Πόσο θα ωφεληθούν οι συνταξιούχοι αν η αύξηση του 2,8% επεκταθεί και στην προσωπική διαφορά

Πόσο θα ωφεληθούν οι συνταξιούχοι αν η αύξηση του 2,8% επεκταθεί και στην προσωπική διαφορά


Πρόσθετες αυξήσεις στις καθαρές αποδοχές περίπου 500.000 συνταξιούχων, με ενδεικτικό δημοσιονομικό κόστος μόλις 22,5 εκατ. ευρώ ετησίως, θα μπορούσε να εξασφαλίσει η επέκταση της αύξησης του 2,8% για το 2027 και στην προσωπική διαφορά.

Οι συνολικές καθαρές αυξήσεις, μετά τις κρατήσεις υγείας, την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) και τον φόρο εισοδήματος, θα μπορούσαν να φτάσουν έως τα 35,22 ευρώ τον μήνα για συνταξιούχους με σημερινά μικτά ποσά συντάξεων από 800 έως 1.700 ευρώ το μήνα. Η πρόταση θα μπορούσε να συνδυαστεί με ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στις κύριες συντάξεις από την 1η Δεκεμβρίου 2027 και με τις αυξήσεις του 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα θεσπιστεί εγγύηση προστασίας των καθαρών αποδοχών.

Ειδικότερα, εάν το ποσοστό αναπροσαρμογής 2,8% εφαρμοζόταν όχι μόνο στην κύρια σύνταξη, αλλά και στην προσωπική διαφορά που εξακολουθούν να λαμβάνουν περίπου 500.000 συνταξιούχοι θα προεκυπτε μια πρόσθετη αύξηση στις συντάξεις του 2027, με σχετικά περιορισμένο δημοσιονομικό κόστος.

Με το ισχύον σήμερα καθεστώς, η ετήσια αύξηση υπολογίζεται στο άθροισμα εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης, ενώ η προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται ως χωριστό ποσό, χωρίς να προσαυξάνεται με το ίδιο ποσοστό.

Η επέκταση του 2,8% και στην προσωπική διαφορά θα είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ολόκληρο το μικτό ποσό που εισπράττει ο συνταξιούχος.
Για παράδειγμα, σε κύρια σύνταξη 1.200 ευρώ με προσωπική διαφορά 120 ευρώ, η μικτή αύξηση δεν θα περιοριζόταν στα 33,60 ευρώ, αλλά θα έφτανε στα 36,96 ευρώ.

Αντίστοιχα, σε κύρια σύνταξη 1.500 ευρώ με προσωπική διαφορά 170 ευρώ, η μικτή αύξηση θα ανέβαινε από τα 42 στα 46,76 ευρώ.

Το σημαντικότερο στοιχείο της πρότασης είναι ότι η προσωπική διαφορά θα εξακολουθούσε να εμφανίζεται χωριστά από την κύρια σύνταξη και να παραμένει εκτός της κράτησης 6% για υγειονομική περίθαλψη.

Έτσι, οι συνταξιούχοι θα λάμβαναν την πρόσθετη αύξηση χωρίς να επιβαρυνθούν με νέα εισφορά υγείας επί της προσωπικής διαφοράς.

Έως 53,20 ευρώ οι μικτές και 35,22 ευρώ οι καθαρές αυξήσεις για σημερινές μικτές συντάξεις από 800 έως 1.700 ευρώ το μήνα.

Σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη την κράτηση υγειονομικής περίθαλψης 6% στην κύρια σύνταξη, την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και την παρακράτηση φόρου εισοδήματος, η επέκταση του 2,8% στο σύνολο των αποδοχών θα απέφερε μικτές αυξήσεις από 24,64 έως 53,20 ευρώ τον μήνα.

Τα παραδείγματα αφορούν κύριες συντάξεις από 800 έως 1.700 ευρώ και προσωπικές διαφορές από 80 έως 200 ευρώ.

Οι αντίστοιχες καθαρές αυξήσεις εκτιμώνται από 18,78 έως 35,22 ευρώ τον μήνα.

Με το ισχύον αυτή τη στιγμή καθεστώς, στο οποίο το 2,8% υπολογίζεται μόνο στο άθροισμα εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης και όχι και στην προσωπική διαφορά, οι καθαρές αυξήσεις στα ίδια παραδείγματα κυμαίνονται από 16,99 έως 31,19 ευρώ.

Επομένως, η επέκταση της αύξησης και στην προσωπική διαφορά, χωρίς αυτή να έχει ενσωματωθεί πλήρως στη σύνταξη, θα εξασφάλιζε πρόσθετο καθαρό όφελος από 1,79 έως 4,03 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και της προσωπικής διαφοράς.

Το όφελος αυτό θα ήταν μόνιμο, καθώς θα προσαύξανε τις καταβαλλόμενες αποδοχές και θα δημιουργούσε υψηλότερη αφετηρία για τις επόμενες αναπροσαρμογές.

Ο πίνακας με τις αυξήσεις (όλα τα ποσά είναι σε ευρώ ανά μήνα)

Οι υπολογισμοί αφορούν συνταξιούχους χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, άλλες συντάξεις ή πρόσθετα εισοδήματα. Περιλαμβάνουν ΕΑΣ, με τα όρια του 2026 και υποθετική αναπροσαρμογή κατά 2,8% για το 2027, κράτηση υγείας 6% μόνο στην κύρια σύνταξη και παρακράτηση φόρου με συντελεστές 9%, 20%, 26%, 34%, 39% και 44%, εφαρμογής ετήσιας έκπτωσης φόρου 777 ευρώ, μειούμενης κατά 2% για το τμήμα του ετήσιου φορολογητέου εισοδήματος πάνω από 12.000 ευρώ.

Πόσο θα κοστίσει στον προϋπολογισμό

Το πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος της παραπάνω πρότασης μπορεί να είναι σχετικά περιορισμένο, καθώς η αύξηση του 2,8% στην κύρια σύνταξη χωρίς συμπερίληψη της προσωπικής διαφοράς περιλαμβάνεται ήδη στον βασικό υπολογισμό των συνταξιοδοτικών αναπροσαρμογών.
Επομένως, η επιπλέον δαπάνη θα αφορά αποκλειστικά στην αύξηση της προσωπικής διαφοράς.

Για τους περίπου 500.000 συνταξιούχους που αφορά η παρέμβαση, εάν ληφθεί ως ενδεικτική μέση προσωπική διαφορά το ποσό των 134 ευρώ, το πρόσθετο κόστος υπολογίζεται σε 1,876 εκατ. ευρώ τον μήνα ή 22,512 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Η εκτίμηση αυτή προκύπτει από την εφαρμογή του 2,8% στη μέση προσωπική διαφορά των 134 ευρώ, για 500.000 δικαιούχους και 12 μηνιαίες συντάξεις.

Ακόμη και με υψηλότερη μέση προσωπική διαφορά, το πρόσθετο κόστος παραμένει συγκριτικά περιορισμένο.

Εάν η μέση προσωπική διαφορά είναι 150 ευρώ, η επιπλέον ετήσια δαπάνη ανέρχεται σε 25,2 εκατ. ευρώ, ενώ με μέση προσωπική διαφορά 200 ευρώ διαμορφώνεται στα 33,6 εκατ. ευρώ.

Τα ποσά αυτά αφορούν τη μικτή δαπάνη και όχι την τελική καθαρή δημοσιονομική επιβάρυνση, καθώς μέρος της πρόσθετης αύξησης επιστρέφει στο Δημόσιο μέσω της φορολογίας των συντάξεων.

Η ακριβής κοστολόγηση προϋποθέτει στοιχεία για το πραγματικό μέσο ύψος της προσωπικής διαφοράς των 500.000 δικαιούχων. Ωστόσο, τα παραδείγματα δείχνουν ότι υπάρχει περιθώριο να εξεταστεί μια τέτοια παρέμβαση χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη πρόσθετη δαπάνη.

Γιατί πρέπει να παραμείνει χωριστή η προσωπική διαφορά το 2027

Η διατήρηση της προσωπικής διαφοράς ως χωριστού ποσού κατά τη διάρκεια του 2027 αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αποδώσει η παρέμβαση το μεγαλύτερο δυνατό καθαρό όφελος.

Και αυτό διότι, όσο η προσωπική διαφορά παραμένει εκτός της κύριας σύνταξης, δεν επιβαρύνεται με την κράτηση υγειονομικής περίθαλψης 6%.
Αντίθετα, εάν ενσωματωνόταν αμέσως στην κύρια σύνταξη, η κράτηση αυτή θα επιβαλλόταν και στο ποσό της προσωπικής διαφοράς, περιορίζοντας ή ακόμη και εξανεμίζοντας μέρος της αύξησης που θα έβλεπαν οι συνταξιούχοι στην τσέπη τους.

Για παράδειγμα, η ενσωμάτωση προσωπικής διαφοράς 150 ευρώ θα δημιουργούσε πρόσθετη κράτηση υγείας 9 ευρώ τον μήνα, πριν συνυπολογιστεί η επίδραση στη φορολογική παρακράτηση.

Αντίστοιχα, σε προσωπική διαφορά 200 ευρώ, η πρόσθετη κράτηση υγείας θα έφτανε τα 12 ευρώ.

Γι’ αυτό και η αύξηση της προσωπικής διαφοράς κατά 2,8%, χωρίς την άμεση ενσωμάτωσή της, αποτελεί μια επιλογή που μπορεί να εξασφαλίσει πρόσθετο εισόδημα χωρίς να δημιουργήσει ταυτόχρονα νέες ασφαλιστικές επιβαρύνσεις.

Ενσωμάτωση από την 1η Δεκεμβρίου 2027 και αυξήσεις του 2028

Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η πλήρης ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στις κύριες συντάξεις από την 1η Δεκεμβρίου 2027.
Η συγκεκριμένη ημερομηνία θα επέτρεπε η ενσωμάτωση να συνδυαστεί χρονικά με τις αυξήσεις που θα προβλεφθούν για το 2028.

Με την ενσωμάτωση, η προσωπική διαφορά θα έπαυε να αποτελεί χωριστή παροχή και θα προστίθετο στην κύρια σύνταξη, δημιουργώντας ένα ενιαίο ποσό πάνω στο οποίο θα υπολογίζονταν οι μελλοντικές αυξήσεις.

Ωστόσο, για να μη μειωθούν οι καθαρές αποδοχές, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί η πρόσθετη κράτηση υγείας 6% που θα προέκυπτε από την ενσωμάτωση.

Μια δυνατότητα θα ήταν η αύξηση του 2028 να εφαρμοστεί αμέσως μετά την ενσωμάτωση, ώστε να καλύψει, στον βαθμό που επαρκεί, την πρόσθετη κράτηση.

Εάν, για παράδειγμα, ένας συνταξιούχος είχε προσωπική διαφορά 100 ευρώ, η ενσωμάτωσή της θα δημιουργούσε πρόσθετη κράτηση υγείας περίπου 6 ευρώ τον μήνα, πριν από τη φορολογική επίδραση.

Σε μια σύνταξη με συνολικές μικτές αποδοχές 1.100 ευρώ, μια υποθετική αύξηση της τάξης του 2,5% για το 2028 θα αντιστοιχούσε σε 27,50 ευρώ μικτά, ποσό μεγαλύτερο από την πρόσθετη κράτηση υγείας.

Το παράδειγμα δείχνει πώς μια επόμενη αύξηση θα μπορούσε να απορροφήσει την επιβάρυνση από την ενσωμάτωση. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ίδιο για όλους τους συνταξιούχους, καθώς θα εξαρτιόταν από το ύψος της προσωπικής διαφοράς, τον συντελεστή αύξησης του 2028, την ΕΑΣ και τη φορολογική παρακράτηση.

Εγγύηση για να μη χαθεί ούτε ένα ευρώ από τα καθαρά

Για να είναι πλήρως ασφαλής η μετάβαση στο νέο σύστημα, η ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς θα μπορούσε να συνοδευτεί από ρητή νομοθετική πρόβλεψη ότι οι καθαρές αποδοχές κανενός συνταξιούχου δεν θα υποχωρήσουν λόγω της αλλαγής.

Στις περιπτώσεις όπου η αύξηση του 2028 δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την πρόσθετη κράτηση υγείας ή άλλες επιβαρύνσεις, η διαφορά θα μπορούσε να καλύπτεται με ειδική μεταβατική προσαύξηση ή άλλο μηχανισμό προστασίας.

Με αυτόν τον τρόπο, η ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς απώλειες στα καθαρά ποσά των συνταξιούχων.
Η προστασία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για όσους έχουν υψηλή προσωπική διαφορά σε σχέση με την κύρια σύνταξή τους, καθώς στις περιπτώσεις αυτές η επιβάρυνση από την εισφορά υγείας θα ήταν αναλογικά μεγαλύτερη.

Μια λύση σε δύο στάδια

Συμπερασματικά, η πρόταση μπορεί να εφαρμοστεί σε δύο στάδια.

Στο πρώτο στάδιο, από το 2027, η αύξηση 2,8% θα υπολογίζεται στο σύνολο κύριας σύνταξης και προσωπικής διαφοράς, χωρίς η δεύτερη να ενσωματωθεί και χωρίς να επιβαρυνθεί με την εισφορά υγείας 6%.

Με τον τρόπο αυτό, περίπου 500.000 συνταξιούχοι θα μπορούσαν να λάβουν πρόσθετες καθαρές αυξήσεις από 1,79 έως 4,03 ευρώ τον μήνα στα ενδεικτικά παραδείγματα, με ετήσιο μικτό δημοσιονομικό κόστος 22,5 εκατ. ευρώ, εφόσον η μέση προσωπική διαφορά διαμορφώνεται στα 134 ευρώ.
Στο δεύτερο στάδιο, την 1η Δεκεμβρίου 2027, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς στην κύρια σύνταξη και στη συνέχεια να χορηγηθούν οι αυξήσεις του 2028, με ειδικό μηχανισμό διασφάλισης των καθαρών αποδοχών.

Έτσι, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί οριστικά μια εκκρεμότητα που συνοδεύει το συνταξιοδοτικό σύστημα εδώ και χρόνια, χωρίς να μεταφερθεί στους συνταξιούχους το κόστος της προσαρμογής.

Το ζητούμενο είναι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς ως ξεχωριστού ποσού να μη συνδεθεί με απώλειες εισοδήματος, αλλά με μια ομαλή μετάβαση σε ενιαίες συντάξεις, στις οποίες οι μελλοντικές αυξήσεις θα υπολογίζονται σε ολόκληρο το ποσό των αποδοχών.



Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *