θλίψης άλλα σα δέντρα οπωροφόρα σ' ένα κολχόζ. |
Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες — πόρτες κλειστές σ' ερημωμένα σπίτια και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές. |
Είναι και μαύρες πόρτες καμένες σε μία πυρκαϊά, κι άλλες τιναγμένες από μιαν έκρηξη κι άλλες που μεταφέρουν ένα σκοτωμένο σύντροφο. |
Υπάρχουν ποιήματα που καλπάζουν μες στο χρόνο σαν το κόκκινο ιππικό του Σμύρνενσκη ποιήματα καβαλάρηδες που αφήνουν τα γκέμια και πιάνουν την αξίνα. |
Πολλά ποιήματα γονατίζουν στη μέση του δρόμου, πολλά ποιήματα άνεργα μ' αδούλευτα χέρια, πολλά ποιήματα εργάτες που ξεπερνούν χίλιες φορές τη νόρμα τους. |
Υπάρχουν στίχοι σα δαντέλες στο λαιμό των κοριτσιών ή σα δακτυλιδόπετρες με μικρές μυστικές παραστάσεις κι άλλοι που πλαταγίζουν ψηλά σα ρωμαλέες σημαίες. |
Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα στην ερημιά· βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάκτυλα των στίχων τους σ' ένα ρυάκι, ύστερα χάνονται ονειροπαρμένα μες στο δάσος και πια δεν επιστρέφουν. |
Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές δεμένες στα καμπανάκια των άστρων — αν τους τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα. |
Πολλά ποιήματα βουλιάζουν μες στην ίδια τους τη λάμψη, περήφανα ποιήματα· δεν καταδέχονται τίποτα να πουν. Ξέρω πολλά ποιήματα που πνίγηκαν στο χρυσό πηγάδι της σελήνης. |
Ένα σωστό ποίημα ποτέ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά του ρεμβασμού. Είναι πάντα στην ώρα του σαν τον συνειδητό, πρόθυμο εργάτη είναι ένας έτοιμος στρατιώτης που λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του. |
Κάποτε οι ποιητές μοιάζουν με πουλιά στο δάσος του χρόνου, οι άλμπατρος του Μπωντλαίρ, τα κοράκια του Πόε, κάποτε σα σπουργίτια μες στο χιόνι ή σαν αητοί ψηλά σ' απόκρημνα ιδανικά. |
Υπάρχουν και ποιήματα όμορφα σαν τα πουλιά Γκλουχάρ — το Μάη και τον Απρίλη πνίγονται μες στο ίδιο τους ερωτικό τραγούδι πνίγονται μες στη μελωδία τους και κουφαίνονται. |
Το Μάη και τον Απρίλη τα χαράματα μες στην κρυστάλλινη δροσιά του δάσους βγαίνουν οι κυνηγοί με τα ντουφέκια τους και τα γκλουχάρ δεν τους ακούνε. |
Το νου σας σύντροφοι ποιητές, αδέλφια μου, ας κρατάμε τ' αυτί μας στυλωμένο στο γυαλί της σιωπής — τα βήματα του εχθρού και του φίλου μας μοιάζουν στο θαμπόφωτο του δάσους. Πρέπει να διακρίνουμε. |
Το νου σας σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας μη και μας εύρει ανέτοιμους η μεγάλη ώρα — ένας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του. |
Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ' τις σκάλες των αιώνων ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά σαν τα γκλουχάρ εκείνα τα γαλαζόμαυρα μες στους βασιλικούς διαδρόμους της Μπίστριτζας. |
Σαν τα γκλουχάρ εκείνα με τα δυο φτερά τα σταυρωμένα, σιωπηλά πένθιμα ταριχευμένα — διακόσμηση ξένων παλατιών — με τα μάτια δυο μάταιες στρογγυλές απορίες κάτω απ' τα κόκκινα φρύδια τους. |
Το νου σας σύντροφοι ποιητές, — ένας ποιητής είναι ένας εργάτης στο πόστο του, ένας στρατιώτης στη βάρδια του, ένας υπεύθυνος αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του. |
(Τα επικαιρικά, Βάρνα, 20-6-58)
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)
Αν δε μου ’δινες την ποίηση Κύριε |
Αν δε μου 'δίνες την ποίηση, Κύριε, δε θα 'χα τίποτα για να ζήσω αυτά τα χωράφια δε θα 'ταν δικά μου. Ενώ τώρα ευτύχησα να 'χω μηλιές, να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου, να γιομίσουνε οι φούχτες μου ήλιο, η έρημος μου λαό, τα περιβόλια μου αηδόνια. |
Λοιπόν πώς σου φαίνονται; Είδες τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ' αμπέλια μου; είδες τι όμορφα που πέφτει το φως στις γαλήνιες κοιλάδες μου; Κι έχω ακόμη καιρό! Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε. Μ' ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει. Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται Ωστόσο Δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα. Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ' ό,τι μου δίνεις γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα. Γιατί θα 'ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να 'ναι το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει να 'χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά για τους τσοπάνηδες της αγάπης. |
(Ο χρόνος και το ποτάμι, 1957)
Νίκος Φωκάς (γεν. 1927)
Ο κάκτος |
Με χρώμα γέρικου παχύδερμου απ' τη σκόνη Μέρος κι εκείνος ενός σκουπιδαριού, Ο κάκτος που θεωρείτο νεκρός Άνθισε μετά από εννέα χρόνια. |
Πράγματι, το τρομερό φύλλο με τις βελόνες (Ένα ανάμεσα σε δώδεκα Καθώς αποτελούσε τμήμα Ενός πανίσχυρου συστήματος) |
Πέταξε από την κόψη του μοναδικό Το βαθυκόκκινο άνθος που, Έξω από το σύστημα σχεδόν, Θαρρείς ανήκε σε δικό του σύστημα |
Έτσι καθώς ακροβατούσε στο κενό Στην παρυφή του φύλλου, Σε δηλωμένη και χρωματική και ποιοτική Προς τον κάκτο αντίθεση. |
Η εν λόγω συστηματική διαφωνία Δεν είχ' άλλο ενδιαφέρον Παρά μόνο σαν ποίηση Σαν ακραία δυνατότητα μιας άνοιξης... |
(Προβολέας στα μάτια, Κρύσταλλο, 1985)
Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978)
Η αναμμένη λάμπα |
Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και Π.Γ. σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο θ' αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας έτσι που νότιζε τούς τοίχους του κελιού ήταν αναπόφευκτο να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της και ν' ακουστεί σαν ουρλιαχτό σαν εκπυρσοκρότηση. |
Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας κι άλλα στην καθοδήγηση θ' αναγνωρίσετε μια μέρα πως εγώ ήμουνα μονάχα παραλήπτης των όσων μου 'στελναν γραμμένα με λεμόνι οι φυλακισμένοι και των δυο ημισφαιρίων. Αν μου πρέπει τιμή είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη μέσα στην κάμαρά μου κι έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές πάνω από τη φλόγα. |
(Ευθύτης οδών, 1947-1952)
*
Ντίνος Χριστιανόπουλος (γεν. 1931)
Εγκαταλείπω την ποίηση |
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία, δε θα πει ανοίγω ένα παράθυρο για τη συναλλαγή. Τέλειωσαν πια τα πρελούδια, ήρθε η ώρα του κατακλυσμού· όσοι δεν είναι αρκετά κολασμένοι πρέπει επιτέλους να σωπάσουν, να δουν με τι καινούριους τρόπους μπορούν να απαυδήσουν στη ζωή. |
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία. Να μη με κατηγορήσουν για ευκολία, πως δεν έσκαψα βαθιά, πως δε βύθισα το μαχαίρι στα πιο γυμνά μου κόκαλα· όμως είμαι άνθρωπος και γω, επιτέλους κουράστηκα, πώς το λένε, κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει; |
Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία· βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του. |
(Ποιήματα, «Διαγώνιος», 1985)
*
Βύρων Λεοντάρης (γεν. 1932)
[Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν] |
Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας. Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη. Ανάσα και χειρονομιά καμμιά μέσ' στα αδειανά φωνήεντα κι ούτε ένα τρίξιμο απ' τα σύμφωνα και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους. |
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο βολεύτηκε σ' αυτή την προσφυγιά πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά μιλάει μόνο με σήματα μέσ' στην οχλαγωγία της ερημιάς στις φαντασμαγορίες του τίποτε. Έτσι κι εμείς αδειάσαμε και μας ψεκάσαν με αναισθητικό έτσι που αποξενωθήκαμε απ' τον πόνο — αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση... — κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ' τον πόνο. Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό Αλλά το τρομερό καραδοκεί. |
Ό,τι δεν είναι τέχνη μέσ' στην τέχνη αυτό το ανθρώπινο αυτό κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει. |
(Εν γη αλμυρά, 1996)
*
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (γεν. 1939)
Ο τζίτζικας
Μέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων και από τ' άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. Η απέριττη περιβολή μου —γκρίζα κι ασβεστένια— μου αποκλείει κάθε παραφορά αισθητισμού κι έτσι αποκομμένος απ' τα φανταχτερά πανηγύρια του χρόνου, τραγουδάω. Άνοιξη, Πάσχα και βιολέτες δε γνωρίζω. Τη μόνη ανάσταση που ξέρω είναι όταν μόλις σηκώνεται κάποιο αεράκι και δροσίζει λίγο τη φοβερή κάψα της ζωής μου. Τότε παύω να ουρλιάζω —ή να τραγουδάω όπως νομίζει ο κόσμος— γιατί το θαύμα μιας δροσιάς μέσα μου βαθιά λέει περισσότερα απ' όλα όσα δημιουργώ για να μην πεθάνω από τη ζέστη.
(Ενάντιος έρωτας, Κέδρος, 1982)
*
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996)
Ars Poetica |
Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα. |
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ' αχαμνά ζωύφια τυχαίες, σκοτωμένες απ' το νόημα με αίσθημα ποτισμένες. |
(Ο δύσκολος θάνατος, 1978)
Η ποίηση δε μας αλλάζει |
Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει. |
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη |
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη. |
(Νοσοκομείο εκστρατείας, 1972)
Θωμάς Γκόρπας (γεν. 1935)
Ποίηση |
Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι περίπατος τα ξημερώματα άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι χαρταετός που ξέφυγε απ' τα χέρια παιδιού κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες κλωνάρι που ταξιδεύει δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα ένα βιολί που παίζει μοναχό του αριθμός 7 της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς — όλα τα παλιά γυαλίζω χρυσάφι για όλους ή για κανένα πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακρά πολιορκία παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης πεταλούδα που γλιτώνει απ' τη φωτιά φωτιά που γλιτώνει απ' τα νερά χαρά που γλιτώνει απ' τα γεράματα βιολέτες σ' άσπρο λαιμό άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό μαύρος ήλιος καλοκαιρινός άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις. |
(Ποίηση '76, 1976)
*
Αργύρης Χιόνης (γεν. 1943)
[«Κούφον γαρ χρήμα»] |
Β' |
Είναι κάτι πρεσβυωπικά γερόντια οι ποιητές μονάχα μακριά μπορούν να δουν Μακριά στο παρελθόν μακριά στο μέλλον τα πράγματα τα κοντινά δεν τα διακρίνουν παραπατούν σκοντάφτουνε τρικλίζουν τα χέρια απλώνουνε ψαχουλευτά πασχίζουν σαν την τυφλόμυγα πού βρίσκονται να βρουν |
Το σήμερα μαντίλι γύρω από τα μάτια τους δεμένο. |
Δ' |
Η ποίηση πρέπει να 'ναι Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο Πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί Να σπας τα δόντια σου. |
(Τύποι ήλων, 1978)
*
Γιάννης Κοντός (γεν. 1943)
Το φαρμακείο
Είμαι ευτυχισμένος όταν ακούω μουσική και κατοικώ στο παλιό φαρμακείο, με τις πορσελάνες, τα φάρμακα, το λίγο φως. Κάθομαι και ζυγίζω ποσότητες φαρμάκων και λέξεων — εκτελώ πολλές φορές ανύπαρκτες συνταγές — όμως δουλεύω με συνέπεια και υπομονή υποδειγματική. Ακίνητος κοιτάζω πίσω από το θαμπό τζάμι τους περαστικούς. Περιμένω να ανοίξει η πόρτα, να ακουστεί το κουδουνάκι, να σηκώσω με κόπο το ημίπληκτο πόδι μου, να το σύρω μέχρι την είσοδο και να χαμογελάσω στον πελάτη. Όπως ανοίγει η πόρτα μπαίνουν μέσα άλλες εποχές —προηγούμενες και επόμενες— και χάνω για λίγο την ισορροπία μου. Τη βρίσκω αμέσως. Αρχίζω να παιδεύω πάλι τη ζυγαριά και το σώμα μου. Χρόνια διανυκτερεύω. Έχω να κοιμηθώ χιλιάδες ώρες. Πίνω όλα τα φάρμακα (ποιήματα) που φτιάχνω και δε λέω να πεθάνω. Μάλλον δυναμώνω. Φοράω το μαύρο παλτό, το μαύρο κεφάλι. Έξω χιονίζει, δεν ακούει κανείς.
(Ανωνύμου Μοναχού, Κέδρος 1985)
*
Μιχάλης Γκανάς (γεν. 1944)
[Το ποίημα έρχεται από μακριά...] |
Το ποίημα έρχεται από μακριά δεν ξέρεις αν χορεύει ή παραπατάει. |
Μοιάζει ανάρρωση γλυκειά με απουσίες δικαιολογημένες μέρα που λείπουν όλοι από το σπίτι κι οι θόρυβοι ακούγονται αχνά μέσα και έξω από το σώμα. Ο ήλιος συνομήλικος και σκασιάρχης καπνίζει σιωπή και φυσάει γύρη στο δωμάτιο. |
Σιγά σιγά το ποίημα μεγαλώνει με πόνους με χαρές και λύπες και ξανά χαρές ώσπου κάποτε βλέπει τις πρώτες άσπρες λέξεις και τυφλώνεται. |
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι ραβδοσκοπώντας φλέβες τ' ουρανού ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο. |
Αυτός ο στίχος είναι αχθοφόρος που σηκώνει στις πλάτες του το ποίημα και σταθερός βατήρας για τον τελευταίο στίχο που παίρνει φόρα και πηδάει στο κενό. Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος. Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος που γράφει κάποιος αναγνώστης. |
*
Γιάννης Πατίλης (γεν. 1947)
[Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία] |
Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία. Από κει κουβαλάω με κόπο Υπέροχα ποιήματα. Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα. Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε. Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις. Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε. Μ' αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω. Και τα χαλάω μ' αυτό που υπάρχει. |
(Ζεστό μεσημέρι, Αθήνα 1984)
*
Γιώργος Μαρκόπουλος (γεν. 1951)
Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής |
Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε. Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες. |
Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε. Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα. Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί. |
Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες. |
(Οι πυροτεχνουργοί, 1979)
Μέσα από τη θεματική αυτή ενότητα επιδιώκεται:
• H εξοικείωση με τη θεματική διερεύνηση των λογοτεχνικών κειμένων.
• H αποκάλυψη της ποικιλίας και της πολυμορφίας του ποιητικού φαινομένου με υλικό την ίδια την ποίηση.
• H κατάδειξη πως η ποίηση είναι πράξη ευθύνης απέναντι στον κόσμο είτε ο δημιουργός της υπηρετεί την υψηλή είτε τη χαμηλόφωνη ποίηση.
• H ανάδειξη της ποιητικής δημιουργίας ως συνεχούς διαλόγου με το έργο των άλλων ποιητών (Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας, Γιώργος Σεφέρης).
• H ουσιαστικότερη γνωριμία με την «ποιητική» ως τεχνική και ως τέχνη.
• H επισήμανση εκείνων των όρων που γεννούν το ποίημα ως καλλιτεχνική ανταπόκριση στα κελεύσματα της πραγματικότητας.
1. Σ' ένα άλλο ποίημά του, «Καισαρίων» μας δίνει αναλυτικά την τεχνική της έμπνευσής του· το όνομα του γιου της Κλεοπάτρας περνά τις σελίδες ενός βιβλίου που ξεφυλλίζει ο ποιητής, κι αυτό προκαλεί την έμπνευση.
A, να ήρθες συ με την αόριστη
[...]
εθάρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου.
Ο ποιητής, λοιπόν, οραματίζεται, και η ποίησή του πηγάζει από τους οραματισμούς του. Κατέχει την τεχνική του οραματισμού, του ερωτικού βασικά, χωρίς ωστόσο να μας είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τον τελευταίο αυτόν από τον ιστορικό οραματισμό. Έτσι φθάνει στην ιδιότυπη υποβολή του, που δεν είναι καμωμένη από αφαίρεση η ασάφεια, αλλά από ένα πλήθος πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ο ποιητής, δηλαδή, δεν υποβάλλει δίνοντας ευκαιρία να δουλέψει η φαντασία του αναγνώστη, αλλά καταλήγει στο αποτέλεσμά του δεσμεύοντας και υποτάζοντας, με λεπτομέρειες και με ακριβέστατες περιγραφές, την φαντασία του αναγνώστη στους δικούς του οραματισμούς.
Κ.Θ. Δημαράς,
Σύμμικτα, Γ’, Περί Καβάφη, φιλολογική επιμέλεια, Γ.Π. Σαββίδης,
Γνώση, 1992, σ. 119-120
2. ...Το «Καισαρίων» (γρ. 1914, δημ. 1918), καθώς μας έδειξε ο Κ.Θ. Δημαράς, είναι ποίημα-κλειδί για την τεχνική της έμπνευσης του Καβάφη. Φυσικά προϋποθέτει όλα τα πτολεμαϊκά ποιήματα που ως τότε είχε γράψει ή σχεδιάσει ο Καβάφης —ιδίως το «Αλεξανδρινοί Βασιλείς»— και βέβαια το «Τυανεύς Γλύπτης». Πλήθος είναι οι αναγνώστες που συγκλονίστηκαν από την ποιητική νεκρομαντεία που αναπαριστάνεται —η μάλλον ξανασυντελείται— μπροστά στα μάτια μας. Ανάμεσα σε αυτούς τους αναγνώστες ανακαλώ τις σκιές του Γρυπάρη και του Σινόπουλου.
Γ.Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, τόμ. Α’, Ερμής 1996, σ. 299
3. Ο Κ.Θ. Δημαράς έχει παρατηρήσει ότι στο ποίημα αυτό ο Καβάφης «μας δίνει αναλυτικά την τεχνική της έμπνευσης του». Το όνομα του Καισαρίωνα ο ποιητής το συναντά εντελώς τυχαία σε μια συλλογή επιγραφών, και η «μικρή κι ασήμαντη μνεία» ωθεί τη μνήμη του σε μια αντίστροφη διαδρομή. Έχουμε επίσης στο «Καισαρίων» ένα δείγμα της προτίμησης που δίνει ο Καβάφης στα περιφερειακά ιστορικά πρόσωπα, για τα οποία «λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται» στα κείμενα. Τις μορφές τους μπορεί να τις πλάσει με μεγαλύτερη ελευθερία, να κάνει πιο ζωντανές τις επαφές της σημερνής μνήμης μαζί τους. Μετά τη μαζική σκηνή στο «Αλεξανδρινοί Βασιλείς» η μορφή του Καισαρίωνα απομονώνεται, τώρα δίνεται σε μεγάλο πλάνο, και, χάρη στο ρίγος που προκαλεί η σκηνή, όλο το ιστορικό δράμα ξυπνά στον αναγνώστη μια ξεχωριστή αίσθηση ζωντάνιας και αήθειας.
Σόνια Ιλίνσκαγια, Κ.Π. Καβάφης, Οι δρόμοι προς τον ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα, Κέδρος 1983, σ. 182-183
4.
I
Προχωρώ περιληπτικά:
Το ποίημα έχει τρία μέρη: 1) οι πρώτοι 10 στίχοι, 2) οι επόμενοι 4 και 3) οι τελευταίοι 16.
Στο πρώτο μας ανακοινώνει ο ποιητής ότι από περιέργεια ιστορικού και από διάθεση να περάσει την ώρα του πήρε «χθες τη νύχτα» μια συλλογή από επιγραφές των Πτολεμαίων να διαβάσει. Οι εντυπώσεις του είναι ότι οι «άφθονοι έπαινοι και κολακείες εις όλους μοιάζουν», είναι δηλαδή τυπικές και στερεότυπες και ίσου υπερβολικού τόνου για όλους, χωρίς διάκριση, όλοι κοσμούνται με τα ίδια υμνητικά επίθετα, άντρες και γυναίκες που είναι κι αυτές όλες σ' ένα ύψος: «θαυμαστές».
Στο δεύτερο μέρος λέει ότι θ' άφηνε πια το βιβλίο, αλλά μία λεπτομέρεια ασήμαντη, «μια μνεία μικρή κι ασήμαντη» για τον βασιλέα Καισαρίωνα, του τράβηξε την προσοχή.
Στο τρίτο μέρος αλλάζει ξαφνικά ο τόνος. Ο ποιητής μιλάει με συγκίνηση, οραματίζεται τον Καισαρίωνα, αυτόν που τόσο «λίγες γραμμές» του έχει αφιερώσει η ιστορία. H φαντασία του, η νοσταλγική του διάθεση, τον «πλάθει ελεύθερα», τον βλέπει «ωραίο κι αισθηματικό, με μια ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά». Το όραμα είναι τόσο «πλήρες», τόσο ζωντανό, που φτάνει σε αληθινή ψευδαισθησία: σβήνει επίτηδες τη λάμπα και θαρρεί πως ο Καισαρίων μπαίνει μέσα στην κάμαρα, στέκεται εμπρός του, όπως θα ήταν τότε μέσα «στην κατακτημένη Αλεξάνδρεια, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη του», έχοντας την ελπίδα πως θα τον λυπηθούν οι φαύλοι αυλοκόλακες και θα πάψουν να ψιθυρίζουν το ομηρικό: «ουκ αγαθόν πολυκαισαρίη» (αντί «πολυκοιρανίη»).
ΙΙ
Στο πρώτο μέρος, που έχει έναν άκρως πεζολογικό τόνο, ο ποιητής μέσ' απ' την δικιά του ιστορική περιέργεια και αργοσχολία, μας δίνει με σύντομους χαρακτηρισμούς την κυρίαρχη ατμόσφαιρα της εποχής. Πίσω από τα ομοιόμορφα, υπερβολικά και στερεότυπα επίθετα που αποδίδονται στους Πτολεμαίους, υποβάλλεται το νόημα μιας παρακμής όπου κυριαρχεί η ψυχρή εθιμοτυπική αυλοκολακεία που είναι αφειδής και δεν κάνει προσωπικές διακρίσεις. Όλοι, άντρες γυναίκες, εμφανίζονται να 'χουν τελειότητα εξαιρετική.
Το πρώτο τούτο μέρος είναι το άνοιγμα του χώρου και του χρόνου ως ατμόσφαιρα ηθική και πνευματική που χρωματίζει την εποχή για να 'ρθει το δεύτερο μέρος με μια έξοχη αντίθεση. Θ' άφηνε, λέει, το βιβλίο, αν δεν του «είλκυε την προσοχή» μια «μικρή κι ασήμαντη μνεία» για τον βασιλέα Καισαρίωνα. Δεν είναι μόνο τα επίθετα «μικρή κι ασήμαντη» που εξευτελίζουν τη θέση του Καισαρίωνα εν σχέσει με τη ρητορική έξαρση που έχουν πάρει όλοι οι άλλοι Πτολεμαίοι, αλλά η ευτέλεια γίνεται έντονα αισθητή, σα μια απροσδόκητη έκπληξη, από το γεγονός ότι ήταν έτοιμος ν' αφήσει το βιβλίο, οπότε πρόσεξε την «ασήμαντη μνεία». Παρά λίγο να διαφύγει την προσοχή του, τόσο «ασήμαντη», τόσο ανύπαρκτη ήταν αυτή η «μνεία» που χαρακτηρίζει τον Καισαρίωνα.
Το δεύτερο μέρος μάς δίνει την ανυπαρξία του προσώπου από άποψη αξίας ιστορικής, για να ακολουθήσει το τρίτο μέρος με μια νέα αντίθεση που εξαίρει αυτό το «ασήμαντο» και αποτυχημένο πρόσωπο, το υψώνει σε ποθητό και θαυμαστό όραμα. H αντίθεση σημειώνεται και με την ξαφνική αλλαγή του τόνου: από το άκρως πληροφοριακό - πεζολογικό ύφος πέφτουμε σ' ένα θερμό λυρισμό γεμάτο αγάπη κι ενδόμυχη συμπάθεια. Ο σχεδόν ανώνυμος και ανύπαρκτος στην ιστορία Καισαρίων προβάλλει στα μάτια του ποιητή ωραίος και λυπημένος, «ιδεώδης εν τη λύπη» του, χλωμός και κουρασμένος από τη μοίρα του κι από την ασπλαχνία των φαύλων γύρω του, που προσπαθούν να του εμβάλουν φιλοδοξία, και να τον κινήσουν σε μάταιη δράση [...].
IV
Ο Καβάφης πήρε κι εδώ, όπως πάντα, ένα πρόσωπο της ιστορίας από τα πιο αδικημένα, από κείνα που σημειώνουν πάντα το τέλος ενός πολιτισμού, σηκώνουν πάνω τους το δυσβάσταχτο βάρος της παρακμής και το πληρώνουν με τον συντριμμό τους.
Ο Καβάφης ανασέρνει από την αφάνεια αυτού του είδους τον άνθρωπο. Όχι τον ήρωα που αγωνίζεται με τη μοίρα πιστεύοντας αισιόδοξα στη δημιουργική δύναμη της ζωής, αλλά την αντίθετη όψη, τον άνθρωπο που είναι «χλωμός και κουρασμένος», δεν πιστεύει, δεν διαπνέεται από αισιοδοξία και δεν αγωνίζεται, υπομένει τη βαριά του μοίρα, αφήνεται να παρασυρθεί και να πέσει, τον άνθρωπο της παρακμής.
Γ. Θέμελης, H
διδασκαλία των Νέων Ελληνικών - Το πρόβλημα της ερμηνείας, Α’ τόμ.,
Εκδ. Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 216-220.
5. Το δεύτερο παράδειγμα, το νομίζω οριστικά πειστικό, στην αναλυτικότητά του. Πρόκειται για ένα ζεύγος ποιημάτων των οποίων την έμπνευση καθοδηγεί ο Καισαρίων, ο πρεσβύτερος γιος της Κλεοπάτρας: Αλεξανδρινοί βασιλείς (1912), και Καισαρίων (1918). Ανάμεσα στα δύο έχουμε κάτι περισσότερο από την κοινότητα των θεμάτων: έχουμε μιαν εσωτερική ανταπόκριση, μια συμπλήρωση του πρώτου από το δεύτερο, κάτι σαν την «ουρά» την οποία βάζει σε μερικά του ποιήματα ο Καβάφης, ή, μάλλον, εδώ, κάτι σαν ένα ερμηνευτικό σχόλιο. Συνάμα, το πέρασμα της λυρικής πνοής, αντί με τον τυπικό τρόπο του ποιητή να γίνει μέσα στο ίδιο ποίημα, «έξη χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε να μείνει μέσ' στην ποίησιν αυτή». Όμως, μόνο εκ των υστέρων, μόνο επειδή μας εδόθηκε η δεύτερη λυρική δημιουργία, μπορούμε να αποδώσουμε το ακέριο νόημά του στο πρώτο.
Οι Αλεξανδρινοί βασιλείς είναι ποίημα που θα μπορούσαμε, έτσι μόνο του κοιταγμένο, να το νομίσουμε καθαρά περιγραφικό· της ομάδας που δένει την τέχνη του Καβάφη με μια πλευρά του παρνασσισμού. Θα έπρεπε μόνο να προσέξει κανείς ότι ο Καισαρίων, το κύριο πρόσωπο του μύθου, ο Καισαρίων που, καθώς λέει ο ποιητής, στέκονταν πιο εμπροστά, περιγράφεται σε όλες τις λεπτομέρειες της ενδυμασίας του, με μιαν επιμονή και μιαν εξαντλητικότατα την οποία μόνο το ξύπνιο όνειρο μπορεί να δώσει- κάτι που αγγίζει τον φετιχισμό: χρώματα, σήματα, όλος.
Ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμέθυστων,
δεμένα τα ποδήματάμ' άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Και πιο κάτω πάλι παριστάνεται ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά. Ένα όραμα, που περνάει και χάνεται μέσα από το ποίημα χωρίς να προκαλέσει καμιάν αισθητή συγκίνηση.
Μα το άλλο ποίημα θα μας πληροφορήσει την αιτία του οραματισμού αυτού, θα μας δείξει με τι τρόπο, και με πόσην επιμονή, ο ερωτισμός του ποιητή είχε κρυσταλλώσει επί χρόνια γύρω στην ίδια φαντασίωση. Αν το εγώ του ποιητή λείπει εντελώς από το πρώτο, αντίθετα, στο δεύτερο επιβάλλεται από την αρχή. Καισαρίων επιγράφεται, αλλά στα αληθινά αποτελεί μια λυρική εξομολόγηση, περιγραφή του τρόπου με τον οποίον ο ποιητής αντλεί την ηδονή μέσα από την ιστορία. Και πάλι η πεζολογία, από τον πρώτο στίχο, προσεχτικός μα αδύναμος φρουρός του συναισθηματικού κόσμου:
Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Τίποτε δεν μας επιτρέπει να προμαντεύσουμε την εξέλιξη του βραδιού, μετά την οποία θα εταίριαζε ίσως, αν το αφήγημα ήταν πραγματικό, να γραφεί ένα από τα παρεξηγημένα σημειώματα του ποιητή Εις εαυτόν:
Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θ' άφηνα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως...
Κι εδώ, χωρίς καμμιά προπαρασκευή, γίνεται απότομα η μετάβαση στην λυρική έκφραση. Ο Καβάφης σχολιάζει το παλιότερο του ποίημα, και συνάμα αναλύει τον τρόπο με τον οποίο επροκάλεσε τον καινούριο οραματισμό του:
[...]
H παλιά και η καινούρια εμπειρία σμίγουν τώρα μέσα στην ίδια λυρική εξομολόγηση· η τεχνική της έμπνευσης, ο οραματισμός που προκαλείται από έναν μικρό και ασήμαντο εξωτερικό ερεθισμό, η δημιουργία των κατάλληλων όρων για την ολοκλήρωση του οραματισμού, η επεξεργασία της λεπτομέρειας επάνω σε ένα ανάλαφρο περιστατικό: μια διασταύρωση σε ένα καζίνο, ένα συναπάντημα στον δρόμο, μια επιτύμβια πλάκα, μια επιγραφή, και ύστερα οι αναμνήσεις όλες, πραγματικών η φανταστικών περιστατικών, από τη ζωή του ποιητή η από την ιστορία. H τεχνική της έμπνευσης· ας μην ξαναδώσουμε για τρίτη φορά τον ορισμό της.
Κ.Θ. Δημαράς, «Η τεχνική της έμπνευσης στα ποιήματα του Καβάφη», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1956, σ. 100-102.
6. Από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Καβαφικού έργου που έχει παραγνωρίσει η κριτική, το σημαντικότερο παραμένει η αυτοαναφορικότητα — το γεγονός ότι σε ένα μεγάλο ποσοστό των ποιημάτων του, η ποίηση στρέφεται στον ίδιο τον εαυτό της και το κείμενο αναπαριστά τη διαδικασία της δημιουργίας του η αναφέρεται στις συνθήκες της ύπαρξής του.
[...] Ένα κείμενο που συνιστά ενδεικτικό παράδειγμα καλλιτεχνικής αυτοαναφορικότητας είναι το ποίημα «Καισαρίων».
H πρώτη στροφή αναφέρεται στις απαρχές της έμπνευσης. Παρατηρούμε ότι στην πηγή της δεν βρίσκονται το συναίσθημα, η πραγματικότητα ή η ιστορία, αλλά το βιβλίο, και συγκεκριμένα μια συλλογή επιγραφών· έτσι ένα κείμενο αναφέρεται σε ένα άλλο. Πράγματι, η Καβαφική ποίηση (όπως και ο Μοντερνισμός γενικά) μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ποίηση της βιβλιοθήκης, όπου τα κείμενα αποκαθιστούν μια συνειδητή σχέση με προηγούμενα κείμενα —σ' αυτό, όμως θα επανέλθω παρακάτω.
Στη δεύτερη στροφή δηλώνεται η πηγή αυτού του ποιήματος, η οποία βρίσκεται σε μια περιστασιακή μνεία του Καισαρίωνα. Ο ποιητής αναφέρει ότι, αν η μνεία δεν ήταν ασήμαντη, δεν θα τον ενδιέφερε και έτσι θα άφηνε το βιβλίο. Η αφορμή, λοιπόν, του ποιήματος είναι μια περιθωριακή αναφορά σε ένα σχεδόν άγνωστο βασιλιά, ενώ οι άλλοι φημισμένοι βασιλείς αγνοούνται. Με αυτή την εκλογή ο ποιητής παραγνωρίζει τα γνωστά και διάσημα πρόσωπα της συλλογής και προτιμά να γράψει ένα ποίημα για το πιο ασήμαντο.
Αυτή η στρατηγική εκφράζει μια αντιθετική στάση απέναντι στην παράδοση που βασίζεται κυρίως στις θαυμαστές Βερενίκες και Κλεοπάτρες, καθώς και στους λαμπρούς, ένδοξους και κραταιούς αυτοκράτορες· ενώ δηλαδή το αντικείμενο της παράδοσης, στην οποία αντιτίθεται ο ποιητής, είναι το μεγάλο και το σημαντικό, το αντικείμενο του δικού σου ποιήματος είναι μια περιθωριακή μορφή.
H σύνθεση αυτού του ποιήματος γίνεται το θέμα του δεύτερου μέρους της τρίτης στροφής: «Σ' έπλασα ωραίο κι αισθηματικό. / Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει / μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά». Βλέπουμε εδώ καθαρά τη συνειδητή και ενεργητική στάση του ποιητή κατά τη διάρκεια της σύνθεσης, καθώς διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο χωρίς να παραδίδεται στο συναίσθημα ή στη ρομαντική έμπνευση. Όλα καθορίζονται από τη θέλησή του, εφόσον αυτός αποφασίζει να ανοίξει το βιβλίο, να διαλέξει τον Καισαρίωνα, να τον φαντασθεί και να αφήσει τη λάμπα να σβήνει. Τίποτα δεν έγινε τυχαία ή αυθόρμητα. Φυσικά ο ποιητής αποτελεί τον κύριο παράγοντα της σύνθεσης, αλλά διαφέρει από τον ρομαντικό ποιητή, αφού δεν κυριαρχείται από υπερβολικό συναίσθημα ή υπερβατική έμπνευση.
[... ] Εξετάζοντας το ποίημα ως σύνολο, μπορούμε τώρα να αντιληφθούμε τον ισχυρά αυτοαναφορικό του χαρακτήρα. Βλέπουμε ότι αναφέρεται στον εαυτό του, αναλύει τις συνθήκες της ανάδυσής του, της εμφάνισής του στον κόσμο, και συγχρόνως ασκεί κριτική στην παράδοση του. Με άλλα λόγια, παρουσιάζεται πρώτα και κύρια σαν ποίημα και μας αναγκάζει να το δούμε σαν τέτοιο. Είδαμε πως στην αρχή αναφέρεται στην πηγή του, ύστερα στη στάση του ποιητή απέναντι στην παράδοση, στον ρόλο του και στη σύνθεση την ίδια. Συνεπώς το ποίημα εξιστορεί τη δημιουργία του, κάνοντας αναφορά στα στοιχεία που το συνιστούν.
Γρηγόρης Τζουσδάνης,
«H αυτοαναφορικότητα και αυτογνωσία της ποίησης του Καβάφη»,
Το Δέντρο, αρ. 1, Σεπτ.-Οκτ. 1983, σ. 49-57.
Κ. Π. Καβάφης:
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (σχολικό βιβλίο, σελ. 104)
Βιβλιοnet
επίσημος δικτυακός τόπος,
ΠΟ.Θ.Ε.Γ.
Βικιπαίδεια
Ανεμόσκαλα, Συμφραστικός Πίνακας, Βιογραφία, Εργογραφία, Το ποιητικό έργο του
Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]
Εποχές και Συγγραφείς. Η παγκοσμιότητα του Κων. Καβάφη (βίντεο) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]
Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ, μέσα από τη μαρτυρία της τελευταίας ανιψιάς του ποιητή ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΚΑΒΑΦΗ (βίντεο) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]
Οι εικαστικές αναπαραστάσεις της μορφής του ποιητή ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ (βίντεο) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ 50 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ (βίντεο) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]
Ανάλυση του ποιήματος στις Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη
Μπορείτε να γράψετε τις απαντήσεις σας και να τις εκτυπώσετε ή να τις σώσετε σε αρχείο pdf.
Ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο, ο αφηγητής;
Το ποιητικό υποκείμενο είναι...
Σε ποιον απευθύνεται;
Απευθύνεται...
Σε ποιο πρόσωπο και αριθμό βρίσκονται τα ρήματα του ποιήματος, π.χ. γ' ενικό
Τα ρήματα βρίσκονται...
Ποιος είναι ο χώρος;
Ο χώρος του ποιήματος είναι...
Ποιος είναι ο χρόνος;
Ο χρόνος του ποιήματος είναι...
Ποιες είναι οι εικόνες του ποιήματος;
Οι εικόνες του ποιήματος είναι...
Από πού αντλεί τις εικόνες του ο ποιητής; (π.χ. φύση)
Ο ποιητής αντλεί τις εικόνες του...
Ποιους εκφραστικούς τρόπους χρησιμοποιεί ο ποιητής; (π.χ. σχήματα λόγου, χρήση επιθέτων)
Οι εκφραστικοί τρόποι είναι οι εξής...
Πώς χρησιμοποιεί τη στίξη;
Ο ποιητής....
Ποια είναι η γλώσσα; (π.χ. κοινή, λόγια, κοινή με λόγια στοιχεία κλπ.)
Το ποίημα είναι γραμμένο σε...
Το ποίημα έχει ομοιοκαταληξία κι αν ναι τι είδους; (π.χ. ζευγαρωτή, πλεκτή, σταυρωτή κλπ.)
Η ομοιοκαταληξία είναι....
Ποια συναισθήματα σου προκαλεί;
Τα συναισθήματα...