Μαθησιακές δυσκολίες: που οφείλονται

Επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε το θέμα των μαθησιακών δυσκολιών, που απασχολεί πληθώρα επιστημονικών και επαγγελματικών κλάδων από ειδικούς  στη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών που ενδιαφέρονται για την υγεία, την ανάπτυξη και τη γενικότερη προσαρμογή του παιδιού.
Ο όρος Μαθησιακές Δυσκολίες σύμφωνα με τον τελευταίο ευρέως αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα ορισμό αναφέρεται σε μία ανομοιογενή ομάδα διαταραχών οι οποίες εκδηλώνονται με σημαντικές δυσκολίες στην πρόσκτηση και χρήση ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικών ικανοτήτων. Οι διαταραχές αυτές είναι εγγενείς στο άτομο και αποδίδονται σε δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος. Μάλιστα είναι δυνατό να υπάρχουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Έχει βρεθεί πως το 60% έως 80% των παιδιών, στα οποία γίνεται η διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών, είναι αγόρια (APA, 1994). Ακόμη έχει διαπιστωθεί ότι οι μαθησιακές δυσκολίες ανευρίσκονται  πολύ συχνά και σε άλλα μέλη της οικογένειας από γενιά σε γενιά. Ευρήματα διαφόρων ερευνών δείχνουν ότι οι γονείς των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν σε υψηλά ποσοστά διαταραχές του λόγου, της ανάγνωσης και του συλλαβισμού.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ
Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι συνήθως οι πρώτοι που εντοπίζουν την ύπαρξη μαθησιακών δυσκολιών. Ο εντοπισμός αποτελεί το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης και συνήθως προκύπτει μέσα από τη σύγκριση του παιδιού με τους συνομηλίκους του. Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες είτε βρίσκονται σε εμφανώς χαμηλότερο μαθησιακό επίπεδο συγκριτικά με τους συνομηλίκους τους είτε εκδηλώνουν προβλήματα συμπεριφοράς. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να εντοπίσει μέσα στη τάξη το παιδί που αδυνατεί να παρακολουθήσει το μάθημα, είναι ανώριμο ή δυσκολεύεται να ακολουθήσει οδηγίες· αυτές είναι μερικές πρώτες ενδείξεις που υποδηλώνουν την ύπαρξη δυσκολιών.

Ο έγκαιρος εντοπισμός των μαθησιακών δυσκολιών θεωρείται πολύ σημαντικός για την αποτελεσματική του αντιμετώπιση. Η διεπιστημονική ομάδα που καλείται να αξιολογήσει ένα παιδί το οποίο έχει παραπεμφθεί για μαθησιακές δυσκολίες θα πρέπει να λάβει υπόψη του ορισμένα θέματα σε σχέση με τη διάγνωση της δυσλεξίας:
•  Για να γίνει η διάγνωση της  δυσλεξίας θα πρέπει να υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της νοητικής ικανότητας του παιδιού και της επίδοσής του στην ανάγνωση και στην ορθογραφία. Το παιδί πρέπει δηλαδή να έχει τουλάχιστον ένα μέσο-φυσιολογικό επίπεδο νοημοσύνης.
•  Επίσης, το παιδί πρέπει να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην ανάγνωση ή / και στη γραφή. Αυτό σημαίνει ότι η επίδοσή του σε αυτούς τους τομείς πρέπει να υπολείπεται της αντίστοιχης επίδοσης των παιδιών της ίδιας ηλικίας και τάξης κατά 1 χρόνο όταν το παιδί είναι στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού, κατά 1,5 χρόνο στην τρίτη και τετάρτη δημοτικού, και κατά 2 χρόνια στις επόμενες τέσσερις τάξεις.
•  Τα παιδιά τα οποία παρουσιάζουν δυσλεξία έχουν δυσκολία στην επεξεργασία των συμβόλων της γραπτής γλώσσας, ενώ ορισμένα παιδιά έχουν δυσκολία και στην επεξεργασία των μαθηματικών/ αριθμητικών συμβόλων.

Η αξιολόγηση και η διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών συνιστούν μια περίπλοκη και δύσκολη διαδικασία, την οποία είναι απαραίτητο να αναλαμβάνει ειδική διαγνωστική διεπιστημονική ομάδα. Αφετηρία της αξιολόγησης αποτελεί ο πλήρης ιατρικός έλεγχος, προκειμένου να αποκλειστούν οι οργανικές δυσλειτουργίες ως αιτία των υπαρχουσών δυσκολιών.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ
Δυσκολίες στην ανάγνωση, τη γραφή και την ορθογραφία
•  Αντικατάσταση, επανάληψη, αντιστροφή γραμμάτων και συλλαβών που συνθέτουν μια λέξη (ξήνω/ψήνω· τρέεχω/τρέχω· πάτνα/πάντα) κ.λ.π.
•  Καθρεπτική ανάγνωση ή/ και γραφή γραμμάτων ή λέξεων (π.χ. ε/3).
•  Δυσκολία στην ανάγνωση και την προφορά ασυνήθιστων ή/και πολυσύλλαβων λέξεων.
•  Κακή ακουστική διάκριση φωνηέντων.
•  Αντικατάσταση φθόγγων (π.χ. β/φ, χ/θ, μ/ν).
•  Παράλειψη φθόγγων σε απλές λέξεις (π.χ. πότα/πόρτα).
•  Παράλειψη συλλαβών (κάβι/καράβι).
•  Λανθασμένη προφορά λέξεων (π.χ. ασκέρι/αστέρι).
•  Αντικατάσταση λέξεων με τις συνώνυμές τους (π.χ. μαμά/μητέρα).
•  Αντικατάσταση λέξεων με άλλες που μοιάζουν οπτικά ή αρχίζουν με τα ίδια γράμματα (π.χ. ιππόδρομος/ιπποπόταμος, άσπρο/άστρο).
•  Έλλειψη ευχέρειας στην ανάγνωση, όχι αρκετά γρήγορος ρυθμός.
•  Το παιδί δείχνει με το δάκτυλο το σημείο που διαβάζει.
•  Το παιδί κινεί το κεφάλι καθώς διαβάζει, για να μην χάσει το σημείο στο οποίο βρίσκεται.

Άλλες δυσκολίες στο γραπτό κείμενο και σε σχέση με το γράψιμο
•  Η αυθόρμητη γραφή είναι δυσανάγνωστη.
•  Προσπάθεια αποφυγής του γραψίματος.
•  Ακαταστασία στο φύλλο και γενικότερα στο τετράδιο.
•  Χρήση κεφαλαίων γραμμάτων ανάμεσα στα μικρά (π.χ. πΑράΘυρο).

Ορισμένες γενικότερες δυσκολίες
•  Δυσκολία στη διάκριση αριστερής και δεξιάς πλευράς τόσο του σώματος του ίδιου του ατόμου όσο και του σώματος του ατόμου που βρίσκεται απέναντι.
•  Σύγχυση ως προς το κυρίαρχο χέρι, μάτι, πόδι (αδιαμόρφωτη πλευρίωση).
•  Δυσκολία με τις έννοιες της σειροθέτησης και του προσανατολισμού (π.χ. δυσκολία του παιδιού να μάθει τη σωστή σειρά των μηνών του έτους, των ημερών της εβδομάδας, δυσκολία να διακρίνει το βορρά από το νότο κ.λ.π.).
•  Δυσκολία στην αντίληψη της έννοιας του χρόνου (πότε έγινε ένα γεγονός, τις έννοιες του «πριν» και του «μετά»).
•  Πιθανή οπτικο-αντιληπτική ανεπάρκεια που δυσχεραίνει την αντίληψη και τη διάκριση μορφών, σχημάτων, συμβόλων.

Ορισμένες χαρακτηριστικές δυσκολίες στη συμπεριφορά
•  Δυσκολία στη συγκέντρωση.
•  Νευρικότητα, έντονες εκδηλώσεις θυμού.
•  Μειωμένο κίνητρο για μάθηση.
•  Χαμηλή αυτοεκτίμηση.
•  Κινητική αδεξιότητα.
•  Έλλειψη οργάνωσης γενικότερα στη σχολική τσάντα, στα παιχνίδια, στα ρούχα κ.λ.π.

Εκτός από αυτά τα χαρακτηριστικά, τα παιδιά με πρόβλημα δυσλεξίας συχνά έχουν αργοπορημένη γλωσσική ανάπτυξη και σε ορισμένες περιπτώσεις καθυστερημένη κινητική ανάπτυξη (ιδίως αργούν να περπατήσουν).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΣΙΑΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ
Η αντιμετώπιση του παιδιού με “μαθησιακές δυσκολίες” είναι μια σύνθετη και μακροχρόνια διαδικασία που έχει ως στόχο αφενός να αναπτύξει ή να βελτιώσει το παιδί ικανότητες που συνδέονται με τη σχολική μάθηση και αφετέρου να απαλύνει ή να ουδετεροποιήσει και τις συναισθηματικές δυσκολίες που το συνοδεύουν. Ανάλογα με τη μορφή και τη σοβαρότητα των “μαθησιακών δυσκολιών”, τις άλλες τυχόν συνυπάρχουσες νοσολογικές οντότητες, καθώς και την ηλικία του παιδιού, η αντιμετώπιση επιδιώκει την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του παιδιού, τόσο στο γνωστικό, όσο και στον αντιληπτικό τομέα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του παιδιού και τις ικανότητες που διαθέτει. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ενδεδειγμένη για κάθε παιδί αντιμετώπιση είναι αυτή να υλοποιείται από ειδικούς, εκπαιδευμένους στον τομέα των “μαθησιακών δυσκολιών” που γνωρίζουν να στηρίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία με την αμοιβαία διακίνηση συναισθημάτων εμπιστοσύνης και σεβασμού ανάμεσα στο παιδί και στον ειδικό. Παράλληλα με την αντιμετώπιση του παιδιού, θεωρείται αναγκαία η συμβουλευτική παρέμβαση στους γονείς του καθώς και η συνεργασία με το σχολείο.

Η ειδική αντιμετώπιση των “μαθησιακών δυσκολιών” ενός παιδιού δεν δικαιολογεί την απομάκρυνσή του από τη γενική εκπαίδευση. Αντίθετα θεωρείται ως πλέον ενδεδειγμένο να παρέχεται η ειδική αντιμετώπιση μέσα στους κόλπους του γενικού σχολείου. Εξίσου απαραίτητη με την ειδική αντιμετώπιση είναι η ψυχολογική υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειάς του. Συχνά και εφόσον οι συναισθηματικές διαταραχές του παιδιού δυσκολεύουν και το ίδιο αλλά και τις διαπροσωπικές του σχέσεις απαιτείται παράλληλα με την αντιμετώπιση των μαθησιακών του δυσκολιών και η ατομική ψυχολογική του υποστήριξη. Επίσης οι γονείς των παιδιών σε πολλές περιπτώσεις χρειάζονται εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική βοήθεια προκειμένου να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους  σε σχέση με τη μαθησιακή δυσκολία των παιδιών τους.

ΟΙ ΨΥΧΟΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ
Μονολότι στην περίπτωση των μαθησιακών δυσκολιών οι ειδικοί επικεντρώνονται συνήθως στα προβλήματα που σχετίζονται με τα σχολικά επιτεύγματα του παιδιού, στην πραγματικότητα τα παιδιά αυτά πλήττονται σε πολλές πλευρές της καθημερινότητάς τους.
Τα παιδιά με δυσλεξία πηγαίνουν στο δημοτικό σχολείο με προσμονή για το νέο περιβάλλον και για όλα όσα πρόκειται να μάθουν εκεί. Ανυποψίαστα για το τι πρόκειται να τους συμβεί με το που θα συναντήσουν την πρώτη δυσκολία αρχίζουν να εντείνουν τις προσπάθειές τους όλο και περισσότερο, μέχρι που κάποια στιγμή απογοητεύονται γιατί καταλαβαίνουν ότι οι δικές τους προσπάθειες είναι μεγαλύτερες από εκείνες των συμμαθητών τους, ενώ τα αποτελέσματα πολύ χαμηλότερα.

Όσο περνάει ο καιρός όλο και πιο πολύ απογοητεύονται και σιγά-σιγά αρχίζουν να διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα. Μερικά παιδιά γίνονται κλειστά, εσωστρεφή, λιγομίλητα, αρχίζουν να λιγοστεύουν τις παρέες τους, παύουν να είναι ανέμελα, χάνουν το ενδιαφέρον τους για το διάβασμα και τη μάθηση, αδιαφορούν για το σχολείο και δεν θέλουν να πηγαίνουν.

Άλλα παιδιά αγωνίζονται να βρουν ένα τρόπο να κερδίσουν το ενδιαφέρον που χάνουν λόγω της αποτυχίας τους στα μαθήματα. Έτσι, πολλά από αυτά γίνονται ενοχλητικά, κάνουν παράτολμες και ριψοκίνδυνες ενέργειες για να αποσπάσουν τον έπαινο και τον θαυμασμό των συμμαθητών τους και ίσως καταλήγουν κάποια στιγμή στη σχολική τους πορεία να εμφανίσουν παραβατική συμπεριφορά.
Κοινός άξονας σε όλες αυτές τις συμπεριφορές είναι ότι τα βαθιά συναισθήματα αυτών των παιδιών είναι η απογοήτευση και η αποθάρρυνση. Αυτό που είναι το πιο βασανιστικό είναι το ότι δεν καταλαβαίνουν τι είναι αυτό που τους συμβαίνει. Ξέρουν ότι είναι έξυπνα, ξέρουν ότι η αποτυχία τους δεν οφείλεται σε τεμπελιά και επιπολαιότητα.

Κλείνοντας, η ενημέρωση και η εκπαίδευση των γονιών είναι καθοριστικοί παράγοντες για την επιτυχία του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει καταρχήν να παρακολουθούν και εκείνοι ένα πρόγραμμα ψυχοεκπαίδευσης σχετικά με τη φύση της δυσλεξίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και στις δυνατότητές τους. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουν σε βάθος τη δυσκολία που ταλαιπωρεί το παιδί τους και να λύσουν σωστά όλες τις απορίες σχετικά με τα συμπτώματα που παρουσιάζει και τις αιτίες του σε γνωστικό επίπεδο. Η καλή γνώση φέρνει και την κατανόηση και επομένως αλλάζει σιγά-σιγά με τον χρόνο και η στάση τους απέναντι στο παιδί. Έτσι, η συμπεριφορά τους θα είναι κατά πολύ σωστότερη, και πιο ενθαρρυντική, χωρίς να νιώθουν ούτε θυμό αλλά ούτε και ενοχές.

ΠΡΟΛΗΨΗ
Η έγκαιρη πρόγνωση και η πρώιμη παρέμβαση των διαταραχών της ψυχοκινητικής και ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού που σχετίζονται και επιδρούν στις διαδικασίες της σχολικής μάθησης αποτελεί το ασφαλέστερο μέσο πρόληψης. Η θετική πρόγνωση σε ότι αφορά την πορεία των “μαθησιακών δυσκολιών» ενός παιδιού εξαρτάται τόσο από τη πρώιμη διάγνωση όσο και από την έγκαιρη αντιμετώπισή τους.

πηγή

Συναισθηματική νοημοσύνη και παιδί

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ;
Η συναισθηματική νοημοσύνη σύμφωνα με τον Goleman (1990) είναι: «Η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα δικά του συναισθήματα, να τα κατανοεί και να τα ελέγχει. Είναι επίσης η ικανότητα να αναγνωρίζει και να κατανοεί τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω του και να μπορεί να χειρίζεται αποτελεσματικά τόσο τα δικά του συναισθήματά του όσο και τις διαπροσωπικές του σχέσεις».
Ένα παράδειγμα: «Δείχνεις απογοητευμένος που δε σε παίζουν τα άλλα παιδιά. Μπορεί να σου φαίνεται δύσκολο να τα πλησιάσεις, αλλά έλα να σκεφτούμε μαζί ιδέες που θα σε βοηθήσουν». Με αυτόν τον τρόπο ο γονιός αναγνωρίζει τα συναισθήματα του παιδιού, το βοηθάει να τα προσδιορίσει και του προτείνει έναν τρόπο για να τα διαχειριστεί. Όταν ένα παιδί είναι σε θέση να το κάνει αυτό, τότε οι γύρω του μπορούν να το κατανοήσουν, να ανταποκριθούν σε αυτά που νιώθει και να το βοηθήσουν.

ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΕΦΙΚΗ ΕΩΣ ΤΗ ΝΗΠΙΑΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΒΡΕΦΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

  • Μετά τον 6ο μήνα τα συναισθήματα είναι διαφοροποιημένα και αποτυπώνονται με κλασικές εκφράσεις στο πρόσωπο.
  • Προς το τέλος του 1ου έτους τα βρέφη είναι σε θέση να διακρίνουν πότε μία κατάσταση είναι καινούρια ή αν κάποιο ξένο πρόσωπο αποτελεί απειλή για τα ίδια και εκφράζουν έκπληξη ή δυσφορία αντίστοιχα.

ΝΗΠΙΑΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

  • Στα μέσα του 2ου έτους τα νήπια αρχίζουν να κατανοούν τους κοινωνικούς κανόνες.
  • Ελέγχουν σε πρώτο στάδιο τη συμπεριφορά τους.
  • Εκφράζουν ενσυναίσθηση για πρώτη φορά (ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων).
  • Στο 4ο έτος αρχίζουν να κατανοούν τα συναισθήματα και τις αιτίες τους.
  • Στο τέλος του 5ου έτους περιγράφουν συναισθηματικές καταστάσεις όπως φοβισμένος, θυμωμένος, λυπημένος, χαρούμενος.

ΣΕ ΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΤΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ

  • Όταν αγνοούνται τα συναισθήματα των παιδιών από τους ενήλικες.
  • Όταν απαγορεύεται στην οικογένεια η έκφραση των δυσάρεστων συναισθημάτων (π.χ. φόβος, θυμός ή απογοήτευση).
  • Συνέπεια: Τα έντονα συναισθήματα που εσωτερικεύονται και δεν εκφράζονται «φουσκώνουν» σαν ένα μπαλόνι που κάποια στιγμή θα «σκάσει» με απρόβλεπτες συνέπειες στην ψυχική υγεία του ατόμου.

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

  • Τα παιδιά με χαμηλό δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επικοινωνία και στην επαφή με τους συνομηλίκους τους.
  • Αντίθετα, τα παιδιά με καλά αναπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη είναι πιο κοινωνικά και πιο αρεστά στις παρέες τους, έχουν λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς και καλύτερες σχολικές επιδόσεις.
  • Ένα έξυπνο συναισθηματικά παιδί αναπτύσσει εμπιστοσύνη προς τον εαυτό του, έχει θετική αυτο-εικόνα, είναι ανοιχτό στο να εξερευνήσει καινούρια πράγματα και να δοκιμάσει διαφορετικές εμπειρίες.
  • Ως ενήλικας συνήθως διακρίνεται από σταθερότητα στις διαπροσωπικές του σχέσεις.

ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ

  • Να εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία που προκύπτει και να δίνουν τη δυνατότητα στο παιδί να εκφράζει αυτό που νιώθει και να το κατονομάζει ως συναίσθημα. Να δίνουν όνομα στα συναισθήματα του παιδιού τους.
  • Βοηθητική είναι και η εκμάθηση τεχνικών επίλυσης προβλημάτων, για παράδειγμα: «Τι μπορώ να κάνω για αυτό που μου συμβαίνει; Ποιες είναι οι πιθανές λύσεις;». Με τον τρόπο αυτό ενισχύουν την αυτενέργεια των παιδιών τους και τονώνουν την αυτοπεποίθησή τους.
  • Να μιλούν καθησυχαστικά στο παιδί. Να το βοηθούν να κατονομάσει το συναίσθημα που νιώθει και να θέτουν όρια ως προς την έκφραση του συναισθήματος (π.χ. εξηγούν στο παιδί ότι το να σπάσει όλα του τα παιχνίδια δεν αποτελεί λύση στο θυμό του. Το να συζητήσει, όμως, μαζί τους γιατί είναι θυμωμένο μπορεί να το βοηθήσει να νιώσει καλύτερα).
  • Βλέπουν τα αρνητικά συναισθήματα των παιδιών τους ως μία ευκαιρία για επικοινωνία και τρυφερότητα. Αφιερώνουν, λοιπόν, χρόνο σε ένα λυπημένο, θυμωμένο ή φοβισμένο παιδί για να αναγνωρίσει και να λεκτικοποιήσει τα συναισθήματά του. Με τον ίδιο τρόπο αντιδρούν σε κάθε συναισθηματική κατάσταση του παιδιού.
  • Να πιστέψουν στις ικανότητες, στα ταλέντα και στη μοναδικότητα του παιδιού τους και να του εμφυτεύσουν πίστη στον εαυτό του, να του καλλιεργήσουν υψηλές ηθικές αξίες αλλά και αισιόδοξη άποψη και στάση για τη ζωή.

ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ E.Q. (ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ) ΑΠΟ ΤΟ I.Q (ΔΕΙΚΤΗΣ ΕΥΦΥΪΑΣ)

  • Μέχρι τη δεκαετία του 90 κυριαρχούσε η άποψη ότι ο υψηλός δείκτης νοημοσύνης (το γνωστό I.Q.) καθώς και η υψηλή ακαδημαϊκή επίδοση αποτελούσαν θετικούς προγνωστικούς δείκτες για τη ψυχική υγεία του ατόμου.
  • Με τη θεωρία του Goleman και τις έρευνες που ακολούθησαν φαίνεται πλέον ότι η συναισθηματική νοημοσύνη είναι πιο σημαντική από το δείκτη νοημοσύνης.
  • Τα παιδιά με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη φαίνεται να έχουν υψηλότερα ποσοστά ψυχικής ανθεκτικότητας και να προσαρμόζονται ευκολότερα σε καινούριες καταστάσεις και περιβάλλοντα.
  • Επίσης, φαίνεται να ελέγχουν καλύτερα τις παρορμήσεις τους και να καθυστερούν την ικανοποίηση των αναγκών τους.
  • Τέλος, έχουν την ικανότητα να συμπάσχουν και να έχουν υψηλές ενσυναισθητικές δεξιότητες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
Ένα παιδί με πλούσια συναισθηματική νοημοσύνη μπορεί πιο εύκολα να διαχειριστεί αυτά που νιώθει, τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρέφεται, να έχει θετική αυτοεικόνα και πιο υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις.

πηγή

Πότε να μιλήσω στα παιδιά για το διαζύγιο;

Σε προηγούμενο άρθρο συζητήθηκε πόσο δύσκολη είναι η απόφαση του διαζυγίου και ειδικά όταν υπάρχουν παιδιά στην οικογένεια. Όμως η δυσκολία δεν τελειώνει εδώ. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των γονιών που χωρίζουν είναι η ανακοίνωση του διαζυγίου στα παιδιά. Είναι μια κατάσταση που φέρνει μπροστά έντονα συναισθήματα θλίψης, ενοχής και φόβου για τους γονείς, τα οποία πολλές φορές τους εμποδίζουν από το να μιλήσουν στα παιδιά με τρόπο βοηθητικό και υποστηρικτικό. Σε αυτό το άρθρο και στα επόμενα που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να αποδομήσουμε αυτή τη διαδικασία και να δώσουμε απλές και καίριες κατευθύνσεις στους γονείς που βρίσκονται σε αυτή τη φάση.

Ένα από τα πρώτα ερωτήματα με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ είναι το πότε θα πρέπει να μιλήσουν στο παιδί για το ότι χωρίζουν. Αν πράγματι έχετε καταλήξει με τον/την σύντροφό σου στο να χωρίσετε χρειάζεται πρώτα να αφιερώσετε χρόνο στο να διευθετήσετε τα πρακτικά ζητήματα πριν το ανακοινώσετε στα παιδιά. Δε χρειάζεται να τρέξετε να αποκαλύψετε στα παιδιά το ότι οι γονείς χωρίζουν, πριν να έχετε προσδιορίσει τις αλλαγές που θα φέρει αυτό στα παιδιά. Όταν θα μιλήσετε στα παιδιά θα πρέπει να είστε έτοιμοι να απαντήσετε σε θέματα όπως το που θα ζουν τα παιδιά, αν θα αλλάξουν σχολείο ή δραστηριότητες, που θα μένει ο κάθε γονιός, πότε και πως θα επικοινωνούν τα παιδιά με τους γονείς κλπ.

Άλλωστε το διάστημα που χρειάζεται για την διευθέτηση όλων αυτών των λεπτομερειών, είναι επίσης αναγκαίο και για τη συναισθηματική «διευθέτηση» των συντρόφων. Φυσικά μιλάμε για μια αρχική διαχείριση των έντονων συναισθημάτων, προκειμένου ο κάθε σύντροφος να παραμείνει λειτουργικός και να συνεχίσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ως προς τον γονεϊκό, επαγγελματικό και κοινωνικό του ρόλο. Επίσης είναι ένα διάστημα που το άτομο σιγουρεύεται ότι η απόφαση είναι οριστική και αμετάκλητη. Όπως είναι λογικό η απόφαση για διαζύγιο μπορεί να αλλάξει αρκετές φορές και τα παιδιά δε θα πρέπει να βιώσουν ένα επαναλαμβανόμενο μπρος πίσω.

Μια βασική παράμετρος στην επιλογή της χρονικής στιγμής της ανακοίνωσης είναι η ηλικία των παιδιών. Υπάρχουν κάποιες γενικές κατευθύνσεις, οι οποίες αναφέρονται στη συνέχεια, όμως ταυτόχρονα οι γονείς θα πρέπει να αξιολογήσουν και με βάση την πραγματική ωριμότητα των παιδιών τους.

Οι γενικές κατευθύνσεις είναι ότι στα παιδιά εφηβικής ηλικίας, η ανακοίνωση μπορεί να γίνει περίπου ένα με δύο μήνες νωρίτερα. Μικρότερα παιδιά τα οποία είναι σε σχολική ηλικία χρειάζονται κάποιες βδομάδες για να επεξεργαστούν τις πληροφορίες που τους δώσατε και να προετοιμαστούν για τις επικείμενες αλλαγές. Ακόμη μικρότερα παιδιά, προσχολικής ηλικίας πιθανώς να χρειάζονται μια βδομάδα προκειμένου να μάθουν τι ακολουθεί. Τέλος, τα παιδιά ηλικίας κάτω των τριών ετών, δυσκολεύονται να αντιληφθούν την έννοια ότι θα συμβεί κάτι στο μέλλον. Έχουν ανάγκη να βιώσουν την αλλαγή για να το αντιληφθούν. Κατά συνέπεια, μπορείτε να μιλήσετε για αυτές τις αλλαγές λίγες μέρες νωρίτερα.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω αναγνωρίζουμε τα εξής βασικά σημεία σχετικά με την επιλογή της χρονικής στιγμής της ανακοίνωσης:

  • Οι γονείς πρέπει να είναι σίγουροι για το οριστικό της απόφασής τους.
  • Οι γονείς πρέπει να είναι έτοιμοι να απαντήσουν στις βασικές απορίες του παιδιού σχετικά με τα πρακτικά ζητήματα.
  • Οι γονείς πρέπει να επιλέξουν το χρόνο ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητα του παιδιού.

Ευελπιστώντας ότι απαντήθηκε ένα από τα καίρια ερωτήματα των γονιών που βρίσκονται σε φάση χωρισμού, θα προχωρήσουμε σε επόμενο άρθρο στο «Τι» και στο «Πως» να μιλήσω στα παιδιά για το διαζύγιο.

πηγή

Πως να βάλω όρια στο παιδί μου

Ένα από τα θέματα που δυσκολεύουν τόσο τους γονείς όσο και τα παιδιά είναι η επιβολή ορίων. Τα όρια είναι τόσο αυτονόητα όσο και αναγκαία για τα παιδιά από τη στιγμή της γέννησής του. Κι αυτό γιατί τους παρέχουν προστασία, ασφάλεια, αίσθημα ελέγχου, εμπιστοσύνη ότι μπορούν να διαχειριστούν κάποιες καταστάσεις, εκπαιδεύονται σε κοινωνικές δεξιότητες. Είναι βασική προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξή τους.

Γιατί είναι σημαντικά τα όρια για τα παιδιά;

Ένα από τα θέματα που δυσκολεύουν τόσο τους γονείς όσο και τα παιδιά είναι η επιβολή ορίων. Τα όρια είναι τόσο αυτονόητα όσο και αναγκαία για τα παιδιά από τη στιγμή της γέννησής του. Κι αυτό γιατί τους παρέχουν προστασία, ασφάλεια, αίσθημα ελέγχου, εμπιστοσύνη ότι μπορούν να διαχειριστούν κάποιες καταστάσεις, εκπαιδεύονται σε κοινωνικές δεξιότητες. Είναι βασική προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξή τους.

Τι σημαίνει όριο για το γονιό & τι σημαίνει όριο για το παιδί;

Κι ενώ οι ενήλικες γνωρίζουν πολύ καλά τους λόγους για τους οποίους είναι απαραίτητα τα όρια, τα παιδιά από την άλλη καταγράφουν τα όρια μόνο ως περιορισμό και κακή επικοινωνία. Αυτό συνήθως συμβαίνει εξαιτίας του τρόπου με τον οποία προσπαθεί ο γονιός να επιβάλλει τα όρια. Πολλές φορές γίνεται με τιμωρία, άλλες με τσακωμούς και καβγάδες, άλλες με περιορισμούς χωρίς να είναι απαραίτητοι. Έτσι, τα παιδιά καταγράφουν την επιβολή ορίων μόνο ως «άσκηση εξουσίας» από τη μεριά του γονιού και από τη δική του μεριά ότι είναι «κακό παιδί».

Για να επιβληθούν όρια στο παιδί, χρειάζεται πρώτα να πληρούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις.

1. Τα όρια κάθε φορά θα τα βάλει ο γονιός με αυτό που κρίνει ως σωστό, αναγκαίο και απαραίτητο. Όμως χρειάζεται να αφουγκράζεται τη διαφορετική ανάγκη του παιδιού. Χρειάζεται να καθοδηγεί το παιδί, αφού όμως πρώτα ακούσει την ανάγκη του. Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει, ότι τα όρια πρέπει να είναι ευέλικτα και μεταβλητά και ο ρόλος του γονιού εξελικτικός: προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού σε κάθε φάση της ζωής του και στην εικόνα που σχηματίζει το παιδί σε κάθε στάδιο ανάπτυξης.
2. Ενώ, τα όρια είναι απαραίτητα για την ασφάλεια και την προστασία του παιδιού, εξίσου απαραίτητο είναι να μη ζητάμε από το παιδί να είναι παθητικό. Χρειάζεται να τα αμφισβητεί. Είμαι μέρος της ανάπτυξής του και όχι ενάντια στο γονιό ή την οδηγία ή την επιθυμία του. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι μόνο το παιδί που απολαμβάνει τη σιγουριά που του εξασφαλίζουν οι γονείς, θα αναπτυχθεί έτσι ώστε, όταν έρθει η στιγμή, να μπορεί να δοκιμάσει, να αμφισβητήσει και να ξεπεράσει τα όρια αυτά.
3. Η επιβολή ορίων είναι κάτι διαφορετικό από την υπακοή. Ο στόχος δεν μπορεί να είναι η υπακοή. Σημασία έχει και η διεργασία όχι μόνο το αποτέλεσμα. Και κάποιες φορές η διεργασία είναι σημαντικότερη από το αποτέλεσμα. Για να απαιτήσεις από ένα παιδί να πειθαρχήσει στους κανόνες που θέτεις πρέπει πρώτα να νοιώσει ότι καλύπτεις τις βασικές του ανάγκες και νοιάζεσαι πραγματικά για αυτό.
4. H βάση για να δεχθεί ένα παιδί το «όχι» (και να αποδεχθεί ένα όριο ή κανόνα που του βάζουμε) είναι το «ναι». Χρειάζεται να τους δοθεί η ευκαιρία να δοκιμάζουν και αναπτύσσουν τις δικές τους ικανότητες. Αν το παιδί ακούει μόνο «όχι», τελικά δεν θα υπακούσει σε κανένα. Ίσως η διαδικασία αυτή να ακούγεται δύσκολη και χρονοβόρα, αλλά σε δεύτερο χρόνο μας γλιτώνει και από χρόνο και από χρήμα.
5. H ζωή με τα παιδιά τις περισσότερες φορές σημαίνει «ξεβόλεμα». Πότε λέμε «μη» ή «όχι»; Όταν απαιτούμε από το παιδί να μην λερωθεί, να μη σκαρφαλώσει γιατί μπορεί να πέσει, να καθίσει πολλή ώρα ήσυχο για να μη μας ενοχλήσει, να μην αγγίξει τίποτα γιατί μπορεί να κάνει ζημιά; Τότε όχι μόνο το εκπαιδεύουμε να μην ακούει, αλλά με κάποιο τρόπο το οδηγούμε σε μεγαλύτερο ρίσκο. Δεν θα μπορέσει να ξεχωρίσει το «όχι» στον πραγματικό κίνδυνο, γιατί ακούει μόνο αυτό και δεν του είναι σαφές πότε χρειάζεται πραγματικά να ακούει.

Είναι σημαντικό για τη σχέση γονιού και παιδιού η αγάπη να μη θέτει όρους. Να μην ορίζεται από το «καλό» ή το «κακό παιδί». Να είναι απροϋπόθετη. Να μην απογοητεύεται από την αποτυχία, να μην κλέβει την επιτυχία, να καμαρώνει χωρίς να πιέζει, να φροντίζει χωρίς να πνίγει, να ελευθερώνει χωρίς να αδιαφορεί.

Ο τελικός στόχος της επιβολής ορίων δεν είναι η πειθαρχία ή υπακοή, αλλά η ελευθερία, η αυτονόμηση, η ανάληψη ευθύνης. Δεν αφορά στην πειθαρχία προς τον γονιό, αλλά στην εκπαίδευση ενός παιδιού να είναι ένας υγιής και λειτουργικός ενήλικας.

πηγή

Επανάληψη μαθηματικών

Δείτε στη συνέχεια μερικές ασκήσεις που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ως επανάληψη των πρώτων κεφαλαίων της Γ Τάξης του Δημοτικού στα Μαθηματικά.

Δείτε και το παρακάτω βίντεο που μπορεί να σας βοηθήσει στην εξάσκηση της προπαίδειας. Είναι βέβαια στα αγγλικά, αλλά οι αριθμοί δεν είναι παγκόσμιοι;

Δείτε και μια συλλογή φωτογραφιών με προπαίδειες για περαιτέρω εξάσκηση,

Οδηγίες συγγραφής έκθεσης

Κατ’ αρχήν διαβάζω προσεχτικά δυο και τρεις φορές το θέμα για να το καταλάβω όσο γίνεται καλύτερα. Ύστερα, σκέφτομαι και φέρνω στο μυαλό μου, όλα όσα γνωρίζω για το θέμα. Να δούμε τι ακριβώς μας ζητάει…

Πρέπει να ξέρω ότι η έκθεση, χωρίζεται σε τρία μέρη:

τον πρόλογο, το κύριο θέμα και τον επίλογο.

Πρόλογος:

Εκείνο που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι να κάνουμε μια καλή αρχή. Η αρχή της έκθεσής μας λέγεται πρόλογος. Με τον πρόλογο, προσπαθούμε να δώσουμε, σε αυτόν που θα διαβάσει την έκθεση μας, να καταλάβει για ποιο πράγμα θα του μιλήσουμε. (ο πρόλογος είναι συνήθως μία παράγραφος). Μας προκαλεί το ενδιαφέρον και την επιθυμία να διαβάσουμε ή να ακούσουμε και την υπόλοιπη έκθεση.

Στον πρόλογο μπορούμε να διαλέξουμε για να γράψουμε, μια εντυπωσιακή φράση, σχετική με το θέμα μας, ή κάποια στροφή ενός ποιήματος, ή μια παροιμία, ή ένα παράδειγμα από την ιστορία ή από την καθημερινή μας ζωή, πάντα σχετικό με το θέμα.

Το κύριο θέμα:

Μετά τον πρόλογο ερχόμαστε στο κύριο θέμα. Στο κύριο θέμα γράφουμε όλα όσα γνωρίζουμε για το θέμα μας. Γράφουμε όχι μόνο ότι βλέπουμε ή ακούμε, αλλά και εντυπώσεις και συναισθήματα. Χρησιμοποιούμε ωραίες φράσεις, όμορφες λέξεις και σχήματα λόγου. Όμως προσέχουμε να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια πράγματα και να μην φλυαρούμε.

ΕπίλογοςΕ

Ο επίλογος είναι το τελευταίο μέρος της έκθεσης μας. Είναι συνήθως μία παράγραφος. Εδώ μπορούμε να γράψουμε ένα συμπέρασμα, ένα δίδαγμα ή μια ευχή.

Γενικές οδηγίες για την έκθεση

  • Προσέχουμε να μην κάνουμε ορθογραφικά λάθη.
  • Κάνουμε ωραία και καθαρά γράμματα για να φαίνεται όμορφο το γραπτό μας. Σκέψου ότι την έκθεση σου θα τη διαβάσει κάποιος άλλος.
  • Προσπαθούμε να χρησιμοποιούμε στο γραπτό μας σχήματα λόγου (καλολογικά στοιχεία) ή απλώς στολίδια για να φαίνεται αυτό πιο όμορφο πχ: τα κοσμητικά επίθετα (π.χ. Μπροστά στο σπίτι μας βρίσκεται ένας κήπος. Δεν είναι καλύτερα να γραφτεί: Μπροστά από το μικρό μας όμορφο σπιτάκι βρίσκεται ένας καταπράσινος και ολάνθιστος κήπος;)
  • Δεν ξεχνάμε να αφήνουμε παραγράφους. (Αλλάζουμε παράγραφο όταν αλλάζει το νόημα).
  • Σύνθετες λέξεις
  • Προσωποποίηση (όταν δίνουμε ζωή στα άψυχα). π.χ. Τα δέντρα γονατίζουν από τον δυνατό αέρα
  • Παρομοίωση (χρησιμοποιώντας τη λέξη σαν). Είναι δυνατός σαν λιοντάρι.
  • Ο διάλογος, δίνει στο γραπτό μας κίνηση, ομορφιά και ξεκουράζει τον αναγνώστη από τη μονοτονία του μονολόγου.
  • Προσέχουμε να βάζουμε σωστά τα σημεία της στίξης (κόμματα, τελείες, ερωτηματικά, θαυμαστικά, παύλες).
  • Αφού τελειώσουμε την έκθεση μας, τη διαβάζουμε και την ξαναδιαβάζουμε με μεγάλη προσοχή για να δούμε αν έχουμε κάποια ορθογραφικά ή εκφραστικά λάθη

Το παραπάνω κείμενο θα το βρείτε και εδώ.

Καλημέρα κόσμε!

Καλώς ήλθατε στο WordPress. Αυτή είναι η πρώτη σας άρθρο (post). Επεξεργαστείτε το ή διαγράψτε το και στη συνέχεια ξεκινήστε να γράφετε.