κλίκ στο ¦ για επιστροφή στον πρώτο τόμο

(βρίσκεσθε στον 2.ο τόμο του ποιητικού έργου "ΚΑΛΟΣΥΝΗ" του Ρωμιού ποιητή της Ουκρανίας Λεόντιου Κυριάκοβ. Σελίδα υπο κατασκευή)

Στο πρώτο φύλλο του τόμου, με μικρά γράμματα σημειώνεται στα Ουκρανικά και απο κάτω στα Ρωμαίικα):

Словарь Γλωσσάριο Glossary

ΑΝ’ΜεΣΑ ΑΣ ΤΟ δέΦΤΕΡΟ ΤΌΜΟΣ ΈΒΑΝ ΠΗΉΜΑΤΑ, δΡΑΜΑΤΙΚ’ ΈΡΓΑ Κε ιΎΜΟΡ, ΠΎιΑ ΕΝ ΑΦΗεΡΟΜέΝΑ ΑΣ ΤΑ δΗ’ΦΟΡΑ ΠΡΟβΛΉΜΑΤΑ. ανάμεσα εις το δεύτερο τόμος έμβαν ποιήματα, δραματικά έργα και χιούμορ, οποία ένι αφιερωμένα εις τα διάφορα προβλήματα. Μιάς και το έργο αυτό αποβλέπει να δώσει την πείρα του ηλικιωμένου ποιητή ώς πρόταση για τη λύση των διαφόρων ανθρώπινων προβλημάτων, μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε ώς προφητικό μέσον: σάν έχετε κάποιο πρόβλημα στο οποίο ζητάτε απάντηση ή συμβουλή, επιλέξτε στην τύχη μιά τετράστιχη στροφή ή μία παράγραφο απο αυτόν τον τόμο / ιστοσελίδα (ή γιατί όχι, και απο τον πρώτο τόμο του έργου), και συλλογιστείτε τί υπαινίσσονται τα λόγια που τυχαία βρήκατε σε σχέση με το ζήτημα επι του οποίου ρωτήσατε).

 

ΓΉΜΝ ΓΡεΞεΣΚΗΧ ΟΒςΞ]εΣΤβ ^ΥΚΡΑΗΝ\Ι (ο τίτλος (=ύμνος της ελληνικής κοινότητας της Ουκρανίας) είναι στα Ουκρανικά, και στην επόμενη σελίδα του βιβλίου υπάρχει έμμετρη μετάφραση του ^Α. ^ΛΑΔΚΗΝΑ. Σχετικά όψιμο ποίημα, έχει επιρροή απο τη γλώσσα της μητροπολιτικής Ελλάδας.)

^ΕΛΛ’δΑΣ ΒΑΛ’ιδΑ, ΜΉς ΌΛ-ΠΑ ι’Ν ΉΝΑ, Ελλάδας |ΒΑΛΑ|δια, ημείς όλοι-πα οία άν είνα,

ΑΣ ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ, ΦΗΛΗΚ’ ΜΗΣ ΑΣ ΖΎΜ, άς είμασθε μαζί, φιλικά ημείς ας ζούμε,

ΑΤΌΤΕΣ ΘΑ ΈΧΟΜε Σ’Ν ΜΗΣ Κε δΉΝΑ, ετότες θα έχομε |ΣΑΝ| ημείς και δύναμιν,

ΜεΓ’ΛΑ δΥΛΙΣ ΜΉΣ ΝΑ Κ’ΜΥΜ ΠΟΡΎΜ. μεγάλα δουλείες ημείς να κάμουμε μπορούμε.

 

ΜΉΣ ΣΉΜεΡΑ τέΧΟΜε ΧΌΡΖΜΟ Χ ΚΑΝΊΝΑ, ημείς σήμερα κί έχομε χώρισμο εκ κανείνα,

ΜΗΣ ΈΧΟΜε ΈΝΑ ΑΝ ΟΛΣ-ΠΑ ΥΚΎΜ. ημείς έχομε ένα εν όλοις-πα |hΟΙΚΥΜ|.

δΗΚΌΜΑΣ ^ΠΑΤΡΉδΑ, ΤΟ ΈΝ Τ ^ΥΚΡΑΗΝΑ, δικόμας Πατρίδα, αυτό ένι το Ουκραΐνα,

ΑδΌ, ΠΥ εΝΊΘΑΜ Κε ΣΉΜεΡΑ ΖΎΜ! εδώ όπου εγεννήθημεν και σήμερα ζούμε!

 

ΔΥΓΚΎςΑ ΝΔΑ ΉΤΑΝ, ΜΉΣ ΈΛΛΗΝΕΣ, Π’ΝΥ, |ΔΟΙCΥς|ια εν τα ήταν, ημείς Έλληνες, πάνω,

ΑΝ ΌΛΥ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΣΗΚΎΜΝΑΣ ΜΑΖΉ, εν όλο τον κόσμο σημούμασθε μαζί,

ΧΥΛΔ’ιβΑΜ Κε ΠΚ’ΝΖΑΜ ΤΥΝ ’ΤΧΥ ΔΥςΜ’ΝΥ, |QΟΛΔΑ|ευαμε και κοπάνιζαμε τον άτεγγο |ΔΥςΜΑΝ|ο,

ΜΉΣ ΣΉΜΥΡ ΝΑ ΖΎΜ Τ ^ΥΚΡΑΉΝΑ ΝΑ ΖΉ! ημείς σήμερο να ζούμε, το Ουκραΐνα να ζεί!

 

Αιτσ, ΤΊΛΑΓΑ ΣΉΜεΡΑ, Ν ΌΛΥ ΤΟΝ ΚΌΖΜΥ, έτσι, τί-λογα σήμερα, εν όλο τον κόσμο,

ΜΉΣ ΖΎΜ ΦΗΛΗΚ’, ΈΧΥΜ ΈΝΑ ΥΚΎΜ, ημείς ζούμε φιλικά, έχουμε ένα |hΟΙΚΥΜ|,

β’ι Π’ΝΔΑ-ΠΑ ’ιτσ Σ ΈΝ, ΜΉ ΈΧΟΜε ΧΌΡΖΜΥ, βάι, πάντα-πα έτσι ας ένι, μή έχωμε χώρισμο,

ΑΣ ΉΜΑΣ βΑΧΤΛΊδ, ΜΗΣ, ΗΣέΝΚΑ ΑΣ ΖΎΜ! ας είμασθε |ΒΑhΤΛΙ|δοι, ημείς |ΕΣΕΝ|ικα ας ζούμε!

 

^ΕΛΛ’δΑΣ ΒΑΛ’ιδΑ, ΜΉς ΌΛ-ΠΑ ι’Ν ΉΝΑ, Ελλάδας |ΒΑΛΑ|δια, ημείς όλοι-πα οία άν είνα,

ΑΣ ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ, ΦΗΛΗΚ’ ΜΗΣ ΑΣ ΖΎΜ, άς είμασθε μαζί, φιλικά ημείς ας ζούμε,

ΑΤΌΤΕΣ ΘΑ ΈΧΟΜε Σ’Ν ΜΗΣ Κε δΉΝΑ, ετότες θα έχομε |ΣΑΝ| ημείς και δύναμι,

ΜεΓ’ΛΑ δΥΛΙΣ ΜΉΣ ΝΑ Κ’ΜΥΜ ΠΟΡΎΜ! μεγάλα δουλείες ημείς να κάμουμε μπορούμε.

 

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ 28.07.1997 σελίδα9

 

ΕΛ’ΤΕ ’Σ ΖΎΜ ΦΗΛΗΚ’ το ποίημα αυτό είναι παρόμοιο με το προηγούμενο, η γλώσσατου τείνει προς την Κοινή Νεοελληνική.

ΑΝ ΌΛΥ ΤΟΝ ΚΌΖΜΟ, ΜΉΣ ΌΛ-ΠΑ ι’Ν ΉΝΑ, εν όλο τον κόσμο, ημείς όλοι-πα οία άν είνα,

ΑΣ ΖΎΜ ΦΗΛΗΚ’ ΜΗΣ - ^ΡΥΜέι Κε ^ΥΡΎΜ. ας ζούμε φιλικά ημείς – Ρωμαίοι και Ουρούμ.

ΜΉΣ ΣΉΜεΡΑ τέΧΟΜΗ ΧΌΡΖΜΟ Χ ΚΑΝΊΝΑ, ημείς σήμερα κί έχομε χώρισμο εκ κανείνα,

ΜΗΣ ΈΧΟΜΗ ΈΝΑ ΑΝ ΟΛΣ-ΠΑ ΥΚΎΜ. ημείς έχομε ένα εν όλοις-πα |hΟΙΚΥΜ|

 

’Ν ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ ΜΗΣ, ΘΑ ΈΧΟΜΗ δΉΝΑ, άν είμασθε μαζί ημείς, θα έχομε δύναμη,

^ΕΛΛ’δΑΣ ΒΑΛ’ιδΑ, ^ΡΥΜέι Κε ^ΥΡΎΜ. Ελλάδας |ΒΑΛΑ|δια, Ρωμαίοι και Ουρούμ.

δΗΚΌΜΑΣ ^ΠΑΤΡΉδΑ, ΤΟ ΈΝ Τ ^ΥΚΡΑΗΝΑ, δικό-μας Πατρίδα, αυτό ένι το Ουκραΐνα,

ΑδΌ, ΠΥ ΗΝΊΘΑΜ Κε ΣΉΜεΡΑ ΖΎΜ! εδώ όπου εγεννήθημεν και σήμερα ζούμε!

 

ΔΥΓΚΎς ΝΔΑ ΠςΗΡΉΘΗΝ, ΣΗΚΌΘΑΝ ΑΠ’ΝΥ, |ΔΟΙCΥς| εν τα επιχειρήθη, σηκώθαν επάνω,

ΑΝ ΌΛΥ ΤΟΝ ΚΌΖΜΟ - ^ΡΥΜέι Κε ^ΥΡΎΜ. εν όλο τον κόσμο – Ρωμαίοι και Ουρούμ.

ΧΥΛΔ’ιΣΑΝ Κε ΠΚ’ΝΣΑΝ ΤΥΝ ’ΤΧΥ ΔΥςΜ’ΝΥ, |QΟΛΔΑ|ησαν και κοπάνισαν τον άτεγγο |ΔΥςΜΑΝ|ο,

ΝΑ ΖΉ Τ ^ΥΚΡΑΉΝΑ, ΜΗΣ ΣΉΜΥΡ ΝΑ ΖΎΜ! να ζεί το Ουκραΐνα, ημείς σήμερο να ζούμε!

 

’Ν ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ ΜΗΣ, ΘΑ ΈΧΟΜΗ δΉΝΑ, άν είμασθε μαζί ημείς, θα έχομε δύναμη,

^ΕΛΛ’δΑΣ ΒΑΛ’ιδΑ, ^ΡΥΜέι Κε ^ΥΡΎΜ. Ελλάδας |ΒΑΛΑ|δια, Ρωμαίοι και Ουρούμ.

δΗΚΌΜΑΣ ^ΠΑΤΡΉδΑ, ΤΟ ΈΝ Τ ^ΥΚΡΑΗΝΑ, δικό-μας Πατρίδα, αυτό ένι το Ουκραΐνα,

ΑδΌ, ΠΥ ΗΝΊΘΑΜ Κε ΣΉΜεΡΑ ΖΎΜ! εδώ όπου εγεννήθημεν και σήμερα ζούμε!

 

ΝΔΑ ΉΜΑΣ ΣΤΑ ΚΣέΝΑ ΤΑ ΚΡ’ΤΙΣ ΠΥδΉΝΑ, εν τα είμασθε στα ξένα τα κράτη πουθενά,

ΜΗΣ ΤΥ ^ΠΡΗΑΖΌβ\ιΑ ΝΥΝΊΖΥΜ - ΡΥΘΜΎΜ… ημείς το Πριαζόβια νουνίζομε – αροθυμούμε…

ΠΡΟβΛέΜΗΣ ΠΥΛ’ Ες ΧΥΡΣΌ Τ ^ΥΚΡΑΉΝΑ, |ΠΡΟΒΛΕΜΙ|ς πολλά έχει χρυσό το Ουκραΐνα,

’Ν ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ, ΜΗΣ ΑΤ’ ΝΑ ΗΝΓΚΎΜ! αν είμασθε μαζί, ημείς αυτά να νικούμε!

 

’Ν ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ ΜΗΣ, ΘΑ ΈΧΟΜΗ δΉΝΑ, άν είμασθε μαζί ημείς, θα έχομε δύναμη,

^ΕΛΛ’δΑΣ ΒΑΛ’ιδΑ, ^ΡΥΜέι Κε ^ΥΡΎΜ. Ελλάδας |ΒΑΛΑ|δια, Ρωμαίοι και Ουρούμ.

δΗΚΌΜΑΣ ^ΠΑΤΡΉδΑ, ΤΟ ΈΝ Τ ^ΥΚΡΑΗΝΑ, δικό-μας Πατρίδα, αυτό ένι το Ουκραΐνα,

ΑδΌ, ΠΥ ΗΝΊΘΑΜ Κε ΣΉΜεΡΑ ΖΎΜ! εδώ όπου εγεννήθημεν και σήμερα ζούμε!

 

Αιτσ ΤΊΝΑΓΑ <ΤΊΛΑΓΑ> ΣΉΜΥΡ, ΑΝ ΌΛΥ ΤΟΝ ΚΌΖΜΥ, έτσι τί-λογα σήμερο, εν όλο τον κόσμο,

ΜΗΣ ΖΎΜ ΦΗΛΗΚ’, ΈΧΥΜ ΈΝΑ ΥΚΎΜ, ημείς ζούμε φιλικά, έχουμε ένα |hΟΙΚΥΜ|,

β’ι Π’ΝΔΑ-ΠΑ  ’ιτσ Σ ΈΝ, ΜΉ ΈΧΟΜΗ ΧΌΡΖΜΥ, βάι! πάντα-πα έτσι ας ένι, μή έχωμε χώρισμο,

ΑΣ ΉΜΑΣ βΑΧΤΛΊδ ΜΗΣ - ΡΥΜέι Κε ΥΡΎΜ! ας είμασθε |ΒΑhΤΛΙ|δοι ημείς – Ρωμαίοι και Ουρούμ!

 

’Ν ΉΜΑΣ ΜΑΖΉ ΜΗΣ, ΘΑ ΈΧΟΜΗ δΉΝΑ, άν είμασθε μαζί ημείς, θα έχομε δύναμη,

^ΕΛΛ’δΑΣ ΒΑΛ’ιδΑ, ^ΡΥΜέι Κε ^ΥΡΎΜ. Ελλάδας |ΒΑΛΑ|δια, Ρωμαίοι και Ουρούμ.

δΗΚΌΜΑΣ ^ΠΑΤΡΉδΑ, ΤΟ ΈΝ Τ ^ΥΚΡΑΗΝΑ, δικό-μας Πατρίδα, αυτό ένι το Ουκραΐνα,

ΑδΌ, ΠΥ ΗΝΊΘΑΜ Κε ΣΉΜεΡΑ ΖΎΜ! εδώ όπου εγεννήθημεν και σήμερα ζούμε!

25.08.1997 σελίδα12

 

ΓΉΜΝΟΣ ύμνος

(ΚΗΛΣΉιΑ ΧΤΊΖΥΝ ΣΤΟ ΧΟΡΉΟ ^ΣΑΡΤΑΝ’)

ΈΧΥΜ ΣΉΜΥΡ ΧΑΡΑΤΉιΑ, έχουμε σήμερο χαρατεία,

ΉΛιΥΣ ςέΡΗΤ ΧΤΑ ΠΣΗΛ’… ήλιος χαίρεται εκ τα ψηλά…

ΣΤΥ ΘΑ ΧΤΊΖΥΜε Ν ΚΗΛΣΉιΑ, εις το θα χτίζουμε την εκκλησία,

ΠΡΌΤΟ Β’ΛΟΜε ΤΥΛ’. πρώτο βάλλομε tuğla.

 

ΧΤΊΖΥΜ, ΧΤΊΖΥΜ ΜΉΣ ΚΗΛΣΉιΑ, χτίζουμε, χτίζουμε ημείς εκκλησία,

ΤΥ ΦΟΝΊ-Τ ’Σ Π’ι ΜΑΚΡ’, το φωνή-του ας πάει μακρά,

Σ δΌΚ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΜέΓΑ ΉιΑ, ας δώκει τον κόσμο μέγα υγεία,

ΚΑΛΥΖΌιΑ Κε ΧΑΡ’. καλοζώγια και χαρά. (ευημερία

 

Π’Λ Σ Ές ΌΝΙΜΑ ^Αι-^ιΌΡΗ, πάλι ας έχει όνομα Αϊ-Γιώργη,

ΤΊΓΛΥ ΉςΗΝ Σ ΠςΗΡΗΘΉ… τί-λογο είχεν άς επιχειρηθεί…

’Σ ΤΥ ΦΛ’ι βΑΧΤΛΊδΚΥ ΌΡΑ, ας το φυλάει |ΒΑhΤΛΙ|δικο ώρα,

ςΛι’δΗΣ ΧΡΌΝιΑ ’Σ ΣΤΑΘΉ! χιλιάδες χρόνια άς σταθεί!

 

Σ Π’ΓΝΙ ΠέΣΥ ΠΥΛΊ ΚΌΖΜΥΣ, άς υπάγουνε απ’έσω πολλοί κόσμος,

ΜΉ ΈΝ ΜΌΝΥ ΑΣ ^ΡΥΜέιΣ. μή ένι μόνο εις Ρωμαίοις. (κατα το ρωσικό σύστημα, τα ονόματα που δηλώνουν εθνότητες γράφονται χωρίς κεφαλαίο το πρώτο γράμμα εκτός άν αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα. εγώ τα δηλώνω ώς κύρια ονόματα κατα το ελληνικό σύστημα)

Σ Π’ΓΝΙ ΠέΣΥ ΛΊΓΥΣ ΧΌΡΖΜΥ, ας υπάγουνε απ’έσω δίχως χώρισμο,

ΑΧ ΤΑ ΌΛΑ ΤΑ ΜΑΡΈιΣ. εκ τα όλα τα μερέες.

 

ΈΧΥΜ ΣΉΜΥΡ ΧΑΡΑΤΉιΑ, έχουμε σήμερο χαρατεία,

ΉΛιΥΣ ςέΡΗΤ ΚΑΤΙΝ’… ήλιος χαίρεται κατενά…

ΧΤΊΖΥΜ, ΧΤΊΖΥΜ ΜΉΣ ΚΗΛΣΉιΑ, χτίζουμε, χτίζουμε ημείς εκκλησία,

ΑΣ ΤΥ ^ΜέΓΑ Τ ^ΣΑΡΤΑΝ’! εις το μέγα το Σαρτανά!

03.08.97 ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’. ΜΗΣΌ ΝΊΧΤΑ. (σελίδα12).

 

ΚΑΡδΉιΑΣ ΛΌΓΟ

ΠΌΣ ΓΟ ΌΛΣ-ΠΑ ΠΣΤΈβΥ, πώς εγώ όλους-πα πιστεύω,

ΠΌΣ ΠΑΧΉΛΣ ΓΟ τΉΜΗ, πώς baqıl-ης εγώ κί είμαι,(απο παράγωγο του τουρκικού baqıl- =κοιτάζεται)

ΠΌΣ ΚΑΛΌΣ ΗΡέβΥ πώς καλός γυρεύω

ΓΌ ΑΝ ΌΛΣ ΝΑ ΉΜΗ? εγώ εν όλους να είμαι;

πώς  φθονερός εγώ δέν είμαι,

 

ΠΌΣ ιΑΡΔΊΜ ΓΟ Κ’ΜΥ, πώς |ιΑΡΔΙΜ| εγώ κάμω,

ΤΊΣ τι’Ν ΚΡΎι ΑΠ’ΝΥ-Μ, τί και άν κρούει επάνω-μου,

ΤΑ δΛΊΣ-Μ ΦΉΝΥ ’ΜΑ, τα δουλείες-μου αφήνω άμα, (άμα στη Ρωμαίικη έχει 3 σημασίες: όμως, αμέσως, ολόιδιο. εδώ ταιριάζει «αμέσως», άν και θα μπορούσαμε να το τραβήξουμε: «το ίδιο», “all the same”, «και μάλιστα»)

β’ι ΜΑΝΊτσΑ-Μ Μ’ΝΑ… βάι! μανίτσα-μου μάνα…

 

ΣΉ-ΠΑ ΉΣΝΙ ΤΊΤΚΥΣ, σύ-πα ήσουνε τοιούτικος,

ΚΣέΡΥ-ΤΟ ΑΠΛΌΓΥ-Μ, ξέρω-το απο λόγου-μου,

Π’ΝΔΑ ΉΣΝΙΗ ΉΤΜΥΣ, πάντα ήσουνε έτοιμος

ΝΑ Κ’ΜΣ ΚΣέΝΥ ΛΌΓΟ. να κάμεις ξένο λόγο.

 

’ιτσ ΚΗ ΓΌ-ΠΑ ΤΌΡΑ, έτσι και εγώ-πα τώρα,

Κ’ΜΥ δΛΊΣ ΤΑ ΚΣέΝΑ, κάμω δουλείες τα ξένα,

β’ι βΑΧΤΛΊδΚΑ ΌΡΗΣ, βάι! |ΒΑhΤΛΙ|δικα ώρες,

δΛΊΣ ΑΓΑΠΗΜέΝΑ. δουλείες αγαπημένα.

 

Π’ΝΔΑ ΓΌ ΖΒΥδ’ΖΥ, πάντα εγώ σπουδάζω,

ΝΔΑ ΠέΡΥ ΧΑΡΤΊιΑ, εν τα παίρω χαρτία,

Κ’ΘΥΜ<Η> διΑβ’ΖΥ, κάθομαι διαβάζω,

ςέΡΥΜ ΝΔΑ ΠεδΉιΑ. χαίρομαι εν τα παιδία.

 

ΑΝ ΤΑ ΧΑΡΑΧΛέΤΚΑ, εν τα χαραχλιώτικα,

ΑΝΔΑ ΣΑΡΤΑΝ\ΌΤΚΑ, εν τα σαρτανιώτικα,

ΑΝΔΑ ΥΡΖΥΦδΌΤΚΑ, εν τα ουρζουφδώτικα,

ΑΝΔΑ ΒΥΓΑΖδΌΤΚΑ. εν τα μπουγαζδώτικα.

 

ΓΡ’ΦΤΝΙ ΣΤΉΧιΑ, ΠΡΌΖΑ, γράφουνε στίχια, πρόζα,

ΓΡ’ΦΤΝΙ ΧΥΡΑΤ’ιδΑ, γράφουνε χωρατάδια,

βίΈΓΛΑ, βέΓΛΑ ΌΣΑ βίγλα, βίγλα όσα

ΈΧΥ ΓΌ ΒΑΛ’ιδΑ… έχω εγώ |ΒΑΛΑ|δια…

 

β’ι ΦΗΔ’ΝιΑ ι’ςΚΑ, βάι! φιντάνια |ιΑς|ικα,

Δ’ΜΑ-ΣΑΣ ΓΟ ςέΡΥΜ, αντάμα-σας εγώ χαίρομαι,

δΗΝΑΤ’ ΣΑΣ Νι’ςΚΥΜ – δυνατά σας νοιάσκομαι -

ΣΉΣ ΠΥΡΚ’ ΝΑ ΦέΡΗΤ. εσείς οπωρικά να φέρετε.

 

β’ι ΡΥΜέΚΑ ΠΛ’ΣΗΣ, βάι! ρωμαίικα πλάσεις,

β’ι ΡΥΜέΚΑ τσΝΊιΑ, βάι! ρωμαίικα τσουνία! (κλαδιά απο το δέντρο της Ρωμιοσύνης)

ΒέΛτΗΜ, ’Ν ΗΡΝ’ΣΗΤ, |ΒΕΛΚί|, άν γεράσετε

ΑΝΓΚέβΗΤ-Με ΚΑΜΉιΑ! |Αγγ|εύετε-με καμία! (το ΑΝΓΚέβΗΤ στο πρωτότυπο είναι με κεφαλαία γράμματα ίδιου μεγέθους)

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ 17.07.1997 σελίδα14.

 

ΤΡΑΓΌδ ΠΑΣ Τ ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’

τραγούδι με θέμα το χωριό Σαρτανά

β’ι ΧΡΟΝΊΞΑ - ΧΡΌΝιΑ ΌΣΑ ΠέΜΝΑΝ ΠΉΣΥ, βάι, χρονίτσια – χρόνια όσα απέμειναν πίσω,

ΑΧ ΤΑ ΣΤΊΚΗΤ ’ΡΤΑ Τ ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’, εκ τά στήκεται |ΑΡΤΙQ| τη χώρα Σαρτανά,

ΠΎιΥ ΈΧΤΣΑΝ Π’Π-ΜΑΣ, ΤΌΡΑ ΜΉΣ ΝΑ ΖΉΣΥΜ, οποίο έχτισαν πάπποι-μας, τώρα εμείς να ζήσουμε

ΠΚ’Σ ΤΑ ^ΠΡΗΑΖΌβΣΚΗ ’ΣΤΡΗΣ ΚΑΤΙΝ’. απο κάτω εις τα Πριαζόβσκι άστρες κατενά.

 

ΑΧ ΤΥ ^ΚΡΊΜ ΝΔΑ ΚΖέβΑΝ ΠέΣ ΤΑ ΞΌΛιΑ ΚΣέΝΑ, εκ το Κρίμ εν τα εξέβαν απ’έσω τα |ΞΟΙΛ|ια ξένα,

ΈΚΛΙΓΑΝ ΒΑΛ’ιδΑ, ΈΚΛΙΓΑΝ ΜεΓΌΛ, έκλαιγαν |ΒΑΛΑ|δια, έκλαιγαν μεγάλοι,

ΤΌ ΤΝΙ ΜέΡΑ ΉΛιΥΣ βέΛΓΖΗΝ ΤΥςΝΙΜέΝΑ, αυτό την ημέρα ήλιος βίγλιζε |ΔΥςΥΝ|ημένα,

ΘΑΝΑΤΊ ΜΥΡΛΌιΑ δ’ιΝΑΝ ΛΌΝ ΤΥ ΞΌΛ. θανατίου μοιρολόγια διάβαιναν ελών το |ΞΟΙΛ|.

 

β’ι, ΤΑΚ’ΜΑΣ ΚΌΖΜΥΣ, δΌ - ΣΤΥ ^ΠΡΗΑΖΌβ\ε, βάι, τα δικάμας κόσμος, εδώ στο Πριαζόβιε,

ΈΣΥΣΑΝ ΣΤΥΝ ΤΌΠΥ ’ΛιΑΧ ΛΊΓ ΖΔΑΝΊ… έσωσαν στον τόπο |ΑΛΑΑQ| λίγοι ζωντανοί…

ΚΉΚΚΑ ΞΌΛιΑ ’ΓΡΑ, ΚΉΚΚΑ ΞΌΛιΑ ΛΌΡιΑ, |ΚΗιίΚ|ικα |ΞΟΙΛ|ια άγρια, |ΚΗιίΚ|ικα |ΞΟΙΛ|ια ολόγυρα,

ΠΎιΑ τΉδΑΝ ΚΌΜΑ ΑΛΕΤΡΉ ΗΝΊ. οποία κί είδαν ακόμα αλετρίου υνί.

 

ΜΌΝΥ ΉΛιΥΣ ΚΣέΡ-ΤΟ, ΧΤΑ ΠΣεΛ’ ΗΣΛ’ιβΗΝ, μόνο ήλιος ξέρει-το, εκ τα ψηλά |ίΖΛΕ|ευεν,

ΌΣΥ ΜΑΓΑΝ’ιΚΣΑΝ, ΌΣΑ ΉΤΑΝ δΛΊΣ, όσο μαγανάηξαν, όσα ήταν δουλείες,

ΌΣ ΝΑ ΣΤΊΚΣΝΙ Τ ΧΌΡΑ, ΌΣ ΝΑ ιΥΡΥΧΛ’ιβΑΝ, ώς να στήξουνε τη χώρα, ώς να |ιΟΡΟΥQ_ΛΑ|ευαν, (joruq- =ομαλή πορεία εξ ού joruqla- =βάζει σε ρέγουλα)

ΌΣ ΝΑ ΦέΡΝΙ δΉΝΑ, ΣΉΜΥΡ ΝΑ ΖΎΜ ΜΉΣ. ώς να φέρουνε δύναμη, σήμερο να ζούμε ημείς

ώσπου να δώσουνε τη δυνατότητα, σήμερα να ζούμε εμείς.

 

ΤΊΓΛΑ ΈΖΝΑΝ Π’Π-ΜΑΣ, ΜΉΣ-ΠΑ ’ιτσ ΑΣ ΖΉΣΥΜ, τί-λογα έζηναν πάπποι-μας, ημείς-πα έτσι ας ζήσουμε,

’Σ ΣΑΈΠΣΥΜ ΚΌΖΜΥ, ΤΊΓΛΑ Σ’ιβΑΝ ΤΊ, άς |ΣΑΑ|εύσουμε κόσμο, τί-λογα |ΣΑΑ|ευαν αυτοί,

ΜΉ ΖΜΥΝΎΜ ΤΥ ΧΡέιΥΣ, ΠςέΣ ΑΣ ΈΧΥΜ ΉΣΑ, μή λησμονούμε το χρέος, ψυχές ας έχουμε ίσα,

ΤΌΤΙΣ ΜΉΣ ΘΑ ΉΜΑΣ τι’ΛΥ δΗΝΑΤΊ. τότες ημείς θα είμασθε και άλλο δυνατοί.

 

ΠΎ ΘεΌΣ ΑΝ Π’ι-Με ΣΤΥ ΜΑΚΡΗΣΤΡΑΤΊιΥ, όπου Θεός άν πάει-με στο μακρυστρατείο,

Π’ΝΔΑ ΑΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Μ ΦέΝΙΣ ΚΑΤΙΝ’, πάντα εις τα μάτια-μου φαίνεσαι κατενά,

β’ι ΤΥΚΌΜ Τ ΧΑΝΊιΑ, β’ι, ΤΥΚΌΜ Τ ΜΥΡΦΉιΑ, βάι! το δικό-μου το |ΧΑΝ|εία, βάι, το δικό-μου το ομορφία,

β’ι, ΤΥΚΌΜ Τ ΧΟΡΉτσΑ - ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’! βάι, το δικό-μου το χωρίτσα – χώρα Σαρτανά!

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ 20.08.1997

 

ΠΟΤ’ΜΗ ΣΤΊΚΣ…

ΠΟΤ’ΜΗ ^ΣΤΊΚΣ ΣΝ ΔΥΝι’ ΈΝ ΤΊΤΚΥ, ποτάμι Στύξ στον |ΔΥΝιΑ| ένι τοίουτικο,

ΑΠ’ΝΥ ΜέΓΑΣ ΈΝ ^ΧΑΡΌΝΣ… επάνω μέγας ένι Χάρων…

ΤΌ ΈΝ ΠΗΚΡΌ Κε ΑΓΥΛΊδΚΥ, αυτό ένι πικρό και |ΑγΙΛΙ|δικο,

ΜΑ ΈΡΚΗΤ ΌΡΑ ΑτΉ ΣΌΝΣ… μα έρχεται ώρα εκεί σόνεις…

 

^ΧΑΡΌΝΣ ΠΡΑΤ’ ΔΙΓΚΉΖ ΑΠΉΣΥ-Σ, Χάρων περιπατά |CΥΝΔΥΖ| οπίσω-σου,

ΣΗ ΠΎ τι’Ν ΉΣΗ, ΤΊ τιΑΝ ΦΤ’ιΣ. σύ που και άν είσαι, τί και άν ευθειάεις.

Κε ΤΊΛΑΓΑ ΣΧΥΡέΦΚΗΣ, ΉΣΑ, και τί-λογα συγχωρεύεσαι, ίσα,

Π’Σ ΤΥ ΧΑΉΧ-Τ ΤΌΣ ΠέΡ-ΣΕ, Π’ιΣ. πάνω εις το |QΑιΙQ|του αυτός επαίρει-σε, πάεις.

 

ΠεΡ’Σ-Σε ΤΌΣ Π ΑΤΌ ΜΑΡέιΑ, περάζει-σε αυτός απο αυτό μερέα,

ΠΎΧ ΥΚΣΥΠΉΣΑ ΉΡΖΜΥ τέΝ… πούθε-εκ εξοπίσω γύρισμο κί ένι…

β’ι, ΚΌΖΜΥΣ ΠΎ ΓΥΓΚΎΝ βΑΡέιΑ, βάι, κόσμος όπου γογγούν βαρέα,

ΠΥ ΝΈ ΚΣΜΗΡέβ Κε ΝΈ βΡΑδέΝ… όπου |ΝΕ| ξημερεύει και |ΝΕ| βραδαίνει…

σε περνάει

 

ΜΑ ιΌΧ! ΤΊΣ ΖΉ ΑΝ ^ΠΑΛΚΗΡΉιΑ, μα |ιΟQ|! τίς ζεί εν παλληκαρία,

ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΤΊΣ ΧΑΡ’ ΥΡΉΖ, τον κόσμο τίς χαρά ορίζει,

ΤΊΣ ΈΝ ΦΤΙΝΌ, τσΗΦΛΌ ΚΑΡδΉιΑ, τίς ένι φτενό, τσεφλό καρδία,

ΤΌΣ ΑΠ ^ΑΤ\Κ’ΤΥ<ΠΑ> ΗΡΉΖ! αυτός απο εκεικάτω-πα γυρίζει!

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ 20.09.1997

 

ΤΑ ΜεΡεΣ ΚΡΌΣΑΝ…

οι μέρες κρυώσαν…

ΤΑ ΜέΡεΣ ΚΡΌΣΑΝΙ, ΤΡΑβΉΘΙΝ ΣΗΝΕΦΉιΑ, τα μέρες κρυώσανε, τραβήθη συννεφία,

ΣΤΑ ΧΛΊτσΚΑ ΤΌΠΣ ΤΑ ΠΛΊιΑ Π’Λ ΠεΤΎΝ… στα χλίουτσικα τόπους τα πουλία πάλι πετούν…

ΤΥ ΌΡΥΣ ΓδΉΣΤΙΝ - ΚΡέΜΣΗΝ Τ ΦΟΡεΣΉιΑ-Τ, το όρος εγδύσθη – γκρέμισε τη φορεσεία-του,

ΘΑΡΉΣ, ΤΑ ΞΌΛιΑ ΘΜΎΝΝΙ Κε εΛΎΝ. θαρρείς τα |ΞΟΙΛ|ια θυμούνται και γελούν.

 

Κε τέΡΚΗΤ ’ΡΤΑ ΧΤΊΠΥΣ ΧΤΑ ΚΟΜΒ’ιΝΙΣ, και κί έρχεται |ΑΡΤΙQ| χτύπος εκ τα |combine|ες,

βΡΟΧ’δΗΣ Π’ΓΝΙ, ΚΡΌΣΑΝ ΤΑ βΡΑδέΣ… βροχάδες υπάγουνε, κρυώσαν τα βραδυές…

ΜΑ ΌΜΟΡΦΥ, ΧΛιΥΡΌ ΟΖΉΜΑ Π’ΛΙΣ, μα όμορφο, χλωρό |ΟΙΖ|ημα πάλις,

ιΥΜΌΝ Ν ΚΑΡδΉιΑ-Μ ΧΛι’δΑ Κε ΧΑΡέΣ. γεμώνει την καρδία-μου χλιάδα και χαρές.

 

ΓΟ ΣΤΊΚΥΜ<Η> βεΓΛΊΖΥ ΝΤ ΘΑΓΜΑΣΉιΑ: εγώ στήκομαι βιγλίζω εν τη θαυμασεία:

ΤΟ ΞΌΛ, Π τΗΡΎ, ΘΑ δΌΚ ΑΖΉΧ Π’Λ Μ’Σ… το |ΞΟΙΛ| απο καιρού, θα δώκει |ΑΣΙγ| πάλι ημάς…

ΤΥ ΞΌΛ ΜΑΣ δΎι ΠΣΟΜΉ, ΧΑΡ’ Κε ΉιΑ, το |ΞΟΙΛ| μας δώει ψωμί, χαρά και υγεία,

Κε τές ΞΟΡ’ ΤΥ ΞΌΛ ΜΉ ΑΓΑΠ’Σ! και κί έχει |ΞΑΡ’| το |ΞΟΙΛ| μή αγαπάς!

5.10.1997 ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’

 

ΠΗΗΜΑΤΑ

Εδώ ο τίτλος «ποιήματα» πιάνει μιά ολόκληρη σελίδα, ενώ τα προηγούμενα ακολούθησαν κατευθείαν την εισαγωγή σε ουκρανική γλώσσα του 2ου τόμου.

 

ΚΥΖ\Μ’ ΑΠ’ΤΟβΣ

…Ει, β ΔεβιΑΤΝΑΔτσΑΤΟΜ ΓΟΔΥ, (αυτός ο στίχος είναι στα ρωσικά: …Эй‚ в девятнадцатом году,)

Τ ΦΥΤΊιΑ τέΤΙΝΔΥΝ ΠΑΝΔΎ. τη φωτία καίετετο παντού.

έι, στο δέκατο ένατο χρόνο η  φωτιά έκαιγε παντού.

ΑτΉ, ΑδΏ, ΠέΣ ΈΝΑ ΤΝ’ εκεί, εδώ, απ’έσω ένα τινά,

ΣΥΡέΦΤΙΝ ΣΧΌΔ ΑΣ Τ ^ΣΑΡΤΑΝ’. σωρεύθη |сход| εις το Σαρτανά сход = ουρές (κόσμου, συγκέντρωση μεγάλου πλήθους)

          εκεί, εδώ, μέσα σε μιά στιγμή, μαζεύτηκαν ουρές κόσμου στο (χωριό) Σαρτανά.

ΚΑΜΉιΑ ΤΌ τ\ΘΑ ΖΜΥΝΙςΚ’Τ, καμία αυτό κί θα λησμονισκάται,

ΤΌ ΉΤΥΝ ΤΝ ’ΝΙΚΣ, ΠέΣ ΤΥ Μ’ΡΤ. αυτό ήτον την άνοιξη, απ’έσω το Μάρτη.

          ποτέ αυτό δέν θα ξεχασθεί, αυτό ήταν την άνοιξη, μές τον Μάρτη.

ΠΥΛΉ ΣΥΡέΦΤΑΝ ΑΣ ΤΥ ΣΧΌΔ, πολλοί σωρεύθαν εις το |сход|,

^ΑΠ’ΤΟβΣ ΚΖέβΗΝ Π’Σ Ν ΤΡΗΒΎΝΑ, |Απάτοβ|ος εξέβη πάνω εις την |TRIBUNA|

ΚΗ ΔΡ’ΝΣΗΝ ΛΌΡιΑ-Τ. ^ΣΑΡΤΑΝ\ΌΤ, και ανατράνησεν ολόγυρα-του. Σαρτανιώται,

ΤΊ ΛΈ ^ΑΠ’ΤΟβΣ ΣΤΊΚΝΙ, ΦΚΡΎΝΝΙ: τί λέει Απάτοβ|ος στήκουνε, εφουκρούνται:

          πολλοί μαζεύτηκαν στις ουρές (=στη συγκέντρωση του πλήθους), ο Απάτοβ βγήκε (=ανέβηκε) πάνω στο βήμα, και κοίταξε γύρωτου. Οι Σαρτανιώτες, τί θα πεί ο Απάτοβ στέκονται (και) ακούνε:

- ΠΑΝΔΎ, ΠΑΝΔΎ-ΠΑ τέΤΙ ΦΛΌΓΑ, - «παντού, παντού-πα καίεται φλόγα»,

^ΑΠ’ΤΟβΣ ΠςΉΡΗΝ ’ιτσ ΤΥ ΛΌΓΟ-Τ, Απάτοβ|ος επιχείρησεν έτσι το λόγο-του,

          «παντού μα παντού καίει φλόγα», με αυτά τα λόγια ο Απάτοβ άρχισε το λόγοτου,

Τ ^ΡεΣΠΎΒΛΗΚΑ ^ΣΟβεΤΙΚΌ, «το |RES-PUBLICA| Σοβιετικό,

ΑΚΎιΤ! ΈΝ ΤΌΡΑ ΣΤΥ ΧΑΜΌ!... ακούετε! ένι τώρα στο χαμό!...

          η Δημοκρατία η Σοβιετική, ακούτε! είναι τώρα στο χαμό! (=χάνεται!)

ΔΥςΜ’Ν ΧΤΑ ΌΛΑ ΤΑ ΜΑΡέιΣ, |ΔΥςΜΑΝ|οι εκ τα όλα τα μερέες,

ΤΡΑβΎΝ ΚΗ ΠέΡΥΝΙ ΧΑΠέΣ! τραβούν και παίρουνε χαπιές!

          εχθροί απο όλα τα μέρη τραβούν και παίρνουνε κομμάτια!

ΤΥΚΌ-ΜΑΣ ΧΡέιΥΣ, ΔζΥΜΑι’Τ! το δικό-μας χρέος, |ЏΟΥΜΑιΑΤ|!

ΝΑ Κ’ΜΥΜ ΜέΓΑ ΜΉΣ ΟΤΡι’Δ, να κάμουμε μέγα ημείς |отряд| (отряд detachment, απόσπαση, εδώ: αποστολή, διαδήλωση).

                το δικόμας χρέος, κοινότητα (=πολίτες της κοινότητας) (είναι) να κάνουμε μεγάλη εμείς αποστολή (διαδήλωση)

ΝΑ ΧΥΡΑΛέιΣΥΜ ΧΤΥ ΧΑΜΌ, να |QΟΥΡΑΛΑ|έσουμε εκ το χαμό

Τ ^ΡεΣΠΎΒΛΗΚΑ ^ΣΟβεΤΙΚΌ!... το |RES-PUBLICA| Σοβιετικό!...

          να διασώσουμε απο το χαμό τη Δημοκρατία τη Σοβιετική!...

ΣΤΥ ΜΑΡΗΎΠΟΛ\, ΜΉΣ ΕΡΓ’Τ, στο Μαριούπολη, ημείς εργάται,

ΣΥΡέΦΤΑΜ, ΈΚΑΜΑΜ ΟΤΡι’Δ. σωρεύθαμε, έκαμαμε |отряд|

          στη Μαριούπολη, εμείς οι εργάτες, συγκεντρωθήκαμε, κάναμε διαδήλωση.

ΣΚΥΘέΤ ΚΗ ΣΉΣ-ΠΑ ΌΛ ΑΠ’ΝΥ, σηκωθέτε και σείς-πα όλοι επάνω,

ΧΑΡςΎ ΣΤΥΝ ’ΤΧΥ ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ… |QΑΡςΙ| στον άτεγγο τον |ΔΥςΜΑΝ|ο…

          σηκωθείτε και εσείς μαζί όλοι επάνω, ενάντια στον ανήλεο τον εχθρό…»

ΤΥ ΛΌΓΥ-Τ ΠΤΡ’ιΣΗΝ-ΔΥ ^ΑΠ’ΤΟβΣ, το λόγο-του |ΒίΤίΡ|άησε-το Απάτοβ|ος,

ΤΊ ΚΑΜΑΤΈΦΚΗΤ τΉ ΓΡΗΚ’-ΤΥ… τί καματεύεται κί γροικά-το…

          τον λόγοτου τελείωσε ο Απάτοβ, τί πρόκειται να γίνει (=να πραχθεί) δέν το ξέρει…

ΑΚΎςΚΝΙ ΛΌιΑ ΧΤΑ ΜΑΡέιΣ: ακούσκονται λόγια εκ τα μερέες:

- ΤΌ, ΠΡέΠΝΑ, ΣΉ-ΠΑ ΠΣέΜΑ ΛΈιΣ! – αυτό, πρέπει-να, σύ-πα ψέμα λέεις!

τΗΡΌΣ ΈΝ ΣΉΜΥΡ ΦΥβΗΡΌ, καιρός ένι σήμερο φοβερό,

ΧΤΥΝ ^Μ’ι-^ΜΑέΦΣΚΗ, ΧΤΥΝ ^ςΚΥΡΌ, εκ τον Μάι-Μαγιέφσκι, εκ τον шκουρό,

δΌ ΈΡΚΝΙ ΠέΡΝΙ ΚΌΖΜΥ, ΣΤ’Ρ, εδώ έρχονται παίρουνε κόσμο, σιτάρι,

ΤΊΣ ΚΣέΡ ΠΎ ΘΑ ΜΑΣ Π’ιΣ, ΠΑΛΚ’Ρ? τίς ξέρει πού θα πάεις, παλληκάρι;

- ΓΑΡΉΠ ΑΧΜ’Χ, ΤΟ ΠΌΣ βΗΓΛΊΖΗΤ, - |ΓΑΡίΒ| |ΑhΜΑQ|, το πώς βιγλίζετε,

τΉ Πι’ΝΙΤ ΚΌΜΑ ΝΑ ΠΚΑΝΊΣΗΤ! κί πιάνεται ακόμα να κοπανίσετε!

ΤΊ ΉΡΤΑΝ Π’Λ ΑΣ ΤΥ ΦΛιΥΡΉ, αυτοί ήρθαν πάλι εις το φλουρί,

ΠΚΑΝΊΣΗΤ ΤΊΣ ΝΔΥ ΤΊ ΠΥΡΊ. κοπανίσετε τίς εν τω τί μπορεί.

- ΠΚΑΝΊΣΗΤ Ξ’ΛΚΑ ΤΑ ΚΑΜΒ’ΝΙΣ, -κοπανίσετε |ΞΑΛ|ικα τα καμπάνες,

ΑΣ ΈΡΤΝΙ ΚΌΖΜΥΣ ΚΗ ’Σ τσ Χ’ΝΥΜ!... ας έρθουμε κόσμος και άς τους χάνουμε!...

 

ΘΑΡΉΣ ΦΥΛΈιΑ ΜΗΛΙςΉ, θαρρείς φωλέα μελισσίου,

ΔΥβΛΈβ ΤΥ Μ’Λ. ΚΑΤβ’Ζ βΡΥςΉ… |ΔΟΙβΛΕ|εύει το |ΜΑΛ|. κατεβάζει βροχή…

ΚΗΣΚΉΝΚΥ ΧΎΛΖΜΥ Π’ι ΜΑΚΡ’, |ΚΕΣΚίΝ|ικο χούλισμο πάει μακρά,

ΧΥΛΞ’ΡΚΑ ΣΉΧΚΝΙ ΤΑ ΘεΝΔΡ’… |QΟΛΔ|σιάρικα σείονται τα δεντρά…

^ΑΠ’ΤΟβΣ ΣΤΊΚΗΤ ΚΗ βΗΓΛΊΖ, Απάτοβ|ος στήκεται και βιγλίζει

ΤΊ ΚΑΜΑΤΈΦΚΗΤ ΚΗ ΝΥΝΊΖ: τί καματεύεται και νουνίζει:

«ΖέΡ Τ\ΘΑ βΡΗΘΎΝ ^ΡΥΜέι – ΧΥΡι’Τ «|ΖΑΡ| κί θα βρεθούν Ρωμαίοι χωριάται

ΝΑ ΖΜΉΧΚΝΕ Δ’ΜΑ-Μ ΣΤΥ ΟΤΡι’Δ». να σμίχκονται αντάμα-μου στο |отряд|»

 

ΠΥΛ’ τΉ ΠέΡΑΣΗΝ τΗΡΌΣ, πολλά κί πέρασε καιρός,

ΚΖέΝ, ΉΡΤΙΝ ΣΜ’-Τ ΉΣ ΧΑΜΗΛΌΣ, εκβαίνει, ήρθεν σιμά-του είς χαμηλός,

ΚΗ ΑΜΒΛΑΤι’ΝΥΣ ΠΑΛΙΚ’ΡΣ και ωμοπλατιάνος παλληκάρης

(ΑΠ ιΑΝΑς’ Μι’Ζ ΈΝ ΚΑΡδ’ΡΣ) (απο |ιΑΝΑςΑ| μοιάζει ένι καρδάρης)

ΤΌΣ ΚΖέΝ ΚΗ ΣΉΚΥΣΗΝ ΤΥ ςέΡ-Τ, αυτός εκβαίνει και σήκωσε το χέρι-του,

ΣΤ ΑΤΌΝΑ τέΝ ΤΟ ΜέΡ-ΧΑΒέΡ, εις τα αυτόνα κί ένι το |merhaba|,

ΠΥΛΊ ΑδΌ ΟΤ ΣΚΌΝΝΙ Τ\Φ’Λ, πολλοί εδώ οτι σηκώνουνε κεφάλι,

ΚΗ Π’ΝΥ ΣΉΚΥΣΑΝ ΤΟ Μ’Λ. και πάνω σήκωσαν το |ΜΑΛ|.

ΤΌΣ ΔΡ’ΝΣΗΝ ΛΌΡιΑ-Τ, ιΑΝΑς’-Τ, αυτός ανατράνησεν ολόγυρα-του, |ιΑΝΑςΑ|του,

ΚΗ ΠςΉΡΣΗΝ ΉΠΗΝ: - ΔζΥΜΑι’Τ! και επιχείρησεν είπε: |ЏΟΥΜΑιΑΤ|!

ΣΉΣ ΚΣέΡΗΤ ΤΊΣ ΕΝ ΤΌΣ ^ΑΠ’ΤΟβΣ? σείς ξέρετε τίς ένι αυτός Απάτοβ|ος;

ΤΌΣ ΈΝ ΤΥΚΌ-ΜΑΣ, ΈΝ ΕΡΓ’ΤΙΣ, αυτός ένι το δικό-μας, ένι εργάτης,

ΈΝ ΠΗΛΙΜέΝΥΣ ΧΤΥ ΒΑΖ’Ρ, ένι απολυμένος εκ το |ΒΑΖΑΡ|,

ΑΧΤΥ ΡεβΚΌΜ ΈΝ ΤΥ ΠΑΛΚ’Ρ! ΕΚ ΤΟ |ревком| ένι το παλληκάρι! (ревком είναι μιά λέξη που δέν βρήκα σε λεξικό, κ όμως στο ιντερνετ υπάρχουν πάνω απο 28000 χιλιάδες ιστοσελίδες που την περιέχουν. Τα συμφραζόμενα, καί στο ποίημα, καί στα κείμενα του ιντερνετ, δείχνουν πως рев-ком είναι αρχικά των λατινογενών λ. revolution committee= επαναστατική επιτροπή= ηγεσία επαναστατημένου πλήθους).

ΗΡέβ ΤΟΣ ΚΌΖΜΥ ΝΑ ΣΥΡέΠΣ, γυρεύει αυτός κόσμο να σωρεύσει,

ΚΗ ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΣ ΝΑ ΔΥΓΚΥςέΠΣ, και εν |ΔΥςΜ’Ν|ους να |ΔΟΙCΥς|εύσει,

δΌ τέΝ ΝΑ ΠΉΣ ΚΗ τέΝ ΝΑ ΦΉΚΣ, εδώ κί ένι να πείς και κί ένι να αφήκεις,

^ΑΠ’ΤΟβΣ ΈΝ ΤΟΣ ΒΟΛ\ςεβΉΚ-Σ! Απάτοβ|ος ένι αυτός большевик|ος!

ΧΤΑ ΤΌ-ΠΑ ΧΡ’ςΚΗΤ ΝΑ ΣΚΥΘΎΜ, εκ τα αυτό-πα χρειάσκεται να σηκωθούμε,

ΑΣ ΤΥΝ ^ΑΠ’ΤΟβ ΝΑ ΓΡΑΦΎΜ! εις τον Απάτοβ να γραφτούμε!

Τ ΑΣΛΊ-Τ ΓΟ ΛΈΓΥ? ΔζΥΜΑι’Τ! το |ΑΣΛΙ|του εγώ λέγω; |ЏΟΥΜΑιΑΤ|!

- Τ ΑΣΛΊ-Τ! ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ΑΚΥςΚ’Τ… -το |ΑΣΛΙ|του! παντού-πα ακουσκάται…

’ι ΜέΝΑ ΓΡ’ΠΣΗ, ΜέΝΑ ΓΡ’ΠΣΗ, άι! μένα γράψε, μένα γράψε,

(’Ν ΘέΛΣ ΑΣ ςέΡΗΣ, Ν ΘέΛΣ ΣΗ ΚΛ’ΠΣΗ) (αν θέλεις ας χαίρεσαι, αν θέλεις σύ κλάψε)

ΤΌ ΤΝ ΌΡΑ ΓΡ’ΦΤΑΝ ΣΤΥ ΟΤΡι’Δ, αυτό την ώρα εγράφθαν στο |отряд|

ΚΑΤΌΝ ΥΓδΊΝΔΑ ΈΚΣ ΝΥΜ’Τ! εκατόν ογδοήντα έξι νομάτοι!

 

ΣΤΥ Βδ’Ρ ΌΛ ΣΚΌΘΑΝ ΣΤ ^ΣΑΡΤΑΝ’ στο ποδάρι όλοι σηκώθαν στο Σαρτανά,

^ΚΥΖ\Μ’Σ ΧΑΡΎΜεΝΥΣ ΔΡΑΝ’… Κοσμάς χαρούμενος ανατρανά…

 

Έι, ΑΛΥβΛ’ιΣΗΝΙ ΤΥ Μ’Λ έι, |ΑΛΕβ_ΛΕ|ησεν-ε το |ΜΑΛ|

ΚΗ ΧΠΎΝΙ ΤΑ ΚΑΜΒ’ΝΙΣ… και χτυπούνε τα καμπάνες…

ΑΚΎςΚΝΙ ΛΌιΑ Π’Λ ΚΗ Π’Λ: ακούσκονται λόγια πάλι και πάλι:

ΤΈΚ ΈΚΛΙΓΑΝ ΤΑ Μ’ΝΙΣ… |ΤΕΚ| έκλαιγαν τα μάνες…

ΤΥ Μ’Λ ΔΥΒΛΈβ, ΘΑΡΉΣ-ΚΗ, ΜΛ’Ρ, το |ΜΑΛ| |ΔΟΙβ_ΛΕ|εύει, θαρρείς-και, μυλάρι,

Ξ’Χ ΤΡέΜΗΥΤ ΚΡΉιΥ Π’ΤΥΣ. |ΞΑQ| τρέμεται κρύο πάτος.

’ιτσ ΣΚΌΘΑΝ ^ΣΑΡΤΑΝ\ΌΤ ΣΤΥ Βδ’Ρ έτσι σηκώθαν Σαρτανιώται στο ποδάρι

ΚΗ δ’βΑΝ ΝΔΥΝ ^ΑΠ’ΤΟβ… και διάβαν εν τον Απάτοβ…

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ 1967. σελίδα19

 

δΌΚΣΑ ΒΡΉςΚ ΤΟ ΣέΝΑ…

η δόξα, βρίσκει αυτή εσένα…

ΠΉΗΜΑ ποίημα

1.

ΑΧ ΤΥ ΦΡΌΝΤ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ, εκ το front εις τη χώρα, (front= το μέτωπο του πολέμου)

ΣΤΑ ^ΣΑΡ’ΝΔΑ ΠέΝΔΙ, στα Σαράντα Πέντε,

ΉΡΣΗΝ ^ΜΉςΑΣ Σ ΣΠΉΤ-ΤΙΝ, γύρισε Μίшας εις σπίτι-των,

ΛΊΓΥΣ Πδ’ΡιΑ ΠέΜΝΙΝ… δίχως ποδάρια απέμεινε…

          απο το μέτωπο στο χωριό, στα σαράντα πέντε (1945), γύρισε ο Μίшας στο σπίτιτους, δίχως πόδια απέμεινε…

 

Κτσέβ Π’Σ ΤΑ ΤΑι’ΧιΑ-Τ, κουτσεύει πάνω εις τα |ΔΑιΑQ|ια-του,

ΈΒΗΝ ΠέΣ Τ ΑβΛΊ-ΤΙΝ, έμβη απ’έσω τη αυλή-των,

ΠδΙΝΑ τεΝ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ, πουθενά κί έν κανείς-πα,

ΤΈΚ ΓΗΡΝΊΖ ΤΥ ςΚΛΊ-ΤΙΝ. |ΤΕΚ| γυρνίζει το σκυλί-των.

          κουτσαίνει πάνω στις πατερίτσεςτου, μπήκε στην αυλήτους, πουθενά δέν είναι κανένας, μόνο γρυλίζει το σκυλίτους.

 

Τ ΧΑΡΑΛΔΊ-Τ ΧΥΡΤ’ΡιΑ, το |QΑΡΑΛΔΙ|του χορτάρια,

ΑΧ ΤΑ ΜέΣΑ Π’ΝΥ. εκ τα μέσα πάνω.

Ν ΠΌΡΤΑ ΚΥΛδΥΜέΝΥ – την πόρτα κλειδωμένο -

«ΠΌΣ τΗ ΦέΝΙΤ Μ’ΝΑΜ?» «πώς κί φαίνεται μάνα-μου;»

 

ΝΎΝΣΗΝ ’ιτσ ΤΌ Τ ΌΡΑ, νούνισεν έτσι αυτό τη ώρα,

Π’Χ ΧΥΜςΎ-Τ Ν ΠΞΑΝΈιΑ, απ’εκ qomşu|του την |ΒίΞΑΝ|έα

δΎι ΔΑΎς ΧΥΜς’βΑ-Τ, δώει |ΔΑβΟΥς|, |qomşu|άβα-του

ΈΡΚΗΤ δΌ ΜΑΡέιΑ. έρχεται εδώ μερέα.

 

- ΖέΡ τΗ ΑΓΝΥΡΉΣ-Με, - |ΖΑΡ| κί γνωρίζεις-με,

ΠΌΣ ΒΗΓΛΊΖΣ ’ιτσ Π’ΝΥ-Μ? πώς βιγλίζεις έτσι πάνω-μου;

^ΜΉςΑΣ ΉΜΗ, ^ΜΉςΑΣ! Μίшας είμαι, Μίшας!

^ΛέΝΑ, ΠΎ ΈΝ Μ’ΝΑ-Μ? Λένα, πού ένι μάνα-μου;

 

β’ι, ΔΥΓΚΎςΑ- Γ’ΝΙΣ, βάι, |ΔΟΙCΥς|ια – γάνες,

ΠΉΚΡΗΣ ΚΗ ΦΑΡΜ’τιΑ! πίκρες και φαρμάκια!

Ν ΞΠΎΝΑ-Τ Π’ΝΥ-Τ ΚΡέΜΗΤ, την |ΞΙΠΟΎΝ|α-του πάνω-του κρέμεται,

ΟΦτΗΡΑ Τ ΑΜΒΛΑΤιΑ-Τ. εύχερα τα ωμοπλάτια-του.

 

ΠΎ ΝΑ Π’Ρ ΑΓΝΌΡΖΜΥ, πού να πάρει γνώρισμο,

ΜΌΝΥ ΠςΉ ΤΥΝ ΠέΣΝΙΝ <ΠέΜΝΙΝ>. μόνο ψυχή τον απέμεινεν.

Μι’Ζ, ΘΑΡΉΣ - ΚΗ, Π’ΠΥΣ, μοιάζει, θαρρείς-και, πάππους,

ΤΈΚΑΣ ΈΝ ΚΥΣΠέΝΔΙ. |ΤΕΚ|ας ένι εικοσιπέντε.

 

β’ι, ΤΑ ΑΝΑΚΑΤΊιΑ, βάι, το ανακατία,

ΧΤ ΧΌΡΑ ΣΌΛΣ-ΠΑ ΦΚ’ΛΣΗΝ! εκ τη χώρα εις όλους-πα κουβάλησεν!

- ^ΜΉςΑΣ! - ΧΎΛΚΣΗΝ ^ΛέΝΑ, - Μίшας! χούλιξε Λένα,

ΈΔΡΑΜΗΝ ΑΝΚ’ΛΣΗΝ. έδραμεν αγκάλισεν.

 

ΤΊ-ΠΑ, ι’Ν Τ ΑΤΌΝΑ αυτή-πα, οία άν τα αυτόνα,

ιΌΜΥΣΗΝ ΚΥΣΠέΝΔΙ. γιόμωσεν εικοσιπέντε.

ΉΤΥΝΙ ΣΟΛΔ’ΤΚΑ, ήτονε |ΣΟΛΔΑΤ|ικα,

ΤΌΡΑ ςΉΡΑ ΠέΜΝΙΝ. τώρα χήρα απέμεινεν.

 

- ΤΥΝ ^Ηβ’Ν-Μ, ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ-Μ, τον Ιβάν-μου, τον άντρα-μου,

ΠΎ ΤΥΝ ΦΉΚΗΣ, ^ΜΉςΑ? πού τον αφήκες, Μίшα;

ΜΑΝΓΚΡΑΈβ, ΑΡΉΣΚΥΣ, |ΜΕγγΡΕ|εύει, α-ρίζικος,

Ν ΉςΗΝ ΚΗ ΝΔΥ τΉςΗΝ. εν είχε και εν τω κί είχεν.

 

ΈΔΡΑΜΑΝ ΤΑ δ’ΚΡΗΣ-τς έδραμαν τα δάκρες-της

ΜΉςΑ Τ ΓΎΛΑ ςΛΌΘΙΝ, Μίшα τη γούλα χηλώθη,

Χ ΗΝΕΚΎ Τ ΑΝ’ΣΑ, εκ γυναικός τη ανάσα

ΠέΣΥ-Τ Κ’Τ ΛΑΡΌΘΙΝ. απ’έσω-του κάτι ιλαρώθη.

 

ΠέΣΥ-Τ Κ’Τ ΣΑΛΈΦΤΙΝ, απ’έσω-του κάτι σαλεύθη,

ΚΗ Ν ΚΑΡδΊιΑ-Τ ΧΛι’ΘΙΝ, και την καρδία-του χλιάθη,

ΦΌΣ ΣΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ Φ’ΝΙΝ, φώς στα μάτια-του εφάνη,

ΚΗ ΤΑ ΠΌΝιΑ-Τ ΣΤ’ΘΑΝ. και τα πόνια-του στάθησαν.

 

β’ι, ΔΥΓΚΎςΑ - Γ’ΝΙΣ, βάι, |ΔΟΙCΥς|ια – γάνες,

ΠΉΚΡΗΣ ΚΗ ΦΑΡΜ’τιΑ! πίκρες και φαρμάκια!

ΤΌΣ ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ Τ ^ΛέΝΑ, αυτός αγκάλισε τη Λένα,

ΣΗΠΑΈβ ΧΤ ΑΜΒΛ’ΤιΑ: |ΣίΠΑ|εύει εκ τα ωμοπλάτια:

 

- ΣΌΠΑ, ^ΛέΝΑ, ΣΌΠΑ, - σώπα, Λένα, σώπα,

ΠΉΚΡΑ ΈςΣ ΣΗ ΜέΓΑ, πίκρα έχεις σύ μέγα,

’ΝΔΡΑ-Σ ΟΤ ΣΚΥΤΌΘΙΝ, άντρας-σου οτι εσκοτώθη,

ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥΜ, ΠέΚΑ… τί να κάνουμε, |ΠΕΚ|α…

 

ι’Ν ΤΑ ΣέΝΑ ΉΝΝΙ οία άν τα σένα γίνονται

ςΛι’δΙΣ, ΜΗΛΛΗΌΝιΑ, χιλιάδες, μιλλϊόνια,

ΤΊΝΑ ΦΉΚΗΝ ΝέΜετσΣ, τίνα αφήκε ΝΕΜΕτς|ης

ΑΝΔΑ ’ΓΡΑ ΠΌΝιΑ. εν τα άγρια πόνια.

 

ΣΌΠΑ, ^ΛέΝΑ, ΣΌΠΑ, σώπα, Λένα, σώπα,

Πέ-ΤΥ, ΠΎ ΈΝ Μ’ΝΑ-Μ? πέ-το, πού ένι μάνα-μου;

…^ΛέΝΑ ΔΡ’ΝΣΗΝ ΛΌΡιΑ-τσ, …Λένα ανατράνησεν ολόγυρα-της,

ΦΣΌΝΚΣΗΝΗ ΤΑ Μ’ΓΛΑ-τσ. σφόνιξεν-ε τα μάγουλα-της.

 

Γ’ΛιΑ - Γ’ΛιΑ δ’βΑΝ, αγάλια – αγάλια διάβησαν,

^ΛέΝΑ ΒΗΛΔ<Ρ>ΑΈΦΤΙΝ: Λένα |ΒίΛΔίΡ|αεύθη:

- ’ΡΤΑΧ ΤΡΉιΑ ΜΉΝΙΣ, - |ΑΡΤΙQ| τρία μήνες

Μ’ΝΑ-Σ ΧΤΑ ΣΧΥΡέΦΤΙΝ. μάνα-σου εκ τά συγχωρεύθη.

 

δΊιΑ ΠΟΧΟΡΌΝΚΗΣ δοία |ΠΟΧΟΡΟΝΚ|ες (|ΠΟΧΟΡΟΝΚΑ| στα ρωσικά =πένθος, νεκρώσιμη είδηση)

ΠΉΡΗΝ ΈΝΑ, ΈΝΑ. πήρεν ένα – ένα:

Τ ΈΝΑ Π’Σ ΤΥΝ Τ’ΤΑ-Σ, το ένα πάνω στον τάτα-σου,

Τ ’ΛΥ Π’Σ ΤΙ ΣέΝΑ. το άλλο πάνω στα εσένα.

 

Τ ΑΝΙΓ’Ρ ΑΧ Ν ΠΌΡΤΑ, το ανοιγάρι εκ την πόρτα

ΈΧΥ ΤΜΑΡΗΜέΝΥ. έχω τιμαρεμένο.

’ιΔΑ ΣΤΥ ΑΝΊΚΣΥ, - άιντε ας το ανοίξω,

ΛΈ ΤΥΝ ^ΜΉςΑ ^ΛέΝΑ. λέει τον Μίшα Λένα.

 

ΈΒΑΝ ΠέΣΥ δΊ-ΤΙΝ, έμβαν απ’έσω δοίοι-των,

δ’ΚΡΥΣΑΝ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ… δάκρωσαν τα μάτια-του…

β’ι, ΔΥΓΚΎςΑ - Γ’ΝΙΣ, βάι, |ΔΟΙCΥς|ια – γάνες,

ΠΉΚΡΗΣ ΚΗ ΦΑΡΜ’τιΑ… πίκρες και φαρμάκια…

 

2.

^ΛέΝΑ Π’ι ΑΣ Τ δΛΊιΑ, Λένα πάει εις τη δουλεία,

ΣΤΥ ΚΟΛΧΌΖ, ΑΣ Τ ΦέΡΜΑ. στο |ΚΟΛΧΟΖ|, εις τη |ферма|.

Τ ΜΉΡΑ-τσ ΚΌΦΤ ΑΧ Τ ΓΎΛΑ-τσ τη μοίρα-της κόφτει εκ τη γούλα-της (μοίρα, =μερίδα φαγητού)

ΚΗ ΤΥΝ ^ΜΉςΑ ΦέΡ-ΤΥ. και τον Μίшα φέρει-το.

 

β’ι, ΔΥΓΚΎςΑ - Γ’ΝΙΣ, βάι, |ΔΟΙCΥς|ια – γάνες,

ΠΉΚΡΗΣ ΚΗ ΦΑΡΜ’τιΑ! πίκρες και φαρμάκια!

^ΛέΝΑ ιΑςΛΑΝΈΦΤΙΝ, Λένα |ιΑς_ΛΑΝ|εύθη,

ΉΦεΡΗΝ ΧΑΝ’ΤιΑ. ήφερε |QΑΝΑΤ|ια.

 

ΤΊ δΑΦΤΊ-τσ τΉ ΚΣέΡ-ΤΥ, αυτή δε-αυτή-της κί ξέρει-το,

ΉΞ-ΠΑ τΉ ΓΡΗΚ’-ΤΥ, |hίΞ|-πα κί γροικά-το,

ΠΌΣ ’ιτσ ΖΒδ’Ζ ΣΤΥ ^ΜΉςΑ, πώς έτσι σπουδάζει στο Μίшα,

ΚΗ ΚΑΚ’ ΡΥΘΜ’-ΤΥΝ? και κακά αροθυμά-τον;

 

ΤΥ ΣΥΓΛΊ τΉ ΜΛΌΝΣ-ΤΥ, το σουβλί κί μουλώνεις-το (παροιμία)

ΧΤΥ ΣΑΚΎΛ-ΠΑ ΦέΝΙΤ: εκ το σακκούλι-πα φαίνεται:

ΠέΛΣΑΝ Ν’Μ ΠέΣ Τ ΧΌΡΑ, απέλυσαν |ΝΑΜ| απ’έσω τη χώρα

^ΜΉςΑΣ Π’ι ΑΣ Τ ^ΛέΝΑ. «Μίшας πάει εις τη Λένα».

 

ΚΎΖΜΥΚΥ ΤΟ ΣΤΌΜΑ, κόσμικο το στόμα,

ΤΌ τΉ ΛΈιΣ-ΤΟ «ΣΌΠΑ!» αυτό κί λέεις-το «σώπα!».

ΠΉΡΑΝ Τ ΈΝΑ ΝΤ ’ΛΥ πήραν το ένα εν τω άλλω

ΚΗ ΤΑ ΛΌιΑ ΚΌΠΑΝ. και τα λόγια εκόπησαν.

 

3.

ΣΤΥ ΚΟΛΧΌΖ Κ’Μ δΛΊιΑ ^ΜΉςΑΣ – στο |ΚΟΛΧΟΖ| κάμει δουλεία Μίшας -

ΦΛ’ι ΣΤ ΑβΛΊ Τ ΑΜΒ’ΡιΑ. φυλάει στη αυλή τα |ΑΜΒΑΡ|ια.

ΠΎ ΝΑ Κ’Μ ΜΗ ’ΛΥ δΛΊιΑ, πού να κάμει άλλο δουλεία, (αυτό το ΜΗ δέν πρέπει να είναι το κοινό «με», που αντ’ αυτού στη Ρωμαίικη λέγεται «ΑΝ». το τουρκικό ερωτηματικό μόριο –ΜΙ, δέν το έχω βρεί πουθενά στη Ρωμαίικη. εδώ θα έλεγα πως είναι το «μή» =μήπως, ή «αμή» =και βέβαια, αλλα το μήπως στη Ρωμαίικη λέγεται ΖεΡ, το αμή δέν χάνει το α-, συνεπώς ΚΑΜ ΜΗ είναι απλώς τυπογραφικό λάθος για ΚΑΜΗ)

ΛΊΓΥΣ δΊιΑ Πδ’ΡιΑ? δίχως δοία ποδάρια;

 

ΈΝ ΜεΓΌΛΑ ΕΚΣΗΚΛΊΧιΑ, ένι μεγάλα |ΕΚΣίΚ_ΛίΚ|ια,

ΌΛΑ ΥΡΑιΜέΝΑ… όλα |ΟΥΡ|αημένα…

τέΝ ΝΈ ΤΡ’ΚΤΟΡΗΣ, ΝΈ βΌιδΑ, κί ένι |ΝΕ| |ΤΡΑΚΤΟΡ|ες, |ΝΕ| βόδια,

Π’Λ ΘΑ Πι’ΚΣ ΑΧ ΈΝΑ. πάλι θα πιάκεις εκ ένα.

 

ΣΤ ΟΓΟΡΌΔ ΚΟΛΧΌΖΝΗΚ ΚΖέΝΝΙ – στο |огород| |колхозник| εκβαίνουνε -

ΣΚ’ΦΝΔΥ ΝΔΑ ΛΙΣΚ’ΡιΑ. σκάφτουν-το εν τα λισγάρια.

ΤΑ ΣΟ<Λ>Δ’ΤΚΗΣ ΠΑΡΓΥΡΉςΚΝΙ – τα |ΣΟΛΔΑΤ|ικες παρηγορίσκουνε -

τΉΡΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ. κί γύρισαν τα παλληκάρια.

 

ΜΑ ΤΊ Κ’ΜΝΙ δΛΊιΑ ΒέΚΚΑ, μα αυτοί κάμουνε δουλεία |ΒΕΚ|ικα,

ΑΝ Τ ΑΓ’Π ΣΝ ^ΠΑΤΡΉδΑ – εν τη αγάπη στην Πατρίδα -

ΘέΛΝΙ ΠΛΎςΚΥ ΚΗ ΝΑΜΛΊδΚΥ θέλουνε πλούσικο και |ΝΑΜΛΙ|δικο

Π’ΛΙΣ ΝΑ ΤΥ ΉδΑΝ. πάλις να το είδαν.

 

4.

τές ΤΥ ΖΉΣΜΥ ΣΤΊΚΣΜΥ – κί έχει το ζήσιμο στήξιμο -

Π’ι ΤΟ ΈΜΒΡΥ Π’ΝΔΑ. πάει αυτό έμπρο πάντα.

ΤΥ ΔΥΓΚΎς ΧΤΑ ΣΤ’ΘΙΝ, το |ΔΟΙCΥς| εκ τα εστάθη,

ΘΑ ΝΙΣΤΊ Α ΤΡ’ΝΔΑ. θα γινιστεί |hΑ| τριάντα.

 

ΘΑ ΝΙΣΤΊ Α ΤΡ’ΝΔΑ θα γινιστεί |hΑ| τριάντα

ΧΡΌΝιΑ δΟΚΣΑΖΜέΝΑ! χρόνια δοξασμένα!

τΗΝΥΡέΘΙΝ Τ ΧΌΡΑ-Μ, καινουργιώθη τη χώρα-μου,

ΤΥ ΑΓΑΠΗΜέΝΥ-Μ! το αγαπημένο-μου.

 

^ΛέΝΑ ΕΜΒΡΥΛ’ΤΣΑ Λένα εμπρολάτισσα

ΉΝΔΥΝΙ ΑΣ Τ ΦέΡΜΑ – εγένετον-ε εις τη |ферма| -

ΤΥ τιΑΜΉΛΚΥ Τ δΛΊιΑ, το |ΚΑΑΜίΛ|ικο το δουλεία,

Σ’Ν ΚΗ Ν’Μ ΤΟ ΦέΡ-ΣΕ. |ΣΑΝ| και |ΝΑΜ| αυτό φέρει-σε.

 

Τ ^ΛέΝΑ ΚΗ ΤΥΝ ^ΜΉςΑ, τη Λένα και τον Μίшα,

ΧΎΛΚΣΑΝ-τσ ΑΣ Ν ΚΟΝΤΌΡΑ: χούλιξαν-τους εις την |контора|:

«ΠΌΣ Αιτσ ΧΛΊΖΝΙ δΊ-ΜΑΣ? «πώς έτσι χουλίζουνε δοίοι-μας;»

ΤΊ ΝΥΝΊΖΝΙ ΤΌΡΑ. αυτοί νουνίζουνε τώρα.

 

5.

ΣΤ ’ΛΥ Τ ΜέΡΑ ΑΝΔΥΝ ^ΜΉςΑ, στη άλλο τη μέρα εν τον Μίшα

δ’ιΝ ΣΝ ΚΟΝΤΌΡΑ ^ΛέΝΑ. διάβη στην контора Λένα.

ΠΡεΔΣεΔ’ΤεΛ\Σ ΠΉΡΗΝ-τσ ΠέΣΥ, |председатель|ης πήρε-τους απ’έσω, (|председатель|=chairman =πρόεδρος)

ςέΝΚΑ - ςεΡΥΜέΝΑ. |ςΕΝ|ικα – χαιρουμένα.

 

ΣΤΥ ΤΡΑΠέΖ ΝΑ Κ’τσΝΙ ΌΡΣΗΝ-τσ, στο τραπέζι να κάτσουνε όρισε-τους,

ΛΌιΑ ΛΈ - ΜΥΡΦΉιΑΣ: λόγια λέει – ομορφίας:

- ΣΉΣ ΧΑΖ’ΝΗΠΣΙΤΙ Σ’ιΜΥ – σείς |QΑΖΑΝ|ευσετε |ΣΑΑ|εμο

ΝΔΥ ΚΑΛΌ-ΣΑΣ δΛΊιΑ. εν τω καλώ-σας δουλεία.

 

ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ, ΑΣ Ν ΠΡΑβΛέΝιΑ, εκ αυτό-πα, εις την правленя,

ΝΎΝΣΑΜ-ΔΥ ΜΗΣ ’ΡΤΑ, νούνισαμε-το ημείς |ΑΡΤΙQ|,

ΣΤΥ ΚΥΡΌΡΤ ΝΑ ΣΑΣ ΠεΛΊΣΥΜ, στο |курорт| να σας απολύσουμε, (|курорт| =resort =τόπος παραθέρισης, διακοπών)

ΑΣ ΤΥ ^ΚΡΊΜ, ΑΣ Τ ^ι’ΛΤΑ. εις το Κρίμ, εις τη Γιάλτα.

 

ΤΑ ΠΥΤέβΚΗΣ Π’ΡΗΤ ΤΎΤΑ τα |путевк|ες πάρετε τούτα (путевка =tour= ταξίδι αναψυχής, σχέδιο ταξιδιού μαζί με τα σχετικά εισιτήρια)

ΚΗ ΧΑΡΔζΛΊΧ ΚΑΤΛΊΓΥ… και |hΑΡЏΛΙQ| κάτι λίγο…

’βΡ ΝΑ Π’ιΤΙ, ΓΌ ΜΑςΉΝΑ αύριο να υπάγετε, εγώ |ΜΑшΙΝΑ|

ΠΉΣΥ-ΣΑς ΠεΛΊΓΥ… πίσω-σας απολύω…

 

…ΑΧ Τ ΧΑΡ’-τσ Ξ’Χ Ρ’ΝτσΗΝ ^ΛέΝΑ, …εκ τη χαρά-της |ΞΑQ| ράντησε Λένα,

ΑΝΚΑΛΊΖ ΤΥΝ ^ΜΉςΑ – αγκαλίζει τον Μίшα -

ΝΎΝΖΗΝ-ΔΥ ΖέΡ ΤΊ ΚΑΜΉιΑ νούνιζε-το |ΖΑΡ| αυτή καμία

ΤΊΤΚΥ β’ΧΤ ΝΑ ΉςΗΝ. τοίουτικο |ΒΑhΤ| να είχεν.

 

ΤΌΤ, ΤΑ ΠΎΛΗΣ ΝΔΑ ΔΥβΛ’ιβΑΝ, τότε, τα |пул|ιες εν τά |ΔΟΙβΛΕ|ευαν,

ΒΌΜΒΗΣ ΑΝΔΑ ςΎΡΖΑΝ, βόμβες εν τά σιούριζαν (=σύριζαν),

ΣΤΥ ΚΥΡΌΡΤ ΝΑ Π’ι ΝΔΥΝ ’ΝΔΡΑ-τσ, στο |курорт| να πάει εν τον άντρα-της

ΤΊΝΑ ΝΑ ΤΙΝ ΧΎΛΖΑΝ? αυτήνα να την χούλιζαν;

 

ΤΌΤ, ΝΔΑ ΈΦΤΑιΝ δΛΊιΑ ΣΤ ΦέΡΜΑ, τότε, εν τά εύθειαζε δουλεία στη |ферма|,

Σ ΔΥΓΚΥςΉ ΖΑΜ’ΝιΑ, εις |ΔΟΙCΥς|ίου |ΖΑΜΑΝ|ια,

ΛΊΓΥΣ ΈΝΑ βΎΚΑ Φ’ιΜΥ… δίχως ένα βούκα φάγημο…

ΧΡΌΝιΑ - ΧΉΡΖΑΜΑΝιΑ!... χρόνια - |ΑhίΡ-ΖΑΜΑΝ|ια!...

 

6.

ΚΖέβΑΝ ΌΚΣΥ, Π’ΓΝΙ Σ ΣΠΉΤ-ΤΙΝ, εξέβαν έξω, υπάγουνε εις σπίτι-των,

ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ ΧΑΡΥΜέΝ. δίχως άκρα χαρουμένοι.

^ΜΉςΑΣ Κτσέβ Π’Σ ΤΑ ΤΑι’ΧιΑ-Τ, Μίшας κουτσεύει πάνω στα |ΔΑιΑQ|ια-του,

ΧΤ ^ΛέΝΑ ΠΉΣΥ τΉ ΠΗΜέΝ. εκ τη Λένα πίσω κί απομένει.

 

ΥΡΑΝΌΣ, ΘΑΡΉΣ-ΚΗ , ΠΣέΛΝΙΝ, ο ουρανός, θαρρείς-και, ψήλαινεν,

ΉΛιΥΣ τι’ΛΥ ΦΥΣΑΡέβ… ήλιος και άλλο φωσερεύει…

Τ ΧΌΡΑ-Μ ΜΌΡΦιΑΝΙΝ ΧΤΑ ΦΛ’ΚιΑ – τη χώρα-μου ομόρφιανε εκ τα флаґ|ια -

Μ’ιΣ Α Ξ’ΛΚΑ ΔζΥιΥΧΛΈβ. Μάης |hΑ| |ΞΑΛ|ικα |ЏΟιΟΥQ_ΛΑ|εύει.

          ο ουρανός, θαρρείς και ψήλωσε, ο ήλιος πιό πολύ φωτίζει (τώρα)… το χωριόμου ομόρφυνε απο τις σημαίες, ο Μάης, νά! γρήγορα πλησιάζει.

 

Τ ΧΌΡΑ-Μ ΤΜ’ςΚΗΤ, ΚΌΖΜΥΣ ΤΜ’ςΚΝΙ, τη χώρα-μου ετοιμάσκεται, κόσμος ετοιμάσκονται,

ΑΣ ΤΥ ΜέΓΑ-ΤΙΝ Τ ιΥΡΤΊ – εις το μέγα-των τη γιορτή -

ΑΧ ΤΑ ΣΤ’ΘΙΝ Τ ΝΑΚΑΤΊιΑ, εκ τά εστάθη τη ανακατία,

ΤΡ’ΝΔΑ ΧΡΌΝιΑ ΝΑ ΝΙΣΤΊ! τριάντα χρόνια να γινιστεί!

 

ΧΤΑ ΓΥΡΓ’ ΈΝ ^ΜΉςΑΣ ΔέΔΑ, εκ τα γοργά ένι Μίшας |деда|,

ΑΝΕΠςΌ-Τ ΣΤΥ ΣΚΌΛιΥ Π’ι. ανεψιό-του στο σχόλειο πάει.

ιΌ-Τ ^Ηβ’ΝΣ ιΥΜΌΝ ΤΑ ΤΡ’ΝΔΑ – γιό-του Ιβάν|ης γιομώνει τα τριάντα -

ΤΌΣ Κ’Μ δΛΊιΑ Π’Σ Ν ΚΟΜΒ’ιΝ. αυτός κάμει δουλεία πάνω στην |combine|.

 

ΠΉΡΗΝ Τ’ΤΑ-Τ Ν ΒΑςΧΑΡΉιΑ, πήρε τάτα-του την |ΒΑшΧΑΡ|εία,

ΈΜΒΡΥ Χ ΣΌΛΣ ΝΑ ΈΝ ΗΡέβ – έμπρο εκ τους όλους να ένι γυρεύει -

Κ’ΘΑ ΧΡΌΝΥ Π’Σ Ν ΚΟΜΒ’ιΝΑ, κάθε χρόνο πάνω στην |combine|α,

Χ ΌΛΣ ΠΥΛ’ ΜΑΧΣΎΛ ΞΑΛΈβ. εκ όλους πολλά |ΜΑhΣΟΥΛ| |ΞΑΛ|εύει.

 

ΝΔΥ ΠεδΊ-Τ ΚΑΚ’ ΤΟΣ ςέΡΗΤ, εν τω παιδί-του κακά αυτός χαίρεται,

ςέΡΗΤ ^ΜΉςΑΣ Ν ΣΌΛΣ ιΑςΛ’ΡΣ, χαίρεται Μίшας εν τους όλοις |ιΑςΛΑΡ|οις,

ΚΗ ΝΥΝΊΖ - Σ ΚΑΛ’ ΤΑ ςέΡΑ, και νουνίζει – εις καλά τα χέρια

ΠέΜΝΙΝ ΖΉΣΜΥ Τ ΑΝΙΓ’Ρ. απέμεινε ζήσιμου το ανοιγάρι.

 

ΚΥΤΥΡΎ ΤΥ έΜΑ τέΡΗΝ - |ΚΟΙΤΥΡΥ| το αίμα κί έρρεεν -

ΣΤΥ ΠΥΛΈΜΖΜΥ ΉΝΚΣΑΜ ΜΉΣ! στο πολέμισμο ενίκησαμε εμείς!

ΟΤ ΚΑΡδ’ΡΚΑ ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΥΣ, οτι καρδάρικα εν |ΔΥςΜΑΝ|ους

ΤΌΤ ΠΥΛΈΜΖΗΝ Κ’ΘΑ ΉΣ. τότε πολέμιζε κάθε είς.

 

7.

ΚΌΖΜΥΣ ΤΑ ΜεΔ’ΛιΑ κόσμος τα μετάλλια

ΑΣ Τ ιΥΡΤΊ ΦΥΡέΝΝΙ εις τη γιορτή φοραίνουνε

ΚΗ ΜεΓΑΛΙΦΤΡ’δΚΑ και μεγαλευτράδικα

ΣΤΥ ΠΑΡ’Δ ΠΑΈΝΝΙ. στο |ΠΑΡΑΔ| παγαίνουνε.

 

ΦέΝΙΤ ΟΤ ΠΥΛΈΜΖΑΝ φαίνεται οτι πολέμιζαν

ΣΤΥ ΔΥΓΚΎς ΜεΓ’ΛΟ στο |ΔΟΙCΥς| μεγάλο

ΚΗ Ν ΠΑΤΡΉδΑ δΌΚΗΝ-τσ και την πατρίδα δώκε-τους

ΌΡΔεΝΙΣ, ΜεΔ’ΛιΑ. |ordain|ες, |ΜΕΔΑΛ|ια.

 

^ΜΉςΑΣ Π’ι Ατ\Κ’ΤΥ, Μίшας πάει εκει-κάτω,

ΣΤΑ ΜεΓΌΛΑ ΜέΡεΣ, στα μεγάλα μέρες,

ΜΑ ΧΑΡςΎ ΣΤΥΝ ΚΌΖΜΥ μα |QΑΡςΙ| στον κόσμο

τές ΝΔΥ ΤΊ ΝΑ ςέΡΗΤ. κί έχει εν τω τί να χαίρεται.

 

τές ΤΟΣ Κ’ΝΑ ΌΡΔεΝ, κί έχει αυτός κανένα |ordain|,

ΤΊΓΛΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ, τί-λογα τα παλληκάρια,

ΤΊΣ ΝΑ ΠΣΤΈΠΣ ΟΤ Χ’ΣΗΝ τίς να πιστέψει οτι εχάσεν

ΣΤΥ ΔΥΓΚΎς ΤΑ Πδ’ΡιΑ-Τ? στο |ΔΟΙCΥς| τα ποδάρια-του;

 

-ΠΌΣ τέςΣ Κ’ΝΑ ΌΡΔεΝ? - -πώς κί έχεις κανένα |ordain|;-

ΑΝΕΠςΌ-Τ ΡΥΤ’-ΤΥΝ – ανεψιά-του ρωτά-τον -

ΖέΡ ΔΥςΜ’ΝΣ ΑΧΤΡ’ΜΖΗΣ |ΖΑΡ| |ΔΥςΜΑΝ|ους |ΑQΤΑΡΜΑ|ιζες

Χ Σ ’ΛΣ ΣΗ ΠΑΡΑΚ’ΤΑ? εκ τους άλλους σύ παρακάτω; (το «παρακάτω» όπως και άλλα επιρρήματα στη Ρωμαίικη παίρνει τη συνηθισμένη κατάληξη των επιρρημάτων –α)

 

ΑΝΕΠςΌ-Τ ’ιτσ ΡΌΤΣΗΝ, ανεψιό-του έτσι ρώτησεν,

ΦΛ’ι Χ ΤΥΝ ΔέΔΑ-Τ ΛΌΓΥ… φυλάει εκ τον |деда|του λόγο…

…Π’Λ ΣΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ Φ’ΝΙΝ …πάλι στα μάτια-του εφάνη

ΔΥΓΚΥςΉΤΚΥ Τ ΦΛΌΓΑ… |ΔΟΙCΥς|ίτικο τη φλόγα…

 

ΤΊΓΛΑ ΤΌΣ ΛΑΡΎτσΚΥΣ, τί-λογα αυτός ιλαρούτσικος,

ΑΝΔΑ δΊιΑ Πδ’ΡιΑ εν τα δοία ποδάρια

ΚΖέΝ ΚΗ δ’ιΝ ΑΧ Τ ΧΌΡΑ εξέβη και διάβη εκ τη χώρα

ΝΤ ’ΛΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ. εν τα άλλα τα παλληκάρια.

 

ΣΜ’ Σ ΠΥΤ’Μ ^ΜΟΛΌΞΝΙι σιμά εις ποτάμι Μολόчνι

ΝΔΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ δΡ’ΧΤΙΝ, εν τον |δΥςΜΑΝ|ο εδράχθη,

ΠΥ ΝΔΥ έΜΑ Π’ΤΥΣ όπου εν τω αίμα πάτος

ΧΤΥ ΠΚΑΝΖΜΌ ΤΑΡ’ΧΤΙΝ. εκ το κοπανισμό ταράχθη.

κοντά στο ποτάμι Μολόчνι με τον εχθρό πιάστηκε (συγκρούσθηκε), εκεί που με αίμα η γή απο τη βία του πολέμου ανακατεύθηκε.

 

ΈΝΑ ΜέΡΑ ’ΓΡΑ ένα μέρα άγρια

ΤΡΌΜΑΖΗΝΙ Π’ΤΥΣ, τρόμαζεν-ε πάτος,

ΈΚΣ ΦΥΡές ΝΔΥ «^Μ’ΚΣΗΜ» έξι φορές εν τω «Μάξιμ» (Μάξιμ= μάρκα οπλοπολυβόλου)

^ΝέΜτσΗΣ ΚΡέΜΖΗΝ Κ’ΤΥ. Νέμτσες γκρέμιζε κάτω.

 

δεΚΑΠέΝΔΙ Τ’ΝΚΗΣ δεκαπέντε |ΤΑΝΚ|ες

ΣΤΈΡΑ ΦΑΝΙΡΌΘΑΝ, ύστερα φανερώθησαν,

δΊιΑ ΑΤΌ Τ ΌΡΑ δοία αυτό το ώρα

ΑΣ ΤΟΝ ^ΜΉςΑ ΚΛΌΘΝΙ. εις τον Μίшα κλώθουνε.

 

ΚΗ ΧΥΛΔ’ιΣΑΝ Π’ΝΥ-Τ, και |QΟΛΔΑ|ησαν πάνω-του,

Π’Σ ΤΥ «^Μ’ΚΣΗΜ» ΉΣΑ. πάνω στο «Μάξιμ» ίσα.

ΝΑ ΤΥ τσΑΛΑΠΌΣΝΙ να το τσαλαπώσουνε

ΝΎΝΣΑΝΙ ΦΑςΉΣΤΙ. νούνισανε φαшίσται.

 

ΤΥΝ ΥΡΤ’ΧΥ-Τ Ξ’ΛΚΑ τον |ΟΡΤΑQ|ο-του |ΞΑΛ|ικα

δΌΚΣΗΝ ΤΌΣ Τ ΓΑςΞ]έΤΚΑ δώκησεν αυτός τη |гащетка| (πιθανώς τυπογραφικό λάθος αντί δΟΚΗΝ)

ΚΗ δΑΦΤΌ-Τ ΓΡΑΝ’ΤΑ και δε-αυτό-του |ΓΡΑΝΑΤΑ|

ΣΉΡΝ ΠΚ’Σ Ν Τ’ΝΚΑ ςέΝΚΑ. σύρνει απο κάτω στην |ΤΑΝΚ|α |ςΕΝ|ικα.

 

Τ ΈΝΑ ΤΌΣ ΑΧΤΡ’ΜΣΗΝ, το ένα αυτός |ΑQΤΑΡΜα|ησεν,

Τ ’ΛΥ Π’Λ ΧΥΛΔ’ιΣΗΝ το άλλο πάλι |QΟΛΔΑ|ησεν

ΚΗ ΝΔΥ «^Μ’ΚΣΗΜ» Δ’ΜΑ, και εν τω «Μάξιμ» αντάμα

Σ ΌΛΣ-ΠΑ ΥΤιΥΛ’ιΣΗΝ… εις όλους-πα |ΥΤιΥΛΕ|ησεν… (ΥΤιΥΛΕ- =παλαιοτουρκικό ρήμα= «σιδερώνει», το ΥΤιΥ= σίδερο σιδερώματος, έχει περάσει στις σλαυικές γλώσσες)

          το ένα αυτός το αναποδογύρισε, το άλλο πάλι επιτέθηκε, και με το «Μάξιμ» μαζί σε όλους «σιδέρωσε». (=το ένα τάνκ ο Μίшας το κατέστρεψε με τη χειροβομβίδα, το άλλο τάνκ αντεπιτέθηκε και για να καταστρέψει το οπλοπολυβόλο, έρριξε σε όλους σαρωτική βολή)…

 

^ΜΉςΑΣ ΠΚ’Σ ΤΥ ΧΌΜΑ, Μίшας απο κάτω στο χώμα,

ΑΧ ΤΥ ΧΤΊΠΥΣ ΚΦΌΘΙΝ. εκ το χτύπος κουφώθη.

ΣΜ’-Τ ΤΑ ΑιΑΧΤ’ςΑ-Τ, σιμά-του τα |ΑιΑQΤΑς|ια-του

ΌΛ-ΤΙΝ-ΠΑ ΣΚΥΤΌΘΑΝ… όλοι-των-πα σκοτώθησαν…

 

…ΝΎΝΣΗΝ ’ιτσ ΚΗ ΔΡ’ΝΣΗΝ, …νούνισεν έτσι και ανατράνησε

Π’Σ ΤΥ ΤΈΚΝΥ ^ΜΉςΑΣ. πάνω στο τέκνο Μίшας.

Τ\ΘέΛ ΝΑ ΜΑΧΤΑΝΈΦΚΗΤ, κί θέλει να |ΜΑhΤΑΝ|εύεται,

ΛΈ ΑΣΛΊ ΤΥ ΉςΗΝ: λέει |ΑΣΛΙ| τό είχεν:

 

- ΌΛ ΣΟΛΔ’Τ ΚΑΡδ’ΡΚΑ, - όλοι |ΣΟΛΔΑΤ|οι καρδάρικα

Π’Σ ΔΥςΜ’ΝΣ ΧΥΛΔ’ιβΑΝ. πάνω εις |ΔΥςΜΑΝ|ους |QΟΛΔΑ|ευαν

ΚΗ Τ ^ΠΑΤΡΉδΑ – Μ’ΝΑ και τη Πατρίδα - μάνα

ΌΛ-ΠΑ ΧΥΡΑΛ’ιβΑΝ. όλοι-πα |QΟΥΡΑΛΑ|ευαν.

 

ΚΟΜΑΝΔΉΡ ΜΑΣ ΠΡ’ΤΖΑΝ, |commandier| μας περιπάτιζαν,

ΣΉΚΥΝΑΝ-ΜΑΣ Π’ΝΥ, σήκωναν-μας πάνω,

Ξ’ΛΚΑ ΝΑ ΔΑΓΛΈΠΣΥΜ |ΞΑΛ|ικα να |ΔΑΓΛΑ|εύσουμε

’ΤΧΥ ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ. άτεγγο τον |ΔΥςΜΑΝ|ο.

 

ΜΉΣ τΉ ΧΉιβΑΜ έΜΑ, ημείς κί |QΙ|ευαμε αίμα,

ΜΉΣ τΉ ΧΉιβΑΜ ΖΉΣΜΥ, ημείς κί |QΙ|ευαμε ζήσιμο,

ΠΌΣ ΤΥΚΌ-ΜΑΣ Τ δΛΊιΑ πως το δικό-μας το δουλεία

ΉΤΥΝ ’ΛιΑΧ ΉΣΥ. ήτον |ΑΛΑΑQ| ίσο.

γιατί η δικήμας η δουλειά ήταν εντελώς δίκαιη.

 

ΤΊΓΛΑ ΓΌ ΠΥΛΈΜΖΑ, τί-λογα εγώ πολέμιζα,

ΌΛ-ΠΑ ’ιτσ ΠΥΛΈΜΖΑΝ, όλοι-πα έτσι πολέμιζαν,

ΑΧ Τ ΑΤΌ ΤΥΝ ^ΝέΜετς εκ το αυτό τον Νέμετσ

ΠέΣ ΤΥ ΞΧΎΡ ΜΗΣ ΚΡέΜΣΑΜ! απ’έσω το |ΞΟΥQΟΥΡ| ημείς γκρέμισαμε!

 

ΜΑ ΚΑΡδ’ΡΣ Χ ΚΑΡδ’ΡΣ-ΠΑ, μα καρδάροις εκ καρδάροις-πα

ΜέΣΑ-ΜΑΣ ΓΌ ΉδΑ. μέσα-μας εγώ είδα.

ΌΡΔεΝΙΣ, ΜεΔ’ΛιΑ |ordain|ες, μετάλλια

δΌΚΗΝ ΤΙ-τσ Ν ^ΠΑΤΡΉδΑ. δώκε αυτοίτους την Πατρίδα.

αλλα πιό γενναίους και απο τους γενναίους ανάμεσαμας εγώ είδα. παράσημα, μετάλλια, τους έδωσε η Πατρίδα.

 

ΌΡΔεΝΙΣ, ΜεΔ’ΛιΑ |ordain|ες, μετάλλια

ΚΥΤΥΡΎ τΉ ΜΡ’ΖΝΙ, |ΚΟΙΤΥΡΥ| κί μοιράζουνε,

’Σ ΤΥ ΚΣέΡΣ ΑΤΎΤΥ: ας το ξέρεις ετούτο:

δΎΓΝΔΑ ΤΊ-τσ, ΤΊΣ Κς’ΖΝΙ! δόουν-τα αυτοίτους, τίνες αξιάζουνε!

 

8.

ΝΊΧΤΑ. ΦέΝΚΥΣ ΣΚΌΘΙΝ νύχτα. φέγγος σηκώθη

ΠΉΣΥ ΧΤΑ δεΝΔΡ’. πίσω εκ τα δεντρά.

ΧΤΑ ΠΣΗΛ’ βεΓΛΊΖΝΙ εκ τα ψηλά βιγλίζουνε

’ΣΤΡΗΣ ΦΥΣεΡ’. άστρες φωσερά.

 

ιΌΧ, τΉ Τ\Μ’ΤΙ Τ ΧΌΡΑ-Μ, |ιΟQ|, κί κοιμάται τη χώρα-μου,

ΤΌ ΑΝ’ΣΑ ΠέΡ. αυτό ανάσα επαίρει.

ΚΗ ΚΑΛ’ ΧΑΠ’ΡιΑ και καλά |hΑΒΑΡ|ια

Κ’ΘΑ ΜέΡΑ ΦέΡ. κάθε μέρα φέρει.

 

ΑΧ ΤΥ ΞΌΛ ΣΤΑ ΜέΝΑ, εκ το |ΞΟΙΛ| στα μένα

ΤΥ ΔΥβΛ’ιΜΥ ΣΌΝ – το |ΔΟΙβΛΕ|ημο σώνει -

ΤΡΑΚΤΟΡΝΙ ΒΡΗΓΑΔΑ |ΤΡΑΚΤΟΡ|νίου |ΒΡΙΓΑΔΑ|

ΑΝΙΚΣΚέςΥ ΣΚΌΝ. ανοιξέσιο σηκώνει. (τυπογραφικό λάθος για ΑΝΙΚΣεςΥ)

 

ΚΖέΝ ΚΥΤ\Ν’δΑ ΜέΓΑ, εκβαίνει κοκκινάδα μέγα,

Π’ι ΜΑΚΡ’ ΤΟ ΣΌΝ… πάει μακρά αυτό σώνει…

ΣΉδεΡΥ ΛΙΜέΝΥ σίδερο λειωμένο

ΣΤΑΛεβ’ΡΣ ΚΥΝΌΝ. |сталевар|ης κονώνει.

χαλυβεργάτης

 

’ΡΤΑΧ ΤΡ’ΝΔΑ ΧΡΌΝιΑ |ΑΡΤΙQ| τριάντα χρόνια

ΖΎΜ ΛΊΓΥΣ ΔΥΓΚΎς. ζούμε δίχως |ΔΟΙCΥς|.

Π’ΓΥΜ ΈΜΒΡΥ ΒέΚΚΑ, υπάγουμε έμπρο |ΒΕΚ|ικα,

δΙΝΑΤΊ ΚΗ ΠΛΎς! δυνατοί και πλούσιοι!

 

ΑΝ ΑΤΊΤΚΥ ΝΎΝΖΜΥ, εν ετοίουτικο νούνισμο,

’ΚΡΑ τές ΧΑΡ’-Τ: άκρα κί έχει χαρά-του:

^ΜΉςΑΣ δ’ιΝ ΣΤΥΝ ΉΠΝΥ, Μίшας διάβη στον ύπνο,

^ΛέΝΑ ιΑΝΑς’-Τ… Λένα |ιΑΝΑςΑ|του…

 

9.

Αβ\ΉςΣ ΜΑΈςΥ ΛΑΛΑς’ΡΚΑ αυγής μαέσιο λαλαшάρικα

ΚΛΙΦΤΌΝΔΑΣ Τ ΧΌΡΑ ΑΝΚΑΛΊΖ. κλεφτώντας τη χώρα αγκαλίζει.

Τ ΑΈΡΑ ΟΜΑΛ’ ΚΗ Σ’ΧΚΑ το αέρα ομαλά και |ΣΑΑγ|ικα

ΞΑΤ’ΛιΑ ΜΛΈιΑΣ ΚΥΝΑΝΊΖ. |ΞΑΤΑΛ|ια μηλέας κουνανίζει.

 

ΤΑ ΧΝ’ ΜΥΝΚΡΉΖΝΙ ΣΤΑ ΜΑΝΔΡΉιΑ, τα κτηνά μουγκρίζουνε στα μανδρία,

ΑΣ ΦέΡΜΑ ΚΛΌςΚΗΤ ΤΥβΑΡΞΉΣ. εις |ферма| κλώσκεται |ΤΟβΑΡΞΙ||туварчи| (απο παλαιοτουρκικό |ΤΑβΑΡ_ΞΙ|, κριμαϊκά |ΤΟβΑΡ_ΞΙ|= εκτροφέας ζώων. |ΤΑβΑΡ|=περιουσία αποτελούμενη κυρίως απο ζώα)

ΓΝΕΦΎΝ ΧΥΡι’Τ-Μ ΑΧ ΤΥ Τ\ΜΗΣΉιΥ εκνήφουν χωριάται-μου εκ το κοιμησείο,

ΚΗ ΠςΗΡΗςΚΎΝΝΙ Π’Λ ΤΑ δΛΊΣ. και επιχειρισκούνται πάλι τα δουλείες.

 

ΣΜ’ Σ ^ΜΉςΑ ΣΤ’ΘΙΝΙ ΜΑςΉΝΑ, σιμά εις Μίшα στάθην-ε |ΜΑшΙΝΑ|,

ΤΊ ΚΖέβΑΝ, Κ’ΤτσΑΝ ΑΝ Τ ΧΑΡ’. αυτοί εξέβαν, κάθισαν εν τη χαρά.

βΑΧΤΛΊδΣΑ ^ΛέΝΑ ΚΗ ΈΜ ^ΜΉςΑΣ, |ΒΑhΤΛΙ|δισσα Λένα και |hΕΜ| Μίшας,

ΤΊ ΣΉΜΥΡ ςέΡΝΙ τές ΞΑΡ’! αυτοί σήμερο χαίρονται κί έχει |ΞΑΡΕ|!

 

10.

ΛΌΝ ΚΟΛΧΌΖΝΙ Ζ’ΝιΑ, ελαύνων |ΚΟΛΧΟΖΝΙ| |ΑΖΑΝ|ια

ΠΛΈβ ΚΗ Π’ι Τ ΜΑςΉΝΑ. πλεύει και πάει τη |ΜΑшΙΝΑ|.

ΣΤΥ ΚΥΡΌΡΤ ΘΑ ΉΝΝΙ στο |курорт| θα γίνουνε

δΊ-ΤΙΝ ΈΝΑ ΜΉΝΑ. δοίοι-των ένα μήνα.

 

τέΧΝΙ ΝΑ ΝΥΝΊΣΝΙ κί έχουνε να νουνίσουνε

ΣΉΜΥΡ Π’Σ ΚΑΝ’-ΠΑ… σήμερο πάνω εις κανένα-πα…

δ’βΑΝ ^ΜΉςΑΣ, ^ΛέΝΑ, διάβαν Μίшας, Λένα,

ΑΣ ΤΥ ^ΚΡΊΜ, ΣΤ ΑΝ’ΠΑΠΣ. εις το Κρίμ, στο ανάπαυση.

 

ΣΜ’ Σ ΠΥΤ’Μ ^ΜΟΛΌΞΝΙι σιμά εις ποτάμι Μολόчνιι

Φ’ΝΑΝ ΟΒεΛΉΣΚΗΣ… φάνησαν οβελίσκες…

ΣΤΑ ^ΣΑΡ’ΝΔΑ ΤΡΉιΑ, στα Σαράντα Τρία

δΌ ΠΥΛΊ ΚΡΗΜΉΣΤΑΝ. εδώ πολλοί γκρεμίσθησαν.

 

^ΜΉςΑ-ΠΑ ΤΥ έΜΑ Μίшα-πα το αίμα

δΌ ΑΤΌΤ ΚΥΝΌΘΙΝ… εδώ ετότε κονώθη…

ΛΌΝ Τ ΣΤΡΑΤΊτσΑ τέΡΚΥ ελαύνων τη στρατίτσα |ΚΟΙΡ|ικο (|ΚΟΙΡ|= τυφλό: το δρομάκι δέν βγάζει σε άλλο δρόμο, μόνο οδηγεί στα μνημεία των πεσόντων)

ΣΤ ΟΒεΛΉΣΚ ΤΙ ΚΛΌΘΝΙ. στο |ΟΒΕΛΙΣΚ| αυτοί κλώθουνε. (απο εδώ επαναλαμβάνονται τα λόγια του «ΠΈΣΗΤ ΗΣέΝΚΑ», ποιήματος του πρώτου τόμου.)

 

^ΜΉςΑΣ ΚΖέΝ Χ Τ ΜΑΣΉΝΑ, Μίшας εξβαίνει εκ τη |ΜΑшΙΝΑ|,

Κτσέβ Π’Σ ΤΑ ΤΑι’ΧιΑ-Τ. κουτσεύει πάνω στα |ΔΑιΑQ|ια-του.

Π’Σ ΤΥ ΟΒεΛΉΣΚ ΤΟΣ πάνω στο |ΟΒΕΛΙΣΚ| αυτός

ΈβΑΛΙΝ ΞΗΞ’ΚιΑ. έβαλε |ΞίΞΕΚ|ια.

 

ΈςΞ]ΗΠΣΗΝ ΑΠ’ΝΥ, έσκυψεν επάνω,

ΠΌΝΣΗΝΙ ΚΑΡδΊιΑ-Τ… πόνεσεν-ε καρδία-του.

Φ’ΝΑΝ ΑΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ εφάνεν εις τα μάτια-του

ΌΛΑ ΤΑ ΠεδΊιΑ… όλα τα παιδία.

έσκυψε επάνω (απο το μνημείο), πόνεσε η καρδιάτου. φάνηκαν στα μάτιατου όλα τα παλληκάρια.

 

– τ\Μ’ΣΗ-τσ ΣΗΣ, Τ ΑδρέΦιΑ-Μ, κοιμάσθε σείς, τα αδέρφια-μου,

’ιτσ ιΑςΎτσΚ-ΠΑ ΠέΦΤΙΤ… έτσι jaś-ούτσικοι-πα πέφτετε,

ΜΉ ΣΗΣ ΠΥΝΙςΚΑΣΗτς, μή σείς πονίσκασθε

ΓΌ ΖΔΑΝΌΣ ΟΤ ΠέΜΝΑ. εγώ ζωντανός οτι απέμεινα.

κοιμάστε εσείς, αδέρφιαμου, και έτσι νεαροί κείτεστε. να μήν είστε σείς πονεμένοι (=θυμωμένοι) εγώ ζωντανός που έμεινα.

 

ΌΛ ΜΗΣ ’Ν ΣΚΥΤΌΘΑΜ όλοι ημείς άν σκοτώθημε,

Σ ΔΥΓΚΥςΉ ΖΑΜ’ΝιΑ, εις dœcyś-ίου zaman-ια,

ΤΙΣ ΑΤΌΤ ΝΑ ΉΝΚΣΗΝ τίς ετότε να ενίκησεν

’ΤΧΥ ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ? άτεγγο τον dyśman-ο; (’ΤΧΥ δέν μοιάζει καθόλου για τουρκική ή άλλη ξένη λ., το δέ νόημα βγαίνει απο τα συμφραζόμενα: όχι «άτυχος», αλλα ανηλεής. Αρα είναι απο την παλαιότατη ελληνική λ. άτεγγο =άτεγκτο, απο το ρήμα τέγγω= βρέχω, μαλακώνω).

όλοι εμείς άν σκοτωνόμασταν στου πολέμου τους καιρούς, ποιός τότε θα νικούσε τον ανήλεο τον εχθρό?

 

ΤΙΣ ΝΑ ΧΥΡΑΛ’ιΣΗΝ τίς να qurala-ησεν

ΤΥ ΚΗΡβΌ Ν ^ΠΑΤΡΉδΑ – το ακριβό την πατρίδα -

ΤΥ ΧΥΡΣΎτσΚΥ Τ Μ’ΝΑ, το χρυσούτσικο τη μάνα,

ΧΤΑ ΦΑςΉΣΤΣΚΗ ΦΉδΑ? εκ τα faśistski φίδια;

ποιός να έσωζε την ακριβή πατρίδα, την χρυσή τη μάνα, απο τα φασιστικά φίδια;

 

– τ\Μ’ΣΗ-τσ ΣΗΣ, Τ ΑδρέΦιΑ-Μ, κοιμάσθε σείς, τα αδέρφια-μου,

ΝΔΥ βΑΡΉ Ν ΚΑΡδΊιΑ εν τω βαρύ την καρδία

ΦΉΝΥ ΣΑΣ ΚΗ Π’ΓΥ, αφήνω σάς και υπάγω,

τέςΗΤ ΣΉΣ ΖΜΥΝΊιΑ… κί έχετε σείς λησμονία…

κοιμάστε σείς, αδέρφιαμου, με βαριά την καρδιά αφήνω εσάς και πάω, δέν έχετε εσείς λησμονιά… (= δέν λησμονιέστε).

 

11.

ΑΣ Τ ^ι’ΛΤΑ - ΜΥΡΦΉιΑ, εις τη Γιάλτα - ομορφία

ΛΑΡΎΝΝΙ ΖΑΒΎΝ. ιλαρούνται |ΖΑΒΟΥΝ|οι.

δΌ ^ΜΉςΑΣ ΚΗ ^ΛέΝΑ εδώ Μίшας και Λένα

ΣΤ ^ΛΗβ’ΔΗιΑ ΖΎΝ. στη Λιβάδεια ζούν. (Λιβάδεια: όνομα κωμόπολης κοντά στη Γιάλτα στην Κριμαία, όπου τα περισσότερα τοπωνύμια είναι ώς σήμερα ελληνικά)

στης Γιάλτας την ομορφιά γίνονται καλά οι ασθενείς. εδώ ο Μίшας και η Λένα στη Λιβάδεια ζούν.

 

ΜΑΈςΥ ΑΈΡΑ μαέσιο αέρα

δΎι ΉιΑ ΚΗ ΧΛι’Σ… δώει υγεία και χλίαση…

ΠΑΝΔΎ ΞΗΞΑΚιΎΝΙ παντού |ΞίΞΕΚ|ιούνε

ΞΗΞ’ΚιΑ ΛΥΓ’Σ. |ΞίΞΕΚ|ια λογάς.

 

ΤΑ ΠΛΊιΑ ΠεΤΎΝΙ, τα πουλία πετούνε,

ΝΤ ΧΑΡ’ ΤΡΑΓΥδΎΝ. εν τη χαρά τραγουδούν.

ΤΑ ςέΡΝΙ ΝΔΥΝ ^ΜΉςΑ, αυτά χαίρονται εν τον Μίшα,

ΘΑΡΉΣ ΟΤ ΔΡΑΝΎΝ. θαρρείς οτι ανατρανούν.

 

…ΤΡΑΓΌδ ΤΡΑΓΥδΊΣΗΤ, τραγώδι τραγωδίσετε,

ΚΑΤβ’Τ ΧΑΜΗΛ’: κατεβάτε χαμηλά:

ΑΤΎΤΥΣ, ΑΤΎΤΥΣ, ετούτος, ετούτος,

ΣΑΣ δΌΚΗΝ ΖΑΧΛ’. σας δώκε διαλυά.

 

ΑΤΎΤΥΣ, ΑΤΎΤΥΣ, ετούτος, ετούτος,

ΑΤΌΤ ΧΤΥΝ ΚΑΠΝΌ, ετότε εκ τον καπνό,

δΑΦΤΌ-Τ ΤΙΜΗΖΛ’ιΣΗΝ δε-αυτό-του |ΤΕΜίΖ_ΛΕ|ησεν

Χ ΔΥςΜ’ΝΣ Τ ΥΡΑΝΌ! εκ |ΔΥςΜΑΝ|ους το ουρανό!

 

ΧΤ ΑΤΌ-ΠΑ ΣΗΣ ΣΉΜΥΡ εκ το αυτό-πα σείς σήμερο

ΡΑΤΛΊδΚΑ ΠεΤ’Τ… |ΡΑhΑΤ_ΛΙ|δικα πετάτε…

…β’Ι, ΤΊΧΑΔΑΡ ΈΠΗΣΑΝ …βάι, τί|QΑΔΑΡ| έπεσαν

ΚΌΖΜΥΣ, ΣΟΛΔ’Τ. κόσμος, |ΣΟΛΔΑΤ|οι.

 

ΚΗ ^ΜΉςΑΣ-ΠΑ Χ’ΣΗΝ και Μίшας-πα εχάσε

ΤΑ Πδ’ΡιΑ-Τ ΑδΌ… τα ποδάρια-του εδώ…

ΝΑ Π’ι ΘέΛ ΤΥΝ ΤΌΠΥ να πάει θέλει τον τόπο

ΝΑ δΊ ΠΑΛ ΑΤΌ. να δεί πάλι αυτό.

 

ΑΤΌ, ΠΥ ΚΡΗΜΉΣΤΙΝ, αυτό όπου γκρεμίσθη

ΑτΉ, ι’Ν Τ ΧΥβΡ’, εκεί οία άν τη |QΟΥβΡΑ| (κουβάρι; QΟγΡΑ;)

Π’Σ ΠΣέΛΥΣ ΝΑΜΛΊδΚΥ – πάνω εις ψήλος |ΝΑΜΛΙ|δικο

Σ’ΠΥΝ-ΓΟΡ’! (ΣΑΠΎΝ-ΓΟΡ’ γραμμένο με κεφαλαία στο πρωτότυπο. για να είναι ακριβές το μέτρο έπρεπε να έχει άρθρο «το» πρίν απο αυτό)

 

12.

ΑΣ Τ ΕΚΣΚΎΡΣΗιΑ ΝΤ ΜΑςΉΝΑ, εις το |excursia| εν τη |ΜΑшΙΝΑ|,

ΑΣ ΤΑ ΤΌΠΣ ΤΑ δΟΚΣΑΖΜέΝΑ, εις τα τόπους τα δοξασμένα,

Π’Σ ^ΣΑΠΥΝ-ΓΟΡΑ ΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ, πάνω εις Σάπουν|гора| εν τον κόσμο,

ΉΡΤΑΝ ^ΜΉςΑΣ-ΠΑ ΑΝ Τ ^ΛέΝΑ. ήρθαν Μίшας-πα εν τη Λένα.

 

ΜΉΤΗΝΓ ΜέΓΑ ΑΤΌ Τ ΌΡΑ |meeting| μέγα αυτό το ώρα

Π’Σ ^ΣΑΠΎΝ-ΓΟΡΑ ΠςΗΡΉΘΙΝ. πάνω εις Σαπουν|гора| επιχειρήθη.

δΌ ΣΥΡέΦΤΑΝ ΤΊΣ ΠΥΛΈΜΖΑΝ εδώ σωρεύθησαν τίνες πολέμιζαν

ΚΗ ΤΊΣ ΣΤΈΡΑ-ΠΑ ΗΝΊΘΙΝ. και τίς ύστερα-πα γεννήθη.

 

Π’Σ Ν ΤΡΗΒΎΝΑ ΚΖέΝ ΉΣ έΡΥΣ, πάνω εις την |tribuna| εκβαίνει είς γέρος,

ι’Ν-ΔΑ ςΌΝιΑ ΤΑ ΜΑΛΊιΑ-Τ. οία άν τα χιόνια τα μαλλία-του.

ΜΑ ΤΥ ΠΌΡΗΜΥ-Τ τιΑΜΉΛΚΥ, μα το μπόρεμο-του |ΚΑΑΜίΛ|ικο,

ΑΝΔΑ ΌΡΔεΝΙΣ Ν ΚΑΡδΊιΑ-Τ. εν τα |ordain|ες την καρδία-του.

 

- ΤΌΣ ΕΝ, ^ΛέΝΑ, ΚΟΜΑΝΔΉΡ-ΜΑΣ! - -αυτός, ένι, Λένα, |командир|μας!

^ΜΉςΑΣ ΧΎΛΚΣΗΝ ΚΗ ΤΡΑβΉΘΑΝ, Μίшας χούλιξε και τραβήθησαν

ΛΊΓΥ ΈΜΒΡΥ ΑΣ Ν ΤΡΗΒΎΝΑ, λίγο έμπρο εις την |tribuna|,

ΤΊ ΘΑ ΛΈ ΤΟΣ ΝΑ ΤΥ ΦΚΡΉΘΑΝ. τί θα λέει αυτός να το εφουκρήθησαν.

 

- Π’Σ ^ΣΑΠΥΝ-ΓΟΡΑ ΚΑΡδ’ΡΚΑ, - -πάνω εις Σαπουν|гора| καρδάρικα,

ΉΠΗΝ ΤΟΣ, ΠΥΛΊ ΠΥΛΈΜΖΑΝ. είπεν αυτός, πολλοί πολέμιζαν.

ΑΝΔΥ ςΤΊΚ ΚΗ ΝΔΑ ΓΡΑΝ’ΤΙΣ, εν τω |штык| και εν τα |granat|ες,

ΝΔΑ ΧΑι’ιΔΑ - ΝέΜτσΗΣ ΚΡέΜΖΑΝ. εν τα |QΑιΑ|δια – Νέμτσες γκρέμιζαν.

 

ΑΧ ΤΥ ΝΎ-Μ ΠΥΛ’ ΖΜΥΝΊΘΑΝ – εκ το νού-μου πολλά λησμονήθησαν -

ΤΥ ΓεΡΌιΣΤβΟ ’ΚΡΑ τΉςΗΝ! το |геройство| άκρα κί είχεν!

ΜΑ ΠΗΧΤ’, ΠΗΧΤ’ ΑΝΚέβΥ μα πηχτά, πηχτά |Αγγ|εύω

ΤΥΝ ΓεΡΌι - ^ΤΥΠΎΖΟβ ^ΜΉςΑ. τον |герой| Τοπούζωβ Μίшα.

ηρωισμός

 

^ΛέΝΑ δΌ βΗΡΔΈΝ ΘΑΓΜ’ΣΤΙΝ, Λένα εδώ |ΒίΡΔΕΝ| θαυμάσθη,

Ρ’ΝτσΗΝ Ξ’Χ, ΘΑΡΉΣ, ΑΧ Τ ΦΛΌΓΑ. ράντησε |ΞΑQ|, θαρρείς, εκ τη φλόγα.

’ΝΔΡΑ-τσ Τ ΌΝΙΜΑ ΟΤ ΉΚΣΗΝ. άντρα-της το όνομα οτι ήκουσεν.

ΚΟΜΑΝΔΉΡΣ ΚΥΤΈβ ΤΥ ΛΌΓΥ-Τ: |commandier|ης |ΚΥΤ|εύει το λόγο-του:

συνεχίζει

 

- ΜΉΣ ΑΝ Τ ΡΌΤΑ-ΜΑΣ ΥΛΝΊΧΤΑ, -ημείς εν τη ρότα-μας ολη-νύχτα,

ΤΥ ΔζΑΠΉτσ ΑΤΎΤΥ ΠΉΡΑΜ το |ЏΑΠ|ίτσι ετούτο πήραμε

ΚΗ ΔΥςΜ’Ν ΠΥΛΊ ΑΛ’ΛΙΤ, και |ΔΥςΜΑΝ|οι πολλοί αλάλητοι

ΑΧ ΤΙ Μ’Σ ΜΥΡΜΌΡιΑ ΉβΡΑΝ. εκ τ’ εμάς μοιρομόρια ηύραν.

 

ΛΊΓΥ ΣΤΈΡΑ Π’Λ ΧΥΛΔ’ιΣΑΝ, λίγο ύστερα πάλι |QΟΛΔΑ|ησαν,

ΑΝ Τ ΑΞέβ ΧΑΡςΎ-ΜΑΣ ΝέΜτσΙ. εν τω |ΑΞΟΥβ| |QΑΡςΙ|μας Νέμετσοι.

ΤΌΤ ^ΤΥΠΎΖΟβΣ - ΠΥΛεΜέΤΞΗΚΣ, τότε Τοπούζωβ|ος - |пулеметчик|ος

ΠέΛΣΗΝτσ ΣΜ’ ΚΗ ΣΤΈΡΑ ΚΡέΜΣΗΝτσ. απέλυσε-τους σιμά και ύστερα γκρέμισε-τους.

 

τι’Λ ΑΠ ΠΉΣΥ Φ’ΝΑΝ ΈΡΚΝΙ, και άλλοι απο πίσω εφάνησαν έρχονται,

Π’Λ ΑΠ’ΝΥ ΝέΜτσΙ ΣΚΌΘΑΝ. πάλι επάνω Νέμετσοι σηκόθησαν.

ΣΜ’ ΣΤΥΝ ^ΜΉςΑ ΔΌΚΗΝ ΜΉΝΑ, σιμά στον Μίшα |ΔΟΙC|ε мина (mine, νάρκη)

Τ ΑιΑΧΤ’ςΑ-Τ ΌΛ ΣΚΥΤΌΘΑΝ. τα |ΑιΑQΤΑς|ια-του όλοι σκοτώθησαν.

 

τέΝ ΚΑΝΊΣ ΝΑ ΤΜ’Σ ΠΑΤΡΌΝιΑ – κί ένι κανείς να ετοιμάσει |патрон|ια -

«^Μ’ΚΣΗΜΣ» Ξ’ΛΚΑ ΤΌ ΚΥΡΤ’-ΤΑ. «Μάξιμ»ος |ΞΑΛ|ικα αυτό κουρτά-τα.

ιΑΝΑς’-Τ ΔΥςΜ’Ν ΣΥΡέΦΤΑΝ - |ιΑΝΑςΑ|του |ΔΥςΜΑΝ|οι σωρεύθησαν -

ΤΌΣ ΑΧΤΡ’ΜΣΗΝτσ ΑΝ Τ ΓΡΑΝ’ΤΑ. αυτός |ΑQΤΑΡΜΑ|ισε-τους εν τη |ΓΡΑΝΑΤΑ|.

 

ΑΤΌ Τ ΌΡΑ ΓΌ ΣΜ’-Τ βΡέΘΑ – αυτό το ώρα εγώ σιμά-του ευρέθα -

ΠέΣ ΤΥ έΜΑ ΜΑΛΑιΜέΝΥΣ, απ’έσω το αίμα μολεμένος,

ΤΌΣ τΉ ΠέΡΗςΚΗΝ ΑΓΝΌΡΖΜΥ – αυτός κί παίρισκε γνώρισμο -

ΠέΣ ΤΥ Φτι’Λ ΑΡΑΛΑιΜέΝΥΣ. απ’έσω το κεφάλι |ιΑΡΑΛΑ|ημένος.

 

- ΠΡ’Τ ΑΠΉΣΥ ’Σ ΤΥ δέΣΝΙ, -περάτει οπίσω ας το δέσουνε,

ΦέΡ-ΤΥ ΜέΝΑ ΣΉ ΤΥ «^Μ’ΚΣΗΜ», - φέρε-το μένα σύ το «Μάξιμ»,

’ιτσ ΤΥΝ ΉΠΑ, ΤΌΣ τΉ ΦΚΡΉΘΙΝ, έτσι τον είπα, αυτός κί εφουκρήθη,

ΉΠΗΝ ΤΈΚ: - ΠΑΤΡΌΝιΑ ΤΜ’ΣΗ! είπε |ΤΕΚ| - |патрон|ια ετοίμασε!

 

ΠςΉΡΣΑ ΓΌ ΣΟΡέβΥ ΛέΝΤΙΣ επιχείρησα εγώ σωρεύω |ΛεΝΤ|ες (лента= κορδέλα, ταινία σφαιρών πολυβόλου)

ΚΗ ΤΥΝ ^ΜΉςΑ Ξ’ΛΚΑ δΎΓΥ. και τον Μίшα |ΞΑΛ|ικα δίδω.

«ΓΡ’ΦΤΣ ΧΑΡΤΊ Τ ΜΑΝΊτσΑ-Μ Μ’ΝΑ, «γράφτεις χαρτί τη μανίτσα-μου μάνα,

ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΣ ’Ν ΣΚΥΤΥΘΎ ΓΟ!» εν |ΔΥςΜΑΝ|οις άν σκοτωθώ εγώ!»

 

ΛΈ-Με ’ιτσ ΚΗ ΖΛΉΖ Τ ΓΑςΞ]έΤΚΑ, λέει-με έτσι και ζουλίζει τη |гащетка|,

^ΝέΜτσΙ ΣΜ’, ΤΌΣ ΣΉΡΝ ΓΡΑΝ’ΤΑ. Νέμετσοι σιμά, αυτός σύρει |ΓΡΑΝΑΤΑ|.

Π’Λ ΠΥΛΊΣ ΤΟΣ ΚΑΤΑΦτι’ΛΣΗΝ, πάλι πολλοίς αυτός κατακεφάλισε,

Π’ΛΙΣ ΖΎΛΚΣΗΝτσ Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ. πάλις ζούλιξε-τους πάνω στον πάτο.

 

ΜΑ ΔΥςΜ’ΝΥΣ Τ\ΘέΛ ΝΑ δΌΧΚΗΤ – μα |ΔΥςΜΑΝ|ος κί θέλει να δόεται -

ΧΤΥ ΒΛΗΝΔ’ζ-ΤΙΝ ΚΖέΝ ΦΥΤΊιΑ. εκ το |блиндаж|των εκβαίνει φωτία.

ΚΗ ΤΑ ΓΡ’ΘΙΣ-ΜΑΣ ΑΡέΝΝΙ – και τα γράθες-μας αραιαίνουνε -

Κ’ΤΥ ΠέΛΣΑΝ ΤΑ ΠεδΊιΑ. κάτω απέλυσαν τα παιδία.

 

ΤΑ ΣΝΑΡι’ΔιΑ ΣΠ’ΝΝΙ ΛΌΡιΑ. τα |снаряд|ια σπάνουνε ολόγυρα.  (снаряд =shell, κέλυφος οβίδας, οβίδα)

ΈΝΑ ΣΠ’Ν Ξ’Χ ΣΜ’ ΣΤΥΝ ^ΜΉςΑ. ένα σπάνει |ΞΑQ| σιμά στον Μίшα.

ΣΉΡΤΙΝ δ’ιΝ ΧΤΥ ςέΡ-Τ ΤΥ «^Μ’ΚΣΗΜ», σύρθη διάβη εκ το χέρι-το το «Μάξιμ»,

ΑΝ ΤΥ ΤΊ ΝΑ ΣΉΡΝ ΤΌΣ τΉςΗΝ. εν τω τί να σύρνει αυτός κί είχεν.

 

ΤΌΤΙΣ ^ΜΉςΑΣ ΑΞΥβΛΊδΚΑ τότες Μίшας |ΑΞΟΥβ_ΛΙ|δικα

ΤΈΚΑΣ ΤΡΌΜΑΖΗΝΙ Π’ΤΥΣ, |ΤΕΚ|ας τρόμαζενε πάτος,

ΣΜ’ Σ ΒΛΗΝΔ’ζ ΝεΜέτσΚΗ βΡέΘΙΝ, σιμά εις |блиндаж| Νεμέτσκι ευρέθη,

ΠέΣΥ ΈΣΗΡΝΙΝ ΓΡΑΝ’ΤΑ. απ’έσω έσυρνε |ΓΡΑΝΑΤΑ|.

 

^ΝέΜτσΗ ΣΌΠΑΣΑΝ ΤΌ Τ ΌΡΑ, Νέμετσοι σώπασαν αυτό το ώρα,

^ΜΉςΑΣ ΌΛΣ-ΠΑ ΤΊτσ ΧΗΡΛ’ιΣΗΝ. Μίшας όλοις-πα ετούτοις |ΑhΙΡ_ΛΑ|ησεν.

ΌΛ-ΠΑ ΣΚΌΘΑΜ Π’Λ ΑΠ’ΝΥ, όλοι-πα σηκώθημε πάλι επάνω,

Π’Σ ^ΣΑΠΎΝ-ΓΟΡΑ ΧΥΛΔ’ιΣΑΜ. πάνως εις Σαπουν-Γορα |QΟΛΔΑ|ησαμε.

 

ΑΝΔΥ ΦΛ’Γ ΣΟΛΔ’ΤΣ ΤΙΣ δ’ιΝΙΝ, εν τω |flag| |soldat|ος τις διάβαινεν,

ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ ΣΚΥΤΥΜέΝΥΣ. απέλυσε κάτω σκοτωμένος.

ΧΎΝΣΗΝ ΠΉΡεΝ-ΔΥ ΤΌΤ ^ΜΉςΑΣ, χούνισεν επήρεν-το τότε Μίшας,

ΠέΣ ΤΥ έΜΑ ΜΑΛιΑιΜέΝΥΣ. απ’έσω το αίμα μολεμένος.

 

ΈΜΒΡΥ, ΈΜΒΡΥ δ’ιΝΙΝ ^ΜΉςΑΣ, έμπρο, έμπρο διάβαινε Μίшας,

ΑΝΔΥ ΦΛ’Γ ΚΗ ΑΝΔ ΓΡΑΝ’ΤΑ. εν τω |flag| και εν τη |ΓΡΑΝΑΤΑ|.

Π’Σ ^ΣΑΠΎΝ-ΓΟΡΑ ΤΟΣ ΠΉιΝ-ΔΥ, πάνω εις Σαπουν-Γορα αυτός πήγε-το,

ΜΑ δΑΦΤΌΤ-ΠΑ ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ… μα δε-αυτό-του-πα απέλυσε κάτω…

 

…ΚΗ ’ιτσ ΣΚΥΤΌΘΙΝ ΤΌ ΤΝΙ ΜέΡΑ, …και έτσι σκοτώθη αυτό την ημέρα,

ΣΟΛΔ’ΤΣ ΑΦΌβΗΤΥΣ ^ΤΥΠΎΖΟβΣ… |soldat|ος αφόβητος Τοπούζωβ|ος…

Ν ^ΠΑΤΡΉδΑ ΜέΓΑ Σ’Ν ΤΥΝ δΌΚΗΝ: την Πατρίδα μέγα |ΣΑΝ| τον δώκεν:

«^ΓεΡΟι ^ΣΟβέΤΣΚΟΓΟ ^ΣΟιΎΖΑ!». «Герой Советского Союза»  (союз =union)

 

13.

ΘΑΓΜΑΖΜέΝΥΣ ΣΤΊΚΗΤ ^ΜΉςΑΣ θαυμασμένος στήκεται Μίшας

ΚΗ βεΓΛΊΖ ΠΑΣ Τ ^ΛέΝΑ. και βιγλίζει πάνω στη Λένα.

«Σ’ΝΔΗΜ ΜέΝΑ ΤΊ ΜεΤΡΎΝΙ, |ΣΑΝ_ΔΙΜ| μένα κί μετρούνε, (|ΣΑΝ_ΔΙΜ| τουρκ.= θεώρησα)

ΉΜΗ ΣΚΥΤΥΜέΝΥΣ. είμαι σκοτωμένος.

          κατάπληκτος στέκεται ο Μίшας και κοιτάζει τη Λένα. «απ’ ό,τι κατάλαβα δέν με μετρούνε (για ζωντανό), είμαι (γι’αυτούς) σκοτωμένος.

 

ΚΥΤΥΡΎ ΤΟΤ ΠΟΧΟΡΌΝΚΑ |ΚΟΙΤΥΡΥ| τότε |похоронка| (похорон= funerals)

Σ ΣΠΉΤ τΉ ΠέΛΣΑΝ Τ Μ’ΝΑ-Μ?» εις σπίτι κί απέλυσαν τη μάνα-μου;».

ΝΎΝΣΗΝ ’ιτσ, δΑΦΤΌΤ ΔζΥΝ’ιΣΗΝ, νούνισεν έτσι, δε-αυτό-του |ЏΟΥΝΑ|ησεν,

ΚΖέΝ ΚΑΤΛΊΓΥ Π’ΝΥ. εκβαίνει κατι λίγο πάνω.

άσκοπα τότε νεκρώσιμη είδηση στο σπίτσι δέν έστειλαν στη μάνα-μου;» σκέφθηκε έτσι και μόνοςτου ξεκίνησε, βγαίνει λίγο προς τα πάνω (=προς τη μεριά του βήματος).

 

ιΥΡΥΧΤ’ δ’ιΝ ΑΣ ΝΑ ΤΡΗΒΎΝΑ, |ιΟΡΟΥQ|τά εδιάβη εις την |tribuna|,

ΚΌΖΜΥΣ Κ’Μ-ΔΥΝ ΣΤΡ’ΤΑ. κόσμος κάμει-τον στράτα.

ΚΟΜΑΝΔΉΡΣ βΗΓΛΊΖ ΑΠ’ΝΥ-Τ, |commandier|ης βιγλίζει επάνω-του,

ΤΊ ΈΝ, τΉ ΓΡΗΚ’-ΤΥ. τί ένι, κί γροικά-το.

 

^ΜΉςΑΣ ΣΤΊΚΗΤ ΛΊΓΥΣ Πδ’ΡιΑ, Μίшας στήκεται δίχως ποδάρια,

ΚΟΜΑΝΔΉΡΣ ΑςΞέΦΤΙΝ, |commandier|ης εσκέφθη (το «σκέπτεται» στη Ρωμαίικη έχει την αρχαίατου έννοια «σκοπεί, παρατηρεί»)

ΜέΓΑ ΣΜ’δ Π’Σ ^ΜΉςΑ ΝΑ ΚΎΤΡΑ, μέγα σημάδι πάνω εις Μίшα την κούτρα,

ΚΗ ςΥΒΗΛΙΝΈΦΤΙΝ. και |ςΟΥΒΕΛίΝ|εύθη.

ο Μίшας στέκεται δίχως πόδια, ο διοικητής παρατήρησε ένα μεγάλο σημάδι σου Μίшα το μέτωπο, και υποψιάστηκε.

 

«δΙΝΑΤ’ Μι’Ζ ΤΥΝ ^ΤΥΠΎΖΟβ, «δυνατά μοιάζει τον Τοπούζωβ,

’ΜΑ ΤΌΣ ΣΚΥΤΌΘΙΝ. |ΑΜΜΑ| αυτός σκοτώθη.

ΓΌ δΑΦΤΌΜ ΑΤΟΝΑ ΉδΑ, εγώ δε-αυτό-μου αυτόνα είδα

ΤΊΓΛΑ ΤΌΣ ΗΠΛΌΘΙΝ, τί-λογα αυτός ηπλώθη

 

Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ, ΠέΣ ΤΥ έΜΑ, πάνω στον πάτο, απ’έσω το αίμα,

ΛΊΓΥΣ δΊιΑ Πδ’ΡιΑ, δίχως δοία ποδάρια,

ΛΊΓΥΣ ΠςΉ, ΞΑΡΑΛΑιΜέΝΥΣ, δίχως ψυχή, |ΞΑΡΑΝ_ΛΑ|ευμένος,

ΝΔ’ΛΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ?» εν τα άλλα τα παλληκάρια!»

στον ίδιο σωρό

 

ΚΟΜΑΝΔΉΡΣ βΗΓΛΊΖ, τΉ ΠΣΤΈβ-ΤΥ. командир|ης βιγλίζει, κί πιστεύει-το.

ΧΝ’ ΠΗΧΤ’ ΑΈΡΑ. αχνά πηχτά αέρα. (ρήμα αχνά, = αχνίζει, ανασαίνει –όχι «χουνά»= ορμά)

Χ ΣΚΥΤΥΜέΝΣ ΟΤ ΖΔ’ΝΣΗΝ ^ΜΉςΑΣ, εκ σκοτωμένοις οτι ζωντάνησε Μίшας,

ΤΡέΜΝΙ Ξ’Χ ΤΑ ςέΡΑ-Τ. τρέμουνε |ΞΑQ| τα χέρια-του.

 

ΤΥ ΞΗΡ’ι-Τ Ξ’Χ ΜΗΛΑΝι’ΣΗΝ, το |ΞίΡΕι|του |ΞΑQ| μελανίασεν,

ςΞ]ΉΦΤ ΚΑΤΛΊΓΥ Κ’ΤΥ, σκύφτει κατι λίγο κάτω,

ΤΌΣ ΑΓΝΌΡΣΗΝ ΤΥΝ ^ΤΥΠΎΖΟβ, αυτός εγνώρισε τον Τοπούζωβ,

ΑΝΚΑΛΊΖ ΚΗ ΦΛ’-ΤΥΝ. αγκαλίζει και φιλά-τον.

 

ΤΥ ΑΝΚ’ΛΖΜΥ ΚΗ ΤΥ ΦΛΊΣΜΥ, το αγκάλισμο και το φίλησμο

ΉΤΥΝ ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ… ήτον δίχως άκρα…

Π’Σ ΤΑ Μ’ΓΛΑ-ΤΙΝ Ξ’Χ ι’ΛΚΣΗΝ, πάνω στα μάγουλα-των |ΞΑQ| γυάλιξεν

ΚΑΤΙΝΎτσΚΥ δ’ΚΡΥ… κατενούτσικο δάκρυο…

 

14.

’ιτσ ΉΤΥΝΙ Π’ΝΔΑ έτσι ήτονε πάντα

ΚΗ Π’ΝΔΑ ΘΑ ΈΝ: και πάντα θα ένι:

’Ν ΈΝ ΉΣΥ Τ δΛΊιΑ-Σ, άν ένι ίσο το δουλεία-σου,

ΤΌ ΖΉ, τΉ ΠΥΘέΝ: αυτό ζεί, κί αποθαίνει:

 

’Ν Κ’ΜΣ ΚΑΛΥΣΉΝιΑ, άν κάμεις καλοσύνια,

ΤΑ ΈΜΒΡΥ-Σ βΡΗςΚΎΝ. αυτά έμπρο-σου βρισκούνται.

ΠΑΛΊΚΑΡΥΣ Ν ΉΣΗ – παλληκάρος αν είσαι

ΌΛ ΣέΝΑ ΜεΤΡΎΝ. όλοι σένα μετρούν.

 

’ιτσ ^ΜΉςΑΣ-ΠΑ ΉΤΥΝ έτσι Μίшας-πα ήτον

ΤΌΣ ΜέΓΑΣ ΠΑΛΚ’ΡΣ, αυτός μέγας παλληκάρης,

ΧΤΑ ΤΌ-ΠΑ ΤΥΝ ’ΝΚΗΠΣΑΝ, εκ το αυτό-πα τον |Αγγ|ευσαν

ΜέΣΑ Σ ΚΑΡδ’ΡΣ. μέσα εις καρδάροις.

 

ΤΥΝ ^ΜΉςΑ ΑΓΝΌΡΣΑΝ-ΔΥΝ τον Μίшα εγνώρισαν-τον

τι’Λ δΟ ΣΟΛΔ’Τ και άλλοι εδώ |ΣΟΛΔΑΤ|οι

ΚΗ ΠΉΡΑΝ-ΔΥΝ Π’ΝΥ-ΤΙΝ και πήραν-τον πάνω-των

ΤΈΣΗΡ ΝΥΜ’Τ. τέσσεροι νομάτοι.

 

ΚΗ ΠΉΓΑΝ, ΚΗ Κ’ΘΣΑΝ-ΔΥΝ και πήγαν και κάθισαν-τον

ΑΣ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ. εις το τραπέζι.

βΗΓΛΊΖΝΙ ΑΠ’ΝΥ-Τ, βιγλίζουνε επάνω-του

ΧΤΑ ΌΛΑ ΜΑΡέΣ. εκ τα όλα μερέες.

 

δΌ ΌΛ-ΠΑ ΘΑΓΜ’ΣΤΑΝ εδώ όλοι-πα θαυμάσθησαν

ΚΗ ΦΛ’ι ΚΑΘΑ ΉΣ, και φυλάει κάθε είς

ΝΑ Μ’Θ ΤΊΓΛΑ ΠΌΡΝΙΝ να μάθει τί-λογα εμπόρηνεν

ΑΤΌΣ ΝΑ ΖΔΑΝΊΣ… αυτός να ζωντανήσει…

 

ΚΖέΝ ^ΜΉςΑΣ ΚΗ ΠςΉΡΣΗΝ, εκβαίνει Μίшας και επιχείρησε

ΤΥ ΛΌΓΥ-Τ ΣΑΑΤΝ’ – το λόγο-του |ΣΑ’ΑΤΙΝΑ| -

ΠέΣ ^ΚΡΊΜΣΚΗ ΤΑ Δζ’ΠιΑ απ’έσω Κρίμσκι τα |ЏΑΠ|ια

ΜΑΚΡ’ ΑιδΥΝ’: μακρά αηδονά:

 

– ΓΟ ΠέΛΣΑ ΑΚ’ΤΥ, -εγώ απέλυσα εκάτω,

ΤΑ Πδ’ΡΑ-Μ ΚΥΜέΝΑ… τα ποδάρια-μου κομμένα…

ΚΑΡδΊιΑ ΠΚΑΝΊΣΤΙΝ. καρδία κοπανίσθη.

βΖΉΝ ΦΌΣ ΑΣ ΤΑ ΜέΝΑ. σβήνει φώς εις τα μένα.

 

τΗ-ΚΣέΡΥ, ΓΟ ΌΣΥ, κί ξέρω εγώ όσο

Αιτσ ΑΡΑΛΑιΜέΝΥΣ, έτσι |ιΑΡΑΛΑ|ευμένος

ΓΟ ΈΠΗΣΑ ΤΌΤ Ν ΣΚΥ- εγώ έπεσα τότε εν σκο-

ΤΥΜέΝΣ ΒΑΣΤΡΑιΜέΝΥΣ. τωμένοις |bastır|αευμένος.

 

Α ΣΤΈΡΑ ΝΔΑ ΓΝΈΦΣΑ, |hΑ| ύστερα εν τα ενήφησα,

ΘΑΡΉΣ, ΜεΘΙΖΜέΝΥΣ – θαρρείς, μεθυσμένος-

ΓΟ τΉβΡΗςΚΑ ΤΌΠΥ – εγώ κί ηύρισκα τόπο-

ΤΑ Πδ’ΡΑ-Μ ΚΥΜέΝΑ. τα ποδάρια-μου κομμένα.

 

ΓΟ ΉΞ-ΠΑ τΗ ΠΣΤΈβΥ – εγώ |ίΞ|-πα κί πιστεύω-

ΤΑ δ’ΧΜΑ<δ’ΧΛΑ>-Μ ΣΑΛΈΦΚΝΙ τα δάχτυλα-μου σαλεύουνε

ΚΗ ΓΌ ΝΑ ΣΚΥΘΎ ΠΑΣ και εγώ να σηκωθώ πάνω εις

ΤΑ Πδ’ΡΑ-Μ ΔΙΝΚέΦΤΑ. τα ποδάρια-μου |ΔΕγγC|εύθα.

δοκίμασα

 

ΜΑ Π’Λ ΠέΛΣΑ Κ’ΤΥ… μα πάλι απέλυσα κάτω…

ΣΤΑ Μ’ΤιΑ-Μ ΤΌ Τ ΌΡΑ, στα μάτια-μου αυτό το ώρα

ΓΟ ΉδΑ Τ ΣΤΡΑΤΊτσΑ, εγώ είδα τη στρατίτσα

ΤΥ ΚΖέΝΙςΚΗΝ ΧΤ ΧΌΡΑ-Μ. τό εκβαίνισκεν εκ τη χώρα-μου.

 

ΔΥΓΚΎς ΚΌΜΑ τΉΤΥΝ, |ΔΟΙCΥς| ακόμα κί ήτον,

ΣΤΥ ΞΌΛ Π ΑτΉΧ δ’ιΝΑ, στο |ΞΟΙΛ| απ’ εκείθε διάβαινα,

ΝΔΑ ΈΦΤΑΓΑ δΛΊιΑ, εν τα εύθειαγα δουλεία

ΑΤΌΤ ΠΑΣ Ν ΚΟΜΒ’ιΝΑ. ετότε πάνω στην |combine|a.

 

ΜΑΝΚΡ’ιβΑ ΚΗ ΧΎΛΖΑ, |ΜΕγγΡΕ|ευα και χούλιζα

ΓΟ ΜΣΟΠΥΘΑΜέΝΥΣ εγώ μισοαποθαμένος

ΚΗ ΝΎΝΖΑ: «ΑΤΌΡΑ και νούνιζα: «ετώρα

ΤΊΣ ΧΡ’ςΚΗΤΙ ΜέΝΑ. τίς χρειάσκεται μένα.

 

ΓΟ ΔΡέΠΥΜ ΑΤΊΤΚΥΣ εγώ ντρέπομαι ετοίουτικος

ΑΣ Τ ΧΌΡΑ ΝΑ Π’ΓΥ. εις τη χώρα να υπάγω.

ΚΑΝΊΣ ΝΑ Κ’Μ δΛΊιΑ, κανείς να κάμει δουλεία,

ΓΟ ΉΤΜΥ ΝΑ Φ’ΓΥ. εγώ έτοιμο να φάγω.

 

ΓΟ ΠΣΌΦΥ ΗΡέβΥ, εγώ ψόφο γυρεύω,

ιΌΧ, ιΌΧ ’Σ ΠΥΘ’ΝΥ». |ιΟQ, ιΟQ, ας αποθάνω».

βΗΓΛΊΖΥ ΑΣ ΑΈΡΑ βιγλίζω εις αέρα

ΠεΤΎΝ ΠΛΊΞΑ Π’ΝΥ-Μ. πετούν πουλίτσια πάνω-μου.

 

ΘΑΡΉΣ, ΈΝΑ ΛΈ-Με: θαρρείς, ένα λέει-με:

«ΝΑ ΣΉΚΥ, ΑΠ’ΝΥ, «ν-α σήκω επάνω,

Ν ΔΑιΦ’-Σ ΣέΝΑ ΦΛ’ι-Σε την |ΤΑιΦΑ|σου σένα φυλάει-σε

ΑΣ ΣΠΉΤ-ΣΑΣ, ΑΣ Τ ΧΌΡΑ. εις σπίτι-σας, εις τη χώρα.

 

(απο εδώ και κάτω 5 στροφές είναι φτιαγμένες με υλικό δημοτικού τραγουδιού. τέτοια τραγούδια υπήρχαν σε κάθε ελληνικό τόπο. στη Νικήσιανη Καβάλας τραγουδιέται ίσως ακόμη ένα «μεντέτι»: «άσπραμου περιστέρια και σείς μαύρα πουλιά, ψηλά οπου πετάτε, γιά χαμηλώσετε, να στείλω ένα γράμμα και μιά ψιλή γραφή, να πώ και την αγάπημου να μή με καρτερεί». σε αυτές τις 5 στροφές το μέτρο είναι δεκαπεντασύλλαβο, ενώ στο υπόλοιπο ποίημα είναι μεσοτονικό. είναι αριστοτεχνικό ταίριασμα δημοτικού τραγουδιού μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα. δεδομένου οτι ο Μίшας Τοπούζεβ ήταν ένας απο τους Ρωμιούς του Αζόφ, σε τέτοια περίσταση βλέποντας τα πουλιά είναι πολύ φυσικό να θυμήθηκε τέτοια δημοτικά τραγούδια που του ήταν πολύ γνωστά).

ΓΟ ΉΠΑ: - ΠΡΙΈΠ-ΝΑ, Τ\ΘΑ ΣΚΥΘΎ, εγώ είπα: -πρέπει-να, κί θα σηκωθώ,

ΑΝΚ’ΛΣΗΝ ΜέΝΑ Π’ΤΥΣ. αγκάλισε μένα πάτος.

ΓΟ ΣέΝΑ ΤΕΚ  ΠΑΡΑΚΑΛΎ εγώ σένα |ΤΕΚ| παρακαλώ

ΧΑΜέΛΝΙ ΛΊΓΥ Κ’ΤΥ. χαμήληνε λίγο κάτω. (χαμελαίνει – χαμέληνε στον αόριστο)

 

ΑΣ ΓΡ’ΠΣΥ ΓΌ ΠΑΣ ΤΥ ΧΑΝ’Τ-Σ, ας γράψω εγώ πάνω στο |QΑΝΑΤ|ι-σου

ΧΑΡΤΊ ΑΓΜΑΤΥΜέΝΥ. χαρτί αιματωμένο. (εκπληκτική διατήρηση του αρχαίου «αι» ώς «αγ»)

ΚΗ Π’ιΣ-ΤΥ Τ Μ’ΝΑ-Μ ΚΑΡδΑΚΌ, και πάεις-το τη μάνα-μου καρδιακό,

βΗΓΛΊΖ ΚΗ ΦΛ’ι ΤΙ ΜέΝΑ. βιγλίζει και φυλάει αυτή μένα.

 

ΚΗ ΜΌΝΥ Τ Μ’ΝΑ-Μ ΜΉ ΤΥ ΛΈΣ, και μόνο τη μάνα-μου μή το λές

ΟΤ Χ’ΣΑ ΓΌ ΤΑ Πδ’ΡιΑ-Μ. οτι εχάωσα εγώ τα ποδάρια-μου.

ΣΉ Πέ-ΤΙΝ, ^ΜΉςΑΣ, ΤΥ ΠεδΊ-Σ, σύ ειπέ-την, Μίшας, το παιδί-σου,

ΑΝ Τ ’ΛΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ εν τα άλλα τα παλληκάρια

            ωστόσο στη μάναμου μήν το πείς οτι έχασα τα ποδάριαμου, πέςτης «ο Μίшας, το παιδίσου μαζί με τα άλλα τα παλληκάρια

 

ΠΚΑΝΊΖ ΑΦΌβΗΤΑ ΦΑςΉΣΤΣ, κοπανίζει αφόβητα |fascist|ες,

ΠΗΧΤ’ ΝΑ ΓΡ’ΠΣ τές ΌΡΑ. πηχτά να γράψει κί έχει ώρα.

ΚΗ ΌΣ ΝΑ Χ’ΣΥΜ ΌΛΣ ΔΥςΜ’ΝΣ, και ώς να χάσουμε όλους |ΔΥςΜΑΝ|ους,

ΝΑ ΜΉ ΘΑΡΉ-Με ΣΤ ΧΌΡΑ. να μή θαρρεί-με στη χώρα.

            μάχεται άφοβα τους φασίστες, συχνά να γράφει δέν έχει χρόνο. και μέχρι να αφανίσουμε όλους τους εχθρούς να μή με προσδοκά στο χωριό».

ΣΜΑΡΛ’ιΣΑ ’ιτσ ΚΗ ΤΌ ΤΥ Σ’Τ, |ΙΣΜΑΡΛΑ|ησα έτσι και αυτό το |ΣΑ’ΑΤ|

ΦΣΑΛΊΘΑΝΙ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Μ. ασφαλήθησανε τα μάτια-μου.

ΣΤΥΝ ΉΠΝΥ δ’βΑ, ι’Ν-ΔΥ ΜΚΡΌ, στον ύπνο διάβα, οία άν το μικρό

ΠΚ’Σ Μ’ΝΑ-Μ ΤΑ ΧΑΝ’ΤιΑ. απο κάτω εις μάνα-μου τα |QΑΝΑΤ|ια.

          παράγγειλα έτσι και εκείνη την ώρα κλείσανε τα μάτιαμου. αποκοιμήθηκα σάν το νεοσσό κάτω απο της μάναςμου τις φτερούγες.

 

(επανέρχεται το μεσοτονικό μέτρο:)

Α ΣΤΈΡΑ ΝΔΑ ΓΝΈΦΣΑ, |hΑ| ύστερα εν τα ενήφησα,

ΘΑΡΎ ΈΝ ΤΑ τΈΡιΑ-Μ, θαρρώ ένι τα |CΕΡ|ια-μου, (τη σημασία του τΕΡιΑ την έβγαλα απο τα συμφραζόμενα, στον 1ο τόμο λέγεται «ΔΕΡ-ΖΑΜΑΝ» =έσχατος καιρός. κατα τη γνώμημου είναι απο το τουρκικό CΕΡί, CΕΡ =πίσω, μελλοντικό, έσχατο]

ΤΟ ΚΛΌςΚΑΝΔΑΝ Π’ΝΥ-Μ, αυτό κλώσκανταν επάνω-μου

ιΑΤΡ’δ ΝΔΑ ΜΑςέΡιΑ. γιατράδοι εν τα μαχαίρια.

          ύστερα λοιπόν όταν ξύπνησα, νόμισα πως είναι τα έσχαταμου. στην πραγματικότητα γύριζαν απο πάνωμου γιατροί με νυστέρια.

 

15.

ΉΡΣΗΝ Ξ’ΛΚΑ ΠΡεΔΣεΔ’ΤεΛ\Σ, γύρισε |ΞΑΛ|ικα |председатель|ης

ΑΧ ΤΥ ΞΌΛ ΣΝ ΚΟΝΤΌΡΑ. εκ το |ΞΟΙΛ| στην |контора|.

ΈΒΗΝ ΠέΣΥ ΠΗΣ\ΜΟΝΌςΑ, έμβη απ’έσω |письмоноша| (εντυπωσιακές παρηχήσεις σε αυτόν και τον επόμενο στίχο)

ΠΉΣΥ-Τ, ΑΤΌ Τ ΌΡΑ. πίσω-του αυτό το ώρα.

η γραμματέας

 

Π’Σ ΤΡΑΠέΖ ΤΥΝ ΠΡεΔΣεΔ’ΤεΛ\ πάνω εις τραπέζι τον |председатель|

β’Λ-ΤΥΝ ΉΣΑ - ΉΣΑ, βάλλει-τον ίσα ίσα

ΤεΛεΓΡ’ΜΜΑ ΑΧ Τ ΣΤΟΛΉτσΑ, |ΤΕΛΕΓΡΑΜΜΑ| εκ τη |столица|,

ΤΎ τΉ ΦΉΛΑιΝ ΉΣ-ΠΑ. τό κί φύλαεν είς-πα.

 

ΤΥ ςΥΛδΌΝ τΉ Πι’ΝΣ-ΤΥ ’ΛΥ, το χελιδόνι κί πιάνεις-το άλλο

’Ν ΠεΤ’Σ ΧΤ ΦΥΛΈιΑ-Τ. άν πετάσει εκ τη φωλέα-του.

’ιτσ, ΧΑΠ’Ρ ΤΎ ΓΡ’ΦΤ ΑΠέΣΥ, έτσι, |hΑΒΑΡ| τό γράφτει απ’έσω,

δ’ιΝ ΛΌΝ Τ ΜΗΣΑΡέιΑ: διάβη ελών τη μεσαρέα:

 

«ΤΥΝ ^ΓεΡΌι ^ΤΥΠΎΖΟβ ^ΜΉςΑ, «τον |Герой| Τοπούζωβ Μίшα,

’βΡ, ΣΤΑ δέΚΑ ΌΡΗΣ, αύριο, στα δέκα ώρες,

ΚΖ’Τ ΧΑΡςΎΤ. ΧΤ ^ΜΌΣΚβΑ, ΧΤ ΣΤΟΛΉτσΑ, εξβάτε |QΑΡςΙ|του. εκ τη Μόσκβα, εκ τη |столица|,

ΘΑ ΗΡΉΣ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ». θα γυρίσει εις τη χώρα.

 

ΠΡεΔΣεΔ’ΤεΛ\Σ ΣΚΌΝ Τ ΑΜΒΛ’ΤιΑ-Τ, |председатель|ης σηκώνει τα ωμοπλάτια-του,

Π’Λ δΑβ’Ζ, ΘΑΓΜ’ςΚΗΤ: πάλι διαβάζει, θαυμάσκεται:

«τέΧΥΜ ΜΉΣ ^ΓεΡΌι ΠέΣ Τ ΧΌΡΑ», - «κί έχουμε ημείς |Герой| απ’έσω τη χώρα»,

ΚΛΌςΚΗΤ, ΑΝΑΝΚ’ςΚΗΤ. κλώσκεται, αναγκάσκεται.

 

- ΤΊ ΗΡέβ ΣΤ ^ΜΌΣΚβΑ ^ΤΥΠΎΖΟβΣ? – τί γυρεύει στη Μόσκβα Τοπούζωβ|ος;

ΈΝΑ ΜΉΝΑ ’ΡΤΑ, ένα μήνα |ΑΡΤΙQ|

ΑΣ ΤΥ ^ΚΡΊΜ ΈΝ ΤΟΣ ΝΤ ΗΝΈΚΑ-Τ, εις το Κρίμ ένι τός εν τη γυναίκα-του,

ΣΤΥ ΚΥΡΌΡΤ, ΑΣ Τ ι’ΛΤΑ? στο |курорт|, εις τη Γιάλτα!

 

’ιτσ ΤΟΣ ΝΎΝΣΗΝ, ΜΑ ΝΑ ΤΜ’ΣΝΙ, έτσι αυτός νούνισε, μα να ετοιμάσουνε,

ΉΠΗΝ ΤΌΣ ΤΎ ΧΡ’ςΚΗΤ… είπεν αυτός τό χρειάσκεται…

Τ ΧΌΡΑ-Μ ΣΉΜΥΡ τές Τ\ΜΗΣΉιΥ, τη χώρα-μου σήμερο κί έχει κοιμησείο,

Τ ΧΌΡΑ - ΌΛΥ ΤΜ’ςΚΗΤ! τη χώρα-μου – όλο ετοιμάσκεται!

 

16.

ΉΛιΥΣ ΦΑΝΙΡΌΘΙΝ – ήλιος φανερώθη-

ΠΝΈςΚ ΠΗΡΝΈςΑ δ’ΚΡΗΣ. πινέσκει πρωινέσια δάκρες.

ΧΤ ΧΌΡΑ ΌΚΣΥ Π’ΓΝΙ εκ τη χώρα έξω υπάγουνε

ΚΌΖΜΥΣ, ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ. κόσμος δίχως άκρα.

 

ΑΧ ΤΑ ΣΤΊΚΗΤ Τ ΧΌΡΑ-Μ, εκ τα στήκεται τη χώρα-μου,

ΣΤΑ ΜεΓΌΛΑ ΜέΡεΣ, στα μεγάλα μέρες

δΌ ΣΤ Υβ’ ΣΥΡέΦΚΝΙ, εδώ στο |ΟΒΑ| σωρεύονται

ΣΤΥ ςΗΝΚΛ’ιΜΥ ΜέΓΑ. στο |ςΕγγ_ΛΕ|ημο μέγα.

 

ΈΡΚΝΙ ΣΉΡ ΝΑ δΎΝΙ, έρχονται |ΣΕιΡ| να δούνε,

δΌ ΧΤΑ ΌΛΑ ΧΌΡΗΣ. εδώ εκ τα όλα χώρες.

ΣΉΜΥΡ Π’Λ ιΥΡΤΊΣ ΕΝ, σήμερο πάλι γιορτής ένι,

ΑΣ ΤΑ δέΚΑ ΌΡΗΣ. εις τα δέκα ώρες.

 

ΑΧ Τ ^ΜΌΣΚβΑ ΘΑ ΈΡΚΗΤ, εκ τη Μόσκβα θα έρχεται

^ΜΉςΑΣ-ΠΑ ΑΝ Τ ^ΛέΝΑ. Μίшας-πα εν τη Λένα.

ΜΎΖΙΚΗΣ, ΞΗΞ’ΚιΑ, |MUSIC|ες, |ΞίΞΕΚ|ια,

ΌΛΑ ΈΝ ΤΜΑΖΜέΝΑ. όλα ένι ετοιμασμένα.

 

17.

ΛΌΝ ΚΟΛΧΌΖΝΙ Ζ’ΝιΑ, ελαύνων |ΚΟΛΧΟΖΝΙ| |ΑΖΑγγ|ια

ΣΚΎΤΙ ΜΥΚΑΛΊιΑ. σηκούται ανεμοκαλία. (ή αμμοκαλία; το νόημα σαφές: κουρνιαχτός)

Φ’ΝΑΝ ΤΑ ΜΑςΉΝΙΣ, εφάνησαν τα |ΜΑшΙΝ|ες,

ΈΝΑ, ΔΊιΑ, ΤΡΉιΑ. ένα, δοία, τρία.

 

ΤΑ ΜΑςΉΝΙΣ ΣΤ’ΘΑΝ. τα |ΜΑшΙΝ|ες εστάθησαν.

^ΜΉςΑΣ ΚΖέΝ ΑΧ Τ ΈΝΑ. Μίшας εκβαίνει εκ το ένα.

ΠΉΣΥ-Τ ΚΖέΝ βΑΧΤΛΊδΣΑ, πίσω-του εκβαίνει |ΒΑhΤ_ΛΙ|δισσα

ΚΥΤιΥΓΎΛΑ ^ΛέΝΑ. |QUTI-ULUG|α Λένα.

 

ΝΔΥ ΠΣΥΜΉ ΚΗ ΤΝ ’ΛΑΣ, εν τω ψωμί και την άλας

ΚΖέβΑΝΙ, ΥΡΉΖΝΔΥΝ. εξέβανε, ορίζουν-τον.

ΉΣ ΛΈ, ^ΜΉςΑ, ΒΡ’βΟ! είς λέει, Μίшα, μπράβο!

’ΛΥΣ ΑΝΚΑΛΊΖ-ΤΥΝ. άλλος αγκαλίζει-τον.

καλωσορίζουν.

 

ΑΝΙΠςΌ-Τ ΑΠ’ΝΥ-Τ, ανεψιό-του επάνω-του

ΌΡΑ Ές βΑΧΤΛΊδΚΥ: ώρα έχει |ΒΑhΤ_ΛΙ|δικο:

ΣΗΠΑΈβ ΤΥ ΌΡΔεΝ-Τ |ΣΙΠΑ|εύει το |ORDAIN|του

ΤΥ ΑΣΤΡΥ ΦΛιΥΡΉΤΚΥ. το άστρο φλωρίτικο.

 

ΤΌΣ ΚΑΚ’ ΝΔΥΝ ΔέΔΑ-Τ, τός κακά εν τον |деда|του

ςέΡΗΤ, ΜεΓΑΛΈΦΚΗΤ. χαίρεται, μεγαλεύχεται. (ή απλώς «μεγαλεύεται»)

ΤΑ ΚΗΡβ’-Τ ΤΑ ΛΌιΑ, τα ακριβά-του τα λόγια

ΤΌΣ ΠΗΧΤ’ ΑΝΚέβ-ΤΑ: αυτός πηχτά |Αγγ|εύει-τα:

 

«ΌΡΔεΝΙΣ, ΜεΔ’ΛΙΑ, «|ORDAIN|ες, |MEDALL|ια

ΚΥΤΥΡΎ τΉ ΜΡ’ΖΝΙ, - |ΚΟΙΤΥΡΥ| κί μοιράζουνε,

ΉΠΗΝ ’ιτσ ΤΟΤ ΔέΔΑ-Μ, - είπεν έτσι τότε |деда|μου,

δΎΓΝ-ΔΑ ΤΊτσ, ΤΊΣ Κς’ΖΝΙ!». δόγουν-τα τούτοις, τίνες αξιάζουνε!

 

ΚΌΖΜΥΣ ΌΛ ΘΑΓΜ’ςΚΝΙ, κόσμος όλοι θαυμάσκουνε

ΑΝΔΥΝ ^ΜΉςΑ, ΝΤ ΛέΝΑ… εν τον Μίшα, εν τη Λένα…

…ΤΕΚ ΠΑΛΚ’ΡΣ ΝΑ ΉΣΗ: …|ΤΕΚ| παλληκάρης να είσαι:

δΌΚΣΑ βΡΉςΚ ΤΟ ΣέΝΑ! δόξα βρίσκει αυτό σένα!

(Η «ΠΑΛΚΑΡΥΣΉΝ» (παλληκαροσύνη) ήταν ιδανικό και κεντρική ιδέα στην Ρωμαίικη λογοτεχνία του 19ου αιώνα, της οποίας πρωτοστάτης ήταν ο Λεόντιος Χονάχμπεης).

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ εΝΥ’ΡΗΣ - Μ’ΡΤΙΣ 1975. σελίδα 39.

 

(απο ό,τι διάβασα σε μιά βιογραφία του Λεόντιου Κυριάκοβ, το ακόλουθο έργο δέν είναι δικότου δημιούργημα, είναι ένα παλαιό σλαυικό έπος, μάλλον το πιό φημισμένο σλαυικό έπος, αποτελούμενο απο πολλά συναφή παλαιά τραγούδια – ωδές διαφόρων λαϊκών δημιουργών, που κάποιος δημιουργός αναλαμβάνοντας το ρόλο του ραψωδού τα συνένωσε. το έργο αυτό, μεγάλης σημασίας για τους σλαυικούς λαούς, ίσως να σας φανεί κάπως ξένο, έχει ωστόσο και για τους Έλληνες ενδιαφέρον, γιατί θέματου είναι οι πόλεμοι των Ορθοδόξων Ρώσων με τους Καθολικούς Πολωνούς, απο τους πολέμους εκείνους κρίθηκε άν η νεαρή τότε Ρωσία θα παρέμενε Ορθόδοξη ή θα γινόταν καθολική, με όλες τις πολιτιστικές και πολιτικές συνέπειες. Ο Λεόντιος Κυριάκοβ, χρησιμοποιώντας πάντοτε το ρυθμικό μέτρο του πρωτοτύπου, μετέφρασε το έπος στη Ρωμαίικη γλώσσα, εργασία που του πήρε πολλά χρόνια σε διάφορες χώρες όπου έζησε)

ΛΌΓΟ Π’Σ ΉΓΟΡ ΤΥ ΣΤΡΑΤΊιΥ

το έπος της εκστρατείας του Ίγκορ

ΖέΡ Υέβ, Τ ΑδΡέΦιΑ-Μ, ΝΑ ΠςΗΡΉΣΥΜ |ΖΑΡ| |ΟΥι|εύει, τα αδέρφια-μου, να επιχειρήσουμε

ΜΊΣ ΤΡΑΓΌδ ΝΔΑ ΛΌιΑ ΑΡςΗΖΝ’ ημείς τραγώδι εν τα λόγια αρχιζινά

Π’Σ βΑΧτσΊΖΚΥ ^ΉΓΟΡ ΤΥ ΣΤΡΑΤΊιΥ, πάνω εις |ΒΑhΤΣΙΖ|ικο Ίγκορ το στρατείο,

ΠΎιΥ ΑΣ ΤΑ ΦΤΊιΑ-Μ ΑιδΥΝ’. οποίο εις τα αυτία-μου αηδονά.

καθώς φαίνεται, ταιριάζει, αδέρφιαμου,

 

ΝΑ ΤΥ ΛΈΓΥΜ ΧΡ’ςΚΗΤ ΉΣΑ - ΉΣΑ, να το λέγομε χρειάσκεται ίσα ίσα,

ΑΝΔΑ ΛΌιΑ ΣΊΜΥΡ ΤΥ ΖΑΜ’Ν, εν τα λόγια σήμερο το |ΖΑΜΑΝ|,

ΜΌΝΥ ’ιτσ Σ ΤΥ ΛΈΓΥΜ, ΤΊΓΛΑ ΉΤΥΝ, μόνο έτσι ας το λέγομε, τί-λογα ήτον,

ΜΊ ΤΥ Κ’ΜΥΜ ’ιτσ, ι’Ν ΤΥΝ ^ΒΟι’Ν. μή το κάμομε έτσι οία άν τον Μπογιάν.

 

ΠΌΣ ΝΑ ΛΈΣ, ^ΒΟι’ΝΣ ΤΡΑΓΌδ ΝΑ ΠςΉΡΣΗΝ, πώς να λέεις, Μπογιάν-ης τραγώδι να επιχείρησεν,

τΉΤΥΝ ΑΣ ΑΤΌΝΑ ΉΞ βΑΡΊ, κί ήτον εις αυτόν |ίΞ| βαρύ,

ΣΊΡΚΥΝΔΥΝ ΤΥ ΝΎ-Τ ΠΣΗΛ’ ΑΧ Ν ΒέΛΚΑ, σύρετο το νού-του ψηλά εκ την |белка|

ΚΛΌςΚΙΝΔΥΝ ι’Ν ΛΊΚΥ ΤΥ ΣΑΡΊ. κλώσκετο οία άν λύκου το |ΣΑΡΙγ| (μάλλον απο τουρκ. ΣΑΡ- =περιβάλλει, ΣΑΡΙγ= περικύκλωση).

 

ι’Ν ΑιΤΌ, ΤΌ ΚΖέΝΙςΚΗΝ ΑΠ’ΝΥ, οία άν αετό, αυτό εκβαίνισκεν επάνω,

ΠέΤΑΝΙΝ ΠΣΙΛ’ ΣΤΑ ΣΙΝΙΦΉΣ. πέτανε ψηλά στα συννεφίες.

ΣΌΝΙςΚΗΝ ΑΤΌΣ ΣΤΑ ΠεΡΑΖΜέΝΑ, σώνισκεν αυτός στα περασμένα,

ΠΉΡΝΑΜΗ ΤΡΑΓΌδ-ΠΑ ΝΑ ΠςΗΡΊΣ. πρίν να μή τραγώδι-πα να επιχειρήσει (πρίν να μή =προτού)

 

ΤΑιΦΑδΊΤΚΑ ’ΝΓΚΗβΙΝ ΧΑβΓ’ιΔΑ, |ΤΑιΦΑ|δίτικα |Αγγ|ευε |QΑβΓΑ|δια,

ΠΑΡΑΠΥΝΙΤ’ ΚΗ ΗΜΒΙΡΝ’, παραπονετά και εμπροϊνά,

ΚΙ Π’Σ ΠΚ’δ ΤΑ ΚΉΚΝΕΣ ΑΤΌΤ ΠέΛΝΙΝ και πάνω εις κοπάδι τα κύκνες ετότε απέλυνεν

ΤΌΣ ιΗΡ’ΚιΑ δΈΚΑ ΣΑΑΤΝ’. αυτός γεράκια δέκα |ΣΑ’ΑΤΙΝΑ|.

 

ΚΗ ΤΎ ΣΌΝΙςΚΗΝ ΤΥ ΚΉΚΝΟ1 ΠΡΌΤΥ, και τό σώνισκε το κύκνο πρώτο,

ΧΡ’ςΚΗΝΔΥΝ ΤΡΑΓΌδ-ΠΑ ΝΑ ΠςΗΡΊΣ. χρειάσκετο τραγώδι-πα να επιχειρήσει.

ΚΗ ΤΥΝ ^ιΑΡΟΣΛ’β ΤΥΝ έΡΥ ΧΛΊτσΚΑ και τον Γιαροσλάβ τον γέρο χλίουτσικα

ΝΔΥ ΤΡΑΓΌδ-Τ ΠΥΛ’ ΝΑ ΜΑΧΤΑΉΣ. εν τω τραγώδι-του πολλά να |ΜΑhΤΑ|ήσει.

1. ΚΉΚΝΟΣ - ΛεΒεΔ\.

          και όποιο έφτανε τον κύκνο πρώτο, έπρεπε και τραγούδι να αρχίσει, και τον Γιαροσλάβ τον γέρο θερμά με το τραγούδιτου πολύ να παινέψει. (για το πρώτο γεράκι που έπιανε κύκνο, ο Μπογιάν ενθουσιαζόταν και άρχιζε ένα επικό τραγούδι επαίνου, έτσι λάμβανε έμπνευση για να παινέψει με τραγούδι τον γέρο Γιαροσλάβ. αυτό που ένιωθε για το κατόρθωμα του γερακιού τον παρακινούσε να τραγουδήσει για τα κατορθώματα του Γιαροσλάβ)

 

ΤΌΣ ΜΑΧΤ’ιβΗΝ ΤΥΝ ΚΑΡδ’Ρ ^ΜΣΤΗΣΛ’β-ΠΑ, αυτός |ΜΑhΤΑ|ευεν τον καρδάρη Μστισλάβ-πα,

ΠΎιΥΣ ΉΞ τΉ ΤΡΌΜΑΚΣΗΝ ΤΥ ςέΡ-Τ, οποίος |ίΞ| κί τρόμαξε το χέρι-του

ΤΥΝ ΚΑΣΌζΣΚΗ ΚΝι’Ζ\ ^ΡεΔέΛΗ ’ΓΡΑ, τον |касожски| |князь| Redeli άγρια

ΝΑ ΚΑΡΦΌΣ ΣΝ ΚΑΡδΊιΑ-Τ ΤΥ ΜΑςέΡ. να καρφώσει στην καρδία-του το μαχαίρι.

 

ΤΥΝ ^ΡΟΜ’Ν, ΤΥΝ ΚΝι’Ζ, ΤΥΝ ^ΣβιΑΤΟΣΛ’βΗΞ, τον Ρωμάν τον |князь| τον Σβιατοσλάβιч

Π’ΝΔΑ-ΠΑ ΜΑΧΤ’ιβΗΝ, τές ΞΑΡ’! πάντα-πα |ΜΑhΤΑ|ευεν, κί έχει |ΞΑΡΕ|!

ΤΑ ΤΡΑΓΌιδΑ-Τ ςέΝΚΑ, ΝΔΥ ΑιδΌΝΥΣ, τα τραγώδια-του |ςΕγγ|ικα, εν τω αηδόνος,

ΣΤΥ ΜΗΔ’Ν ΑΚΎςΚΑΝΔΑΝ ΜΑΚΡ’. στο |ΜΕιΔΑΝ| ακούσκανταν μακρά.

 

ΜΑ τΉ ΠέΛΝΙΝ ΤΌΣ ιΗΡ’ΚιΑ δΈΚΑ, μα κί απέλυνεν αυτός γεράκια δέκα,

ΑΝΔΥ ςέΡ-Τ ΤΕΚ ΉΠΛΥΝΙΝ ΝΑ ΣΌΝ εν τω χέρι-του |ΤΕΚ| ήπλωνε να σώνει

Π’Σ ΤΑ ΚΌΡδΑ2 ’ΜΑ Τ’ δΑΦΤ’ΤΙΝ πάνω στα κόρδα άμα αυτά δε-αυτά-των

ΠςΉΡΑΝΑΝ ΤΡΑΓΌδ Π’Σ ΜεΓΑΛΌΝΣ… επιχείραναν τραγώδι πάνω εις μεγαλώνοις…

2. ΚΌΡδΑ - ΣΤΡΥΝΑ.

          μα δέν αμολούσε αυτός τα γεράκια τα δέκα, το χέριτου μόνο άπλωνε να φτάσει τις χορδές και αμέσως αυτές (οι χορδές) απο μόνεςτους άρχιζαν τραγούδι με θέμα τους άρχοντες… (δέν χρειαζόταν να αμολύσει τα δέκα κυνηγετικά γεράκιατου, ήταν αρκετό να απλώσει το χέριτου προς τις χορδές του μουσικούτου οργάνου, και πρίν ακόμη τις αγγίξει οι χορδές άρχιζαν να τραγουδούν για τους μεγάλους άρχοντες)

 

…ΜΉΣ ΝΑ ΛΈΓΥΜ ΧΡ’ςΚΗΤ ΉΣΑ - ΉΣΑ, …ημείς να λέγομε χρειάσκεται ίσα – ίσα,

ΤΥ ΤΡΑΓΌδ-ΜΑΣ, ΚΣέΡΥ, ΈΝ ΠΗΚΡΌ… το τραγούδι-μας, ξέρω, ένι πικρό…

ΧΤΥΝ ^βΛΑΔΉΜΗΡ έΡΥ ’Σ ΠςΗΡΉΣΥΜ εκ τον Владимир γέρο άς επιχειρήσουμε

ΚΙ ΌΣ ^ΉΓΟΡ ΣΌΣΥΜ ΤΥΝ τΗΡΌ. και ώς Ίγκορ σώσουμε τον καιρό.

 

ΑΧ ΠΟΛΌβτσΙΣ β’ΣΑΝΑ ΚΗ ΠΌΝιΑ, εκ Половц|ες βάσανα και πόνια,

ΌΣΥ Ές ΞΑΡ’ ΝΑ ΔΑιΑΝΈΠΣ!... όσο έχει |ΞΑΡΕ| να |ΔΑιΑΝ|εύσει!

ΣΌΡΗΠΣΗΝ ΑΦΌβΗΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ, σώρευσεν αφόβητα παλληκάρια

^ΉΓΟΡΣ δ’ιΝ  Ν ΔΥςΜ’ΝΣ ΝΑ ΔΥΓΚΥςέΠΣ. Ίγκορ|ης διάβη εν |ΔΥςΜΑΝ|ους να |ΔΟΙCΥς|εύσει.

 

ΤΊΣ ΔζΥΝ’ιΣΗΝ Δ’ΜΑ-Τ, ΌΛ-ΠΑ ΉΤΑΝ

Σ ^ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ ΉΤΜ-ΠΑ ΚΗ ΤΜΑΖΜέΝ

ΝΑ ΗΝΚΉΣΝΙ, ιΌΧΣΑΜ ΠέΣ ΧΥΡΤ’ΡιΑ

ΝΑ ΠΗΜέΝΝΙ ΌΛ-ΤΙΝ ΣΚΥΤΥΜέΝ!...

 

ΉΤΥΝ ^Μ’ιΣ, ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ΧΛιΎΡΖΗΝ Π’ΤΥΣ,

ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ δ’ιΝΑΝ ΠΗΣΑΛΊΝ.

ΟΜΑΛ’, ΚΑΡΦ’ ςΞ]ΥΠ’ΧΤΙΝ ΉΛιΥΣ -

ΜΗΣΜεΡέςιΥ ΌΡΑ ΉΛιΥΣ βΖΉΝ.

 

Κ’ΝΑ δΊ ΤΌ Τ ΌΡΑ ΚΥΝΔΟΣΤ’ΘΑΝ:

«ΑΠ ΚΑΛΎ, ΗΛΒεΤ, ΑΤΎΤΥ τέΝ,

ι’ ΠΥΡΎΝ ΜΑΣ ΌΛΣ-ΠΑ ΝΑ ΣΚΥΤΌΣΥΝ,

ι’ ΠΥΡΎΝ ΝΑ Π’ΡΝΙ ΜΑΣ ΣΤΥ ΠΛέΝ».

 

^ΉΓΟΡΣ βέΛΚΣΗΝ ΛΌΡιΑ, Π’Σ ΤΥΝ ΉΛιΥ,

ΉΠΗΝ: - τέΝ ΗΣ’Π ΝΑ ΣΑΧΝΙΦΤΎΜ,

ΈΝ ΛΑΦΡΌ ΜΗΣ ΌΛ-ΠΑ ΝΑ ΣΚΥΤΎΜΑΣ,

ΠΑΡΑ ΑΣ ΤΥ ΠΛέΝ ΜΗΣ ΝΑ δΥΧΤΎΜ!...

 

Σ Κ’τσΥΜ ΜΊΣ, Τ ΑδΡέΦιΑ-Μ, ΌΛ ΠΑΣ Τ ’ΛΓΑ,

’Σ ΠεΤ’ΣΥΜ, Σ Π’ΓΥΜ ΑΣ ΤΥ ^ΔΌΝ!...

ΟΤ τΉ ΠΣΤΈβ ΤΑ Μ’ΝΔΡΗΣ ΚΗ ΤΑ ΣΜ’ιδΑ,

^ΉΓΟΡΣ ΑΧ ΚΑΝΊΝΑ-ΠΑ τΗ ΜΛΌΝ.

 

- ΝΑ ΜΑΝΔΈβΥΜ τέΝ τΗΡΌ, Τ ΑδΡέΦιΑ-Μ! -

ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ, ΣΤΊΚΝΙ, ΦΚΡΎΝΝΙ ΌΛ, -

ΓΌ δΑΦΤΌΜ ΗΡέβΥ ΝΑ ΔΙΝΓΚέβΥ

ΤΥ ΚΟΠιΌ-Μ ΑΣ ΔΥςΜΑΝΊΤΚΥ ΞΌΛ.

 

ΚΗ ΑΝ Κ’ΣΜΑ3-Μ ΑΧ ΤΥ ^ΔΌΝ ΝΑΜΛΊδΚΥ

ΓΌ ΝΕΡΌ ΝΑ ΠΉΝΥ ΑβΥΡΓΌ,

ι’ ΤΥ Φτι’Λ-Μ ΝΑ β’ΛΥ ΉΜΗ ΉΤΜΥΣ,

ΡΥΣΗΞΗ, ΝΔΙ Μ’Σ ΚΗ Δ’ΜΑ ΓΌ!

3. ΚΑΣΚΑ - ςΛεΜ.

****

Ό ΒΟι’Ν, ΑιδΌΝ ΒΑςΧΑΡΗΜέΝΥ,

ΠΗΗΤΊΣ ΝΑΜΛΊδΣ ΚΗ ΕΜΒΗΡΝΌΣ!

β’ι, ΝΑ ΉΣΝΙ ΣΉ ΖΔΑΝΌΣ ΑΤΌΡΑ,

ΚΗ ΤΡΑΓΌδ ΝΑ ΈβΓΑΛΙΣ δΑΦΤΌΣ.

 

ΣΉ ΘΑ ’ΝΓΚΗΠΣΗΣ ΤΑ ΠΑΡΑΖΜέΝΑ,

ι’ΝΔΥ ΠΛΊ ΤΥ ΝΎ-Σ ΘΑ ΚΖΈΝ ΠΣΗΛ’.

ΤΥΝ τΗΡΌ Χ ^βΛΑΔΉΜΗΡ ΚΗ ΌΣ ^ΉΓΟΡ

ΘΑ ΜΑΧΤ’ιΣΗΣ, ΚΣέΡΥ-ΤΥ, ΚΑΛ’.

 

Π’Σ ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ ’ιτσ ΤΡΑΓΌδ ΘΑ ΠςΉΡΣΗΣ

ΚΗ ΘΑ ΉΠΗΣ ΤΊΤΚΑ ΛΑΧΑΡΔΈΣ:

«^ΉΓΟΡΣ ΉΤΥΝ ΜέΓΑΣ ΠΑΛΙΚ’ΡΟΣ,

Δ’ΜΑ-Τ ΖΜΉΓΑΝ Χ ΌΛΑ ΤΑ ΜΑΡΈΣ.

 

ΤΑ ΚΑΡδ’ΡΚΑ ΡΎΣΚΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ,

ΣΗΛΥΜέΝ ΠεΤΎΝ ΑΛΥΛΙΚΈΤ! σελλωμένοι απωλελωκότες

ΚΗ ΑΤΊτσ ΣΤΑ ΚΉΚΚΑ ΤΑ ΜΗΔ’ΝιΑ

’ΝΕΜΥΣ ΤΟ τΉΦΗΡΗΝ, ΗΛΒεΤ.

 

Φ\έβΝΙ ΌΛ ΔΥςΜ’Ν, ι’ΝΔΑ ΚΥΡΌΝΙΣ,

Φ\έβΝΙ ’ιτσ, ΚΑΝΊΣ ΑΤΊτσ ΜΗ ΣΌΝ.

ΚΗ ΘΑΡΎΝ ΑΤΊ ΞΑΡ’ ΝΑ ΈβΡΝΙ,

ΑΣ ΤΑ ΑβΛ’Χ, Ξ’Χ ΠΉΣΥ ΑΧ ΤΥ ^ΔΌΝ».

 

β’ι, ΝΑ ΉΣΝΙ ΣΉ ΖΔΑΝΌΣ ΑΤΌΡΑ,

ΚΗ ΤΡΑΓΌδ ΝΑ ΈβΓΑΛΙΣ δΑΦΤΌΣ!

ιΌΧΣΑΜ ’ιτσ ΘΑ ΠςΉΡΣΗΣ ΝΑ ΤΡΑΓΌδΣΗΣ,

Ό ^ΒΟι’Ν, ^βεΛέΣΗ ΑΝΙΠςΌΣ:

 

«ΤΈΚ ΔΥςΜ’ΝΥ Τ ’ΛΓΑ ΦΑΝΙΡΎΝΝΙ,

ΈΡΚΝΙ Τ’ ΚΛΕΦΤΌΝΔΑΣ ΛΌΝ Τ ^ΣΥΛ’,

ΤΊΓΛΑ ’ΡΤΑ Τ δΌΚΣΑ ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ

ΤΑ ΚΑΜΒ’ΝΙΣ ΣΚΌΝΝΙ-ΤΥ ΠΣΗΛ’.

 

ΤΑ ΛΑβΎΤΙΣ ΣΤ ^ΝΌβΓΟΡΟΔ ΛΑΛΊΓΝΙ,

ΤΥ ΑιδΌΝΖΜΥ Π’ι, ΜΑΚΡ’ ΠΑΈΝ.

ΤΌ ΤΥ Σ’Τ ΑΣ ΤΥ ^ΠΥΤΉβεΛ\ ΚΌΖΜΥΣ

ΝΔΑ ΣΗΜέΗΣ4 ΣΤΊΚΝΙ ΤΙΜΑΖΜΈΝ!».

4. ΣΗΜέΗΣ - ΖΝΑΜεΝΑ.

****

 

^ΉΓΟΡ ΚΝι’ΖΣ ΚΖΈΝ ΣΤ ΣΤΡ’ΤΑ ΚΗ ΑΤΌΡΑ

ΦΛ’ι ΤΥΝ ΑδΕΡΦΌ-Τ ΤΥΝ ^βΣεβΟΛΌΔ.

ΉΡΤΑΝΙ ΧΑΡςΎ - ΧΑΡςΎ ΚΗ Χ’ΡΑΝ.

ΉΠΗΝ ΛΌιΑ ^βΣεβΟΛΌΔΣ δΑΦΤΌΤ:

 

- ΉΣΗ ΣΉ ΤΥΚΌΜ Τ ΑδΡέΦ, Ό ^ΉΓΟΡ!

δΊΜΑΣ-ΠΑ Χ ΚΑΡδ’ΡΚΥ ΤΥ ΔΑΜ’Ρ.

ΣέΛΥ Τ ’ΛΓΑ-Σ ΣΉ. ΤΑΚ’Μ ΈΝ ΉΤΜΑ,

ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΚΥΡΣΚ ΤΊ ΦΛ’ΓΝΙ ΤΟ ΧΑΠ’Ρ.

 

ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ-ΜΥ ^ΚΥΡι’Νε

ΣΤΥ ΔΥΓΚΎς ΗΝΊΘΑΝ,

ΠΚ’Σ ΤΑ Κ’ΣΚΗΣ ΤΊ ΜεΓ’ΛΝΑΝ,

ΝΔΥ ΚΟΠιΌ ΦΑΉΘΑΝ. copiae στρατεύματα

 

ΑΣ ΑΤΊτσ ΤΑ ΣΤΡ’ΤΙΣ ΌΛΑ

ΈΝ ΑΓΝΥΡΗΣΜίΈΝΑ,

ΣΤΥ ΣΤΡΑΤΊιΥ ΝΑ ΔζΥΝΈβΝΙ

ΌΛΑ ΈΝ ΤΜΑΖΜέΝΑ.

 

ΈΝ ΤΑ βέΛΙΣ-ΤΙΝ5 ΤΑΝΖΜέΝΑ,

Ξ’Χ ΑΤ’ ςΥΡΉΖΝΙ.

ΤΑ ΚΟΝΞ’ΝιΑ-ΤΙΝ ΤΜΑΖΜέΝΑ,

ΧΤΑ ΜΑΚΡ’ ιΑΛΊΖΝΙ!

5. βέΛΙΣ - ΣΤΡέΛΑ.

 

ΤΑ ΣΠΑΘΊιΑ-ΤΙΝ ιΑΛΣΤΡΎτσΚΑ -

ΚΑΦΤΙΡι’ ΞΑΛΓΎιδΑ!

ΉΝΝΙ ΉΤΜ ΝΑ ΔΥΓΡΑΈβΝΙ

ΔΥςΜΑΝΊ ΤΑ ΣΤΎιδΑ!

 

ι’ΝΔΑ ΛΊΚΣ ΑΤΊ ΠΡΑΤΎΝΙ,

ΣΤΥ ΔζΥΝ’ιΜΥ ΤΜ’ΣΤΑΝ

Σ ΤΥΝ δΑΦΤΌ-ΤΙΝ Σ’Ν ΧΑΔΡΈβΝΙ,

δΌΚΣΑ ΑΣ ΤΥΝ ΚΝι’Ζ\-ΤΙΝ!

****

 

Π’Σ Τ ΖΑΝΓΚΥ ΦΛιΥΡΉΤΚΥ ^ΉΓΟΡΣ Π’ΤΣΗΝ,

ΚΗ ΤΌ ΤΝ ΌΡΑ βΡέΘΙΝ ΠέΣ ΤΥ ΞΌΛ.

ΤΌΣ ΦΤΙΡΝΊΖ ΚΗ Π’ι Ξ’Χ ΈΜΒΡΥ - ΈΜΒΡΥ,

ΝΔΥ ΗςΤ’Χ ΑΠΉΣΥ-Τ Π’ΓΝΙ ΌΛ.

 

ΑΠ ΚΑΛΎ ΤΟ ΉΛιΥΣ τΉ ςΞ]ΥΠ’ΧΤΙΝ,

ΚΗ ΣΚΥΤΊΝΣΗΝ ΜέΡΑ ΜΗΣΜεΡΉ,

ΝΔΑ ΔζΥΝ’ιΣΗΝ ^ΉΓΟΡΣ ΣΤΥ ΣΤΡΑΤΊιΥ.

ΤΊ ΤΥΝ ΦΛ’ι? ΝΑ Π’Θ ΤΟΣ ΤΊ ΠΥΡΊ?...

 

ΝΊΧΤΑ. ΣΤΡ’ΦΤ. ΤΑ ΛΊΚΣ, ΤΑ ΠΛΊιΑ ΓΝΈΦΣΑΝ,

Π’Σ δΕΝΔΡΎ Ν ΚΥΛΦΉ ΤΥ ^ΔΉβ-ΠΑ ΧΛΊΖ.

δΎι ΧΑΠ’Ρ ΑΤΌ δΑΦΤΎ-Τ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ

ΚΗ ΚΑΛΌ ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ τΉ ΥΡΊΖ.

 

δΎι ΧΑΠ’Ρ ΔΥςΜ’ΝΣ - ΠΟΛΌβτσΙΣ ΌΛΣ-ΠΑ,

ΝΑΜΗ ΉΝΝΙ ΤΙ ΣΑΓΗΡ, ΑΎς: κουφοί, άωτοι.

ΈΜ ^ΠΟΜΌΡτσΙΣ, ΈΜ ^ΠΟΣΎΛ\τσΙΣ, ΈΜ ^ΣΥΡΌζτσΙΣ,

ΈΜ ^ΤΜΥΤΟΡΟΚ’ΝΣΚΗ ΧΑΡΑΧΎς.

 

ΑΤΌ ΤΝ ΌΡΑ ΌΛ ΔΥςΜ’Ν ΔζΥΝ’ιΣΑΝ,

ΝΑ βΡΗΘΎΝΙ ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΔΌΝ ΚΑΡΦ’…

ΤΡΉΖΝΙ ΤΑ ΔΥΡΎΜιΑ-ΤΙΝ ςΑΛΤ’ΧΚΑ,

ΝΊΧΤΑΣ ΤΥ ΤΙΝΞΛΊΧ ΠςΗΡ’ ΓΝΕΦ’.

 

Ν ΑΝΓΚΑΛΊΣΝΙ ^ΉΓΟΡ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ, περικυκλώσουνε

ΈΝΑ ΝΎΝΖΜΥ ΈΧΝΙ ΤΈΚ ΔΥςΜ’Ν.

ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ ΔΡΈΧΝΙ ΛΊΓΥΣ ΧΌΡΖΜΥ,

ΣΚΌΤΙΝ ΠΎΧΝΑ, ΣΤΊΚΗΤ ΤΌΣ - ΤΥΜ’Ν. ΠΎΧΝΑ πύκνα με επιρροή puш

 

ΚΗ ΤΑ ΠΛΊιΑ Τ’-ΠΑ ’ΡΤΑ ςέΡΝΙ,

ΦΤΙΡΑΚΎΝ ΣΤΥ ΌΡΥΣ ΣΜ’ - ΜΑΚΡ’,

ΚΗ ΤΑ ΛΊΚΣ ΓΝΕΦΎΝ ΤΑ ΝΑ ΠΑΈΝΝΙ

ΝΑ τσΝΑΉΣΝΙ ΣΤΎιδΑ ΑΝ Τ ΧΑΡ’.

 

ΚΗ ΤΑ ΑΛΙΠΎιδΑ Τ’-ΠΑ ΚΛΌςΚΝΙ,

Λ’ΖΝΙ Π’Σ ΤΑ ςΞ]ΉΤιΑ ’ΜΑ ΛΊΚΣ.

’ΓΡΥ ΝΊΧΤΑ, ΌΡΑ ΑΓΥΛΊδΚΥ…

ΜΑ ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ ΤΊΣ ΠΥΡΊ ΝΑ ΣΤΊΚΣ?

 

ΧΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ-Τ ΈΜΒΡΥ Π’ι ΚΑΡδ’ΡΚΑ,

ΈΝΑ ΝΎΝΖΜΥ Ές ΚΗ ΈΝΑ ΠΣΤΈβ:

ΝΑ ΗΝΚΉΣ ΔΥςΜ’ΝΣ βΑΡΊ ’Ν ΈΝ-ΠΑ,

’ΡΤΑ ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΔΌΝ ΤΟΣ ΔζΥιΥΧΛΈβ.

 

Ό ^ΡΎΣΚΑ ΞΌΛιΑ!

ΣΗΣ ΠέΜΝΙΤΙ ΜΑΚΡ’!...

 

Τ ΝΊΧΤΑ ’ΚΡΑ τές… ΧΤΥ ΣΉΡΤ ΑΠΉΣΥ,

ΠςΉΡΣΗΝ ΦΥΣΑΡ’ιΣΗΝ ΥΡΑΝΌΣ,

ΠΎ ΞΗΞ’ΚιΑ Π’ΝΥ ΠΛΎΜΖΗΝ ΉΛιΥΣ,

ΌΣ ΝΑ ΔΌΚ ΚΑΛ’ ΠΗΡΝΈςΥ ΦΌΣ.

 

ΈΠΗΣΗΝ, ΗΠΛΌΘΙΝ Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ,

ΕΜΥΧΛΑΣ, ΘΑΡΊΣ-ΚΗ, ΣΠΡΎτσΚΥ ΖΔΌΝ.

ΤΑ ΚΥΡΌΝΙΣ ΓΝΈΦΣΑΝ, ΦΤΙΡΑΚΎΝΝΙ,

ΣΌΠΑΣΗΝ ΣΤΥ ΌΡΥΣ ΤΥ ΑιδΌΝ\6. 6. ΑιδΌΝ – ΣΟΛΟβει.

 

ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ ^ΡΎΣΚΑ ΑΤΌ Τ ΌΡΑ,

ΑΝΔΑ ςΞ]ΉΤιΑ ΈΖΥΣΑΝ ΤΥ ΞΌΛ,

ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ ΉΞ-ΠΑ τΉ ΦΥβΎΝΙ,

ΝΑ ΠιΑΣΤΎΝ ΚΑΡδ’ΡΚΑ ΤΜ’ΣΤΑΝ ΌΛ.

 

ΤΊΓΛΑ Π’ΝΔΑ, ΣΉΜΥΡ-ΠΑ, ΑΤΌΡΑ,

ΌΛ-ΤΙΝ-ΠΑ ΤΊ ΉΤΑΝΙ ΤΜΑΖΜέΝ,

ΣΤΥΝ δΑΦΤΌ-ΤΙΝ Σ’Ν ΝΑ ΧΑΖΑΝΈΠΣΝΙ,

ΑΣ ΤΥΝ ΚΝι’Ζ\-ΤΙΝ, δΌΚΣΑ Π’Λ ΝΑ ΈΝ.

****

 

ΚΗ Τ Αβ\Ή, Ν ΠΑΡΑςΞ]ΗβΉ ΤΝΙ ΜέΡΑ

ΉΡΤΑΝΙ ΧΑΡςΎ ΑΝ ΠΟΛΟβΞ’ΝΣ.

ΠςΉΡΣΑΝ ΔΌΧΤΑΝ ’ΓΡΑ ΚΗ ΚΑΡδ’ΡΚΑ,

ΈΚΑΜΑΝΙ Τ’ΠΤΑΧΗΡ ΔΥςΜ’ΝΣ.

 

ΧΑΜΑΛ’ιΣΑΝ ΌΜΥΡΦΑ ΚΥΡΊΞΑ,

ΓεΚΣΑΜΉΤιΑ, ΠΑβΟΛΟΚ, ΦΛιΥΡΊ,

ΑΚΗΡβ’ ΚΑΖΉιΑ ΚΗ ΠΥςΎιδΑ.

ΤΊΣ ΑΤΊτσ ΝΑ ΈβΡ ΜΑΑΝ’ ΠΥΡΊ?

 

ι’ΝΔΑ ΠΛΊιΑ ΠέΤΑΝΑΝ ΛΑΦΡΎτσΚΑ,

ΣΤΊΚΜΥ, Κ’τσΜΥ τΉΧΑΝ ΌΣ ΑΡΓΌΣ,

ΣΤΡ’ΤΙΣ ΑΧ ΤΑ ςέιΑ ΔΥςΜΑΝΊΤΚΑ

ΣΤΡΌΝΙΣςΚΑΝ, ΠΥ ΉΤΥΝΙ ΠΗΛΌΣ. τους δρόμους με τα ρούχα των εχθρών έστρωναν, εκεί όπου ήταν λάσπη

 

Α ΔΥςΜ’Ν, ΖΔΑΝΊ ΤΊΣ ΠέΣΝΑΝ <ΠέΜΝΑΝ>, ΈΦΧΑΝ

Π’Λ ΣΤΥ ^ΔΌΝ ΜΑΡέιΑ ιΥΡΥΧΤ’.

^ΉΓΟΡΣ ΑΧ ΤΑ ΒΌΛΚΑ ΤΑ ΤΡΟΦέΗΣ,

ΤΊΠΥΤ-ΠΑ τΉ ΠΉΡΙΝ ΑΧ ΑΤ’.

 

ΤΈΚ Τ ΣΗΜέιΑ ΚΌΤ\ΝΥ ΠΟΛΟβέτσΚΗ,

ΌΛΥ Χ’Ν Τ ΣΑΝΓΚ’ΡΑ: ΤΥ ΚΟΠιΌ-Τ,

Ν ΞΌΛΚΑ ΚΌΤ\ΝΥ, ΤΥ ΒΑΡι’Χ-ΤΥ ΣΠΡΎτσΚΥ,

ΦΉΚΗΝ-ΔΑ ΚΝι’Ζ\Σ ^ΉΓΟΡΣ ΤΥΝ δΑΦΤΌ-Τ.

****

 

ΠέΣ ΤΥ ΚΉΚΚΥ ΞΌΛ, ΠέΣ ΤΑ ΧΥΡΤ’ΡιΑ,

ΚΑΘΙΤ’, ΚΑΜΒΌΣ-ΤΙΝ ΗΠΛΥΜέΝ,

ΝΊΣΤΑΖΗΝ ^ΟΛέΓ ΚΑΡδ’ΡΚΥ έΝΥΣ.

Τ\Μ’ΣΗ ΖέΡ, ΠΑΝΔΎ ΝΔΑ ΉΝΝΙ ΚΣέΝ?!

 

ΜΑ ΑΤΊ ΚΑΝΊΝΑ τΉ ΦΥβΎΝΝΙ:

ΝΈ Τ ιΗΡ’Κ7 ΚΗ ΝΈ ΤΥ τσΗΡΙΛΊ,

ΝΈ ΤΥ ΜΑβΡΥΧ’ΡΑΓΥ Ν ΚΥΡΌΝΑ -

ΠΟΛΟβέτσΚΗ ’ΓΡΥ ΚΉΚΚΥ ΠΛΊ.

7. ιΗΡ’Κ - ΣΟΚΌΛ.

 

ΠέΣ ΤΥ ΞΌΛ ΝΔΑ ’ΓΡΑ ΤΑ ΗβΛ’τιΑ,

ι’ΝΔΥ ΛΊΚΥ ^ΓΖ’ΚΣ ΧΑΔΡΈβ, ΠΑΈΝ,

ΑΣ ΤΥ ^ΔΌΝ ΜΑΡέιΑ ΑΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ-Τ

ΚΗ ^ΚΟΝΞ’ΚΣ ΑΠΠΉΣΥ-Τ τΉ ΠΗΜέΝ.

 

δΌ ΝΑ ΚΑΤΑΣΌΣΝΙ ΤΊ ΗΡΈβΝΙ,

ΠΥ ΚΥΤΈβ ΖεΣΤ’ ΤΥ ΧΥΝΥςΜ’,

ΚΗ ΝΔΥΝ ^ΉΓΟΡ ΒέΚΚΑ ΝΑ ΠιΑΣΤΎΝΙ.

’ΡΤΑ Φ’ΝΑΝ, ’ΡΤΑ ΉΝΝΙ ΣΜ’…

****

 

ΚΗ Τ Αβ\Ή ΓΥΡΓ’ ΑΣ Τ ’ΛΥ Τ ΜέΡΑ,

’ΓΡΗΠΣΗΝ τΗΡΌΣ. ΚΥΤ\Νι’δΑ ΚΖέΝ.

ΚΌΤ\ΝΙΣΗΝ ΤΥ ΣΉΡΤ ΧΤΥ έΜΑ ΚΌΤ\ΝΥ - απο το αίμα πιό κόκκινο

ΣΜ’δ ΠΥΛ’ ΚΑΛΌ, ΗΛΒΈΤ, ΤΌ τέΝ.

 

ΧΤΥ ιΑΛΌ ΜΑΡέιΑ ΚΗ ΧΤΑ ΞΌΛιΑ,

ΣΚΌΘΑΝ Π’ΝΥ Μ’βΡΑ ΣΗΝεΦΉΣ.

ΚΗ ΤΑ ΉΛ\Σ ΤΑ ΤΈΣΗΡΑ ΚΑΡδ’ΡΚΑ έλεγες? σημεία του ορίζοντα? eel

ΝΑ ΣΞ]ΥΠ’ΣΝΙ ΉΡΗβΑΝ, ΘΑΡΉΣ.

 

’ΓΡΥ ΣΚΌΘΙΝ Μ’βΡΥ ΣΗΝεΦΉιΑ,

ΣΤΡ’ΦΤ, βΡΥΝΔ’, ΑΞΉΧΚΑ ΠςΉΡΣΗΝ βΡές.

Μι’Ζ ΝΑ ΝΊςΚΗΤ ΔΌΣΜΥ ΑδΌ ΜέΓΑ,

ΤΙΜΑΣΤΈΤ, ΠΑΛΚ’ΡιΑ, ΣΤΥ ΚΥΡές! cyreш =πάλη.

 

ΣΜ’ Σ ΠΥΤ’Μ ^ΚΑι’Λ, ΣΜ’ Σ ^ΔΌΝ ΝΑΜΛΊδΚΥ,

ι’Ν Τ βΡΥςΉ ΤΑ ΣΤΡΈΛΙΣ ΝΑ ΠεΤΎΝ.

ΤΑ ΣΠΑΘΊιΑ Π’Σ ΔΥςΜ’Ν ΤΑ Κ’ΣΚΗΣ

ΧΤΥ ΠΚΑΝΖΜΌ ΤΙΚΜΉΛ ΑΣ ΤΥΒΥΧιΎΝ. tekmil

 

Ό ^ΡΎΣΚΑ ΞΌΛιΑ!

ΣΉΣ ΠέΜΝΙΤΙ ΜΑΚΡ’!

****

δακτυλικό μέτρο

’ΝΙΜΥΣ ΦΣ’ ΑΓΥΛΊδΚΑ,

ΣΤΡέΛΙΣ ςΥΡΉΖΝΙ, ΠεΤΎΝ…

ΈΡΚΝΙ ^ΣΤΡΗΒΌΖ\Η Τ ΑΝΈΠςΑ,

Τ ’ΛΓΑ-ΤΙΝ Φ’ΝΑΝ, ΧΡΥΜΤΎΝ. χρεμετούν

 

ΠΎΧΝΑ ςΚΡΌ ΣΚΌΘΙΝ ΑΠ’ΝΥ, σκιερό

Ξ’Χ ΤΥ ΠΥΤ’Μ-ΠΑ ΘΙΛΌΝ.

ΈΡΚΝΙ ΤΙ ΠΚ’ιδΑ ΚΗ ΠΚ’ιδΑ, κοπάδια

ΈΜ ΧΤΥ ιΑΛΌ, ΈΜ ΧΤΥ ^ΔΌΝ.

 

^ΡΎΣ ΑΧ ΔΥςΜ’ΝΣ ΉΞ τΗ ΚΣΠ’ΧΤΑΝ,

ΚΣέβΑΝ ΧΑΡςΎ-ΤΙΝ ΣΑΑΤΝ’.

ΖΌΧΤΑΝ ΝΔΑ ΚΌΤ\ΝΑ ΤΑ ΣΞ]ΉΤιΑ,

ΣΤ’ΘΑΝ ΚΑΡδ’ΡΚΑ ΣΜ’ - ΣΜ’.

****

 

^βΣεβΟΛΌΔ, ΚΑΡΔΑΡΣ ΣΗ ΚΗ ΝΑΜΛΊδΣ-ΠΑ!

ΣΜ’-Σ ΚΑΝΊΝΑ ΉΞ-ΠΑ τΉ ΠΗΛΊΣ!

ΒέΚΚΑ ΣΉΡΝΣ ΤΑ βέΛΙΣ Π’Σ ΠΟΛΌβτσΙΣ,

ΣΉ ΔΥςΜ’ΝΣ ΑΦΌβΗΤΑ ΠΚΑΝΊΣΣ.

 

^βΣεβΟΛΌΔ, ΣΗ ’ΜΑ ΠΎ τι’Ν Π’ιΣ-ΠΑ,

ΝΔΥ ΦΛιΥΡΉΤΚΥ-Σ Ν Κ’ΣΚΑ ΦΥΣΗΡΌ,

ΠέΦΤΝΙ ΣΜ’-Σ ΔΥςΜ’Ν, ι’ΝΔΑ δΙΜ’ΤιΑ,

ΑΧ ΤΥΚΌ-Σ ΣΠΑΘΊ ΤΥ ΚΑΦΤΙΡΌ.

 

Π’Σ δΑΦΤΎ-Τ ΤΑ ΠΌΝιΑ, ΤΑ ΗΡ’ιδΑ,

ΖέΡ ΑΤΌΣ τΗΡΌ Ές ΝΑ ΝΥΝΊΣ?

ΤΊΣ τΗ Χ\έβ ΤΥ ΖΉΣΜΥ-Τ, ΠΚΑΝΙςΚ’ΤΙ,

Ές ΣΤΥ ΝΎ-Τ ΤΈΚ ΜΌΝΥ ΝΑ ΗΝΚΉΣ.

 

ΤΊΣ ΖΜΥΝ’, ΝΔΑ Πι’ςΚΗΤ ΝΔΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ,

ΟΤ ΠΥΡΊ δΑΦΤΌ-Τ-ΠΑ δΌ ΝΑ ΠέΣ…

ΤΊΣ ΖΜΥΝ’ ΚΗ Τ’ΤΑ-Τ ΤΥ ΗςΉιΥ -

ΚΡΑΤΙΚΟ ^ΞεΡΝΗΓΟβΣΚΗ ΤΡΑΠέΖ.

 

ΤΊΣ ΖΜΥΝ’ ΚΗ Τ ^ΓΛέΒΟβΝΑ-Τ ΤΌ ΤΝ ΌΡΑ,

ΑΝΔΑ Πι’ςΚΗΤ, ΚΡΎΧΚΗΤ ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΣ.

ΚΛΈ ΗΝΈΚΑ-Τ, ΝΊΦΚΗΤ ΠέΣ ΤΥ δ’ΚΡΥ,

ΦΛ’ι-ΤΥΝ ΝΑ ΗΡΉΣ ΠΥΛ’ ΖΑΜ’Ν.

**** σελίδα47

 

ΑΧ Τ ΑβιΉ ΚΗ ΌΛΥ Τ ΜέΡΑ,

ΑΧ ΑΦΤ’ΜΑΣ, Π’Λ ΟΣ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ |ΑΧΣΑΜ|

Π’Σ ΤΑ Κ’ΣΚΗΣ ΧΠΎΝΙ ΤΑ ΣΠΑΘΊιΑ,

Τ’ ΞΑΧέβΝΙ, βΓ’ΛΝΙ Ξ’Χ ΚΑΠΝΌ.

 

Τ’ ΤΙΚΜΉΛ ΧΑΛ’ΘΑΝ ΑΧΤΥ ΠΚ’ΝΖΜΥ,

ΚΗ ΤΑ ΠΉΚΗΣ Τ’-ΠΑ Ξ’Χ ΑΛΓΎΝ,

ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ βέΛΙΣ–ΠΑ ςΥΡΉΖΝΙ,

Τ ’ΛΓΑ ’ΓΡΑ β\ΉΖΝΙ ΚΗ ΧΡΥΜΤΎΝ.

 

ΠέΣ ΤΑ ΚΉΚΚΑ ΞΌΛιΑ ΚΣεΝΥΜέΝΑ

ΣΤΥ ιΑΡΔΙΜ ΖΒΥδ’ΖΝΙ τι’Λ ΔΥςΜ’Ν.

ΤΈΝΑ ΝΔ’ΛΥ ΉΞ ΑΤΊ τΉ Χ\έβΝΙ,

ΚΌΠΗΝ ΛΌΡιΑ ΌΛΥ ΤΌΣ-ΤΥΜ’Ν…

 

Μ’βΡΥ Π’ΤΥΣ ΣΠ’ΡΤΙΝ ΝΔΑ ΚΥΡΜΉιΑ,

ΚΗ ΠΥΤΊΣΤΙΝ έΜΑ δΌ ΤΥ ΞΌΛ.

ΉΧΑΝ Μ’βΡΥ ΜέΡΑ ΜέΓΑ ΠΉΚΡΑ

ΑΣ ΤΥ ^ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ ΚΌΖΜΥΣ ΌΛ.

****

 

ΤΊ ΈΝ ΤΥ ΈΡΚΗΤ ΑΣ ΤΑ ΦΤΊιΑ-Μ?

ΧΤΥ ΣΉΡΤ ΑΠΉΣΥ Κ’Τ ΔΥβΛΈβ.

ΤΟ ^ΉΓΟΡ ΚΝ\ι’ΖΣ ΑΡΑΛΑιΜέΝΥΣ

ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ-Τ ΝΑ ΗΡΉΣ ΗΡέβ.

 

ΚΗ ΝΑ ΠιΑΣΤΎΝΙ, τι’ΛΥ, τι’ΛΥ.

Ξ’Χ ΈΜΒΡΥ ^ΉΓΟΡΣ Π’ι δΑΦΤΌΤ,

ΤΌΣ δΙΝΑΤ’ ΈΜ Χ\έβ, ΈΜ Νι’ςΚΗΤ,

ΤΥΝ ΑδΕΡΦΌ-Τ ΤΥΝ ^βΖεβΟΛΌΔ.

 

ΠΚΑΝΊΣΤΑΝ ΜέΡΑ ΤΊ ΚΗ δΊιΑ, κοπανίσθαν μέρα αυτοί και δύα

ΔΥςΜ’ΝΥΣ ΉΝΗς ΑΓΑΛΊΧ, ΔΥςΜ’Νος ενείχε / γίνισκε ΑΓΑΛΙQ

ΚΗ ΜΗΣΜεΡΊ ΣΤΥ ΤΡΊΤΙ Τ ΜέΡΑ

ΝΔΥΝ ^ΉΓΟΡ ΠέΜΝΑΝ ’ΛιΑΧ ΛΊΓ.

 

ΚΗ ’ιτσ-ΠΑ βΖΉΓΑΝ δΊιΑ ’ΣΤΡΗΣ,

ΧΤΥ ΔΌΣΜΥ ΉΝΔΑΝ ΜεΘΙΖΜέΝ,

ΚΗ ΣΜ’ ΣΤ ^ΚΑι’Λ ΤΥ ΥΓΥΡΣΎΖΚΥ

ΚΑΤΈβΑΝ δΊ-ΤΙΝ Π’ ΣΤΥ ΠΛέΝ.

 

ΜΑ ΡΎΣ – ΚΑΡδ’Ρ ΠΟΛΌβτσΙΣ ΒΌΛΚΥ

ΧΤΥ έΜΑ ΧΌΡΤΑΣΑΝτσ ΚΡΑΣΉ,

δΑΦΤΊ-ΤΙΝ ΈΠΗΣΑΝ ΣΚΥΤΌΘΑΝ,

ΤΥ ^ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ ΤΈΚ ΝΑ ΖΉ!

 

ΑΧ ΤΑ ΑΝ’ΝτιΑ Ξ’Χ ΜΑΡ’ΘΑΝ

ΑτΉ ΧΥΡΤ’ΡιΑ ΤΡΗΦΗΡ’,

ΑΧ ΤΥ βΑΡΊ ΚΑιΜΌ ΧΑΜέΛΝΑΝ –

ΑΛΊΓΣΑΝ Κ’ΤΥ ΤΑ δΕΝΔΡ’.

****

 

ΈΠΗΣΗΝ ΣΚΥΤΊΝΣ ΣΤΥ ΤΡΊΤΙ Τ ΜέΡΑ –

ΉΝΔΥΝΙ ΣΚΥΤΊΝΣ ΒΗΡΔΈΝ ΑΤΌΤ…

βΖΉΧΤΑΝ δΊιΑ ΉΛ\Σ – ΞΗΡ’ΧιΑ δΊιΑ –

δΊ ΑΦΌβΗΤ - ^ΉΓΟΡΣ, ^βΣεβΟΛΌΔΣ.

 

ΑΝ Τ ΑΤΊτσ ΚΗ Δ’ΜΑ ΤΌ ΤΝΙ ΜέΡΑ,

βΖΉΧΤΑΝΙ τιΥΝΎΡιΑ δΊιΑ ΦέΝΚΣ:

ΚΝι’Ζ ιΑςΎτσΚ - ^ΟΛέΓΣ ΚΗ ^ΣβιΑΤΟΣΛ’βΗΣ…

ΤΡΑΓΥδΎΝ ΔΥςΜ’Ν, ΑΤΌΣΥ ςέΝΚ!...

 

ΠέΣ ΤΥ ^ΡΎΣ\ ςΞ]ΥΠ’ΧΤΙΝ - βΖΉΧΤΙΝ ΉΛιΥΣ,

ΤΥςΝΙΜέΝΑ ΚΌΖΜΥΣ ΌΛ ΠΡΑΤΎΝ.

’ ΠΟΛΌβτσΙ, ι’ΝΔΑ ΠΥΡδΥΚ’ΤΙΣ, πάρδο-κάτες =λεοπαρδάλεις

ΑΞΥβΛΊδΚΑ δ’ΚΝΙ ΚΗ ΤΡΑβΎΝ.

 

ΚΗ ΔΡΥΠΉΣ-ΠΑ ΈΠΗΣΗΝ Π’Σ Τ δΌΚΣΑ,

ΑΧ Τ ΑΝ’ΝτιΑ Χ’ΘΙΝ ΤΥ ΡΑΤΛΊΧ.

ΚΗ ΤΥ ΔΉβ ΧΥΛΔ’ιΣΗΝ Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ, (γύπας;)

ΖΜΌΝΣΑΝ ΚΌΖΜΥΣ ΌΛ-ΠΑ ΤΥ ςΗΝΚΛΊΧ.

****

 

ΚΗ ΤΑ ΓΌΤΣΚΗ ΤΑ ΚΥΡΊΞΑ

ΣΜΑ Σ ιΑΛΌ ΤΥ ζΑΝΓΚΑΡΊ, γαλάζια

ΤΡΑΓΥδΎΝΙ ςέΝΚΑ, ςέΡΝΙ,

ΑΝΔΥ ^ΡΎΣΚΥ ΤΥ ΦΛιΥΡΊ.

 

ΚΗ ΟΤ ΉΝΚΣΑΝΙ ΠΟΛΌβτσΙ,

’ΛιΑΧ ΈΧΝΔΥ ΤΙ ΗΛβ’Ν.

ΤΥΝ τΗΡΌ ΜΑΧΤΑΈβΝΙ ^ΒΎςΟβ,

ςέΡΝΙ ΑΝ ΤΥΝ ^ςΑΡΥΚ’Ν.

 

ΑΣ ΤΙ Μ’Σ, Σ ΤΥΚΌΜΑΣ Π’ΤΥ,

Μ’βΡΥ ΉΡΤΙΝΙ ιΥΡΤΊ.

ΝΑ ΧΑΡΎΜ, ΖέΡ ΣΉΜΥΡ ΈΧΥΜ,

ΜΊΣ, Τ ΑδΡέΦιΑ-Μ, ΑΝΔΥ ΤΊ?

****

 

ΉΡΤΑΝ, ΈΣΥΣΑΝ βΑΡΈιΑ ΧΡΌΝιΑ…

Ό Τ ΑδΡέΦιΑ-Μ! ^ΉΓΟΡΣ ’ΡΤΑ τέΝ…

ΑΣ ΤΥ ΚΉΚΚΥ ΞΌΛ, ΠέΣ ΤΑ ΧΥΡΤ’ΡιΑ

ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ-Τ ΠέΦΤΝΙ ΣΚΥΤΥΜέΝ.

 

ΚΗ, ΘΑΡΙΣ, ΑΠ’ΝΥ-ΤΙΝ ΚΖεΝ, ΚΛΌςΚΗΤ

ΤΥ βΑΡΊ, ΠΗΚΡΌ ΧΥΡΛΑΝΙΜΌ.

ΤΌ Τ ΑΓΎ ΚΥΡΊτσ, ΘΑΡΊΣ-ΚΗ ΚΛΌΣΤΙΝ,

ΚΗ Ές ΜέΓΑ β’ΡΥΣ ΧΤΥΝ ΚΑιΜΌ.

 

Χ’ΛΙ ΚΉΚΝΟΣ ΣΚΌΝ-ΔΑ ΤΑ ΧΑΝ’ΤιΑ-τσ

ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΔΌΝ, ΣΜ’ Σ ζΑΝΓΚΑΡΊ ιΑΛΌ,

δΎι ΧΑΠ’Ρ ΑΣ ^ΡΎΣΣ, ΤΙΚΜΉΛ ΟΤ Χ’ΘΙΝ,

ΑΣ ΑΤΊτσ ΤΥ ΖΉΣΜΥ ΤΥ ΚΑΛΌ.

 

ΠέΡΑΣΑΝ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ ΤΑ ΦΛιΥΡΊΤΚΑ.

ΝΑ ΤΑ βΡΊςΚΣ Τ’ ΤΌΡΑ τέΝ ΧΥΛ’ι.

Π’Σ ΔΥςΜ’ΝΣ τΉ ΣΚΎΝΝΙ, τΉ ΧΥΛΔΈβΝΙ,

ΜΑ Τ ΑδΡέΦ ΣΤ ΑδΡέΦ ΧΑΡςΎ ΤΕΚ Π’ι.

 

Τ ΑΛΑΧΑΡΔΊ ΤΥ ΜΚΎτσΚΥ Κ’Μ-ΔΥ ΜέΓΑ.

Κ’ΘΑ ΉΣ ΔΡΑΝ’ ΝΑ Κ’Μ ΧΑΡ’Μ.

ΚΗ Τ ΑδΡέΦιΑ ΛΈΓΝΙ ΉΣ ΤΥΝ ’ΛΥ:

«ΈΜ ΑΤ’, ΈΜ ΤΎΤΑ ΈΝ ΤΑΚ’Μ!».

 

Α ΔΥςΜ’Ν ΧΥΛΔΈβΝΙ ΚΗ ΧΥΛΔΈβΝΙ.

ΠέΣ ΤΥ ^ΡΎΣ\ ΤΊ Κ’ΜΝΙ ΝΑΚΑΤΊΣ.

…^ΉΓΟΡ, ΑΝΑΚ’ΤΥΣΗΣ ΠΟΛΌβτσΙΣ,

ΧΑςΥΜΉΤΚΑ ΉΝΔΑΝΙ ΤΑ δΛΊΣ!...

****

 

β’ι, ΜΑΚΡ’ ΣΗ δ’ιΣ ΝΔΥΝ ΚΌΣΜΥ-Σ, ^ΉΓΟΡ,

ΠέΣ ΤΥ ΞΌΛ ΠΟΛΌβτσεΣ ΝΑ ΠΚΑΝΊΣΣ!

’ΓΡΥ ΌΡΑ ΉΡΤΙΝ ΑΣ ΤΙ ΣέΝΑ,

ΖέΡ Τ\ΘΑ ΈΡΤ τΗΡΌΣ ΣΗ ΝΑ ΗΡΉΣ?!

 

ΜΉιΑ τι’ΛΥ Π’Σ ΤΥ Πδ’Ρ ΖέΡ β’ΛΣ-ΤΑ,

ΤΑ ΚΑΡδ’ΡΚΑ ^ΉΓΟΡ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ?

ΑΣ ΤΥ ^ΡΎΣ\ ΚΑΜΉιΑ ΚΌΜΑ τΉΤΑΝ

ΤΊΤΚΑ ’ΓΡΑ, ΛΊΓΥΣ ΝΎ, ΖΑΡ’ΡιΑ.

 

ΤΑ ΗΝΈΚΗΣ Νι’ςΚΝΙ ΜέΡΑ – ΝΊΧΤΑ,

ΠέΣ ΤΑ δ’ΚΡΗΣ ΛΎςΚΝΙ, ΚΛΈΓΝΙ, ΚΛΈΓΝΙ…

ΦΥΡΚΥΜέΝ ΧΤΑ ΠΌΝιΑ ΚΗ ΧΤΑ ΠΉΚΡΗΣ,

ΑΝΔΥ ΚΛΈ – ΜΥΡΛΌιΑ ’ΤΧΑ ΛΈΓΝΙ:

 

«Τ\ΘΑ ΗΡΉΣΝΙ ’ΛΥ ΥΚΣΥΠΉΣΑ

ΑΚΗΡβΉ-ΜΑΣ ΚΌΖΜΥΣ ΑΧ Τ ΣΤΡΑΤΊιΥ.

ΝΑ ΝΥΝΊΖΣ ΑΤΎΤΥ ’ΛιΑΧ ’ΓΡΥ,

ΝΑ ΤΥ ΠΣΤΈΠΣ ΑΤΌ, τΉ ΠέΡ ΠΗΣΤΊιΑ.

 

’ΛΥ Τ\ΘΑ ΔΡΑΝΎΜ ΑΤΊτσ ΣΤΑ ΣΠΉΤιΑ –

ΣΚΥΤΥΜέΝ ΗΠΛΌΘΑΝ Σ ΚΣεΝΙΤΉιΑ.

ΤΑ ΦΛιΥΡΊιΑ ΚΗ ΤΥ ςέΝΚΥ ΖΉΣΜΥ,

Τ\ΘΑ ΤΑ δΎΝ ΤΑ Μ’ΤιΑ-ΜΑΣ ΚΑΜΉιΑ!»

 

β’ι Τ ΑδΡΈΦιΑ-Μ, ΈΝ ΤΑ δΛΊΣ ΧΑΜέΝΑ,

ΠΌΣ ΣΗ, ^ΉΓΟΡ, ΖΒΎδΑΚΣΗΣ δΑΦΤΌ-Σ,

βέΓΛΑ ΤΌΡΑ δΌ ΤΊ ΚΑΜΑΤΈΦΚΗΤ,

ΑΣ ΤΥ ^ΡΎΣ\ Τ ΧΑΝΊιΑ ΑΣ ΤΥΚΌ-Σ.

****

 

ΚΛΈ ΤΥ ^ΚΉεβ, Νι’ςΚΗΤ ΤΥ ^ΞεΡΝΉΓΟβ,

ΤΥςΝΙΜέΝΑ ΚΌΖΜΥ ΌΛ ΠΡΑΤΎΝ.

Α Τ ΑδΡΈΦιΑ ΚΝι’Ζ τΉ Νι’ςΚΝΙ ΤΊΠΥΤ,

Τ ΈΝΑ ΝΔ’ΛΥ Τ\ΘΈΛΝΙ ΤΊ ΝΑ δΎΝ.

 

ΉΡΤΑΝ Π’Λ ΠΗΚΡ’, βΑΡέιΑ ΜέΡΗΣ,

ΑΣ ΤΥ ^ΡΎΣΚΥ ΜέΓΑ βΗΛΙι’Τ. |υΙΛΑιΑΤ| επικράτεια

ΜΑ Τ ΑδΡΈΦιΑ ΚΝι’Ζ τΉ ΣΚΎΝΝΙ Π’ΝΥ,

Τ ΈΝΑ - ΝΔ’ΛΥ ΧΠΎΝ ΤΥ ΧΑΒΑι’Τ.

 

ΈΝΑ ΚΣέΡΝΙ, ΜΌΝΥ ΗΡΗςΞ]έβΝΙ,

Τ ΈΝΑ - ΝΔ’ΛΥ ΖΛΈβΝΙ ΛΊΓΥΣ ΧΡ’Ρ.

Κ’ΘΑ ΉΣ-ΤΙΝ ΘΈΛ ΝΑ ΝΊςΚΗΤ ΜέΓΑΣ,

Κ’ΘΑ ΉΣ-ΤΙΝ ΘΈΛ ΠΥΛ’ ΝΑ Π’Ρ.

 

Α ΔΥςΜ’Ν ΧΥΛΔΈβΝΙ ΛΊΓΥΣ ΧΉιΜΥ,

^ΡΎΣ ΝΑ ΠΎΝ τΉ δΎΓΝΙ ΛΑΧΑΡΔΊ.

ΚΗ ΖΥΡΛΈβΝΙ, ΌΛ ΑΤΊτσ ΝΑ ΦέΡΝΙ

’ΣΠΡΑ ΣΠΡΎτσΚΑ Χ Κ’ΘΑ ΧΑΡΑΛΔΊ.

****

 

βΣεβΟΛΌΔΣ ΚΗ ^ΉΓΟΡΣ – ΑΤΊ δΊ-ΤΙΝ,

(ΣβιΑΤΟΣΛ’βΣ ΧΥΛι’ΣΤΙΝ, Τ\ΘΈΛ ΝΑ τσ δΊ)

’ιτσ ΚΑΚ’ ΑΓΛ’ΤΥΣΑΝ ΠΟΛΌβτσΙΣ,

ΚΗ ΑΤΌΡΑ τΉΝΝΙ ΞΑΡΑδΊ. κί γίνονται

 

ΚΌΜΑ ΤΊ ΈΝ, ΈΝΑ ΧΡΌΝΥ ΠΉΣΥ,

ΣβιΑΤΟΣΛ’βΣ ΠΥΛΈΜΖΗΝ ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΣ,

ΚΗ ΑΤΌΣ, ΝΔΑ Πι’ΣΤΑΝ, ΌΛΣ-ΠΑ ΉΝΚΣΗΝ,

ΔΑΓΑΤΡ’ιΣΗΝ, Χ’ΣΗΝ ^ΠΟΛΟβΞ’ΝΣ.

 

ΉΣΥΣΗΝ, ΤΑ Δζ’ΠιΑ, ΔζΗΡΙΝΤΊδΑ,

ΠΥΧΝΟβΌΛΚΣΗΝ, δ’ιΝ ΣΤΥ ^ΞΌΛ ΜΑΚΡ’.

ΣΤΈΓΝΥΣΗΝ ΑτΉ ΤΟΣ ΤΑ ΛΗΜ’ΝιΑ,

ΘΈΛΥΣΗΝ ΤΑ ΠΥΤΑΜΉ ΝΕΡ’.

 

Μ’ΘΣΗΝ ΝΑ ΣΑΈΠΣΝΙ ΤΊΓΛΑ ΧΡ’ςΚΗΤ,

ΝΑ ΦΥβΎΝΝΙ ΡΎΣΚΥ ΤΥ ΔΑΓ’Τ.

ΚΗ ΤΥ Μ’Τ-ΤΙΝ ΠΉΡΗΝ ΜέΓΑ ΦΌβΥ,

ΣΑΧΗΝΔΡΈΦΤΑΝ, ΉΝΔΑΝΙ ΜΥΧ’Τ.

 

^ΣβιΑΤΟΣΛ’βΣ ΑΦΌβΗΤΑ ΧΥΛΔ’ιβΗΝ,

Α ΔΥςΜ’Ν ΌΛ ΠέΜΝΑΝΙ ΠΚΑΝΖΜέΝ.

ΚΗ ΤΥΝ ’ΤΧΥ Χ’Ν, ΤΥΝ ΠΟΛΟβέτσΚΗ,

ΤΥΝ ^ΚΟΒιΑΚ ΤΟΣ ΠΉΡΗΝ ΑΣ ΤΥ ΠΛέΝ. αιχμαλωσία

 

ΉΦΗΡΙΝ ΚΗ Μ’ΝΔΡΗΣΗΝ ΣΤΥ ^ΚΉεβ

ΠέΣ δΑΦΤΎ-Τ ΓΡεΔΝΉτσΑ ΘΑΓΜΑΣΤΚΌ.

Ν ΤΥΝ ^ΚΟΒι’Κ ΠΥΛΊ τιΑΛ ΜεΓΑΛ\ΌΝ-ΠΑ

Πι’ΣΤΑΝΙ ΣΤΥ ΠΧ’β ΤΥ ΡΥΣΗΚΌ.

 

βεΝετσέιτσΙ, ΝέΜτσΙ ΚΗ ΡΥΜέι-ΠΑ

ΜΑΧΤΑΈβΝΙ ΌΛ ΤΥΝ ^ΣβιΑΤΟΣΛ’β.

ΚΗ ΝΔΥΝ ^ΉΓΟΡ – ΚΝι’Ζ\ ΤΙ ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ,

ΟΤ δΑΦΤΌ-Τ ΘΙΛι’ΧΤΙΝ ΑΣ ΤΥ ΠΧ’β.

 

ΤΑ ΦΛιΥΡΉιΑ-Τ ^ΉΓΟΡΣ, ΛΈΓΝΙ, Χ’ΣΗΝ,

ΣΤΥ ΠΥΤ’Μ ^ΚΑι’Λ ΤΑ ΦΉΚΗΝ ΤΟΣ,

ΚΗ δΑΦΤΌ-Τ Π’Χ Τ ΣέΛΑ ΤΥ ΦΛιΥΡΉΤΚΥ

ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ - ΠέΜΝΙΝ ΑΠΗΖΌΣ.

 

ΤΥςΝΈΦΤΑΝ ΤΑ ΒΑΖ’ΡιΑ,

ΤΑ ςΗΓΚΛΊΧιΑ Χ’ΘΑΝ.

ΣΑΡιΑΣΑΝ ΤΑ ΧΥΡΤΑΡιΑ –

ΗΠΛΌΘΑΝ ΚΗ ΜΑΡ’ΘΑΝ.

****

 

^ΣβιΑΤΟΣΛ’βΣ ΣΤΥ ^ΚΉεβ ΡΥΜΑΤι’ΧΤΙΝ,

Τ ΌΡΗΜΑ-Τ ΝΑ ΚΣέΡΝΙ ΑΤΟΣ ΘΕΛ.

- ΦΌΡιΑΖΑΝ-Με, -ΉΠΗΝ,- Μ’βΡΑ ΡΎΧΑ,

ΠΌΠΣΑ Π’Σ ΤΥ ΚΣΛΊΤΚΥ ΚΥΝΥΠΈΛ. όπου έπεσα πάνω στο ξυλίτικο κανοπέλι (καναπέ)

 

ΚΗ ΣΗΛι’ιβΑΝ ΜέΝΑ ΓΌ ΝΑ ΠΉΝΥ

ζΑΝΓΚΑΡΊ ΚΡΑΣΉ ΑΓΎ – ΠΗΚΡΌ.

ΦΤ\ΌΡΥΝΙΝ ΦΛιΥΡΉιΑ ΣΜ’-Μ ΔΥςΜ’ΝΥΣ

ΚΗ ΑΝΓΚ’ΛΖΗΝ ΜέΝΑ ι’ΝΔΥ ΜΚΡΌ.

(αρχαία βαβυλωνιακά ονειροκριτικά κείμενα, που διασώζουν ακόμη αρχαιότερες παραδόσεις, σημειώνουν: «όποιος ονειρευτεί οτι του προσφέρουν κρασί, οι μέρεςτου θα είναι λίγες»).

 

Φ’ΝΙΝ-Με ΤΥ ΤέΡεΜ-ΠΑ ΥΡ’ιΣΗΝ

ΚΗ ΑΝΊΧΤΙΝ ΌΛΥΤ ΤΥ ΤΑΒ’Ν.

ΑΣ ΤΥ ^ΠΛέΣεΝ\ΣΚ βΎιΖΑΝ ΤΑ ΚΥΡΌΝΙΣ,

ΣΚΎΤΑΝΔΑΝ ΧΤΥ ΌΡΥΣ ΣΜ’ Χ ^ΚΗι’Ν. εσηκούτανταν =σηκώνονταν

 

ΌΛΥ Τ ΝΊΧΤΑ ΠέΤΑΝΑΝ ΚΗ δ’ιΝΑΝ,

Τ ΣΤΡ’ΤΑ-ΤΙΝ, ΗΛΒεΤ, ΤΟ τΉΤΥΝ ΣΜ’.

ΣΤΥ ιΑΛΌ ΜΑΡΕιΑ ιΥΡΥΧΛ’ιβΑΝ,

ΠΥ ΠΤΡΑΈΦΤΙΝ ΜέΓΑ ΧΥΝΥςΜ’.

****

 

^ΜεΓΑΛΌΝ – ΒΟι’Ρ ΘΑΓΜ’ςΚΝΙ, ΦΚΡΎΝΝΙ,

Τ ΌΡΗΜΑ, ΤΥ ΉδΙΝ ΜέΓΑΣ ΚΝι’ΖΣ.

ΚΗ ΑΤΌΝΑ ΛΈΓΝΙ – ΠΑΡΓΥΡΗΖΝΙ:

–ΑΧ Τ ΑΝ’ΝτιΑ ΚΛΌΘΝΙ ΤΑ ΜιΑΛ’Σ.

 

τέΝ ΧΥΛ’ι, ΤΑΚ’Σ ΤΑ δΊιΑ ΠΛΊιΑ,

ΚΌΜΑ ΤΊ ΕΝ, ΣΚΌΘΑΝ ΑΣ ΤΥ Πδ’Ρ,

ΧΤΑ ΜΚΡΥΘΈΣ-ΤΙΝ τΉΚΣΗΡΑΝΙ ΦΌβΥ,

ΌΣΗΠΣΑΝ ΑΦΌβΗΤ ΚΗ ΚΑΡδ’Ρ.

 

ΧΤΥ ΦΛιΥΡΊΤΚΥ ΠέΤΑΣΑΝ ΦΥΛΈιΑ,

ΝΑ ΧΑΔΡΈβΝΙ ΤΥΝ δΑΦΤΌ-ΤΙΝ Σ’Ν.

ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΔΌΝ ΔΥςΜ’ΝΣ ΝΑ ΔΌΚΝΙ Κ’ΤΥ,

ΝΑ ΗΡΉΣΝΙ ΤΥ ^ΤΜΥΤΟΡΟΚ’Ν.

 

τΉΡΤΙΝ Ρ’ΣΤ, ΤΑ ΝΎΝΣΑΝ ΝΑ δΑΛΊΣΝΙ,

ΈΜΒΡΥ ΜέΡΑ ΤΊΣ ΝΑ ΚΣέΡ ΠΥΡΊ?

τσ’ΚΥΣΑΝ ΤΑΚ’-ΤΙΝ ΤΑ ΧΑΝ’ΤιΑ,

ΦΌΡιΑΣΑΝ-τσ ΚΗ ΠΧ’βιΑ ΣΗδεΡΊ. χειροπέδες

 

ΔΡΌΠιΑΣΑΝ ΤΑ έΡΑΤΑ-Σ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ,

ΦΑΝΙΡ’ Τ ΑΝ’ΝΤιΑ ΣΉ ΔΡΑΝ’Σ.

ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ Τ ΌΡΗΜΑ-Σ ΈΝ ’ΓΡΥ,

ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ ΚΛΌΘΝΙ ΤΑ ΜιΑΛ’-Σ.

****

 

ΑΠ ΚΑΛΎ ΤΥ ΌΡΥΣ

ΦΉΛΑ ΠΗ <τΗ> ΠΗΤ’ι.

ΝΑ ΗΡΉΣ ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ

ΠΉΣΥ τέΝ ΧΥΛ’ι!

παροιμία: «όταν στο βουνό τα φύλλα πέφτουν, δέν πέφτουν απο καλό (πέφτουν επειδή τα δέντρα πλήττονται απο την κακοκαιρία)».

 

ΑΣ ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ βΖΉΧΤΙΝ,

ΜΛΌΘΙΝ ΜέΡΑΣ ΦΌΣ.

’ΤΧ ΔΥςΜ’Ν ΧΥΛΔ’ιΣΑΝ,

βΡέΘΑΝ ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΡΌΣ.

 

ΤΑ ΒΑΖ’ΡιΑ ΜΡ’ΣΤΑΝ,

ΈΣΥΣΑΝ ΣΤ ^ΣΥΛ’.

β’ΣΑΝΑ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ

Κ’ΜΝΙ ΤΙ ΠΥΛ’.

 

^ΉΓΟΡ ΤΥ ΣΤΡΑΤΌ ΈΝ

ΚΎΞ ΝΑ ΤΥ ΖΔΑΝΊΣΣ.

β’ι, βΑΡΊ Σ ΚΑΡδΊιΑ

ΤΌ, ΝΔΑ ΤΥ ΝΥΝΊΖΣ!

 

ΤΊ, ΒΑΡΌ, τΉ ΦΚΡΊΘΑΝ,

ΉΧΑΝ ΜΑιΤΑιΜΌ.

Α ΚΣΧΑΝΔΌ ΤΥ δΛΊιΑ, εξεχαντό απο ρήμα «εξεχάωσε»= δέν πρόσεξε, έσφαλε.

ΦέΡ ΑΤΟ ΚΑιΜΌ…

 

ΣΚΥΘΈΤ ΑΠ’ΝΥ, ΚΝι’Ζ, ΣΚΥΘΈΤ!

ΤΥ ^ΔΌΝ ΜΑΣ ΧΛΊΖ ΑΣ ΤΥ ΣΤΡΑΤΊιΥ!

ΜΑ ΑΣ ΤΥ Πι’ΣΜΥ βΡέΘΑΝ ΤΕΚ

ΚΑΡδ’Ρ ^ΟΛ\ΓΌβΗΞ ΤΑ ΠεδΊιΑ.

****

 

^ΣβιΑΤΟΣΛ’βΣ ΝΑΜΛΊδΣ ΑΞΥβΛΑιΜέΝΑ

ΣΤ’ΘΙΝ ΚΗ ΝΥΝΊΖ «ΤΊΣ ΉΜΗ ΓΌ?»

ΚΗ ΑΤΌ ΤΥ Σ’Τ ΦΛιΥΡΉΤΚΑ ΛΌιΑ

ΉΠεΝ ΑΝΔΥ δ’ΚΡΥ ΤΑΡΑΓΌ:

 

–^βΣεβΟΛΌΔ ΚΗ ^ΉΓΟΡ, ΣΉΣ ΦΚΡΗΘΈΤ-Με,

β’Ι, ΤΑΚ’-Μ Τ ΑΝΈΠςΑ ΚΑΡδΑΚ’!

Π’Σ ΠΟΛΌβτσΙΣ ΣΤ ΌΡΑ-Τ τΉ ΧΥΛΔ’ιΣΗΤ,

ΣΠΎδΑΚΣΗΤ ΑΝΎΝΙΣΤΑ, ΓΡΗΚ’Τ!

 

ΛΊΓΥΣ ΤΜΉιΑ ΉΝΚΣΗΤ ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ, δίχως τιμεία =σε ανυπολόγιστο βαθμό

ΚΗ ΤΥ έΜΑ-Τ ΠέΛΣΗΤ ΧΡ’Ρ<Ν>-ΧΑΔ’Ρ.

ΜΑ ΣΗΣ τΉ ΧΑΖ’ΝΙΠΣΗΤΙ δΌΚΣΑ,

ΤΥ δΑΦΤΌ-ΣΑΣ ΈΚΑΜΗΤ ΖΑΡ’Ρ.

 

ΣΉΣ, ΒΑΡΌ, ΚΑΡδΊΣ ΝΑΜΛΊδΚΑ ΈςΗΤ,

δΙΝΑΤ’ ΧΤΥ ΣΉΔΙΡΥ ΤΑ ΈΝ.

ΜΑ ΣΑΒΥΡ ΟΤ τΉςΗΤ ΣΗΣ ΚΗ Κ’τσΜΥ:

ΠέΜΝΙΤ Π Κ’ΤΥ, ΝέΜΝΙΤ <ΠέΜΝΙΤ> ΔΡΥΠιΑΖΜίΈΝ.

 

ΔΡΌΠιΑΣΗΤ ΣΗΣ ΜέΝΑ, ΤΑ ΑΝΈΠςΑ-Μ!

ΝΑ ΤΥ ΔΑιΑΝΈΠΣΥ τΉΠΥΡΥ.

ΑΝ ΤΥΝ έΡΥ – Δ’ΜΑ-Μ ΧΑΧΑΝΊΣΤΙΤ,

ΚΌΝΥΣΗΤΙ έΜΑ ΚΥΤΥΡΎ.

 

ΠεΤ-ΤΥ, ΠΌΣ ΚΑΝΊΝΑ-ΠΑ τΉ ΡΌΤΣΗΤ,

τέΚΑΜΗΤ Ν ΚΑΝΊΝΑ ΛΑΧΑΡΔΊ,

ΝΎΝΣΗΤ ΣΉΣ δΑΦΤΊΣΑΣ ΝΑ ΗΝΓΚΉΣΗΤ,

δΛΊιΑ-ΣΑΣ ΚΑΛ’ ΝΑ ΠΤΡΑΗΦΤΊ.

 

ΣΉΣ ΚΑΡΦΌ ΑΤΊΤΚΥ ΉςΗΤ ΝΎΝΖΜΥ

Ξ’Χ ΑΝΔΑ ΔζΥΝ’ιΣΗΤΙ ΑΧ ΣΠΉΤ:

ΕΜΒΗΡΝΌ ΤΥ Σ’Ν ΝΑ Π’ΡΗΤ ΌΛΥ,

Α δΑΦΤΎ-ΣΑΣ Π ΜέΣΑ ΝΑ ΜΡΑΣΤΊΤ.

 

ΖέΡ ΣΗΡΛΊΧ ΘΑ ΈΝ, Τ ΑΝΈΠςΑ-Μ ΤΌΡΑ

έΡΥΣ Π’ΠΥΣ ’Ν ιΑςΛΑΝΙΦΤΊ?

ΖέΡ ΝΔΑ ΠέΡ Τ ιΗΡ’Κ δΑΦΤΎ-Τ ΤΑ ΚΡΌΝιΑ

Ές ΞΑΡ’ ΚΑΝΊΝΑ ΝΑ δΥΧΤΊ?

 

ΌΛΥ ΈΝΑ Π’Λ ΠΣΗΛ’ ΤΟ ΣΚΎΤΙ

ΚΗ Τ ΦΥΛΈιΑ-Τ ΒέΚΚΑ ΧΥΡΑΛΈβ.

’ΜΑ ΘΑ ΧΗΡΛ’ιΣΑ ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ, όμοια, ακριβώς έτσι

Π’ΝΥ-ΜΑΣ ΜΉ ΈΡΚΗΤ, ΜΉ ΧΥΛΔΈβ.

 

’ΜΑ ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΣ? τΉ ΦΚΡΎΝΝΙ ΜέΝΑ,

Τ\ΘΈΛΝΙ ΚΝι’Ζ ΝΑ δΎΓΝΙ-Με ιΑΡΔΊΜ, πολέμαρχοι

 ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ ΈΝ ΤΑ δΛΊΣ ΧΑΜέΝΑ,

ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ ΠέΣΥ-Μ τέΤΙ ΠςΉ-Μ.

 

ΉΜΗ ΉΤΜΥΣ ’ΜΑ ΝΑ ΔζΥΝΑΈβΥΜ,

Ό, ΔΡΑΝ’Τ, ΣΥΡέΦΤΑΝ ΌΛ ΔΥςΜ’Ν…

Τ ΈΝΑ - ΝΔ’ΛΥ ΌΛ ιΑΡΔΊΜ ΝΑ Κ’ΜΥΜ,

ΑΣ ΑΤΎΤΥ ’ΓΡΥ ΤΥ ΖΑΜ’Ν!

 

Ό, ΔΡΑΝ’Τ, ΤΑΚ’ΜΑΣ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ

ΣΜ’ ΣΤΥ ^ΡΉΜΟβ ΚΡΎΧΝΙ ΑΝ ΠΥΛΊΣΣ.

ΚΝι’ΖΣ ^βΛΑΔΉΜΗΡΣ – ΤΌΣ ΑΡΑΛΑΈΦΤΙΝ,

ΜΑ ιΑΡΔΊΜ ΠΌΣ Τ\ΘΈΛ ΝΑ Κ’Μ ΚΑΝΊΣ?

 

ΝΑ ΠΡΑΤΊΖ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ-Τ τΉ ΔΡΑΝΎ ΓΟ

^ιΑΡΟΣΛ’β ΤΥ ςέΡ ΤΥ δΙΝΑΤΌ

ΠΌΣ Τ ΑδΡΈΦ-Μ ΑΧ ΠδΙΝΑ-ΠΑ τΉ ΦέΝΙΤ

ΑΝ ΤΥΚΌΤ ΤΥ ΜέΓΑ ΤΥ ΣΤΡΑΤΌ?!

 

ΑΝ ΤΑΚ’Τ ΞεΡΝΉΓΟβΣΚΗ ΠΑΛΚ’ΡιΑ,

ΑΝ ςεΛ\ΒέΡΣ, ΡεβΎΓΣ ΚΗ ΑΝ ΤΑΤΡ’ΝΣ,

ΚΗ ΑΝ Τ ’ΛΥ-Τ ΤΥ ΚΑΡδ’ΡΚΥ ΚΌΖΜΥ –

ΑΝ ΜΟΓΎΤΣ, ΟΛ\ΒέΡΣ ΚΗ ΑΝ ΤΟΠΞ’ΚΣ.

 

ΛΊΓΥΣ ςΞ]ΉΤιΑ, ΜΌΝΥ ΝΔΑ ΜΑςέΡιΑ, sagitta?

ΑΝΔΥ ΧΎΛΖΜΥ δ’ιΝΑΝ ΤΌΣ - ΤΥΜ’Ν,

τσ’ΚΥΝΑΝ ΔΥςΜ’ΝΥ ΤΑ ΧΑΝ’ΤιΑ,

ΚΗ ΑΡΤΡ’ιβΑΝ Π’ΠΥ-ΤΙΝ ΤΥ Σ’Ν.

 

ΒέΚΚΑ ΑΝΔΑ δΡ’ΧΚΑΝΔΑΝ ΣΤΥ Πι’ΣΜΥ,

ΈΦιΗβΗΝ ΔΥςΜ’ΝΥΣ ΤΌ ΤΥ Σ’Τ. (το «φεύγει» θεωρείται ώς ένα απο τα εις –εύει ρήματα)

ΠΌΣ ΝΑ ΛΈΣ, ΠΥΛ’ ΦΥΡΈΣ ΔΙΝΓΚ’ιβΗΝ

ΤΊΓΛΥ ΈΝ ΤΥ ΡΎΣΚΥ ΤΥ ΔΑΓ’Τ.

****

 

ΠΌΣ ΑΤΎΤΥ Τ ΌΡΑ Κ’ΘΙΣ ΤΊΝΞΚΑ,

’ΝιΑΣΤΑ, ΑΚΎιΣ, ΚΝι’Ζ ^βΣεβΟΛΌΔ?

ΠΌΣ τΉ Κ’ΜΣ ιΑΡΔΊΜ, τΉ ΣΚΎΣΗ Π’ΝΥ?

’ΝιΑΣΤΑ ΘΑ Κ’ΘΙΣ ΌΣ ΤΑ ΠΌΤ?

 

ΖέΡ τΉ Χ\έβΣ, τΗ Νι’ςΚΗΣΗ-ΤΥ Τ’ΤΑ-Σ

ΤΥ ΤΡΑΠέΖ ΦΛιΥΡΉΤΚΥ? ΝΎΝ δΑΦΤΌΣ!

Τ ^βΌΛΓΑ ΣΎ ΠΥΡΉΣ ΝΑ βΓ’ΛΣ ΧΤΑ ι’ΡιΑ-Τ,

Α ΤΥ ^ΔΌΝ ΝΔΑ Κ’ΣΚΗΣ ΝΑ ΦτιΥΡΌΣΣ!

 

ΑΝ ΤΥΚΌ-Σ, ΒΑΡΟΧ, ΤΥ ΒΑςΧΑΡΉιΑ, oq είναι αρχαίο τουρκικό πρόσφυμα με σημασία «και βέβαια», bar-oq= «και βέβαια υπάρχει, οπωσδήποτε είναι έτσι». Σε μεταγενέστερα χρόνια το πρόσφυμα ξεχάσθηκε και θεωρήθηκε μορφή του joq. Το bar-oq διατηρήθηκε στα τουρκικά της Κριμαίας (ώς bar-oqh / barjoqh) με σημασία «βεβαίως, οπωσδήποτε».

ΑΣ ΤΙ Μ’Σ ’Ν ΉΡΤΙΣ ΧΤΑ ΜΑΚΡ’

ΝΔΑ ΚΑΡδ’ΡΚΑ-Σ ^ΓΛέΒΟβ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ,

ΘΑ ΜΑΣ δΌΚΗΣ ΜέΓΑ ΣΉ ΧΑΡ’! θα μας έδωκες μέγα σύ χαρά.

 

ΘΑ ΑΡΤΡ’ιΣΑΜ ΜΙΣ ΤΥΚΌΜΑΣ Τ δΊΝΑ,

ΚΗ ΛΑΦΡ’ ΘΑ ΉΝΚΣΑΜΗ ΔΥςΜ’ΝΣ.

ΣΤΥ ΝΟΓΑΤ ΘΑ ΠΎΛΝΑΜ Ν ΠΟΛΟβΞ’ΝΚΑ, ногат λαχαναγορά;

ΑΣ ΤΥ ΡέΖΑΝ\ ΠΎΛΝΑΜ ΠΟΛΟβΞ’ΝΣ. резань γαλακτοπαραγωγική φάρμα;

 

ΣΉ, ΒΑΡΌ, ΖΔΑΝΊΣ ΈςΣ ςεΡεςΉΡΗΣ, |ςΕΡ-ΑςΚΕΡ|

ΓΛέΒΟβ ΤΑ ΠεδΊΑ – ΚΝι’ΖΣ ΚΑΡδ’Ρ.

ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΣ ΝΔΑ Πι’ςΚΝΙ ΑΣ ΤΥ ΔΌΣΜΥ,

ΉΞ ΑΤΊ τΉ ΚΣέΡΝΙ ΤΊ ΕΝ ΧΡ’Ρ. |QΑΡΑΡ|= μέτρο

 

ΤΊ ΝΥΝΊΖΣ, ^ΔΑβΉΔ ΚΗ ΣΉ-ΠΑ ^ΡιΎΡΗΚ?

ΠΌΣ τΉ ΣΚΎΣΗτσ Π’ΝΥ ΣΉΣ, ΤΊ ΦΛ’ιΤ?

ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ-ΣΑΣ ΖέΡ ΠΉΣ ΤΥ έΜΑ

ΌΣ ΤΑ ΜέΣΑ τέΦΤΑΓΑΝ ιΑΛΔ’ι?

 

ΖέΡ ΤΑ τέΝ ΤΑΚ’ΣΑΣ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ –

δΙΝΑΤΊ, ΑΦΌβΗΤ ΛΊΓΥΣ ΧΡ’Ρ?!

ΤΙΣ ΚΥΝΌΝΝΙ έΜΑ, ΠΚΑΝΙςΚΎΝΝΙ,

ΑΝ ΔΥςΜ’ΝΣ ΖΗΣΤ’, ΤΙΚΜΉΛ ΑΛς’Ρ? |ΑΛΙςΑΡ|= συνηθίζει.

 

ΣΚΥΘΈΤ, ΣΚΥΘΈΤΙ, ΜεΓΑΛ\ΌΝ! μεγαλείονες

ΠΑΤΊΣΗΤ Π’Σ Τ ΖΑΝΓΚΎ, ΠεδΊιΑ! (|ΥΖΕγγΥ| απο παλαιότερο |ιΥΖΕγγί| είναι αρχαιότατη τουρκική λ. =σπιρούνι, σε μεταγενέστερα κείμενα όπως εδώ σημαίνει «αναβολέας» =εξάρτημα κρεμώμενο απο τη σέλλα όπου πατά ο ιππέας για να ανέβει πάνω στο άλογο, και όπου πατά το πόδιτου όταν ιππεύει.)

ΤΥ Ν’Μ-ΣΑΣ Σ Π’ι, ΜΑΚΡ’ ’Σ ΣΌΝ,

ΜΑΣ ΦΛ’ι ΖΗΣΤΌ ΚΗ ΜέΓΑ δΛΊιΑ!

 

ΣΚΥΘΈΤ, ΣΚΥΘΈΤ! ΣΗΣ ΑΓΡΗΚ’Τ-ΤΥ,

ΝΑ ΦΛ’ΚΣΥΜ ’ΛΥ τές ΞΑΡ’!

’Σ ΧΥΡΑΛ’ιΣΥΜ ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ,

’Σ ι’Ν ΚΗ ^ΉΓΟΡ-ΠΑ Τ ΗΡ’!

 

^ιΑΡΟΣΛ’β ^ΓΑΛΉτσΚΗ ΚΝι’Ζ\, ΠΌΣ ΣΉ-ΠΑ

ΤΊΝΞΚΑ Κ’ΘΙΣ ι’ΝΔΥ ΧΑΡΑΤ’ς?

ΑΝ δΑΦΤΎΣ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΣΗδεΡΊΤΚΥ

ΤΑ ^ΚΑΡΠ’ΘΙΣ ΈβΑΛΙΣ ιΑςΒΑς.

 

ΣΤΑ βΥΝ’ ΤΥ ^ΚΡέΜΛ\Σ ΦΛιΥΡΊΤΚΥ ΣΤΊΚΗΤ.

ΤΈΚ ΑτΉ ΤΥ ΠΛΊ ΝΑ ΣΌΝ ΠΥΡΊ!

ΣΤΥΝ ΚΟΡΌΛ\ ΜΑΔι’ΡΣΚΗ ΣΤΡ’ΤΑ ΦΣ’ΛΣΗΣ, στον βασιλιά τον Ούγγρο το δρόμο έκλεισες,

ΚΛΊδΥΣΗΣ ^ΔΥΝ’ι ΣΗ ΤΥ ΗΡΊ. |εΕΡί|= τόποτου.

 

ΚΝι’Ζ ΠΥΛΊ ΦΥβΎΝΝΙ ΑΧ ΤΙ ΣέΝΑ, (-den qorq-, φοβάται απο κάτι, είναι τουρκική σύνταξη)

ΝΑ ΠΚΑΝΣΤΎΝΙ Δ’ΜΑ-Σ τέΝ ΧΥΛ’ι!

ΉΝΚΣΗΣ ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ-ΠΑ ΣΗ ΣΤΡ’ΤΑ,

ΉΣΙ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ Π’Σ ΤΥ ^ΔΥΝ’ι. κύριος

 

ΜέΓΑ ΝΎ ΣΗ ΈςΣ ΚΗ ΒΑςΧΑΡΉιΑ,

βΑΣΗΛ\ΌΝ-ΠΑ Δ’ΜΑΣ ΜεΤΡΗςΚΎΝ.

ΣΉ ΠΗΛΊΣ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ-Σ Σ ΚΣέΝΑ ΞΌΛιΑ,

ΝΔΥΝ ^ΣΥΛΤ’ΝΥ ’ΤΧΥ ΝΑ ΠΚΑΝΣΤΎΝ.

 

ΝΑ ΔΌΚΥΜ ΤΥΝ ^ΚΟΝΞ’Κ ΑΚ’ΤΥ,

ΦέΡ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ-Σ ΧΤΑ ΜΑΚΡ’!

’Σ ΧΥΡΑΛΑΗΣΥΜ ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ,

’Σ ι’Ν ΚΗ ^ΉΓΟΡ-ΠΑ Τ ΗΡ’!

****

 

ΠΎ ΉΣΗτσ ΣΉΜΥΡ ΤΟ ΖΑΜ’Ν,

ΈΜ ΣΉ ^ΜΣΤΗΣΛ’β, ΈΜ ΣΉ ^ΡΟΜ’Ν?

 

ΣΉΣ Π’ΝΔΑ ΉΣΝΙτσ ΕΜΒΡΥΛ’Τ,

ΑΝΔΥ ΑΜέΤΡΗΤΥ ΔΑΓ’Τ.

 

ΤΥΚΌΣΑΣ ΑΧΗΛΔ’ΡΚΥ ΝΎ,

Σ’Σ τΉ ΠΡΑΤΊΖ-ΠΑ ΚΥΤΥΡΎ!

 

’ιτσ ΤΥ ιΗΡ’Κ ΤΕΚ ΠΚΑΝΙςΚ’Τ

ΚΗ Τ\ΘΈΛ ΝΑ Κ’Μ ΤΟ ΧΑΝΑΓ’Τ,

 

ΌΣ ΝΑ ΗΝΚΣΗΝ ΤΥ ΠΛΊ ΧΥΛΞ’ΡΚΥ,

ΤΟ Δ’ΜΑ ΠΚΑΝΙςΚ’Τ ΚΑΡδ’ΡΚΑ…

 

’ιτσ ΈΝ ΤΑΚ’ΣΑΣ ΤΑ ΠεδΊιΑ,

ΛΑΡΊ ΤΙ ΚΖέΝΝΙ Π’Χ Τ ΦΥΤΊιΑ.

 

ΠΑΛΚ’ΡιΑ ΈςΗΤ ΣΗδεΡΊΤΚΑ,

ΣΤΑ Φτι’ΛιΑ-ΤΙΝ ΤΙ ΈΧΝΙ ΤΊΤΚΑ,

 

ΛΑΤΊΝΣΚΗ Κ’ΣΚΗΣ ΦΥΣΗΡ’ –

ΛΑΜΠΡΉΖΝΙ ΤΑ ΑΧΤΑ ΜΑΚΡ’!

 

ΠΎ ΈΡΚΗΤ Ρ’ΣΤ ΤΙ ΝΑ βΡΗΘΎΝΙ,

ΔΥςΜ’Ν ΌΛ ΤΡέΜΝΙ ΚΗ ΦΥβΎΝΝΙ.

 

ΠΑΛΚ’ΡιΑ ΈςΗΤ δΙΝΑΤ’,

ΠΎ ΣΌΝ ΤΥ Πδ’Ρ-ΤΙΝ ΚΗ ΠΑΤ’,

 

Ξ’Χ Π’ΤΥΣ ΝΊςΚΗΤ ΤΌΣ – ΤΥΜ’Ν,

ΧΗΡΛ’ιΜΥ βΡΉςΚΝΙ ΌΛ ΔΥςΜ’Ν!

 

Τ ^ΛΗΤβΑ, ^ιΑΤβιΑΖΗ, ^ΔεΡεΜεΛΑ,

ΤΑ ΠςέΣ-ΤΙΝ ΉΧΑΝ-ΔΑ ΧΑΜέΝΑ.

 

^ΠΟΛΌβτσΙ, ^ΧΉΝΟβ, τι’Λ ΚΗ τι’Λ,

ΧΤΙ Σ’Σ ΤΙ ΠέΣ<Μ>ΝΑΝ ΛΊΓΥΣ Τ\Φ’Λ…

****

 

ΚΝι’Ζ\ιΑ ^ΉΝΓβΑΡ ΚΗ ^βΣεβΟΛΌΔ!

ι’ ΣΉΣ, ΘΑ Κ’τσΗΤ ΌΣ ΤΑ ΠΌΤ? έα (προστακτική του εάω – εώ)

 

ι’ ΤΡΉ ^ΜΣΤΗΣΛ’βΗΞ ΠΌΣ ΣΥΠ’ΖΗΤ,

ΠΌΣ ΤΥΝ ΔΥςΜ’ΝΥ ΞΧΎΡ τΉ ΤΜ’ΖΗΤ?

 

ΚΑΡδ’ΡΚΑ ΉΣΗτσ ΣΉΣ ΠεδΊιΑ,

ΑΧ ΤΥ ΚΑΛΌ ΤΥΧΎΜ ΤΑ ΠΛΊιΑ!

 

ΝΑ ΉΣΗτσ δΙΝΑΤΊ, ΗΛΒέΤ,

ΣΉΣ ΛΊΓΥ τέβΑΛΙΤ ΖΑΜέΤ!

 

ΠΎ ΈΝ ΤΑ Κ’ΣΚΗΣ-ΣΑΣ ΦΛιΥΡΊΤΚΑ,

ΚΗ ΠΌΛΣΚΗ ςΞ]ΉΤιΑ ΣΗδεΡΉΤΚΑ?

 

ΣΚΥΘΈΤ, ΣΚΥΘΈΤ ΑΠ’ΝΥ ΌΛ,

ιΥΡΎΧ ΠΡΑΤΈΤ ΣΤΥ ΚΉΚΚΥ ΞΌΛ!

 

ΧΤΡΑΜΉΣΗΤ ΌΛΣ ΔΥςΜ’ΝΣ ΑΚ’ΤΥ,

Ν δΑΦΤΎ-ΣΑΣ βέΛΙΣ ΚΑΦΤΙΡ’!

’Σ ΧΥΡΑΛΑΗΣΥΜ ^ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ,

’Σ ι’Ν ΚΗ ^ΉΓΟΡ-ΠΑ Τ ΗΡ’!»

****

 

ΘΙΛΥΜέΝΥ Τ ^ΣΥΛ’

ΔΡές ΚΗ Π’ι ιΑΓΑΛ’,

Σ ΠεΡει’ΣΛΑβ ΚΑΜΉιΑ ΤΟ ι’ΛΖΗΝ.

ΠΚ’Σ ΔΥςΜ’ΝΥ ΤΥ Πδ’Ρ,

ΑΧ ΔΥςΜ’ΝΥ ΤΥ ΓΜ’Ρ,

ΤΥ ΠΥΤ’Μ-ΠΑ ^ΔβΗΝ’ ΒΑΤΧΑΧι’ΣΗΝ.

 

^ΗΖιΑΣΛ’βΣ ΤΕΚ δΑΦΤΌ-Τ

ΣΚΌΘΙΝ Π’ΝΥ ΑΤΌΤ,

Π’Σ ΛΗΤΌβτσΙΣ ΧΥΛΔ’ιΣΗΝ ΚΑΡδ’ΡΚΑ.

Πι’ΣΤΑΝ ΒέΚΚΑ, ΣΥΣΤ’,

ΚΗ ΠΚΑΝΊΣΤΑΝ ΖεΣΤ’

ΑΝ δΑΦΤΎ-Τ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ ΧΥΛΞ’ΡΚΑ.

 

τΉΡΤΙΝ Ρ’ΣΤ (ΤΊ ΝΑ ΠΉΣ!)

^ΗΖιΑΣΛ’βΣ ΝΑ ΗΝΚΉΣ,

ΚΗ ΤΥΝ Π’ΠΥ-Τ ΤΟΣ ΦΉΝ ΔΡΥΠιΑΖΜέΝΥΣ.

ΠΌΣ ΝΑ ΛΈιΣ, ΚΗ δΑΦΤΌ-Τ,

ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ ΑΤΌΤ,

ΧΤΥ ΛΗΤΌβΣΚΗ ΣΠΑΘΉ ΔΥΓΡΑιΜέΝΥΣ.

 

ΉΣ-ΠΑ τΉΤΥΝΙ ΣΜ’-Τ…

ΚΌΜΑ ΉςΗΝ ΔΑΓ’Τ,

ΔΡ’ΝΣΗΝ ΛΌΡιΑ-Τ ΠΎ ΈΝ ΤΑ ΠεδΊιΑ-Τ.

ΚΗ ΑΤΌΣ ΣΤΥ ΣΤΕΡΝΌ-Τ

ΉΠΗΝ ’ιτσ ΤΥΝ δΑΦΤΌΤ,

ΌΣΠΥ ΧΤΊΠΑΝΙΝ ΚΌΜΑ ΚΑΡδΊιΑ-Τ:

 

«ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ ΤΑΚ’-Μ,

ΌΛ-ΠΑ ΈΠΗΣΗΤ ΣΜ’-Μ,

ΠΚ’Σ ΤΑ ΠΛΊιΑ ΗΠΛΌΘΙΤ, ΚΥΡΜέΝΑ.

ΑΧ ΤΑ ΌΛΑ ΜΑΡέΣ

ΉΡΤΑΝ ΛΊΚΣ ΝΔΑ ΧΑΡέΣ,

’ΡΤΑ ΓΛΊΦΤΝΙ ΤΥΚΌ-ΣΑΣ ΤΥ έΜΑ…»

 

ΑΧ Τ ΑδΡΈΦιΑ ΑΤΌΤ –

^ΒΡιΑΞεΣΛ’βΣ, ^βΣεβΟΛΌΔΣ,

ΣΜ’-Τ ΚΑΝΊΣ-ΤΙΝ ΠΑ τΉ ΦΑΝΙΡΌΘΙΝ.

ΉΤΥΝ ΉΣ – ΜΑΝΑΧΌΤ,

ΠςΉ-Τ ΝΔΑ ΚΖέΝ ΧΤΥΝ ΚΥΡΜΌ-Τ

ΚΗ ΚΥΡΜΌ-Τ Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ ΗΠΛΌΘΙΝ.

 

ΉΝΔΑΝ ΤΌΤ ΜΑΝΓΚΡΑιΜΥΣ

ΠέΣ ΤΥ ΜέΓΑ ΤΥ ^ΡΥΣ\,

ΤΑ ΑΝ’ΝΤιΑ ΣΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΜεΓ’ΛΝΑΝ.

δ’ιΝΙΝ ΛΊΓΥΣ ΧΑΡ’

ΤΥ ΦΟΝΊιΑ ΜΑΚΡ’,

^ΓΟΡΟΔέΝΣΚΗ ΛΑβΎΤΙΣ ΝΔΑ Λ’ΛΝΑΝ.

****

 

β’ι, ^ιΑΡΟΣΛ’β Τ ΑΝΈΠςΑ ΌΛΑ,

ΚΗ ΣΉΣ ^βΣεΣΛ’β-ΠΑ, ΌΛ ΦΚΡΗΘΈΤ!

ΣΉΣ ΤΑ ΤΥΒΎΧΚΑ-ΣΑΣ ΣΠΑΘΊιΑ

ΑΣ ΤΑ ΘΙΚ’ΡιΑ-ΤΙΝ βΑΛΈΤ!

 

ΣΉΣ ΤΑ ΣΗΜέΗΣ β’ΛΙΤ Κ’ΤΥ!

ΤΥ Ν’Μ-ΣΑΣ Χ’ΣΗΤ-ΤΥ ΤΙΚΜΉΛ,

ΑΤΌ, ΤΥ β’ΣΤΑΝΑΝ ΤΑ Π’ΠΣ-ΣΑΣ,

ΟΤ ΉΣΗτσ ΌΛ-ΣΑΣ-ΠΑ ΠΑΧΉΛ.

 

ΧΑΡςΎ – ΧΑΡςΎ ΟΤ ΧΥΛΔΑΈβΗΤ,

ΣΗΣ ΞΑΡΑΣΉΖΚΑ Κ’ΜΗΤ δΛΊΣ.

ΚΗ ΑΝ δΑΦΤΎ-ΣΑΣ ΤΑ ΧΑβΓ’ιδΑ

ΣΤΥ ^ΡΎΣ\ ΔΥςΜ’ΝΣ ΛΑΛΊΤΙ ΣΉΣ!

 

ΟΤ Κ’ΜΗΤ ’ςΞ]ΗΜΑ ΣΗΣ Χ’ιδΑ,

ΟΤ ΈςΗΤ ΣΉΣ ΧΑβΓΑΛΑιΜΎΣ,

ΤΥ ΖΉΣΜΥ ΉΝΔΥΝ ΝΑΚΑΤΊιΑ,

‘Χ ΠΟΛΌβτσΙΣ ΣΉΜΥΡ ΑΣ ΤΥ ^ΡΎΣ\.

****

Σ ΕΦΤ’ Τ ΕΠΟΧΑ ΤΥ ^ΤΡΟιΑΝΗ

^βΣεΣΛ’βΣ ΝΔΑ ΌΛΑ-Τ ΤΑ ΧΑΡέΣ,

ΝΑ Π’Ρ ΤΟΣ ΝΎΝΣΗΝ ΑΝΔΥ ΠΣέΜΑ,

ΦΛιΥΡΉΤΚΥ ^ΚΗεβΣΚΗ ΤΡΑΠέΖ.

 

ΣΤΥ ^ΚΉεβ ΈΣΥΣΗΝ ΚΛΙΦΤΌΝΔΑΣ, (τότε πρωτεύουσα της Ρωσίας)

ΜΑ δ’ιΝ ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ΤΥ ΧΑΠ’Ρ…

ΝΔΑ βΡέΘΑΝ ΚΌΖΜΥΣ, ΣΚΌΘΑΝ Π’ΝΥ,

ΤΟ ΈΦΧΗΝ ι’ΝΔΥ ΔζΑΝΑβ’Ρ.

 

ΤΝ ΑβιΉ ΣΤΥ ^ΝΟβΓΟΡΟΔ ΞΑΧ βΡέΘΙΝ.

ΝΔΥ ΠΣέΜΑ ΤΟΣ ΧΑΔΡ’ιβΗΝ ΉΧ.

ΚΗ ^ιΑΡΟΣΛ’β ΤΥ Σ’Ν ΤΟΣ Χ’ΣΗΝ…

ΧΤΥ ΔΥΔΥΤΟΚ δΑιΝ Σ ΤΥ ^ΝεΜΗΓ.

    την αυγή ώς κ στο Νόβγκοροντ βρέθηκε

 

ΣΤ ^ΝεΜΗΓ δΙΜ’ΤιΑ δΌ τΗ ΣΤΡΌΝΝΙ,

δΌ Φτι’ΛιΑ ΣΤΡΌΝΝΙ Τ ΑΓΡΥΣΤΡέΣΣ,

ΚΗ ΤΑ ΚΥΡΜΉιΑ ΑΛΥΝΊΖΝΙ –

ΠεΛΊΓΝΙ ΣΤ ’ΝΙΜΥ ΤΑ ΠςέΣ.

 

Σ ^ΝεΜΉΓ ΤΑ ι’ΡιΑ τΉ ΥΣέβΝΙ

ΞΗΞ’ΚιΑ ΚΗ ΧΥΡΤ’ΡιΑ.

ΝΔΑ ΣΤΎιδΑ ΈΝ ΑΤ’ ΣΠΑΡΜέΝΑ

ΑΧ ^ΡΎΣΚΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ.

 

^βΣεΣΛ’βΣ ΣΤΥ ςέΡ-Τ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΠΡ’ΤΖΗΝ,

ΒΑΖ’ΡιΑ ΜΉΡΑΖΗΝΙ ΚΝι’Ζ\Σ.

ΧΑΝΔΖ’ΡΗβΗΝ ΤΟΣ ι’ΝΔΥ ΛΊΚΥ,

ΥΛΝΊΧΤΑ, ΦΌΣ ΟΣ ΠΎ ΧΑΡ’Ζ.

 

ΑΦΤ’ΜΑΣ ΉΤΥΝ ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ, |ΑΧΣ’Μ|ας

ΌΣ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ – Σ ^ΤΜΥΤΟΡΟΚ’Ν.

ΑτΉ, ΠΥ ΉΡΗβΗΝ ΚΑΡδΊιΑ-Τ,

βΡΗςΚ’ΤΙΝΔΥΝ ΧΑΠΑΡΣΗΣΤ’Ν. |hΑΒΑΡ-ΣΙΖ-ΔΑΝ|

 

ΣΤΥ ^ΠΌΛΟτσΚ ΧΤΊΠΑΝΑΝ ΚΑΜΒ’ΝΙΣ,

ΣΤΥ ^ΠΌΛΟτσΚ ΠέΛΝΙΝ ΣΠΗΡιΑΝΌΣ,

ΚΗ ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ ΑΤΌ ΤΗ <ΤΝ> ΌΡΑ

ΦΟΝΊ ΚΑΜΒ’ΝΑΣ ΉΚΥιΝ ΤΟΣ.

 

ΑΣ ΉςΗΝ ΜέΓΑ ΚΗ ΤΌΣ δΊΝΑ,

ΑΣ ΉΤΥΝ, ΤΈΚΑΣ ΜέΓΑΣ ΚΝι’Ζ\Σ,

ΠΗΧΤ’, ΠΗΧΤ’ Σ ΤΥΚΌΤ ΤΥ ΖΉΣΜΥ

ΤΥ δΛΊιΑ-Τ τΉΡΚΗΝΔΥΝΙ Ρ’ΣΤ.

 

ΤΥΝ ^βΣεΣΛ’β ΑΤΌ ΖΑΜ’Ν

ΉΠΗΝ ’ιτσ ΝΑΜΛΊδΣ ^ΒΟι’ΝΣ:

«ΝΈ ΑΧΗΛΔ’ΡΣ,

ΝΈ ΠΣεΜΑΤ’ΡΣ,

ΝΈ ΤΥ ΠΛΊ ΚΗ ΝΈ ΚΑΝΊΣ,

ΑΧ ΘΙΓΎ

ΠΗΚΡΌ ΑΓΎ

Τ\ΘΑ ιΑΓΑΛΊΣ!» διαλύσει

****

 

ΠέΡΑΣΑΝ ^ΤΡΟι’Ν ΤΑ ΤΊΝΞΚΑ ΧΡΌΝιΑ,

^ιΑΡΟΣΛ’β τΗΡΌΣ δ’ιΝ Κ’ΤΥ-ΉΣ. κατωγής, καταγής

ΚΗ ΡΥΣΠΌΛΣ ^ΟΛέΓΣ ΤΙΚΜΉΛ ΖΜΥΝΊΘΙΝ –

ΈΦΑιΝ, Χ’ΣΗΝ ΚΌΖΜΥ ΤΟΣ ΠΥΛΊΣ.

 

Π’ΝΔΑ ΠΑ ΑΓΛ’ΤΥΝΙΝ Τ ΑδΡΈΦιΑ,

ΝΑ ΧΥΛΔΈβΝΙ ΤΙ ΧΑΡςΎ – ΧΑΡςΎ.

Χ’ΛΙΣ ΚΣέΝ ΝΑ Πι’ΝΝΙ, ΝΑ ΣΚΥΤΎΝΝΙ, |QhΑΛΙΣ| ακριβώς, σωστά, ίδια.

ΤΊΤΚΥ ΠΡ’ΤΖΗΝ ΤΟΣ ΠεΣ ^ΡΥΣΣ ΑΓΎ.

 

’ΜΑ Π’Σ Τ ΖΑΝΓΚΎ Σ ^ΤΜΥΤΟΡΟΚ’Ν

Π’ΤΑΝΙΝ ^ΟΛεΓΣ ΝΑ ΔζΥΝΑΉΣ,

ΉΚΥιΝΔΥ ΤΌ Τ ΌΡΑ ^ιΑΡΟΣΛ’βΣ-ΠΑ,

ΤΊΤΚΑ τΉ ΑΓ’ΠΑΝΙΝ ΤΟΣ δΛΊΣ.

 

ΑΧΗΛΔ’ΡΣ, ΝΑΜΛΙδΣ ^βΛΑΔΉΜΗΡΣ, ΤΌΣ-ΠΑ,

τΉΘΙΛΙΝ ΝΑ ΈΝ ΧΑβΓΑΛΑιΜΎΣ.

ΚΗ ^ΟΛέΓΣ ΝΔΑ ΠΚ’ΝΖΗΝ ΤΑ ΚΑΜΒ’ΝΙΣ,

τΉΘΙΛΙΝ ΑΤΌΣ ΝΑ ΤΥ ΑΚΎΣ.

 

ΚΝι’Ζ ^ΒΟΡΉΣ –ΠΑ ΣΤΥΝ ^ΟΛέΓ τΗΜΌΝΥ,

ΜΑΧΤΑΝΈΦΤΙΝ, ΌΛΣ-ΠΑ ΝΑ ΗΝΚΉΣ.

ΚΗ ΝΔΑ Πι’ΣΤΑΝ ΣΜ’ Σ ΠΥΤ’Μ ^ΚΑΝΉΝΑ,

ΉβΡΗΝ ΤΥ ΑΔζέΛ-Τ ΑτΉ ^ΒΟΡΉΣΣ.

 

’ιτσ ΚΑΜΉιΑ ^ΣβιΑΤΟΠΌΛΚ-ΠΑ Τ’ΤΑ

ΣΜ’ ΣΝ ^ΚΑι’ΛΑ τέΚΑΜΗΝ ΧΑΉΡ.

ΚΗ Ν ΚΥΡΜΌ-Τ ΑΝ Τ ’ΛΓΑ, ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ,

ΠΉΓΑΝ ΑΣ ^ΣΟΦΉιΣΚΗ ΜΟΝΑΣΤΊΡ.

 

ΚΗ ΑΤΌΤ, ΣΤΑ ’ςΞΗ]ΗΜΑ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ,

ΠΎιΑ ’ΡΤΑ ΠέΜΝΑΝΙ ΜΑΚΡ’,

ΚΡΎΧΚΑΝΔΑΝ, ΗΡΉςΗβΑΝ Τ ΑδΡΈΦιΑ, εκρούοντο |ιΑΡΙς|ευαν

ΚΝι’Ζ\Σ ^ΟΛέΓΣ-ΠΑ ΉςΗΝ-ΔΥ ΧΑΡ’.

 

ΤΥΝ ^ΟΛέΓ ΥΜδΊιΑ, «^ΓΟΡεΣΛ’βΗΞ»

ΈβΓΑΛΑΝ Σ ΑΤΌ ΤΥ ΧΑΒΑι’Τ…

ΤΥςΝΙΜέΝ ΑΤΌΤ ΣΤ ΑΛΈΤΡιΑ ΠΉΣΥ,

ΛΊΓΥΣ ΛΌιΑ ΠΡ’ΤΑΝΑΝ ΧΥΡι’Τ.

 

ΤΥ <ΤΑ> ΚΥΡΌΝΙΣ ΠέΤΑΝΑΝ ΞΑΡ’ΝιΑ –

ΈΖΝΑΝ ςέΝΚΑ, ΤΊΝΞΚΑ ΚΗ ΛΑΦΡ’.

τσΝ’ιβΑΝ ΑΘΑΡΠΝΎ ΚΥβΔ’ιδΑ, ΣΤΎιδΑ,

βΓ’ΛΙςΚΑΝ ΔΑΎςΑ ΑΝ Τ ΧΑΡ’.

 

…ΉΤΑΝΙ ΛΥΓ’Σ ΠΚΑΝΖΜΎΣ–ΠΑ ΈΜΒΡΥ –

ΉΡΚΑΝΔΑΝ ΧΑΡςΎ – ΧΑΡςΎ Ν ΔΥςΜ’ΝΣ,

ΜΑ ΑΤΊΤΚΥ Πι’ΣΜΥ ΚΌΜΑ τΉΤΥΝ,

ΤΊΓΛΥ ΉΤΥΝ ^ΉΓΟΡ Ν ΠΟΛΟβΞ’ΝΣ.

****

 

ΓΥΝΓΚ’ ΠΑΝΔΎ–ΠΑ^ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥΣ,

ΓΥΝΓΚ’, βΑΡέιΑ ΝΑΣΤΙΝ’Ζ.

ΑΝΓΚέβΝΙ ΗΜΒΗΡΝ’ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ,

ΑΝΓΚέβΝΙ ΤΥΝ ^βΛΑΔΉΜΗΡ ΚΝι’Ζ\.

 

ΠΥΛ’, ΠΥΛ’ ΡΥΣ ΘΑ ΑΝΓΚέβΝΙ

ΤΑ ΚΑΛΥΖΌιΑ ΗΜΒεΡΝ’.

ΤΥΝ ΚΝι’Ζ\ ^βΛΑΔΉΜΗΡ ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ

ΝΑ ΣΤΊΚΣ ΖέΡ ΠΌΡΝΙΣ Κ’ΝΑ ΤΝ’?

 

ΤΥΝ ΚΝι’Ζ\ ^βΛΑΔΉΜΗΡ, ΤΙΣ ΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ

ΔΙΓΚΉΣ-ΠΑ ΉΤΥΝ Σ ΕΝΑΝΔΟΠ, και αυθημερόν ακόμη ήταν σε οποιονδήποτε τόπο ήθελε,

τΉ ΠΌΡΝΙΝ ΉΣ-ΠΑ ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ

ΝΑ Ές ΑΤΌΝΑ ΚΑΤΑΤΌΠ. κατα τόπου

 

ΣΗΜέΗΣ ^ΡιΎΡΗΚ ΚΗ ^ΔΑβΉΔ-ΠΑ

ΠΡΑΤΊΖΝ-ΔΑ ΛΊΓΥΣ ιΥΡΥΧΛΊΧ.

ΠΡΑΤΊΖΝ-ΔΑ ΣΉΜΥΡ ΧΌΡιΑ – ΧΌΡιΑ

ΚΗ Κ’ΜΝΙ δΊ-ΤΙΝ ΠΑΧΗΛΛΊΧ.

 

ΧΌΡιΑ – ΧΌΡιΑ ΤΙ ΠΚΑΝΊΖΝΙ,

ΉΣ ΤΥΝ ’ΛΥ τΉ ΡΥΤ’.

ΤΑ ΣΠΑΘΊιΑ-ΤΙΝ ςΥΡΉΖΝΙ,

ΜΑ Χ ΑΤΌ ΖεΡ ΈΝ ΦΑιΔΑ?! |ΦΑιΔΑ|= όφελος

****

 

^ιΑΡΟΣΛ’βΝΑ ΚΛΈ, ΘΑΡΉΣ, ΚΥΚΎςΚΑ,

ΤΥ ΔΑΎςτσ ΠΑΈΝ, ΜΑΚΡ’ ΑΚΎςΚΗΤ.

ΤΥ ΔΑΎςτσ ΔΑΓΛΈΦΚΗΤ, ΦΉΝ ΚΗ Π’ι

ΛΌΝ ΠΛΑΤΊ ΚΗ ζΑΝΓΚΑΡΉ ^ΔΥΝ’ι:

 

«’Ν ΘΑ ΉΝΝΙΜΗ ΚΥΚΎςΚΑ, -

^ιΑΡΟΣΛ’βΝΑ ΛΈ ΝΔΥ δ’ΚΡΥ, -

ΓΌ ΘΑ ΠέΤΑΣΑ, ΘΑ δ’βΑ,

ΛΌΝ ^ΔΥΝ’ι, Ξ’Χ Σ Π’ΤΥ Τ ’ΚΡΑ.

 

ΣΤΥ ΠΥΤ’Μ ^ΚΑι’Λ ΘΑ βΡέΘΑ,

ΤΥ ΜΑΝΊΤ\-Μ ΘΑ βΎΤΣΑ ΠέΣΥ,

ΚΗ ΚΝι’Ζ\ ^ΉΓΟΡ-Μ ΤΑ ΗΡ’ιδΑ

ΓΟ ΘΑ ΠΌΡΣΑ ΝΑ ΤΑ δΈΣΥ».

 

^ιΑΡΟΣΛ’βΝΑ ΣΤΊΚΗΤ ΚΛΙιΥΜέΝΣΑ,

Π’Σ Τ ΓΥΝΈιΑ ΒΑΖΑΡΊ ΚΑιΜέΝΣΑ,

ΣΤΥ ^ΠΥΤΉβεΛ\ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ ΓΥΡΓ’,

ΚΛΈ, ΠΑΡΑΚΑΛΊ ΚΗ ΜΥΡΛΥΓ’:

 

«β’ι, ΣΗ ΑΝΕΜΥΚΑΛΊιΑ!

δΙΝΑΤ’ ΦΣΑΣ ΛΊΓΥΣ ΤΈΛΟΣ.

Π’Σ ΤΑ ΡΎΣΚΑ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ,

ΠΌΣ ΣΗ Π’ιΣ ΔΥςΜ’Ν ΤΑ βέΛΙΣ.

 

ΤΌΠΥ ΈςΣ ΖεΡ ’ΛιΑΧ ΛΊΓΥ,

ΣΤ ΥΡΑΝΌ ΠΣΗΛ’ ΝΑ ΠέΚΣ ΣΗ? (δέν είναι το ρήμα «παίξεις», αλλα το απίκεσαι, του αρχαίου απικόμην (αφικόμην))

ΣΤΥ ιΑΛΌ – ΜΗΔ’Ν ΤΥ ΜέΓΑ,

ΤΑ ΚΑΡ’βιΑ ΝΑ ΧΑιδέΠΣ ΣΗ?

 

ΠΌΣ ΣΗ ΦΣ’Σ ΚΗ τέςΣ ΉΞ ’ΚΡΑ,

ΠΌΣ ΧΝ ΚΑΡδΊιΑ-Μ ΤΑ ςΗΝΓΚΛΊΧιΑ

ΠΉΡΗΣ, ΠέΛΣΗΣ ΣΤ ΜΥΚΑΛΊιΑ,

Σ ΧΗΡΔΙςΉ ΤΑ ΜΗΔΑΝΛΊΧιΑ?»

 

^ιΑΡΟΣΛ’βΝΑ ΣΤΊΚΗΤ ΚΛΙιΥΜέΝΣΑ,

Π’Σ Τ ΓΥΝΈιΑ ΒΑΖΑΡΊ ΚΑιΜέΝΣΑ,

ΣΤΥ ^ΠΥΤΉβεΛ\ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ ΓΥΡΓ’,

ΚΛΈ, ΠΑΡΑΚΑΛΊ ΚΗ ΜΥΡΛΥΓ’:

 

«β’ι, ^ΔΝεΠΡΟ! ΤΑ Δζ’ΠιΑ ΤΊΡΠΣΗΣ, τρύπησες, =διαπέρασες

ΧΑιΑδΊΤΚΑ ΈςΣ ΣΗ ι’ΡιΑ,

Π’Σ ΤΑ τΉΜΑΤΑ-Σ ΚΥΝ’ΝΖΗΣ

ΣβιΑΤΟΣΛ’β ΣΗ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ.

 

ΤΥΝ ^ΚΟΒιΑΚ, ΝΔΑ ΉΝΚΣΗΝ ΣΤΈΡΑ,

ΉΡΣΗΣ-τσ, ΉΦεΡΗΣ ΑΝ Τ ΉιΑ.

δΊΝΑ ΜέΓΑ ΈςΣ, ΝΑ ΦΚΡΉΘ-Με:

ΧΉιΠΣΗ ^ΉΓΟΡ-Μ Σ ΚΣεΝΙΤΉιΑ!

 

β’ι, ^ΔΝεΠΡΟ, ^ΔΝεΠΡΟ-^ΣΛΑβΎΤΗΞ!

ΓΡΉΚΑ ΣΉ ΤΥΚΌΜ ΤΥΝ ΠΌΝΥ,

ΤΥΝ ΚΗΡβΌ-Μ, ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ-Μ ΉΡΣΗ,

δ’ΚΡΥ ΓΟ ΝΑ ΜΉ ΚΥΝΌΝΥ!»

 

^ιΑΡΟΣΛ’βΝΑ ΣΤΊΚΗΤ ΚΛΙιΥΜέΝΣΑ,

Π’Σ Τ ΓΥΝΈιΑ ΒΑΖΑΡΊ ΚΑιΜέΝΣΑ,

ΣΤΥ ^ΠΥΤΉβεΛ\ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ ΓΥΡΓ’,

ΚΛΈ, ΠΑΡΑΚΑΛΊ ΚΗ ΜΥΡΛΥΓ’:

 

«ΦΥΣΗΡΌ, ΛΑΜΒΡΎτσΚΥ ΉΛιΥ!

ΣΗ ΑΣ ΌΛΣ δΥιΣ ΦΌΣ ΚΗ ΧΛι’δΑ.

ΠΌΣ ΠΑΣ ^ΉΓΟΡ-Μ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ

ΤΌΣΥ ΠέΛΣΗΣ ΣΗ ΑΠΣ’δΑ!?

 

Ξ’Χ ΤΑ βέΛΙΣ-ΤΙΝ ΑΛΊΓΣΗΣ,

ΑΝΔΥ ΚΛΈ ΡΥΤΎ ΓΟ ΣέΝΑ: εν τω κλαίειν ρωτώ εγώ σένα:

ΠΌΣ ΣΗ ΈΚΑΠΣΗΣ-τσ ΑΧ Τ δΊΠΣΑ,

ΠέΣ ΤΑ ΚΉΚΚΑ ΞΌΛιΑ ΚΣέΝΑ?»

****

 

ΔζΒ’ΡιΑΣΗΝ, ’ΓΡΗΠΣΗΝ τΗΡΌΣ |ΞΟΥΒΑΡ|ιασεν, άγριεψε καιρός

ΚΗ ΣΚΌΘΙΝ Μ’βΡΥ ΣΗΝΕΦΉιΑ.

ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ ΠΡ’ΤΖΗΝ-ΔΥΝ ΘΙΓΌΣ,

ΣΤΥ ^ΡΎΣ\ ΝΑ ΉΡΣΗΝ Π’Λ ΑΝ Τ ΉιΑ.

 

ΧΤΥ ΣΉΡΤ ΑΠΉΣΥ ΉΛιΥΣ βΖΉΝ,

ΣΚΥΤΊΝΣΗΝ… ^ΉΓΟΡΣ ΠέΦΤ, τΉ Τ\Μ’ΤΙ.

ΝΥΝΊΖ, ΣΤΥ ΝΎ-Τ ΑΤΌΣ ΠεΡ’Ζ,

ΤΎ Π’ι ΣΤΥ ^ΡΎΣ\ ΛΌΝ ^ΔΌΝ ΤΌ Τ ΣΤΡ’ΤΑ.

 

^ΟβΛΎΡΣ-ΠΑ, ΤΌΣ-ΠΑ τΉ ΝΙΣΤ’Ζ,

ΤΜ’Ζ ’ΛΓΑ. ΤΊΝΞΚΑ ΔΑΥςΛΈβΝΙ:

- ΈΝ Τ ’ΛΓΑ ΉΤΜΑ ’ΡΤΑΧ, ΚΝι’Ζ\,

ΈΝ ’ΡΤΑΧ ΟΡΑ ΝΑ ΔζΥΝΈβΥΜ!

 

ΔζΥΝ’ιΣΑΝ… Π’ΤΥΣ Ξ’Χ ΤΡΥΜ’Ζ,

ΚΗ ςΑΧΗΡΛΈβΝΙ ΤΑ ΧΥΡΤ’ΡιΑ. θροΐζουν

ΠΟΛΌβτσΙ ΈΜΑΘΑΝ-ΔΥ, Μι’Ζ,

ΚΗ ΣΚΌΘΑΝ ΌΛ-ΤΙΝ Π’Σ ΤΑ Πδ’ΡιΑ.

 

ΜΑ βΡέΘΙΝ ^ΉΓΟΡΣ ΤΌ ΤΥ Σ’Τ,

ΠέΣ ΤΑ ΧΑΜςέΣ, ΠΚ’Σ Ν ΠΥΤΑΜέιΑ. απ’έσω τα |QΑΜΙς|ιές, απο κάτω στην ποταμέα.

ΘΑΡΊΣ-ΚΗ ΠΛΊ ΠεΣ ΤΥ ΝΕΡΌ

ΚΥΛΎΜΠΣΗΝ, ΚΖέΝ Π ΑΤΌ ΜΑΡέιΑ.

μές τις καλαμιές, απο κάτω απ’ την ποταμιά (=όχθη του ποταμού)

 

Π’Σ Τ ’ΛΓΥ Ρ’ΝΔΣΗΝ ΝΔΥ ΧΥΛ’ι,

ΥΡΉΣ – ΥΡΉΣ ΦΤΙΡΝΊΖ ΚΗ Π’ι. ωρίς – ωρίς (=ενωρίς, γρήγορα)

 

ΘΑΡΉΣ ιΗΡ’Κ ΠέΣ Τ ΣΗΝΕΦΉιΑ

ΠεΤ’, ι’Ν Τ ΑΝΙΜΥΚΑΛΊιΑ.

 

ΈΝ ΚΎΞ ΚΑΝΊΣ ΑΤΊτσ ΝΑ ΣΌΝ,

ΜΑ ΚΌΠΑΝ Τ ’ΛΓΑ-ΤΙΝ ΣΑΠΌΝ. (=|ΖΑΒΥΝ|, εξαντλημένα;)

 

Π’Χ Τ ’ΛΓΥ ^ΉΓΟΡ-ΚΝι’Ζ\Σ ΚΑΤΈΝ,

ΛΌΝ ΤΥ ^ΔΟΝέτσ ΠΑΈΝ, ΠΑΈΝ.

 

ΣΤΥ Φ’ιΜΥ, ΌΣΑ ΘΈΛ ΑΤΌΣ,

ΠΥΡΉ ΠΑΠΉιΑ ΝΑ ΣΥΤΌΣ.

 

ΚΝι’Ζ\ ^ΉΓΟΡΣ ι’Ν ΔΥ ΠΛΊ ΝΔΑ ΠΛΈβ,

^ΟβΛΎΡΣ, ι’Ν Τ ΛΊΚΥ ΧΑΤΑΛΈβ.

 

ΜΑ ΠΣΤ’ΘΑΝ Τ ’ΛΓΑ-ΤΙΝ, ΑΒΡε!

ΘΑΡΉΣ-ΚΗ ΞΉΧ ΤΥΝ ΉδΡΥ Ρέ…

****

 

ΤΥ ^ΔΟΝέτσ, ΘΑΡΉΣ, ΖΔΙςέΝ ΝΔΥΝ ^ΉΓΟΡ:

«Ό, ΚΝι’Ζ\^ΉΓΟΡ! ΤΜΉ–ΠΑ ΣΗ τΉ ΠέΡΣ!

ΠΌΝΥ Σ Ές ^ΚΟΝΞΑΚΣ! ΑΣ ΡΎΣΚΥ ΚΌΖΜΥ

ΝΔΥΝ δΑΦΤΌ-Σ ΧΑΡ’ ΣΗ ΜέΓΑ ΦέΡΣ!»

 

«Ό, ^ΔΟΝέτσ!, - ΑΤΌΤΙ ΉΠΗΝ ^ΉΓΟΡΣ, -

ΉΣΗ ΑΚΗΡβΌΣ, ΣΤΥ ΚΣέΡΣ ΚΑΛ’ –

ΤΊΝΞΚΑ Π’Σ ΤΥ τΗΜΑ-Σ ΚΥΝΑΝΊΣ-Με,

ΣΉ-ΠΑ ΤΜΉ τΉ ΠέΡΣ, ΣΗ Κς’ΖΣ ΠΥΛ’.

 

Π’Σ ΤΑΚ’-Σ ΤΑ ι’ΡιΑ ΤΑ ΧΛιΥΡι’ΡΚΑ,

ΠΎιΑ ΑΝΓΚΑΛΊΖ ΛΑΦΡΌ ΤΥΜ’ΝΣ,

Σ’ΧΚΑ ΜέΝΑ ΜΛΌΝΣ, ΜΉ ΚΡΎΓΝΙ Π’ΝΥ-Μ, |ΣΑΓ|ικα

ΧΥΡΑΛΈβΣ ΣΗ ΜέΝΑ ΑΧ ΔΥςΜ’ΝΣ!».

 

ΚΗ ΑΤΌΣ ΝΔΑ ΠέΦΤ ΝΑ Π’Ρ ΑΝ’ΣΑ,

ΠΎ τΗΡΌΣ ΕΝ ΤΌΣΥ ΦΥβΗΡΌ,

ΦΛ’ΓΝΙ ΤΌΝΑ ΑΣ Τ ΑΈΡΑ ΓΛ’ΡΗΣ8

ΚΗ ΠΑΠΉιΑ Σ’ΧΚΑ Π’Σ ΝΕΡΌ.

8. ΓΛΑΡΗΣ – ΞΑιΚΗ.

ΜΑ ΠΥΤ’Μ ΤΥ ^ΣΤΎΝΓΑ,

ΤΊΤΚΥ τέΝ, τΉ Μι’Ζ.

ΝΔΑ ΠΥΤ’ΜιΑ ΚΣέΝΑ

ΤΑ ΝΕΡ’-Τ ΤΑΡ’Ζ.

 

ΚΗ ΜΑΚΡ’, Ξ’Χ ΣΤ ’ΚΡΑ-Τ,

ΝΊςΚΗΤΙ βΑΘΉ.

Τ ^ΡΟΣΤΗΣΛΑβ ΤΟ ΡΌΦΣΗΝ –

ιΑςΥτσΚΥ ΠεδΊ.

 

^ΡΟΣΤΗΣΛΑβ-ΚΝιΑΖ\ ΜΑΝΑ

Σ ΠΥΤΑΜΉ Τ ιΑΓ’,

Π’Σ ΤΥΝ ιΌ-τσ ΦΥΡΚΖΜέΝΥ

ΚΛΈ ΚΗ ΜΥΡΛΥΓ’.

 

ΚΛΈ ΤΙ ΜέΡΑ – ΝΊΧΤΑ,

Π’ι ΤΥ ΚΛΈ-τσ ΜΑΚΡ’,

ΤΑ ΞΗΞ’ΚιΑ ςΉΧΚΝΙ,

ΚΛΈΓΝΙ ΤΑ δΕΝΔΡ’…

****

 

ΤΌ ιΌΧ, τΉ ΧΛΊΖΝΙ ΚΑΞΑΚ’ΝΙΣ,

ΤΌ ΔΡέΧΝΙ ’ιτσ ^ΚΟΝΞ’ΚΣ ΚΗ ^ΓΖ’ΚΣ –

ΤΥΝ ^ΉΓΟΡ ΘΈΛΝΙ ΤΙ ΝΑ ΣΌΣΝΙ,

ΤΑ ΞΉΡιΑ ΠΉΡΑΝΙ ΤΙ ΚΝι’Ζ\.

τα ίχνη πήρανε αυτοί του πολέμαρχου.

 

ΤΑ ΚΑΞΑΚ’ΝΙΣ, ΤΑ ΚΥΡΌΝΙΣ,

τΉ ΧΎΛΖΑΝ ΉΞ ΑΤΌ ΤΥ Σ’Τ.

ΤΈΚ ΒΌΛΚΑ ΦΉδΑ, ΠέΣ ΧΥΡΤ’ΡιΑ,

ΝΔΥ ςΎΡΖΜΥ ΈΦιΗβΑΝ ΑΠ ΣΜ’-Τ.

 

ΤΑ ΚΣΗΛΟΦ’ΓιΑ9 ΤΕΚ ΝΔΥ ΧΤΊΠΥΣ, 9. ΚΣΗΛΟΦ’Γ – ΔειΑΤεΛ\.

ΣΜΑΡΛ’ιβΑΝ ΠΎΧ ΝΑ Π’ι ΑΤΌΣ.

ΚΗ ΤΑ ΑιδΌΝιΑ ΝΔΥ ΤΡΑΓΌδ-ΤΙΝ

ΒΗΛΔΡ’ιβΑΝ ΤΟ, ΟΤ ΣΌΝ ΠΗΡΝΌΣ.

 

ΉΠΗΝ ^ΓΖ’ΚΣ ΤΥΝ ^ΚΟΝΞΑΚ.

- ΤΈΚΑΣ Φ\έβ ΤΥ ιΗΡ’Κ

 

ΈΝ ΗΣ’Π, ΣΉ ΑΝ ΘΈΛΙΣ,

ΝΔΑ ΦΛιΥΡΉΤΚΑ ΤΑ βέΛΙΣ.

 

ΛΈΓΥ ΣέΝΑ Τ ΑΣΛΊ-Τ,

’Σ ΣΚΥΤΌΣΥΜ ΤΥ ΠΛΊ-Τ.

 

ΛΈ ^ΚΟΝΞ’ΚΣ ΚΗ ΗΛ’:

- ’ιτσ ΝΑ Κ’ΜΣ τΉ ΦΗΛ’.

 

ΤΥ ιΗΡ’Κ Σ Φ\έβ, ΑΣ Π’ι,

ΝΑ ΤΥ Πι’ΚΣ τέΝ ΧΥΛ’ι.

 

ΜΉΣ ΤΥΚΌ-Τ, ΚΣέΡΣ, ΤΥ ΠΛΊτσ,

ΑΣ ΤΥ δΌΚΥΜ ΚΥΡΉτσ.

 

τέΝ τΗΡΌΣ ΝΑ ΜΑΝΔΈβΥΜ,

ΜΉΣ ΑδΌ Σ ΤΥΝ ΠΑΝΔΡέβΥΜ.

 

^ΓΖ’ΚΣ ΝΑ ΛΈ Π’ΛΙΣ ΖΒδ’Ζ:

- ΝΎΝ, ΚΟΝΞ’Κ, ΝΔΑ ΜιΑΛ’-Σ.

 

ΤΥ ΠεδΊ-Τ ΝΔΥ ΠΑΝΔΡέΠΣΥΜ,

ΣΤΈΡΑ ΜΉΣ ΘΑ ΤΥ Χ\έΠΣΥΜ.

 

ΘΑ ΈΡΤ ΌΡΑ – ΖΑΜ’Ν,

ΘΑ ΤΥ Κ’ΜΥΜ ΒΥςΜ’Ν. |ΠΙςΜΑΝ|=μετάνοια

 

Φ\έβ ΚΗ Π’ι Τ ιΗΡΑΚΉτσ,

ΠέΡ ΚΗ Π’ι ΤΥ ΚΥΡΉτσ.

 

ΤΌΤ Τ\ΘΑ ΈΧΥΜ, ΒΑΡΌ,

ΝΈ ΚΥΡΉτσ, ΝΈ ΓΑΜΒΡΌ.

 

ΚΗ ΘΑ ΈΡΤΝΙ Π’Λ, Μ’Σ

ΝΑ ΠΚΑΝΊΣΝΙ, ΓΡΗΚ’Σ?

 

ΝΑ ΠΚΑΝΊΣΝΙ ΜΑΣ ΌΛ,

ΠέΣ ΤΥΚΌΜΑΣ ΤΥ ΞΌΛ!

****

 

ΉΤΑΝ ΧΡΌΝιΑ, ΠέΡΑΣΑΝ ΖΑΜ’ΝιΑ,

ΜΑ ΑΝΓΚέΦΚΗΤ ΚΌΜΑ ΤΈΚΑΡΑΝ:

ΤΡΑΓΥιδ’ΝΤ ΔΊ ΈΖΝΑΝ Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ,

ΈΜ ^ΧΟΔΊΝΣ ΚΗ ΈΜ ΝΑΜΛΊδΣ ^ΒΟι’ΝΣ.

 

ΣΤ ΑΚΗΡβ’-ΤΙΝ, ςέΝΚΑ ΤΑ ΤΡΑΓΌιδΑ,

Π’Σ Τ ^ΟΛέΓ ΚΗ Π’Σ ΤΥΝ ^ιΑΡΟΣΛ’β,

ΉΧΑΝ ΠέΣΥ ΛΌιΑ ΑΧΗΛΔ’ΡΚΑ,

ΝΔΑ ΜΑΧΤ’ιβΑΝ ΤΙ ΤΥΝ ^ΣβιΑΤΟΣΛ’β:

 

«ΈΝ βΑΡΉ, ΗΛΒέΤ, ΤΥ Φτι’Λ ΝΔΑ τές ΚΥΡΜΌ,

ΜΑ ΚΥΡΜΌΣ-ΠΑ Φτι’Λ ΝΔΑ τές, ΤΟ ΈΝ ΧΑΜΌ!».

’ιτσ ΚΗ Π’ΤΥΣ ΡΎΣΚΥ-ΠΑ ΤΟ Μι’Ζ,

ΛΊΓΥΣ ΤΥΝ ΝΑΜΛΊδΚΥ ^ΉΓΟΡ-ΚΝι’Ζ\!

****

 

ςέΝΓΚΑ ΉΛιΥΣ ΦΥΣΑΡΈβ, ΛΑΜΒΡΉΖ.

Σ ^ΡΎΣΚΥ Π’ΤΥ ^ΉΓΟΡ-ΚΝι’Ζ\Σ ΗΡΉΖ.

 

ΤΡΑΓΥδΎΝ ΚΥΡΉΞΑ ΣΜ’ Σ ^ΔΥΝ’ι,

Ξ’Χ ΣΤΥ ^ΚΉεβ ΤΥ ΔΑΎς-ΤΙΝ Π’ι!

 

ΑΣ ΤΥ ^ΚΉεβ ^ΉΓΟΡΣ ΖΒδ’Ζ ΚΗ Π’ι,

ΣΤΥ ^ΒΟΡΉΞεβ ΈΣΥΣΗΝ ΧΥΛ’ι.

 

δ’ιΝ ΑΣ ^ΠΗΡΟΓΟςΞ]ΑΣ ΤΟΣ ΚΗΛΣΉιΑ,

ΈβΑΛΙΝ ΣΤΑβΡΌ ΚΗ ΜΗΤΑΝΊιΑ.

 

ΑΧ Ν ΚΗΛΣΉΙΑ ^ΉΓΟΡΣ ΚΖέΝ, Π’Λ, ΖΒδ’Ζ,

ΧΑΡΗΤΌΘΑΝ ΚΌΖΜΥΣ, ΠΎ ΔΡΑΝ’Σ!

 

Χ’ΡΑΝ ΤΑ ΧΌΡΗΣ,

ΤΑ ΒΑΖ’ΡιΑ Χ’ΡΑΝ!

****

 

ΤΡΑΓΌδ ΤΡΑΓΌδΣΑΜ έΡΥΣ ΚΝι’Ζ\Σ

ΚΗ Π’Σ ΖΑΜ’ΝιΑ ΠεΡΑΖΜέΝΑ.

τΗΡΌΣ ΑΤΌΡΑ ΜΉΣ Π’Σ ι’ςΣ

ΤΡΑΓΌδ ΝΑ Πι’ΚΥΜ δΟΚΣΑΖΜέΝΥ:

 

δΌΚΣΑ ΤΥΝ ΚΝι’Ζ\

ΤΗΝ ^ΉΓΟΡ ^ΣβιΑΤΟΣΛ’βΟβΗΞ!

 

δΌΚΣΑ ΤΥΝ ΑδΕΡΦΌ-Τ

ΤΥΝ ΝΑΜΛΊδ ^βΣεβΟΛΌΔ!

 

δΌΚΣΑ ^ΉΓΟΡ ΤΥΝ ιΌ

ΤΥΝ ^βΛΑΔΉΜΗΡ ^ΗΓΌΡεβΗΞ!

 

ΚΑΛ’ ΝΑ ΖΉΣΝΙ, ΛΊΓΥΣ ΓΜ’ΡιΑ,

ΈΜ ΚΝι’Ζ\ ΝΑΜΛΊδ, ΈΜ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ!

δΌΚΣΑ!

 

ΤΊΣ ΣΚΌΘΙΝ Π’ΝΥ Π’Σ ΔΥςΜ’ΝΣ,

ΝΑ ΧΥΡΑΛΈβΝΙ ΧΡΗΣΤΗ’ΝΣ,

δΌΚΣΑ!

 

ΈΜ ΚΝι’Ζ\Σ,

          ΈΜ ΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ,

δΌΚΣΑ!

 

ΑΜΉΝ\.

 

^ΣΑΡΤΑΝ’ – ^ΥΚΡΑΉΝΑ - ^ΡΥΜΙΝΉιΑ - ^ιΥΓΟΣΛΑβΗιΑ – ^βεΝΓΡΗιΑ - ^ΑβΣΤΡΗιΑ - ^ΜΑΡΗΥΠΟΛ\ - ^ΣΑΡΤΑΝ’) Μ’ΗΣ 1940 – ΗιΎΛΗΣ 1983. (όλα αυτά τα παραπάνω ποιήματα με κοινό θέμα τους πολέμους της ορθόδοξης Ρωσίας κατά της καθολικής Πολωνίας σε μιά παλιά εποχή, προφανώς πρίν απο την άλωση της Κωνσταντινούπολης απο τους Οθωμανούς, ο ποιητής άρχισε να τα γράφει απο το Μάιο του 1940 και τα ολοκλήρωσε τον Ιούλιο του 1983, σε διάφορους τόπους όπου έζησε: Σαρτανά, Ουκρανία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία, Αυστρία, Μαριούπολη, Σαρτανά). Είναι φανερό πως αυτοί οι πόλεμοι έκριναν το μέλλον της Ρωσίας και όλης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, άν θα έμενε Ορθόδοξη και ανεξάρτητη ή Καθολική και υποτελής στην Πολωνία. Να σημειώσουμε πως το Ρωσικό κράτος δέν ιδρύθηκε απο Σλάβους, αλλα απο Σκανδιναυούς, φυλές πολεμόχαρες, στις οποίες, όπως και στο πρώιμο ρωσικό κράτος, ίσχυε το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα των Αρείων φυλών: η κοινωνική θέση του κάθε πολίτη και η πολιτική θέση του κάθε ηγέτη καθορίζονταν απο την όλη πολεμικήτου ικανότητα. ήταν ένα σύστημα απο αυτήν την άποψη απόλυτα αξιοκρατικό).

 

Π’ςΑ ΑΝΓΕΛΗΝΑ (σειρά ποιημάτων για μιά Ρωμιά ονομαζόμενη Pasha Angelina, μέτρο μεσοτονικό)

1.

ΣΤΥ ΒέςεβΟ ΣΚΌΘΗΝ βΗΡ’Ν, ΜΥΚΑΛΊιΑ, (λάθος αντί για ΒΥΡΑΝ= μπουρίνι, θύελλα. επηρεάσθηκε απο |βίΡΑΝ|= ερείπια)

Π’Σ Τ ΧΌΡΑ ΧΥΛΞ’ΡΚΑ ΣΤΡΑΠΉΣ ΦΥΣΑΡέβ.

ΚΥΜ’ΤιΑ ΧΑΠέΣ ςΚΉΖ ΠεΤ’ι Τ ΣΗΝΕΦΉιΑ,

ΤΥ ΞΌΛ ΜΑβΡΥΠΉΣΑ – ΚΗΣΚΉΝΚΑ ΔΥβΛΈβ.

          στο (χωριό) Μπέшεβο σηκώθηκε ανεμοστρόβιλος, ανεμοθύελλα, πάνω στο χωριό θυμωμένα αστρπή φωτίζει. κομμάτια – κομματάκια σκίζει, πετάει τη συννεφιά (ο άνεμος), η εξοχή μαύρη πίσσα, αιχμηρά ηχεί.

 

ΚΑΝΊΣ-ΠΑ τέΝ ΒδΗΝΑ, ΜΣΟΝΙΧΤΑ Ές Τ ΧΌΡΑ,

ΦΣΑΛΜέΝΑ ΤΑ ΠΌΡΤΙΣ, ΚΑΝΊΣ-ΠΑ Τές ΦΟΣ.

ΤΙΣ Ές ΤΥ ΧΑΜΌ-Τ, ΝΑ ΚΖέΝ ΌΚΣΥ ΑΤΌΡΑ,

ΝΔΑ βΡές Κε βΡΥΝΔΑ, ΑΝΔΑ ΈΝ ’ιτσ ΑΡΓΌΣ.

          ούτε ένας άνθρωπος δέν είναι πουθενά, μεσάνυχτα έχει το χωριό, σφαλισμένες οι πόρτες, ούτε ένας άνθρωπος δέν έχει φώς (αναμμένο στο σπίτιτου). ποιός έχει το χαμότου να βγεί έξω τώρα, που βρέχει και βροντά, τέτοια ώρα τόσο αργά. («έχει το χαμότου» είναι μιά παροιμιώδης έκφραση με την έννοια πως κάποιος φέρεται παράτολμα, άρα αψηφά τη ζωήτου, άρα (τον κάνει ο Θεός να) πηγαίνει στο χαμότου).

 

ΜΑ ΧΤΊΠΣΗΝ Ν ΠΥΡΤΊτσΑ, Κε ςΞ]’δ ΗΣΑΝΊΤΚΥ, |ίΝΣΑΝ|ίτικο =γυναικείο

ΤΥΡΜ’ςΗΠΣΗΝ ΔΌΚΗΝ ΒΗΡΔΈΝ ΤΥ ιΑΛΊ:

- ΤΟ ΣΉ ΗΣΗ, ^Π’ςΑ, ΑΣ ΌΡΑ ΑΤΊΤΚΥ,

ΤΊ ΧΡ’ςΚΗΣ, τΉ Τ\Μ’ΣΗ? ΣΗ Πέ-Με Τ ΑΣΛΊ.

          αλλα χτύπησε η πορτίτσα και (μιά) σκιά γυναικεία «αναρριχήθηκε» (=υψώθηκε) χτύπησε με μιάς το τζάμι. – «εσύ είσαι Πάшα; σε ώρα τέτοια τί σου ήρθε, δέν κοιμάσαι; πέςμου την αλήθεια».

 

- ΝΑΤ’ςΑ, ΝΑΤ’ςΑ, β’ι, ΉΠΝΥ τΉ ΠέΡ-Με,

ΑΤΌΣΥ βΡές ΌΚΣΥ, ΈΜ ΣΤΡ’ΦΤ, ΈΜ βΡΥΝΔ’.

ΤΑ ΜΣΚ’ΡιΑ ΕΝ ΌΚΣΥ, Αι Σ Π’ΓΥΜ ΑΣ Τ ΦέΡΜΑ,

ΣΤΑ Π’ΡΥΜ ΑΠέΣΥ, ΠΑΓΌΝΝΙ ΑΤΑ.

          - «Νατάшα, Νατάшα, άχ, ύπνος δέν με παίρνει, τόσο βρέχει έξω, καί αστράφτει, καί βροντά. το μοσχάρια είναι έξω, έλα να πάμε στη φάρμα, να τα πάρουμε μέσα, θα παγώσουνε»

 

- ΓΟ, Π’ςΑ, ΦΥβΎΜΗ, ΓΥΛβΎΤ ΞΑΧ ΤΥ ΣΤΌΜΑ-Μ, γολβούται

Τ\ΘΑ Π’ΓΥ, ΖεΡ ΈΧΥ ΧΑΜέΝΥ ΓΟ Ν ΠςΉ-Μ…

- Α ΛΈιΣ Κε ΚΑΡδ’ΡΣΑ-ΠΑ ΉΣΗ ΑΚΌΜΑ,

’Ν Τ\ΘέΛΣ ,ΤΊΓΛΑ ΘέΛΣ, ΓΟ ΝΑ Π’ΓΥ δΑΦΤΊ-Μ!

          -«εγώ, Πάшα, φοβάμαι, τόσο που βουβαίνεται το στόμαμου, δέν πρόκειται να πάω, μήπως έχω χαμένη την ψυχήμου;» («έχει χαμένη την ψυχήτου» παροιμία που λέγεται για όποιον φέρεται παράτολμα, ένδειξη οτι προορίζεται με αυτήν την αποκοτιά να θανατωθεί). – «ενώ λές πως είσαι και πιό θαρραλέα! (εντάξει,) άν δέν θέλεις, όπως θέλεις, εγώ θα πάω μόνημου!»

 

Κε ^Π’ςΑ ΔζΥΝ’ιΣΗΝ… ΣΤΡΑΠΉΣ ΦΥΣΑΡ’ιβΗΝ,

Τ ΣΤΡΑΤΊτσΑ ΤΥ δ’ιΝΗΝ, ΑΣ ΦέΡΜΑ, ΣΤΥ ΞΌΛ…

ΑΧ ΌΡΑ ΑΠ’ΝΥ ΜΑΝΓΚΡ’ιβΗΝ Κε δ’ιΝΙΝ,

ΠέΣ Τ ΧΌΡΑ ΑΤΌΤΙΣ ΝΔΑ Τ\Μ’ΤΑΝΔΑΝ ΌΛ…

και η Πάσια ξεκίνησε… αστραπή (συνεχώς) φώτιζε το δρομάκι το οποίο πήγαινε στη φάρμα, στην εξοχή… απο μιά ώρα περισσότερο, βρυχόμενη βάδιζε, μέσα στο χωριό τότε ενώ κοιμούνταν όλοι…

 

ΘΑΡΉΣ-Κε, ΚΥςΚΝΊςΚΗΤ βΡΥςΉΣ Π’Χ ΤΥ ΚΌςΚΝΥ

ΤΑ ΜΣΚ’ΡιΑ ΛΥΝΔζΉΞΑ, ΑΠ Κ’ΤΥ ΣΤ βΡΥςΉ. «λούτσα»

τΉβΡΗςΚΝΙ ΞΑΧ ΤΌΠΥ, ΑτΉ – ΑδΌ ΚΛΌςΚΝΙ,

ΚΑΜΒΌΣΑ, ΧΑΛ’ιΔΑ, ΤΕΚ ΈΧΥΝΙ ΠςΉ. |QΑΛΑΤ|

          θαρρείς και κοσκινίζεται η βροχή απο κόσκινο! (=λές και απο κόσκινο πέφτει η βροχή. αρχαία έκφραση, στον Αριστοφάνη, Νεφέλες, ο Στρεψιάδης λέει για το πώς δημιουργείται η βροχή: «ΕΓΩ Δ’ ΑΤΕΧΝΩΣ ΩιΜΗΝ ΤΟΝ ΔΙΑ ΔΙΑ ΚΟΣΚΙΝΟΥ ΟΥΡΕΙΝ»). τα μοσχάρια «λούτσα» κάτω απ’ τη βροχή. δέν βρίσκουνε κάν τόπο (να κουνηθούνε), εκεί – εδώ γυρίζουνε, κάμποσα (απο αυτά), τα κακόμοιρα, μόλις που επιζούν.

 

- β’ι, Π’ΓΥΣΗΤ, Π’ΓΥΣΗΤ! ΤΊ ΝΑ ΣΑΣ Κ’ΜΥ?

ΤΑΚ’Μ ΤΑ ΜΣΚΑΡΉΞΑ, ΤΑΚ’Μ ΤΑ ΧΑΜΝ’.

ΓΟ δΎΓΥ-ΣΑΣ ΤΡΌιΤΙ, ΓΌ ΧΛέΝΥ-ΣΑΣ ’ΜΑ…

Κε ΠΉιΝ-ΔΑ ΑΠέΣΥ ΣΤ ΑβΖ’Ρ ΣΑΑΤΝ’.

          - άχ, παγώσατε, παγώσατε! τί να σας κάνω; τα δικάμου τα μοσχαράκια, τα καημέναμου! θα σας δώσω να φάτε, θα σας ζεστάνω αμέσως… και τα πήγε μέσα στο στάβλο την ίδια ώρα.

 

ΝΤ ΦΥΦ’ιΚΑ-τσ ΤΙ ςΞ]έΠΑΣΗΝ Τ ΈΝΑ Κε Τ ’ΛΥ,

ΤΊ ’ςΗΡΥ ΈΣΤΡΥΣΗΝ, ΘέΛ ΝΑ ΤΑ ΧΛέΝ…

βΡΥςΉΣ ΉΞ τΗ ΣΤΊΚΗΤ, ΤΕΚ ΠέΧΤΑΝΙΝ τι’ΛΥ, (αρχικά νόμισα απο απίκεταν-ε =αφίκετο, αλλα πρέπει να είναι απο το πηχταίνει =πυκνώνει)

ΑΠ ΌΚΣΥ ΔΑΎςΑ ΑΚΎΧΤΑΝ, ΒΗΡΔΈΝ.

          με το πανωφόριτης σκέπασε το ένα και το άλλο, άχυρο έστρωσε (στο πάτωμα) με σκοπό να τα ζεστάνει… η βροχή δέν σταματά, αντίθετα πύκνωσε κι άλλο, απ’έξω φωνές ακούστηκαν ξαφνικά.

 

Κε ΈΒΑΝ ΑΠΉΣΥ, ΔΛΙΓΜέΝ ΑΝΔΑ ΞΠΎΝΙΣ,

ΣΤΥ ςέΡ-ΤΙΝ ΝΔΑ ΦΉΝΚΗΣ, ΧΥΝΔΡΉ δΗ ΝΥΜ’Τ.

ΗΣ ΉΠΗΝ ΤΥΝ ’ΛΥΝΑ: «δΉΓΝΥΜ-τσ «ΚΟΜΜΎΝΑ»!,

ΤΜΑΡέβΥΜ ΤΑ ΜΣΚ’ΡιΑ-ΤΙΝ, Σ ΈΝΑ ΤΥ Σ’Τ!

και μπήκανε μέσα, τυλιγμένοι με τα σακκάκια(τους), στο χέριτους με μεγάλα μαχαίρια, χοντροί δυό νομάτοι. ο ένας είπε στον άλλον: «θα τους δείξουμε (αυτούς που αποτελούν) την κομμούνα! (=συνεταιρισμό). θα «τακτοποιήσουμε» τα μοσχάριατους, στη στιγμή!».

 

Κε ΉΡεΠΣΗΝ ΉΣ-ΤΙΝ ΝΑ Πι’Κ Μ’βΡΥ δΛΊιΑ,

ΠΑΣ Τ ΓΎΛΑ ΜΣΚΑΡΉ ΑΡΤΑ ΤΡ’βΣΗΝ ΜΑςέΡ,

ΜΑ βΡΌΝΔΙΚΣΗΝ ^Π’ςΑΣ Τ ΦΥΝΊ ΠΑΧ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ:

- ΤΟ ΤΊ ΕΝ ΤΥ Κ’ΜΣ ΣΗ! – Κε Πι’ΚΗΝ ΤΥ ςέΡ-Τ.

          και προσπάθησε ο έναςτους να πιάσει μαύρη δουλειά, στο λαιμό (ενός) μοσχαριού ήδη έφερε το μαχαίρι, μα βρόντησε της Πάшας η φωνή απο τη σκοτεινιά: «τί πάς να κάνεις!» και έπιασε το χέριτου.

 

ΧΥΛΔ’ιΣΗΝ Κε ΔΡ’ΧΤΙΝ Ν ΔΥςΜ’ΝΣ ΠεΣ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ,

ΤΥΝ ΉΝΑ-ΤΙΝ ΦΛ’ΚΣΗΝ ΞΑΠΉΚΚΥ ΓΥΡΘΉ… φλάκισε =χτύπησε, απο flagellum, flagium

Κε ΠΉΡΗΝ-ΔΥΝ δ’βΥΛΥΣ, ’ΛΥΣ ΧΤ ΦΥβΉιΑ,

δΑΦΤΌΤ ΑΧΤΡΑΜΉΣΤΙΝ ΠέΣ ΞΧΎΡ ΤΥ βΑΘΉ.

          επιτέθηκε και πάλεψε με τους εχθρούς μές το σκοτάδι, τον έναν – του έρριξε επιδέξια γροθιά, και τον πήρε ο διάβολος (=έφυγε μακριά), (ενώ) ο άλλος απο το φόβο μόνοςτου χάνοντας την ισορροπίατου έπεσε μέσα σε έναν λάκκο βαθύ.

 

ΤΥ ΞΧΎΡ Ξ’ΛΚΑ ςΞ]έΠΑΣΗΝ ΑΝΔΑ ΣΑΝΊδΑ,

Κε Κ’ΤΣΗΝ ΑΠ’ΝΥ, ΘΑΡΉΣ, Π’Σ ΤΥ ΚέΡ.

ΜΗ ΈΡΚΝΙ ΑδΌ ΠΑΛ ΔΥςΜ’ΝΚΑ ΤΑ ΦΉδΑ,

ΤΙ Κ’ΘΗΤ Κε ΦΛ’ι, ΑΝΔΥ τσΚΎΡ ΑΣ ΤΥ ςέΡ. τσεκούρι

          τον λάκκο γρήγορα τον σκέπασε με σανίδια, και κάθισε επάνω, θαρρείς πάνω σε πολυθρόνα. μήν έρθουν εδώ πάλι εχθρικά τα φίδια, αυτή κάθεται και περιμένει, με (ένα) τσεκούρι στο χέρι.

 

τΗΡΌΣ, ΘΑΡΗΣ, ΣΤ’ΘΗΝ, βΑΡέιΑ ΠΑι ΌΡΑ,

ΦΛ’ι ^Π’ςΑ ΤΥΝ ΚΛΈΦΤ ΜΑΝΑΧΉτσ ΠεΣ Τ ΑΡ’Ν. |ΑΡΑΝ| παλαιοτουρκ. λ. =περίφραξη απο πασσάλους, στάβλος.

ΜΑ Χ’ΡΗΝΙ ^Π’ςΑ – ΜΑΚΡ’ ΟΚΣΥ ΧΤ ΧΌΡΑ,

ΧΤΥ ΣΉΡΤ ΉΛιΥΣ Φ’ΝΙΝ – ΗΛ’ ΤΕΚΑΡΑΝ…

          ο χρόνος, θαρρείς, σταμάτησε, δύσκολα περνάει η ώρα, περιμένει η Πάшα τον (ενδεχόμενο) κλέφτη μοναχήτης μέσα στον σταύλο. αλλα χάρηκε η Πάшα: μακριά έξω απο το χωριό απο τη ράχη (του βουνού) ήλιος φάνηκε, σιγανογελά…

 

Κε ΉΡΤΑΝΙ ΚΌΖΜΥΣ: ΈΜ Τ’ΤΑ-τσ, ΈΜ Μ’ΝΑ-τσ,

ΘΑΓΜ’ςΚΝΙ ΝΔΑ ’ΓΡΑ, ΔΥςΜ’ΝΥ ΤΑ δΛΊΣ.

ΝΔΥ ΜέΓΑ ΤΥ ΣΉΡ ΟΛ βΗΓΛΊΖΝΙ ΑΠ’ΝΥ-τσ, |ΣΕιΡ|

Κε ΘέΛ ΑΝ Τ ΧΑΡ’ Κ’ΘΑ ΉΣ ΝΑ ΤΙΝ ΦΛΊΣ.

          και ήρθανε άνθρωποι: και ο πατέραςτης, και η μάνατης, μένουν έκπληκτοι με τις άγριες του εχθρού τις δουλειές. πολύ εντυπωσιασμένοι όλοι την κοιτάζουνε, και θέλει με χαρά ο καθένας να την φιλήσει.

 

- ΤΥ ςέΡ-Σ έΜΑ Ρέ, ΦεΡ ΜΗΣ ’ΜΑ ΣΤΥ δέΣΥΜ!

- ΤΊ ΧΡ’ςΚΗΤ, - ΛΕι ^Π’ςΑ, - ΤΟ ΤΊΠΥΣ-ΠΑ τεΝ!

Κε ΉΝΚΣΗΝ ΤΥ ΞΧΎΡ, ΑΓΡΥΛ’ιΣΗΝ ΚΑΤ ΠέΣΥ –

ΔΥςΜ’ΝΥΣ ΤΌ Τ ΌΡΑ, ΤΥΡΜ’ςΗΠΣΗΝ ΚΖέΝ.

          -το χέρισου αίμα τρέχει, έλα, αμέσως να το δέσουμε! –τί χρειάζεται; λέει η Πάшα, αυτό τίποτε δεν είναι! και άνοιξε τον λάκκο, ακούστηκε κάτι παράξενο (εκει)μέσα, ο εχθρός εκείνη την ώρα σκαρφάλωσε, βγαίνει.

 

- ΔΥςΜ’ΝΣ ΚΑΛΑ Μ’ΘΣΗΣ, - ’ιτσ ΉΠΗΝΙ Τ’ΤΑ-τσ, -

ΝΑ ΖΉΣ, ΤΥ ΚΥΡΉτσ-Μ, Σ ΒΑςΧΑΡΉιΑ ΤΥΚΌΣ,

ΣΗ ΈδΗΚΣΗΣ ΉΣΥ, ΤΙΜΉΖΚΥ ΜΑΣ ΣΤΡ’ΤΑ,

ΜΉΣ ΤΊΓΛΑ ΝΑ ΣΤΊΚΣΥΜ ΣΤΥ Βδ’Ρ ΤΥ ΚΟΛΧΌΖ…

          -στους εχθρούς καλό μάθημα έδωσες, έτσι είπε ο πατέραςτης, να ζείς, κορίτσιμου, για το κατόρθωμά που έδειξε την ικανότητάσου, μας έδειξες ίσιο, καθαρό δρόμο, πώς να κάνουμε να σταθεί στα πόδιατου το κολχόζ.

 

ΠΑΛ ΜέΤΡΗΣΗΝ ^Π’ςΑ, ΤΑ ΜΣΚ’ΡιΑ ΑΧ Τ ’ΚΡΑ,

Κε ΈδΗΣΗΝ Ν ΠΌΡΤΑ, ΑΝΔΥ ΖΗΝΔζΗΛΊτσ…

Α Μ’ΝΑ-τσ ΜΑΝΓΚΡ’ιβΗΝ, ΚΑΤΈβΑΖΗΝ δ’ΚΡΥ,

ΚΑΤ’ΡΥΝΙΝ ΤΙ ΤΥΝ ΘΕΌ Κε Τ ΓΡΑΦΉ-τσ…

          πάλι μέτρησε η Πάшα τα μοσχάρια απο την αρχή ώς το τέλος, και έδεσε την πόρτα με μικρή αλυσίδα. ενώ η μάνατης βογγούσε, κατέβαζε δάκρυ, καταριόταν το Θεό και τη μοίρατης. (=παρόλο που ο πατέραςτης χάρηκε με το κατόρθωμα της κορηςτου, η μάνατης θεώρησε δυσάρεστο το γεγονός, φοβήθηκε. το υπόλοιπο ποίημα θα μας δείξει άν είχε δίκιο να φοβάται για την κόρητης)

2.

ΥΛΜέΡΑ ΣΤΥ ΣΚΌΛιΥ, ΑΣ Τ ΦέΡΜΑ ΥΛΝΊΧΤΑ,

ΜΣΚΑΡΉΞΑ Κε ’ΛΓΑ ΔΡΑΝ’ ΣΤΥ ΚΟΛΧΌΖ,

Α ΣΉΜΥΡΥ ^Π’ςΑ ΑΝ’ΠΑΠΣ Ες, ΔΛΊΧΤΙΝ

Κε Κ’ΘΗΤΙ ΧΛ’τσΚΑ <ΧΛΊτσΚΑ> δΑβ’Ζ ΟΣ ΑΡΓΟΣ.

          κάθε μέρα στο σχολείο, στη φάρμα κάθε βράδυ, μοσχαράκια και άλογα φροντίζει στο κολχόζ. όμως σήμερα η Πάшα αργία έχει, τυλίχτηκε (με κουβέρτα) και κάθεται στα ζεστά, διαβάζει μέχρι αργά.

 

ΌΛ Τ\ΜΎΝΝΙ ΤΑΚ’-ΤΙΝ, ΜΣΟΝΙΧΤΑ Ες Τ ΧΌΡΑ,

ΤΕΚ ΓΑΚΑ-τσ ^Ηβ’Ν ΚΌΜΑ τέΝ, τΉ ΗΡΉΖ.

ΚΑΡΦ’ Ν ΠΌΡΤΑ ΧΤΊΠΣΗΝ, ΑΡΓΌΣ ΉΤΥΝ ΌΡΑ,

^Ηβ’ΝΣ ΈΒΗΝ ΠέΣΥ, ΓΑΖέιΑ ΤΟΣ ΜΡΉΖ. (γκάζι, βενζίνη)

          όλοι κοιμούνται οι δικοίτης, μεσάνυχτα έχει το χωριό, μόνο ο μεγάλος αδερφόςτης ο Ιβάν ακόμη λείπει, δέν έχει γυρίσει. κρυφά η πόρτα χτύπησε, αργά ήταν η ώρα, ο Ιβάν μπήκε μέσα, βενζίνη αυτός μυρίζει.

 

- ΤΟ ΠΎ ΉΣΝΙ, Γ’ΚΑ, ΣΗ ΌΡΑ ΑΤΌΣΥ?

ΤΑ ςέΡΑ-Τ ΝΔΑ Μ’ζΑ, ΑΧ Ν ^Π’ςΑ ΤΟΣ ΜΛΟΝ.

- ΜΉ ΧΛΉΖΣ, ^Π’ςΑ, ΣΌΠΑ, ΦέΡ ΤΊΠΥΤ Σ ΧΑΠΌΣΥ,

ΑΤΌΡΑ ΓΟ ΉΦεΡΑ ΤΡ’ΚΤΟΡ «^ΦΟΡΔΖΟΝ».

         -πού ήσουν, αδερφέ, ώρα τόση; τα χέριατου με λεκέδες απο μηχανόλαδο, απο την Πάшα τα κρύβει. –μή φωνάζεις, Πάшα, σώπα, φέρε τίποτα να τσιμπήσω, τώρα έφερα το τρακτέρ το (μάρκας) Φορντζον.

 

- ΜΑ ΤΊ ΕΝ ΤΟ «ΤΡ’ΚΤΟΡ», ΝΑ Πέ-Με ΤΥ ’ΜΑ,

ΤΥΝ Γ’ΚΑ-τσ τΗ ΦΉΝ-ΔΥΝ ΤΙ ΉΞ ΞΑΡΑδΉ.

- ΤΟ ΈΝ ΤΊΤΚΥ ’ΛΓΥ, ΑΛΈΤΡ Κ’ΜΝΙ Δ’ΜΑ,

ΦΑΓΎΡΑ τΉ ΧΡ’ςΚΗΤ, ΤΟ ΈΝ ΣΗδεΡΉ.

- «μα τί είναι αυτό το «τρακτέρ», άντε πέςμουτο όμως», τον αδερφότης δέν τον αφήνει αυτή καθόλου να «ξεφύγει». – «αυτό είναι τέτοιο άλογο (που) αλέτρι κάνουνε με αυτό, τροφή δέν χρειάζεται, αυτό είναι απο σίδερο».

 

ΘΑΓΜ’ΣΤΙΝΙ ^Π’ςΑ, «ΦΑΓΎΡΑ τΉ ΧΡ’ςΚΗΤ,

ΑΛΈΤΡ Κ’ΜΝΙ Δ’ΜΑ, ΤΟ ΈΝ ΣΗδεΡΉ…»

τΉ ΠέΡ Ν ^Π’ςΑ ΉΠΝΥΣ, ΑτΉ, ΑδΌ δ’ςΚΗΤ,

Κε ΡΌΤΣΗΝ ΤΥ Γ’ΚΑ-τσ ΝΑ Π’ι ΝΑ ΤΥ δΉ.

          έμεινε κατάπληκτη η Πάшα, «τροφή δέν χρειάζεται, αλέτρι κάνουνε με αυτό, είναι απο σίδερο…». δέν παίρνει την Πάшα ύπνος, απο εκεί – απο εδώ κλωθογυρίζει, και (σάν ξημέρωσε) ζήτησε απο τον αδερφότης να πάει να το δεί.

 

ΜΑ Γ’ΚΑ-τσ ΧΥΛι’ΣΤΙΝ: - τΉ ΧΡ’ΣΤΙΣ-ΤΥ, ^Π’ςΑ,

ΜΣΚΑΡΉΞΑ Κε ’ΛΓΑ ΈΝ δΛΊιΑ ΤΥΚΌΣ…

Π’Λ ΤΡ’βΣΗΝ ΑΠ’ΝΥ-Τ ΤΑ ςέιΑ ΝΔΑ Μ’ζΑ

Κε δ’ιΝ ΑΣ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ-Τ ιΥΡΎΧ ΣΤΥ ΚΟΛΧΌΖ.

          αλλα ο μεγάλος αδερφόςτης θύμωσε – «δέν το χρειάζεσαι, Πάшα, μοσχαράκια και άλογα είναι η δουλειά η δικήσου… πάλι έρριξε πάνωτου (=φόρεσε) τα ρούχα με τους λεκέδες απο μηχανόλαδο, και βάδισε για το τρακτέρτου, ίσια στο κολχόζ.

 

Α ^Π’ςΑ ΚΛΕΦΤΌΝΔΑΣ, ΑΠΉΣΥ-Τ ΚΖέΝ ΣΤΈΡΑ,

ΠΑΈΝ Κε βΗΓΛΊΖ ΤΥΝ, ΦΥβ’Τ ΜΗ ΤΥΝ Χ’Ν.

ΣΚΥΤΊΝΣ ΗΤΥΝ ΚΌΜΑ, ΤΕΚ Χ’ΡΑΖΗΝ ΜέΡΑ,

ΝΔΑ ΈΣΥΣΗΝ ^Π’ςΑ Σ ΚΟΛΧΌΖΝΙ Τ ΑΡ’Ν.

          ομως η Πάшα κρυφά απο πίσωτου βγαίνει έπειτα, πηγαίνει κοιτάζονταςτον, φοβάται μή τον χάσει (απο τα μάτιατης). σκοτεινά ήταν ακόμη, μόλις που χάραζε η μέρα, όταν έφτασε η Πάшα στην κολχόζικη μάντρα.

 

βΗΓΛΊΖ Κε ΘΑΓΜ’ςΚΗΤ: ΣΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΑΠΉΣΥ,

ΑΛΈΤΡ ΘΗΛιΑΓΜέΝΥ, ΘΑΓΜ’ςΚΝΙ-ΠΑ ’Λ.

ΔζΥΝ’ιΣΗΝ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΚΑΠΝΌ ΣΗΡΝ, ιΑΝ ΠΉΣΑ,

ΔζΥΝ’ιΣΑΝ-ΠΑ ΚΌΖΜΥΣ ΑΠΉΣΥ ΥΡΜ’Λ. πλήθος |ΟΡΜΑΝ|

          κοιτάζει και εκπλήσσεται: στο τρακτέρ απο πίσω αλέτρι προσαρτημένο (κοτσαρισμένο), το ίδιο έκπληκτοι είναι και οι άλλοι (που το βλέπουνε). ξεκίνησε το τρακτέρ, καπνό βγάζει, σάν πίσσα, ξεκίνησαν και άνθρωποι απο πίσω πλήθος.

 

ΧΑΡ’ ΈΧΝΙ ΜέΓΑ ΧΥΡΉ ΤΑ ΠεδΉΞΑ,

ΧΥΡι’Τ ΛΑΧΑΡΔΈβΥΝ: «ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΕΝ ΦΌΣ,

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΕΝ δΉΝΑ, ΤΟ τέΝ ιΑΝ Τ ΑΛΓΉΞΑ!»

«ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΑΠ’ΝΥ Τ ΑΡΤέΛ\-ΜΑΣ ΘΑ ΣΚΌΣ!» ψωμάκι

          χαρά έχουνε μεγάλη του χωριού τα μικρά παιδιά, οι χωρικοί συνομιλούν (λέγοντας): «το τρακτέρ είναι φώς, το τρακτέρ είναι δύναμη, αυτό δέν είναι σάν τα αλογάκια!» - «το τρακτέρ ψηλά το ψωμάκιμας θα σηκώσει!»

ΑΠΉΣΥ ΣΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ Π’ι ^Π’ςΑ Κε ςέΡΗΤ,

ΗΣΎτσΚΑ ΣΤΡΑΤΊτσΗΣ ΤΟ ΦΗΝ ΚΑΜΑΤΌ.

ΑΛΈΤΡΗΖΗΝ ^β’ΝιΑΣ ΤΥΝ ΤΌΠΥ ΛΙΝ Τ ΜέΡΑ,

ΤΥ ΜέΤΡΗΝΑΝ ΈΜΒΡΥ ΚΑΚΌ δΗΝΑΤΌ.

πίσω απο το τρακτέρ πάει η Πάшα και χαίρεται, ίσια δρομάκια (=αυλακιές) αφήνει όργωμα. αλέτριζε ο Βάνιας τον τόπο όλη τη μέρα, το οποίο το θεωρούσαν πρωτύτερα κακό μεγάλο. (=θεωρούσαν τρομερά δύσκολη δουλειά το να οργώνεις όλη τη μέρα)

 

ΛΙΝ Τ ΜέΡΑ ΑΛΈΤΡΗΖΗΝ ^β’ΝιΑΣ Κε δ’ιΝΙΝ,

Κε Μ’βΡΥ ΑΖ’Ν ΚΌΠΗΝ ΜέΓΑ ΚΥΜ’Τ.

- ΝΑ Ρ’ΝΔΑ ΚΑΤΈβΑ Τ ΑΛΈΤΡ ΤΙΜΗΖΛ’ι-ΝΑ, -

Αιτσ ΉΠΗΝΙ ^β’ΝιΑΣ, Α ^Π’ςΑ ΦΥΚΡ’Τ.

          όλη τη μέρα οργώνοντας ο Βάνιας πήγαινε, και (απο) το μαύρο χωράφι κόπηκε (=ξεχώρισε, ώς οργωμένο) μεγάλο κομμάτι. –«άντε πήδα κατέβα, το αλέτρι καθάρισε», έτσι είπε ο Βάνιας, και η Πάшα (τον) ακούει.

 

- ΔζΥΝ’ι! - ^ΠΑςΑ ΧΛΊΖ, - ΕΚΣΑ ΓΌ ΤΑ ΗΝΊιΑ. έξυσα (=καθάρισα)

ΣΤ ΑΤΊΝΑ ΤΟ τΉΤΥΝΙ ΉΞ-ΠΑ βΑΡΉ…

- β’ι, Γ’ΚΑ, ΣΗ ΦέΡ-Με ΑΣ ΚΛΌΣΥ ΚΑΜΉιΑ,

ΓΟ ΈΜΑΘΑ ’ΡΤΑ ΥΝΈΡ ΤΡΑΚΤΟΡΉ.

          -«ξεκίνα!» η Πάшα φωνάζει, «έξυσα (καθάρισα) εγώ τα υνιά». αυτό δέν της ήταν καθόλου δύσκολο… -«άχ, αδερφέ, φέρεμου να κάνω καμιά γύρα, το έμαθα πιά το «κόλπο» (= «τον πήρα τον αέρα») του τρακτεριού».

 

ΛΙΝ Τ ΜέΡΑ ΑΛΈΤΡΗΖΑΝ, ^Π’ςΑ ΔΙΝΓΚ’ιβΗΝ,

ΤΥΝ Γ’ΚΑ-τσ ΤΙ ΈΦΤΑιΝ, τΉ δ’ιΝΙΝ ΑΠ ΣΜ’-Τ.

ΤΈΚ Ρ’ΝΔΑΝΙΝ Κ’ΤΥ Τ ΑΛΈΤΡ ΤΙΜΗΖΛ’ιβΗΝ,

Κε ΒέΝΙΣςΚΗΝ Κ’ΘΗΝΔΥΝ Π’Λ ιΑΝΑς’-Τ.

όλη τη μέρα όργωναν, η Πάшα παρατηρούσε τον αδερφό-της τί έκαμνε, δέν έφευγε απο κοντάτου. μόνο πηδούσε κάτω, το αλέτρι καθάριζε, και έμπαινε καθόταν πάλι δίπλατου.

 

- β’ι, Γ’ΚΑ, ΑΚΎιΣ, ΦέΡ ΑΣ ΚΛΌΣΥ ΚΑΜΉιΑ,

ΓΟ ΈΜΑΘΑ ’ΡΤΑ ΥΝΈΡ ΤΡΑΚΤΟΡΉ!...

- τΉ ΧΡ’ςΚΗΤΙ, ^Π’ςΑ, ΤΟ τέΝ ΚΥΡτσΊ δΛΊιΑ,

Ν ΣΤΑΘΉ ΤΥ ΜΟΤΌΡ-Τ, ΝΑ ΠεΛΊΣ ΕΝ βΑΡΉ.

          -«άχ, αδερφέ, ακούς; φέρε να κάνω καμιά γύρα, το έμαθα πιά το κόλπο («τον πήρα τον αέρα») του τρακτεριού!» -«δέν χρειάζεται, Πάшα, αυτή δέν είναι κοριτσιού δουλειά, άν σταματήσει η μηχανήτου, να ξεκινήσει είναι δύσκολο».

 

ΚΑΜ δΛΊιΑ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΜΑΚΡ’ ΔΥβΛΑΈβΗ,

ΦΣ’ ’ΝΙΜΥΣ ΧΛΊτσΚΥ, ΠΑι ΜΣΌ ΚΑΛΥτέΡ…

^Ηβ’ΝΣ ΉΠΗΝ Ν ^Π’ςΑ: - ΝΑ ΠΉΝΥ ΗΡέβΥ,

ΚΑΤΈβΑ ΣΤ ΛΗβ’ΔΑ, ΝΕΡΌ ΚΡΉιΥ ΦέΡ.

          εργάζεται το τρακτέρ, ώς μακριά ηχεί, φυσά άνεμος ζεστούτσικος, πάει (=πέρασε) μισό καλοκαίρι… ο Ιβάν είπε στην Πάшα: -να πιώ θέλω, κατέβα στη λειβάδα, νερό κρύο φέρε. (λειβάδα, προφανώς χρησιμοποιείται για ένα ορισμένο λειβάδι ώς κύριο όνομα, γι’αυτό οι Ουκρανοί και Ρώσοι το πρόφεραν με –d-, έτσι το έλεγαν και οι Ρωμιοί άν και μπορούσαν να προφέρουν το –δ-)

δ’ιΝ ^Π’ςΑ ΣΤ ΛΗβ’ΔΑ, ΧΤΥ ΣΉΡΤ ΜΛΌΘΗΝ ΠΉΣΥ,

ΔΑΛΔΡ’ιΣΗΝ ΤΙΜΉΖΚΥ ΝΕΡΌ Χ ΤΥ ΠεΓ’δ. |ΔΑΛΔΙΡ-|= βυθίζει =άντλησε

Κε Ξ’ΛΚΑ ΤΙ ΉΡΣΗΝ, ΖΒΥδ’Ζ ΥΚΣΥΠΉΣΑ,

βΗΓΛΊΖ, ΓΑΚΑ-τσ Κ’ΘΗΤ ΑΠ Κ’ΤΥ ΣΤΥ ςΞ]’δ.

          πήγε η Πάшα στη λειβάδα, απο τη ράχη (του βουνού) χάθηκε πίσω, άντλησε καθαρό νερό απο το πηγάδι. και γρήγορα γύρισε, σπεύδει να επιστρέψει, κοιτάζει: ο μεγάλος αδερφόςτης κάθεται κάτω απο μιά σκιά.

 

ΚΑΚ’ ΤΟΣ ΜΑΧ’ΝΚΣΗΝ, ΜΑΛέιΦΤΙΝΙ Μ’ζΑ, мажа

- τΉ ΠέΡ ΤΥ ΜΟΤΌΡ, ΑΝ ΗΡέβΣ ΠιΑΣ ΜΑΝΓΚΡ’ι… «όσο θέλεις, φώναζετου»

’ιτσ ΉΠΗΝΙ Γ’ΚΑ-τσ, ΤΟΤ ΠΙ’Ν Τ ΡΎΞΚΑ ^Π’ςΑ ручка Γ’ΚΑ απο |ΑΓ’|;

Κε ΒΡ’ιΣΗΝ ΝΔΑ ΜΉιΑ-τσ ,ΤΟ ΠΉΡΗΝ ΧΥΛ’ι.

          άσχημα αυτός ταλαιπωρήθηκε, πασαλείφτηκε μουτζούρες. –«δέν παίρνει (μπρός) η μηχανή, όσο θέλεις φώναζετης…» έτσι είπε ο μεγάλος αδερφόςτης. τότε πιάνει το χερούλι (=μανιβέλα) η Πάшα και το έστριψε με τη μία, εκείνο ξεμπλόκαρε (=πήρε μπρός).

 

ΠΑΛ ΡΌΤΣΗΝ ΤΥΝ Γ’ΚΑ-τσ: - ΦέΡ Σ ΚΛΌΣΥ ΚΑΜΉιΑ!...

ΤΟΣ ΦέΝΙΤ ΜΑΛ’ΚΣΗΝ ΚΗ τέΚΑΜΗΝ τι’Ρ.

ΚΑΚ’ Χ’ΡΗΝ ^Π’ςΑ, ΝΔΥ ΌΛΥ-τσ ΚΑΡδΉιΑ,

ΔζΥΝ’ιΣΗΝ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΝΑ Κ’Μ Μ’βΡΥ Π’Ρ.

          πάλι παρακάλεσε τον αδερφότης: φέρε να κάνω καμιά γύρα!... αυτός, φαίνεται, μαλάκωσε και δέν της το αρνήθηκε. πάρα πολύ χάρηκε η Πάшα, με όλητης την καρδιά, ξεκίνησε το τρακτέρ να κάνει μαύρη αυλακιά.

 

ΤΥ ΡΎΛ\ ΥιΥΓΎΝΚΑ ΣΤΑ ςέΡΑ-τσ ΠΡΑΤΊΖ-ΤΥ, τιμόνι

ΣΥΣΤ’, ΤΙΓΛΑ ΧΡ’ςΚΗΤ, ΝΔΥ ΜέΓΑ Τ ΧΑΡ’.

ΑΠΉΣΥ ΠΑι Γ’ΚΑ-τσ, ΤΥ Κ’ΜΝΙ βΗΓΛΊΖ-ΤΥ,

Κε ΤΥ ΚΑΜΑΤΌ, ΤΌΣ ΤΥ β’ΘΥΣ-Τ ΜεΤΡ’.

          το τιμόνι ταιριαστά στα χέριατης το χειρίζεται, σωστά, όπως πρέπει, με μεγάλη χαρά. πίσω πάει ο μεγάλος αδερφόςτης, ό,τι κάνει το παρατηρεί, και του οργώματος αυτός το βάθος μετρά.

 

- ΚΑΛΌ ΕΝ!, - ΧΛΙΖ ^β’ΝιΑΣ Κε δΉΓΝ ΑΝΔΑ ςΈΡΑ-Τ, -

ΑΡΤΡ’ι-ΤΥ ΚΑΤΛΊΓΥ ΣΗ τι’ΛΥ ΤΥ Γ’Ζ!...

ΖΛΊΖ ^ΠΑςΑ ΠΑΣ Τ Λ’ΠΚΑ, δΑιΝ Ξ’ΛΚΑ, ΤΙ ςέΡΗΤ, πεντάλι

ΝΑ ΚΖΉ ΣΤ ’ΛΥ Τ ’ΚΡΑ, ΑΣ Τ ΣΤΡ’ΤΑ ΖΒΥδ’Ζ.

          -καλό είναι! φωνάζει ο Βάνιας και δείχνει με τα χέριατου, «αύξησετο λίγο ακόμη το γκάζι!»… πιέζει η Πάшα το πεντάλι, επιτάχυνε, αυτή χαίρεται, να βγεί στην άλλη άκρη (του χωραφιού) προχωρώντας σπεύδει.

 

ΤΟ Τ ΌΡΑ ΝΔΑ ΒΡΗΞΚΑΣ ΧΥΡιΑΤ δΑιΝΑΝ ΣΤ ΧΌΡΑ,

«ΤΟ ΤΊΛΥΓΥ ΉδΗΛΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΠΡΑΤΊΖ!» είδωλο

ΘΑΓΜ’ΣΤΑΝ ΧΥΡι’Τ: - ςΤΈ, ΠΎ ΉΤΥΝ ΟΣ ΤΌΡΑ, |ίςΤΕ|

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΗΝΈΚΑ ΝΑ ΧΥΛΑΝΔΡΑΉΖ!?

          εκείνη την ώρα με βράκες χωρικοί πήγαιναν στο χωριό, «αυτό τί είδους φάντασμα το τρακτέρ οδηγεί!» εξεπλάγησαν οι χωρικοί: «κοιτάτε! πού ήταν ώς τώρα (τέτοιο πράγμα), το τρακτέρ γυναίκα να κουμαντάρει!»

 

ΧΥΡι’Τ τΉ ΠΑΈΝΝΙ – ΖεΣΤ’ ΗΡΗςέβΝΙ: φιλονικούνε

- ΤΟ τέΝ ΑΠ ΚΑΛΎ, ΘΑ ΝΙΣΤΊ ΥΓΡΑΜ’!

- ΗΛΒέΤ, ΘΑ ΝΙΣΤΊ, ΤΥΝ ΘεΓΌ ιΑΝ τΗ ΠΣΤΈβΝΙ,

Κε ιΌΧ-ΠΑ ΜΑΧΣΎΛ – Τ\ΘΑ ΥΣέβ-ΚΗ <ΥΣέβΚΗ> ΤΑΡΤΜ’!... |ΤΑΡΙΤΜΑ|

          οι χωρικοί δέν φεύγουνε, ζωηρά φιλονικούνε: -αυτό δέν είναι απο καλού, θα γίνει θεομηνία! –και βέβαια, θα γίνει, τον Θεό αφού δέν πιστεύουνε, και όχι γέννημα – ούτε θα φυτρώνουν οι καλλιέργειες!

 

- ΘΑ Χ’ΣΝΙ ΤΑ ΞΌΛιΑ! ΝΙΣΤΚΉ ΘΑ ΠεΜέΝΥΜ!

ΘΑ ΜΡΉΣ ΤΥ ΠΣΥΜΉ-ΜΑΣ ΓΑΖέιΑ ΑΤΌΡ!

- ΤΎΝΣ Χ’ΡΥ ΚΥΡΉτσ ΕΝ? ΝΑ ΠέΜΝΙΝ ΓΡΑΜέΝΥ! να έμενε γραμμένο

ΤΎΝΣ ΕΝ, ΒΑΡΟ ^Π’ςΚΑ, ^ΑΝΓέΛΗΝΑ-Σ ΚΌΡ!...

          -θα καταστρέψουνε τις εξοχές! νηστικοί θα μείνουμε! θα μυρίζει το ψωμίμας βενζίνη τώρα! –ποιανού χάρου (=καταραμένου) κόρη είναι; να έμενε γραμμένο! (= να ήταν γραμμένο στη μοίρα αλλα να μή γινότανε!). ποιανού είναι; η Πάшκα είναι φίλεμου, του Αγγέλιν η κόρη! (Πάшκα είναι υποκοριστικό του Πάшα, ας πούμε η μικρούλα Πάшα. την μικροφέρνουν με τα λόγιατους, για να αυξήσουν την ειρωνεία)

 

3.

ΜΣΟ ΝΎΧΤΑ. ΚΑΛτέΡΣ. ΦεΝΓΚΥΣ ΤΈΚΑΡΑΝ Φ’ΝΙΝ,

ΤΥ Κ’Λ\ΜΗΥΣ Σ’ΧΚΑ Τ ιΑΓ’-Τ ΛΑΛΑςέβ…

ΌΛ Τ\ΜΎΝΝΙ ΤΑΚ’-ΤΙΝ, ΤΕΚ ^Π’ςΑ ΑΝ Τ Μ’ΝΑ-τσ,

ΠέΦΤ ΧΛΊΞΚΑ Κε ΤΊΝΞΚΑ ΚΑΡΦ’ ΛΑΧΑΡΔΈβ:

          μεσάνυχτα. καλοκαίρι. το φεγγάρι λιγάκι φάνηκε, το (ποτάμι) Κάλμιους όμορφα την όχθητου χαϊδεύει… όλοι κοιμούνται οι δικοίτους, μόνο η Πάшα με τη μάνατης ξαπλώνει στη ζεστασιά και σιγανά κρυφοκουβεντιάζει:

 

- βΑι, Μ’ΝΑ, ΝΔΑ ΉΦεΡΑΝ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΠεΣ Τ ΧΌΡΑ,

ΑΝ’ΠΑΠΣ Κε ΉΠΝΥ τΉΚΣεΡΥ ΤΙ ΕΝ.

ΣΤΥ ΣΚΌΛιΥ, ΑΣ Τ ΦέΡΜΑ ΝΔΑ ΉΜΗ ΑΤΌΡΑ,

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ Χ ΤΥ ΝΎ-Μ ΤΟ ΚΑΜΉιΑ τΗ ΚΖέΝ.

          -άχ, μάνα, σάν έφεραν το τρακτέρ στο χωριό, ξεκούραση και ύπνος δέν ξέρω τί είναι. στο σχολείο, στη φάρμα όταν είμαι τώρα, το τρακτέρ απο το νούμου καμιά φορά δέν βγαίνει.

 

ΠΣεΣ ΉΜΝΙ ΣΤΥ ΞΌΛ ΑΝΔΥΝ Γ’ΚΑ-Μ ΤΥΝ ^β’ΝιΑ,

ΤΟΣ ΈΦΤΑιΝ ΑΛΈΤΡ, ΓΟ τΗ δ’ιΝΑ ΑΠ ΣΜ’-Τ.

ΘΑΓΜ’ΣΤΑ ΠΥΛ’ ΓΟ Ν ΡΑΤΛΊδΚΑ ΤΑ Ζ’ΝιΑ,

ΝΔΥ Μ’βΡΥ ΤΥ Π’Ρ – ιΑΝ ΚΥΡΌΝΑΣ ΧΑΝ’Τ.

          χτές ήμουν στην εξοχή με τον αδερφόμου τον Βάνια, εκείνος όργωνε, εγώ δέν έφευγα απο κοντάτου. εντύπωση μεγάλη μου έκαναν οι ωραίες καλλιέργειες, η μαύρη αυλακιά (του τρακτέρ) σάν κοράκου φτερό.

 

ΗΡέβΥ ΚΑΚ’ ΝΑ ΝΙΣΤΎ ΤΡΑΚΤΟΡΉΣΤΚΑ,

ΣΤΥ ΞΌΛ ΝΑ δΥΛΈβΥ ΝΔΥ ΜέΓΑ Τ ΧΑΡ’.

ΜΑ ΠΌΣ τΗ ΓΡΗΚ’-Με ΧΝ ΤΑιΦ’-ΜΑΣ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ,

ΤΥ ΝΎΝΣΑ Σ δΑΛΊΣ, δΟΣ ΣΗ ΜέΝΑ ΞΑΡ’! άς διαλύσεις =εξηγήσεις

          θέλω πάρα πολύ να γίνω χειρίστρια τρακτέρ, στην εξοχή να δουλεύω με μεγάλη χαρά. αλλα γιατί να μή με καταλαβαίνει απο την οικογένειαμας κανένας! σ’αυτό που έβαλα στο νούμου απάντησεμου, δώσεμου μιά λύση!

 

ΛΕι Μ’ΝΑ-τσ – ΑΤΌΡΑ ΠΥΛ’ ΕΝ ΣΤ<Ρ>ΑΤΊτσΙΣ,

ΔΡΑ, ΤΊΧΑΔΑΡ δ’βΑΝ ΑΧ Τ ΧΌΡΑ ιΑςΛ’Ρ,

ΜΑΘέΝΝΙ ΤΙ ι’ΤΡ, ΖεΜΛιΑΜέΡ, δΑΣΚΑΛΊτσΙΣ, землямер

Κε ΣΤΈΡΑ δΥΛΈβΝΙ, Κε ΖΎΝ ΣΤΥ ΒΑΖ’Ρ.

          λέει η μάνατης –τώρα πολλοί υπάρχουνε δρόμοι (για σταδιοδρομία), κοίτα πόσοι έφυγαν απο το χωριό νέοι, σπουδάζουνε γιατροί, γεωλόγοι, δασκάλες, και ύστερα δουλεύουνε και ζούν στην πόλη.

 

ΣΗ ΤΡ’ΚΤΟΡ τΉ ΧΡ’ςΚΗΣ, ΚΑΛ’ ΤΥΤΥ ΝΎΝ-ΔΥ,

ΤΟ τέΝ ΚΥΡτσΙ δΛΊιΑ, Κε ’ιτσ ΜΗ ΝΥΝΊΖΣ.

ΣΗ ΠΡ’Τ Μ’ΘΗ ΓΡ’ΜΜΑ, ΤΥ ΧΝΌ-ΜΑΣ-ΠΑ ΠΛΎΜ-ΔΥ,

ΤΕΚ ΝΊΣΤ δΑΣΚΑΛΊτσΑ, ι’ ι’ΤΡΑ ΣΗ ΝΊΣΤ…

          εσύ τρακτέρ δέν χρειάζεσαι, καλά αυτό βάλ’το στο νούσου, αυτή δέν είναι κοριτσίστικη δουλειά, και έτσι να μή σκέφτεσαι. εσύ πήγαινε μάθε γράμματα, και την αγελάδαμας ακόμη θα πουλήσουμε, αρκεί να γίνεις δασκάλα, ή γιατρίνα γίνε…

 

β’ι, Μ’ΝΑ, ΜΑΧΤ’ιβΗΣ δΑΦΤΊΣ-ΠΑ ΚΑΜΉιΑ, βάι, μάνα, |ΜΑhΤΑ|ευες δε-αυτή-σου-πα καμία

ΑΤΌ Ν ΚΥΡΑΣέιΑ, ΣΗ ΖΜΌΝΣΗΣ-ΤΥ ΖεΡ? αυτό την κορασέα, σύ λησμόνησες-το |ΖΑΡ|;

ΤΥ ΦΌΡΣΗΝ ΚΑΡΦ’ ΑΝΔΡΗΚΎ ΦΥΡεΣΉιΑ τό φόρεσεν κρυφά ανδρικού φορεσεία

Κε ΣέΛΥΣΗΝ Τ ’ΛΓΥ Κε δ’ιΝ ΣΤΥ ΣΗΦέΡ. και σέλλωσεν το άλογο και διάβη στο |ΣΕΦΕΡ|.

          -άχ, μάνα, παίνευες εσύ η ίδια κάποτε εκείνη την κοπελιά, το ξέχασες λοιπόν; εκείνην που φόρεσε κρυφά αντρική φορεσιά και σέλλωσε το άλογο και πήγε σε εκστρατεία.

 

Κε ΉΞ τΉςΗΝ ΧΌΡΖΜΥ ΑΧ Κ’ΝΑ-τσ ΜΑΡέιΑ, και |hίΞ| κί είχεν χώρισμο εκ κανένα-της μερέα,

ΔΥΓΡ’ιβΗΝ ΔΥςΜ’ΝΥΣ ΑΧ ’ΝΔΡΣ-ΠΑ ΚΑΛ’. |ΔΟγΡΑ|ευεν |ΔΥςΜΑΝ|ους εκ άντρες-πα καλά.

Κε ΉΣ-ΠΑ τΉ Θ’ΡΝΙΝ ΟΤ ΈΝ ΚΥΡΑΣέιΑ, και είς-πα κί θάρρεινεν οτι ένι κορασέα,

ΤΙ ΉςΗΝΙ Σ’Ν ΧΤΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ ΠΥΛ’… αυτή είχενε |ΣΑΝ| εκ τα παλληκάρια πολλά…

          και καθόλου δέν ξεχώριζε απο καμιά άποψη, σφαγίαζε εχθρούς και απο τους άντρες καλύτερα, και ούτε ένας δέν υποψιαζόταν πως είναι κοπέλα, εκείνη τιμώνταν απο τα παλληκάρια περισσότερο…

(η Πάшα ήταν Ρωμιά, απο ρωμαίικο χωριό, το Μπέшεβο. υπάρχουν στη ρωμαίικη καθώς και στην ελλαδίτικη παράδοση δημοτικά τραγούδια για τέτοιες κοπέλες, τέτοια τραγούδια είχε ακούσει η Πάшα και απο τη μάνατης)

 

…ΜΣΟΝΊΧΤΑ, ΜΑ ^Π’ςΑ τΗ Π’ι ΑΣ ΤΥΝ ΉΠΝΥ, …μεσονύχτα, μα Πάшα κί πάει εις τον ύπνο,

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΧΤΥ ΝΎ-τσ τΗ ΠΥΡΉ ΝΑ ΠεΤ’ι… το  |ΤΡΑΚΤΟΡ| εκ το νού-της κί μπορεί να πετάει…

«ΑΣ ΜΡΉΖΥ ΓΑΖέιΑ, ΑΣ ΈΝ Κε βΑΡΉ-ΠΑ, «ας μυρίζω |ΓΑΖ|έα, ας ένι και βαρύ-πα,

ΘΑ Κ’τσΥ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΜΗ ΈΝ-ΠΑ ΧΥΛ’ι…» θα κάτσω πάνω εις |ΤΡΑΚΤΟΡ|, μή ένι-πα |QΟΛΑι|…

          …μεσάνυχτα, μα η Πάшα δέν αποκοιμιέται, το τρακτέρ απο τη σκέψητης δέν μπορεί να το παρατήσει… «άς μυρίζω βενζίνη, άς είναι και δύσκολη (δουλειά), θα κάτσω στο τρακτέρ και άς μήν είναι εύκολο…»

 

4.

ςΜΟΣ. ΌΚΣΥ ΒΡΑΝΛΈβ Κε ςΥΝΊΖ ΛΙΓΥΣ ’ΚΡΑ,

ΚΥΡΤΎΚιΑ ΒΑΣΤΡΈΦΤΑΝΙ ΤΑ ΜεΣΑΡέιΣ.

ΖΒΥδ’Ζ Κε ΠΑΈΝ, ΠΑΣ ΤΑ Μ’ΓΛΑ-τσ ΝΔΑ δ’ΚΡΗΣ,

^ΑΝΓέΛΗΝΑ ^Π’ςΑ ιΥΡΎΧ ΣΤ ΜΤΣ.

          χειμώνας. έξω στροβιλίζει (ο άνεμος) και χιονίζει ατελείωτα, σπασμένα κλαδάκια γέμισαν οι πλατείες. σπεύδει και πηγαίνει, στα μάγουλατης με δάκρυα, η Αγγέλινα Πάшα ίσια στο Μ.Τ.Σ. («έμ τέ έσ»). (τα αρχικά Μ.Τ.Σ., κρίνοντας απο τα συμφραζόμενα, εννοούν τοπικό κομματικό γραφείο στη Σοβιετική Ένωση).

 

ΠΗΡΝΈςΥ τΗΡΌΣ, ΜΑ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ τεΝ ΒδΗΝΑ,

ΣΝ ΚΟΝΤΌΡΑ Τ ΛΑΜΠΉτσΑ ΠΥΣΎΡΚΑ δΥι ΦΟΣ. στην контора τη λαμπίτσα ποσώρικα δώει φώς. (ποσώρια (αποσώρια; ό,τι περίσσεψε απο το σωρό;) λένε οι εντόπιοι τα φτωχικά, άχρηστα πράγματα ή ‘φτηνούς’ ανθρώπους. εδώ θα εννοεί: φτωχά φωτίζει)

ΜΑ ΠέΣΥ ΣΝ ΚΟΝΤΌΡΑ ΔΡΑΝ’ ^ΠΑςΑ ΉΝΑ,

ΤΟ ΈΜΒΡΥ, ΤΟ ΠΉΣΥ ΠΥΡΠ’ΤΑΝΙΣ<Ν> ΤΟΣ.

          πρωινή ώρα, αλλα κανείς δέν είναι πουθενά, στο γραφείο μιά μικρή λάμπα φτωχικά φέγγει. αλλα μέσα στο γραφείο βλέπει η Πάшα έναν (που) μιά μπρός, μιά πίσω («πάνω – κάτω») περπατούσε.

 

ΠΣΗΛΌΣ, ΑΜΒΛΑΤι’ΝΥΣ, ΣΤΥ Βδ’Ρ-Τ ΝΔΑ τσΑΝΓΚΉιΑ, (τσαγγία= μπότες, βρίσκεται ήδη στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια. εξ ού: τσαγγάρης)

ΤΟΣ ΦέΝΙΤ ΧΤΑ ΌΛΑ-Τ ΟΤ ΈΝ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ.

- ΤΟΣ ΤΊΣ ΕΝ? – ΤΙ ΡΌΤΣΗΝΙ ΉΝΑ Π ΚΑΡδΉιΑ.

- ΠΑΡΤΌΡΓ-ΜΑΣ ΕΝ, ^ΚΎΡΟβΣ, ΜεΓΌΛΑ ΚΑΜ δΛΊΣ… парторг party organizer

          (ήταν) ψηλός, με φαρδείς ώμους, στα πόδιατου με μπότες, φαίνεται απο όλατου (=απο την όλη εμφάνισητου) οτι είναι κύριος (=αξιοπρεπής άνθρωπος, με ψηλό πόστο). –αυτός ποιός είναι; εκείνη ρώτησε κάποιον εμπιστευτικά. – ο «ΠΑΡΤΟΡΓ» (κομματικός οργανωτής)μας είναι, ο Κούροβ, μεγάλες κάνει (διεκπεραιώνει) δουλειές…

 

«ΓΟ ΧΡ’ςΚΥΜ ΑΤΎΤΥΝΑ», ΝΎΝΣΗΝ ΤΟ Τ ΌΡΑ,

«ΑΠ’ΝΥ-Τ ΧΤΥΝ Τ’ΤΑ-Μ ΓΟ ΉΚΣΑ ΠΥΛ’.

ΤΟΣ ΈΝ ΧΤΥ ΒΑΖ’Ρ ΠΗΛΙΜέΝΥΣ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ,

ΚΟΛΧΌζΑ ΝΑ Κ’Μ – ΟΛ ΝΑ ΖΎΝΙ ΚΑΛ’».

          «τον χρειάζομαι αυτόν», σκέφθηκε εκείνη την ώρα, «σχετικά μ’αυτόν απο τον πατέραμου άκουσα πολλά. αυτός είναι απο την πόλη σταλμένος στο χωριό, κολχόζια (=σοσιαλιστικούς συνεταιρισμούς) για να κάνει, όλοι για να ζούνε καλά».

 

ΘΑ Π’ι ΤΙ ΑΠέΣΥ, ΜΑ ΔΡέΠΗΤ, ΦΥβ’ΤΙ, (το «θα» έχει ακόμη την παλιά έννοια: θέλει να, πρόκειται να)

ΤΕΚ Π’ΤΣΗΝ ΤΙ ΦέΤΥΣ ΠεΣ δεΚΑΥΧΤΌ.

ΜΑ ΠέΤΑΚΣΗΝ Ξ’ΛΚΑ ΤΥ ΦΌβΥ-τσ ΑΚ’ΤΥ,

Κε ΠέΡΑΣΗΝ ^ΚΎΡΟβ ΤΥ ΠΑΡΑΣΗΤΌ. μεσόπορτα (μάλλον απο λατινικό setum, ή saeptum)

          θέλει να μπεί μέσα, αλλα ντρέπεται, φοβάται, μόλις πάτησε αυτή φέτος στα δεκαοχτώ (χρόνια ηλικίαςτης). αλλα πέταξε γρήγορα τη δειλίατης κάτω, και πέρασε του Κούροβ τη μεσόπορτα.

 

Κε ΣΤ’ΘΙΝ, τΗ Π’ι ΤΙ, ΝΕ ΈΜΒΡΥ, ΝΈ ΠΉΣΥ,

ΤΑ δ’ΚΡΗΣ-τσ ΦΣΥΓΚ’ Κε ΚΑΡδΉιΑ-τσ ΠΥΝΊ…

ΜΑ ^ΚΎΡΟβΣ ΣΗΚΌΘΗΝ Κε ΉΠΗΝ-ΔΙΝ ΉΣΑ:

- ΤΊ ΘέΛΣ, ΚΥΡΑΣέιΑ? – Κε δΎι-ΤΙΝ ΣΚΑΜΝΊ.

          και στάθηκε, δέν πάει αυτή ούτε μπρός ούτε πίσω, τα δάκρυατης σφουγγίζει και η καρδιάτης πονεί… αλλα ο Κούροβ σηκώθηκε και της είπε κατευθείαν: -τί θέλεις, κοπελιά; και της δίνει κάθισμα.

 

δΟ ^Π’ςΑ ΚΑΡδΌΘΗΝ Κε ΉΠΗΝ ΤΥΝ ^ΚΎΡΟβ:

(ΤΥ ΦΉΛΑΓΜΥ-τσ ΠέΡΑΣΗΝ ’ΡΤΑ ΧΤΥ ΧΡ’Ρ!)

- ΚΑΚ’ ΓΟ ΗΡέβΥ ΝΑ Π’ΓΥ ΣΤΑ ΚΎΡΣΗΣ,

ΝΑ Μ’ΘΥ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΑΝ ’ΝΔΡΣ ΒΑΡΑΒ’Ρ.

          σ’ αυτό το σημείο η Πάσια αναθάρρεψε και είπε στον Κούροβ: (η υπομονήτης πέρασε πιά απο το όριο!) – πάρα πολύ εγώ επιθυμώ να πάω στις σειρές ειδικών μαθημάτων, να μάθω για τα τρακτέρ με τους άντρες μαζί.

 

ΜΑ ΛΈΓΝΙ-Με τέΝ ΗΝΕΚΎ ΑΤΟ δΛΊιΑ,

ΗΛΎΝ-Με ΠεΣ Τ ΧΌΡΑ ΤΊΣ ΘέΛ – ΚΑΘΑ ΉΣ.

Κε ΛΈΓΝΙ, Σ ΔΥΝι’ ΚΟΜΑ τΉΤΥΝ ΚΑΜΉιΑ,

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΗΝΈΚΑ ΣΤΥ ςέΡ-τσ ΝΑ ΠΡΑΤΊΖ.

          αλλα μου λένε δέν είναι γυναικεία αυτή δουλειά, με ειρωνεύονται στο χωριό όποιος θέλει – (δηλαδή) ο καθένας. και λένε, στον κόσμο ακόμη δέν έγινε ποτέ: τρακτέρ, γυναίκα στο χέριτης να κουμαντάρει.

 

ΚΑΛ’ ΦΚΡΉΘΗΝ ^ΚΎΡΟβΣ Κε ΉΠΗΝΙ ΣΤΈΡΑ:

- ΑΣΛΊ, ΑΣ Ν ΔΥΝιΑ ΚΟΜΑ τΉΔΗΝ ΚΑΝΊΣ,

ΗΝΈΚΑ, ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΝΑ Ές ΑΣ ΤΑ ςέΡΑ,

Κε ’ιτσ, ΤΊΓΛΑ ’ΝΔΡΗΣ ΑΤΌ ΝΑ ΠΡΑΤΊΖ.

          προσεκτικά άκουσε ο Κούροβ και είπε έπειτα: -πράγματι, στον κόσμο ακόμη δέν είδε κανείς γυναίκα τρακτέρ να έχει στα χέρια και έτσι σάν τους άντρες να το χειρίζεται.

 

ιΑΝ ΝΎΝΣΗΣ Αιτσ, ^Π’ςΑ, ΜΗ ΓΝΈβΣ ΑΧ ΤΥ ΝΎΝΖΜΥ-Σ,

ΚΑΛ’ ΠΑΣ ΤΑ Βδ’ΡιΑ-Σ ΣΗ ΣΤ’ – ΒΗΚΗΤΡ’ι –

’ιτσ ΉΠΗΝΙ ^ΚΎΡΟβΣ, ΣΗΡι’, ΛΙΓΥΣ ΧΎΛΖΜΥ, -

ΣΤΑ ΚΎΡΣΗΣ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΠεΛΊΓΥΜ-Σε Π’ιΣ.

          αφού αποφάσισες έτσι, Πάσια, μή βγαίνεις απο την ιδέασου, καλά πάνω στα πόδιασου στάσου, κράτα το πόστοσου – έτσι είπε ο Κούροβ, ήρεμα, δίχως να φωνάζει – στις σειρές ειδικών μαθημάτων για τρακτέρ θα σε στείλουμε να πάς.

 

5.

ΝΔΥ ΜέΓΑ ΗςΤ’Χ, ΤΊΓΛΥ τΉςΗΝ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ,

ΤΥ ΝΎΝΖΗΝ ΝΑ ΉΝΔΥΝ ΤΙ ΉβΡΗΝ ΞΑΡ’:

ΠΑι ^ΠΑςΑ ΣΤΑ ΚΎΡΣΗΣ, ΜΑΘέΝ ΤΡΑΚΤΟΡΉΣΤΚΑ,

ΑΜέΤΡΗΤΥ Ές ΠεΣ ΚΑΡδΉιΑ-τσ ΧΑΡ’.

          με μεγάλο πόθο τέτοιον που δέν είχε κανείς αυτό που έλπιζε να γίνει, αυτή βρήκε τρόπο: (=βρήκε τον τρόπο να πραγματοποιήσει αυτό που ήλπιζε με μεγάλο πόθο, όσο δέν ποθούσε άλλος κανείς): πηγαίνει η Πάшα στις σειρές ειδικών μαθημάτων, εκπαιδεύεται (για) χειρίστρια τρακτέρ, αμέτρητη έχει στην καρδιάτης χαρά.

 

ΚΑΡΦ’ ΉΡΤΙΝ ’ΝΙΚΣ Κε δ’ΛΣΗΝ ΤΥ ΛΌΓΟ-τσ, εκπλήρωσε

ΠΡΟΝ ΉΛιΥΣ ΑΠ Π’ΝΥ, Κε Π’ΤΥΣ ΑΦΝΊΖ.

ΦεΤ ΠΡΌΤΟ ΦΟΡ’ ΚΖέΝ δΑιΝ ^Π’ςΑ ΑΠΛΌΓΥ-τσ,

ΝΔΥ ΜέΓΑ τσ ΧΑΡ’ ΑΣ ΤΥ ΞΌΛ Ν ΑΛΕΤΡΉΖ.

          κρυφά ήρθε άνοιξη και εκπλήρωσε τον λόγοτης (=η άνοιξη ικανοποίησε το αίτηματης), πυρώνει ήλιος απο πάνω, και η γή αχνίζει. φέτος πρώτη φορά βγαίνει πάει η Πάшα απο μόνητης, με μεγάλη χαρά στην εξοχή να οργώσει.

 

ΦΥΡεΝ ΚΟΜΗΜΒΗΝεΖΟΝ <ΚΟΜΒΗΝΖΟΝ>, ΚΥΚΞΑΚΛΊδΚΥ ΚΥΒ’ΝΚΑ, |ΚΟΙΚΞΕΚ|λίδικο

ΗΝΈΚΑ τΉ Μι’Ζ ΗΞ ΟΤ ΈΝ-ΠΑ ΑΤΊ.

ΜΑ δΌ ΒΡΗΓΑΔΉΡΣ, ςΥΒΗΛΊδΚΑ, ΔΥςΜ’ΝΚΑ,

δ’ι ΣΜ’-τσ ΠεΣ Τ ΑΖ’Ν, Κε ΑΠΉΣΥ-τσ ΠΡΑΤΊ.

φοράει ολόσωμη, γαλάζια (φόρμα), γυναίκα δέν μοιάζει καν οτι είναι αυτή. μα εδώ ο αρχηγός της μπριγάδας, καχύποπτα, εχθρικά, πάει κοντάτης μές το χωράφι και την (παρ)ακολουθεί.

 

ΜΑ ^Π’ςΑ τΉ ΔΡέΠΗΤ Κε ΛΈι-ΤΥΝ ΑΤΌΝΑ:

- ΜΉ Χ’ΝΣ, βΡΗΓΑΔΉΡ, ΣΗ τΗΡΌ ΚΥΤΥΡΎ!

Τ\ΘΑ ΈβΡΣ ΉΞ ΑςέΡΣΤΥ, ΚΑΛΌ ΚΑΜΑΤΌ ΕΝ, αχέριστο (=αδέξιο)

ΝΑ Κ’ΜΥ ΓΟ δΛΊιΑ ΚΑΚΌ τΉΠΥΡΥ!

          αλλα η Πάшα χωρίς συστολή του λέει: μή χάνεις, επιστάτη, τον καιρόσου άσκοπα! δέν θα βρείς τίποτε αδέξιο (να μεμφθείς), καλό όργωμα είναι, να κάνω εγώ δουλειά άσχημη δέν μπορώ!

 

Αιτσ δ’ιΝΑΝ ΤΑ ΜέΡεΣ, ΑΧ Τ ΣΜέΝΑ ΑΣ Τ ΣΜέΝΑ, смена

Κε τΉςΗΝ τΗΡΌ ΣΤΑ ΜΑΡέιΣ ΝΑ βΗΓΛΊΖ.

ΤΕΚ ΝΎΝΖΗΝ ΠΑΣ Τ δΛΊιΑ, ΤΕΚ ΝΎΝΖΗΝ ΠΑΣ ΈΝΑ:

ΑΧ ’ΝΔΡΣ-ΠΑ ΠΥΛ’ ΝΑ δΥΛΈΠΣ, Ν ΑΛΕΤΡΉΖ.

          έτσι διάβαιναν οι μέρες, απο (εβδομάδα) σε (εβδομάδα), και δέν είχε καιρό στα πλάγιατης να κοιτάξει. (=αυτό είναι στερεότυπη έκφραση τουλάχιστον στη βόρειο Ελλάδα, κοιτάζω τα πλάγιαμου= φροντίζω τα προσωπικάμου ζητήματα, τον εαυτόμου). μόνο σκεφκτόταν τη δουλειά, μόνο σκεφτόταν ένα (πράγμα): απο τους άντρες περισσότερο να δουλέψει, να οργώσει.

 

ΜΑΚΡ’ Τ δΌΚΣΑ-τς δ’ιΝΙΝ, ΑΣ Τ δΛΊιΑ-τσ τΗΜΌΝΥ,

ΜΑΧΤ’ιβΑΝ ΑΤΙΝΑ ΠΗΧΤ’ Κε ΠΗΧΤ’…

ΣΤΑ ςΉΛιΑ ΗΝΈιΑ ΚΑΤΌΝ ΤΡ’ΝΔΑ ΤΥ <Τ> ΧΡΌΝΥ,

ΧΑΖ’ΝΙΠΣΗΝ Σ’Ν ΤΙ «ΥΔ’ΡΝΗΚ ΤΡΥΔ’».

          μακριά η δόξατης πήγαινε, για τη δουλειάτης και μόνο, την παίνευαν συχνά και συχνά… στα χίλια εννιακόσια τριάντα το έτος, κέρδισε την τιμή αυτή (=η Πάσια) «ΥΔ’ΡΝΗΚ ΤΡΥΔ’». (=κέρδισε την τιμητική ονομασία ударник труда που θα πεί «αυτή που πατάσσει =κατανικά με δύναμη και ευκολία, κάνει δυναμικά, την εργασία.»).

 

Κε δΌΚΑΝ-ΔΙΝ ΠΡέΜιΑ ΑΣ Τ δΛΊιΑ ΝΑΜΛΊδΚΥ,

ΜΑ ΤΊ τΗ ΓΡΗΚ’-ΤΥ: ΤΟ ΤΊΓΛΥ ΕΝ δΉΚΣ?

ΛΑΛΊΓΝΙ, δΑβ’Ζ-ΔΙΝ ΠΡΗΚ’Ζ ΑΔζΑΉΠΚΥ – приказ order

ΝΑ Π’ι ΣΤ ΝεΦΤεΒ’ΖΑ ΝΑ Κ’Μ ΚΛΑΔΟβςΞ]ΉΚΣ. нефтебаза кладовщик|ος

          κ της έδωσαν προνόμιο στη δουλειά περίφημο, μα αυτή δέν το καταλαβαίνει: αυτό τί νόημα έχει; την καλούν, της διαβάζουν μιά εντολή παράξενη, να πάει στη αποθήκη καυσίμων να κάνει  αποθηκάριος.

 

- ιΌΧ, ιΌΧ! ’ιτσ τΗ ΝΊΣΚΗΤ, ΝΑ ΜΉ ΤΥ ΝΥΝΊΖΗΤ! |ιΌQ|, |ιΌQ|, έτσι κί γινίσκεται, να μή το νουνίζετε!

ΓΟ ΉΜΗ ΧΑΉΛΣΑ ΑΝ’ΝΤ\ ΝΑ ΤΡΑβΎ… εγώ είμαι |hΑίΛ|ισσα ανάγκη να τραβώ… (υπάρχει κάποιο επιρροή απο το «ενάντιο», αλλα πρόκειται για τη λ. ανάγκη)

Ν ΗΡέβΗΤ ΣΗΣ ΌΛ-ΣΑΣ-ΠΑ Πι’ΣΗΤ ΜΑΝΊΣΗΤ, άν γυρεύετε εσείς όλοι-σας-πα πιάσετε μανίσετε, (το ρήμα «μανίζει» είναι ακόμη συνηθισμένο στην Κρήτη)

ΧΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΚΑΜΉιΑ-ΠΑ Τ\ΘΑ ΝΑ ΚΑΤβΎ! εκ το tractor καμία-πα κί θα να κατεβώ!

          -όχι, όχι! έτσι δέν γίνεται, να μή το ελπίζετε! εγώ είμαι πρόθυμη ταλαιπωρία να τραβώ… (=δέν θέλω την εύκολη, τεμπέλικη δουλειά που μου προτείνετε). άν θέλετε όλοισας αρχίστε και ορύεσθε, (αλλα) απο το τρακτέρ ποτέ δέν πρόκειται να κατεβώ!

 

ΤΙ δ’ιΝ ΣΤΥΝ ΔΗΡέΚΤΟΡ, Κε ΉΠΗΝ ΤΥΝ ΠΌΝΥ-τσ,

ΜΑ ΤΌΣ ΗΞ τΗ ΦΚΡ’ΤΙ – τσΙΓ’ΡΚΑ ΚΑΠΝΊΖ:

- ΗΝΈΚΑ ΣΗ ΉΣΗ Κε ΉΞ-ΠΑ τΗ ΜΛΌΝΥ –

δΥΛΊιΑ ΛΑΦΡΌ, ΦΚΡΗΘ-Με ΉβΡΑΜ-Σε ΜΗΣ…

          αυτή πήγε στον διευθυντή και είπε τον πόνο (παράπονο)της, αλλα εκείνος καθόλου δέν ακούει – τσιγάρο καπνίζει (και λέει): -«γυναίκα είσαι και καθόλου δέν (σου το) κρύβω, δουλειά ελαφριά, άκουσεμε, σου βρήκαμε…

 

«ΦΟΡΔΖΟΝ», ΠΌΣ ΝΑ ΛΈι-Σ, ΚΑΛΌ ΣΑιΜΥ ΗΡέβ-ΤΟ

ΑΣ ’ΝΔΡΣ, ΑΤΟ Τ δΛΊιΑ, ΛΑΦΡΌ τεΝ ΠΥΛ’…

…ΗΡΉς τεΝ ΗΣΑτσ <ΗΣΑΠ> ΝΑ ΠςΗΡΉΣΣ ΝΔΥΝ ΔΗΡέΚΤΟΡ:

ΚΑΠΝΊΖ ΤΟΣ τσΙΓ’ΡΚΑ, βεΓΛΊΖ Κε ΗΛ’.

          το (τρακτέρ μάρκας) «Φορτζόν», πώς να το πείς, πρέπει πολύ σοβαρά να το πάρει κανείς, (ακόμη και) για άντρες αυτή η δουλειά δέν είναι και πολύ ελαφριά…» διαπληκτισμό δέν είναι λογικό να αρχίσεις με τον διευθυντή, καπνίζει αυτός το τσιγαράκιτου, κοιτάζει και γελά.

 

ΠΥΛ’ ΤΟΠΣ ΠΗιΝ ^Π’ςΑ, ΝΑ ΉΡΣΑΝ ΤΥ δΛΊιΑ-τσ,

ΜΑ ΉΣ τΗ ΓΡΗΚ’-ΤΙΝ, ΧΑΡςΎ-τσ Π’ΓΝΙ ΟΛ…

ΧΤΥ Φτι’Λ-τσ ΤΙ <τΗ> ΠεΤ’ι ΗΞ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΚΑΜΉιΑ,

ΤΥ ΝΎΝΖΜΥ-τσ ΜΑΚΡ’ ΠΑι, ΑτΉ, ΑΣ ΤΥ ΞΌΛ.

          σε πολλά μέρη πήγε η Πάшα, για να την γυρίσουν στη δουλειάτης, αλλα κανείς δέν την καταλαβαίνει, ενάντιατης πηγαίνουν όλοι… απο το κεφάλιτης (όμως) δέν βγάζει καθόλου το τρακτέρ ποτέ, η σκέψητης μακριά πηγαίνει, εκεί, στην εξοχή.

 

ΑτΉ, ΠΥ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΘΑΡΉΣ, ΚΑΝΑΡέιΚΑ, канарейка

ΣΗΡιΎτσΚΑ δΥΛΈβ, ΚΣΠ’Ζ ΠΗΡΝΈςΥ ΤΙΝΞΛΊΧ.

Κε ΈΡΚΗΤ ΤΡΑΓΌδ ΑΧ ΤΥ ΤΑΒΟΡ ΜΑΡέιΑ, |ΤΑΒΟΥΡ|= τάγμα; табор =αλώνι;

ΠΥ Τ ’ΛΥ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΧΤΡΑΜΉΖ ΤΥ ΠΞΑΝΛΊΧ. |ΒΙΞΑΝ_ΛΙQ|

          εκεί που το τρακτέρ, θαρρείς (σάν) καναρίνι ήρεμα δουλεύει, ταράζει την πρωινή ησυχία. και έρχεται τραγούδι απο το αλώνι μεριά, όπου το άλλο το τρακτέρ ξεφορτώνει τον θερισμό.

 

ΚΥΜέΝΑ ΧΑΝ’ΤιΑ, ΧΤΥ ςέΡ-τσ ΠΉΡΑΝ Τ δΛΊιΑ-τσ,

ΤΥ βτι’Λ-τσ ΧΠ’ ΑΠέΣΥ, ΤΟ Ξ’Χ ΘΑ ΤΙΝ ΚΦΌΣ…

ΜΑ Π’ΝΔΑ ΝΔΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΕΝ ^Π’ςΑΣ ΚΑΡδΉιΑ,

ΑτΉ, ΠΑΣ ΧΥΡΤ’Ρ, ΠΥ ΗΠΛΎΤΙ ΚΑΠΝΌΣ. εκεί, πάνω εις χορτάρι, όπου απλούται καπνός.

          κομμένα φτερά! απο το χέριτης πήραν τη δουλειάτης, το κεφάλιτης χτυπά απο μέσα, τόσο που πάει να την κουφώσει… (καθώς αισθάνεται πίεση μέσα στο κεφάλιτης, πάει να κουφαθεί. όντως όταν ανεβαίνει η πίεση του αίματος, ο άνθρωπος νιώθει την ακοήτου να μειώνεται) αλλα πάντα με το τρακτέρ είναι της Πάшας η καρδιά, εκεί πάνω απο την πρασινάδα, όπου απλώνεται καπνός.

 

ΠΥ ΉΛιΥΣ ΛΑΜΒΡΉΖ Κε ΦΣ’ ΤΊΝΞΚΑ ΑΈΡΑ, όπου ήλιος λαμπρίζει και φυσά |ΤΙΝΞ|ικα αέρα,

ΠΥ Τ δΌΚΣΑ ΒΥι’ιδΑ ΛΥΓ’ςΑ ΠεΤ’ι. όπου τη δόξα |ΒΟι’|δια λογάς-ια πετάει.

ΠΥ ΈΡΚΗΤ ΤΡΑΓΌδ ΑΧ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΣΜΑ ΣΤ ΜέΡΑ

Κε, Ξ’Χ, ΤΥ ΔΥβΛ’ιΜΥ-Τ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ ΤΟ Π’ι…

          όπου ο ήλιος λάμπει και φυσά απαλά ο αέρας, όπου το ουράνιο τόξο χρώματα λογιών λογιών εκπέμπει. όπου έρχεται τραγούδι απο το τρακτέρ (=απο τον οδηγότου) όταν κοντεύει να ξημερώσει, ακόμη κ ο ήχος (της μηχανής)του, ώς το χωριό (αυτός, ο ήχος) πηγαίνει.

 

τΉ ΜΛΌΝ-ΔΥ ΤΥΝ ΠΌΝΥ-τσ, Χ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΚΑΜΉιΑ,

Κε ΚΣΙΈΡ-ΤΥ, ΘΑ ΈβΡ ΤΙ ΑΤΊΤΚΥ ΞΑΡ’:

ΠΥ ΌΛΣ ΒιΥΡΟΚΡ’ΤΣ-ΠΑ ΘΑ Χ’ΣΝΙ ΑΧ Τ δΛΊιΑ,

ΜΉ ΠέΡΝΙ ΧΤΥΝ ΚΌΖΜΥ ΤΥΚΌ-ΤΙΝ Τ ΧΑΡ’.

          δέν τον κρύβει τον πόνοτης απο τους ανθρώπους ποτέ, και ξέρει, (πως) θα βρεί αυτή λύση: σε περίπτωση που όλους τους γραφειοκράτες θα τους παραμερίσουνε (=καταργήσουνε), για να μήν παίρνουνε απο τους ανθρώπους τη χαράτους.

 

«ΠΎ τι’ΛΥ ΝΑ Π’ΓΥ? – ΝΥΝΊΖ ΠΑΛ ΑΠΛΌΓΥ-τσ,

ΠΎ Π’ΓΥ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ Ν ΚΑΡδΉιΑ-Μ τΗ ΠέΡ.

ΠΥ τι’ΛΥ ΝΑ Π’ΓΥ? ΝΑ Κ’ΜΝΙ ΤΥ ΛΌΓΟ-Μ

Κε Π’ΛΙΣ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΝΑ Π’ΡΥ ΣΤΥ ςέΡ.

          «πού ακόμη να πάω;» σκέφτεται πάλι απο μόνητης, «όπου πάω κανένας τί αισθάνομαι δέν καταλαβαίνει. πού ακόμη να πάω, να ικανοποιήσουν το αίτημαμου και πάλι το τρακτέρ να πάρω στο χέρι;»

 

ΠΡΑΤΊ ΤΥςΝΙΜέΝΣΑ, ΥΛΝΊΧΤΑ τΗ Τ\Μ’ΤΙ,

ΑΣ ΣΠΉΤ-ΤΙΝ ΞΥΡέβΝΙ ΚΑΚ’ ΣΤΕβΑΡ’. στιβαρά

ΜΑ τέΝ ΤΙΤΚΥΣ ^ΠΑςΑ ΝΑ ΤΡέΜ, ΝΑ ΦΟβ’ΤΙ,

ΝΥΝΊΖ ΠΎ ΝΑ Π’ι Κε ΝΑ ΈβΡ ΤΕΚ ΞΑΡ’.

          περπατά λυπημένη, όλη νύχτα δέν κοιμάται, στο σπίτιτους την μαλώνουνε άσχημα, αυστηρά. αλλα δέν είναι τέτοιος (άνθρωπος) η Πάшα να τρέμει, να φοβάται, σκέφτεται πού να πάει και να βρεί τρόπο, αυτό και μόνο.

 

Κε δ’ιΝ ΠΑΛ ΣΤΥΝ ^ΚΥΡΟβ, τΉ ΦΚΡΉΘΗΝ ΚΑΝΊΝΑ,

ΤΑ δ’ΚΡΗΣ-τσ ιΑΛΊΖΝΙ ΧΥΡΣ’, ΚΑΤΙΝ’.

ΓΡΑδ’ΡΣΗΝ-ΔΑ ΟΛΑ ΝΔΑ ΣΌΡΗΠΣΗΝ Τ δΉΝΑ-τσ, γραδάρησε =έβαλε στη σειρά, εξέθεσε

δΟ ^ΚΥΡΟβΣ ΧΥΛι’ΣΤΙΝ Κε ΉΠΗΝ ΣΑΑΤΝ’:

          και πήγε πάλι στον Κούροβ, δέν άκουσε κανέναν, τα δάκρυατης γυαλίζουνε χρυσά, πυκνά. τα εξέθεσε όλα συγκεντρώνοντας τη δύναμητης. σ’αυτό το σημείο ο Κούροβ οργίσθηκε και είπε αμέσως:

 

- ΑΤΌ ΤΥ ΠΡΗΚ’Ζ Τ δΉΝΑ-Τ Χ’ΣΗΝ-ΔΥ ’ΡΤΑ,

ΑβΡ ’ΛΥ ΘΑ ΓΡ’ΠΣΝΙ, ΤΥ ΈΝ ΘΑ ΧΑΘΉ.

ΤΥΝ ΤΌΠΥ-Σ ΕΝ, ^Π’ςΑ,ΤΥΚΌ-Σ ΠΑΣ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ,

ΑΠ’ΝΥ-Σ ΓΟ ΉΧΑ ΣΤ ΟΒΚΌΜ ΛΑΧΑΡΔΊ. обком

          «εκείνη η εντολή (που λέει να πάς αποθηκάριος) την ισχύτης την έχασε πιά, αύριο άλλη (εντολή) θα γράψουνε, και η παρούσα θα ακυρωθεί. η θέση η δικήσου είναι, Πάшα, πάνω στο τρακτέρ. σχετικά με εσένα είχα στην ανώτερη επιτροπή συζήτηση.

 

Κε ΌΛΑ-ΠΑ ΛΈΓΥ-ΤΑ ΣέΝΑ ΑΝ Τ ΓΡ’δΑ,

ΚΑΛ’ ΣεΝΑ ΚΣέΡΥ Κε ΣέΝΑ ΓΡΗΚΎ:

ΧΤΑ ΤΌ-ΠΑ ΜΗΣ ΧΡ’ςΚΗΤ ΝΑ Κ’ΜΥΜ ΒΡΗΓ’ΔΑ,

ΝΑ ΛΈΧΚΗΤ ΒΡΗΓ’ΔΑ ΑΤΟ ΗΝΕΚΎ.

          και όλα σου τα λέω εσένα με τη σειρά, καλά σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Και γι’ αυτό εμείς πρέπει να κάνουμε μπριγάδα, να λέγεται μπριγάδα αυτή γυναικών.

 

ΝΑ Πέ-Με-ΤΥ, ^Π’ςΑ, ΚΥΡΉΞΑ ΕΝ ΤΊΤΚΑ,

ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΝΑ Κ’τσΝΙ ΝΑ ΉΝΝΙ ΧΑΉΛ?

δΟ ^Π’ςΑ ΦΥΣέΡΝΙΝ, ΧΤΑ ΛΌιΑ ΦΛιΥΡΉΤΚΑ,

ΞΑΧ Ρ’ΝτσΗΝ ΧΤ ΧΑΡ’-τσ Κε ΓΥΛβΌΘΗΝ ΤΙΚΜΉΛ.

          λοιπόν πέςμου, Πάшα, κορίτσια υπάρχουν που σε τρακτέρ να καθίσουν να είναι πρόθυμες;» σ’ αυτό το σημείο η Πάшα έλαμψε απο τα λόγια τα χρυσά, τόσο που αναπήδησε απο τη χαράτης και βουβάθηκε τελείως (=έχασε προσωρινά τη μιλιάτης).

 

ΧΤ ΑΤΊΝΑ βΑΧΤΛΊδΣΑ ΚΑΝΊΣ τΗΤΥΝ ’ΛΥ,

ΖεΣΤ’ ΛΕι ΤΥΝ ^ΚΎΡΟβ: - ΤΟ τέΝ ΜεΓΑ ςε!

ΠΥΛ’ ΕΝ ΚΥΡΉΞΑ, ΤΕΚ ΦΛ’ΓΥΝΙ Λ’ΛΜΥ,

Ο ^Ρ’ΔΞεΝΚΟ ^Ν’ΤΑ, ι’ ^βέΡΑ ΚΟΣΣέ.

          απο αυτήν πιό ευτυχισμένη καμιά δέν ήταν άλλη, με θέρμη λέει στον Κούροβ: «αυτό δέν είναι μεγάλο πράγμα! (=δέν είναι κάτι το δύσκολο). πολλά κορίτσια υπάρχουν, μόνο περιμένουν πρόταση, όπως η ΡάΔчενκο Νάτα ή η Βέρα Κοσσέ.

 

Κε τι’ΛΑ ΚΥΡΉΞΑ ΧΑΉΛ ΉΝΝΙ ’ΜΑ

ΝΑ Κ’τσΝΙ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΤΙ Κ’ΜΝΙ ΧΑΉΡ!...

- ΚΑΛΌ, - ΉΠΗΝ ^ΚΎΡΟβΣ, - ΒΡΗΓ’ΔΑ ΘΑ Κ’ΜΥΜ,

Α ΣΉ ΘΑ ΝΑ ΉΣΗ, ΣΤ ΑΤΊτσ ΒΡΗΓΑΔΉΡΣ!

          κι άλλες ακόμη κοπέλες πρόθυμες είναι όμως, να κάτσουνε πάνω σε τρακτέρ αυτές θα το έχουνε για μεγάλη τύχη!...» - «ωραία», είπε ο Κούροβ, μπριγάδα θα κάνουμε, και όσο για σένα θα είσαι σε εκείνες αρχηγός της μπριγάδας!

 

6.

…ΣΤΑ ςΉΛιΑ ΗΝΈιΑ ΚΑΤΟΝ ΤΡΑΝΤΑΤΡΉιΑ,

ΚΥΣΠέΝΔΙ ΚΥΡΉΞΑ ςΥΜΚ’, ΑΝ Τ Αι’Ζ, χειμωνικά

ΣΥΡέΦΤΑΝ Κε Κ’τστσΑΝ ΠέΣ ΣΠΉΤ, ΠέΣ ΤΥ ΚΡΉιΥ,

ΝΑ Μ’ΘΝΙ ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΤΊ ΠΡ’ΜΑ ΤΟ Μι’Ζ.

          στα χίλια εννιακόσια τριαντα τρία, εικοσιπέντε κοπέλες, χειμωνιάτικα, με το αγιάζι, μαζεύτηκαν και κάθισαν (=συνεδρίασαν) μέσα σε ένα σπίτι, μές το κρύο, να μάθουνε το τρακτέρ τί πράμα αυτό μοιάζει (=σαν τί πράμα είναι).

 

ΖΒΥδ’ΖΝΙ ΤΥ Μ’ΘΗΜΥ ΝΑ ΤΥ ΠΤΡΑΉΣΝΙ.

ΤΟ ςΜΌΣ τΉ ΑΡ\έβ ΝΑ ΠεΡ’Σ, ΝΑ ΧΤΡΑΜΣΤΊ.

Κε Τ Ν ’ΝΙΚΣ ΝΑ ΚΖΎΝ, ΑΣ ΤΥ ΞΌΛ Ν ΑΛΕΤΡΉΣΝΙ,

ΤΥ τΉΤΥΝ ΚΑΜΉιΑ ΣΝ ΔΥΝι’ ΝΑ ΝΙΣΤΊ!

          σπεύδουν την εκμάθηση να την ολοκληρώσουνε -ο χειμώνας δέν αργεί να περάσει, να γκρεμιστεί- και την άνοιξη να βγούν στην εξοχή να οργώσουνε, πράγμα που δέν επρόκειτο ποτέ στον κόσμο να γίνει!

 

ΚΥΣΠΈΝΔΙ ΚΥΡΉΞΑ Κε ΜέΣΑ-ΤΙΝ ^Π’ςΑ,

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΜΑΘΉΖ-τσ, ΤΊΓΛΑ ΤΟ ΑΛΕΤΡΉΖ.

Κε ιΌΧ ΜΟΝΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΝΑ ΚΣέΡΝΙ ΤΙ ΧΡ’ςΚΗΤ,

ΤΥ ΝΌΜΟ ^βΗΛ\ι’ΜΣ ΑΧ ΑΤΊτσ ΚΑΘΑ ΉΣ.

          εικοσιπέντε κοπέλες μεταξύ των οποίων και η Πάшα, για το τρακτέρ τις διδάσκει πώς οργώνει. και όχι μόνο για το τρακτέρ, (επίσης τις διδάσκει) να ξέρουνε ό,τι (σχετικό) χρειάζεται, (και μάλιστα να ξέρουνε) τον νόμο του Williams απο αυτές κάθε μιά. (προφανώς είναι κάποιος νόμος της Φυσικής)

 

ΚΑΡΦ’ ΗΡΤΙΝ ’ΝΙΚΣ, ΠΑΈΝΝΙ βΡΥΧ’δΗΣ,

ΠΡΑΤΊ ^ΠΑςΑ Νι’ςΚΗΤ, ΣΥΣΤΌΣ ΝΗΚΟτΉΡΣ.

ΗΡέβ ΝΑ ΕΝ ΌΛΑ-ΠΑ ΉΤΜΑ Σ ΒΡΗΓ’ΔΑ-τσ,

ΘΑΡΉΣ-ΚΗ ΗΝΊΘΗΝ ΝΑ ΈΝ ΒΡΗΓΑΔΉΡΣ.

          κρυφά ήρθε άνοιξη, πέφτουνε βροχές, περπατά η Πάшα και συλλογίζεται, σωστός νοικοκύρης. θέλει να είναι όλα έτοιμα στη μπριγάδατης, θαρρείς και γεννήθηκε για να είναι αρχηγός μπριγάδας.

 

ΤΑ ΚΎΡΣΗΣ ΠΗΤΡ’ιΣΑΝ… ΑΦΝΊΖΝΙ Τ ΑΖ’ΝιΑ,

Ν ΒΡΗΓ’ΔΑ τες Κ’τσΜΥ, τΗ ΚΣέΡ ΧΑΝΑΓ’Τ. (ικανοποίηση, επάρκεια QΑΝΑ- =ικανοποιεί)

ΚΑΛ’ ΤΥ ΓΡΗΚΎΝ – ΑΝΙΚΣΚέςΥ ΚΟΜΠ’ΝιΑ,

ΟΤ ΧΡ’ςΚΗΤ ΝΑ Κ’ΜΝΙ Σ ΚΥΝΔΎτσΚΥ ΤΥ Σ’Τ.

          οι σειρές των ειδικών μαθημάτων τελείωσαν… αχνίζουνε τα χωράφια, η μπριγάδα δέν έχει κάτσιμο (=σχόλη), δέν ξέρει επανάπαυση. καλά το συνειδητοποιούν: ανοιξιάτικη ομάδα οτι πρέπει να κάνουνε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

 

ΤΑ ΤΡ’ΚΤΟΡΗΣ ΈΣΤΙΚΣΑΝ ΓΡ’δΑ Κε ΓΡ’δΑ,

βΗΓΛΊΖΝΙ ΤΥ ΤΜ’ΣΜΥ, ΝΑ <ΝΔΑ> ΌΛΑ-ΠΑ ΕΝ.

ΓΡΗΚΎΝ-ΔΥ ΟΤ ΉΝΝΙ ΝΑΜΛΊδΚΥ ΒΡΗΓ’ΔΑ,

ΑΤΊΤΚΥ ΣΝ ΔΥΝι’ ΤΊΓΛΥ τΉΤΥΝ Κε τέΝ.

          τα τρακτέρ στάθηκαν σειρά σειρά, φροντίζουν την ετοιμασία να είναι πλήρης. συνειδητοποιούν οτι είναι ένδοξη μπριγάδα, τέτοια που στον κόσμο δέν υπήρξε ούτε υπάρχει.

 

…ΣΤΥ ΞΌΛ ΑβΡ ΘΑ ΚΖΎΝΙ, ΕΝ ΌΛΑ-ΠΑ ΉΤΜΑ,

ΜΑ ΣΚΌΘΑΝΙ ΣΉΝΕΦΗΣ, ΠςΉΡΣΗΝ ΝΑ βΡές.

ΠΥΛ’ ΚΥΡΑΣέιΣ δΑβΑΝ ΧΛΊτσΚΑ ΣΤΥ ΉΠΝΥ.

ΤΕΚ Νι’ςΚΗΤΙ ^Π’ςΑ, Κε ΉΠΝΥ-ΠΑ τες.

          …στην εξοχή αύριο θα βγούνε, είναι όλα παντελώς έτοιμα. αλλα σηκώθηκαν σύννεφα, άρχισε να βρέχει. πολλές (απο τις) κοπέλλες στα ζεστά αποκοιμήθηκαν, ωστόσο συλλογίζεται η Πάшα, και ούτε ύπνο δέν έχει.

 

ΜΑ ΠέΡΑΣΗΝ ΌΡΑ, ΤΑ ’ΣΤΡΗΣ ΠΑΛ ι’ΛΚΣΑΝ,

ΚΑΤΈΝΣΗΝ ΤΙΜΉΖΚΥ ΠΣΗΛΌ ΥΡΑΝΌΣ. κατένισεν (έγινε κατενός)

ΚΛΙΦΤΌΝΔΑΣ ΑΠΉΣΥ ΧΤΥ ΣΉΡΤ ΗΛιΥΦ’ΝΚΣΗΝ,

Κε ΉΡΤΙΝ ΚΑΛΌ, ΛΑΛΑς’ΡΚΥ ΠΗΡΝΌΣ.

          μα πέρασε η ώρα, τα άστρα πάλι γυάλισαν (=έλαμψαν), πύκνωσε το σκοτάδι στον καθαρό ψηλό ουρανό. (ύστερα) κρυφά πίσω απο τη ράχη (του βουνού) φάνηκε ήλιος, και ήρθε ωραίο, χαδιάρικο πρωινό.

 

ΝΔΥ ΜέΓΑ Τ ΧΑΡ’ ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ ΣΗΚΌΘΑΝ,

ΤΑ ΤΡ’ΚΤΟΡΗΣ ΠέΛΣΑΝ ΠΗΡΝΈςΥ ΖΑΜ’Ν.

ΔζΥΝ’ιΣΑΝ ΣΤΥ ΞΌΛ, ΧΤ ΧΌΡΑ ΌΚΣΥ ΚΥΠΌΘΑΝ, κοπώθεν (τότε δέν είναι απικώθησαν)

Ξ’Χ ΈΜΒΡΥ ΠΑι ^Π’ςΑ, ΣΥΣΤΌΣ ΚΑΠΗΤ’ΝΣ.

          με μεγάλη χαρά οι κοπέλλες σηκώθηκαν, τα τρακτέρ έβαλαν μπρός πρωί πρωί. ξεκίνησαν για την εξοχή, απο το χωριό έξω έφτασαν, ακόμη πιό μπροστά προπορεύεται η Πάшα, σωστός καπετάνιος.

 

ΜΑ ΤΊΓΛΑ ΗΝΈΚΗΣ, Οβ’, ΦΑΝΙΡΌΘΑΝ,

ΝΔΑ τσΚΎΡιΑ, ΞΑΠ’ιδΑ, ΠΥΛ’ ΝΔΑ δεΚΡ’. δικράνια (ή δίκερα;)

ΤΑ ΤΊΝΞΚΑ ΤΑ ΞΌΛΙΑ ΔΑΎςΑ ιΥΜΌΘΑΝ,

ΤΥ ΧΎΛΖΜΥ-ΤΙΝ Π’ι ΠεΣ ΤΑ ΞΌΛιΑ ΜΑΚΡ’.

          μα νά, κάποιες γυναίκες απροσδόκητα φάνηκαν, με τσεκούρια, τσάπες, πολλές και με δικράνια. οι ήσυχες εξοχές ξεφωνητά γέμισαν, η φωνήτους πηγαίνει μές της εξοχές μακριά.

 

ΤΙ ΣΤ’ΘΑΝ ΠεΣ Τ ΣΤΡ’ΤΑ, ΝΈ ΈΜΒΡΥ, ΝΈ ΠΉΣΥ,

Ν ΗΡέβΣ ΑΝΔΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΑΠ Π’ΝΥΤ-ΤΙΝ ΠΡ’Τ:

- ΜΗΣ Τ\ΘΑ ΣΑΣ ΠΗΛΊΣΥΜ ΣΤΥ ΞΌΛ Ν ΑΛΕΤΡΉΣΗΤ,

- ΖΔΑΝΊ ΟΣ-ΠΥ ΉΣΗτσ, ΧΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΚΑΤβ’Τ!

          αυτές στάθηκαν μές το δρόμο, (δέν κάνουνε) ούτε μπροστά ούτε πίσω, άν θέλεις με το τρακτέρ απο πάνωτους πέρνα! (φωνάζουνε): -εμείς δέν θα σας αφήσουμε στην εξοχή να οργώσετε! –ζωντανές όσο είστε, απο τα τρακτέρ κατεβείτε!

 

- β’ι, Θέ-ΜΥ, ΠΑΛ ΉΡΤΑΝ ΣΤΑ Μ’Σ ΧΗΡΖΑΜ’ΝιΑ!

ΣΑΣ ΠέΛΣΑΝΙ, ΚΣέΡΥΜ-ΔΥ, ΑΣΗΛΙΤΈΝ, |ΑΣΛΙΝΔΑΝ|

ΝΑ Χ’ΣΗΤ ΤΥ ΣΠέΡΝΙΜΥ, ΌΛΑ Τ ΑΖ’ΝιΑ,

Κε Τ ΧΌΡΑ-ΜΑΣ ΛΊΓΥΣ ΠΣΥΜΉ ΝΑ ΠΗΜέΝ!

          -άχ, Θεέμου, πάλι ήρθαν σε μάς συντέλειες του κόσμου! -σας στείλανε, το ξέρουμε, αυτή είν’ η αλήθεια, να καταστρέψετε τη σπορά, όλα τα χωράφια, και το χωριόμας χωρίς ψωμί να μείνει!

 

…βΗΓΛΊΖ ^ΠΑςΑ Π’ΝΥ-ΤΙΝ, ΣΤΊΚΗΤ Κε Νι’ςΚΗΤ,

ΠΑΛ ΈΝΑ ΗΣ’Ν ΑΝ Τ ΓΥΡΘΉ-τσ ΦΥβεΡΉΖ: |ίΝΣΑΝ|

- ΤΡΑβΉΣΗΤ ΧΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ Τ ^ΑΝΓέΛΗΝΑ Ν ^Π’ςΚΑ,

ΑΤΊ ΟΛΑ Κ’Μ-ΔΑ ΑΤΎΤΑ ΤΑ δΛΊΣ!

          …τις κοιτάζει η Πάшα, στέκεται και συλλογίζεται, ενώ άλλη μιά γυναίκα με τη γροθιάτης φοβερίζει (λέγοντας): -τραβήξτε απο το τρακτέρ την Αγγέλινα την Πάшκα, αυτή όλες τις κάνει αυτές τις δουλειές!

 

βΗΓΛΊΖ ^ΠΑςΑ ΛΌΡιΑ-τσ, ΧΑΜέΝΥ ΕΝ ΌΡΑ!

δαΦΤΉτσ τΗ ΠΥΡΉ ΤΙ ΝΑ τσ Κ’Μ ΞΑΡΑδΉ…

Κε ΈΔΡΑΜΗΝ δ’ιΝ, ΑΣ ΤΥΝ ^ΚΎΡΟβ, ΑΣ Τ ΧΌΡΑ,

ΑΝ ^Π’ςΑ ΤΟΣ ΉςΗΝ ΚΥΝΔΌ ΛΑΧΑΡΔΊ.

          κοιτάζει η Πάшα γύρωτης, χαμένη (=ανώφελη) είναι ώρα! η ίδια δέν μπορεί να τις αντιμετωπίσει… και έτρεξε πήγε στον Κούροβ, στο χωριό, με την Πάшα αυτός είχε μιά σύντομη συνομιλία.

 

…ΛΟΝ Τ ΣΤΡ’ΤΑ ΠΣΗΛ’ ΣΚΥΤΙ ςΚΡΌ ΜΥΚΑΛΊΑ,

ΣΤΥ ΞΌΛ, ΑΣ ΤΑ ΤΡ’ΚΤΟΡΗΣ ^ΚΎΡΟβΣ ΖΒΥδ’Ζ.

ΧΤΥ «^Γ’ΖΗΚ» ΚΖεΝ Ξ’ΛΚΑ, ΑΚΎι ΚΥΜΑΛΑΉιΑ, αγανάκτηση

ΤΥ βΡΉΣΜΥ ΑΚΎι ΤΟΣ ΖεΣΤ’ ΤΙΓΛΑ βΡ’Ζ.

          …κατα μήκος του δρόμου ψηλά σηκώνεται σκιερή θύελλα, για την εξοχή, για τα τρακτέρ, ο Κούροβ σπεύδει. απο το (αυτοκίνητο μάρκας) «Γάζικ» βγαίνει γρήγορα, ακούει (φωνές που φανερώνουν) αγανάκτηση, βρισίδι ακούει αυτός που έντονα βράζει.

 

- τΗ ΔΡέΠΝΙ! Τ\ΦΎ! Τ\ΦΎ! ΦΥΡΗΜέΝ ΝΔΑ βΡΑτΉιΑ,

Χ ΤΑΚ’-ΜΑΣ ΤΑ ΞΌΛιΑ, ΧΑΘέΤΙ, ΓΡΗΚ’Τ!

ΜΑ ΤΊΓΑΛΑ ΉδΑΝ ΤΥΝ ^ΚΎΡΟβ, ΝΔΑ ΜΉιΑ,

ΘΑΡΉΣ-ΚΗ ΓΥΛβΌΘΑΝ ΒΥΝΤ’Ρ ΤΟ ΤΥ Σ’Τ. βουβάθηκαν

          -δέν ντρέπονται! φτού! φτού! ντυμένες με βράκες, απο τα δικάμας τα χωράφια χαθείτε, καταλάβετε(το)! αλλα σάν είδαν τον Κούροβ, με τη μία (=αμέσως) θαρρείς και βουβάθηκαν οι αντιδραστικές γυναίκες εκείνη την ώρα.

 

βΗΓΛΊΖ ΠΑΣ ΒΥΝΤ’ΡΣ ^ΚΥΡΟβΣ ’ΧΑΡΑ, ΉΣΑ, бунтар

ΠΥΛΊ ΑΧ ΒΥΝΤ’ΡΣ ΈΦΧΑΝ ΧΑΒΑΡΣΗΣΤ’Ν…

- ΠΎ Φ\έβΗΤ! – ΧΛΙΖ ^ΚΎΡΟβΣ, - ΣΤΑΘέΤΙ, ΗΡΉΣΗΤ!

ΘΑ δΉΤ, ΤΊΓΛΑ ΤΎ «ΤΧΑΡΑΜΌΝΝΙ» - Τ ΑΖ’Ν!

          κοιτάζει τις αντιδραστικές ο Κούροβ ψυχρά, στα ίσια, πολλές απο αυτές έφυγαν χωρίς άλλη κουβέντα… -πού φεύγετε! –φωνάζει ο Κούροβ-, σταθείτε, γυρίστε! θα δείτε πώς το «αχρηστεύουνε» το χωράφι!

 

- ΣΤΑΘέΤ Κε βΗΓΛΊΚΣΗΤ, Κε ΜΉ ΚΑΤΑΡΌΝΙΤ,

Κε ΣΉΣ Τ ΈΝΑ ΝΤ ’ΛΥ ΜΉ ΣΉΡΝΙΤ ΤΑι’Χ.

ΘΑ δΉΤΙ, ΤΥΝ Π’ΤΥ ΤΙ Τ\ΘΑ ΤΧΑΡΑΜΌΝΝΙ,

ΜΑΘέΝΙςΚΑΝ ΌΛΥ ΤΥ ςΜΌ ΝΔΥ ΗςΤ’Χ.

          -σταθείτε και κοιτάξτε, και μήν καταριέστε, και σείς μεταξύσας (η μιά εναντίον της άλλης) μή σηκώνετε ραβδιά (για να μαλώσετε). θα δείτε, τη γή αυτές δέν θα την αχρηστέψουνε, διδάσκονταν (πάνω σ’ αυτό το αντικείμενο) όλο το χειμώνα με μεγάλο ενδιαφέρον.

 

Κε ΣΤΈΡΑ ΛΕι Ν ^Π’ςΑ ΚΑΡδ’ΡΚΑ: - ΔζΥΝ’ιΣΗΤ!

ΤΑ ΤΡ’ΚΤΟΡΗΣ ΈβΓΑΛΑΝ Μ’βΡΥ ΚΑΠΝΌ…

ΞΑΧ ΈΜΒΡΥ ΠΑι ^Π’ςΑ, Κε ΌΛ-ΤΙΝ ΑΠΉΣΥ,

ΘΑΓΜ’ΣΤΑΝ ΤΑ ΠΛΊιΑ ΠΣΗΛ’ ΣΤ ΥΡΑΝΌ.

          και ύστερα λέει στην Πάшα με θάρρος: -ξεκινήστε! τα τρακτέρ έβγαλαν μαύρο καπνό… προπορεύεται η Πάшα και όλεςτους απο πίσω, εξεπλάγησαν τα πουλιά ψηλά στον ουρανό.

 

ΠεΡΝ’ ΕΝΑ ΌΡΑ, ΠεΡΝ’ δΗιΑ ΌΡΗΣ,

ΜΥΡΦΎτσΚΑ δΥΛΈβΥΝΙ ΤΑ ΚΥΡΑΣέιΣ.

ΒΥΝΤ’Ρ ΚΑΤ ΠΥςΠΎΡΚΣΑΝ Κε δ’βΑΝ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ,

ΤΥ ΞΌΛ ΚΑΜΑΤΌ ΚΌΠΗΝ Μ’βΡΑ ΧΑΠέΣ.

          περνά μιά ώρα, περνούν δύο ώρες, μιά χαρά δουλεύουνε οι κοπέλλες. οι αντιδραστικές γυναίκες κάτι μουρμούρισαν και έφυγαν για το χωριό, η εξοχή οργωμένη κόπηκε (=διαιρέθηκε σε) μαύρα κομμάτια. (το μαύρο, σκούρο χρώμα φανερώνει το καλοοργωμένο εύφορο χωράφι. οι Σουμέριοι ονόμαζαν την «ME.LUH.HA» (Αίγυπτο) «χώρα με γή μαύρη»).

 

Κε ’ιτσ ΤΡΗιΑ ΜέΡεΣ Κε ΝΊΧΤΙΣ-ΠΑ ΤΡΉιΑ,

ΤΙ δΎΛΕβΑΝ ΌΛ-ΤΙΝ ΝΔΑ ΌΛΑ ΧΑΡέΣ.

ΣΤΥ ΤΈΤΑΡΤΥ Τ ΜέΡΑ, ΠΡΑΤ’, ΔΡΑΝΑ Τ δΛΊιΑ:

«ΤΟ ΤΊΣ ΕΝ?» ΝΥΝΊΖΥΝΙ ΤΑ ΚΥΡΑΣέιΣ.

          και έτσι τρείς μέρες και νύχτες επίσης τρείς, αυτές δούλευαν όλεςτους με όλες τις χαρές. την τέταρτη μέρα (κάποιος) βαδίζει, παρατηρεί τη δουλειά (που κάνουν). «αυτός ποιός είναι;» σκέφτονται οι κοπέλλες.

 

ΠΑΈΝ, ςΞΉΦΤ ΑΚ’ΤΥ, ΠεΡ ΧΌΜΑ Κε ΜΡΉςΚΗΤ,

ΤΥ β’ΘΥΣ-Τ ΜεΤΡ’, - ΑΧΤΡΑΜΖΜέΝΥ Τ ΑΖ’Ν.

ΝΑ ΣΌΝ ΣΤΑ ΚΥΡΉΞΑ ΖΒΥδ’Ζ, Ξ’Χ ΤΑΝΔΠΊςΚΗΤ, <ΤΑΝΔΙΡΙς>

ΝΔΑ ΔΡ’ΝΣΑΝ, ΤΟ ΗΤΥΝΙ ^Π’ΠΥ ^ΣΤεΠ’ΝΣ.

          προχωράει, σκύβει κάτω, παίρνει χώμα και (το) μυρίζει, το βάθοςτου μετρά – του αναποδογυρισμένου (=με αναποδογυρισμένο χώμα =οργωμένου) χωραφιού. να φτάσει στα κορίτσια σπεύδει, τσαλαπατάει κιόλας (μές τα οργωμένα χώματα), όταν τον είδαν (απο κοντά), ήταν ο παπούς Στεπάν.

 

- ΝΑΖΉΤ, ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ-Μ!, - ΚΖέΝ Χ Π’ΠΥ ΤΥ ΣΤΌΜΑ, -

ΚΑΛΌ ΚΑΜΗΤ δΛΊιΑ, ΤΥ ΈΝ ΛΈΓΥ ΤΟ:

ΤΥ ΖΉΣΜΥ-ΜΟ ΈΣΣΑ, ΜΑ τΉδΑ ΓΟ ΚΌΜΑ,

ΑΤΊΤΚΥ ΜΥΡΦΉιΑΣ, ΚΑΛΌ ΚΑΜΑΤΌ!

          -να ζείτε, κορίτσιαμου! -βγαίνει απ’ του παππού το στόμα-, ωραία κάνετε δουλειά, εκείνο που είναι λέω: τη ζωήμου (ολόκληρη σχεδόν την) έζησα, αλλα δέν είδα ποτέ τέτοιο όμορφο, καλό όργωμα (σάν αυτό που κάνετε)!

 

ΓΟ τΉδΑ ΣΤΥ ΖΉΣΜΥ-Μ ΑΤΊΤΚΥ ΜΥΡΦΉιΑ!

ΗΛΒέΤ, ΑΠ ΑδΌ Κε ΣΠΟΡ’-ΠΑ ΘΑ Π’ΡΣ…

…ΤΥ ΞΌΛ ΚΑΜΑΤΌ ΚΌΠΗΝ Μ’βΡΑ ΦΗΛΊιΑ,  φελία =φέτες, όπως στα Ποντιακά.

Κε ΣΠ’ΡΧΚΗΝΔΥΝ ’ΜΑ ΝΔΥ ΤΌΧΚΥ ΤΥ ΣΤ’Ρ. |ΤΟQ| χορτάτο

          δέν είδα στη ζωήμου τέτοια ομορφιά (=όμορφη δουλειά)! φυσικά απο’δώ και σπορά θα πάρεις (=και παραγωγή θα βγεί)… …η εξοχή οργωμένη κόπηκε μαύρες φέτες, και σπέρνονταν μάλιστα με μεστό σιτάρι.

 

ΠΣΗΛΌ ΥΡΑΝΌβ <ΥΡΑΝΌΣ> ΤΡΑβΗςΚ’Τ ΝΤ ΣΗΝεΦΉιΑ.

ΠΣΗΛΎτσΚΥ Κε ΧΛΊτσΚΥ βΡΥςΉΣ ΠιΑΝ ΝΑ ΣΤ’ΚΣ…

…ΠΥ δΎΛΕβΗΝ ^Π’ςΑΣ Ν ΒΡΗΓ’ΔΑ, ΜΥΡΦΉιΑΣ

ΥΣέβΝΙ ΜΑΧΣΎΛιΑ, ΘΑΡΉΣ-ΚΗ ΜεΤ’ΚΣ.

          ο ψηλός ουρανός καλύπτεται με συννεφιά. ψιλούτσικη και ζεστούτσικη βροχή αρχίζει να στάζει… εκεί που δούλευε της Πάσιας η ενομωτία (=μπριγάδα), ομορφιάς βλασταίνουνε προϊόντα (=γεννήματα), θαρρείς και (είναι απο) μετάξι.

 

7.

ΑΧ Τ ΧΌΡΑ ΑΠΉΣΥ τΉ ΠΉιΝ ΚΌΜΑ ^Π’ςΑ,

ΧΤΑ ι’ςΚΑ-τσ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ ΤΙ ΜΑΓΑΝΑιΜέΝ…

Α ΣΉΜΥΡΥ Τ\ΜΉΣΜΥ τΉ ΠέΡ-ΤΙΝ ΤΙ ΤΜ’ςΚΗΤ, -

ΑΠΣ’ ΧΎΛΚΣΑΝ Ν ^Π’ςΑ ΣΤ ^ΜΌΣΚβΑ ΝΑ ΠΑΈΝ.

απο το χωριό παραπέρα δέν πήγε ακόμη η Πάσια, απο τα παιδικάτης τα χρόνια αυτή μοχθώντας… όμως, σήμερα ύπνος δέν την παίρνει, αυτή ετοιμάζεται - ξαφνικά φώναξαν την Πάσια στη Μόσχα να πάει.

 

Ν ΞΥΓΎΝΚΑ ΖΒΥδ’Ζ ΛΌΝ ΤΑ ΞΌΛιΑ ΧΑΝΊιΑ,

ΤΑ Μ’ΤιΑ-τσ ΝΑ ΠέΡ Χ ΤΥ ιΑΛΊ τΉ ΠΥΡΉ…

ΠεΡΝΎΝ ΠεΡεΓΌΝιΑ, ΔΡΑΝ’ Χ ΤΑ ιΑΛΊιΑ,

ΚΥΝΌΝ, ΘΑΡΉΣ, ΉΛιΥΣ ΑΠ Π’ΝΥ ΦΛιΥΡΉ.

          η αμαξοστοιχία σπεύδει ίσια μέσα στις εξοχές (σάν) αρχόντισσα, τα μάτιατης (η Πάшα) να πάρει απο το τζάμι δέν μπορεί, περνούν διυλιστήρια, βλέπει απο τα τζάμια, χύνει θαρρείς ο ήλιος απο ψηλά χρυσάφι.

 

ΠΗΧΤΎτσΚΑ, ΠΗΧΤΎτσΚΑ ΧΤΙΠΎΝΙ ΤΑ ΤΡΌςΑ,

ΠΥΛΊΣ ΠέΣ Ν ΚΥΠέ ΑΣ ΤΥΝ ΉΠΝΥ ΤΡΑβ’, coupée =το κάθε δωματιάκι του βαγονιού

τΗ Τ\Μ’ΤΙ ΤΕΚ ^ΠΑςΑ, ΑτΗ, ΑδΌ ΚΛΌςΚΗΤ,

ΧΑΡ’ Ες ΤΙ ΜέΓΑ ΟΤ Π’ι ΑΣ Τ ^ΜΟΣΚβΑ.

          συνέχεια, συνέχεια ηχούν ρυθμικά οι τροχοί, (ο μονότονος ήχος του τραίνου) πολλούς μέσα στα κουπέ στον ύπνο τους τραβά, δέν κοιμάται, ωστόσο, η Πάσια, απο’κεί, απο’δώ γυρίζει, χαρά έχει αυτή μεγάλη, οτι πηγαίνει στη Μόσχα.

 

ΧΥΛ’ι-ΠΑ τεΝ ’ΜΑ, Ν ΝΥΝΊΣΣ ΤΊΓΛΑ ΧΡ’ςΚΗΤ,

ΠΣΗΖΝΈςΥ ιΑΛΞ’βΑ – ΝΑ ΚΣΧ’Σ<Η>Σ ΠΥΡΉΣ<?>.

Χ ΤΑ ΤΌ-ΠΑ τΗ Τ\Μ’ΤΙ, Χ ΤΑ ΤΌ-ΠΑ ΤΙ Νι’ςΚΗΤ,

ΑΝ ΚΖΉ ΠΑΣ Ν ΤΡΗΒΎΝΑ Χ ΤΥ ΤΊ ΝΑ ΠςΗΡΉΣ.

          και εύκολο δέν είναι, βεβαίως, (να το δεχθείς ατάραχα, μικρό πράγμα δέν είναι) άν σκεφτείς όπως πρέπει, μέχρι χθές υπηρέτρια (=παρακατιανή) – να το ξεχάσεις μπορείς; και απ’ αυτό δεν κοιμάται, και απ’ αυτό αυτή έχει έγνοια, άν βγεί πάνω στο βήμα απο το τί να αρχίσει.

 

ΝΥΝΊΖ: ΓΟ ΘΑ ΠΎ, ΒΑΡΑΒ’Ρ ΝΔΑ ΠΑΛΚ’ΡιΑ,

δΥΛΈβΥΜ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΝΔΑ ΌΛΑ ΧΑΡέΣ.

Κε Κ’ΜΥΜ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΑΡΤΊΧΚΑ ΓεΚΤ’ΡιΑ, εκτάρια

Χ ΤΥ ΠΛ’Ν ΠΑΝΥ δΎΓΥΜ ΑΠ δΉιΑ ΦΥΡέΣ.

          συλλογίζεται: «θα πώ: ‘μαζί με τα παλληκάρια δουλεύουμε στα τρακτέρ με όλες τις χαρές. και κάνουμε (=καλλιεργούμε) με τα τρακτέρ παραπανίσια εκτάρια, απο το πλάνο πάνω αποδίδουμε, διπλάσια’.

 

ιΌΧ, ΠΡέΠΝΑ, ΗΣ’Π τεΝ ΝΑ ΠΎ ΜΑΧΤΑΝΊιΑ,

δΑΦΤΌ-Τ-ΠΑ ΤΥ Ν’Μ ΔΡές ΠΑΈΝ, ΜΑΚΡ’ ΣΌΝ…

Κε ΤΊΓΛΑ ΓΟ Κ’ΜΥ ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ δΥΛΊιΑ,

ΖέΡ ΈΧΝΙ τΗΡΌ ΝΑ ΦΚΡΗΘΎΝ ΜεΓΑΛΌΝ.

          ή μάλλον όχι, σωστό δέν είναι να πώ καυχησιά, απο μόνητης η φήμη τρέχει πηγαίνει, μακριά θα φτάσει… άλλωστε, το πώς εγώ στο τρακτέρ εργάζομαι, μήπως έχουνε καιρό να ακούσουνε οι ηγέτες (της χώρας);

 

ιΌΧ, ΠΡέΠΝΑ, ΘΑ ΠΎ, ΤΊΓΛΑ Π’ΠΥ-ΜΑΣ ^ΧΡΉΣΤΥΣ,

ΜΑΣ ΉιΑΣ ΝΕΡΌ Χ ΤΥ ΠεΓ’δ ΚΥβΑΛΊ.

ΘΑ ΠΎ ΤΊΓΛΑ ΣΤ ΧΌΡΑ-ΜΑΣ ςέΡΝΙ ΝΔΥ ΖΉΣΜΥ,

ΛΑΜΒΡΉΖΝΙ ΤΑ Λ’ΜΠΟΞΚΗΣ Σ Κ’ΘΑ ιΑΛΊ. лампочка bulb

          όχι, μάλλον θα πώ πώς ο παππούςμας ο Χρήστος σε μάς υγιεινό νερό απο το πηγάδι κουβαλάει. θα πώ πώς στο χωριόμας (οι κάτοικοι) χαίρονται με τη ζωή, φέγγουνε (τα βράδυα) οι λάμπες σε κάθε τζάμι…

 

ιΌΧ, ΠΡέΠΝΑ, ΘΑ ΠΎ, ΤΊΓΛΑ Π’ΠΥ-ΜΑΣ ^ΠέΤΡΥΣ,

ΠΑΣ ΚΣΉΝΔΑ ΧΥΡΝΎ ΤΟΣ ΠΗΤΡ’ιΣΗΝ ΛΗΚΒέΖ. ликбез

ΑΣ Τ δΛΊιΑ ΚΑΛΌ-Τ, ΠΡέΜιΑ δΌΚΑ-ΔΥΝ ΦέΤΥΣ,

Κε ΈΜΑΘΗΝ ΌΜΥΡΦΑ ς’ςΚΗΣ-ΠΑ ΠέΖ…» шашки

          όχι, μάλλον θα πώ πώς ο παππούςμας ο Πέτρος στα εξήντατου χρόνια αυτός τελείωσε σχολή. για τη δουλειάτου την καλή τιμητική διάκριση του δώσανε φέτος, και έμαθε ωραία ντάμα να παίζει…»

 

…ΠΥΛ’ ΠέΜΝΑΝ ΠΉΣΥ ΒΑΖ’ΡιΑ Κε ΧΌΡΗΣ,

ΜΑ ΤΝ’ΧΤΙΝ Ν ΞΥΓΎΝΚΑ Κε ΣΤ’ΘΗΝ ΒΗΡΔΈΝ…

- ^ΜΟΣΚβΑ! – ΉΚΣΗΝ ^Π’ςΑ, ^ΜΟΣΚβΑ! ΉΡΤΙΝ ΌΡΑ,

Κε Π’Σ ΤΟ ΠεΡΡΌΝ ΑΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ ΚΑΤΈΝ. (перрон platform =ο επίπεδος χώρος εκατέρωθεν των γραμμών του τραίνου)

          …πολλές έμειναν πίσω πόλεις και χωριά, μα τραντάχτηκε η αμαξοστοιχία και σταμάτησε με μιάς… «Μόσχα!» άκουσε η Πάшα, Μόσχα! ήρθε η ώρα και πάνω στην πλατφόρμα μαζί με τον κόσμο κατεβαίνει.

 

ΣΜ’-τσ ΉΡΤΙΝ ΤΑΚΣΉΣ-τσ Κε ΡΥΤ’-ΤΙΝ: - ΤΊ ΧΡ’ςΚΗΣ?

ΠΎ ΘέΛΣ, ΑτΉ Π’ΓΥ-Σε, ’ΜΑ, ΣΑΑΤΝ’!

- ΤΊ ΧΡ’ςΚΥΜ ΤΑΚΣΉ ΓΟ! – ΤΥ ςέΡ-τσ ΈΣΣΗΝ ^Π’ςΑ,

Κε δ’ΙΝ ΑΣ ΤΥ ^ΚΡέΜΛ\ ΑΠΗΖ’ ΑΤΟ ΤΝ’.

          κοντάτης ήρθε ταξιτζής και την ρωτά: -τί χρειάζεσαι; όπου θέλεις εκεί θα σε πάμε αμέσως, την ίδια ώρα! –δέν χρειάζομαι ταξί (λέγοντας) το χέριτης κούνησε (αρνητικά) η Πάшα, και κίνησε να πάει στο Κρεμλίνο με τα πόδια εκείνη τη στιγμή.

 

ΘΑΓΜ’ςΚΗΤ Κε Π’ι, ΠεΣΥ-τσ ςέΡΗΤ ΚΑΡδΉιΑ-τσ,

ΤΑ Μ’ΤιΑ-τσ τΗ ΠέΡ ΑΧ ΤΑ ΣΠΉΤιΑ ΠΣΗΛ’.

ΝΔΑ Φ’ΝΙΝ ΤΥ ^ΚΌΤ\ΝΥ ^ΠΛΑΤΊιΑ ΜΥΡΦΉιΑΣ,

ΤΙ ΣΤ’ΘΗΝ ΣΤ ΑβΛ’Χ, ΘΑΓΜΑΖΜέΝΑ ΗΛ’.

          εντυπωσιάζεται καθώς βαδίζει, μέσατης χαίρεται η καρδιάτης, τα μάτιατης δέν παίρνει απο τα κτήρια τα ψηλά. όταν φάνηκε της Κόκκινης Πλατείας η ομορφιά, αυτή στάθηκε σε απόσταση, εντυπωσιασμένη χαμογελά.

 

Ν ΤΥβΡ’ ΖΛΊΖ ΣΤΑ ςέΡΑ-τσ ΑΧ Τ ΧΌΡΑ ΤΥ ΠΉΡΗΝ,

ΝΈ ΈΜΒΡΥ, ΝΈ ΠΉΣΥ τΗ Π’ι ΕΝΑ ΤΝ’.

Σ ΤΥΝ ΉΠΝΥ-τσ ΚΑΜΉιΑ ΣΗΡ ΤΊΤΚΥ ΤΥ τΉδΗΝ,

ΑΤΌΡΑ ΑΤΊ ΣΤΑ ΓΝΕΦ’-τσ ΤΥ ΔΡΑΝ’.

          το ταγάρι σφίγγει στα χέριατης εκείνο που απο το χωριό πήρε, ούτε μπροστά ούτε πίσω κινείται μιά στιγμή. (ούτε) στον ύπνοτης ποτέ θέαμα τέτοιο δέν είδε, τώρα ξυπνητή το βλέπει.

 

ΤΑ ιΌΛΚΗΣ ΣΜΑ ΣΤΥ ^ΜΑβΖΑΛέι ΓΡΑδΑΡΉΣΤΑΝ, йолка ёлка

ΠΑΣ Ν ΠΌΡΤΑ ΑΣ’ΛΙΦΤΑ ΣΤΊΚΝΙ ΣΟΛΔ’Τ.

ΤΊ ΦΛ’ΓΝΙ δΟ Σ’ΧΚΑ ΈΜ ΜέΡΑ, ΈΜ ΝΊΧΤΑ

^ΗΛ\ΗΞ-ΜΑΣ, ΚΗΡβΌ-ΜΑΣ ΗΣέΝΚΑ ΝΑ Τ\Μ’Τ.

          οι φρουροί κοντά στο Μαυσωλείο παρατάχθηκαν, στην πόρτα ασάλευτοι στέκονται στρατιώτες. αυτοί φυλάνε εδώ καλά και τη μέρα και τη νύχτα, ο Ήλιч-μας, ο ακριβόςμας γαλήνια για να κοιμάται.

 

ΔΡΑΝ’ Π’ΓΝΙ ΣΌΠΑΧΤΑ ΚΌΖΜΥΣ ΓΡΑδΉτσΑ,

ΝΑ δΎΝΙ ΤΥΝ ^ΛέΝΗΝ, ΣΜ’-ΣΜ’ Π δΉ ΝΥΜ’Τ.

δΑιΝ ^Π’ςΑ-ΠΑ ΣΤ’ΘΗΝ, ΑΣ Τ ΓΡ’δΑ δΑΦΤΊτσ-ΠΑ

Κε ΈΣΥΣΗΝ ΌΡΑ ΠεΡΝ’ ΞΑΧ ΑΠ ΣΜ’-Τ.

          βλέπει, πηγαίνουνε σιωπηλά ο κόσμος στη σειρά, να δούνε τον Λένιν, κατα δυάδες. πήγε και η Πάшα στάθηκε στη σειρά και η ίδια, και έφτασε ώρα, περνά κ απο κοντάτου.

 

Κε ΉΠΗΝ-ΔΥΝ ΤΊΝΞΚΑ: «ΑΠΣ’ ΕΜΒΡΥ ΔΡέΧΥΜ,

ΟΤ Π’ΓΥΜ ΑΠΉΣΥ-Σ ΜΗΣ ΚΣέβΑΜ ΠΣΗΛ’…

ΚΑΤΌ ςΉΛιΑ ΤΡ’ΚΤΟΡΗΣ ΝΎΝΖΗΣ ΝΑ ΈΧΥΜ,

ΜΑ ΣΉΜΥΡ ΜΗΣ ΈΧΥΜ Χ ΤΥ ΝΎΝΖΗΣ ΠΥΛ’…»

          και του είπε σιγανά: «γοργά μπροστά τρέχουμε, επειδή πάμε απο πίσωσου ανεβήκαμε ψηλά… εκατό χιλιάδες τρακτέρ έλπιζες να έχουμε, αλλα σήμερα εμείς έχουμε απο όσα έλπιζες περισσότερα…». (μεταφράζω έτσι για να διατηρήσω το λογοπαίγνιο. πιό ελεύθερα: προοδεύουμε, επειδή σε ακολουθούμε υψωθήκαμε…)

 

8.

^ΚΡεΜΛέβΣΚΗι ΔβΟΡέτσ. ΝΔΥ ΗΛβ’Ν ΦΚΡ’ΤΙ ^Π’ςΑ, кремлевский дворец. εν τω |ΕΛβΑΝ| εφουκράται Πάшα,

ΧΝ ΤΡΗΒΎΝΑ ΑΚΎςΚΝΙ ΖεΣΤ’ ΛΑΧΑΡΔΈΣ.

ΖΔΙςέΝΝΙ ΑΤΊ, Π’Σ ΤΑ ΓΛΌΣΗΣ ΛΥΓ’ςΑ,

ΣΥΡέΦΤΑΝ ΑδΌ ΑΧ ΤΑ ΌΛΑ ΜΑΡέιΣ.

          στο Κρεμλίνο, στην Αίθουσα του Ανακτόρου. μεγάλη σημασία δίνοντας ακούει η Πάшα, απο το βήμα ακούγονται θερμές ομιλίες. μιλάνε εκείνοι, σε γλώσσες διάφορες, μαζεύτηκαν εδώ απο όλα τα μέρη.

 

Χ ΤΥΝ ΡΎΣΣΥ, ΑΡΜι’ΝΥ, ΥΖΒέΚΣ ΚΖέβΗΝ ΣΤΈΡΑ,

ΧΤΑ ΑΤΌΝΑ-ΠΑ ΣΤΈΡΑ ΠΥΛΊ ΚΖέβΑΝ τι’Λ…

Κε ΈΣΥΣΗΝ ΌΡΑ, ΧΤΙΠΎΝΙ ΤΑ ςέΡΑ,

ΚΖέΝ ^Π’ςΑ ΚΗ ΣΤ’ΘΗΝ, βΗΓΛΊΖ ΠέΣ ΤΥ Ζ’Λ.

          απο τον Ρώσο (έπειτα μιλά ο Αρμένιος, και απο) τον Αρμένιο ο Ουζμπέκος βγήκε έπειτα, και απο αυτόν ύστερα πολλοί βγήκανε κι άλλοι… και έφτασε ώρα, χειροκροτούν, βγαίνει η Πάшα και στάθηκε, κοιτάζει μές την αίθουσα.

 

βΗΓΛΊΖ Κε ΣΥΠ’Ζ, ΤΙ ΤΙΚΜΉΛ ςΑςΜΑΛ’ιΣΗΝ,

ΑΤΌΣΥ ΝΥΜ’ΤΣ τΉδΗΝ ΜΉιΑ ΧΑΡςΎ-τσ.

ΤΑ ΉςΗΝ ΓΡΑΜέΝΑ Χ ΤΥ ΝΎ-τσ ΔΑΓΑΤΡ’ιΣΗΝ,

Κε ΠςΉΡΣΗΝ ΤΙ ΉΠΗΝ ΤΥ ΉςΗΝ ΣΤΥ ΝΎ-τσ:

          κοιτάζει και σωπαίνει, αυτή τελείως τά’χασε, τόσους ανθρώπους δέν είδε ποτέ μπροστάτης. εκείνα που είχε σημειωμένα απο το νούτης τα σκόρπισε (=τα έχασε) και άρχισε να λέει εκείνα που είχε (εκείνη την ώρα) στο νούτης.

 

- ΓΟ ΉΜΗ ^ΑΝΓέΛΗΝΑ, ΛΈΓΝΙ-Με ^Π’ςΑ,

ΓΟ ΣέΛΥΣΑ Τ ’ΛΓΥ, ΣΥΣΤΌ ΣΗδεΡΉ…

ΤΥΚΌΜ ^ΣΤΑΡΟΒέςεβΟ ΈΝ ΤΥ ΧΑΡΔ’ςΥ-Μ,

ΑτΉ, ΠΥ ΤΥ ^Κ’Λ\ΜΗΥΣ ΔΡές ΝΔΥ ΣΠΥδΉ.

          -είμαι η Αγγέλινα, με φωνάζουν Πάшα, σέλλωσα άλογο πραγματικά σιδερένιο… το (χωριό) Σταρομπέшεβο είναι το αδέρφιμου, εκεί που το (ποτάμι) Κάλμιους τρέχει με βιάση.

 

ΝΔΥ ΜέΓΑ ΤΥ ΉδΡΥ ΚΟΛΧΌζΑ ΥΣΤΡ’ιΣΑΜ,

ΝΔΥ ΜέΓΑ ΤΥ ΉδΡΥ ΑΧΤΡ’ΜΣΑΜ ΤΥ ΓΜ’Ρ.

ΔΥςΜ’Ν ΝΑ ΜΑΣ Χ’ΣΝΙ ΠΥΛ’ ΜΑΓΑΝ’ιΣΑΝ,

ΑΤΌΤ, ΑΝΔΑ ΣΤ’ΘΑΜ ΜΗΣ, ΤΈΚΑ, ΣΤΥ Βδ’Ρ.

          με μεγάλο ιδρώτα κολχόζια δημιουργήσαμε, με μεγάλο ιδρώτα μεταφέραμε το φορτίο. εχθροί για να μας αφανίσουν πολλούς μόχθους κατέβαλαν, τότε σταθήκαμε εμείς όμως όρθιες.

 

ΜΑ βΡέΘΑΝ ΠΥΛΊ ιΑΝΑς’-ΜΑΣ Κε ΛΌΡιΑ,

ΑΤΊΤΚ, ι’ΝΔΥΝ ^ΚΎΡΟβ, ΣΥΣΤΊ ΒΟΛ\ςεβΉΚ.

ΜΗΣ δ’βΑΜ ΑΠΉΣΥ-ΤΙΝ, ΉΝΚΣΑΜ ΤΑ ΖΌΡιΑ,

ΔΥςΜ’ΝΥΣ τΉ ΠΌΡΣΗΝ, ΗΛΒΈΤ, ΝΑ ΜΑΣ ΣΤΊΚΣ!

          αλλα βρέθηκαν πολλοί στο πλάιμας και γύρω, τέτοιοι σάν τον Κούροβ, σωστοί μπολшεβίκοι. τους ακολουθήσαμε, κατανικήσαμε τις δυσκολίες, ο εχθρός δέν μπόρεσε, βεβαίως, να μας σταματήσει!

 

ΣΤΥ ΝΎ-Μ ΓΟ βΑΣΤΎ, τΉ ΖΜΥΝΎ ΟΣ ΑΤΌΡΑ,

ΝΔΑ ΉΛΙΓΑΝ ΜέΝΑ ΔΥςΜ’Ν ΑΠ ΧΥΛΊΣ:

«ΤΊΣ ΉΚΣΗΝ ι’ ΉδΗΝ, ΣΝ ΔΥΝι’, Σ Κ’ΝΑ ΧΌΡΑ,

ΤΥ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΗΝΈΚΑ ΣΤΥ ςέΡ-τσ ΝΑ ΠΡΑΤΊΖ?»

          στο νούμου το κρατώ, δέν το ξεχνώ μέχρι τώρα, που μου έλεγαν οι εχθροί με οργή: «ποιός άκουσε ή είδε στον κόσμο, σε οποιαδήποτε χώρα, το τρακτέρ γυναίκα στο χέριτης να οδηγεί;»

 

ΗΛΒέΤ, ΤΙ ΑΣΛΊ ΤΌΤΙΣ ΉΛΙΓΑΝ ΜέΝΑ,

ΗΝΈΚΑ τΉ ΠΡ’ΤΖΗΝΙ ΤΡ’ΚΤΟΡ ΣΤΥ ςέΡ.

ΜΑ ΖΜΌΝΣΑΝ ΑΤΊ, ΑΛΑΉτσΚΑ ΤΙ ΈΝΑ – αλογίστικα

^ΠΑΤΡΉδΑ-ΠΑ τΉΤΥΝ ΣΝ ΔΥΝι’ – ΣΣΣΡ!...

          όντως, εκείνοι την αλήθεια τότε μου έλεγαν, γυναίκα δέν οδηγούσε τρακτέρ στο χέρι(της). αλλα ξέχασαν εκείνοι, ασυλλόγιστα, ένα πράγμα: και πατρίδα δέν υπήρχε στον κόσμο (που να λέγεται) ‘ΕΣΣΔ’ (Σοβιετική Ένωση)…»

 

ΤΥ ΛΌΓΟ-τσ ΚΥΤΈβ-ΤΥ, ΤΥ Ζ’Λ ΤΊΝΞΚΑ ΦΚΡ’ΤΙ.

ΤΙ ΧΎΛΚΣΗΝ Κε ΉΠΗΝΙ ΛΌιΑ ΝΤ ΧΑΡ’:

- ΚΑτσέΤ ΚΑΤΟ ςΉΛιΑ, ΚΥΡΉΞΑ, ΕΛ’ΤΙ,

Π’Σ ΤΡ’ΚΤΟΡ, ΠΑΣ ΤΡ’ΚΤΟΡ! ΤΥ Ν’Μ Σ Π’ι ΜΑΚΡ’!

          τον λόγοτης τον συνεχίζει, η αίθουσα ήσυχα ακούει. αυτή φώναξε και είπε λόγια με χαρά: «κάτσετε εκατό χιλιάδες, κορίτσια, ελάτε, πάνω στο τρακτέρ, πάνω στο τρακτέρ! η φήμη άς πάει μακριά!».

 

ΤΑ ΛΌιΑ-τσ ΤΑ ΉΤΑΝ, ΘΑΡΉΣ ΤΌΧΚΥ ΣΠέΡΜΑ,

ΧΤ ΤΡΗΒΎΝΑ ΚΑΤΈβΑΝ Κε ΣΠ’ΡΤΑΝ ΣΑΑΤΝ’…

ΧΤ ΑΤΌ ΟΣ ΑΤΌΡΑ, ΣΤΑ ΞΌΛιΑ, ΣΤΑ ΦέΡΜΗΣ,

ΑΖΜΌΝΙΤΥ ^Π’ςΑΣ ΤΥ Ν’Μ ΑιδΥΝ’!...

          τα λόγιατης αυτά ήταν θαρρείς, μεστός σπόρος, απο το βήμα κατέβηκαν και σπάρθηκαν την ίδια ώρα… γι’ αυτό ώς τώρα στα χωράφια, στις κτηνοτροφικές φάρμες, αλησμόνητη της Πάσιας η φήμη αντιλαλεί!...

^ΣΑΡΤΑΝ’ – ^ΟΔέΣΣΑ – ^ΣΑΡΤΑΝ’ 1979 – 1983. (το ποίημα γράφηκε στο χωριό Σαρτανά, στην Οδησσό, και πάλι στο Σαρτανά, απο το 1979 ώς το 1983).

 

ΠΉΝΑ

ΠΡΌΛΟΓΟΣ

ΠΥΛ’ ΓΟ ΉδΑ ΧΤΑ ΗΝΊΘΑ,

ΚΑιΜΌ, ΑΝ’ΝτιΑ ΚΗ ΖΑΜέΤ.

ΤΑ δ’βΑΝ Κ’ΤΥ ΉΣ, ΖΜΥΝΊΘΑΝ,

ΠΥΛ’ ΓΟ τέΧΥ ΧΑΣΗβέΤ.

          πολλά είδα αφότου γεννήθηκα, καημό, καταπίεση και μόχθο. εκείνα πήγαν καταγής, ξεχάσθηκαν, πολύ δέν έχω θλίψη.

 

ΜΑ ΧΑΣΗβέΤ ΓΟ ΈΧΥ ΈΝΑ,

Κε ΌΣ ΑΤΌΡΑ τΉ ΖΜΥΝΎ

βΑΡΉΖ ΚΑΡδΉιΑ-Μ ΠΥΝΙΜέΝΑ,

ΑΝΔΑ ΝΥΝΊΖΥ ΤΥ ΑΓΎ.

          αλλα θλίψη έχω μία, και ώς τώρα δέν τη ξεχνώ. βαραίνει η καρδιάμου πονεμένη όταν αναλογίζομαι το φαρμάκι,

 

ΑΤΌ ΤΟ ’ΓΡΥ, ΜέΓΑ ΠΉΝΑ

ΚΑΡδΊιΑ-Μ τέΤΙ, ΦΛΑΚΑΡΉΖ.

ΓΟ ΘέΛΥ ’ΛΥ ΑΣ ΚΑΝΊΝΑ,

ΚΑΜΉιΑ ΠΉΝΑ ΜΊ ΗΡΉΖ.

          εκείνη την άγρια, μεγάλη πείνα, η καρδιάμου καίγεται, φλοκαρίζει (=καίγεται με μεγάλες φλόγες). εύχομαι πιά σε κανέναν ποτέ πείνα να μή γυρίσει (=να μή ξαναρθεί).

 

ΤΥ ΉΤΥΝΙ ΣΤΑ ^ΤΡΑΝΔΑΤΡΉιΑ,

ΕΝ ’ΛιΑΧ ΚΎΞ ΝΑ ΤΥ ΝΥΝΊΣΣ,

ΝΔΑ ΠΝΊΓΑΝ ΚΌΖΜΥΣ, ι’ΝΔΑ ςΚΛΊιΑ,

ΝΑ ΠΑΡΑΧΌΣ τΉΤΥΝ ΚΑΝΊΣ.

          εκείνη (την πείνα) που ήτανε στα Τριάντα Τρία, είναι εξαιρετικά δύσκολο να την βάλεις στο νούσου, τότε που πνίγονταν (=λιμοκτονούσαν) οι άνθρωποι σάν σκυλιά, να (τους) θάψει δέν υπήρχε κανείς.

 

ΤΟ ΉΤΥΝΙ ΑΣ Τ ^ΥΚΡΑΉΝΑ-Μ,

ΣΤΑ ΜέΝΑ ΖΜΌΝΙΜΥ Τ\ΘΑ Π’Ρ.

β’ι ΑΧ ΑΤΌ ΤΥ ΜέΓΑ ΠΉΝΑ,

βΑΣΤ’ ΚΑΡδΊιΑ-Μ ΚΌΜΑ ΓΜ’Ρ.

          αυτό ήτανε στην Ουκρανίαμου, για μένα λησμονιά δέν θα αποκτήσει (=δέν θα έχει). άχ, απο κείνη τη μεγάλη πείνα διατηρεί η καρδιάμου ακόμη φορτίο.

 

1.

ΤΑ ΘΑ ΝΑ δΊΣ ΑΠ ΗΝΙΘΊΣ,

ΣΤΥ Φτι’Λ-Σ ΤΑ ΈΝ ΓΡΑΜέΝΑ.

ΧΤΥ ΠέΘΥΣ ΉΣ-ΠΑ τΉ ΗΡΉΖ,

ΘΑ δΊΣ ΤΑ ΈΝ ΥΡΖΜέΝΑ.

          εκείνα που θα δείς (=βιώσεις) αφότου γεννηθείς, στο κεφάλισου είναι γραμμένα. απο το θάνατο κανείς δέν γυρίζει, θα δείς (=βιώσεις) όσα είναι ορισμένα (απο τη μοίρασου).

 

ΧΑΤΈδΑ ΝΊςΚΝΙ ΧΡ’Ν – ΧΑΔ’Ρ –

Τ’ ΈΡΚΝΙ ΚΗ ΠΑΈΝΝΙ:

ΚΑΜΒΌΣ ΠΥΘέΝΝΙ Π’Σ ΤΥ Βδ’Ρ,

ΚΑΜΒΌΣ ΣΤΥ Σ’Τ ΠΥΘέΝΝΙ.

          δυστυχήματα γίνονται (πάντοτε) μέχρι το παρόν, αυτά (τα δυστυχήματα) έρχονται και πάνε: καμπόσοι (άνθρωποι) πεθαίνουνε στο πόδι (όρθιοι, εκεί που ασχολούνται με κάτι, ενώ απο την άλλη) καμπόσοι στην ώρα(τους, απο φυσικό θάνατο) πεθαίνουνε.

 

ΜΑ ΈΝ ΑΝΎΝΙΣΤΑ ΚΑιΜΎΣ,

ΈΝ ΑΓΥΛΊδΚΑ ΧΡΌΝιΑ,

Τ’ ΦεΡ ^Η^Σ ’ΘΑΡΠΥΣ Σ ΥΛΝΎΣ,

ΜεΓΌΛΑ, ’ΓΡΑ ΠΌΝιΑ.

          αλλα υπάρχουν και απρόβλεπτοι καημοί, υπάρχουν φαρμακερά χρόνια, που φέρνει ΕΝΑΣ άνθρωπος σε όλους, μεγάλες, άγριες δυστυχίες. (η λ. ΗΣ =ένας, είναι με μεγάλα γράμματα στο πρωτότυπο. υπαινίσσεται τον ηγέτη που φέρνει δυστυχία σε όλον τον πληθυσμό. εν προκειμένω ποιόν συγκεκριμένο ηγέτη υπαινίσσεται, νομίζω πως δέν είναι δύσκολο να καταλάβουμε).

 

ιΌΧ, τΉΤΥΝ Σ ΈΝΑ ΤΈΚ ΤΑιΦ’,

Τ\ΘΑ ΖΜΥΝΙΘΊ Σ ΚΑΝΊΝΑ,

ιΑΤΟ, ΤΥ ΉΤΥΝ ΣΤΑ ΓΝΕΦ’, (ιΑΤΟ κατα συμφραζόμενα= εφιάλτης. αλλιώς θα έλεγα= ΑΤΟ= εκείνο)

ΣΤΑ ^ΤΡΑΝΔΑΤΡΉιΑ Ν ΠΉΝΑ.

          όχι, δέν ήταν σε μιά μόνο οικογένεια, δέν θα ξεχασθεί για κανέναν ο εφιάλτης που ήταν στον ξύπνο, στα Τριάντατρία (1933) η πείνα.

 

ΝΙΣΤΚΉ, ΤΕΚ ΠςΉ, ΠΥΛΊ ΠΡΗΖΜέΝ,

ΤΙ τΉΚΣΗΡΑΝ ΠΎ δι’ιΝΑΝ.

ΓΑΡδ’ΛΙβΑΝ ΚΑΤΑΚΡΗΖΜέΝ,

ΧΑΔΡ’ιβΑΝ ΧΥΤΧΑΡ’ιΜΥ.

          νηστικοί, σκέτη ψυχή, πολλοί πρησμένοι, δέν ήξεραν για πού βάδιζαν. γούρλωναν (τα μάτια) σε κατάσταση κατάπτωσης, έψαχναν σωτηρία.

 

ΧΑΡΉΣ-ΚΗ, ΉΤΥΝ ΚΌΜΑ ΧΤΈΣ,

Τ\ΘΑ ΝΑ ΖΜΥΝΎ ΚΑΜΉιΑ,

ΑΤΌΤ, ΝΔΑ ΉΡΗβΑ ΧΑΠέΣ,

ΠΚ’Σ ΚΎΖΜΥΚΥ ιΑΛΊιΑ.

          θαρρείς και ήταν μόλις χτές, δέν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ, τότε που γύρευα (=ζητιάνευα) κομμάτια (τροφή, ψωμί) κάτω απο των ανθρώπων τα τζάμια.

 

ΤΌ ΉΤΥΝ ΌΡΑ ΠΥΝΙΤΌ –

ΓΌ ΉΜΝΙ δεΚΑΤΡΉιΑ

ΔζΥΝ’ιβΑ δ’ιΝΑ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ,

Κε ΉΡΖΑ ΑΝ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ.

          εκείνη ήταν ώρα οδυνηρή, ήμουν δεκατριών (χρονών), ξεκινούσα έφευγα (απο το σπίτι) το πρωί και γύριζα με τη σκοτεινιά.

 

Π’Σ Ν ΠΌΡΤΑ ΣΤΊΚΝΙΜΗ ΤΚΑΝΊ,

ΑΝ ΚΎΖΜΥΚΥ ΒΑΛ’ιδΑ,

ΚΑΜΒΌΣ βΡΉςΚΑΤΑΝΔΑΝ ΚΑΛΊ

Κε Μ’Σ ΑΤΊ ΧΑΠΤΡ’ιβΑΝ.

          πάνω στην πόρτα στεκόμουν (κάποιου) μαγαζιού, μαζί με του κόσμου τα παιδάκια, καμπόσοι (άνθρωποι) βρίσκονταν καλοί και μας άφηναν (ή έδιναν) να αρπάξουμε (κομμάτια τροφής).

 

ΑΝΔΑ ΜΙ ΈδΥΓΑΝ ΧΑΠέΣ,

ΓΟ ςέΡΝΙΜΗ Κε δ’ιΝΑ, εχαίρνομαι =χαιρόμουν

ΘΑ Π’ΓΥ ΣΤ ΧΌΡΑ ΤΟ ΧΑΠέΣ,

ΝΙΣΤΚΉ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ ΦΛ’ΓΝΙ.

          όταν μου έδιναν κομμάτια, χαιρόμουν και πήγαινα (σκεπτόμενος) «θα πάω στο χωριό αυτό το κομμάτι, νηστικοί στο χωριό περιμένουνε»

 

ΈΜ Β’ΒΑ-Μ, ΔέΔΑ-Μ, ΑδεΡΦΉ-Μ,

ΤΊ ΉΤΥΝ ΚΥΡΑΣέτσΑ.

βΑι Σ Χ’ΘΑ ΒδΙΝΑ, ΑΣ ΚΖεΝ ΠςΉ-Μ,

ΌΛ ΦΉΛΑΓΑΝ ΧΑΠέτσΑ.

          και η γιαγιάμου, και ο παππούςμου, και η αδερφήμου (αυτή ήταν κοριτσάκι), (σκεφτόμουν:) αλίμονο, να χανόμουν κάπου, να έβγαινε η ψυχήμου, όλοι περίμεναν κομματάκια.

 

Α Τ’ΤΑ-Μ, Τ’ΤΑ-Μ, β’ι τΗΡΌΣ,

ΚΑΜΉιΑ ’ιτσ ΜΗ ΉΤΥΝ!

ΠΑΛΚ’ΡΣ ΤΟΣ ΉΤΥΝ, ΜΑ ΝΙΣΤΚΌΣ,

ΤΙΚΜΉΛ ΚΑΤΑΚΡΗΜΉΣΤΙΝ.

          ενώ ο πατέραςμου, ο πατέραςμου, πώ πω μιά εποχή! ποτέ έτσι να μήν ήταν! λεβέντης αυτός ήταν, αλλα νηστικός, τελείως έπαθε κατάπτωση.

 

Α Μ’ΝΑ-Μ, Μ’ΝΑ-Μ, β’ι ΝΙΣΤΚΉ,

ΝΔΑ ΚΛΙιΥΜέΝΑ Μ’ΤιΑ,

’Ν ΉβΡΗΝ Κ’ΝΑ ΠςΉδ ΠΣΥΜΉ,

ΧΑΠΤΡ’ιβΗΝ ΤΑ ΗβΛ’ΤιΑ-τσ.

          ενώ η μάναμου, η μάναμου, άχ, νηστική, με κλαμένα μάτια, άν έβρισκε κανένα ψιχουλάκι ψωμί, το έδινε να το αρπάξουν τα παιδιάτης.

 

2.

βΑΘέιΑ ςΌΝιΑ, Π’ι ιΑΝβ’ΡΣ,

Π’ι ΧΡΌΝΥΣ ^ΤΡΑΝΔΑΤΡΉιΑ.

τές Κ’τσΜΥ, ΣΤΈΚΣΜΥ ΉΞ-ΠΑ ΒΡ’ΝΣ,

ςΥΡΉΖ Π ΚΑΣ ΤΑ <ι>ΑΛΊιΑ.

          βαθιά χιόνια, πάει Ιανουάριος, πάει (=προχωράει) το έτος Τριαντατρία (1933). δέν έχει ανάπαυλα, σταματημό καθόλου ο ανεμοστρόβιλος, σφυρίζει κάτω απο τα τζάμια.

 

ςΥΡΉΖ, ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ΚΑΤΑΣΌΝ,

ΚΛΥΘΥΗΡΉΖ ΤΥ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ,

Τ ΣΥΒΑ-ΜΑΣ ΚΡΟΣΗΝ, ιΑΝΔΥ ςΟΝ,

ΜΑΣ ΝΑ ΠΑΓΌΣ ΕΝ ΉΤΜΥΣ.

          σφυρίζει, και παντού καταφθάνει, περιτρυγιρίζει το σπίτιμας (ο ανεμοστρόβιλος), τη σόμπαμας την κρύωσε σάν χιόνι, να μας παγώσει είναι έτοιμος.

 

ΓΟ Π Κ’Σ ΤΥ Π’ΠΛΥΜΑ ΝΙΣΤΚΌΣ,

ΣΗΡιΎτσΚΑ, ΤΊΝΞΚΑ ΠέΦΤΥ,

τΉ ΠεΡ-Με ΉΠΝΥΣ, ΌΣ ΑΡΓΌΣ,

ΓΟ ΦΛ’ΓΥ ΝΑ ΚΣΜΗΡέΦΚΥΜ.

          εγώ κάτω απο το πάπλωμα νηστικός, ήσυχα, σιωπηλά ξαπλώνω, δέν με παίρνει ύπνος ώς αργά, περιμένω να ξημερωθώ.

 

Κε Π’Λ ΝΑ Π’ΓΥ Σ Κ’ΝΑ ΤΚΑΝ,

Π’Λ βΎΚΑ ΝΑ ΗΡέΠΣΥ,

β’ι ’ΓΡΥ ΉΤΥΝΙ ΖΑΜ’Ν,

ΈΝ ΚΎΞ ΝΑ ΤΥ ΑΝΓΚέΠΣΥ.

          και πάλι να πάω σε κανένα μαγαζί, πάλι βούκα (κομμάτι φαγώσιμο) να γυρέψω (=να ζητιανέψω), ώ, άγρια ήτανε εποχή, είναι δύσκολο να την φέρω στο νούμου.

 

ΜΣΟΝΙΧΤΑ. ΓΝΈΦΣΗΝ ΑΔΑΡΦΌ-Μ,

(ΤΌΣ ιΌΜΥΣΗΝ ΤΑ ΤΡΉιΑ).

ΝΑ Φ’ι ΗΡέβ ΤΟΣ, ΤΥ ΧΥΡΣΌ-Μ,

ΚΛΈ, βΓ’Λ ΑΓΡΥΛΑΛΊιΑ.

          μεσάνυχτα. ξύπνησε ο αδερφόςμου, αυτός είχε κλείσει τα τρία (χρόνια της ηλικίαςτου). να φάει γυρεύει, το χρυσόμου, κλαίει, βγάζει άγρια κραυγή.

 

Α ΔέΔΑ-Μ, ΔέΔΑ-Μ ΤΈΚΑΡΑΝ, (ΤΈΚΑΡΑΝ= λιγάκι. σιγανά)

Ν ΤΥΝ ιΌ-Τ ’ιτσ ΠΑΡΑΛ’ΛΝΙΝ:

-ΑΚΎι-ΣΗ, ΝΈΣΤΙΡ, ΠέΣ Τ ΑΡ’Ν,

ΤΥ ΠΡ’ΜΑ, ΖέΡ τΗ Π’ςΝΙΝ;

          ενώ ο παππούςμου, ο παππούςμου σιγανά στον γιότου έτσι παραμιλούσε: «ακούς, Νέστορ; μές το στάβλο τα ζώα άραγε δέν πάχυναν;

 

β’Λ Κ’ΤΥ ΦΣ’ΚΣΗ Κ’ΝΑ ΜΣΚ’Ρ,

Κ’ΝΑ ΓΑΡΚΌ ιΑ ΦΣ’ΚΣΗ,

ΝΑ Φ’ΓΥ ΘέΛΥ, ΤΥ ΠΑΛΚ’Ρ-Μ,

ΔΑΓ’Τ τέΧΥ ΝΑ ΦΛ’ΚΣΥ.

          βάλε κάτω σφάξε κανένα μοσχάρι, κανένα αρσενικό μοσχάρι γιά σφάξε, να φάω θέλω, παλληκάριμου, αντοχή δέν έχω να περιμένω.

 

Π’Χ ΤΥ ΜΥΡΣΉ-ΠΑ ιΌΜΥ ΣΤ’Ρ, (ΜΥΡΣΉ= πατάρι, σοφίτα, ώς αποθήκη τροφίμων)

Κ’ΝΑ ΗΦΤ’ ΒΑΧΛ’ιδΑ (επτά= βραστά, αρχαιότατη λ.)

Κε ΣΉΡΗ ΉΛΙΣΗ ΣΤΥ ΜΛ’Ρ, μυλάρι= μύλο

ΝΙΣΤΚ’ ΕΝ ΤΑ ΒΑΛ’ιδΑ-Σ.

          απο την αποθήκη της σοφίτας γέμισε (ένα σακκί) σιτάρι, (και πάρε λίγα) βραστά κουκιά (=κουκιά που πρέπει να βραστούν για να φαγωθούν), και τράβα άλεσε στο μύλο, νηστικά είναι τα παιδιάσου».

 

ΤΙΚΜΉΛ ΑδΊΝΑΤΟΣ δΑΦΤΌ-Τ,

ΛΙΝ Τ ΝΊΧΤΑ ΠΑΡΑΛ’ΛΝΙΝ,

Κε ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ Π’Λ ΤΥΝ ιΌ-Τ,

ΣΜΑΡΛ’ιβΗΝ ΚΗ ΣΜΑΡΛ’ιβΗΝ:

          τελείως αδυνατισμένος ο ίδιος, όλη τη νύχτα παραμιλούσε, και δίχως τέλος πάλι στον γιότου παράγγελνε και παράγγελνε:

 

-ΝΑ Φ’ΓΥ ΘέΛΥ, ΧΉΡΖΑΜΑΝ,

ΦέΡ ΤΊΠΥΤ ΑΣ ΧΑΠΌΝΥ.

ΣΜ’ ΣΤ ΜέΡ ΣΌΠΑΣΗΝ. ΤΥ ΒΡ’Ν,

ΥΡΝι’ΧΚΗΝΔΥΝ ΤΕΚ ΜΌΝΥ. ορνιάσκεται= ορύεται, ουρλιάζει.

          -«να φάω θέλω! συντέλεια του κόσμου! φέρε τίποτε να τσιμπήσω». κοντεύοντας να ξημερώσει σώπασε. ο ανεμοστρόβιλος ούρλιαζε μόνο.

 

3.

ΣΧΥΡέΦΤΙΝ ΔέΔΑ-Μ, β’ι ΧΑΜΌ!

ΚΑΝΔΊΛΑ ΉΠΣΗΝ Β’ΒΑ-Μ.

ΣΤΥ Βδ’Ρ ΟΛ ΣΚΌΘΑΜ ΝΔΥ ΝιΑΖΜΌ,

ΝΥΝΊΖΥΜ ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥΜ.

          συγχωρέθηκε ο παππούςμου, αλίμονο, χαμός! καντήλα άναψε η γιαγιάμου. στο πόδι όλοι σηκωθήκαμε με στενοχώρια, σκεφτόμαστε τί να κάνουμε.

 

ΠέΣ ΣΠΉΤ ΠΣΥΜΉ ΧΑΠέτσΑ τέΝ,

ΝΔΥ ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥΜ Δζ’ΝΑς? (|ЏΑΝ|= ψυχή, |Ας|= φαγητό. |ЏΑΝ-ΑςΙ|= τροφή για επιβίωση)

ΠΡΑΤΎΜε ΌΛ-ΠΑ ΠΗΚΡΥΜέΝ,

δΟ Β’ΒΑ-Μ ΉΠΗΝ Τ Μ’ΝΑ-ΜΑ:

          μέσα στο σπίτι ψωμί κομματάκια δέν υπάρχουν, με τί να φτιάξουμε φαγητό για επιβίωση; βαδίζουμε όλοι πικραμένοι, σ’ αυτό το σημείο η γιαγιάμου είπε στη μάναμου:

 

-ΑΤΊΤΚΥ ΝΎΝΖΑ ΖέΡ ΘΑΝΊ<?>              

ΜΑ ’ΠΑΡ ΤΑ ΚΡΗΝΔΉιΑ-Μ.

Σ ΚΑΝΑ ΧΑΠέτσΑ δΟΣ ΠΣΥΜΉ, -

ΚΗ ΈβΓΑΛΙΝ ΧΤΑ ΦΤΊιΑ-τσ.

          -«τέτοιο λογάριαζα μήπως θάνατο; (=δέν μπορούσα να το προβλέψω). αλλα πάρε τα σκουλαρίκιαμου, για τίποτε κομματάκια δώσε(τα) ψωμί» (είπε) και τα έβγαλε απο τα αυτιάτης.

 

τΉ ΔΌΚΗΝ ΚΌΜΑ ΦΌΣ, ΣΚΥΤΝ’,

ΑΝ Τ Μ’ΝΑ-Μ ΚΣέβΑΜ ΣΤ ΣΤΡ’ΤΑ.

ΒΡΑΝΛΈβ, τΉ ΣΤΊΚΗΤ Κ’ΝΑ ΤΝ’,

ΒΡΑΝΛΈβ, ΚΡΗΜΉΣ-Σε Κ’ΤΥ.

          δέν χτύπησε ακόμη (ήλιου) φώς, σκοτεινά, με τη μάναμου βγήκαμε στο δρόμο, φυσάει ανεμοστρόβιλος, δέν στέκεται ούτε στιγμή, φυσάει θύελλα, σε ρίχνει κάτω.

 

ΠΣΥΜΉ, ΠΣΥΜΉ... β’ι ΠΎ ΝΑ ΈβΡΣ?

ΑΣ ΤΥ ^ΤΟΡΓΣΗΝ ΤΑ ΠΉΓΑΜ

Κε ΑΣ ΑΤ’ ΧΤΥ ΤΚ’Ν ΑΛΈβΡ,

ΚΥΣΈΝΑ ΚΉΛιΑ ΠΉΡΑΜ.

          ψωμί, ψωμί… αλίμονο, πού να βρείς; στου Τόργσιν (το μαγαζί) τα πήγαμε (τα χρυσά σκουλαρίκια) και αυτά ανταλλάσσοντας απο το μαγαζί αλεύρι εικοσιένα κιλά πήραμε.

 

ΑΣ Τ ΧΌΡΑ ΉΡΣΑΜ ΑΝ Τ ΧΑΡ’

(βΑι ΝΑ ΧΑΡΉΣ ΕΝ ΚΡΊΜΑ!)

ΑΝ Τ Μ’ΝΑ-Μ ΉβΡΑΜ ’ιτσ ΞΑΡ’,

ΑΛΈβΡ ΝΑ Κ’ΜΝΙ ΤΡΉΜΑ.

          στο χωριό γυρίσαμε με χαρά (ώ, και να χαρεις είναι αμαρτία!). με τη μάναμου βρήκαμε έτσι τρόπο, αλεύρι να κάνουνε τρίμμα. (το τρίμμα είναι πρόχειρο ζυμαρικό, ακόμη γνωστό στη βόρεια Ελλάδα τουλάχιστον: ανάμεστα στα δυό χέρια τρίβουνε ζυμάρι ωστε να γίνει μακρόστενα κυλινδρικά κομματάκια, τα οποία ρίχνουνε σε νερό που βράζει, και για να νομιστίσει προσθέτουνε πολτό ντομάτας και ψιλοκομμένο κρεμμύδι).

 

ΑΝ ΤΥ ΦΑΉ, ΑΝ ΤΥ ΣΑΒΥΡ, (ΣΑΒΡ, ΣΑΒΙΡ =υπομονή)

ΑΣ ΤΑ ΜΥΡΜΌΡιΑ δ’ιΝΑ,

ΝΑ Π’ΓΥ ΤΡΉΜΑ, ΤΊΣ ΤΥ ΞΧΎΡ,

ΝΑ ΣΚ’ΠΣΝΙ ΜΑΓΑΝ’ιβΑΝ.

          με φαΐ (=κρατώντας μαγειρεμένο τρίμμα στα χέριαμου), καρτερικά, στα μνήματα πήγαινα, να πάω τρίμμα σε εκείνους που τον λάκκο (για τον παππούμου) να σκάψουνε μοχθούσαν.

 

ιΑΝβ’ΡΣ ΤΙΜΉΖΚΥ, ΒΌΛΚΥ ςΌΝ

ΚΑΤΈβΑΖΗΝ – ΒΑΣΤΡ’ιβΗΝ,

ΔΡΑΝΎ ΗΝΈΚΑ ΧΑςΞΗΛΌΝ, χασκελώνει =χάσκει, λαχανιάζει, προσπαθεί να αναπνεύσει.

ΣΤΑ ΜέΝΑ ΔζΥιΥΧΛ’ιβΗΝ.

          Ιανουάριος καθαρός (=χωρίς φύλλα, χωρίς χορτάρια, χωρίς νερά), μπόλικο χιόνι κατέβαζε, έστρωνε και συσώρευε, βλέπω μιά γυναίκα πασκίζει να αναπνεύσει, σε μένα πλησίαζε.

ΣΤ ΑΝΓΚ’Λ-τσ ΝΔΥ ΝΙΠιΥ, ΝΑ ΚΖέΝ ΠςΉ-Μ,

βΑι Θέ-ΜΥ Κε ΠΑΝΑΉιΑ –

ΤΊ ΧΎΝΣΗΝ ΠΉΡΗΝ ΤΥ ΦΑΉ-Μ,

Κε ΡΌΦΣΗΝΔΥ ΝΔΑ ΜΉιΑ.

          στην αγκαλιάτης με ένα νήπιο –να έβγαινε η ψυχήμου! άχ Θεέμου και Παναγία-, αυτή όρμησε, πήρε το φαΐ που είχα, και το ρούφηξε αμέσως.

 

ΑΒΡ’ιΣΑ, ΧΎΛΚΣΑ δΙΝΑΤ’,

ΜΑ δ’ιΝ ΤΟ ΠέΣ Τ ΑΈΡΑ.

ΑΣ ΣΠΉΤ ΓΟ ΉΡΤΑ ΠΥΝΙΤ’

ΝΔΑ ΟΦτΗΡΑ ΤΑ ςέΡΑ.

          τρόμαξα, φώναξα δυνατά, αλλα πήγε αυτό στον αέρα (=μάταιες η φωνέςμου). στο σπίτι επέστρεψα πονεμένος με άδεια τα χέρια.

 

ΓΟ ΉΠΑ Τ Μ’ΝΑ-Μ ΝΑ ΤΥ ΚΣέΡ,

ΟΤ ΣΤΑ ΜΥΡΜΌΡιΑ τΉΜΝΙ.

ΗΣ’Ν ΟΤ ΠΉΡΗΝ ΑΧ ΤΥ ςέΡ-Μ,

ΤΥ ΚΤΊ ιΥΜ’ΤΥ ΤΡΉΜΑ.

          είπα στη μάναμου να το ξέρει, οτι στα μνήματα δέν ήμουν, γιατί μιά γυναίκα πήρε απο χέριμου το κουτί γεμάτο τρίμμα.

 

δΟ Μ’ΝΑ-Μ ΉδΙΝ ΤΥ ΞΗΡ’ι-Μ,

Κε ΜέΝΑ ΤΙ ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ

Κε ΣΤΈΡΑ ΉΠΗΝ ΝΔΥ ΧΥΛ’ι:

-Σ ΈΝ ΉιΑ ΟΤ ςΗςΛ’ιΣΗΝ! |ςΗς-|= πρήζεται, τρώει υπερβολικά.

          σ’αυτό το σημείο η μάναμου είδε το πρόσωπόμου, και με αγκάλιασε. και ύστερα μου είπε με άνεση: «ας υπάρχει υγεία(=δέν πειράζει, έχει καλώς), αφού χόρτασε!

 

ΚΑΝΊΝΑ ’ΛΥΝΑ ΑτΉ,

ΠΗΛΊΓΥΜ ΣΤΑ ΜΥΡΜΌΡιΑ…

ΤΡΑΝΣ <ΒΡΑΝΣ> ΑΞΥβΛΊδΚΑ, ΛΊΓΥΣ ΠςΉ,

ΚΗΣΚΉΝΚΑ ςΎΡΖΗΝ ΛΌΡιΑ.

          κανέναν άλλον εκεί θα στείλουμε στα μνήματα…». ο ανεμοστρόβιλος με οργή, χωρίς ψυχή (χωρίς έλεος) αιχμηρά σφύριζε ολόγυρα.

 

4.

τέ, ΞΎΖ Αι’Ζ, ΛΊΓΥΣ ΗΣ’Π –

ΈΝ ΌΛΥ ΠΑΓΥΜέΝΥ.

ΚΥΤ\Νι’ΡΚΥ ΉΛιΥΣ Π Κ’Χ ΤΥ Δζ’Π,

ΚΖέΝ ΤΊΝΞΚΑ, ΤΥςΝΙΜέΝΑ.

          καίει, τσούζει το αγιάζει απεριόριστα – είναι τα πάντα παγωμένα. κοκκινωπός ήλιος απο κάτω απο το βουνό βγαίνει σιωπηλά, λυπημένα.

 

ΘΑΡΉΣ, ΤΌ τΉΘΙΛΙΝ ΝΑ δΊ,

Π’Σ ΚΑΡδΑΚΎτσΚΥ Π’ΤΥ,

ΠΥ ΚΌΖΜΥΣ ΠΡ’ΤΑΝΑΝ ΝΙΣΤΚΉ,

ΠέΣ ΤΑ ςΥΜΚέςΑ ΣΤΡ’ΤΙΣ. χειμωνικέσια

θαρρείς, αυτός (ο ήλιος) δέν ήθελε να δεί πάνω στην δικήτου αγαπημένη γή όπου οι άνθρωποι περπατούσαν νηστικοί μές τους χειμωνιάτικους δρόμους.

 

β’ι ΣΉΜΥΡ ΜέΡΑ-ΠΑ τΉ Μι’Ζ,

τΉ ΦέΝΙΤ ΤΊΠΥΤ ΛΌΡιΑ,

ΠΣΗΛ’ ΚΥΡΤΎΚιΑ, τέ Αι’Ζ,

ΜΙΣ Π’ΓΥΜ ΣΤΑ ΜΥΡΜΌΡιΑ.

          αλίμονο, σήμερα ούτε μέρα μοιάζει, (αυτή η μέρα δέν μοιάζει σάν μέρα:) δέν φαίνεται τίποτε ολόγυρα, ψηλά νιφάδες (αιωρούνται), καίει το αγιάζι, εμείς βαδίζουμε προς τα μνήματα (νεκρώσιμη πομπή για τον παππού που πέθανε).

 

ΛΊΓΥΣ ΒΑΡι’ΧιΑ ΚΗ ΠΥΠ’,

ΛΊΓΥΣ ΚΗΛΣΉιΑΣ ΧΤΊΠΥΣ.

ΜΙΣ Π’ΓΥΜ ΠΉΣΥ-Τ ΣΥΠΑΧΤΚ’,

ΖέΡ ΦΑΝΙΡ’ ΛΕΣ ΤΊΠΥΣ?

          χωρίς λάβαρα και παπά, χωρίς εκκλησίας (καμπάνας) χτύπους. εμείς βαδίζουμε πίσωτου (=πίσω απο το νεκρό) σιωπηλά, μήπως φανερά μπορείς να πείς τίποτε; 

 

ΚΑΝΊΝΑ ΜΌΝΥ ΝΔΥ ΧΑΡ’ΚΣ, κανείνα μόνο εν τω χαράξεις

ΟΤ ΖΎΜΗ ΠΑΡΑΚ’ΤΑ, οτι ζούμε παρακάτα,

ΦΣΥΝΓΚΎΝΙ ΠέΡΝΙΣε, ΖΜΥΝ’Σ, σφογγούνε, παίρνουνε-σε, λησμονάς

ΈΜ Τ Μ’ΝΑ-Σ, ΈΜ ΤΥΝ Τ’ΤΑ-Σ. |hΕΜ| τη μάνα-σου, |hΕΜ| τον τάτα-σου.

          σε κανέναν μόνο με το να υποδηλώσεις οτι ζούμε κάπως κατώτερα, σε «σκουπίζουν», σε παίρνουν (και) ξεχνάς και τη μάνασου και τον πατέρασου.

 

ΤΕΚ Β’ΒΑ-Μ ΤΥ ΔΑΎς ΜΑΚΡ’,

ΛΌΝ ^Κ’Λ\ΜΗΥΣ ΤΟ δΑιΝΙΝ.

ΤΑ ΛΌιΑ-τσ ΉΤΑΝ ΠΥΝΙΤ’,

ΤΥΝ ΔέΔΑ-Μ ’ιτσ ΜΑΝΓΚΡ’ιβΗΝ:

          μόνο της γιαγιάςμου η φωνή μακριά κατα μήκος του (ποταμού) Κάλμιους (η φωνήτης) πήγαινε. τα λόγιατης ήταν λυπητερά, στον παπούμου έτσι κραύγαζε:

 

-ΣΉ, ΚΌΣΤΑ, ΉΣΝΙ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ,

Κε ΓΌ-ΠΑ ΣΥΡΒΑΔζ’βΑ.

Κε ΉΧΑΜ ’ΛΓΑ, βΌιδΑ ΜΙΣ,

ΠΎ ΕΝ, ΠΎ ΈΝ, ΠΎ δ’βΑΝ?

          -«εσύ, Κώστα, ήσουν κύριος, και εγώ κυρία. και είχαμε άλογα, βόδια, πούν’τα, πού είναι, πού πήγαν;»

 

ΜΙΣ ΉΧΑΜ ΤΌΠΥ, Κε ΧΥΤΡ’,

ΜΕΓΌΛΑ ΚΑΛΥΖΌιΑ.

ΑΣ ΣΠΉΤ ΣΥΡέΦΚΑΝΔΑΝ ΝΤ ΧΑΡ’,

ΤΑ ΌΛΑ-ΜΑΣ ΤΑ ΣΌιΑ.

          είχαμε τόπο (γή) και αγρόκτημα, μεγάλες ευημερίες. στο σπίτι μαζεύονταν με χαρά όλοιμας οι συγγενείς.

 

Κε ΤΌΤΙΣ Κ’τσΜΥ τΉςΗΣ ΣΉ,

ΑΝΔΥ ΗΛ’Λ Ν ΚΑΡδΊιΑ,

ΣΗΛι’ιβΗΣ ΚΌΖΜΥ ΑΝ Τ ΣΑιΓΉ

βΑι Θέ-ΜΥ ΠΑΝΑΉιΑ.

          και τότε άπραγος δέν έμενες, με έντιμη καρδιά προσκαλούσες κόσμο και τους φερόσουν με σεβασμό, άχ Θεέμου, Παναγία!

 

ΑτΉ, ΑδΌ, Τ ΣΤΟΡΌζΚΑ ΣΜ’, εκεί, εδώ τη сторожка σιμά, (сторожка =σκοπιά, παρατηρητήριο)

βΑι Σ βΣΉΓΑΝΙ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Μ.

βΑι ΑΠΑΡ’ΧΥΤ, ΤΌΣ ΝΥΜ’Τ!

ΚΡΗΜΖΜέΝ, ιΑΝΔΑ δΙΜ’ΤιΑ.

          εκεί, εδώ, στη σκοπιά κοντά, -άχ, να σβήνανε τα μάτιαμου (να μήν έβλεπα)- αλίμονο, άθαφτοι, τόσα άτομα, πεσμένοι κάτω σάν δεμάτια.

 

δΟ ΠέΦΤΝΙ ι’ςΚΑ ΚΥΡΑΣέΣ,

ΗΝΈΚΗΣ, ’ΝΔΡ, ΠεδΊιΑ.

ΤΡΑβΎΝ ΚΗ ΠέΡΥΝΙ ΧΑΠέΣ,

ΤΑ Κ’ΤΙΣ Κε ΤΑ ςΚΛΊιΑ.

          εδώ κείτονται νέες κοπέλες, γυναίκες, άντρες, παιδιά. τραβούν και παίρνουνε κομμάτια οι γάτες και τα σκυλιά.

         

ΝΑ δΊ ΚΑΝΊΣ ΜΗ ΚΑΤΑΣΌΝ

τΉ ΖΜΌΝΣΑΤΥ ΓΟ ΚΌΜΑ,

ΜΙΣ δ’βΑΜ τΗ, ΠΑΣ ΣΠΡΎτσΚΥ ςΌΝ,

ΠΥ Μ’βΡΖΗΝ ΦΎΓΥ ΧΌΜΑ. υγρό (σχετικό με το γερμανικό feucht)

          να δεί κανείς να μήν προλάβει (=όσο ζεί κανείς να μή δεί τέτοιο πράγμα:), δέν το ξέχασα ακόμη: πήγαμε εκεί, πάνω στο άσπρο χιόνι όπου μαύριζε υγρό χώμα. (=πήγαμε σε ένα σημείο όπου πάνω στο άσπρο χιόνι μαύριζε υγρό χώμα)

 

Χ ΣΤΟΡΌζΚΑ ΠΉΣΥ, ΛΌΝΔΥ ΞΉΡ,

ΜΊΣ ΈΚΛΥΣΑΜ ΞΥΛ’ΧΚΑ, κουτσαίνοντας, κούτσα κούτσα |ΞΟΛΑQ|= κουτσός, ανάπηρος.

ΚΥΡΜΉΣ ΠΥΛ’ ΤΥ Τ’ΠΤΑΧΗΡ,

δΟ ςΞΌΠΑΣΗΝ ΞΥΠΛ’ΧΚΑ |ΞΙΠΛΑQ|= γυμνό.

          απο τη σκοπιά πίσω, κατα μήκους του ίχνους (που βλέπαμε πάνω στο χιόνι) απο γύρω πήγαμε κούτσα κούτσα, κορμιά (νεκρά) ο όλεθρος εδώ σκέπασε γυμνά.

 

τΉ ΣΤΊΚΗΤ ’ΝΙΜΥΣ. ΤΥ ΔζΎΤ, джут

ςΥΡΉΖ, ςΥΡΉΖ Τές ’ΚΡΑ.

ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ Β’ΒΑ-Μ ΤΥ ΤΑΒΎΤ

ΚΗ ΉΛΙΝ ΑΝΔΥ δ’ΚΡΥ:

          δέν σταματάει ο άνεμος. η θύελλα σφυρίζει, σφυρίζει ατελείωτα. αγκάλιασε η γιαγιάμου το φέρετρο και έλεγε με δάκρυ:

 

-ΠΎ, ^ΚΌΣΤΑ, ΦΉΚΗΣ-ΜΑΣ ΚΗ δ’ιΣ,

Κε ΜΊΣ-ΠΑ ΤΊ ΘΑ Κ’ΜΥΜ?

β’ι, Θέ-ΜΥ, Μ’Σ-ΠΑ ΤΊ ΜΑΣ ΦΛ’ι,

ΑΧ Ν ΠΉΝΑ ΘΑ ΠΥΘ’ΝΥΜ.

          -«πού, Κώστα, μας άφησες και πάς, κι εμείς τί θα κάνουμε; βάι, Θεέμου, και εμάς τί μας περιμένει, απο την πείνα θα πεθάνουμε.

 

ΑΣ ΣΠΉΤ ΧΑΠέτσΑ τέΝ ΠΣΥΜΉ,

ΝΈ βΎΤΡΥ ΚΗ ΝΈ ΚΡέιΑΣ.

β’ι, ^ΚΌΣΤΑ, Κ’ΜΗ ΤΌΠΥ ΣΗ,

ΑΣ ΠέΣΥ ΑΣ Τ ΜΑΡέιΑ-Σ.

          στο σπίτι (ούτε) κομματάκια δέν υπάρχει ψωμί, ούτε βούτυρο ούτε και κρέας. βάι, Κώστα, κάνε(μου) τόπο να ξαπλώσω δίπλασου!

 

ΤΥ δΎΓΝΙ Τ ΜΉΡΑ, ΤΑ ΜΑΛ’ι,

ΑΣ ΤΥ ΚΟΛΧΌΖ ΣΤΥ ΚΌΜΑΣ,

ΤΟ ΈΝ ΜΑΓ’ΡΑ, ι’ΝΔΥ Λ’ι,

τΉ ΠέΡΣ-ΤΥ ΠέΣ ΤΥ ΣΤΌΜΑ-Σ.

          εκείνη που δίνουν η μερίδα, τα (λεγόμενα) «μαλάι», στο κολχόζ το δικόμας, είναι σκέτη ακαθαρσία, (είναι στη γεύση) σάν αλισίβα (σταχτόνερο), δέν μπορείς να το βάλεις στο στόμασου».

 

ΤΥ ΚΛ’ΠΣΜΥ-τσ δ’ιΝ ΛΟΝ ΤΥ ΠΥΤ’Μ,

Κε ΠέΣ ΤΥ ΔζΎΤ ΔΑΓΛΈΦΤΙΝ.

ΑΣ ΣΠΉΤ ΜΙΣ ΉΡΣΑΜ, β’ι ΑΝΑΜ,

Αιτσ ΔέΔΑ-Μ ΤΟΤ ΣΧΥΡέΦΤΙΝ.

          ο θρήνοςτης πήγε κατα μήκος του ποταμού και μές τη θύελλα σκορπίστηκε. στο σπίτι γυρίσαμε, άχ μάναμου, έτσι ο παππούςμου τότε συγχωρέθηκε.

 

ΣΤΥ Δζ’ΝΑς ΤΡΉΜΑ ΝΔΥ ΚΡΥΜδΊτσ, (Δζ’ΝΑς δέν είναι απο |ΞΑΝΑQ|= σκεύος, αλλα |ЏΑΝ-ΑςΙ|= τροφή για επιβίωση)

ΜΑΈΡΗΠΣΗΝ ΜΑΝΊτσΑ-Μ,

Α ΤΊΝΑ ΈΣΚΑΦΤΑΝ, ΑΤΊτσ,

ΧΑΠΤΡ’ιΣΑΝ Π ΈΝΑ ΠΤ\ΊτσΑ.

          για φαγητό επιβίωσης, τρίμμα με κρεμμυδάκι μαγείρεψε η μανούλαμου, και σ’εκείνους που έσκαβαν (για να θάψουν τον παππούμου), τους έδωσαν να πάρουν μιά μπουκιά.

 

ΣΤΥ ΘΊΜιΑΖΜΥ, ΜΙΣ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ,

ΝΔΑ ΠΉΓΑΜ ΣΤΑ ΜΥΡΜΌΡιΑ,

τιΥΝΎΡιΑ ΛΈςΑ τΉ, ΑδΌ,

ΠΥΛ’ ΔΑΓΛΈΦΤΑΝ ΛΌΡιΑ.

          για θυμιάτισμα εμείς το (άλλο) πρωινό όταν πήγαμε στα μνήματα, καινούργια πτώματα, εκεί, εδώ, πολλά είχαν σκορπισθεί ολόγυρα.

 

Κε Π’Σ ΤΥΝ ΔέΔΑ-Μ, (ΉΣ ΜΗ ΣΌΝ!)

ΠΑΡ’ΧΥΣΑΝ ΒΑΛ’ιδΑ

ΦτιΑΛΊΞΑ ΤΡΉιΑ, ΠΚ’Χ ΤΥ ςΌΝ,

ΘΑΡΉΣ, ΖΔΑΝ’ ΑβΛ’ιβΑΝ. παραμόνευαν, κοίταζαν

          και πάνω στον παππούμου (κανείς να μή φτάσει (να δεί τέτοιο πράγμα)!) παράχωσαν παιδάκια (δηλαδή νεκρά, τα άφησαν, πάνω στου παππού το μνήμα, και τα σκέπασε το χιόνι). κεφαλάκια τρία (πρόβαλλαν) απο κάτω απο το χιόνι, θαρρείς ζωντανά (ήταν και) κρυφοκοίταζαν.

 

Κε Τ’ΤΑ-Μ ΈΚΑΜΗΝ ΞΑΡ’,

ΤΟΣ ΖΓ’ΛΚΣΗΝ ΦΎΓΥ ΧΌΜΑ, σκάλιξε

βΑΘέιΑ ςΞΌΠΑΣΗΝ ΤΑ ΜΚΡ’,

β’ι τΗ ΖΜΥΝΎ-ΤΥ ΚΌΜΑ.

          και ο πατέραςμου έκανε τρόπο, σκάλιξε υγρό χώμα, βαθιά (έχωσε και) σκέπασε (με χώμα) τα μικρά, αλίμονο, δέν το έχω ξεχάσει ακόμα.

 

Κε ΑΧ ΑΤΌΤΙΣ, ΧΡΌΝΣ ΠΥΛ’,

’ιτσ ΠέΡΑΣΑΝ βΑΡέιΑ,

Κε ΓΌ, ΚΑΡδΊιΑ-Μ, τΉ ΗΛ’,

ΝΔΑ ΚΛΌΘΥ ΤΌ ΜΑΡέιΑ.

          και απο τότε χρόνια πολλά έτσι πέρασαν δύσκολα, και εμένα η καρδιάμου δέν γελά όταν γυρίζω σε εκείνο το μέρος.

 

Κε Β’ΒΑ-Μ Ξ’ΛΚΑ δ’ιΝ ΑτΉ,

ΣΤΥΝ ΔέΔΑ-Μ ΠΗΣΑΛΊΝΑ.

β’ι τέ ΚΑΡδΊιΑ-Μ Κε ΠΥΝΊ,

ΟΤ ΠέΘΑΝΑΝ ΑΧ Ν ΠΉΝΑ.

          και η γιαγιάμου γρήγορα πήγε εκεί, τον παππούμου καταπόδι ακολουθώντας. άχ, καίει η καρδιάμου και πονά, γιατί πέθαναν απο την πείνα.

 

ΟΤ ΠέΘΑΝΑΝ ΛΊΓΥΣ ΑΖΉΧ,

ΛΊΓΥΣ ΠΣΥΜΉ ΣΤΥ έΡΥΣ.

ΒΑΡΌ, ΤΙ ΉΧΑΝ ΣΥΡΒΑΔζΛΊΧ,

ΜΑ ΠΉΡΑΝ-ΔΥ ΧΤΑ ςέΡΑ.

          γιατί πέθαναν χωρίς καθόλου αγαθά, χωρίς ψωμί στα γεράματα(τους). αγαπητέμου, αυτοί είχαν κυριότητα (=περιουσία, νοικοκυριό), αλλα (τους) την πήραν απο τα χέρια.

 

ΑΣ Π’ι ΑΚ’ΤΥ ΤΌ Τ τΗΡΌ,

ΝΑ ΜΉ ΗΡΉΖ ΚΑΜΉιΑ,

ΤΥ ΉΤΥΝ Ν ΠΉΝΑ ΦΥβΗΡΌ,

ΑΤΌΤ, ΣΤΑ ^ΤΡΑΝΔΑΤΡΉιΑ.

          να πάει κάτω (=να χαθεί) εκείνη η εποχή, να μή γυρίσει ποτέ, που ήταν η πείνα φοβερή τότε στα (19)33.

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ 03.05.87.

 

ΗβδΥΜΉΝΔΑ ΠέΝΔΙ. εβδομήντα πέντε

1.

ΜέΡΑ Σ ΜέΡΑ, ΧΡΌΝΥ Σ ΧΡΌΝΥ,

ΤΥ ΞΗΡ’ι-Μ ΠΑΝι’, ζαρώνει

Κε ΝΥΝΊΖΥ: ΤΊ τΗΜΌΝΥ

ΈΣΣΑ ΑΣ Ν ΔΥΝι’?

          απο μέρα σε μέρα, απο χρόνο σε χρόνο, το πρόσωπομου ζαρώνει. και συλλογίζομαι: για ποιό σκοπό έζησα στον κόσμο;

 

ΗβδΥΜΉΝΔΑ ΠέΝΔΙ ΧΡΌΝιΑ,

ιΌΜΥΣΑ ΓΟ ΦέΤ.

ΝΔΑ ΧΑΡέΣ Κε ΑΝ ΤΑ ΠΌΝιΑ,

ΈΣΣΑ-ΤΑ, ΗΛΒεΤ.

          εβδομηντα πέντε χρόνια συμπλήρωσα φέτος. με χαρές και με πόνους τα έζησα, βέβαια.

 

ΑΝ ΤΑ ΉΜΝΙ ΒΑΛΑδΉτσΑ,

ΉΤΥΝ ΠΣέΣ, ΘΑΡΉΣ!

Θ’ΡΝΑ ΈΝΑ ΈΝ ΣΤΡΑΤΊτσΑ –

ΜΌΝΥ ΝΑ ΡΗΣΤΊΣ.

          τότε που ήμουν μικρό παιδάκι, ήτανε χτές, θαρρείς! νόμιζα πως ένας υπάρχει δρόμος (στη ζωή): μόνο το να παίζεις.

 

Ν ΤΑ ΠεδΉΞΑ ΧΑΤΑΛ’ιβΑ,

ΤΟΤ ΓΟ ΌΣ ΑΡΓΌΣ.

Ν ΤΑ ΧΑΡέΣ, Ν ΤΑ ΧΥΡΑΤ’ιδΑ,

ΠέΡΝΑΝΙΝ τΗΡΌΣ.

          με τα παιδάκια έτρεχα απο’δώ κι απο’κεί τότε μέχρι αργά (το βράδυ). με χαρές, με αστεία, περνούσε ο καιρός.

 

Σ ΤΥ ΠΥΤ’Μ, ι’Ν ΤΑ ΠΑΠΉΞΑ,

ΈΦΤΑΓΑΜ ιΑΛΔ’ι. κολύμπι;

Α ςΥΜΚ’ Ν ΤΑ ΞΑΝΑδΉΞΑ,

ΈΦΤΑΓΑΜ ΚΑΞ’ι.

          στο ποτάμι σάν παπάκια κάναμε κολύμπι. ενώ το χειμώνα με τα σκαφάκια κάναμε χιονοδρομίες.

 

Σ ΣΠΉΤ Ν ΤΑ ΉΡΖΑ, ΑδΟ Μ’ΝΑ-Μ,

ΉςΗΝ-ΔΥ ΧΑΡ’:

ΜέΝΑ ΤΙ ΑΝΓΚ’ΛΖΗΝ ’ΜΑ,

ΧΛΊτσΚΑ, τές ΞΑΡ’.

          στο σπίτι όταν γύριζα, τότε η μάναμου το είχε χαρά: με αγκάλιαζε αμέσως, με θέρμη, απερίγραπτα.

 

Κε ΣΗΠ’ιβΗΝ Χ ΤΑ ΜΑΛΊιΑ –

ΤΥ τσΙΜΒΡΌ-Μ ΤΥ Φτι’Λ. σγουρό

β’ι, τΗ ΠέΡ ΑΤΟ ΖΜΥΝΊιΑ,

Π’Λ ΝΥΝΊΖΥ Π’Λ.

          και (με) χάιδευε στα μαλλιά – το σγουρόμου κεφάλι. άχ, δέν παίρνει αυτό λησμονιά, πάλι το φέρνω στο νούμου (και) πάλι.

 

Μ’ΝΑ, ΠΎ ΗΣΗ ΑΤΌΡΑ?

ΈΛΑ ΑΣ ΤΙ Μ’Σ!

Τ\Μ’ΣΗ ΤΊΝΞΚΑ ΌΚΣΥ ΧΤ ΧΌΡΑ,

Τ’ΤΑ-Μ ιΑΝΑς’-Σ.

          μάνα, πού είσαι τώρα; έλα σε μάς! κοιμάσαι ήσυχα έξω απο το χωριό, ο πατέραςμου δίπλασου.

 

ΓΌ-ΠΑ ’ΡΤΑ ΉΜΗ έΡΥΣ,

ΈΚΑΜΑ ΤΑιΦ’.

Ν ΤΑ ΝΥΝΊΖΥ ΣέΝΑ – ςέΡΥΜ,

ΚΛΈΓΥ-ΠΑ ΚΑΡΦ’.

         κι εγώ πιά είμαι γέρος, έχω κάνει οικογένεια. όταν σε σκέφτομαι χαίρομαι, αλλα και κλαίω κρυφά.

 

ΜέΝΑ τΉΠΗΣ ΣΗ ΚΑΜΉιΑ,

’ΤΧΥ ΛΑΧΑΡΔΊ.

ΉςΗΣ ΣΗ ΦΤΙΝΌ ΚΑΡδΉιΑ,

ΓΛΌΣΣΑ-ΠΑ ΓΑΛΤΉ.

          δέν μου είπες εσύ ποτέ σκληρό (άπονο) λόγο. είχες λεπτή καρδιά, καθώς και γλώσσα γλυκιά.

 

Σ’ιβΑΝ ΣέΝΑ, ΛΊΓΥΣ ΧΌΡΖΜΥ,

ΌΛ ΠεΣ Τ ΜΑΧΑΛ’.

ΣΉ-ΠΑ Σ’ιβΗΣ ΌΛΣ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ,

ΑΧ ΑΤΊτσ ΠΥΛ’.

          σε σέβοντας ανεξαιρέτως όλοι στη γειτονιά. και σύ επίσης σεβόσουν όλους τους ανθρώπους, απο εκείνους (= απο ό,τι εκείνοι εσένα) περισσότερο.

 

ΜΉιΑ τΉΠΗΣ «ιΌΧ» ΚΑΝΊΝΑ,

Ν ΉΡΤΙΝ ΣΤΥ ΧΡΑΣΉΜ. (το ΧΡΑΣΉΜ λαϊκώς ετυμολογούνταν απο το «χρειάζεται», κατα τη γνώμημου η αρχική ετυμολογία είναι απο το αρχαίο χράω= δανείζω φιλικά)

ΉΣΝΙ ΉΤΜΥΣ Κ’ΘΑ ΉΝΑ,

ΣΉ ΝΑ Κ’ΜΣ ιΑΡΔΊΜ.

          (ούτε) μία φορά δέν είπες «όχι» σε κανέναν που να ήρθε για να δανειστεί κάτι. ήσουν έτοιμη (πρόθυμη) σε κάθε άνθρωπο να προσφέρεις βοήθεια.

 

βέΓΛΖΗΣ Π’ΝΥ-ΤΙΝ ΣΗ ςέΝΚΑ,

β’ι, ΚΑΛΌ ΖΑΜ’Ν.

β’ι, ΜΑΝΊτσΑ-Μ, ^ιΌΡΗ ^ΛΈΝΚΑ,

β’ι, ΚΑΛΌ ΗΣ’Ν.

          τους κοίταζες (τους ανθρώπους) χαρούμενα (=χαιρόσουν που τους έβλεπες), άχ, ωραία εποχή. βάι, μανούλαμου, Γιώρη Λένκα, ώ, καλόψυχη γυναίκα.

 

ΔΡές ΤΥ τΉΜΑ ΠΗΣΑΛΊΝΑ,

ΛΊΓΥΣ ΉΡΖΜΥ Π’ι.

’ιτσ, δΑιΣ ΣΉ-ΠΑ, τΉΣΗ ΒδΗΝΑ,

’Ν ΗΡέβΣ ΜΑΝΓΚΡ’ι.

τρέχουν τα κύματα το ένα πίσω απο το άλλο, χωρίς επιστροφή πηγαίνουνε. έτσι έφυγες κι εσύ, δέν είσαι πουθενά, - άν θέλεις φώναζε, τσίριζε (δέν ωφελεί).

 

ΈΧΥ ΓΟ ΠΥΛΊΣ ΝΑ Χ\έΠΣΥ,

Ν’ΣΑ ΌΣ ΝΑ Π’ΡΣ,

ΓΟ ΤΥΝ Τ’ΤΑ-Μ ’Σ ΑΝΓΚέΠΣΥ –

ΉΤΥΝ ΤΟΣ ΠΑΛΚ’ΡΣ.

          έχω πολλούς (για τους οποίους) να λυπηθώ, ανάσα ώσπου να πάρεις. τον πατέραμου ας αναφέρω, ήτανε παλληκάρι.

 

2.

Τ’ΤΑ, Τ’ΤΑ, ^ΝΈΣΤΙΡΣ ^ιΌΡΗ,

ΣΧΥΡΗΜέΝΥΣ – ΖΉΣ!

ΣέΝΑ ΉΚΣΗΡΑΝ ΠεΣ Τ ΧΌΡΑ,

ΉΣΝΙ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ!...

          πατέρα, πατέρα, Νέστορα Γιώρη, συγχωρεμένος (είσαι, και όμως) – ζείς! σε ήξεραν μέσα στο χωριό, ήσουνα νοικοκύρης!

 

ΉςΗΣ ΤΌΠΥ, ’ΛΓΑ, βΌιδΑ,

ΉςΗΣ-ΠΑ ΧΥΤΡ’.

ΑΚΥςΚ’ΤΑΝΔΑΝ ΤΡΑΓΌιδΑ,

ΠΛΊ, ΠΑΣ ΤΑ δεΝΔΡ’.

          είχες γή, άλογα, βόδια, είχες και αγρόκτημα. ακούγονταν τραγούδια πουλιών πάνω στα δέντρα.

 

ΜέΡΑ ΝΊΧΤΑ ΈΦΤΑιΣ δΛΊιΑ,

ΜΊΣ-ΠΑ ιΑΝΑς’-Σ,

ΜΊΣ – ΤΑ ΤΈΣΗΡΑ-Σ ΠεδΉιΑ,

ΉΜΝΑΣ ΤΟΤ Τ ΑΡΧ’-Σ. (|ΑΡQΑ|= πλάτη, υποστήριξη, κατα το κοινό: «κάνω πλάτες σε κάποιον» =υποστηρίζω κάποιον, του φυλάσσω τα νώτα)

          μέρα  νύχτα εργαζόσουν, και εμείς στο πλάισου. εμείς, τα τέσσερασου παιδιά, ήμασταν τότε «πλάτες»σου.

 

ΝΔΑ βΥδΉΞΑ ^Σ’ςΑΣ βΚ’ΛΝΙΝ, κουβάληνεν,

Ξ’Χ ΧΤ ΧΥΤΡ’ ΤΑςΌβ. (|ΤΑς|= πέτρα, αλλα αυτό μάλλον είναι απο το τουρκ. |ΤΑςΙ|- =κουβαλώ, άρα ΤΑςΌβ =φορτίο)

ΠΉΣΥ-Τ ΓΟ ΤΙΡΝ’ιβΑ δ’ιΝΑ –

τέΦΤΑΓΑ ΧΑΡΌβ. (ΧΑΡΌβ ίσως απο το π.τουρκ. #ΑΡΙ= γέρος, παραγόμενο ρήμα= αργοπορεί).

          με τα βοδάκια ο Σά$ας (= ο μεγαλύτεροςμου αδερφός) κουβαλούσε ακόμη κ απο το αγρόκτημα φορτίο. πίσωτου μαζεύοντας πήγαινα, δέν χρονοτριβούσα.

 

ΑΝ ΤΑ δ’ιΝΑΜ ΝΑ ΦΥΡΤΌΣΥΜ,

ΚΑΛτΗΡΝΌ ΖΑΜ’Ν,

ΉΛΙΝ: «Μ’ ΚΟΛ, ΌΣ ΝΑ ΣΌΣΥΜ, (|ΚΟΙΛ|- =προσδένει, ζεύει. η έκφραση «Μ’ ΚΟΛ» μοιάζει να είναι παράγγελμα στα βόδια να σταματήσουν).

ΑΣ Τ ΧΥΤΡ’, ΣΤ ΑΖ’Ν.

          όταν πηγαίναμε να φορτώσουμε, καλοκαιρινή εποχή, έλεγε: «στάσου λίγο, μέχρι να φτάσουμε στο αγρόκτημα, στα χωράφια,

 

ΓΟ ΚΑΤΛΙΓΥ ΑΣ ΝΙΣΤΑΚΣΥ,

Δ’ΛΙΠΣΑ ΤΙΚΜΉΛ,

τέΧΥ ΓΟ τΗΡΌ ΝΑ ΦΛ’ΚΣΥ –

Σ Π’ΡΥ ΓΟ ΜΗΖΗΛ». |ΜΕΝΖίΛ|= άδεια.

          εγώ λιγάκι άς γείρω να κοιμηθώ, κατανύσταξα, δέν έχω ώρα να περιμένω (= δέν μπορώ να το αναβάλω) – ας πάρω την άδεια».

 

Τ βΉτσΑ ΠέΡΗςΚΑ ΤΌ Τ ΌΡΑ,

τέΝ ΑδΌ ΝΑ ΦΛ’ΚΣ,

ΌΣ Τ ΑΖ’Ν-ΜΑΣ, Ξ’Χ ΑΧ Τ ΧΌΡΑ,

ΠΉΓΑΝΑ Τ ΑΜ’ΚΣ.

          τη βίτσα έπαιρνα εκείνη την ώρα, δέν είναι εδώ να περιμένεις, ώς τα χωράφιαμας, ήδη απο το χωριό, πήγαινα το αμάξι (=κάρο).

 

ΤΑ βΥδΉΞΑ ΔΑΛΙΜέΝΑ,

ΤΡ’βΑΝΑΝ ΤΥ ΖΓΌ.

- ΣΌΠ-τσΑΒΈ! ΦΚΡΗΘέΤ ΣΗΣ ΜέΝΑ! –

ΧΎΛΖΑ Π’ΝΥ ΓΟ.

          τα βοδάκια ναρκωμένα απο νύστα, τραβούσαν το ζυγό. «σόπ – τσαμπέ! ακούτεμε!» φώναζα (στα βόδια) απο πάνω εγώ.

 

ΜΉ ΘΑΡΉΤ, ΓΟ ΉΜΗ ΜΚΎτσΚΥΣ,

ΣΉΣ ΝΥΝΊΣΗΤ ΤΟ:

ΣΉΜΥΡ ΓΟ ΤΙΚΜΉΛ, ΤΙΚΜΎτσΚΑ,

ιΌΜΥΣΑ ^ΥΧΤΌ!

          μή θαρρείτε πως είμαι μικρούτσικος, βάλτετο στο μυαλόσας: σήμερα εγώ τελείως, τελειότατα, συμπλήρωσα τα οχτώ! (χρόνια της ηλικίαςμου).

 

ΣΉ-ΠΑ βΚ’ΛΝΙΣ ΑΝ ΤΑ ΑΛΓΉΞΑ,

^ΚΌτιΑΣ ιΑΝΑς’-Σ.

ΖΒΎδΑΖΗΣ ΤΑ ΚΑΞΑΝΊΞΑ, (κατα τα συμφραζόμενα: θημωνιές. στα βλάχικα κοτσάν =κράμβη, λάχανο).

ΣΤ ΧΌΡΑ ΝΑ ΚΑΤβ’ΣΣ.

          και σύ (=ο πατέρας) κουβαλούσες με τα αλογάκια, ο Κώκιας (= ο μεγαλύτερος αδερφόςμου) στο πλάισου. βιαζόσουνα τις θημωνιές στο χωριό να κατεβάσεις.

 

τΉςΗΣ ΉΞ-ΠΑ ΣΗ ΦτΗΡΉιΥ,

ΤΥ ΑΖ’Ν-Σ ΜΑΚΡ’

β’ι, ΜΑΡέ, ΜΑΚΡΗΣΤΡΑΤΊιΥ,

Ξ’Χ Χ  ^ΓΑιΤ’Ν Τ ΧΥΤΡ’

          δέν είχες καθόλου ελεύθερη ώρα, το χωράφισου (ήταν) μακριά. έ, μωρέ, μακρύς δρόμος, ήδη απο του Γαϊτάν το αγρόκτημα.

 

ΑΝ ΤΑ ΉΤΑΝ ΤΑ ΚΑΞ’ΝιΑ,

ΜέΣΑ ΑΣ Τ ΑΛΌΝ.

Π’Λ ΑΝ’ΝτιΑ – Μ’ΝιΑ-Μ’ΝιΑ,

ΜέΡΑ Π’ι ΚΗ ΚΡΌΝ.

          όταν ήταν οι θημωνιές μέσα στο αλώνι, πάλι ταλαιπωρίες: μάνι μάνι η μέρα (=ο καιρός) αρχίζει και κρυώνει.

 

ΈβΡΑΖΗΝ ΣΤ ΑΛΌΝ ΤΥ δΛΊιΑ,

’ΜΑ ΧΥΝΥςΜ’

Τ ΜέΡΑ ’ιτσ, ΑΜ’ΚςΑ δΉιΑ,

ΈΚΥΦΤΙΣ ΥΖΜ’. |ΟΙΣ_ΜΕ|

          έβραζε στο αλώνι η δουλειά, όμοια με ευχάριστη συναναστροφή (=σύναξη ανθρώπων με αστεία, διασκέδαση). την (κάθε) μέρα έτσι, αμάξια δύο μάζευες γέννημα.

 

Τ ’ςΗΡΥ Σ ΈΝΑ ΜΑΡέιΑ, το άχυρο σ’ ένα μερέα,

δΉΜΑ-ΠΑ ΞΑΡ’Ν δήμα-πα |ΞΑΡΑΝ|.

β’ι, ΜΑΡε, τΗΡΎΣ ΓΑΛΤέιΑ, βάι, μωρέ, καιρούς γλυκέα,

Έ, ΜΑΡε, ΖΑΜ’Ν! έ, μωρέ |ΖΑΜΑΝ|!

          το άχυρο (το βάζαμε) σε μιά μεριά, και τα δεμάτια (απο άχυρο, γινόταν) στίβα. άχ, μωρέ, καιροί γλυκοί, έ, μωρέ, εποχή!

         

Π’Λ ΑΝ’ΝτιΑ – ΤΥ ΑΛΌΝΖΜΥ,

Ές τιΥΝΎΡιΥ ΓΜ’Ρ.

τΉΣΝΙ Κ’ΤΥ ΑΧ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ –

ΈΦΤΑιΣ ΌΛΥ ΤΜ’Ρ.

          πάλι ταλαιπωρίες – το αλώνισμα έχει καινούργιο φορτίο. δέν ήσουν παρακάτω απο τον υπόλοιπο κόσμο, όλο φρόντιζες.

 

Ν ΈΦΤΑιΣ ΠΑ βΑΡΉ ΣΗ δΛΊιΑ,

ΉΚΣΗΡΗΣ δΑΦΤΌ-Σ,

ΟΤ ΘΑ ΈςΣ ΚΑΛΌ ςΜΑδΉιΥ,

ΑΣ Ν ΤΑιΦ’, Σ ΤΥΚΌ-Σ.

          κι άν έκανες βαριά δουλειά, ήξερες ο ίδιος οτι θα έχεις καλό ξεχειμώνιασμα, στην οικογένεια τη δικήσου.

 

Τ’ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ, ΤΑ ΓΑΛΤέιΑ,

δ’βΑΝ Κ’ΤΥ ΉΣ. καταγής

ΑΝ Τ ΑΝ’ΝτιΑ, Ν ΤΑ βΑΡέιΑ,

ΠέΜΝΙΝ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ.

          εκείνα τα χρόνια τα γλυκά, πήγαν κατα γής (=πέρασαν, χάθηκαν). με καταπιέσεις, με βάρη έμεινε ο νοικοκύρης.

 

Ν ΗΡέβΣ ΚΛ’ΠΣΗ, Ν ΗΡέβΣ Ρ’ΝΔΑ,

ΖΜΉΧΤΙΤ ΣΤΥ ΚΟΛΧΌΖ.

Μ’βΡΥ ΜέΡΑ, ΧΡΌΝΥΣ ^ΤΡ’ΝΔΑ,

ςΞ]έΠΑΣΗΝ ΤΥ ΦΌΣ.

          άν θέλεις κλάψε, άν θέλεις χοροπήδα (δέν ωφελεί), σμίξατε (=αφομοιωθήκατε μέσα) στο κολχόζ. μαύρη μέρα, το έτος τριάντα (1930) σκέπασε το φώς. (προφανώς τότε εφαρμόσθηκε ο κακώς εννοούμενος σοσιαλισμός, στου οποίου το όνομα κρατικοποιήθηκαν οι περιουσίες των αγροτών).

 

ΈΦΤΑιΤ δΛΊιΑ ΜέΡΑ-ΝΊΧΤΑ, εύθειαζετε δουλεία μέρα – νύχτα,

ΠΣΗΖΝΙ ΣΥΡΒΑΔζΉδ ψεσινοί |ΞΟΡΒΑЏΙ|δοι.

ΜΑ ΤΥ ΧΡΌΝΥ Ν ΠΗΡΗΛΊΧΤΙΝ, μα το χρόνο εν περιελύθη,

ΉΣΝΙτς Π’Λ ΒΟΡΞΛΊδ. ήσουνεσθε πάλι |ΒΟΡΞ_ΛΙ|-δοι.

          κάνατε δουλειά μέρα νύχτα, χθεσινοί νοικοκυραίοι. μα ο χρόνος όταν ξετυλιγόταν (=τελείωνε), ήσασταν πάλι χρεωμένοι.

 

ΛΌιΑ ’ΤΧΑ ΉΚΣΗΤ ΌΣΑ,

ΠΣΗΖΝΙ ΣΥΡΒΑΔζΉδ ψεσινοί |ΞΟΡΒΑЏΙ|δοι.

«ΤΌ ΤΥ ΠέΜΝΙΝ, ΈΝ ΤΥΚΌ-ΣΑΣ,

ΠέΣ ΤΥ ΚΑΛΑΜΉδ».

          λόγια σκληρά (απάνθρωπα) ακούσατε πόσα, χτεσινοί νοικοκυραίοι. (όπως:) «εκείνο που έμεινε, είναι δικόσας, μές την καλαμιά».

 

δ’ιΝΙΣ ΣΤ δΛΊιΑ ΣΗ ΝΙΣΤΚΎτσΚΥΣ –

ΟΦτΗΡΥ ΤΥβΡ’. εύκαιρο |ΤΟΡΒΑ|

ΤΈΚΑΣ ΉΜΝΙ ΤΌΤΙΣ ΜΚΎτσΚΥΣ,

ΈΧΥ-ΤΥ ΗΡ’.

          πήγαινες στη δουλειά σχεδόν νηστικός, (με) άδειο ταγάρι. άν και ήμουν τότε πολύ μικρός, το έχω (ψυχικό) τραύμα.

 

ΑΣ ΤΥ ΞΌΛ ΜΙΣ δΉ-ΜΑΣ δ’ιΝΑΜ,

ΠέΣ ΤΑ ΚΑΛΑΜδέΣ,

ΞΑΡΑΝΊΞΑ ΜΙΣ ΧΑΔΡ’ιβΑΜ –

ΠΗΝΚΥΤΚΑ ΦΥΛΈΣ.

          στην εξοχή εμείς οι δυόμας πηγαίναμε, μές τις καλαμιές μικρές συστάδες (απο σιτάρι κλπ) ψάχναμε - ποντικίσιες φωλιές.

 

Π Κ’ΤΥ ΉβΡΗςΚΑΜ ΣΥΔ’ΝΚΑ,

(Κ’ΤΥ Σ Π’ι, Σ ΧΑΘΉ!)

ΉΤΥΝ ΤΟ, ΘΑΡΉΣ-Κε Μ’ΝΚΑ,

ΑΣ ΤΑ Μ’Σ ΦΑΉ.

 

β’ι, ΚΑΡδΉΞΑ-ΜΥ, ΚΑΡδΉιΑ,

ΘέΛΥ, ΜΊ ΖΓΑΛΊΣ

ΤΥ ΖΑΜ’Ν – ΣΤΑ ^ΤΡΑΝΔΑΤΡΉιΑ,

ΤΌΤ ΤΑ ΉδΑΜ ΜΙΣ.

          βάι, καρδούλαμου, καρδιά, θέλω να μή σκαλίσεις εκείνον τον καιρό, στα τριαντατρία (1933), τότε εκείνα που είδαμε εμείς.

 

ΖεΡ ΑΧ Ν ΠΉΝΑ ΜΊΣ ΤΕΚ ΜΌΝΥ,

ΈΚΛΙΓΑΜ ΚΑΡΦ’.

ιΌΧ, ΑΤΌΤΙΣ ΉΡΤΙΝ ΠΌΝΥ,

ΑΣ Κ’ΘΑ ΤΑιΦ’.

          μήπως απο την πείνα εμείς μόνο κλαίγαμε κρυφά; όχι, τότε ήρθε πόνος σε κάθε οικογένεια.

 

ΤΑ βΑΡέιΑ ’ΤΧΑ ΧΡΌΝιΑ,

δ’βΑΝ ΚΑΤΥ ΉΣ.

ΣΉ ΤΑ ΠέΡΑΣΗΣ Ν ΤΑ ΠΌΝιΑ –

ΠΣΗΖΝΌ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ.

          τα δύσκολα, απάνθρωπα χρόνια πήγαν καταγής (=χάθηκαν), εκείνα που πέρασες με πόνους – χτεσινός νοικοκύρης.

 

τέΚΛΙΠΣΗΣ ΧΑΛΠΎΖ ΚΑΜΉιΑ,

ΈΝΑ ΧΤΥ ΚΟΛΧΌΖ.

ΣΉΜΥΡ ΚΛΊΦΤΝΙ, τέΝ ΔΡΥΠΉιΑ –

ΜΗΣΜεΡΉ, Ν ΤΥ ΦΌΣ.

          δέν έκλεψες (ούτε κάν) καρπούζι ποτέ, (ούτε) ένα, απο το κολχόζ. σήμερα κλέβουνε, δέν είναι ντροπή, μεσημεριάτικα, με το φώς.

 

ΣΉ τΉ Μ’ΘΣΗΣ ΜΙΣ ΝΑ ΚΛΈΠΣΥΜ,

ΚΣέΝΥ ΚΑΛΥΖΌι.

δΛΊιΑ Μ’ΘΣΗΣ ΝΑ ΣΑΈΠΣΥΜ:

«ΤΊΣ τΗ Κ’Μ, τΉ ΤΡΌι!...»

          δέν μας δίδαξες να κλέψουμε (κανένα) ξένο (περιουσιακό) αγαθό. τη δουλειά δίδαξες να εκτιμήσουμε: «όποιος δέν παράγει, δέν τρώει!...».

 

ΑΝ ΤΥ ΉΣΥ-ΜΑΣ ΚΑΡδΉιΑ

Κε ΑΝ ΤΥ ΗΛ’Λ,

ΜΊΣ, ΤΑΚ’-Σ ΚΗΡβ’ ΠεδΉιΑ –

τΉΜΑΣ Κ’ΤΥ Χ ’ΛΣ.

          με την ευθύτηταμας και με τιμιότητα, εμείς, τα δικάσου τα ακριβά παιδιά, δέν είμαστε παρακάτω απο τους άλλους ανθρώπους.

 

ΖΎΜ ΝΈ ΠΛΎςΚΑ, ΝΈ ΓΑΡΉΠΚΑ,

ΈΝ ΚΑΛΌ ΖΑΜ’Ν.

Α ΣΉΣ ΈΣΣΗΤ ΑΔζΑΉΠΚΑ,

ΣΉΣ – ΤΥΚΌΣ Τ ΑΧΡ’Ν.

          ζούμε ούτε πλούσια, ούτε φτωχικά, είναι καλή εποχή. ομως εσείς ζήσατε παράδοξα (=όχι όπως πρέπει), εσείς – η δικιάσου ηλικία.

 

ΑΝ ΤΑ δΌδεΚΑ ΓΚΥΜΎςΑ,

ΠέΝΣΗιΑ ΣΤΥ ςέΡ,

δ’ιΣ ΑτΉ, ΠΥ τέΝ ΔΑΎςΑ,

ΖΜΌΝΙΜΥ τΉ ΠέΡ.

          με δώδεκα νομίσματα σύνταξη στο χέρι, έφυγες εκεί όπου δέν υπάρχουν φωνές, λησμονιά δέν παίρνει.

 

ΠέΦΤΣ ΣΗ ΤΊΝΞΚΑ ΌΚΣΥ ΧΤ ΧΌΡΑ,

Μ’ΝΑ-Μ ιΑΝΑς’-Σ.

ΈΝ ΣΤΑ ΜέΝΑ ’ΤΧΑ ΌΡΗΣ,

ΝΔΑ ΑΝΓΚέβΥ ^ΣΑΣ.

          ξαπλώνεις ήσυχα έξω απο το χωριό, η μάναμου δίπλασου. είναι για μένα αλύπητες ώρες όταν σας θυμάμαι.

 

ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΣ, β’ι, Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ,

’ιτσ ΤΥ ΖΉΣΜΥ ΈΝ:

ΧΡ’ΝΚΗΤ <ΧΡ’ςΚΗΤ> ΉΣ ΝΑ ΗΝΙςΚ’ΤΙ,

’ΛΥΣ ΝΑ ΠΥΘέΝ.

          τί να κάνεις, αλίμονο, πάνω στη γή, έτσι η ζωή είναι: πρέπει ένας να γεννιέται, άλλος να πεθαίνει.

 

’ιτσ ΤΥ τΉΜΑ-ΠΑ ΡΑΤΛΊδΚΑ,

ςέΡΗΤ, ΠΛΈβ Κε ΖΉ,

ΌΣ ΝΑ ΔΌΚ ΣΤ ιΑΓ’ ΖΥΡΛΊδΚΑ,

Κε ΝΑ ΔΑΓΛΕΦΤΊ.

          έτσι και το κύμα ξένοιαστα χαίρεται, πλέει και ζεί, ώσπου να χτυπήσει στην ακτή βίαια και να σκορπιστεί.

 

ΜέΝΑ ΦΣΉΓΝ ΚΑΚ’ ΑΧ Τ ΓΎΛΑ,

ΝΔΑ ΝΥΝΊΖΥ ΤΙτσ.

β’ι, ΚΗ ^ΌΛιΑ-ΠΑ, ΝΥΦΎΛΑ-Σ,

ΠέΜΝΙΝ ΜΑΝΑΧΉ-τσ.

          με σφίγγει άσχημα στο λαιμό όταν σκέφτομαι εκείνους. αλίμονο, και η Όλια, η νυφούλασου, έμεινε μόνητης. (ο ποιητής εννοεί τη γυναίκατου)

 

τές ΝΈ Γ’ΚΗΣ, Τ’ΤΑ, Μ’ΝΑ,

ΉΣ Χ Τ ΑδΡέΦιΑ τέΝ.

ΠέΜΝΙΝ ΜΑΝΑΧΉ-τσ ΝΔΑ Γ’ΝΙΣ,

ΌΛ-ΤΙΝ ΠΥΘΑΜέΝ.

          δέν έχει ούτε τους μεγαλύτερουςτης αδερφούς, πατέρα, μάνα, (ούτε) ένας απο τα αδέρφια δέν υπάρχει (πιά). έμεινε μοναχήτης με ουλές (=καημούς), όλοιτους (είναι) πεθαμένοι.

         

τέΝ ΚΗ ιΌ-Σ-ΠΑ, Γ’ΚΑ-Μ ^Σ’ςΑΣ,

(ΉΝΑ-ΉΝΑ ΠέΡ)

ΤΊΧΑΔΑΡ ΑΛΊΓΣΗΝ Ρ’ςΑ,

ΉΣ ΘεΌΣ ΤΥ ΚΣέΡ.

         δέν υπάρχει (πιά) και ο γιόςσου, ο μεγάλοςμου αδερφός ο Σά$ας, (έναν έναν παίρνει (ο θάνατος)). πόσο λύγισε τη ράχη(του), ένας Θεός το ξέρει.

 

ΌΣΑ ΚΎΡτσΗΝ ΤΟΣ, ΑΡΉΣΚΥΣ,

ΠΎΧΝ ΠΑΣ ΤΥ ΚΑΜΒ’ιΝ?...

ΈΣΣΗΝ ΉΣΑ Κε ΤΙΜΉΖΚΑ,

’ιτσ Κε ΉΣΥΣ Δ’ιΝ <δ’ιΝ>.

          πόσο κατάπιε αυτός, ο κακομοίρης, σκόνη στο combine (εργοστασιακό συγκρότημα). έζησε δίκαια και καθαρά, έτσι και δίκαιος έφυγε.

 

Ξ’ΛΚΑ ΓΌ-ΠΑ ΘΑ ΠΥΘ’ΝΥ,

ΠΗΡΗΛΊΝ ΤΥ βΓΚ’Ρ. περιλύη το κουβάρι.

ΝΔΥ ΧΑΉΧ ΘΑ ΈΡΤ, βΑι Μ’ΝΑ –

^Χ’ΡΟΝΣ ΝΑ Με Π’Ρ.

          σύντομα και εγώ θα πεθάνω, ξετυλίχτηκε το κουβάρι. με το καΐκι θα έρθει, άχ μάνα! ο Χάροντας να με πάρει.

 

ΘΑ Με Π’ι ΤΟΣ ΉΣΑ-ΉΣΑ,

Κε ΑτΉ ΘΑ ΣΤΊΚΣ,

ΠΎΧ ΤέΝ ΉΡΖΜΥ ΥΚΣΥΠΉΣΑ,

Χ ΤΥ ΠΥΤ’Μ, Χ ΤΥ ^ΣΤΊΚΣ.

          θα με πάει κατευθείαν και εκεί θα (με) βάλει να σταθώ, απο όπου δέν υπάρχει επιστροφή, απο το ποτάμι το (λεγόμενο) Στύξ.

 

Πέ-Με Τ’ΤΑ, Πέ-Με Τ’ΤΑ,

Ές ΑΣΛΊ ΑΤΟ,

δΌ ΤΥ ΛΈΓΝΙ, Π’Σ ΤΥΝ Π’ΤΥ

ΤΥ ΦΑΣΑΛΙΤΌ?

          πέςμου πατέρα, πέςμου πατέρα, έχει αλήθεια εκείνο, εδώ το οποίο λένε, πάνω στη γή, η λαϊκή παράδοση;

 

ΗΜΗς, ΛΈΓΝΙ Τ\ Κ’ΤΥ ΚΌΖΜΥΣ, |ίΜΗς|, παλιά |ΕΡΜΗς|= «λένε πως είναι, πως υπάρχει».

ΖΎΝ Κε ΌΛ ΠΡΑΤΎΝ,

ι’Ν Τ ΑδΡέΦιΑ, ΛΊΓΥΣ ΧΌΡΖΜΥ,

ΌΛ-ΠΑ ΈΝΑ ΖΎΝ.

         υπάρχει, καθώς λένε, εκει κάτω κόσμος, ζούν και όλοι περπατούν, σάν αδέρφια, δίχως διακρίσεις, όλοι μαζί ζούν.

 

- β’ι, ^ΛΙβΌΝΚΑ, ιΌΧ, ^ΛΙβΌΝΚΑ,

ΜΊ ΚΑΝΊΝΑ ΠΣΤΈβΣ,

ΣΤΉΧιΑ ΓΡ’Φτσ ΚΑΛ’ Κε ΌΝΚΑ, |ΟΝ|= ωφέλιμο, ευεργετικό.

ΤΎΤΥ-ΠΑ ΣΤΥ ΚΣέΡΣ:

          -«άχ, Λεβόνκα, όχι, Λεβόνκα, μή κανέναν πιστεύεις. ποιήματα γράφεις ωραία και καλά, αλλα κι αυτό να ξέρεις:

 

ΤΌΣ, ΤΙΣ τέΖΝΙΝ ΑΝ ΤΥ ΉΣΥ,

ΉΤΥΝΙ ΗΠΣΉΖΣ,

ΜέΡΑ-ΝΊΧΤΑ βΡ’Ζ ΠέΣ Ν ΠΉΣΑ –

τέΤΙ Κε ΜΑΝΊΖ.

          εκείνος που δέν ζούσε με τη δικαιοσύνη, ήτανε αδιάντροπος, μέρα νύχτα βράζει μές την πίσσα, καίγεται και μανίζει.

 

ι’ ΑΤΌΣ, ΤΙΣ ΠΎΛΝΙΝ ΚΌΖΜΥ –

ΈΖΝΙΝ ΒΗΔΑβ’,

Ές ΑδΌ Χ ΤΥΝ ^ΜέΓΑ ΌΡΖΜΥ –

ΓΛΊΦΤ ΖεΣΤΌ ΤΑβ’. (=δίσκο)

          ή εκείνος που πουλούσε ανθρώπους – ζούσε χωρίς να προσφέρει σχεδόν τίποτε, έχει εδώ απο τον Μέγα (Κύριο, τον Θεό) εντολή: γλύφει έναν καυτό δίσκο.

 

ΜΉΣ, ΤΙΣ ΈΖΝΑΜ ΤΊΓΛΑ ΧΡ’ςΚΗΤ,

δΌ-ΠΑ ΤΊΝΞΚΑ ΖΎΜ

^ΜέΓΑΣ ΉΞ τΗ ΑΝΑΝΓΚ’ςΚΗΤ –

ΠέΦΤΥΜ, ΣΉΡ ΔΡΑΝΎΜ.

          εμείς που ζούσαμε όπως πρέπει, και εδώ ήσυχα ζούμε. ο Μέγας (Κύριος, ο Θεός) καθόλου δέν μπορεί να πιεσθεί (ωστε να μετατρέψει τις εντολέςτου) – ξαπλώνουμε, σεριάνι (=ευχάριστο θέαμα) βλέπουμε.

 

ΣΧΌΡΑ, ΜέΝΑ, ΣΧΌΡΑ, Τ’ΤΑ,

Τ\ΜΉΘ ΑΝ ΤΥ ΧΥΛ’ι

ΈΧΥ ΣΉΜΥΡ Π’Λ ΓΟ ΣΤΡ’ΤΑ,

Τ ’ΛΓΥ-Μ ΣΤΊΚΗΤ, ΦΛ’ι.

          συγχώραμε, συγχώραμε, πατέρα, κοιμήσου με άνεση. έχω σήμερα πάλι δρόμο (να κάνω), το άλογομου στέκεται, περιμένει.

 

ΠΎ ΘΑ Π’ι ΠΑΛ ΣΉΜΥΡ ΜέΝΑ,

ΜΌΝΥ ΤΌ ΤΥ ΚΣέΡ.

Τ\Μ’ΤΙ Τ ΧΌΡΑ ΗΔΑιΜέΝΥ,

ΤΊΝΞΚΑ Ν’ΣΑ ΠέΡ.

          πού θα με πάει πάλι σήμερα, μόνο εκείνο το ξέρει. κοιμάται το χωριό (όσο είναι) κατοικημένο, γαλήνια ανασαίνει.

ΧΌΡΑ ΣΑΡΤΑΝ’) 20 ΤΥ εΝ’ΡΗ 1994

 

ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ

Απο εδώ αρχίζει του βιβλίου ένα νέο κεφάλαιο ονομαζόμενο ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ. Απο τα 3 δραματικά έργα που παρουσιάζονται, τα δύο είναι ουσιαστικά ρωμαίικα και πανελλήνια δημοτικά τραγούδια αποδοσμένα απο τον Λ. Κυριάκοβ και δραματοποιημένα. Σε κάποιους απο μάς που είμαστε αρκετά εξοικειωμένοι με αυτά τα δημοτικά τραγούδια, δέν θα κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Ωστόσο τα δραματοποιημένα αυτά ποιήματα συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καλύτερα έργα του Λ. Κυριάκοβ (πράγμα που υποδηλώνει της ελληνικής δημοτικής ποίησης την αξία, την καταλαβαίνουν καλύτερα οι ξένοι απο ό,τι οι Έλληνες). Απο τα 3 δραματικά έργα το πρώτο και μεγαλύτερο με τίτλο ΛεΟΝΤΗι ΧΟΝΑΧΒει, διηγείται ένα περιστατικό απο τη ζωή του πρωτεργάτη της Ρωμαίικης λογοτεχνίας, λαϊκού αγωνιστή και διαφωτιστή Λεόντιου Χονάχμπεη (Qonaqbej) ο οποίος ήταν ο «εθνικός ποιητής» και «εθνικός ήρωας» των Ρωμιών της Ουκρανίας, τον οποίο τίμησε με ένα δικότου θεατρικό έργο και ο δεύτερος, αλλα όχι μικρότερος ποιητής και ήρωας των Ρωμιών, ο Γιώργης Κωστοπράβ. Του Λ. Κυριάκοβ το έργο ΛεΟΝΤΗι ΧΟΝΑΧΒει είναι γεμάτο απο λαογραφικά στοιχεία, δημοτικά τραγούδια, εκ των οποίων μερικά με ουκρανικά λόγια, παροιμίες, αινίγματα, και άλλα, έτσι ωστε διαφαίνεται πως ο Λ. Κυριάκοβ δράσσεται της ευκαιρίας να τιμήσει τον εθνικό ποιητή και ήρωα των Ρωμιών για να παρουσιάσει όσο το δυνατόν ευρύτερα τον όντως πλούσιο λαϊκό πολιτισμό των Ρωμιών, που διατηρήθηκε μέχρι της μέρεςμας. Το πρώτο τραγούδι που παρουσιάζεται μέσα στο έργο, είναι το τραγούδι της ΒΥΚΗιΥ ΓΑΔΖΑΝ, το οποίο έγραψε ο μεγάλος Σαρτανιώτης ποιητής Δαμιανός Μπγαδίτσα (1850 – 1906). Παραθέτω πρώτα αυτό το τραγούδι και στη συνέχεια το έργο του Λ. Κυριάκοβ «ΛεΟΝΤΗι ΧΟΝΑΧΒει».

БУКИЮ ГАДЗАН

Сайму иха го пула, |ΣΑι|ημο είχα εγώ πολλά,

Хабатлыдъса тимны, |QΑΒΑιΑΤ_ΛΙ|δισσα κί ήμουνε,

Мана-м нда итун кала, μάνα-μου εν τα ήτον καλά,

Мкри оспу та имны. μικρή ώσπου τα ήμουνε.

Αξιοπρέπεια, εκτίμηση απο τον κόσμο είχα εγώ πολύ, κατηγορούμενη δέν ήμουν, η μάναμου όταν ήταν καλά, μικρή όσον καιρό ήμουν.

 

Дрананан, янду фифан, ανατράναναν, οία άν το |ΦΙΔΑΝ|,

На ме устраисны. να με |ΟΥΣΤΑ|ραήσουνε.

Тора ксеба сту мидан, τώρα εξέβα στο |ΜΕιΔΑΝ|,

Тъа ме батраисны. θα με παντραήσουνε.

            Φρόντιζαν σάν το φιντάνι να με αναθρέψουνε, τώρα βγήκα στην κοινωνία, πρόκειται να με παντρέψουνε.

 

Эбгалан ке дъоканме, έβγαλαν και δώκαν-με,

Канына тиротсан. κανείνα κί ρώτησαν.

Пес эна кафти рахи, απ’έσω ένα κοπτί |ΡΑQΙ|

Мена ты халотсан. μένα αυτοί |QΑΛΑΤ|ησαν

            έβγαλαν και με έδωσαν, κανέναν δέν ρώτησαν. μέσα σε ένα ποτηράκι ρακί εμένα αυτοί με διάλυσαν.

 

Тона ты махтайвандун, αυτόνα αυτοί |ΜΑΧΤΑ|ευαν-τον,

Такат та тъыядъыс: τα δικάτου τα θειάδες:

"Ола мана-т харсиндун, «όλα μάνα-του χάρισε-τον,

Дунядъы мурфядъыс. |ΔΥΝιΑ|δίου ομορφιάδες. (απόδοση της τουρκ. φράσης ΔΥΝιΑ CΥΖΕΛί)

            αυτόνα αυτοί τον παίνευαν, οι δικέςτου οι θείες: «όλα η μάνατου του τα χάρισε, του κόσμου τις ομορφιές.

 

Тос, халыс, джуваярташ, αυτός, |hΑΛΙΣ| |ЏΕβΑhίΡ ΤΑς|

Фос дъуй пес т скутныя, φώς δώει απ’έσω τη σκοτεινία,

Омурфус ке харахашс, όμορφος και |QΑΡΑQΑς|ης,

Си-па сма-т ханыя". σύ-πα σιμά-του |ΧΑΝ|εία».

            αυτός είναι ολόιδιος (σάν) πολύτιμο πετράδι, φώς δίνει μές τη σκοτεινιά. Όμορφος και μαυροφρύδης, και εσύ κοντάτου αρχόντισσα».

 

"Сис ан тъелыт, дъосет ми, «σείς άν θέλετε, δώσετε-με,

Хаилса ти нышкум. |ΧΑίΛ|ισσα κί γινίσκομαι.

Сис тора кумбосит ми, σείς τώρα κομπώσετε-με,

Го стэра хуришкум". εγώ ύστερα χωρίσκομαι».

            «εσείς άν θέλετε, δώσετεμε, σύμφωνη δέν γίνομαι. εσείς τώρα εξαπατήστεμε, εγώ ύστερα θα χωρίσω».

 

Ирсан та шея-ц саатна, γύρισαν τα |ςΕι|α-της |ΣΑ’ΑΤΙΝΑ|,

Пиган да ас спит-тын. πήγαν-τα εις σπίτιτων.

Ати ивран-дын маана. εκεί ηύραν-την |ΜΑhΑΝΑ|, (|ΜΑhΑΝΑ|= ελάττωμα, κατηγορία}

От дьен индун ныф-тын. οτι δέν εγένετο νύφη-των.

            γύρισαν τα πράγματατης την ίδια ώρα, τα πήγαν στο σπίτιτους. εκείς της βρήκαν κατηγορία, οτι δέν έγινε νύφητους. (είχαν ήδη πάρει πράγματα, την προίκα της κοπέλας, στο σπίτι του μέλλοντος γαμπρού, βέβαιοι οτι θα γίνει ο γάμος. τώρα όμως που η κοπέλλα αντέδρασε, επέστρεψαν τα πράγματα στο σπίτιτης, και εκεί την κατηγόρησαν στους συγγενείςτης οτι ματαίωσε τον γάμο)

 

Пиган дын сту джумаят, πήγαν-την στο |ЏΟΥΜΑιΑΤ|, (|ЏΟΥΜΑιΑΤ| είναι πολύ γνωστή αραβικής προέλευσης λ.= «συγκέντρωση». περιέργως, στο λεξικό της τουρκικής γλώσσας Urum δέν βρήκα τη λ. παραμόνο με τη σημασία «Παρασκευή», ημέρα συγκέντρωσης των Μουσουλμάνων στο |ЏΑΜΙ|. απο τα συμφραζόμενα φαίνεται πως τη λ. |ЏΟΥΜΑιΑΤ| οι Ρωμιοί την χρησιμοποιούν με την έννοια «κοινότητα, κοινωνία». εν προκειμένω «Κοινότητα» εννοεί την Σύναξη των προυχόντων του κάθε χωριού, η οποία Σύναξη διοικούσε το χωριό. Έτσι λειτουργούσε η τοπική αυτοδιοίκηση των Ελλήνων στην τουρκοκρατία, καθώς και μέσα στο τότε ρωσικό κράτος)

Харшу-ц ксойдъу докин. |QΑΡςΙ|της εξόδιο |ΔΟΙC|εν.

"Го теху ту хабаят, εγώ κί έχω το |QΑΒΑιΑΤ|,

Эхнду тыс ме дьокин. έχουν-το τίς με δώκεν.

            την πήγαν στην Κοινότητα, έναντι-της έξοδο χτύπησε (=η Κοινότητα όρισε πρόστιμο γι’ αυτήν). «Εγώ δέν έχω την ενοχή, την έχουν όποιοι με δώσανε.

 

Дъекапенды кумуша, δεκαπέντε |ΚΥΜΥς|ιά (|ΚΥΜΥς|= ασήμι, μετρητά, ανάλογο του ελληνικού «άργυρος, αργύρια»)

Го дъафтум ксуйдъахта, εγώ δε αυτού-μου εξοδιάσθα,

Саэвуту хунушма, |ΣΑι|εύω-το |QΟΝΥςΜΑ| (|QΟΝΥςΜΑ|= συζήτηση, διαπραγμάτευση)

От аравуняста. οτι αρραβωνιάσθα.

            δεκαπέντε ασημένια νομίσματα εγώ απο μέρουςμου ξοδεύτηκα, σέβομαι την διαπραγμάτευση (που όρισε) οτι αρραβωνιάστηκα. (σε μιά χιουμοριστική ιστορία – ποίημα του Λ. Κυριάκοβ, 5 |ΚΥΜΥς|ιά προσφέρει ένας κάτοικος της πόλης σε έναν χωρικό για να τον μεταφέρει ο δεύτερος μέχρι την πόλη με το κάροτου. οπότε 15 |ΚΥΜΥς|ιά ήταν αρκετά σεβαστό ποσό, πάντως τα |ΚΥΜΥς|ιά άξιζαν πολύ λιγότερα απο ό,τι τα «αργύρια» στην εποχή του Χριστού. Εν προκειμένω, η οικογένεια της κοπέλας πλήρωσε 15 ασημένια νομίσματα για την κατακύρωση της συμφωνίας να γίνει ο γάμος. Η κοπέλα το αναφέρει για να δείξει οτι εμπράκτως έχει σεβασθεί τη συμφωνία, αλλα δέν μπορεί να την τηρήσει (γιατί η συμφωνία είχε γίνει ερήμηντης), και ούτε είναι σωστό να πληρώσει πρόστιμο, αφού ήδη χάνει τα 15 ασημένια νομίσματα που είχε δώσει για τον αρραβώνα).

 

Ас эн омурфус, илбет, άς ένι όμορφος, |ΕΛΒΕΤ|,

Сма-т ти ярашеву. σιμά-του κί |ιΑΡΙς|εύω. (|ιΑΡΙς|- ανταγωνίζεται, αμιλλάται)

Ас хадрев тос ту хисмет-т, άς |ΧΑΔΙΡ|εύει αυτός το |hίΣΜΕΤ|του,

Го-па пу иреву". εγώ-πα οπου γυρεύω.

            άς είναι όμορφος, εντάξει, κοντάτου δέν παραβγαίνω, άς ζητάει αυτός την τύχητου, και εγώ όπου τη γυρεύω. (=δέν λέω, μπορεί να είναι όμορφος αυτός που μου δίνουν για γαμπρό, δέν συγκρίνομαι μαζίτου μήπως και εγώ αξίζω περισσότερο απο αυτόν, αλλα δέν τον θέλω, άς ψάξει αλλού την τύχητου, όπως και εγώ ψάχνω την τύχημου αλλού)

1868 г. (γραμμένο στα 1868. αυτό το ποίημα έχει γίνει τραγούδι γνωστό στους Ρωμιούς της Ουκρανίας, όπως και όλα τα ποιήματα του Δαμιανού Μπγαδίτσα γίνονταν τραγούδια μόλις γράφονταν. Αυτή είναι η αυθεντική λειτουργία της ποίησης, να γίνεται τραγούδι).

 

Στο έργο γίνεται λόγος για τον «Αρχί Γαρίπ». Είναι μιά θρυλική, παροιμιώδης φυσιογνωμία για τους Τούρκους της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και για τους τουρκόφωνους και ελληνόφωνους ρωμιούς γύρω απο την Αζοφική. Το κανονικό τουρκικό όνομα είναι |ΑςΙQ ΓΑΡΙΠ|, στα ελληνικά έγινε «Αρχί» προφανώς κατ’ επίδρασιν του «Αρχι-(ερέας –στράτηγος, κ.λπ.)». Δέν γνωρίζω τους θρύλους σχετικά με τον |ΑςΙQ ΓΑΡΙΠ|, αλλα και το όνομα μόνο έχει τεράστιο σημασιολογικό εύρος και βάθος. Καθώς σημειώνει ο |ΔίΝΟ ΑΒίΔίΝ| στον πρόλογο του διηγήματος «Οι ρομαντικοί» του |ΝΑΑΖΙΜ hίΚΜΕΤ|, ο τουρκικός λαός ονομάζει τον ποιητή |ΑςΙQ|. Προέρχεται απο την αραβική ρίζα |’ςQ| και σημαίνει «ερωτευμένος». (συνεπώς και οι μουσουλμάνοι μοναχοί ονομάζονται |ΑςΙQ|, στον πληθυντικό |ΟΥςςΑQ|, ώς ερωτευμένοι με το Θεό). Κάποια ρομαντική παράδοση θέλει τον «ασίκη» (για να το εξελληνίσουμε) να δημιουργεί όλο το ποιητικότου έργο μέσα σε μιά νύχτα, οραματιζόμενος την αγαπημένητου. Στην πράξη όμως δέν είναι έτσι εύκολα τα πράγματα. Το να είσαι «ασίκης», σημειώνει ο |ΔίΝΟ ΑΒίΔίΝ|, σημαίνει πως απο παιδί σου έχουν πάρει οι στίχοι τα μυαλά, και δέν μπορείς να κοιτάς τη δουλειάσου όπως κάνει ο κόσμος. Έτσι ο «ασίκης», άν είναι βοσκός, παρατάει τα πρόβατατου, άν είναι γεωργός παρατάει τα χωράφιατου, και αρχίζει την περιπλάνηση σε έναν χώρο δίχως όρια, που ονομάζεται |ΓΟΥΡΒΕΤ|. (ελληνοποιημένο ώς «κουρμπέτι». απο αραβική ρίζα γΡΒ που σημαίνει «ξενιτειά»). Και καθώς τον βλέπουνε εκεί, στην ξενιτειά, στο «κουρμπέτι», λένε: «νά ένας |ΓΑΡίΠ|» (είναι απο την ίδια αραβική ρίζα γΡΒ, και σημαίνει «ξένος», συπεπώς «παράξενος, αλλιώτικος άνθρωπος / μοναχικός / αποξενωμένος / χωρίς φίλους / κακόμοιρος / φτωχός. Έτσι λοιπόν, και ο |ΝΑΑΖΙΜ hίΚΜΕΤ| σάν αληθινός ποιητής που ήταν, έγινε «ασίκης», και συνεπώς «γκαρίπης», και άρχισε την περιπλάνησητου στο «κουρμπέτι», σημειώνει ο |ΔίΝΟ ΑΒίΔίΝ|. Καθώς φαίνεται, παρόμοια ήταν η μοίρα του Λεόντιου Χονάχμπεη, γι’ αυτό και στο έργο που ακολουθεί ο ίδιος παρομοιάζει τον εαυτότου με τον θρυλικό |ΑςΙQ ΓΑΡίΠ|.

 

ΛεΟΝΤΗι ΧΟΝΑΧΒει Λεόντιος Χονάχμπεης

(ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΈΡΓΟ Με ΤΑ ΤΡΉιΑ ΠΡ’ΚΣΗΣ) δραματικό έργο με τρείς πράξεις

ΠΡΟΣΟΠΑ ΠΥ ΠέΖΥΝ πρόσωπα που παίζουν

^ΛεΟΝΤΗι ^ΧΟΝΑΧΒει            – 18 ΧΡΟΝΌ. Λεόντιος (ή Λιβόν) Χονάχμπεης, 18 χρονών.

^ΜΑΡΉιΑ ^ΚΟςΚΟς                  – 16 ΧΡΟΝΌ. Μαρία Κοшκόш, 16 χρονών.

^εβΔΥτΗιΑ ^ΚΟςΚΟς              – 20 ΧΡΟΝΌ, ^ΜΑΡΉιΑΣ Ξ’ΞΑ. Ευδοκία Κοшκόш, της Μαρίας μεγάλη αδερφή.

^ΑΝΔΟΝ ^ΗΛΗΞΣ ^ΚΟςΚΟς    - 35 ΧΡΟΝΌ, ^ΜΑΡΉιΑΣ Γ’ΚΑ. Αντώνης Ήλιτш Κοшκόш, αδερφός.

^ΛΊιΑΣ ^ΚΟςΚΟς                     - 60 ΧΡΟΝΌ - ^ΜΑΡΉιΑΣ Τ’ΤΑ. Ηλίας (Λίας) Κοшκόш, πατέρας.

^ΣΌΝιΑ ^ΚΟςΚΌς                   - 55 ΧΡΟΝΌ - ^ΜΑΡΉιΑΣ Μ’ΝΑ. Σόνια Κοшκόш, της Μαρίας μάνα.

^ΑΛεΚΣΑΝΔΡΑ ^ΧΟΝΑΧΒει - 18 ΧΡΟΝΌ, ΛΙβΌΝ ΧΟΝ’ΧΒει ΑΝΕΠς’, ^ΜΑΡΉιΑΣ ΑιΑΧΤ’ςΣΑ. Αλεξάνδρα Χονάχμπεη, του Λιβόν Χονάχμπεη ξαδέρφη, της Μαρίας φίλη.

^ΒΟΡΗΣ ^ΛΑΦΑΖΑΝ                - 23 ΧΡΟΝΌ, ΠΗΛΤΈΚΣ, ’ςΞ]ΗΜΥΣ. ΖΔΙςέΝ Π’Χ ΤΥ ΜΤΊ.

Μπόρις Λαφαζάν, 23 χρονών, τσεβδός, άσχημος, μιλάει με τη μύτη.

^ΜΚΌΛΑΣ ^ΛΑΦΑΖ’Ν             - 45 ΧΡΟΝΌ, ^ΒΟΡΗΣ ΤΑΤΑ. Νικόλας Λαφαζάν, του Μπόρις πατέρας.

^βΑΣΗΛΊιΑ ^ΛΑΦΑΖ’Ν          - 40 ΧΡΟΝΌ, ^ΒΟΡΗΣ Μ’ΝΑ. Βασιλεία Λαφαζάν, του Μπόρις μάνα.

^ιΎΡΗι ΣΠΗΡΗΔΌΝΟβΗΞ       - 40 ΧΡΟΝΌ, ΣΤΑΡςΗΝΑΣ старшина ΧΥΡΉ. Γιούρι Σπυριδώνοβιч, υπαστυνόμος του χωριού.

ΠεδΊιΑ                                   - 5 αγόρια πέντε.

<^ιΎΡΑΣ (ένα απο τα αγόρια, φίλος του Λ. Χονάχμπεη)>

ΚΥΡΉΞΑ                                  - 7 κορίτσια επτά.

ΣΌιΑ ΑΧ ^ΚΟςΚΌς ΜΑΡέιΑ   - 3 ΖΗβΓ’ΡιΑ. συγγενείς απο Κοшκόш μεριά: 3 ζευγάρια.

ΣΌιΑ ΑΧ ^ΛΑΦΑΖ’Ν ΜΑΡέιΑ         - 3 ΖΗβΓ’ΡιΑ. συγγενείς απο Λαφαζάν μεριά: 3 ζευγάρια.

ΒΌΡΗΣ ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΉδ           - 2 ΠεδΊιΑ. του Μπόρις παραγαμπροί: 2 αγόρια.

 

ΚΑΜΑΤΈΦΚΗΤ ΤΥ ΜΗΣΑΒέΤ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’ ΑΣ Τ 1871 ΤΥ ΧΡΌΝΥ.

πραγματοποιείται η υπόθεση στο χωριό Σαρτανά το 1871 το έτος. (πραγματική ιστορία)

 

ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΉιΑ ΤΥ ΠΡΌΤΟ ΠΡ’ΚΣΗ

σκηνογραφία της πρώτης πράξης

ΣΚΗΝΉ 1

ΒΟΛΙΜΟ. ΚΥΡβ’Τ. ΚΡέΜΗΤ ΚΡΗΜΑΣΤΌ ΚΝΊ. ΠέΣ Ν ΚΥςέ, Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ ΈΝ ΖΔβΉ, ςΞ]ΥΠΑΓΜέΝΥ ΑΠ’ΝΥ ΑΝ ΤΥ ΣΠΡΎτσΚΥ ΤΥ ΖΔΌΝ, ΑΠ’ΝΥ Σ ΖΔβΉ ΕΝ ΤΈΣΗΡΑ ςΞ]ΥβΑΛ’δΙΣ. |ΒΟΙΛΥΜ|ο. κρεββάτι. κρέμεται κρεμαστό κουνί. απ’έσω την |ΚΟΙςΈ|, πάνω στο κρεββάτι ένι στοιβί σκεπασμένο επάνω εν τω ασπρούτσικο το σεντόνι, επάνω εις στοιβί ένι τέσσερα σκυβαλάδες.

δωμάτιο. κρεββάτα. κρέμεται κρεμαστή κούνια. μέσα στη γωνία, πάνω απο το ντιβάνι είναι μιά στοίβα απο επάλληλα σκεπάσματα (σεντόνια, κουβέρτες), σκεπασμένη απο πάνω με άσπρο σεντόνι. επάνω στη στοίβα του ντιβανιού είναι τέσσερις μαξιλάρες. (έτσι ήταν το τυπικό καθιστικό δωμάτιο ενός ρωμαίικου σπιτιού. «κουρβάτ» ήταν ένα ντιβάνι στο οποίο κάθονταν, και είχε αντί για στρώμα επανωτά διάφορα στρωσίδια, σεντόνια, κουβέρτες, τα οποία αποτελούσαν το στοιβί, που ήταν ταυτοχρόνως για να αποθηκεύονται εκεί τα στρωσίδια και για να κάθονται επάνω)

ΤΥ ΚΥΡβ’Τ ΑΠ’ΝΥ ΈΝ ΣΤΡΥΜέΝΥ ΑΝ ΤΥ τέΝΓΚΛΥ. το κρεββάτι επάνω ένι στρωμένο εν τω κέγκλο. ΛΌΝ Τ ΓΥΝΈιΑ Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ ΣΤΊΚΝΙ ΜΑΚΡέιΑ ΠΚΑΝΊΞΑ, ΠΎιΑ ΈΝ ΦΥΡιΑΖΜέΝΑ ΠέΣ ΤΑ ΠΑΝΊΤΚΑ ΤΑ ΜΑΚΣΗΛΑΡΟΦΌΡεΜΑ ΑΝ ΤΑ ΛΥΓ’Σ ΤΑ Δβ’ιδΑ – ΚΥΤ\ΝΎτσΚΑ, ζΑΝΓΚΑΡΎτσΚΑ, ΣΠΡΎτσΚΑ. ελαύνων τη γωνία πάνω στο κρεββάτι στήκονται μακρέα κοπανίτσια, οποία ένι φορεμένα απ’έσω τα πανίτικα τα μαξιλλαροφορέματα εν τα λογάς τα ντιβάδια; κοκκινούτσικα, жαγγαρούτσικα, ασπρούτσικα.

          το κρεββάτι επάνω είναι στρωμένο με τσόχα. κατα μήκος του τοίχου πάνω στο κρεββάτι στέκονται μακριά μαξιλλαράκια του τοίχου, τα οποία είναι ντυμένα με πάνινες μαξιλλαροθήκες με διαφόρων ειδών κεντήματα;, κόκκινα, μπλέ, άσπρα.

ΠέΣ Ν ΚΥςέ ΠΣΗΛ’ ΔΥΓΜέΝΥ ΗΚΌΝΑ. ΈΜΒΡΥ ΣΤ ΗΚΌΝΑ ΚΡέΜΗΤ ΚΑΝΔΊΛΑ (τέΤΙ). ΑΠ Κ’ΤΥ ΣΤΥ ΤΑΒ’Ν, ΛΌΝ ΌΛΥ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ, ΚΡέΜΝΙ ΑΧ ΤΥ ΚΌΤ\ΝΥ Ν ΒΑΣΜ’, ΚΥΜέΝΥ ΑΝ ΤΑ ΚΗΡΤΊΚιΑ, ΣΤΙΝ’ΡιΑ, Κ’ΘΑ ΈΝΑ ΑΠ ΤΡΉιΑ-ΤΈΣΗΡΑ ΜέΤΡΗΣ ΤΥ Μ’ΚΡΥΣ-ΤΙΝ.

          μέσα στη γωνία ψηλά ένθετη (χωμένη στον τοίχο) εικόνα. μπροστά στην εικόνα κρέμεται καντήλα (καίει). απο κάτω απο την οροφή, κατα μήκος όλης της κρεββάτας, κρέμονται απο κόκκινο κουρτινόξυλο κομμένες σε λωρίδες κουρτίνες, η κάθε μιά τρία – τέσσερα μέτρα το μάκροςτους.

ΤΑ ΚΗΡΤΊΚιΑ ΑΧ ΤΑ ΣΤΙΝ’ΡιΑ ΈΝ δΙΜέΝΑ ΑΝ ΤΑ ΣΑΡέιΑ ΤΑ Ρ’ΜΑΤΑ Κε ’ΜΑ ΦτσΎΝΔΖΗΣ ΚΡέΜΝΙ Κ’ΘΑ ΈΝΑ ΧΌΡιΑ.

          οι λωρίδες των κουρτινών είναι δεμένες με κίτρινα κορδόνια και όμοια με φούντες κρέμονται  η κάθε μιά (κουρτίνα, αποτελούμενη απο λωρίδες) χώρια.

ΠέΣ ΤΥ ΒΟΛΙΜΎ, ΛΌΝ ΤΑ ΓΥΝΈΣ, ΣΤΊΚΝΙ ΜΑΚΡέιΑ ΚΣΛΊΤΚΑ ΣΚΑΜΝΊιΑ, ΑΠ’ΝΥ ςΞ]ΥΠΑΓΜέΝΑ ΑΝ ΤΑ ιΑιΥβΉΞΑ.

          μέσα στο δωμάτιο, κατα μήκος των τοίχων, στέκονται μακριά ξύλινα καθίσματα, απο πάνω σκεπασμένα με τα ειδικά μαξιλλαράκια.

ΠέΣ Ν ΚΥςέ, ΣΜ’ Σ ΠΌΡΤΑ ΈΝ ΚΣΛΊΤΚΥ ΡΑΦΉτσ ΑΝ ΤΑ ΠΥΡΤΊτσΗΣ, ΠΥ ΣΑΧΗΝΔΡΑΈβΝΙ ΤΥ ΠΣΥΜΉ. απ’έσω την |ΚΟΙςΕ|, σιμά εις πόρτα ένι ξυλίτικο ραφίτσι εν τα πορτίτσες, όπου |ΣΑQΙΝΔΙΡ|αεύουνε το ψωμί. ιΑΝΑς’ ΚΡέΜΗΤ ΧΑΡςΎ ΣΤ ΓΥΝΈιΑ ’ΛΥ ΚΡΗΜΑΣΤΌ ΚΣΛΊΤΚΥ ΧΤΊ, ΠΎιΥ ΤΥ ΛΈΓΝΙ ^ΧΛιΑΡΌ – ΑτΉ ΣΑΧΗΝΔΡΑΈβΝΙ ΤΑ ΧΛι’ΡιΑ, ΤΑ ΠεΡΌΝιΑ. |ιΑΝΑςΑ| κρέμεται |QΑΡςΙ| στη γωνία άλλο κρεμαστό ξυλίτικο κουτί, οποίο το λέγουνε «χουλιαρό» - εκεί |ΣΑQΙΝΔΙΡ|αεύουνε τα χουλιάρια, τα περόνια.

          μέσα στη γωνιά, κοντά στην πόρτα είναι ένα ξύλινο ραφάκι με πορτίτσες, όπου διατηρούν το ψωμί. δίπλα κρέμεται ακουμπισμένο στον τοίχο ένα άλλο κρεμαστό ξύλινο κουτί το οποίο το λένε «χουλιαρό», εκεί έχουνε τα κουτάλια, τα πιρούνια.

Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ Κ’ΘΝΙ ^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ Κε ^ΜΑΡΉιΑ. ^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ Κ’Μ ΡΌΚΑ, ^ΜΑΡΉιΑ ΠΛΈΓΝ ΠΑΝΞΎΧΗΣ. (ΤΡΑΓΥδΎΝ):

          πάνω στο κρεββάτι κάθονται η Αλεξάνδρα και η Μαρία. η Αλεξάνδρα κάνει ρόκα, η Μαρία πλέκει πλεχτές παντόφλες; τερλίκια;. (τραγουδούν): (είναι το τραγούδι του Δαμιανού Μπγαδίτσα που ανέφερα πιό πάνω. το παραθέτω ώς έχει, μόνο όπου το κείμενο του Λ. Κυριάκοβ έχει μικρές διαφορές γράφω με ελληνικά γράμματα)

Сайму иха го пула, |ΣΑι|ημο είχα εγώ πολλά,

Хабатлыдъса тимны, |QΑΒΑιΑΤ_ΛΙ|δισσα κί ήμουνε,

Мана-м нда итун кала, μάνα-μου εν τα ήτον καλά,

Мкри оспу та имны. μικρή ώσπου τα ήμουνε.

Αξιοπρέπεια, εκτίμηση απο τον κόσμο είχα εγώ πολύ, κατηγορούμενη δέν ήμουν, η μάναμου όταν ήταν καλά, μικρή όσον καιρό ήμουν.

 

ΔΡ’ΝΣΑΝ-Με, янду фифан, ανατράνησαν-με, οία άν το |ΦΙΔΑΝ|,

На ме устраисны. να με |ΟΥΣΤΑ|ραήσουνε.

Тора ксеба сту мидан, τώρα εξέβα στο |ΜΕιΔΑΝ|,

Тъа ме батраисны. θα με παντραήσουνε.

Φρόντιζαν σάν το φιντάνι να με αναθρέψουνε, τώρα βγήκα στην κοινωνία, πρόκειται να με παντρέψουνε.

 

Эбгалан ке дъоканме, έβγαλαν και δώκαν-με,

Канына тиротсан. κανείνα κί ρώτησαν.

ΠΗΣ эна кафти рахи, απ’είσω ένα καυκί |ΡΑQΙ|

Мена ты халотсан. μένα αυτοί χαλώτησαν

(το «ΧΑΛΟΤΣΑΝ» (δέν βρίσκεται σε τουρκικό λεξικό, και ούτε μοιάζει για τουρκ. λ.) κρίνοντας απο τα συμφραζόμενα της λ. εδώ και μία φορά που βρίσκεται στον 1.ο τόμο, είναι αόριστος του χαλάνει (κοινώς χαλνά, χαλά) με την έννοια «διαλύει, αλλοιώνοντας καταστρέφει». καυκί, μεσαιωνικό υποκοριστικό του καύκος= κύπελλο, ποτήρι).

έβγαλαν και με έδωσαν, κανέναν δέν ρώτησαν. μέσα σε ένα ποτηράκι ρακί εμένα αυτοί με διάλυσαν. (κατα τη γνώμημου είναι ιδιωματισμός ανάλογος του της Κοινής «πνίγεται σε μιά κουταλιά νερό», δηλαδή: με ένα φτερό με σκότωσαν, με το πλέον ασήμαντο μέσο με κατέστρεψαν)

                                                                            

^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ: ΌΜΥΡΦΥ ΤΡΑΓΌδ ΤΡΑΓΌδΣΑΜ, ^ΜΑΡΉιΑ. ’ΛιΑΧ ΠΑΡΑΠΥΝΙΤ’ ΛΌιΑ Ές ΑΠέΣΥ. ΝΑ ΦΚΡΉΘ ΝΑ ΤΙ ΛΈ:

Эбгалан ке дъоканме, έβγαλαν και δώκαν-με,

Канына тиротсан. κανείνα κί ρώτησαν.

Έ, ^ΜΑΡΉιΑ, ’ιτσ Κε Γ’ΚΑ-Σ ^ΑΝΔΌΝΣ-ΠΑ ΗΡέβ ΖΟΡΛ’Ν ΝΑ Σε δΌΚ ΑΣ ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ, ΑΣ ΠΗΛΤΈΚΚΥ ^ΛΑΦΑΖ’Ν ΤΥ ΧΑΡΑΧΎς, ΑΣ ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣΚΑ.

Α.: όμορφο τραγούδι τραγουδήσαμε, Μαρία, πάρα πολύ παραπονιάρικα λόγια έχει. γιά άκου τί λέει: «έβγαλαν και με έδωσαν, κανέναν δέν ρώτησαν. Έ, Μαρία, έτσι και ο μεγάλοςσου αδερφός ο Αντώνης θέλει με το ζόρι να σε παντρέψει με το τσεβδό, του Λαφαζάν το όρνιο, τον Μπορισάκη.

^ΜΑΡΉιΑ: ^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ, ΑΤΌ ΤΥ Τ\ΘΑ ΝΙΣΤΊ ΝΑ ΜΉ ΤΥ ΛΈΣ. ΓΟ ΉΜΗ ΧΑΉΛΣΑ ΝΑ ΖΉΣΥ ΠεΣ ΚΑΝΑ ΧΑΧΡ’ Κε ΑΝ Τ ΑΓ’Π, ΠΑΡ’ ΝΑ ΖΉΣΥ ΠέΣ Ν ΠΛΥςΉιΑ Κε ΑΝ ΤΑ δ’ΚΡΗΣ.

Μ.: Αλεξάνδρα, πράγμα που δέν πρόκειται να γίνει, μή το συζητάς καθόλου. εγώ είμαι πρόθυμη να ζήσω σε καμιά καλύβα και με αγάπη, παρά να ζήσω μέσα στα πλούτη και με δάκρυα.

^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ: ^ΛΙβΌΝ-ΜΑΣ ΑΧ ΤΑ ΓΥΡΓ’ ΑΡΤΑ ΠΑΡΑΚΑΛΊ ΤΥΝ Γ’ΚΑ-Σ ΤΥΝ ^ΑΝΤΌΝ ΝΑ ΝΙΣΤΊ ΧΑΉΛΣ ΝΑ Σε δΌΚ ΑΣ ΑΤΌΝΑ, ΜΑ Γ’ΚΑ-Σ ΝΑ ΤΥ ΑΚΎιΣ –ΠΑ Τ\ΘέΛ. ^ΛΙβΌΝ-ΜΑΣ ΤΑ ΛΌιΑ ΠΑΈΝΝΙ ΑΣ ΤΥΝ ΉΛιΥ Κε ΑΣ ΤΥΝ ’ΝΕΜΥ.

Α.: ο Λεβόν-μας εδώ και πολύ καιρό παρακαλεί τον μεγάλοσου αδερφό τον Αντώνη να συμφωνήσει να σε δώσει σ’ εκείνον, αλλα ο αδερφόςσου ούτε να το ακούσει δέν θέλει. του Λεβόνη-μας τα λόγια πηγαίνουν στον ήλιο και στον άνεμο.

^ΜΑΡΉιΑ: ιΌΧ, ιΌΧ ^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ! ΓΌ ΤΥΝ Γ’ΚΑ-Μ ΤΥΝ ^ΑΝΤΌΝ ΚΑΜΉιΑ-ΠΑ Τ\ΘΑ ΤΥΝ ΦΚΡΗΘΎ! ’ιτσ, ΤΊΛΑΓΑ τΉ ΦΚΡΉΘΙΝ ^ΒΥΚΉιΑ. ΑΤΊΝΑ ΖΟΡΛ’Ν δΌΚΑΝ-ΔΙΝ ΑΣ ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ Κε ΑΚΎιΣ ΤΙ ΛΈ ΣΤΈΡΑ ΤΥ ΤΡΑΓΌδ: (ΤΡΑΓΥδ’)

"Сис Ν ΗΡέΠΣΗΤ, δΌΣΗΤ-Με, «σείς άν γυρέψετε, δώσετε-με,

Хаилса ти нышкум. |ΧΑίΛ|ισσα κί γινίσκομαι.

Сис тора кумбосит-Με, σείς τώρα κομπώσετε-με,

Го стэра хуришкум". εγώ ύστερα χωρίσκομαι».

^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ, ΓΟ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ τΗ ΜεΤΑΛ’ΖΥ-ΤΥΝ ΝΈ Σ ΧΥΡιΑΤΊ Κε ΝΈ Σ ΒΑΖΑΡΉ ΤΑ ςΛι’δΙΣ. (ΦΣΥΝΓΚ’ ΤΑ δ’ΚΡΗτσ).

Μ.: όχι, όχι, Αλεξάνδρα! εγώ τον μεγάλομου αδερφό τον Αντώνη ποτέ δέν θα τον ακούσω: έτσι όπως δέν άκουσε και η Μπουκία. εκείνην με το ζόρι την παντρεύανε, και ακούς τί λέει ύστερα το τραγούδι: «εσείς άν θέλετε, δώσετεμε, σύμφωνη δέν γίνομαι. εσείς τώρα εξαπατήστεμε, εγώ ύστερα θα χωρίσω». Αλεξάνδρα, εγώ τον Λεβόνη δέν τον αλλάζω ούτε για του χωριού ούτε για της πόλης τις χιλιάδες άντρες (σκουπίζει τα δάκρυατης).

^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ (ΒΗΓΛΊΖ Πέ ΤΥ ιΑΛΊ): ^ΜΑΡΉιΑ;, ΚΑΤ ΚΑΝΙΣ ΈΡΚΗΤ, ΧΤΊΠΣΑΝ ΤΑ ΠΌΡΤΙΣ… (ΑΝΊΝ Ν ΠΌΡΤΑ, ΈΒΗΝ ΑΠέΣΥ ^ΛΙβΌΝΣ) Ό, ^ΛΙβΌΝ-ΜΑΣ ΉΡΤΙΝ, ΠέΡΝΑ, ΠέΡΝΑ ΑΠέΣΥ.

Α.: (κοιτάζει στο τζάμι): Μαρία, κάποιος έρχεται, χτύπησαν (=ακούστηκαν) οι πόρτες… (άνοιξε η πόρτα, μπήκε μέσα ο Λεβόνης) ώ, ο Λεβόνης-μας ήρθε, πέρνα, πέρνα μέσα.

^ΛΙβΌΝΣ (ΣΤ’ΘΙΝ ΣΜ’ ΣΤΑ ΠΌΡΤΙΣ):

ΚΑΛΗΝΊΧΤΑ, ΚΥΡΞΉΞΑ, καληνύχτα, κοριτσίτσια,

ΜΑΡΤΈςΑ ΠΛΊΞΑ! ΤΟ ΠΌΣ τΗ ΤΡΑΓΥδ’ΤΙ, μαρτέσια πουλίτσια! το πώς κί τραγουδάτε,

ΓΟ Ξ’ΛΚΑ ΘΑ ΠΑΈΝΥ, ΝΑ ΜΉ Με ΖΜΥΝ’ΤΙ! εγώ |ΞΑΛ|ικα θα παγαίνω, να μή με λησμονάτε!

αυτό είναι λαϊκό τραγούδι. Ο Λ. Χονάχμπεης φαίνεται να αρέσκεται να μιλά με στίχους είτε δικούςτου είτε λαϊκών τραγουδιών).

(δ’ιΝ ΣΜ’ ΣΤ ^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ ςεΡΥΠΙ’ΚΗΝ-ΔΙΝ. ΣΤΈΡΑ ΠΉιΝ ΣΜ’ ΣΤ ^ΜΑΡΉιΑ ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ-ΔΙΝ) ΚΑΛΗΝΊΧΤΑ, ΤΥΚΌΜ ΤΥ ΠΛΊτσ! (^ΜΑΡΉιΑ ΤΥςΝΙΜέΝΑ ΠΉΡΗΝ ^ΛΙβΌΝ Ν ΚΑΛΜεΡΉιΑ, ΚΡέΜΑΣΗΝ ΤΥ Φτι’Λ-τσ, ΤΑ ΠΛΈΧΤΡΗΣ-τσ Μ’βΡΑ, ΜΑΚΡέιΑ ΌΣ ΤΑ ΜέΣΑ-τσ).

Λ.: (στάθηκε κοντά στα πορτόφυλλα): «καλησπέρα, κοριτσάκια, μαρτιάτικα πουλάκια! γιατί δέν τραγουδάτε, σε λίγο θα φύγω, να μή με λησμονάτε!» (πλησίασε την Αλεξάνδρα, της έπιασε το χέρι. ύστερα πλησίασε την Μαρία, την αγκάλιασε) καλησπέρα, το δικόμου το γιαβρί! (η Μαρία λυπημένα απάντησε στου Λεβόνη τον χαιρετισμό, κρέμασε το κεφάλιτης, οι πλεξούδεςτης μαύρες, μακριές ώς τη μέσητης).

^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ (δ’ιΝ ΑΣ Ν ΠΌΡΤΑ ΜΑΡέιΑ): ^ΛΙβΌΝ, ΤΑ ΠΌΡΤΗΣ ΚΑΛ’ ΤΑ ΦΣ’ΛΣΗΣ? ΑΣ Π’ΓΥ ΑΣ δΎ, ΝΑ ΜΉ ΚΖΙΈΝΝΙ ΤΑ ΠΡΌβΑΤΑ. (^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ ΚΖέΝ δ’ιΝ).

Α.: (πάει κατα την πόρτα): Λεβόνη, τις πόρτες καλά τις έκλεισες; άς πάω να δώ, να μή βγούνε τα πρόβατα. (η Αλεξάνδρα βγαίνει φεύγει).

^ΛΙβΌΝΣ: ^ΜΑΡΉιΑ, ΣΗ ΈΚΛΙΣ, ιΌΧΣΗΜ <ιΌΧΣΑΜ> ΈβΡΗςΗΝ, ΤΑ Μ’ΤιΑ-Σ δΑΚΡΥΜέΝΑ? ΤΊΛΥΓΥ β’ΡΥΣ Ές Ν ΚΑΡδΊιΑ-Σ?

Λ.: Μαρία, έκλαιγες, ή μήπως έβρεχε, και είναι τα μάτιασου δακρυσμένα; τί βάρος έχει η καρδιάσου;

^ΜΑΡΉιΑ: ^ΛΙβΌΝ, Κε ΤΊΛΑΓΑ ΓΟ ΝΑ ΜΉ ΚΛΈΓΥ? ΣΉΜΥΡ ΓΟ ΉΚΣΑ ΣΗ ΗΡέβΣ ΝΑ ΠΑΈΝΣ ΑΣ Ν ΚΣεΝΙΤΉιΑ Κε ΜέΝΑ ΑΣ ΤΊΝΑ ΘΑ Με ΦΉΚΣ? ΤΊ ΘΑ Κ’ΜΥ ΓΟ ΛΊΓΥΣ ΤΑ ΣέΝΑ?

Μ.: Λεβόνη, και πώς να μήν κλαίω; σήμερα άκουσα: εσύ θέλεις να πάς στην ξενιτειά, και μένα σε ποιόν θα μ’ αφήσεις; τί θα κάνω εγώ δίχως εσένα;

^ΛΙβΌΝΣ: ^ΜΑΡΉιΑ, ΖέΡ ΓΟ ΑΣ ΤΥΚΌ-Μ ΤΥ ΧΥΛ’ι ΗΡέβΥ ΝΑ ΠΑΈΝΥ ΑΣ Ν ΚΣεΝΙΤΉιΑ? Μαρία, |ΖΑΡ| εγώ εις το δικό-μου το |QΟΛΑι| γυρεύω να παγαίνω εις την ξενιτεία; ΣέΝΑ, ΒΑΡΌ, ΡΑβΟΝι’ΣΑΝ ΑΣ ΤΥΝ ΠΗΛΤΈΚ ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ, ΑΣ ΤΥΝ ΠΛΎςΥ. σένα, |ΒΑΡΙ| αρραβωνιάσαν εις τον |ΠΕΛΤΕΚ| τον Μπόρις, εις τον πλούσιο. ΚΗ ΓΌ, ΑΧ ΤΥ ΠΌΝΙΜΥ ΚΑΡδΊιΑ ΗΡέβΥ ΝΑ ΠΑΈΝΥ, ι’Ν ΤΥΝ ^ΑΡςΉ ^ΓΑΡΉΠ, ΑΣ Κ’ΝΑ ΜΑΡέιΑ, ΜΑΚΡ’ ΑΧ Τ ^ΣΑΡΤΑΝ’. και εγώ, εκ το πόνεμο καρδία γυρεύω να παγαίνω, οία άν τον Αρχί Γαρίπ, εις κανένα μερέα, μακρά εκ το Σαρτανά. ΜΑ ΠΥ τιΑΝ Π’ΓΥ-ΠΑ ΚΗ ΠΥ τιΑΝ ΣΤΑΘΎ-ΠΑ ΣΉ ΘΑ ΉΣΗ Π’ΝΔΑ-ΠΑ Δ’ΜΑ-Μ, ΠέΣ Ν ΚΑΡδΊιΑ-Μ. μα όπου κι άν υπάγω-πα και όπου κι άν σταθώ-πα σύ θα είσαι πάντα-πα αντάμα-μου, απ’έσω την καρδία-μου.

Λ.: Μαρία, μήπως για δικιάμου ευκολία θέλω να πάω στην ξενιτειά; εσένα, παρακαλώ, σε αρραβώνιασαν με τον τσεβδό τον Μπόρις, τον πλούσιο. και εγώ, απο τον πόνο της καρδιάμου θέλω να φύγω, σάν τον Αρχί Γαρίπ,, σε κάποιον τόπο μακριά απο το Σαρτανά. αλλα όπου κι άν πάω και όπου κι άν σταθώ, εσύ θα είσαι πάντα μα πάντα μαζίμου, μές την καρδιάμου.

^ΜΑΡΉιΑ: ^ΛΙβΌΝ, ΝΑ ΜΉ ΠΑΈΝΣ ΒδΙΝ’-ΠΑ, ΓΟ τΉΠΥΡΥ ΛΊΓΥΣ ΤΑ ΣέΝΑ ΈΝΑ ΌΡΑ-ΠΑ. Λεβόνη, να μή παγαίνεις πουθενά-πα, εγώ κί εμπορώ δίχως τ’ εσένα ένα ώρα-πα. ΥΛΜέΡΑ ΤΑ ςέΡΑ-Μ τΗ ΣΚΎΝΝΙ ΑΠ’ΝΥ ΚΗ ΥΛΝΊΧΤΑ ΉΠΝΥΣ τΗ ΠέΡ-Με. όλη μέρα τα χέρια-μου κί σηκούνται επάνω και όλη νύχτα ύπνος κί επαίρει-με. ΜΌΝΥ ΑΤΌΤ ΛΑΦΡέΝ ΚΑΡδΊιΑ-Μ ΑΝ ΤΑ βΡΑδέΝ ΚΗ ΣΉ ΈΡΚΗΣ ΣΜ’-Μ (ΚΛΈ). μόνο ετότε ελαφραίνει καρδία-μου εν τα βραδαίνει και σύ έρχεσαι σιμά-μου (κλαίει). (το να έχει κανείς τα χέρια συνέχεια κρεμασμένα κάτω και να μή μπορεί να τα σηκώσει ψηλά, είναι ένδειξη θλίψης, μελαγχολίας)

Μαρία: Λεβόνη, να μήν πάς πουθενά, εγώ δέν μπορώ δίχως εσένα ούτε μιά ώρα. όλη μέρα τα χέριαμου δέν σηκώνονται πάνω και όλη νύχτα ύπνος δέν με παίρνει. μόνο τότε ελαφραίνει η καρδιάμου, όταν βραδυάζει και σύ έρχεσαι κοντάμου (κλαίει).

ΛΙΒΌΝΣ: (ΑΝΓΚΑΛΣΗΝ Τ ^ΜΑΡΉιΑ):

ΤΑ ΜΑΤΊΞΑ-Σ ΚΛΈΓΝΙ,

Ό, ΤΥΚΌΜ ^ΜΑΡΉιΑ!

ΤΊ ΠΥΡΎ ΝΑ ΛΈΓΥ,

ΝΑ ΧΑΡΉ ΚΑΡδΙιΑ-Σ?

ΣΌΠΑ, ^ΜΑΡΉιΑ. ΣΌΠΑ, ΤΥ ΚΑΛΌ-Μ. ΗΜΒΗΡΝΙ ΚΌΖΜΥΣ ΛΈΓΝΙ:

ΤΑ ΉδΙΣ, ΝΑ ΜΉ ΚΛΈΣ,

ΚΛ’ΠΣΗ Τ’ ΘΑ δΊΣ.

ΣΌΠΑ.

Λ.: (αγκάλιασε τη Μαρία): «τα ματάκιασου κλαίνε, ώ, δικιάμου Μαρία: τί μπορώ να πώ για να χαρεί η καρδιάσου;» σώπα, Μαρία, σώπα, καλόμου! οι παλιοί άνθρωποι λέγανε: «για κείνα που είδες, μήν κλαίς, κλάψε για κείνα που θα δείς». σώπα.

ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ (ΈΒΗΝ ΑΠΈΣΥ): Όι, ΚΖέβΑΝ ΤΑ ΠΡΌβΑΤΑ-ΜΑΣ ΑΧ Τ ΑβΖ’Ρ, ΧΑΤΑΛ’ι, ΧΑΤΑΛ’ι ΌΣ ΝΑ ΤΑ ΜΑΝΔΡΉΣΥ (ΌΚΣΥ ΧΤΊΠΣΑΝ, ΑΚΎΧΤΑΝ ΛΑΧΑΡΔΈΣ) ΤΊΣ ΈΝ ΑτΉ? (ΈΒΑΝ ΑΠέΣΥ 5 ΚΥΡΉΞΑ, 5 ΠεδΊιΑ, Κε ΜέΣΑ-ΤΙΝ ^ΒΌΡΗΣ-ΠΑ. ΑΤΌΣ ΈΝ ΦΥΡΗΣέΝΥΣ ΑΝ ΤΥ τΗΝΎΡιΥ Τ ΓΎΝΑ, ΑΝ ΤΑ ΧΥΝΔΡ’ ΤΑ τσΑΝΓΚΉιΑ, Π’Σ ΤΥ Φτι’Λ-Τ ΧΥΝΔΡΌ Μ’βΡΥ ς’ΠΚΑ – ΖΥΡΤΎΤΙ. ΤΑ ΠεδΊιΑ ΑΝ ΤΑ ΞΑΡΎΧιΑ, ΑΠ Π’ΝΥ ΑΝ ΤΑ ΚΥΣΗΛΈδΑ. ΚΑΛΜεΡΉΘΑΝ. ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ Κ’τστσΑΝ Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ, ΚΑΜΒΌΣΑ ΈβΓΑΛΑΝ ΤΥ ΠΛΈΚΣΜΥ-ΤΙΝ, ΚΑΜΒΌΣΑ ΤΡΌΓΝΙ ΚΥΚΎΞΑ ΚΗ ΣΉΡΝ-ΔΑ ΤΑ τσέΦΛιΑ Π’Σ ΤΑ ΠεδΊιΑ).

Α.: (μπήκε μέσα): όι, βγήκαν τα πρόβατα απο το μαντρί, τρέχα απο δώ, τρέχα απο κεί ώσπου να τα μαντρίσω. (έξω χτύπησαν (την πόρτα), ακούστηκαν φωνές). ποιός είναι εκεί; (μπήκαν μέσα πέντε κορίτσια, πέντε αγόρια, μεταξύ των οποίων ο Μπόρις, που φοράει καινούργια γούνα, χοντρές μπότες, στο κεφάλιτου μαύρο καπέλο, στέκεται περήφανα. τα αγόρια με τσαρούχια, απο πάνω με κιοσελέδες (=γκέτες;). χαιρετήθηκαν. τα κορίτσια κάθισαν στην κρεβάτα, κάμποσα (απο αυτά) έβγαλαν το πλέξιμοτους (και άρχισαν να πλέκουν), κάμποσα τρώνε σπόρια και πετάνε τα τσόφλια πάνω στα αγόρια).

ιΎΡΑΣ (Πι’ΚΗΝ ^ΛΙβΌΝ ΤΥ ςέΡ): ^ΛΙβΌΝ, ΜΉΣ ’ΡΤΑ Νι’ςΚΝΙΜΑΣ, ΠΎ ΉΣΝΙ ΑΤΌΣΑ ΜέΡεΣ ΚΗ τΉ ΦέΝΝΙΣΣΗ?

ι.: (έπιασε του Λεβόνη το χέρι): Λεβόνη, εμείς ήδη ανησυχήσαμε, πού ήσουν τόσες μέρες και δέν φαινόσουνα;

^ΛΙβΌΝΣ: Έ, Έ ΠεδΊιΑ, ΓΟ ΉΜΝΙ ΜΑΚΡ’, Ξ’Χ ΣΤΥ ^ΜΑΡΗΎΠΟΛ\, ΑΣ ΉΝΑ ΒΑΖΑΡιΌΤ, ΤΥ ΠΑΡΑΣΎΜ-Τ ΈΝ ^ΦεΟΚΤΗΣΤ ^ΧΑΡΤΑΧ’ι, ΗΝΊΘΙΝ ΑΣ Ν ^ΞΑΡΔΑΧΛΎ, Α ΠΤΡ’ιΣΗΝ ΥΝΗβεΡΣΗΤέΤ ΑΣ ΤΥ ^ΠέΤεΡΒΥΡΓ, ΑτΉ ΠΥ ΖΎΝ βΑΣΗΛΌΝ. ΑΣ ΤΥ ΒΑΖ’Ρ ΉΡΤΙΝ, ΗΡέβ ΝΑ ΑΝΊΚΣ ΣΚΥΛΉιΑΤΑ, ΝΑ Μ’ΘΝΙ ΚΌΖΜΥΣ ΓΡ’ΜΑ.

Λ.: έ, έ, παιδιά, ήμουν μακριά, μέχρι τη Μαριούπολη, σε έναν κάτοικο της πόλης, το όνοματου ολόκληρο είναι Θεόκτιστος Χαρταχάης, γεννήθηκε στο (χωριό) Чαρνταχλού, τελείωσε όμως πανεπιστήμιο στο Πέτερμπουργκ, εκεί όπου ζούν άρχοντες. στην πόλη ήρθε, θέλει να ανοίξει σχολεία, να μάθουν οι άνθρωποι γράμματα.

^ΒΌΡΗΣ (ΖΔΙςέΝ ΤΡΑβΗΤ’, ΠΗΛΤΈΚΚΑ): Π’ΠΥ-Μ ΓΡ’ΜΑ τ..ΗΗ.ΉΚΣΗΡΗΝ, Πε-ΠέΡΑΣΣΗ..Ν-ΔΥ, Τ-Τ-ΌΡΑ Γ-ΓΌ ΧΧΧΡ’ςςςΚΥΜ ΓΡ’ΜΑ. ΤΥ ΠΠΠΡ’ΜΜΑ ΜΜΜεΤΡΗΜΜΥ τΉ ΧΧΧΡ’ςΚΗΤ, ΌΣΥ ΚΖέΝ ΑΧ ΑΧ ΤΤΤ ΑβΖ’Ρ, ΤΤΤΌΣΣΥ ΗΡΉΖ-ΠΑ. ΤΌ ΑΧΧΧΜ’ΧΚΥ τττέΝ.

Μπ.: (μιλάει τραβηχτά, τσεβδά): ο παππ πούςμου γράμματα δδέν ήξερε, τη τττην πέρασε (μιά χαρά), ττώρα εγ εγώ χρειάζ ζομαι γράμμ ματα; τα ζώ ζώα μέτ μέτρημα δέν χρει χρειάζονται, όσ όσα βγαί βγαίνουν απο το μαν μαντρί, τόσ σα και γυρίζ ζουνε. χα χαζά δέ δέν είναι.

^ιΎΡΑΣ (ΣΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ): Έι, ΣΗ, ΔΑΝΔΑΡΌΚΑ! ΑΝ τΉ ΓΡΗΚ’Σ-ΤΥ, ΣΌΠΑ! ΤΥ ΓΡ’ΜΑ, ΤΌ ΈΝ ΣΚ’ΛΑ. ΌΣΥ ΠΥΛ’ ΜΑΘέΝΣ, ΤΌΣΥ ΠΣΗΛ’ ΚΖέΝΣ!...

ι.: (στον Μπόρις): έι, εσύ, ροκάνα! άν δέν καταλαβαίνεις τί σου λένε, να μή μιλάς! τα γράμματα είναι σκάλα! όσο περισσότερα μαθαίνεις, τόσο ψηλότερα ανεβαίνεις!...

^ΛΙβΌΝΣ: ΑΧ ΤΑ ΠΣΗΛ’ Π’ΝΔΑ-ΠΑ ΦέΝΙΤ ΜΑΚΡ’. ΧΑΡΤΑΧΑιΣ ΜέΝΑ ΉΠΗΝ: ΑΤΌΣ Ν ΔΥΝιΑ΄ΜΑΘέΝ, ΤΙΣ ΠΥΛ’ ΜΑΘέΝ!

Λ.: απο ψηλά πάντα βλέπει κανείς μακριά. ο Χαρταχάης μου είπε: εκείνος τον κόσμο κατανοεί, όποιος πολλά μαθαίνει!

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΚΗ ΤΊ Αιτσ Λ’ΛΣΗΝ-ΣΗ ΑΤΟΣ ΓΡΑΜΑΤΈΝιΥΣ ΑΣ ΤΥ ΒΑΖ’Ρ?

Ένα αγόρι: και γιατί έτσι σε φώναξε αυτός ο γραμματιζούμενος στην πόλη;

^ΛΙβΌΝΣ: ΝΑ ΓΡ’ΠΣ ΤΑΚ’-Μ ΤΑ ΤΡΑΓΌιδΑ. ΓΌ ΤΡΑΓΌδΑΝΑ ΚΗ ΑΤΌΣ ΈΓΡΑΦΤΙΝ-ΔΑ. ΑΤΌΣ δΑΦΤΌ-Τ-ΠΑ ΓΡ’ΦΤ ΧΑΡΤΊιΑ.

Λ.: για να γράψει τα δικάμου τα τραγούδια. εγώ τραγουδούσα και εκείνος τα έγραφε. εκείνος και ο ίδιος γράφει βιβλία.

^ΒΌΡΗΣ: ΠΡέΠΝΑ, ΈΝ ΓΑΡ..ΡΡΉΝ<Π>Σ, τές Κ..ΚΚΑΠΉτιΑ ΝΑ ΓΥΡΡ..Ρ’Σ Κ’ΝΑ ΧΑΡ..ΡΡΤΊ, ΚΗ ΓΡ.ΡΡ’ΦΤ ΧΑΡ..ΡΡΤΊιΑ δΑΦ..ΤΤΌ-Τ.

Μπ.: φφαίνετ ται, είναι φτω φτωχός, δέν έχει χρή χρήματα να αγορ ράσει κανένα βιβλ βιβλίο, και γράφει βιβ βιβλία ο ίδ ίδιος.

’ΛΥ ΠεδΊ: ΤΌ ΘΑ ΈςΣ Φτι’Λ ΚΗ ΝΎ ΚΗ ΝΑ ΓΡ’ΠΣ ΧΑΡΤΊιΑ, Α ΝΉ ΚΑΠΉτιΑ, ΔΑΝΔΑΡΌΚΑ! αυτό θέλει να έχεις κεφάλι και νού και να γράψει χαρτία, α |ΝΕ| |καπίκια|, ντανταρόκα! ΣΤΑ ΣέΝΑ ΌΛΥ ΈΝΑ: 5 βΌιδΑ, ΤΡΉιΑ ΖΗβΓ’ΡιΑ (ΧΑΧΑΝΊΣΤΑΝ ΑΠ ιΑΝΑς’).

’λλο αγόρι: όσο γι’αυτό, θέλει να έχεις κεφάλι και νού για να γράψεις βιβλία, και όχι χρήματα, ροκάνα! για σένα όλες οι δουλειές είναι «πέντε βόδια, τρία ζευγάρια». (βάλανε τα γέλια απο δίπλα).

^ΛΙβΌΝΣ: ^ΧΑΡΤΑΧ’ιΣ ΉΠΗΝ ΜέΝΑ ΈΝΑ τι’ΛΥ: ΤΥ ΓΡ’ΜΑ ΘΑ ΑΝΊΚΣ ΚΎΖΜΥΚΥ ΤΑ Μ’τιΑ, ΘΑ τσ δΌΚ ΦΌΣ ΑΤΙ ΝΑ δΎΝΙ Τ ΣΤΡ’ΤΑ ΛΟΝ ΠΎιΥ ΧΡ’ςΚΗΤ ΝΑ Π’ΓΝΙ.

Λ.: ο Χαρταχάης μου είπε και κάτι ακόμη: η μόρφωση θα ανοίξει των ανθρώπων τα μάτια, θα τους δώσει φώς να βλέπουνε το δρόμο που πρέπει να πορεύονται.

^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ: Ν’, ΠεδΊιΑ, ΣΥΝΈΤ-ΤΥ ΑτΉ ΤΥ ΒΑΡΒΑΡΉΖΗΤ. Κ’τσΗΤ ΑδΟ ΣΜ’ ΚΗ ΠέΤΙ Κ’ΝΑ δΊιΑ ςέΝΓΚΑ… (ΤΑ πεδΊιΑ Κ’ΤτσΑΝ ΣΜ’ ΣΤΑ ΚΥΡΉΞΑ Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ).

Α.: έ, παιδιά, σταματήστε εκεί ο,τι φλυαρείτε. καθίστε εδώ κοντά και πείτε κάνα δυό διασκεδαστικά πράγματα… (τα αγόρια κάθισαν κοντά στα κορίτσια πάνω στην κρεβάτα).

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΦΚΡΗΘΈΤ! ΠέΤΙ ΜέΝΑ, ΤΊ ΕΝ ΑΤΟ: ΑΝ ΤΑ ΚΌΤ\ΝΑ ΦΥΡιΑΖΜέΝΥΣ, ΑΝ ΤΑ ΤΡΉιΑ ΖΝ’ΡιΑ ΖΥΓΜέΝΥΣ, ΥΚΣΥΠΉΣΑ ΠΡΑΤ’, ΛΊΓΥΣ δΌΝΔιΑ, ΑΜΑ δ’Κ δΙΝΑΤ’?

Ένα αγόρι: ακούστε! πείτεμου τί είναι αυτό: «με τα κόκκινα ντυμένος, με τρία ζωνάρια ζωσμένος, ανάποδα (προς τα πίσω) περπατά, δίχως δόντια, κι όμως δαγκάνει δυνατά» (απο εδώ τα παιδιά αρχίζουν να λένε αινίγματα).

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: ΚΡΥΜΉδ!

Ένα κορίτσι: το κρεμμύδι!

’ΛΥ ΚΥΡΉτσ: ΣΚΑΝΔΈςΗΡΥ!

’λλο κορίτσι: ο σκαντζόχοιρος!

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΑΣ ΤΥ ΠΎ ΓΟ: ΧΑΣΧ’Ξ! ΧΑΣΧ’Ξ! («ΑΣΛΊ, ΑΣΛΊ», ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ ΌΛ-ΠΑ).

Ένα αγόρι: να το πώ εγώ: η παπαρούνα! η παπαρούνα! («σωστά, σωστά» βάλανε τα γέλια όλοι).

’ΛΥ ΠεδΊ: ΦΚΡΗΘΈΤ: ΠςΉ τές, ΑΜΑ ΠΡΑΤ’, ΤΊΛΑΓΑ βΑΣΛΈβ ΉΛιΥΣ, ΑΤΟ ΠεΤ’! ΤΊ ΕΝ ΑΤΌ?

’λλο αγόρι: ακούστε: ψυχή δέν έχει, και όμως περπατά, σάν βασιλεύει ο ήλιος, εκείνο πετά. τί είναι;

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: ΝΊΧΤΑΣ ΠΛΊ! ΥΛΜέΡΑ Τ\Μ’ΤΙ, ΥΝΛΊΧΤΑ ΠεΤ’!

Ένα κορίτσι: το νυχτοπούλι: όλη τη μέρα κοιμάται, τη νύχτα πετά!

’ΛΥ ΠεδΊ: ιΌΧ! ιΌΧ! ΖεΡ ΝΊΧΤΑΣ ΠΛΊ τες ΠςΗ? ΑΤΟ Π’ΝΔΑ-ΠΑ Ες ΠςΗ. ΑδΌ ΛΕ: ΠςΉ τές, ΑΜΑ ΠΡΑΤ’, ΤΊΛΑΓΑ βΑΣΛΈβ ΉΛιΥΣ, ΑΤΟ ΠεΤ’! (ΌΛ-ΠΑ Κ’Τ ΠΥςΠΥΡΉΖΝΙ).

’λλο αγόρι: όχι! όχι! μήπως το νυχτοπούλι δέν έχει ψυχή; εκείνο πάντοτε έχει ψυχή. εδώ λέει: ψυχή δέν έχει, και όμως περπατά, σάν βασιλεύει ο ήλιος, εκείνο πετά!. (όλοι κάτι μουρμουρίζουνε).

’ΛΥ ΚΥΡΉτσ: Τ\ΘΑ ΤΥ δΑΛΊΣΥΜ. ^ΗΣΠΉΡΑ, Πέ-ΤΥ ΤΊ ΕΝ ΑΤΟ?

’λλο κορίτσι: δέν πρόκειται να το λύσουμε. Σπύρο, πέςτο, τί είναι;

^ΛΙβΌΝΣ: ΣΤΑΘΈΤ. ΝΑ ΜΉ ΤΥ ΖΒΥδ’ΖΗΤ! ΤΥ ΠΥΤ’Μ ΚΌΜΑ ΕΝ ΜΑΚΡ’, Α ΣΉΣ ’ΡΤΑ βΓ’ΛΙΤ ΤΑ ΠΑΠΎΞΑ-ΣΑΣ! (ΝΥΝΊΖ). ΚΣέΡΗΤ ΤΙ ΈΝ ΑΥΤΌ? ΑΤΟ ΕΝ ςΞ]’δ! ΉΛιΥΣ ΑΝΔΑ ΦΥΣΑΡέβ, ΤΥ ςΞ]’δ ΠΡΑΤ’, ΤΊΛΑΓΑ ΉΛιΥΣ βΑΣΛΈβ, ΤΥ ςΞ]’δ Χ’ΝΙΤ Π’ι, ΠεΤ’! (ΑΣΛΊ ΛΕιΣ ,^ΛΙβΟΝ, ΑΣΛΊ! ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ).

Λ.: σταθείτε. μή το βιάζεστε! το ποτάμι ακόμη είναι μακριά, κι εσείς ήδη βγάζετε τα παπούτσιασας! (σκέφτεται). ξέρετε τί είναι εκείνο; είναι η σκιά! ο ήλιος όταν φέγγει, η σκιά περπατά, καθώς ο ήλιος βασιλεύει, η σκιά χάνεται, πάει, πετά! («έχεις δίκιο, Λεβόνη, σωστά!», χαχανίζουν).

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: ΑΤΌΡΑ, ΠεδΊιΑ, ΣΗΣ δΑΛΊΣΗΤ ΤΑΚ’-ΜΑΣ ΤΑ ΜΗΣΑΒέΤιΑ: ΑΡΑΒΑ-ΣΑΝ ΣΑΧΣΑΒε, ΜΑΛΙ ΚΗ Ρ’δ τες! ΤΊ ΕΝ ΑΤΌ?

Ένα κορίτσι: τώρα, αγόρια, εσείς λύστε τα δικάμας τα αινίγματα: «araba-san saq-sabe, μαλλί και ουρά δέν έχει!» τί είναι; (η φράση araba-san saq-sabe είναι απο τα τουρκικά, araba-san = «άμαξα άν είσαι», saq-sabe, προφερόμενο ΣΑΧΣΑΒε  =φράση που οι Ρωμιοί συνήθιζαν να φωνάζουν στα βόδια που έσερναν κάρρο για να προχωράνε).

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΒΑΝιΥΦΑ! банюфа

Ένα αγορι: η φάλαινα!

’ΛΥ ΠεδΊ: ΚΑΜΉΛ!

’λλο αγόρι: η καμήλα!

Τ ’ΛΥ ΤΥ ΠεδΊ: ΞεΡεΠΑΧΑ! черепаха

’λλο αγόρι: η νεροχελώνα!

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: ιΌΧ, τέΜΑΘΙΤ-ΤΥ ΚΗ Τ\ΘΑ ΤΥ Μ’ΘΙΤ-ΠΑ!

Ένα κορίτσι: όχι, δέν το καταλάβατε και ούτε θα το βρείτε!

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΠέΤΥ-ΜΑΣ, ^ΑΛεΚΣ’ΝΔΡΑ!

Ένα αγόρι: πέςτομας, Αλεξάνδρα!

^ΛΙβΌΝΣ: ΣΤΑΘΈΤ! ΝΑ ΜΉ ΖΒΥδ’ΖΗΤ ΚΗ ΠέΣ ΈΝΑ τσΑΝΓΚΉ ΤΑ δΊιΑ-ΣΑΣ Βδ’ΡιΑ β’ΛΙΤ! (ΝΥΝΊΖ). ΚΣέΡΗΤ ΤΙ ΈΝ ΑΤΟ? ΑΤΌ ΕΝ ΒΑ-ΓΑ-ΞΥ-ΝΑ! ΑΤΌ τές ΝΈ ΜΑΛΊ ΚΗ ΝΈ Ρ’δ! (ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ).

Λ.: σταθείτε! μή βιάζεστε και σε μιά μπότα τα δυόσας πόδια βάζετε! (σκέφτεται). ξέρετε τί είναι; είναι ο βά-τρα-χος! εκείνος δέν έχει ούτε μαλλί ούτε και ουρά! (βάζουν τα γέλια).

ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ: ΒΡ’βΟ, ΒΡ’βΟ, ^ΛΙβΌΝ!

Τα κορίτσια: μπράβο, μπράβο, Λεβόνη!

ΈΝΑ ΚΥΡΉΞ: ΠεδΊιΑ! ΈΝΑ τι’ΛΥ ΜΗΣΑΒέΤ ΑΣ ΠΎΜε ΚΗ ΣΤΈΡΑ ΘΑ ΧΥΡέΠΣΥΜ ΚΗ ΘΑ ΤΡΑΓΥδΊΣιΑ<Υ>Μ. ΤΊ ΕΝ ΑΤΌ: ΝΈ ΒΑΤΈβ ΚΗ ΝΈ ΠεΤ’, ΤΟ ΝΕΡΌ ’ΛιΑΧ ΑΓΑΠ’?

Ένα κορίτσι: αγόρια! ένα ακόμη αίνιγμα ας πούμε, και ύστερα θα χορέψουμε και θα τραγουδήσουμε. τί είναι εκείνο: «ούτε βουλιάζει και ούτε πετά, το νερό πάρα πολύ αγαπά»!

^ΒΌΡΗΣ: ςΗΡ ΡΡΡΉδ!... χοιρίδιο.

Μπ.: το γουρ ρρούνι! (αυτό που είπε ο Μπόρις είναι αρκετά λογικό, δέν έπρεπε απο αυτό που είπε να τον αποπάρουν όπως παρακάτω, αλλα βρήκαν αφορμή να τον ταπεινώσουν).

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΚΗ ΠΌΣ ΝΑ ΈΝ ςΗΡΉδ, ΔΑΝΔΑΡΌΚΑ! (ΔΌΚΗΝ-ΔΥΝ Π’Σ ΤΥ ΚΑΠΑΣ (ς’ΠΚΑ), ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ, ’ΛΥΣ Λ’ΧΤΣΗΝ-ΔΥ).

Ένα αγόρι: και γιατί να είναι το γουρούνι, Ροκάνα! (τον βάρεσε στο καπάς (καπέλο), έπεσε κάτω, άλλος το κλώτσησε).

^ΒΌΡΗΣ: ΠΌΣ ΤΥ ΛΑΧΤ’Σ, Α ΓΟ ΑΣ ΤΥ ΠΎ ΤΥΝ ΔΑΉΜ ^ΗΣΠΉΡΙ, ΤΌΣ ΠΠΠΗΛΊ ΤΥ ςςΚ<Λ>Ί –Τ..ΤΙΝ ΑΠ..Π’ΝΥ-Σ. (ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ).

Μπ.: γιατί το κλωτσάς; κι εγώ θα το πώ στο θείομου τον Σπύρο, εκείνος θα αμο μο λ λύσει το σκυ σκυλί επάνωσου! (βάζουν τα γέλια).

^ΛΙβΌΝΣ: ΠΗΤΡ’ΗΣΗΤ ΤΑ ΛΑΧΑΡΔΈΣ-ΣΑΣ! ΤΊ ΠΥΡΉ ΝΑ ΈΝ? (ΝΥΝΊΖ): «ΝΈ ΒΑΤΈβ ΚΗ ΝΈ ΠεΤ’, ΤΟ ΝΕΡΌ ’ΛιΑΧ ΑΓΑΠ’». ΚΣέΡΗΤ ΤΙ ΈΝ ΑΤΟ? ΑΤΌ ΕΝ ΠΣ’Ρ!... (ΔΑΎςΑ «ΒΡ’βΟ, ^ΛΙβΌΝ!».)

Λ.: σταματήστε αυτές τις κουβέντεςσας! τί μπορεί να είναι; (σκέφτεται): «ούτε βουλιάζει και ούτε πετά, το νερό πάρα πολύ αγαπά». ξέρετε τί είναι αυτό; είναι το ψάρι!... (φωνές: «μπράβο, μπράβο Λεβόνη!»).

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: ΝΑ ’ιΔΑ, ΚΥΡΉΞΑ, ΠεδΊιΑ! Πι’ΣΗΤ Κ’ΝΑ ΚΑΛΌ ΤΡΑΓΌδ!

Ένα κορίτσι: έ, άντε κορίτσια, αγόρια! πιάστε κανένα ωραίο τραγούδι!

ΔΑΎςΑ: ΠΎιΥ ΝΑ Πι’ΚΥΜ? «β’ι, ΚΥΡτσΉτσ ΚΥΡτσΉτσ» (ΤΡΑΓΥδΎΝ ΌΛ-ΠΑ. ΛΑΛΊ ΓΚΗΜΗΞ’, ΛΑβΎΤΑ, ΚΡΎι ΔΑΗΡέ):

Φωνές: ποιό να πιάσουμε; το «άχ, κοριτσάκι, κοριτσάκι» (τραγουδούν όλοι. ακούγεται κεμεντζές, λαγούτο, χτυπάει νταϊρές): (ο νταϊρές είναι ένα όργανο σάν μεγάλο στρόγγυλο ταψί με μεμβράνη, σάν τεράστιο ντέφι, διαμετικά έχει δύο ράβδους που διασταυρώνονται, σε αυτές τις ράβδους στηρίζεται το κυκλικό τελάρο, στο οποίο είναι στερεωμένη η μεμβράνη. με το ένα χέρι το κρατάνε απο το σταυρό που σχηματίζουν οι ράβδοι και με το άλλο χέρι χτυπάνε τη μεμβράνη).

β’ι, ΚΥΡτσΉτσ, ΚΥΡτσΉτσ, βάι κοριτσίτσι, κοριτσίτσι,

ΣΠΡΎτσΚΥ ΔΗΡΔΑΝΊτσ. ασπρούτσικο |ΔΕΡΔΕΝ|ίτσι,

ΉΣ ΠΥΠ’Σ ΗΡέβ-Σε, είς ποπάς γυρεύει-σε,

ΝΑ Σε δΎΓΥ ΓΌ! να σε δώω εγώ!

άχ, κοριτσάκι, κοριτσάκι, (που φοράς) άσπρη ποδίτσα, ένας παπάς σε θέλει (για σύζυγο), (λέω) να σε δώσω!

(η λ. ΔΗΡΔΑΝΙτσ έχει μεγάλη ιστορία. κανονικά θα έπρεπε να γράφεται ΔΙΡΔΑΝΙτσ σύμφωνα με τους κανόνες που γράφουν οι Ρωμιοί τη γλώσσατους, απο λάθος γράφηκε ΔΗΡΔΑΝΙτσ. οπωσδήποτε προφέρεται «ντιρντανίτσ» και όχι «γκιρντανίτσ», αφού και η Σαρτανιώτισσα Κατερίνα Дженчако μου το είχε γράψει «ντιρντανίτς», αλλα και το τραγούδι αυτό (με λίγο διαφορετικά λόγια) το κατέβασα απο το διαδίκτυο όπου βρισκόταν μαζί με μερικά ακόμη ρωμαίικα τραγούδια σε εκτέλεση της μεγάλης Σαρτανιώτισσας τραγουδίστριας Ταμάρας Κατσή. Στην εκτέλεση αυτή της Ταμάρας Κατσή ακούγεται ολοκάθαρα και επανειλημμένα με καθαρό οδοντικό «ντιρντανίτσ» και όχι «γκιρ-». Μιά άλλη μορφή αυτής της λ. βρίσκεται στο θρησκευτικό έργο του Μακρυγιάννη ώς «τετρεμίδα», το οποίο δείχνει οτι η λ. προέρχεται απο κάποια τουρκική λ. |ΤΕΡΤΕΝ| ή |ΔΕΡΔΕΝ|, στον Μακρυγιάννη έφτασε με –μ αντί του αρχικού –ν, γιατί είναι συνηθισμένο στα ελληνικά να τρέπεται σε –μ το –ν των λέξεων δανείων απο τα τουρκικά. 

ιΌΧ, Μ’ΝΑ-Μ, Μ’ΝΑ-Μ, |ιΟQ|, μάνα-μου, μάνα-μου,

δέΝ ΤΥΝ ΠέΡΥ ΓΌ: δέν τον επαίρω εγώ:

ΓΟ τΗ ΚΣέΡΥ ΓΡ’ΜΑΤΑ, εγώ κί ξέρω γράμματα,

β’Λ-Με δΑβΑΖΥ!... βάλλει-με διαβάζω!

όχι, μάναμου, μάναμου, δέν τον παίρνω αυτόν: εγώ δέν ξέρω γράμματα, θα με βάλει να διαβάζω!

 

β’ι, ΚΥΡτσΉτσ, ΚΥΡτσΉτσ, βάι, κοριτσίτσι, κοριτσίτσι,

ΣΠΡΎτσΚΥ ΔΗΡΔΑΝΊτσ, ασπρούτσικο |ΔΕΡΔΕΝ|ίτσι,

ΉΣ ΤΚΑΝΔζΉΣ ΗΡέβ-Σε, είς |ΔΟΥΚΑΑΝ-Џί|ς γυρεύει-σε,

ΝΑ Σε δΎΓΥ ΓΌ! να σε δώω εγώ!

άχ, κοριτσάκι, κοριτσάκι, (που φοράς) άσπρη ποδίτσα, ένας μαγαζάτορας σε θέλει (για σύζυγο), (λέω) να σε δώσω!

 

ιΌΧ, Μ’ΝΑ-Μ, Μ’ΝΑ-Μ, |ιΟQ|, μάνα-μου, μάνα-μου,

δέΝ ΤΥΝ ΠέΡΥ ΓΌ: δέν τον επαίρω εγώ:

ΓΟ τΗ ΚΣέΡΥ ΓΡ’ΜΑΤΑ, εγώ κί ξέρω γράμματα,

β’Λ-Με ΝΑ ΜΗΤΡΎ. βάλλει-με να μετρώ!

όχι, μάναμου, μάναμου, δέν τον παίρνω αυτόν: εγώ δέν ξέρω γράμματα, θα με βάλει να λογαριάζω!

 

β’ι, ΚΥΡτσΉτσ, ΚΥΡτσΉτσ, βάι κοριτσίτσι, κοριτσίτσι,

ΣΠΡΎτσΚΥ ΔΗΡΔΑΝΊτσ. ασπρούτσικο |ΔΕΡΔΕΝ|ίτσι,

ΉΣ ΞΥΒ’ΝΥΣ ΗΡέβ-Σε, είς |ΞΟΒΑΝ|ος γυρεύει-σε,

ΝΑ Σε δΎΓΥ ΓΌ! να σε δώω εγώ!

άχ, κοριτσάκι, κοριτσάκι, (που φοράς) άσπρη ποδίτσα, ένας βοσκός σε θέλει (για σύζυγο), (λέω) να σε δώσω!

 

β’ι, Μ’ΝΑ-Μ, Μ’ΝΑ-Μ, βάι, μάνα-μου, μάνα-μου,

ΘΑ ΤΥΝ ΠέΡΥ ΓΌ: θα τον επαίρω εγώ:

ΤΟΣ ΛΑΦΤΊτσΑ ΘΑ ΛΑΛΊΣ, αυτός φλαουτίτσα θα λαλήσει,

ΓΟ ΘΑ ΧΥΡεβΥ! εγώ θα χορεύω!

λαφτίτσα, πρέπει να ετυμολογείται απο «φλαουτίτσα», στο ρωμαίικο γλωσσάριο εξηγείται ώς “pan-pipe”, αλλα πρόκειται απλώς για την μονοσύριγκη φλογέρα των βοσκών.

άχ, μάναμου, μάναμου, θα τον πάρω (για άντραμου): εκείνος τη φλογέρα θα παίζει, εγώ θα χορεύω!

Αυτό το τραγούδι έχει μεγάλη ιστορία. Μου είχε γράψει σε ένα γράμμα γι’ αυτό μία κοπέλα απο το χωριό Σαρτανά, ονόματι Κατερίνα Дженчако, μου είπε πως στο χωριότης μιλιούνται ακόμη τα Ρωμαίικα, και πως αυτό το τραγούδι της το τραγουδούσε η γιαγιάτης όταν ήταν μικρή. Τότε της έγραψα: Αυτό το τραγούδι που μου στέλνεις είναι το πιό γνωστό λαϊκό τουρκικό τραγούδι:

Τουρκικό παραδοσιακό τραγούδι: qızım seni Alije vere_jim Κόρημου, να σε δώσω (σύζυγο) στον Αλή – istemem babaџıgım istemem. Δέν θέλω, μπαμπάκαμου, δέν θέλω. Onun adı Ali, Το όνοματου (είναι) Αλή, onun џanı deli η ψυχήτου είναι τρελλή, / џanı var deli, ψυχή έχει τρελλή, istemem babaџıgım istemem δέν θέλω, μπαμπάκαμου, δέν τον θέλω. Qızım seni Jaшara vere_jim – Κόρημου, να σε δώσω (σύζυγο) στον Ιαςαρ. istemem babaџıgım istemem. Δέν θέλω, μπαμπάκαμου, δέν θέλω. Onun adı Jaшar, το όνοματου (είναι) Ιαςάρ, alır beni uxar με παίρνει κ πετάει /bozar (ή, σε άλλη παραλλαγή:) με χαλνάει, istemem babaџıgım istemem. Δέν τον θέλω, μπαμπάκαμου, δέν τον θέλω. Qızım seni sarhoшa vere_jim Κόρημου, να σε δώσω (σύζυγο) στον μπεκρή – ister_im babaџıgım ister_im. Τον θέ΄λω, μπαμπάκαμου, τον θέλω! Onun adı sarhoш, λέγεται sarhoш (sarhoш = μπεκρής στα τούρκικα, λέξη περσικής προέλευσης. Γίνεται λογοπαίγνιο, γιατί στα τουρκικά sar=τυλίγει, αγκαλιάζει, hoш=ωραία, ευχάριστα) sarırması bir hoш! το αγκάλιασματου είναι τόσο ευχάριστο! ister_im babaџıgım ister_im τον θέλω, μπαμπάκαμου, τον θέλω. Σε άλλη παραλλαγή που άκουσα απο Γιάννη Παρασκευόπουλο, που το άκουσε απο παππούτου Καβαλιώτη, αντί για ονόματα αναφέρονται επαγγέλματα. Η κόρη δέν θέλει τον χασάπη, γιατί «άμα θυμώσει θα πάρει το χασαπομάχαιρο, θα με σφάξει», δέν θέλει τον ξυλοκόπο, γιατί «άμα θυμώσει, θα πάρει το τσεκούριτου θα με χτυπήσει», κ αναλόγως αρνείται τους άλλους κατα το επάγγελμάτους. Τελικά όταν ο πατέρας ρητορικώς ερωτά «τί, στον μπεκρή να σε δώσω;» η κόρη λέει οτι τον θέλει, γιατί «άμα μεθύσει, θα με αγκαλιάσει κ θα με λέει μοναδικήτου αγαπημένη».

Και οι τουρκικές και οι ρωμαίικες εκδοχές αυτού του τραγουδιού θέλουν με χαριτωμένο τρόπο να αποκαλύψουν τα εσώτερα της κοριτσίστικης ψυχής: τα κορίτσια δέν χαίρονται με την φιλολογία ούτε με τα μαθηματικά, αλλα έχουν στο αίματους τον χορό και τη μουσική.

(ΧΥΡέβΝΙ ΚΗ ΤΡΑΓΥδΎΝ ΌΛ-ΠΑ, ΑΛΑΗ ^ΒΟΡΗΣ ΚΑΘΙΤ Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ ΚΗ ΤΡΌι ΚΥΚΎΞΑ).

(χορεύουνε και τραγουδούν όλοι ανεξαιρέτως, χώρια μόνο ο Μπόρις κάθεται στην κρεββάτα και τρώει σπόρια)

ΈΝΑ ΠεδΊ (ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ): ΠΌΣ Κ’ΘΙΣ, ΠΌΣ τΗ ΤΡΑΓΥδ’Σ?

Ένα αγόρι (στον Μπόρις): γιατί κάθεσαι, γιατί δέν τραγουδάς;

^ΒΌΡΗΣ: Γ..ΓΟ ΤΡΑΓ..ΓΌιδΑ τΗ ΚΣέΡ..ΡΥ.

Μπ.: εγ γώ τραγ γούδια δέν ξέρ ρω.

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ (ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ): ΤΡΑΓΌιδΑ ’Ν τΗ ΚΣέΡΣ, ΣΉΚΥ ΚΗ ΘΑ ΛΈΓΥΜ ΥΡΔΑΜ’ιδΑ ΚΗ ΝΑ ΧΥΡέβΥΜ. Ν’, ΚΥΡΉΞΑ, ΠεδΊιΑ, Πι’ΣΗΤ ΥΔΡΑΜ’ιδΑ! (ΛΑΛΊ Π’ΛΙΣ ΓΚΗΜΗΞ’, ΛΑβΎΤΑ, ΔΑΗΡέ. ^ΒΌΡΗΣ-ΠΑ ΚΖέΝ ΠΑΤ’ΛΚΑ ΧΥΡέβ ΚΗ ΤΡΑΓΥδ’):

Ένα κορίτσι (στον Μπόρις): τραγούδια άν δέν ξέρεις, σήκω και θα πούμε αυτοσχέδια στιχάκια να χορέψουμε. έ, κορίτσια, αγόρια, πιάστε αυτοσχέδια στιχάκια! (ακούγεται πάλι κεμεντζές, λαούτο, νταϊρές. ακόμη και ο Μπόρις βγαίνει, άτσαλα χορεύει και τραγουδά): (ΥΡΔΑΜΑ είναι απο του τουρκικό |ΟΥιΔΙΡΜΑ|, απο το ρήμα |ΟΥιΔΙΡ|-, αιτιακό τύπο του |ΟΥι|- =ταιριάζει, έτσι |ΟΥιΔΙΡ|- =κάνω να ταιριάξουν, συνδυάζω ή φτιάχνω ή δίνω λύσεις αυτοσχέδια. τα «ΟΥΡΔΑΜ’ιδΑ», αυτοσχέδια στιχάκια, τα φτιάχνανε κάποιοι για διάφορες περιστάσεις, εν προκειμένω δέν τα φτιάξαν εκείνη την ώρα, αλλα υπήρχαν πολλά τέτοια στιχάκια που ήδη ήξεραν και κατα περίσταση διάλεγαν απο εκείνα και τραγουδούσαν. είναι φανερό πως αυτά τα στιχάκια ήταν πολύ εύκολο να τα χορέψει κανείς)

Κ’ΘΥΜ, Κ’ΘΥΜ ΚΑΝΊΣ τεΝ,

ΚΖέΝΥ ΌΚΣΥ ΌΛ-ΠΑ ΚΣέΝ.

κάθομαι, κάθομαι, κανείς δέν είναι (εδώ, κοντάμου), βγαίνω έξω, όλοι (είναι) ξένοι.

ΚΛΌΘΥ ΠέΣ Τ ΓΥΝΈιΑ-ΜΑΣ,

ΔΡΑΝΎ Τ ΜΗΣΑΡέιΑ-ΜΑΣ.

γυρίζω μέσα στον τοίχο (=σπίτι)μας, κοιτάζω την πλατείαμας.

ΔΡΑΝΎ, ΔΡΑΝΎ τΉ ΦέΝΙΣ,

ΣΤΊΚΥΜ ΡΥΤΎ ΠΎ ΠέΜΝΙΣ.

κοιτάζω, κοιτάζω, δέν φαίνεσαι, στέκομαι ρωτώ πού έμεινες.

ΛΈΓΝΙ ΠέΜΝΙΣ ΣΗ ΜΑΚΡ’,

Ξ’Χ Σ ^ΔΥΜ’ΧΑΣ Ν ΔΑΡΑΜ’.

λένε (οτι) έμεινες εσύ μακριά, κατα της Ντομάχας τον αγρό.

ΈΜΒΡΥ ΑΝΔΑ ΠέΡΝΑΝΙΣ,

ΣΤΊΚΝΙΣΗ ΚΑΛΜέΡΝΑΝΙΣ.

πρωτύτερα όταν περνούσε, στεκόσουν χαιρετούσες.

ΤΌΡΑ ΣΗ ΑΝ ΤΑ ΠεΡΝ’Σ,

ΚΛΌΘΣ ΤΥ Φτι’Λ-Σ ΚΗ τΉ ΔΡΑΝ’Σ!

τώρα εσύ όταν περνάς, γυρίζεις (αλλού) το κεφάλισου και δέν (με) κοιτάς!

Τ’ΤΑ-Σ, Μ’ΝΑ-Σ, ΌΛ ΛΈΓΝΙ,

ΜέΝΑ τΉ ΒΗΓΚΑΝΈβΝΙ. μένα κί |ΒΕCΕΝ|εύουνε.

ο πατέραςσου, η μάνασου, όλοι λένε, (οτι) εμένα αυτοί δέν με αρέσουνε. (=έτσι λέγεται στη βόρεια Ελλάδα. δηλαδή, δέν αρέσω σ’ αυτούς).

ΠΎιΥΜ τέΝ ΒΗΓΚΑΝΙΜ’Τ,

ΠΎιΥΜ τέΝ ΥςΑΝΙΜ’Τ. ποίο-μου κί ένι |ΟΥςΑΝ|εμάτι. =αξιόπιστο

τί έχω που δέν είναι αρεστό, τί έχω που δέν είναι αξιόπιστο.

Μ’ΝΑ-Σ ΞΑΤΛ’ΧΚΥ ΠΑΠΉ,

ΗΛ’ ΜεΝΑ ΚΗ ΠΡΑΤΊ.

η μάνασου επιθετικό παπί, γελώντας για μένα κοροϊδευτικά περπατά.

Τ’ΤΑ-Σ ΔΥΓΜέΝΥ ΛΑΓΌ,

Τ\ΘέΛ ΝΑ Κ’Μ ΜέΝΑ ΓΑΜΒΡΌ!

ο πατέραςσου (δειλός σάν) χτυπημένος λαγός, δέν θέλει να με κάνει γαμπρό(του)!

Πι’ΝΥ-Σε ΚΗ ΧΥΡέβΥ,

ΜΌΝΥ ΣέΝΑ ΑΓΑΠΎ.

σε πιάνω και χορεύω, μόνο εσένα αγαπώ.

ΜΉΣ Σ ΚΑΝΊΝΑ-ΠΑ Τ\ΘΑ δΎΜ,

Τ ΈΝΑ ΝΔ ’ΛΥ ΘΑ Π’ΡΥΜ!

σε κανέναν δέν θα δώσουμε σημασία, ο ένας τον άλλο (=εσύ εμένα και εγώ εσένα) θα πάρουμε (=για σύζυγο).

ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ: Όι, ΠΣΤ’ΘΑΜ! ΚΑΤΛΊΓΥ ΑΣ Κ’τσΥΜ! Πι’ΣΗΤ Κ’ΝΑ ΤΡΑΓΌδ. ΑΤΌ, ΤΥ ΥΚΡΑΉΝΣΚΗ, ΧΤΈΣ ΤΥ ΤΡΑΓΌδΑΝΑΜ?...

Τα κορίτσια: όι, κουραστήκαμε! λίγο άς κάτσουμε! πιάστε κανένα τραγούδι. εκείνο, το ουκρανικό, χτές που τραγουδούσαμε;

ΈΝΑ ΠεδΊ: ΠΎιΥ «Цвіте терен, цвіте терен»?

Ένα αγόρι:ποιό, το «Цвіте терен, цвіте терен»;

ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ: ΑΜΉ, ΑΜΉ, ΝΎ ’ιΔΑ, ^ΜΑΡΉιΑ, ΠςΉΡΑ-ΤΥ.

Τα κορίτσια: αμέ, βέβαια. λοιπόν, άντε Μαρία, άρχισετο.

^ΜΑΡΉιΑ (ΠςΗΡ’ ΤΡΑΓΥδ’, ΌΛ-ΠΑ ΠΑΈΝΝΙ ΑΠΉΣΥ-τσ):

Μ.: (αρχίζει τραγουδά. όλοι οι άλλοι ακολουθούν (τραγουδούν κ εκείνοι συνοδεύοντας))

Цвіте терен, цвіте терен, The walk of life flowers, the walk of life flowers

листя опадає; leaves fall off;

хто в любові не знається, whoever in love is known

той горя не знає. toy does not know grief.

ανθίζει ο δρόμος της ζωής, ανθίζει ο δρόμος της ζωής, τα φύλλα πέφτουν· όποιος αγάπη δέν γνώρισε, αυτός πίκρα και θλίψη δέν γνωρίζει.

А я, молоденька, And I, young

та горе зазнала, but tested grief

вечерьоньки б не доїла, vecheren'ki would not milk

нічку б не доспала. night did not get some more sleep.

εγώ είμαι μικρή, αλλα πίκρα και θλίψη έχω γνωρίσει. ώς το βράδυ, δέν μπόρεσα να αρμέξω· νύχτα, δέν μπόρεσα να κοιμηθώ.

 

^ΒΌΡΗΣ: ΘΑ ΠΑΈΝ..ΝΥ. ΝΑ Τ\ΜΗΘΎ ΗΡ..ΡέβΥ.

Μπ.: θα πηγ γαίν νω... να κοιμηθ θώ θέ θέλω.

ΈΝΑ ΠΕδΊ: ΒΟΡΗΣ, ΝΑ βΈΓΛΑ ΠΑΣ ΤΥ ΣΑΤ (ΞΑΣΙ) ΤΊ ΌΡΑ ΈΝ  ΚΗ ’ΡΤΑ ΗΡΈβΣ ΝΑ Τ\ΜΗΘΊΣ?

Ένα αγόρι: Μπόρις, γιά κοίτα το ρολόι, τί ώρα είναι κ ήδη θέλεις να κοιμηθείς;

^ΒΌΡΗΣ (βΗΓΛΊΖ Π’Σ ΤΥ ΚΡΗΜΑΣΤΌ ΤΥ Σ’Τ (ΞΑΣΙ)): Τ ΈΝΑ-Τ ΤΥ ΖΗβΛΊτσ ΣΤΊΚΗΤ, Τ ΑΛ..ΛΥ ΈΒΗΝ ΑΠ..Π’ΝΥ (ΧΑΧΑΝΊΣΤΑΝ ΌΛ-ΠΑ, ^ΒΌΡΗΣ ΚΖέΝ  δ’ιΝ. ΑΠΉΣΥ ΣΤΥ ΣΚΗΝΉ (ΖΑ ΣτσεΝΟι) ^ΒΌΡΗΣ-Σ ΠςΉΡΣΗΝ ΤΡΑΓΌδ): (αυτή η περιγραφή της ώρας ήταν παλιά ανέκδοτο,που το λέγανε, για άλλα βέβαια πρόσωπα, κ οι Πόντιοι. σύμφωνα με την περιγραφή η ώρα πρέπει να ήταν ακριβώς μεσάνυχτα, αλλα μπορεί κ να ήταν 6μιση το απόγευμα)

Μπ.: (κοιτάζει το κρεμαστό, του τοίχου, το ρολόι): η μιάτου η βεργουλα στέκεται όρθια, η άλ άλλη μπήκε απο ποπ πάνω (βάλανε τα γέλια όλοι, ο Μπόρις βγαίνει φεύγει. πίσω απο τη σκηνή ο Μπόρις άρχισε ένα τραγούδι):

ΑΜΗ, ΜΑΝΑ, ΓΟ ΦΥβΎΜε,

ΠέΣ Ν ΒΑΧΞ’ ΠεδΊιΑ.

Έι, ΑΜΗ, ΜΑΝΑ, ΓΟ ΦΥβΎΜε,

ΣΉΡΝΙ ΤΙ ΧΑι’ιδΑ!

    ναί, μάνα, εγώ φοβάμαι, μές τον κήπο (είναι) αγόρια, έι, κ βέβαια μάνα, φοβάμαι, (θα μου) πετάξουνε μεγάλες πέτρες!

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: δΑΦΤΌ-Τ ^ΒΌΡΗΣ-Σ ΤΡΉιΑ ΚΑΠΉτιΑ τΉ Κς’Ζ, ΑΜΑ ΤΊΧΑΔΑΡ ΠΛΥςΉιΑ Ές!

Ένα κορίτσι: ο ίδιοςτου ο Μπόρις τρία κέρματα δέν αξίζει, αλλα πόσα πλούτη έχει!

^ΛΙβΌΝΣ: ΗΛΒεΤ, Ές ΠΛΥςΉιΑ, ι’Ν ΤΥ ΜΣΌ Τ ΧΌΡΑ ΉΝΝΙ ΑΛΞΉδ ΑΣ ΣΠΉΤ-ΤΙΝ ΚΗ ΈΧΝΙ ΛΌΝ ΤΑ ΚΑΛ’ ΤΑ ΤΌΠΣ ΑΣ ^ςΠ’ΧΑ Τ ΧΥΤΡ’ ΚΗ ΑΣ ΤΑ ^ΣΤΡΥΝΓΚΉΛιΑ ΛΌΡιΑ.

Λ.: πραγματικά, έχει πλούτη, περίπου το μισό χωριό είναι υπηρέτες στο σπίτιτους, κ έχουνε μιά σειρά καλούς τόπους στου Шπάχα το αγρόκτημα κ στα Στρογγύλια ολόγυρα.

(ΒέΝ ΑΠέΣΥ ^εβΔΥτΉιΑ)

(μπαίνει μέσα η Ευδοκία)

^εβΔΥτΉιΑ: ΚΑΛΗΣΠέΡΑ, ΚΥΡΞΉΞΑ ΚΗ ΠεδΊΞΑ! (ΠέΡΝΙ Ν ΚΑΛΜεΡΉιΑ-τσ, «ΚΑΛΙΣΠέΡΑ, ΚΑΛΙΣΠέΡΑ, Ξ’ΞΑ ^εβΔΥτΉιΑ!»). Ξ’ΞΑ σημαίνει μεγάλη αδερφή. για τη Μαρία είναι όντως μεγάλη αδερφή, οι άλλοι την αποκαλούν έτσι απλώς απο ευγένεια.

Ε.: καλησπέρα κορίτσια κ αγόρια! (απαντάνε στο χαιρετισμότης: "καλησπέρα, καλησπέρα αδερφή Ευδοκία)

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ: Ό, ΚΑΛΌ ΤΥ ΉΡΤΙΣ, ΞΑΞΑ ^εβΔΥτΉιΑ. ΘΑ ΤΡΑΓΥδΊΣΥΜ Κ’ΝΑ ΤΡΑΓΥδΊτσ.

Ένα κορίτσι: ώ, καλά που ήρθες, αδερφή Ευδοκία, θα τραγουδήσουμε κανένα τραγουδάκι.

^εβΔΥτΉιΑ: ιΌΧ, ιΌΧ, ΚΑΜΉιΑ ’ΛΥ. ΓΟ ΧΡ’ςΚΥ<Μ> Τ ^ΜΑΡΉιΑ. ^ΜΑΡΉιΑ, ’ιΔΑ ΑΣ ΣΠΉΤ. Γ’ΚΑ ^ΑΝΔΌΝΣ ΧΛΊΖ-Σε.

Ε.: όχι, όχι, κάποια άλλη φορά. Θέλω τη Μαρία. Μαρία, άντε στο σπίτι, ο μεγάλοςσου αδερφός ο Αντώνης σε φωνάζει.

^ΜΑΡΉιΑ (ΚΡέΜΑΣΗΝ ΤΥ Φτι’Λ): ΚΗ ΤΊ Αιτσ Ξ’ΛΚΥ, ΚΌΜΑ ΤΑ ΑΡΝΊΘΑ τέΠΗΣΑΝ, Α Γ’ΚΑ ’ΡΤΑ ΧΛΊΖ-Με? (ΤΥςΝΈΦΤΙΝ).

Μ.: (κρέμασε το κεφάλι): κ γιατί έτσι γρήγορα, ακόμη οι κότες δέν έπεσαν να κοιμηθούν, κ ο αδερφόςμου κιόλας με φωνάζει; (έγινε σκεφτική, λυπημένη).

ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ: ^ΜΑΡΉιΑ, ^εβΔΥτΉιΑ! ΗΛ’Τ ΑΣ ΤΡΑΓΥΔΊΣΥΜ ΚΑΝΑ ΤΡΑΓΥδΊτσ τι’ΛΥ ΚΗ ΣΤΈΡΑ Π’ιΤ! (ΠςΉΡΣΑΝ ΧΥΡέβΝΙ ΚΗ ΤΡΑΓΥδΎΝ «ιΑΡΊΜ Αβ’». ^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ^εβΔΥτΉιΑ, ΔζΥΝ’ιΣΑΝ ΝΑ ΠΑΈΝΝΙ. ^ΛΙβΌΝΣ ΈΣΤΙΚΣΗΝ Τ ^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ΚΑΡΦ’ Κ’Τ ΉΠΗΝ-ΔΙΝ ΠέΣ ΤΥ ΦΤΊ, ^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ^εβΔΥτΉιΑ δ’βΑΝ. ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ ΚΗ ΤΑ ΠεδΊιΑ ΤΡΑΓΥδΎΝ):

Τα κορίτσια: Μαρία, Ευδοκία! ελάτε να τραγουδήσουμε κανένα τραγουδάκι ακόμη κ ύστερα φεύγετε (άρχισαν χορεύουν κ τραγουδούν στο σκοπό "ιΑΡΙΜ {ΑβΑ". η Μαρία κ η Ευδοκία ξεκίνησαν να φύγουν. ο Λεβόνης σταμάτησε τη Μαρία κ κρυφά κάτι της είπε στο αυτί. η Μαρία κ η Ευδοκία φύγαν. τα κορίτσια κ τα αγόρια τραγουδούν):

ΧΑΝΊιΑ ΚΗ ^ΜΑΡΉιΑ |ΧΑΝ|εία και Μαρία

ΚΖέβΑΝ ΣΗΡΛΑΝΈΦΚΑΝΔΑΝ, εξέβαν |ΣΕιίΡ_ΛΕΝ|εύκανταν,

ΠΎιΥΣ-ΤΙΝ ΧΥΡέβ ΚΑΛ’, ποίος-των χορεύει καλά,

«ιΑΡΉΜ-ΑβΑ» ΧΥςΛΑΜ’!... «|ιΑΡΙΜ hΑβΑ|» |hΟς_ΛΑΜΑ|!

ΟΒΗΡ - ΟΒΗΡ.

μιά αρχόντισσα κ η Μαρία βγήκαν έκαναν σεριάνι, ποιά απο τις δυό χορεύει καλύτερα;

«ιΑΡΉΜ-ΑβΑ» ΧΥςΛΑΜ’!... «|ιΑΡΙΜ hΑβΑ|» |hΟς_ΛΑΜΑ|!

ΟΒΗΡ - ΟΒΗΡ. (αυτό το είδος τραγουδιού είναι προφανώς τουρκικής προέλευσης, τα λόγια του ρεφραίν δέν έχουν άμεση σχέση με τα υπόλοιπα του τραγουδιού. ιΑΡΙΜ σημαίνει "αγαπημέν(η)μου", {ΑβΑ =σκοπός τραγουδιού,, καθώς κ ψυχική διάθεση, οπότε ιΑΡΙΜ hΑβΑ| =σκοπός ερωτικού τραγουδιού. |hΟς_ΛΑΜΑ| σημαίνει "merry making", το να κάνουν οι άνθρωποι κέφι. Το επιφώνημα |ΟΒΗΡ - ΟΒΗΡ| εκφράζει μεγάλη ευθυμία, νομίζω πως είναι η τουρκική λέξη |ΟΙΒΥΡ| που σημαίνει "παραπέρα", αλλα αυτό ελάχιστα έχει σημασία, ουσιαστικά είναι απλώς ένας ήχος που εκφράζει ξεχείλισμα ευθυμίας).

 

ΌΣ ΑΤΌΡΑ ΉΛΙΣ ΠέΛ, ώς ετώρα έλεγες «απόλυε»,

ΑΤΌΡΑ ΛΕΣ, Μ’ΝΑ-Σ Τ\ΘέΛ. ετώρα λές, μάνα-σου κί θέλει.

τέΤΙ, τέΤΙ ΦΥΤΊιΑ, καίεται, καίεται φωτία,

τέΤΙ ι’ςΚΥΜ Ν ΚΑΡδΊιΑ!... καίεται |ιΑς|ικο-μου την καρδία!

ΟΒΗΡ – ΟΒΗΡ.

ώς τώρα έλεγες "στείλε" (προξενητές, ανθρώπους να συνεννοηθούν για γάμο), τώρα λές (οτι) η μάνασου δέν θέλει. καίει, καίει φωτιά, καίγεται η νεανικήμου καρδιά!... |ΟΒΗΡ - ΟΒΗΡ|

 

ΔΡΑΝΎ-Σε ΚΗ ςέΡΥΜε, ανατρανώ-σε και χαίρομαι,

ΝΑ ΤΥ ΛΈΓΥ ΔΡέΠΥΜΗ. να το λέγω ντρέπομαι.

ΠέΛΣΗΝ Μ’ΝΑ-Σ ΠΥΛΑΣΉΣ, απέλυσε μάνα-σου απολυσίες,

ΗΡέβ ΜΑΣ ΤΙ ΝΑ ΧΥΡΉΣ. γυρεύει ημάς αυτή να χωρίσει.

ΟΒΗΡ – ΟΒΗΡ.

σε βλέπω κ χαίρομαι, νο το λέω ντρέπομαι. έστειλε η μάνασου ανθρώπους με μηνύματα, προσπαθεί να μας χωρίσει. |ΟΒΗΡ - ΟΒΗΡ|

 

β’ι, ΜΑΝΊτσΑ-Μ ΛΈΓΥ-ΣΙΕ, βάι, μανίτσα-μου, λέγω-σε,

ΣέΝΑ, ’ΛιΑΧ Χ\έβΥ-Σε. σένα |ΑΛΑΑQ| |QΙ|εύω-σε.

ΌΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-ΜΑΣ ΘΑ δΎΝ, ώς τα μάτια-μας θα δούν,

Τ ΈΝΑ ΝΤ ’ΛΥ ΘΑ ΡΥΘΜΎΜ! το ένα εν τω άλλω θα αροθυμούμε!

ΌΒΗΡ – ΟΒΗΡ.

άχ, μανούλαμου, σου λέω, πάρα πολύ λυπάμαι για σένα (=δέν θέλω να σε χάσω). όσον καιρό τα μάτιαμας θα βλέπουν, ο ένας τον άλλο θα αποθυμούμε! |ΟΒΗΡ - ΟΒΗΡ|

(ΦΣΑΛΙςΚ’ΤΙ ΤΥ ΑβΛΈιΑ).

(κλείνει η αυλαία)

 

ΣΚΗΝΉ 2

Π’Σ ΤΥ Αβ’ΝΣΚΗΝΗ. ΝΊΧΤΑ, ΣΚΥΤΊΝΣ. ΦΑΝΙΡΌΘΙΝ ^ΛΙβΌΝΣ. βΗΓΛΊΖ ΑΣ ΤΑ ΜΑΡέΣ-Τ. ΑΣ ΤΥ ςέΡ-Τ ΑΝΔΥ ΤΑιΑΧΉτσ ΑΧ Τ ΦΗςΝΈΙΑ ΑΣ Τ ’ΚΡΑ ΑΝΔΥ ΤΥΒΖΉτσ. ΈΝΑ ΧΥΝΔΡΌ ΧΑι’ ΑΣ ΈΝΑ ΜΑΡέιΑ.

στο μπροστά μέρος της σκηνής. νύχτα, σκοτεινιά. εμφανίστηκε ο Λεβόνης. κοιτάζει στα πλάγιατου. στο χέριτου με ένα ραβδάκι απο βυσσινιά που έχει στην άκρη (στρογγύλεμα, δηλαδή) κεφαλή μικρού ροπάλου. ένας χοντρός βράχος (είναι) σε μιά μεριά.

^ΛΙβΌΝΣ: τέΝ. τΉ ΦέΝΙΤ. ΠΡέΠΝΑ, τΉβΡΗΝ ΚΌΜΑ ΑβΛ’Χ ΑΧ ΤΥΝ Γ’ΚΑ-τσ ΤΥΝ ^ΑΝΔΌΝ ΝΑ ΈΡΚΗΤ ΑΣ ΤΑ ΜέΝΑ. ΑΤΊ ΉΠΗΝ-Με, ΟΛΥ ΈΝΑ βΡΉςΚΥ ΌΡΑ ΚΗ ΚΖέΝΥ ΛΈΓΥ-ΣΗ-ΤΥ ΠΌΣ ΜέΝΑ ΧΎΛΚΣΗΝ Γ’ΚΑ-Μ ^ΑΝΔΌΝΣ, ΣΑΒΑΧΤ’Ν.

        β’ι, ΤΊΧΑΔΑΡ ΚΥΡΉΞΑ ΈΝ ΚΑΛ’ ΠεΣ Τ ΧΌΡΑ, ’ΜΑ ι’Ν ΤΥΚΌ-Μ Τ ^ΜΑΡΉιΑ τέΝ ΚΑΝ’-ΠΑ. ΑΤΊ ΈΒΗΝ ΠέΣ Ν ΚΑΡδΊιΑ-Μ ΚΗ ΑΝ ΤΥΝ δΑΦΤΌ-τσ ςΞ]ΌΠΑΣΗΝ ΉΛιΥ ΤΥ ΦΌΣ ΑΧ ΤΙ ΜέΝΑ ΚΗ ΑΤΌΡΑ ΜΌΝΥ ΑΤΊ ΦέΝΙΤ ΑΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Μ (Κ’ΘΙΤ Π’Σ Τ ΧΑι’). ΈΧ, ΠΡέΠΝΑ, ΓΌ ΗΝΊΘΑ ΑΣ ΤΥ ιΑΛ’Ν ΔΥΝι’ ΜΌΝΥ ΝΑ ΝιΑΣΤΎ ΚΗ ΝΑ ΜΑΓΑΝΑΈβΥ. ΤΊ-ΛΥΓΥ ΥΚΎΜ ΈΧΥ ΓΌ? ΓΑΡΉΠΣ ΚΗ ΑΡΦΑΝΌΣ? ΤΊ-ΛΥΓΥ ΧΑΡ’ ΈΧΥ ΓΟ? ιΑΛΞΉΣ, ΠέΣ Τ δΥΛΊιΑ ΑΧ ΤΥΝ ΉΛιΥ ΗΝΊΘΙΜΥ ΌΣ ΤΥΝ ΉΛιΥ βΑΣΉΛΙΜΥ! ΑΛΑΗ ΈΝΑ ΧΑΡ’ ΈΧΥ ΑΣ ΤΥ ΖΉΣΜΥ-Μ ΑΓ’Π ΑΣ Τ ^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ΑΤΌ-ΠΑ ’ΓΡ, ΑΝΑΧΌΡΤΑΣΤ ΠΛΎς ΗΡέβΝΙ ΝΑ ΤΥ Π’ΡΝΙ!

        (ΦΑΝΙΡΌΘΙΝ ^ΜΑΡΉιΑ. ^ΛΙβΌΝΣ Ξ’ΛΚΑ ΣΚΌΘΙΝ ΚΗ δ’ιΝ ΧΑΡςΎ-τσ).

        Ό, ^ΜΑΡΉιΑ-Μ! ΌΡΑ Φ’ΝΙ-Με ΧΡΌΝΥΣ. ΤΑ Μ’ΤιΑ-Μ ΠέΜΝΑΝ ΑΣ Τ ΣΤΡ’ΤΑ, Α ΣΉ τΉΣΗ ΚΗ τΉΣΗ. (ΣΤΊΚΝΙ ΑΝΓΚΑΛΖΜέΝ). ΣΤ’, ΣΤ’ ΑΣ ΒεΓΛΊΚΣΥ ΧΑΡςΎ-Σ, ΓΟ ΑΤΌΣΥ δΙΝΑΤ’ ΡΥΘΜΎ-Σε ΚΗ τΉ ΔΑιΑΝΈβΥ ΠΟΤ ΘΑ ΈΡΤ βΡΑδΊΣ ΚΗ Π’ΛΙ ΓΟ ΝΑ δΎ ΣέΝΑ.

Λ.: δέν είναι (εδώ). δέν φαίνεται. μάλλον δέν θα βρήκε τρόπο να απομακρυνθεί απο τον μεγάλο αδερφότης τον Αντώνη για να'ρθεί σε μένα, μου είπε: "οπωσδήποτε θα βρώ την ώρα κ θα βγώ θα σου πώ γιατί με φώναξε ο μεγάλος αδερφόςμου ο Αντώνης", απο το πρωί. πώ πω, πόσα κορίτσια υπάρχουν καλά μές το χωριό. αλλα σάν τη δικιάμου τη Μαρία δέν είναι καμιά μα καμιά. αυτή μπήκε στην καρδιάμου κ με τον εαυτότης σκέπασε του ήλιου το φώς απο'μένα, κ τώρα μόνο αυτή φαίνεται στα μάτιαμου. (κάθετσι στο βράχο). έχ, φαίνεται πως εγώ γεννήθηκα στον ψεύτικο κόσμο μόνο για να στενοχωριέμαι κ να κατακουράζομαι. τί δικαίωμα έχω εγώ; φτωχός κ ορφανός; τί χαρά έχω; υπηρέτης, μές τη δουλειά απο το ηλιογέννημα (=ανατολή)  μέχρι το ηλιοβασίλεμα. μόνο, μιά χαρά έχω στη ζωήμου, την αγάπη για τη Μαρία. κ αυτό ακόμη οι άγριοι, αχόρταγοι πλούσιοι προσπαθούνε να μου το πάρουνε! (εμφανίστηκε η Μαρία. ο Λεβόνης γρήγορα σηκώθηκε κ πήγε αντίκρυτης). ώ, Μαρίαμου! η ώρα μου φάνηκε χρόνος. τα μάτιαμου έμειναν στο δρόμο, κ εσύ λείπεις κ λείπεις. (στέκονται αγκαλιασμένοι). στάσου, στάσου να σε κοιτάξω. τόσο πολύ σε αποθυμώ κ δέν αντέχω (να περιμένω) πότε θα έρθει το βράδυ να σε ξαναδώ.

^ΜΑΡΉιΑ: ΓΌ δΑΦΤΊΜ-ΠΑ τΉΠΥΡΥ ΈΝΑ ΌΡΑ-ΠΑ ΝΑ ΉΜΗ ΛΊΓΥΣ ΤΑ ΣέΝΑ. ΠΎ τιΑΝ ΉΜΗ-ΠΑ ΚΗ ΤΊ τιΑΝ Κ’ΜΥ-ΠΑ ΣΗ Κ’ΜΉιΑ-ΠΑ ΑΧ ΤΥ ΝΎ-Μ τΉ ΚΖέΝΣ.

Μ.: κι εγώ η ίδια δέν μπορώ ούτε μιά ώρα να είμαι δίχως εσένα. όπου κι άν είμαι κ ό,τι κι άν κάνω, εσύ ποτέ απο το νούμου δέν βγαίνεις.

^ΛΙβΌΝΣ: ^ΜΑΡΉιΑ, ΈΛΑ ΑΣ Κ’τσΥΜ Π’Σ Τ ΧΑι’, ’Σ ΦΚΡΗΘΎΜ ΤΊΛΑΓΑ ΤΑ τσΗΡτσΗΡΉΝΙΣ ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ τσΗΡτσΗΡΉΖΝΙ ΚΗ ΤΊΛΑΓΑ ΤΑ ΠΛΊιΑ ΜΑΚΡ’, ΜΑΚΡ’ ΠεΣ ΤΑ ΒΑΧΞ’ιδΑ ΤΡΑΓΥδΎΝ. ’Σ βΗΓΛΊΚΣΥΜ, ΤΊΛΑΓΑ ΤΥ ^Κ’Λ\ΜΗΥΣ ΔΡΥΧΥΜέΝΑ ΠέΡ ΚΗ Π’ι ΤΑ ΝΕΡ’-Τ. (Κ’ΘΝΙ Π’Σ Τ ΧΑι’). ΧΤΈΣ, ΑΝ ΔΑ ΉΜΝΙ ΑΣ ΤΥΝ ^ΧΑΡΤΑΧ’ι, ΑΣ ΤΥ ΒΑΖ’Ρ, ΚΑΤβέΝΙςΚΑ ΗΣΑΚ’ΤΥ ΑΧ ΒΑΖΑΡΉ ΤΑ ΒΑΣΑΜ’ΧιΑ, ΣΤ’ΘΑ ΈΝΑ ΤΝΑ ΚΗ βέΛΚΣΑ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ ΜΑΡέιΑ. ΠΣΤΈβΣ-ΤΥ, ^ΜΑΡΉιΑ, ΤΥ ^Κ’Λ\ΜΗΥΣ, ιΑΛΣΤΡΌ ’ΜΑ ΣΠΑΘΊ, ΔΡές ΚΗ ΈΡΚΗΤ ΛΌΝ ΔΥ ΧΗΡΔΊς ΚΗ ΑΝ ΤΑ ΣΌΝ ΑΣ ΤΥ ιΑΛΌ, ΠΛΑΤΈιΑ ΑΝΊΖ Τ ΑΝΓΚΑΛΈιΑ-Τ ΚΗ ΖΜΉΧΚΗΤ ΑΝΔΥ ιΑΛΌ, ’ιτσ, ΤΊΛΑΓΑ ΓΟ ΑΝΓΚΑΛΊΖΥ ΣέΝΑ (ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ-ΔΙΝ).

ΤΊΣ ΠΥΡΉ ΝΑ ΣΤΊΚΣ ΠΥΤΑΜΉ ΤΥ ΡέΚΣΜΥ?

ΚΑΝΊΣ-ΠΑ!

ΤΊΣ ΠΥΡΉ ΝΑ ΣΤΑΘΊ ΜέΣΑ-ΜΑΣ?

ΚΑΝΊΣ-ΠΑ!

Λ.: Μαρία, έλα να κάτσουμε στο βράχο, να ακούσουμε πώς τα τζιτζίκια ασταμάτητα τσιρτσιρίζουνε κ πώς τα πουλιά μακριά, μακριά μές τους κήπους τραγουδούν. άς κοιτάξουμε πώς το (ποτάμι) Κάλμιους τρέχοντας παίρνει κ πάει τα νεράτου. (κάθονται στο βράχο). χτές, όταν ήμουν στον Χαρταχάι, στην πόλη, κατέβαινα ίσα κάτω απο της πόλης τα δρομάκια, στάθηκα μιά στιγμή κ κοίταξα προς το χωριό μακριά. το πιστεύεις; Μαρία, το Κάλμιους γυαλιστερό όμοια με σπαθί τρέχει κ έρχεται καταμήκος της ερημιάς, κ όταν φτάνει στη θάλασσα πλατιά ανοίγει την αγκαλιάτου κ ενώνεται με τη θάλασσα. έτσι, όπως εγώ αγκαλιάζω εσένα (την αγκαλιάζει).

ποιός μπορεί να σταματήσει του ποταμού τη ροή?

κανένας!

ποιός μπορεί να σταθεί ανάμεσαμας?

κανένας απολύτως!

^ΜΑΡΉιΑ: ΣΉ ΛΈΣ Τ ΑΣΛΊ-Τ. ΜΑΣ ΑΝΔΥ ΝΕΡΌ-ΠΑ τΉ ΧΥΡΉΣ-ΜΑΣ. ΜΑ ΓΌ τΉ ΚΣέΡΥ ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥ. ΣΗ ΚΣέΡΣ-ΤΥ, ΠΌΣ ΜέΝΑ ΧΎΛΚΣΗΝ Γ’ΚΑ-Μ ^ΑΝΔΌΝΣ? ΣΉΜΥΡ ΤΥ βΡΑδΊ ΘΑ ΈΡΤΝΙ ΑΧ ^ΒΌΡΗΣ ΜΑΡέιΑ Τ’ΤΑ-Τ, Μ’ΝΑ-Τ, ΤΑ ΣΌιΑ-ΤΙΝ ΝΑ τσΑΚΌΣΝΙ ΜέΓΑ ΧΑΛ’τσ ΚΗ ΝΑ Κ’ΜΝΙ ΥιΎς ΠΌΤ ΝΑ Κ’ΜΝΙ ΤΥ ΔΥΓΚΎΝ. Γ’ΚΑ-Μ ^ΑΝΔΌΝΣ Κ’Μ-ΔΑ ΌΛΑ-ΠΑ. ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥΜ, ^ΛΙβΌΝ?

Μ.: λές την αλήθεια. εμάς με νερό δέν μας χωρίζεις (=δέν μπορεί να μας χωρίσει κανείς με νερό, παροιμία). αλλα δέν ξέρω τί να κάνω. ξέρεις γιατί με φώναξε ο μεγάλοςμου αδερφός ο Αντώνης; σήμερα το βράδυ θα έρθουνε απο του Μπόρις τη μεριά ο πατέραςτου, η μάνατου, οι συγγενείςτους, για να σπάσουνε μεγάλη πίτα (=σύμφωνα με το έθιμο) κ να συμφωνήσουνε πότε να κάνουνε τη γιορτή του γάμου. ο μεγάλος αδερφόςμου ο Αντώνης τα κάνει όλα. τί να κάνουμε, Λεβόνη;

^ΛΙβΌΝΣ: ΑΧ ΑΤΌ-ΠΑ ΉΡΤΙΝ ΑΠΉΣΥ-Σ ^εβΔΥτΉιΑ… (ΣΤ’ΘΙΝ ΝΥΝΊΖ). ΚΣέΡΣ ΓΟ ΤΊ ΝΎΝΣΑ? ΈΛΑ ΑΣ ΦΧΎΜ ΠΑΧ Τ ΧΌΡΑ, ΑΣ ΠΑΈΝΥΜ ΒδΙΝΑ ΜΑΚΡ’, ΞΑΧ ΑΣ ΤΥ ^ΚΥΒ’Ν\. ΉΣΗ ΧΑΉΛΣΑ?

Λ.: γι'αυτό λοιπόν ήρθε ύστερα απο σένα η Ευδοκία... (στάθηκε σκέφτεται): ξέρεις εγώ τί σκέφτηκα; έλα να φύγουμε απο το χωριό, να πάμε κάπου μακριά, ακόμη κ στο Κουμπάνι. είσαι σύμφωνη;

^ΜΑΡΉιΑ: ΓΌ Δ’ΜΑ-Σ ΉΜΗ ΧΑΉΛΣΑ, ΧΑΉΛΣΑ ΝΑ ΠΑΈΝΥ ΑΣ Π’ΤΥ Τ ’ΚΡΑ. ^ΛΙβΌΝ, ΑΣ ΠΑΈΝΥ ΑΣ ΣΠΉΤ. ΓΟ ΚΖέβΑ ΑΧ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ, ΝΑ ΜΉ ΤΥ ΚΣέΡ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ, ΚΑΡΦ’.

Μ.: εγώ μαζίσου είμαι πρόθυμη να πάω στης γής την άκρη. Λεβόνη, άς πάω σπίτι. βγήκα απο το σπίτιμας έτσι που να μήν το ξέρει κανένας, κρυφά.

 ^ΛΙβΌΝΣ: ΣΤ’, ^ΜΑΡΉιΑ, ΣΤ’ ΕΝΑ ΣΤ’ΚΣ τι’ΛΥ, ΑΣ Σε ΤΡΑΓΥδΊΣΥ ΈΝΑ ΤΡΑΓΥδΊτσ, ΠΎιΥ ΚΌΜΑ δΑΦΤΌΜ τΉΚΣΑ-ΤΥ. (ΤΡΑΓΥδΊ):

Λ.: στάσου, Μαρία, στάσου μιά σταλιά ακόμη, να σου τραγουδήσω ένα τραγουδάκι που ακόμη ο ίδιος δέν το άκουσα. (τραγουδά):

Τ ΧΌΡΑ ΤΊΓΛΑ ΜΛΎΤΙ

ΠέΣ βΡΑδΊ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ,

ΓΟ ΣΤΑ ΣέΝΑ ΖΒδ’ΖΥ,

Ό, ΤΥΚΌΜ, ΜΑΡΉιΑ.

το χωριό καθώς κρύβεται μέσα στου βραδυού τη σκοτεινιά, για σένα βιαστικά έρχομαι, ώ, δικιάμου Μαρία.

 

ΦέΝΓΚΥΣ, ΔΡ’, ΗΝΊΘΙΝ

ΑΧ ΤΥ ΣΉΡΤ ΑΠΉΣΥ.

ΦΛ’ΓΥ-Σε ΝΑ ΈΡΚΗΣ,

Νι’ςΚΥΜ ΠΌΣ ΣΗ τΉΣΗ.

 το φεγγάρι, κοίτα, γεννήθηκε (= ανέτειλε) απο τη ράχη (του βουνού) πίσω. σε περιμένω να έρθεις, στενοχωριέμαι γιατί να μήν είσαι εδώ.

 

ΤΥ ΠΥΤ’Μ, Ό βέΓΛΑ,

ΔΡές ΑΝΑΝΓΚΑΖΜέΝΑ.

ΑΣ ΤΥ ΝΎ-Μ ΓΟ Π’ΝΔΑ,

ΈΧΥ ΜΌΝΥ ΣέΝΑ.

το ποτάμι, ώ, κοίτα, τρέχει με βία, με θυμό. στο νούμου εγώ πάντα έχω μόνο εσένα.

 

ΤΥ ΑΓ’Π ΤΥΚΌΜΑΣ,

ΈΝ ΖΗΣΤΌ Χ Τ ΦΥΤΊιΑ.

Ό, ΤΥΚΌΜ ΣΗ Τ ΈΝΑ,

Ό, ΤΥΚΌΜ ^ΜΑΡΉιΑ!

η αγάπη η δικιάμας είναι πιό ζεστή απο τη φωτιά. ώ, μοναδικήμου, ώ, δικιάμου Μαρία!

 

^ΜΑΡΉιΑ: ΦΛιΥΡΉΤΚΑ ΛΑΧΑΡΔΈΣ! ^ΛΙβΌΝ, ΠΎ ΚΡΎιΣ ΑΠ’ΝΥ? (κρούει επάνω =χτυπάει επάνω = κατα τύχει βρίσκει κάτι, σάν το αγγλικό "stumble on")

Μ.: χρυσά λόγια! Λεβόνη, πού τα βρήκες;

^ΛΙβΌΝΣ: Τ’ ΚΖέΝΝΙ ΑΠ ΑδΌ (δΊΓΝ Π’Σ Ν ΚΑΡδΊιΑ), ΑΤ’ ΗΝΊΘΑΝ, ΑΝΔΑ ΦΉΛΑΓΑ ΣέΝΑ ΑΤΌΡΑ ΝΑ ΈΡΤΣ ΑΣ ΤΑ ΜέΝΑ.

Λ.: αυτά βγαίνουν απο'δώ (δείχνει την καρδιάτου), αυτά γεννήθηκαν όταν σε περίμενα τώρα να έρθεις σε μένα.

^ΜΑΡΉιΑ (ΔΡΑΝ’ ΑΣ Τ ΜΑΡέιΑ-τσ ΠεΣ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ): ΑΣ ΠΑΈΝΥ, ^ΛΙβΌΝ, ’ΡΤΑ ΠΥΛ’ ΣΤ’ΘΑΜ, Γ’ΚΑ-Μ ^ΑΝΔΌΝΣ ΝΑ ΜΉ ΈΡΚΗΤ ΑΠΉΣΥ-Μ. ΦΗΝΥΜΉιΑ, ^ΛΙβΌΝ. (φηνουμεία, πρέπει να είναι απο τη φράση "αφήνουμε υγεία", στερεότυπος αποχαιρετισμός).

Μ.: (κοιτάζει δεξιά κ αριστερά μές τη σκοτεινιά): ας πηγαίνω, Λεβόνη, ήδη πολύ σταθήκαμε. ο μεγάλος αδερφόςμου ο Αντώνης να μήν έρθει στο κατόπιμου. σ' αφήνω γειά, Λεβόνη.

^ΛΙβΌΝΣ: ΦΗΝΥΜΉιΑ, Τ ΈΝΑ-Μ!

Λ.: σ' αφήνω γειά, μοναδικήμου!

        (^ΜΑΡΉιΑ δ’ιΝ. ^ΛΙβΌΝΣ ΈβΓΑΛΙΝ ΤΥβΡΑδΊτσΑ ΑΝΔΥ ΤΥΤΎΝ, ΒΡ’ιΣΗΝ τσΙΓ’ΡΚΑ, ΑΝΔΥ ΜΑΝΊ ΉΠΣΗΝ-ΔΥ. ΔΡ’ΝΣΗΝ ΑΣ ΤΑ ΜΑΡέΣ-Τ ΠέΣ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ. ΠςΉΡΣΗΝ ΤΡΑΓΌδ):

(η Μαρία έφυγε. ο Λεβόνης έβγαλε ένα σακκουλάκι με καπνό, έστριψε τσιγάρο. με ένα σπίρτο το άναψε. κοίταξε δεξιά κ αριστερά μές τη σκοτεινιά. άρχισε ένα τραγούδι):

ΑΚΣΠΌΛΤΥΣ ΚΗ ςΚΗΖΜέΝΥΣ

ΚΗ ΤΥ ΠΥΛ’ ΝΙΣΤΚΌΣ.

ΔΙΓΚΉΖ ΜΑΓΑΝΑιΜέΝΥΣ,

ΓΑΡΉΠΣ ΚΗ ΑΡΦΑΝΌΣ.

ξηπόλυτος κ σκιμένος, κ συνήθως νηστικός. ολημερίς (πάντοτε) ταλαιπωρημένος απο μόχθους, φτωχός κ ορφανός.

(ΑΤΌ Τ ΌΡΑ, Π’Χ Τ ΣΚΥΤΝΊιΑ ΚΖέβΑΝ ΤΈΣΗΡΑ ΝΥΜ’Τ ΑΝΔΑ ΤΑι’ΧιΑ, ΤΑ ΓΎΝΕΣ-ΤΙΝ ΑΧΤΡΑΜΖΜέΝΑ. ΧΥΛΔ’ιΣΑΝ Π’Σ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ. ΔΥςΜ’Ν ΧΛΊΖΝΙ:) «ΑΤΌΡΑ ΦΚΡΉΘ ΤΥΚΌ-ΜΑΣ ΤΥ ΤΡΑΓΌδ». ΚΡέΜΣΑΝ-ΔΥΝ. ΣΤΈΡΑ ^ΛΙβΌΝΣ ΚΖέΝ ΑΠ Π’ΝΥ. ΣΤΈΡΑ Π’Λ ΠΗΜέΝ ΑΠ Κ’ΤΥ. ΠΚΑΝΊΖΝ-ΔΥΝ ΑΝΔΑ ΤΑι’ΧιΑ. ^ΛΙβΌΝΣ-ΠΑ Κ’ΘΑ ΚΡΎι ΚΑΝΊΝΑ, ΚΡΗΜΉΖ-ΤΗΝ ΑΚ’ΤΥ.

(εκείνη την ώρα, απο τη σκοτεινιά βγήκαν τέσσερα άτομα κρατώντας ραβδιά. οι γούνεςτους αναποδογυρισμένες. επιτέθηκαν στον Λεβόνη. οι εχθροί φωνάζουνε: "τώρα ακούστε το δικόμας το τραγούδι". τον έρριξαν κάτω. ύστερα ο Λεβόνης βγαίνει απο πάνω. ύστερα πάλι μένει απο κάτω. τον χτυπάνε με τα ραβδιά. αλλα κ ο Λεβόνης όποτε χτυπάει κανέναντους, τον ρίχνει κάτω).

(ΤΊΣ ΤΥΝ ΠΚ’ΝΖΗΝ – ΈΦΤΑΝ <ΈΦΧΑΝ>. ^ΛΙβΌΝΣ ΠέιΤ <ΠέΦΤ> ΑΣ’ΛΙΦΤΑ. ΣΤΈΡΑ ΣΚΌΘΙΝ, Πι’ΚΗΝ ΤΥ Φτι’Λ-Τ ΚΗ Γ’ΛιΑ - Γ’ΛιΑ δ’ιΝ Π’Χ ΤΥ ΣΚΗΝΉ. (ΣΟ ΣτσεΝΙ). ΠΗΡΝ’ δΊιΑ - ΤΡΉιΑ ΜΗΝΎΤιΑ ΑΝΊΧΚΗΤ ΤΥ ΖΑΝΑβέΣ).

(εκείνοι που τον χτυπούσαν - έφυγαν. ο Λεβόνης κείτεται ασάλευτος. ύστερα σηκώθηκε, έπιασε το κεφάλιτου, κ σιγά σιγά έφυγε απο τη σκηνή. (κλείνει η αυλαία) περνούν δύο - τρία λεπτά, ξανανοίγει η κουρτίνα (= η αυλαία)).

 

ΣΚΗΝΉ 3

^ΚΥςΚΌς ^ΜΑΡΉιΑΣ ΤΥ ΣΠΉΤ. ^ΗΛιΥςΣ ΚΗ ^ΣΌΝιΑ Κ’ΘΝΙ Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ ΚΑΛ’ ΦΥΡΗΜέΝ. ^ΑΝΔΌΝΣ ΑΞΥβΛΑιΜέΝΥ ΠΡΑΤΊ ΑτΉ ΚΗ ΑδΌ. τέΤΙ ΚΡΗΜΑΣΤΌ Λ’ΜΠΑ. ΈΒΗΝ ΑΠέΣΥ ^ΜΑΡΉιΑ.

της Κοшκόш Μαρίας το σπίτι. ο Ήλιουш (=Ηλίας) κ η Σόνια (γονείςτης) κάθονται στην κρεββάτα, με τα καλάτους ντυμένοι. ο Αντώνης (αδερφόςτης) οργισμένος πηγαινοέρχεται. είναι αναμμένη μιά κρεμαστή λάμπα. μπήκε μέσα η Μαρία.

^ΑΝΔΌΝΣ (ΣΤ ^ΜΑΡΉιΑ): ΠΎ ΠΡ’ΤΑΝΙΣ ΌΣ ΑΤΌ<Ρ>Α? (ΑΞΥβΛΊδΚΑ) ΒΑςΤ’ΧΚΥ ΠΡ’ΜΑ! ΓΌ βΓ’ΛΥ ΤΥ δέΡΜΑ-Σ ΑΣ ΤΥ ΚΥΝΔ’Ρ! ’ΡΤΑ ΘΑ ΈΡΤΝΙ ΠΥΚΥΡς’Ρ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΑΤΊ τέΝ ΒδΙΝ’-ΠΑ! Ξ’ΛΚΑ ΦΌΡ ΤΑ ΚΑΛ’-Σ ΚΗ ΈΛΑ ΑΠ ΑδΌ ΜΑΡέιΑ! (δ’ιΝ ^ΜΑΡΉιΑ ΠέΣ Τ ’ΛΥ ΤΥ ΒΌΛΙΜΥ). πού περιπάτανες ώς ετώρα; (|ΑΞΟΥβΛΙ|δικα) |ΒΑςΤΑ#|ικο πράγμα! εγώ βγάλω το δέρμασου εις το κοντάρι! |ΑΡΤΙ#| θα έρθουνε αποκρισιάροι, |ΠΟΝΗΜΑες\|. αυτή κί ένι πουθενά-πα! |ΞΑΛ|ικα, φόρει τα καλά-σου κ έλα απ' εδώ μερέα! (διάβη Μαρία απ'έσω το άλλο το |ΒΟΙΛΥΜ|ο. το on-line λεξικό εξηγεί ΒΑςΤ’ΧΚΥ= περιπλανώμενο, αλήτικο.

 Α.: (στη Μαρία): πού γύριζες ώς τώρα; (οργισμένα): αδέσποτο ζώο! θα σε γδάρω κ θα κρεμάσω το δέρμασου στο κοντάρι! έφτασε η ώρα που θα έρθουνε οι επισκέπτες, κατάλαβες, αυτή δέν είναι πουθενά! γρήγορα, φόρα τα καλάσου κ έλα απο'δώ! (πήγε η Μαρία στο άλλο το δωμάτιο).

^ΣΌΝιΑ: ^ΑΝΔΌΝ, ΑΚΎιΣ ΤΙ ΛΈΓΥ: ^ΒΌΡΗΣΣ ’ΛιΑΧ ΠΑΤ’ΛΣ ΚΗ ΠΗΛΤΈΚΚΑ ΛΑΧΑΡΔΈβ, τΉ Υέβ ΧΑΡςΎ ΣΤ ^ΜΑΡΉιΑ-ΜΑΣ.

Σ.: Αντώνη, ακούς τί λέω; ο Μπόρις πολύ άτσαλος (είναι) κ τσεβδά μιλάει. δέν ταιριάζει σε σύγκριση με τη Μαρίαμας.

^ΑΝΔΌΝΣ: ΉβΡΑΝ ΜΑΑΝ’, ΤΊ ΝΑ ΈβΡΝΙ, ΠΟΝΗΜΑες\! ΤΥ ΖΔΊΧΑΜΥ-Τ ΚΌΜΑ Σ’Ζ.

Αντώνης: βρήκαν επίκριση, τί να βρούνε, κατάλαβες! η μιλιάτου ακόμη θα σιάξει.

^εβΔΥτΉιΑ: (Ξ’ΛΚΑ ΈΒΗΝ ΑΣ Τ ΛΑΧΑΡΔΊ): ΑΜΉ, ΑΜΉ, Σ’Ζ! ΑΝΔΑ ΧΛΊΖ ΚΎΚΥΣ ΠέΣ ΤΥ ΌΡΥΣ. ("εν τά χουλίζει κούκος απ'έσω το όρος", λαϊκή ρωμαίικη παροιμία που δηλώνει μάταιη ελπίδα)

Ε.: (γρήγορα μπήκε στην κουβέντα): αμέ, αμέ, θα σιάξει! όταν φωνάξει ο κούκος στο βουνό.

^ΑΝΔΌΝΣ: Α ΣΉ, ^εβΔΥτΉιΑ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΣΌΠΑ, ΤΥΚΌ-Σ Τ δΛΊιΑ τέΝ. ΉβΡΑΜ ΜέΛ ΚΗ ιΌΧΣΑΜ ΧΛι’Ρ-ΠΑ ΗΡέβΗΤ ΝΑ ΧΑΔΡέβΗΤ, ΠΟΝΗΜΑες\. (ήβραμε μέλι και χουλιάρι χαΔρεύετε, ρωμαίικη παροιμία)

        ΤΊΣ Ές ΠεΣ Τ ΧΌΡΑ ΑΧΣ ΌΛΣ ΠΥΛ’ ΠΛΥςΉιΑ? ^ΛΑΦΑΖ’ΝΣ, ΠΟΝΗΜΑες\.

        ΤΊΣ Ές ΑΧΣ ΌΛΣ ΠΥΛ’ ΠΡΌβΑΤΑ ΠέΣ Τ ΧΌΡΑ? ^ΛΑΦΑΖ’ΝΣ!

        ΤΊΣ Ές ΑΧΣ ΌΛΣ ΠΥΛ’ ΤΙΖΑτεΣ ΠέΣ Τ ΧΌΡΑ? ^ΛΑΦΑΖ’ΝΣ! (ΤΕΖΕΚ =κοπριά αγελάδας, η τεζεκιά =σταύλος καλυμμένος με ξερή κοπριά αγελάδας, αγελαδοτροφείο)

        ΣΥΠ’Τ, ΑΣ ΦΡΑΓΎΝ ΤΑ ΣΤΌΜΑΤΑ-ΣΑΣ! ΌβΑ, ΠΡέΠΝΑ, ΉΡΤΑΝ, ΤΑ ςΚΛΊιΑ Λ’ΖΝΙ. (βεΓΛΊΖ ΠΑΧ ΤΥ ιΑΛΊ). ΉΡΤΑΝ! (ΑΠ ΌΚΣΥ ΡΥΤΎΝ: ιΌΧΣΑΜ, ’ΡΤΑΧ ΈΠΗΣΗΤ?).

Α.: κι εσύ Ευδοκία, κατάλαβες, σώπα. δικήσου δουλειά δέν είναι. βρήκαμε μέλι, κ κουτάλι γυρεύετε, κατάλαβες. ποιός έχει μές το χωριό απ' όλους περισσότερα πλούτη; ο Λαφαζάνης, κατάλαβες. ποιός έχει απ' όλους τα περισσότερα πρόβατα μές το χωριό; ο Λαφαζάνης! ποιός έχει απ' όλους περισσότερους στάβλους με αγελάδες; ο Λαφαζάνης! σωπάτε, να φραγούν τα στόματασας! ώπα, πρέπει να ήρθαν, τα σκυλιά γαβγίζουνε (κοιτάζει απο το τζάμι). ήρθαν! (απ' έξω ρωτούν: "τί, μήπως κιόλας πέσατε για ύπνο;)

^ΑΝΔΌΝΣ: ΠΌΣ-ΠΑ ΝΑ ΈΠΗΣΑΜ! (ΑΝΊΖ Ν ΠΌΡΤΑ). ΥΡΉΣΗΤ ΠεΡ’ΣΗΤ, ΤΑ ΚΑΡδΑΚ’-ΜΑΣ ΚΌΖΜΥ! ΜΎΖΙΚΗΣ! (ΤΑ ΜΎΖΙΚΗΣ: ΛΑβΎΤΑ, ΓΚΗΜΗΞ’, ΔΑΗΡέ, ΛΑΛΊΓΝΙ Αβ’). Έι, ^ΗΣΠΉΡΙ! ΤΥβ’ΡΗΠΣΗ Τ ’ΛΓΑ-ΤΙΝ ΚΗ ΠέΤΑΚΣΗ ΈΜΒΡΥ ΚΑΤΛΊΓΥ ΠΞΑΝΊτσ!

Α.: κ πώς είναι δυνατόν να ξαπλώναμε! (ανοίγει την πόρτα). ορίσετε, περάστε, δικοίμας άνθρωποι! μουσικές! (οι μουσικές: λαούτο, κεμεντζές, νταϊρές, παίζουνε έναν σκοπό). έ, Σπύρο! ξέζεψε τ' άλογατους κ ρίξε μπροστά λίγο άχυρο.

(ΈΒΑΝ ΑΠέΣΥ ^ΜΚΌΛΑΣ ^ΛΑΦΑΖ’Ν, ΑΝ Τ ΗΝΈΚΑ-Τ ^βΑΣΗΛΊιΑ ΚΗ ΤΑ ΣΌιΑ-ΤΙΝ: ΠέΝΔΙ ’ΝΔΡ ΚΗ ΠέΝΔΙ ΗΝΈΚΗΣ).

(μπήκαν μέσα ο Νικόλας Λαφαζάν, με τη γυναίκατου τη Βασιλεία κ τους συγγενείςτους: πέντε άντρες κ πέντε γυναίκες).

^ΜΚΌΛΑΣ: ΚΑΛΗΣΠέΡΑ ΧΥΔΑ ^ΗΛιΥς, ^ΑΝΔΌΝ ^ΉΛ\ΗΞ, ΚΑΛΙΣΠέΡΑ! (ςεΡΥΠι’ΝΝΙ).

Ν.: καλησπέρα, συμπέθερε Ηλία, Αντώνη του Ηλία, καλησπέρα (κάνουνε χειραψίες).

^βΑΣΗΛΊιΑ: ΚΑΛΙΣΠέΡΑ, ΖΒΗΘΙΡ’ ^ΣΌΝιΑ, ΉιΑ, ΉιΑ, ΑδΌ ΧΑΡΑΤΉιΑ! (ΑΝΓΚΑΛΊςΚΥΝΝΙ ΚΗ ΦΛΊςΚΥΝΝΙ).

Β.: καλησπέρα συμπεθέρα Σόνια, υγεία, υγεία, εδώ γιορτή! (αγκαλιάζονται κ φιλιούνται)

ΤΑ ^ΚΟςΚΌςΑ: ΚΑΛΥΣΉΡΤΙΤ ΚΗ ΚΑΛΥΣΉΡΤΙΤ-ΠΑ! ΌΛ-ΣΑΣ-ΠΑ! ΓδΙΣΤΈΤ, ΥΡΉΣΗΤ Κ’τσΗΤ. (ΓδΊςΚΝΙ. Κ’ΘΝΙ Π’Σ ΤΥ ΜΑΚΡΉ ΤΥ ΣΚΑΜΝΊ. ^βΑΣΗΛΊιΑ β’Λ ΜέΓΑ ΒΥΧΞ’ Π’Σ ΤΥ  ΤΡΑΠέΖ).

Οι Κοшκόш: καλωσήρθατε, κ ξανά καλωσήρθατε! όλοι-σας! βγάλτε τα πανωφόριασας, ορίστε, καθίστε (βγάζουν τα πανωφόριατους, κάθονται στο μακρύ το κάθισμα (πάγκο, καναπέ). η Βασιλεία βάζει ένα μεγάλο μποχτσά πάνω στο τραπέζι).

^ΜΚΌΛΑΣ: ΤΊ Κ’ΜΗΤ ΑδΌ ΜΑΡέιΑ? ΣΗΣ ΖΉΤΙ ΣΜ’ ΣΤΥ ΠΥΤ’Μ, ΠΡέΠΝΑ, Πι’ΝΙΤ ΠΣ’ΡιΑ?

Ν.: τί κάνετε σ' αυτά τα μέρη; εσείς ζείτε κοντά στο ποτάμι, υποθέτω πιάνετε ψάρια;

^ΗΛιΥς: Έ, ΒΑΡΌ, ΤΊΣ Π’ι, ΤΌΣ Πι’Ν, ΤΊΣ τΉ Π’ι, τΉ Πι’Ν. ΌβΑ, ΧΤΈΣ ^ΣΥΣΌι ^ΜΉΤΡΥΣ ΑΝΔΥ ιΌ-Τ, ΑΧ ΑΦΤ’ΜΑΣ ΌΣ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ, Πι’ΚΗΝ ΈΝΑ ΤΑΛΙΚέ ΠΣ’ΡιΑ: ΣΚΥΜΒΡΉιΑ, ΞΑΠ’ΧιΑ, ΣΛ’ιδΑ. ΣΉΣ ΤΊ Κ’ΜΗΤ, ΤΊ τιΥΝΎΡιΑ ΈΝ ΑΣ ΤΑΚ’ΣΑΣ ΤΑ ΜΑΡέΣ? (το οτι όποιος ήταν φιλόπονος μπορούσε να πιάσει τόσα πολλά ψάρια, δείχνει οτι μπορούσαν να αποκτήσουν πλούτη με έντιμους τρόπους, αντί να επιδιώκουν την εύκολη λύση του να παντρέψουν την κόρητους).

Η.: έ, αγαπητέμου, να σου πώ, όποιος πάει, πιάνει, όποιος δέν πάει, δέν πιάνει. νά, χτές ο Σουσόι Μήτρος με τον γιότου απο το βράδυ ώς το πρωί έπιασε μιά καρότσα ψάρια: σκουμπριά, чαπάχια, σελάδια. εσείς τί κάνετε, τί νέα στα δικάσας τα μέρη;

^ΜΚΌΛΑΣ: Έ ΜΉΣ, ΚΑΛ’ ΉΜΑΣ, δΟΚΣΑΣΉιΑ! ΦΑΡΑΖΉΜ, ΟβΑ ΖΒΗΘΙΡ’-ΣΑΣ ^βΑΣΗΛΊιΑ ’ΡΤΑΧ ΤΡΉιΑ ΝΊΧΤΙΣ τΉ Τ\Μ’ΤΙ ΑΧ ΤΑ ΚΖέβΑΝ δΑβΌΛ ΠεΣ ^ΔΥΒΔΥΒ ^ΗΣΠΉΡΗ ΤΥ ΣΠΉΤ.

Ν.: έ, εμείς καλά είμαστε, δόξα τω Θεώ! ένα ζήτημα είναι, νά, η συμπεθεράσας η Βασιλεία εδώ κ τρείς νύχτες δέν κοιμάται, αφότου βγήκαν διαβόλοι μές του Ντουμπντούμπ του Σπύρου το σπίτι.

^ΣΌΝιΑ: ΗβΎι, ΗβΎι Μ’ΝΑ! ΜΉΣ ΤΊΠΥΤ τΉΚΣΑΜ. ΚΗ ΠΌΤ ΉΤΥΝ?

Σ.: όι όι μάνα! εμείς τίποτε δέν ακούσαμε. κ πότε συνέβη;

^βΑΣΗΛΊιΑ: ΠΌΤΙΣ, ΒΑΡΌ, ΧΤΈΣ! ΉΝΔζΑΜΥ, τΉΚΣΗΤ-ΤΥ? ΜΑΝ’ΚΑ-ΤΙΝ ^ΔΥΒΔΎΒΗΝΑ δΑΦΤΊτσ ΜέΝΑ ΉΠΗΝ-ΔΥ. ΚΗ ΚΣέΡΗΤ ΑΤΊ, ΤΊ τι’ΛΥ ΉΠΗΝ: ΤΊΛΑΓΑ ΠέΛΣΑΝ ΑΣ ΤΑ ΓΌΝΑΤΑ ΑΚ’ΤΥ ΚΗ ΈβΑΛΑΝ ΜΗΤ’ΝΙΣ, ΑΤΌ Τ ΌΡΑ δΑβΌΛΣ ΠΉΡΗΝ-τσ ^Χ’ΡΥΣ.

Β.: πότε, παρακαλώ, χτές! πραγματικά, δέν το ακούσατε; η γιαγιάτους η Ντουμπντούμπαινα η ίδια μου το είπε. κ ξέρετε εκείνη τί ακόμη μου είπε; μόλις έπεσαν στα γόνατα κάτω κ έκαναν μετάνοιες, εκείνη την ώρα τους διαβόλους τους πήρε ο Χάρος.

^ΗΛιΥς: ΚΑΛΌ ΘΑΓΜ’ΣΗιΥ ΜΑΣ ΉΠΗΤ! ΑΤΌΡΑ ΖΒΗΘΙΡ’-ΣΑΣ ΣΌΝιΑ-ΠΑ Τ\ΘΑ Τ\Μ’ΤΙ ΥΛΝΊΧΤΑ!

Η.: ωραίο θαύμα μας είπατε! τώρα κ η συμπεθέρασας η Σόνια δέν θα κοιμάται όλη νύχτα!

^ΑΝΔΌΝΣ: ΑΦΉΤ-ΤΑ ΤΑ ΚΥΛΥΝΔΎΡιΑ Σ ΈΝΑ ΜΑΡέιΑ. ΤΟ ΚΌΖΜΥΣ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΑΧ ΤΥ ΠΣΉΛΥ Κ’ΜΝΙ ΚΑΜΉΛ!

Α.: αφήστετα αυτά τα κουτσομπολιά κατα μέρος. ο κόσμος, κατάλαβες, τον ψύλλο τον κάνει καμήλα!

^ΜΚΌΛΑΣ: ΑΣΛΊ ΛΈ ΧΥΔ’Μ ^ΑΝΔΌΝΣ, ΑΣΛΊ. ΚΥΝΔΎτσΚΑ ΝΑ ΤΥ ΛΈΓΥΜ, ΒΑΡΌ, ΣΗΣ ΚΣέΡΗΤ-ΤΥ ΑΣ ΤΥ ΤΊ τΗΜΌΝΥ Κ’ΛΙΣΑΜ ΑΣ ΤΑ Σ’Σ?

Ν.: αλήθεια λέει ο συμπέθεροςμου ο Αντώνης, αλήθεια. με δυό μόνο λόγια να το πούμε, αγαπητοίμου, ξέρετε με ποιό σκοπό ειδικά σας επισκεφθήκαμε;

^ΑΝΔΌΝΣ: ΠΌΣ-ΠΑ ΝΑ ΜΉ ΤΥ ΚΣέΡΥΜ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΚΣέΡΥΜ-ΔΥ, ΧΥΔ’!

Α.: κ πώς είναι δυνατόν να μήν το ξέρουμε, κατάλαβες. το ξέρουμε, συμπέθερε!

^ΜΚΌΛΑΣ: ΜΗΣ ΉΜΑΣ ΑδΌ ΌΛ-ΜΑΣ ΣΥΡΗΜέΝ ΚΗ ΧΡ’ςΚΗΤ ΝΑ ΤΥ ΖΔΙςέΚΣΥΜ: ΠΌΤΙΣ ΝΑ Κ’ΜΥΜ Τ ΧΑΡΑΤΉιΑ-ΜΑΣ.

Ν.: εμείς βρισκόμαστε εδώ όλοιμας μαζεμένοι κ πρέπει να το συζητήσουμε: πότε να κάνουμε τη χαρά(=γάμο)μας.

^εβΔΟτΉιΑ (ΈΒΗΝ ΑΠέΣΥ): ΚΑΜΉιΑ-ΠΑ!

Ε.: (μπήκε στην κουβέντα): ποτέ!

^ΑΝΔΌΝΣ: Α ΣΉ ΣΌΠΑ, ΑΣ ΦΡΑΉ! ΣέΝΑ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ Τ\ΘΑ Σε ΡΥΤΙΣ! ΠΟΝΗΜΑες\! ΠΛΈΧΤΡΑ ΈςΣ ΜΑΚΡΉ, ΑΜΑ ΝΎ ΈςΣ ΚΥΝΔΌ, ΠΟΝΗΜ’ες\! (βΗΓΛΊΖ ΧΥΛΞ’ΡΚΑ). ΣΗ ΗΡέβΣ ΝΑ ΛΑΧΤΊΣΥΜ ΑΤΟ, ΤΥ ΜΑΣ ΠΗΛΊ ΘΙΓΌΣ? (Τ ^εβΔΥτΉιΑ): ΠΡ’Τ ΑΠ ΑδΌ! ΓΟ Τ ^ΜΑΡΉιΑ ΤΑΡΚΑΛΈβΥ-ΤΙΝ ι’Ν ΔΥ ΠΡΌβΑΤΚΥ ΚΗ Π’Λ δΎΓΥ-ΤΙΝ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΑΣ ΤΊΝΑ ΗΡέβΥ ΓΟ! (^εβΔΥτΉιΑ δ’ιΝ): ΑΠ ΌΚΣΥ ΧΤΊΠΣΑΝ ΤΥ ιΑΛΊ. Λ’ΖΝΙ ΤΑ ςΚΛΊιΑ. (ΤΑΡΚΑΛΕβΥ, στα συμφραζόμενα η λ. φαίνεται να σημαίνει "δαμάζω, εξημερώνω")

Α.: εσύ απο'κεί σώπα, να κλείσει (το στόμασου)! εσένα κανείς δέν πρόκειται να σε ρωτήσει! κατάλαβες! πλεξούδα έχεις μακριά, αλλα νού έχεις κοντό, κατάλαβες! (κοιτάζει οργισμένα). θέλεις να κλωτσήσουμε εκείνο που μας στέλνει ο Θεός; (προς την Ευδοκία απευθυνόμενος): φύγε απο'δώ! εγώ τη Μαρία θα την ημερέψω σάν το πρόβατο κ έπειτα θα την δώσω, κατάλαβες, σε όποιον θέλω εγώ! (η Ευδοκία έφυγε). απ'έξω κάποιος χτύπησε το τζάμι, γαβγίζουν τα σκυλιά.

^ΑΝΔΌΝΣ: ΤΊΣ ΕΝ ΑτΉ ΤΙΝΑ ΧΠ’ ΤΥ ιΑΛΊ? (βΗΓΛΊΖ ΠέΣ ΤΥ ιΑΛΊ).

Α.: ποιός είναι εκεί που χτυπάει στο τζάμι; (κοιτάζει στο τζάμι).

ΑΠ ΌΚΣΥ: Π’ΡΡΡΗΤ-ΜΑΣ ΑΑΠ..ΠέΣΥ, ΓΌ ΉΜΜ..ΜΗ, ΓΓ’ΚΑ ^ΑΝΔ..ΔΌΝ, ΓΑΜΜΜ..ΒΡΌ..ΣΣΣΑΣ ^ΒΌΡΡ..ΡΗΣΣ!

Απ'έξω: πάρρ πάρτεμμας μέσσα, εγώ είμμ μαι, αδ δερφέ Αντώνη, ο γαμμ μπρός σσας ο Μπόρ ρις!

^ΑΝΔΌΝΣ: ΓΑΜΒΡΌ-ΜΑΣ ^ΒΌΡΗΣ ΉΡΤΙΝ, ΠΟΝΗΜΑες\, Ξ’ΛΚΑ, ΜΎΖΙΚΗΣ! (ΛΑΛΊΓΝΙ ΤΑ ΜΎΖΙΚΗΣ. ΈΒΗΝ ΑΠέΣΥ ^ΒΌΡΗΣ ΚΗ δΊ ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΉδ.  ΣΤ’ΘΑΝ ΣΜ’ ΣΝ ΒΌΡΤΑ. ΚΑΛΜέΡΣΑΝ).

Α.: ο γαμπρόςμας ο Μπόρις ήρθε, κατάλαβες. γρήγορα, μουσικές! (παίζουν τα όργανα. μπήκε μέσα ο Μπόρις κ δύο παραγαμπροί (=συνοδοί του γαμπρού). στάθηκαν κοντά στην πόρτα, χαιρέτησαν).

^ΑΝΔΌΝΣ: ΠεΡ’ΣΗΤ ΑδΌ ΜΑΡέιΑ, ΤΟ ΠΌΣ ΣΤ’ΘΙΤ ΣΜ’ ΣΤΑ ΠΌΡΤΙΣ?(υπάρχει μιά πρόληψη στην βόρειο Ελλάδα οτι σε πόρτα μπροστά δέν πρέπει να στέκεσαι, γιατί έχει ως αποτέλεσμα να χαλάνε τα προξενειά)

Α.:  περάστε απο'δώ, τί στέκεστε κοντά στις πόρτες;

^ΒΌΡΗΣ: ΜΉΣ ΑδΌΟ..ΟΠΑ ΣΤΊΚΚ..ΚΥΜΑΣ, τΉ τσΑ..τσΑΚΎΜΑΣ. ΜΉΣ ΠΥ..ΠΥΛ’ Τ\ΘΑ ΉΜΜΑΣ, ’Ρ..ΡΡΤΑ ΉΡ..ΡΤΙΝ ΉΠΝΥ-Μ…

Μπ.: και εδώ στε στ στεκόμαστε, δέν μ μας πειράζ ζει. (άλλωστε) δέν θα μμ μείνουμε πο πολύ, ήδ δη έχω ν νυσ νυσ τάξει...

^ΜΚΌΛΑΣ: ΣΌΝΔΥ ΑτΉ ΤΥ ΒΑΡΒΑΡΉΣΣ! ΠΑΛΑΛΌ ΠΡ’ΜΑ! Κ’τσΗ ΚΗ ΣΌΠΑ! (^ΒΌΡΗΣ ΣΌΠΑΣΗΝ, ΤΑ ΠεδΊιΑ ΚΗ ΑΤΌΣ Κ’τστσΑΝ Π’Σ Τ’βΛΑ, ^ΒΌΡΗΣ ΠΉΡΗΝ ΑΠ’ΝΥ-Τ Ν Κ’ΤΑ Κε ΠέΖ ΑΝΔ’ΜΑ).

Ν.: σταμάτα εκεί τα χαζά που λές! χαϊβάνι! κάτσε κ σώπα! (ο Μπόρις σώπασε, τα αγόρια - συνοδοίτου κ ο ίδιος κάθισαν στον πάγκο. ο Μπόρις πήρε πάνω (στα γόνατα)του τη γάτα κ παίζει μαζίτης).

^ΜΚΌΛΑΣ: ΠΎ ΣΤ’ΘΑΜ, ΤΊ ΖΔΊΧΑΝΑΜ, ΧΥΔ’ ^ΗΛιΥς? Α, ΔΌΚΗΝ ΑΣ ΤΥ ΝΎ-Μ! ΝΎ, ΤΊΛΑΓΑ ΧΑΡΉΝιΑ ΘΑ ΣΑΣ ΦέΡΥΜ? (εδώ όπως κ συχνά στη Ρωμαίικη το θά έχει την παλιά έννοια: θέλ(ετε) να)

Ν.: πού μείναμε, τί συζητούσαμε, συμπέθερε Ηλία; ά, ήρθε (τώρα) στο νούμου! λοιπόν, σάν τί γαμήλια δώρα θα σας φέρουμε;

^ΣΌΝιΑ: Έ, ΤΊ ΝΑ ΜΑΣ ΦέΡΗΤ… ΒΑΡΌ, ΤΥΝ ΧΥΔ’-ΣΑΣ ^ΉΛιΥς Κ’ΝΑ ΠΚ’ΜΣΥ, ΜέΝΑ -Κ’ΝΑ ΚΑΖΉΤΚΥ ΞΑΜΒ’Ρ, Τ ^εβΔΥτΉιΑ-ΜΑΣ – ΚΑΛΌ ΠΎςΥδΊΤΚΥ ΞΑΜΒ’Ρ, Α ΤΥΝ ΧΥΔ’-ΣΑΣ ^ΑΝΔΌΝ ΦέΡΗΤ-ΤΥΝ Κ’ΝΑ ΚΑΛΌ ΖΗβΓ’Ρ ΧΡΟΜΟβΗ τσΑΝΓΚΉιΑ.

Σ.: έ, τί να μας φέρετε... αγαπητοίμου, στον συμπέθεροσας τον Ηλία κανένα πουκάμισο, σ' εμένα κανένα ατλαζένιο τσεμπέρι (=μαντήλα, κεφαλομάντηλο), στην Ευδοκίαμας - ένα ωραίο πολυτελές κεφαλομάντηλο, όσο για τον συμπέθεροσας τον Αντώνη, φέρτετου κανένα ωραίο ζευγάρι διακοσμημένες, με κρόσια μπότες.

^ΑΝΔΌΝΣ (Τ Μ’ΝΑ-Τ): ΤΊ ΕΝ ΤΥ ΛΈΣ, Μ’ΝΑ? ΣΗ ΗΡέβΣ, ΠΟΝΗΜΑες\, ’ιτσ ΒΗΔΑβ’ ΝΑ δΌΚΣ ΑΣ ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ Ν ΚΌΡ-Σ? ΧΥΔ’-ΜΑΣ ^ΜΚΌΛΑΣ τΉ ΓΑΡΗΠΛΈβ ’Ν ΗΡέΠΣΥΜ ΚΑΤΛΊΓΥ ΠΥΛ’. ^ΜΑΡΉιΑ-ΜΑΣ Κς’Ζ ΠΥΛ’ ΚΑΛΥΖΌιΑ, ΠΟΝΗΜΑες\.

Α.: (προς τη μάνατου): τί είν' αυτά που λές, μάνα; θέλεις, (καταλαβαίνεις), έτσι τζάμπα να δώσεις την κόρησου σε γάμο; ο συμπέθεροςμας ο Νικόλας δέν φτωχαίνει άν ζητήσουμε κάτι παραπάνω. η Μαρίαμας αξίζει πολλά αγαθά, καταλαβαίνεις.

^ΜΚΌΛΑΣ: ΑΜΗ ΣΉ ΤΊ ΗΡέβΣ ΝΑ ΣΑΣ ΦέΡΥΜ, ΧΥΔΑδΊτσΑ ^ΑΝΔΌΝ?

Ν.: τότε λοιπόν εσύ τί θέλεις να σας φέρουμε, συμπεθεράκι Αντώνη;

^ΑΝΔΌΝΣ: ΓΌ ’ΡΤΑ ΉΠΑ-ΣΑΣ-ΤΥ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΚΗ ΑΤΌΡΑ Π’ΛΙ ΛΈΓΥ-ΣΑΣ – ’Ν ΗΡέβΗΤ ^ΜΑΡΉιΑ-ΜΑΣ ΝΑ ΈΝ ΝΊΦ-ΣΑΣ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΘΑ ΜΑΣ ΦέΡΗΤ: ΤΡ’ΝΔΑ ΠΡΌβΑΤΑ, ΤΡΉιΑ ΗΡΜΗΧΤ’ ΧΝ’ - ΚΗ ΔέΚΑ δΙΣΑΤΊΝΙΣ ΤΌΠΥ ΘΑ ΜΑΣ δΌΚΗΤ ΛΌΝ ^ΔζΑΝΒ’Ζ Ν ΔΑΡΑΜ’, ΑΣ ΤΑ ΣΤΡΥΝΓΚΉΛιΑ.

Α.: εγώ ήδη σας το έχω πεί, καταλαβαίνεις, κ τώρα πάλι σας λέω: άν θέλετε η Μαρίαμας να είναι νύφησας, καταλαβαίνεις, θα μας φέρετε τριάντα πρόβατα, τρείς αρμεχτές (=γαλακτοπαραγωγές) αγελάδες, κ δέκα δεσατινιές καλλιεργημένη έκταση θα μας δώσετε κατα μήκος του Џαμπάζη το κτήμα, στα Στρογγύλια.

^ΜΚΌΛΑΣ (ΜεΤΡ’ ΠΑΣ ΤΑ δ’ΧΛΑ-Τ): ΚΗΡβΎτσΚΑ ΉΡΗΠΣΗΣ, ΜΑΡε, ^ΑΝΔΟΝ ^ΗΛ\ΗΞ, ΦΑΡΑΖΉΜ, ΠΡΌβΑΤΑ ΈΧΥΜ ΠΥΛ’, ΦέΡΥΜ-ΣΑΣ, ΤΌΠΥ-ΠΑ ΚΟιΤΥΜ-ΣΑΣ ΑΣ ΤΑ ΣΤΡΥΝΓΚΉΛιΑ, Α ΧΝΎτσΚΑ ΝΑ ΣΑΣ ΦέΡΥΜ τΉ-ΠΥΡΥΜ. ΦέΡΥΜ-ΣΑΣ ΤΡΉιΑ ΓΑΡΚ’. ΧΑΉΛΣ ΉΣΗ? (ΗΡέβ ΝΑ ΔΌΚ ΤΥ ςέΡ-Τ).

Ν.: (λογαριάζοντας μετράει με τα δάχτυλατου): ακριβούτσικα ζήτησες βρε Αντώνη γιέ του Ηλία, άς υποθέσουμε: πρόβατα έχουμε πολλά, θα σας φέρουμε, κ τόπο θα σας παραχωρήσουμε στα Στρογγύλια, όμως αγελαδίτσες να σας φέρουμε δέν μπορούμε. θα σας φέρουμε τρία αρσενικά μοσχάρια. σύμφωνος είσαι; (λέγοντας, δίνει το χέριτου για χειραψία).

^ΑΝΔΌΝΣ: ιΌΧ, ιΌΧ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΧΝ’-ΠΑ ΘΑ ΜΑΣ ΦέΡΗΤ.

Α.: όχι, όχι, καταλαβαίνεις. και αγελάδες οπωσδήποτε θα μας φέρετε.

^ΜΚΌΛΑΣ: ΈΝΑ ΧΝΌ ΦέΡΥΜ-ΣΑΣ!

Ν.: μιά αγελάδα θα σας φέρουμε!

^ΑΝΔΌΝΣ: ιΌΧ, δΊιΑ!

Α.: όχι, δύο!

^ΜΚΌΛΑΣ: ιΌΧ, ΈΝΑ!

Ν.: όχι, μία!

^ΑΝΔΌΝΣ: ΝΎ, ’ιΔΑ, ’Σ ΈΝ ’ιτσ, ΤΊΛΑΓΑ ΤΥ ΛΈΣ ΣΉ, ΧΥΔ’ ^ΜΚΌΛΑ.

Α.: έ, λοιπόν, άντε, άς είναι έτσι, όπως το λές εσύ, συμπέθερε Νικόλα.

^ΜΚΌΛΑΣ: ΝΑ ΖΉΣ, ΧΥΔ’ ^ΑΝΔΌΝ ΟΤ Με ΚΑΤΈΣ. (ΚΡΎΓΝΙ ςέΡ). ΑΤΌΡΑ ΑΣ ΛΑΧΑΡΔΈβΥΜ, ΠΌΤΙΣ ΝΑ Κ’ΜΥΜ ΤΥ ΔΥΓΚΎΝ. ΜΗΣ ΛΈΓΥΜ, ΤΥ ΈΡΚΗΤ Τ βδΥΜ’δΑ, Τ Αι δΗΜΉΤΡΗ. ΣΉΣ ΤΊ ΝΑ ΛΈΤΙ?

Ν.: να ζήσεις, συμπέθερε Αντώνη, που μου συγκαταβαίνεις. (χτυπάνε τα χέριατους σε χειραψία). τώρα άς κουβεντιάσουμε πότε να κάνουμε την τελετή κ τη γιορτή του γάμου. εμείς λέμε, την ερχόμενη εβδομάδα, του Αγίου Δημητρίου. εσείς τί λέτε;

^ΗΛιΥς: ’ΛιΑΧ ΑΠΣΌ. ΜΗΣ ΚΌΜΑ τΉΜΑΣ ΉΤΜ.

Η.: πολύ γρήγορα είναι, εμείς ακόμη δέν είμαστε έτοιμοι.

^ΑΝΔΌΝΣ: Τ’ΤΑ, ΝΑΜΉ Νι’ςΚΗΣ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΑΣ ΕΝ ΤΊΛΑΓΑ ΤΥ ΛΈ ΧΥΔ’ ^ΜΚΌΛΑΣ. ΣΌΝΥΜ-ΔΑ. ΤΜ’ςΚΥΜΑΣ!

Α.: πατέρα, να μή σταναχωριέσαι, κατάλαβες. άς γίνει όπως το λέει ο συμπέθερος ο Νικόλας. θα τα τελειώσουμε (όλα), θα είμαστε έτοιμοι!!

^ΗΛιΥς: Έ, ΝΎ ΑΣ ’ιτσ ΤΊΛΑΓΑ ΤΥ ΛΈι ^ΑΝΔΌΝ-ΜΑΣ! (ΝΥ, το αρχαίο νυ, συγγενικό με το νυν. το ίδιο μόριο βρίσκεται και στη σανσκριτική. προφανώς εδώ είναι δάνειο απο τα ρωσικά)

Ηλίας: έ, λοιπόν, ας (γίνει) έτσι όπως το λέει ο Αντώνηςμας!

^ΜΚΌΛΑΣ: δΟΚΣΑΣΉιΑ! ΈΚΑΜΑΜ ΥιΎς, ΧΑΗΡΛΊδΚΥ ΝΑ ΈΝ! (β’ΛΝΙ ΌΛ-ΠΑ ΣΤΑβΡΌ, ΜΌΝΥ ^ΒΌΡΗΣΣ, ΑΤΎΤΥ Τ ΌΡΑ ΧΑΤΑΛΑΈβ ΑΠΉΣΥ ΣΝ Κ’ΤΑ. Πι’ΚΗΝ-ΔΥ, ΑΝΓΚΑΛΊΖ-ΤΥ, ΡΉςΚΗΤ Δ’ΜΑ).

Ν.: δόξα τω Θεώ! κάναμε συμφωνία. με το καλό να πραγματοποιηθεί! (κάνουνε όλοι το σταυρότους. μόνο ο Μπόρις αυτήν την ώρα γυρνάει απο'δώ κι απο'κεί κυνηγώντας τη γάτα. την έπιασε, την αγκαλιάζει, παίζει μαζίτης).

^βΑΣΗΛΊιΑ (ΈΛΣΗΝ Ν ΒΥΧΞ’-τσ Φ’ΝΙΝ ΧΥΝΔΡΌ ΒΡΑιΧΤΌ ΧΑΛ’τσ. ΈβΑΛΙΝ ΣΤΑβΡΌ ^βΑΣΗΛΊιΑ): ΈΛΑ ΖΒΗΘΙΡ’ ^ΣΌΝιΑ ’Σ ΤΥ τσΑΚΌΣΥΜ, Ν’ ΤΥ ΖΉΣΜΥ-ΤΙΝ ΧΑΗΡΛΊδΚΥ ΘΑ ΈΝ?

Β.: (έλυσε το μποχτσάτης, φάνηκε μιά χοντρή στριφτή πίτα. έκανε το σταυρότης η Β. κ είπε): έλα συμπεθέρα Σόνια να τη σπάσουμε, νά (να δούμε) η ζωήτους καλότυχη θα είναι;

^ΣΌΝιΑ ΈβΑΛΙΝ ΣΤΑβΡΌ ΚΗ ΠςΉΡΣΑΝ τσΑΚΌΝΝΙ ΤΥ ΧΑΛ’τσ, ΌΛ-ΠΑ βΗΓΛΊΖΝΙ, ΜΌΝΥ ^ΒΌΡΗΣ ΠέΛΣΗΝ Π’Σ ΤΑ ΓΌΝΑΤΑ-Τ ΑΚ’ΤΥ ΚΗ ΑΠ Κ’ΤΥ ΣΤΥ ΚΥΡβ’Τ ΧΑΔΡΑΈβ Ν Κ’ΤΑ. Πι’ΚΗΝ-ΔΥ. ΤΡΑΓΥδ’:

Σ.: (έκανε το σταυρότης κ άρχισαν, σπάζουνε την πίτα. όλοι κοιτάνε με προσήλωση. μόνο ο Μπόρις γονάτισε κάτω κ κάτω απο την κρεββάτα ψάχνει την γάτα. την έπιασε κ τραγουδά):

Τ’ΤΑ-Μ τέΝ, Μ’ΝΑ-Μ τέΝ,

ΓΌ-ΠΑ τΉ ΦΥβΎΜΗ,

ΑΝΓΚΑΛΊΖΥ Ν Κ’ΤΑ-ΜΑΣ,

ΠέΦΤΥ Κ’ΤΥ Τ\ΜΎΜΗ.

(παιδικό τραγουδάκι)

ο πατέραςμου λείπει, η μάναμου λείπει, εγώ όμως δέν φοβάμαι, αγκαλιάζω τη γάταμας, ξαπλώνω κ κοιμάμαι.

^ΜΚΌΛΑΣ ΓΡΥΜ’ΤΣΗΝ ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ. ΔΡ’ΝΣΗΝ ’ΓΡΑ ΧΑΡςΎ-Τ. ^ΒΌΡΗΣ ΠέΤΑΚΣΗΝ Ν Κ’ΤΑ ΚΗ Κ’ΤτσΗΝ Π’Σ ΤΥ ΚΥΡβ’Τ.

Ν.: (αγριοκοίταξε τον Μπόρις. τον κοίταξε άγρια κατάματα. ο Μπόρις παράτησε τη γάτα κ κάθισε στην κρεββάτα).

^βΑΣΗΛΊιΑ: ΈΛΑ ’Σ ΤΑ β’ΛΥΜ ΧΑΡςΎ – ΧΑΡςΎ ΤΑ δΊιΑ ΧΑΠέΣ, Ν’ ΤΥ ΧΑΛ’τσ-ΜΑΣ ΤΊΛΑΓΑ τσΑΚΌΘΙΣ <τσΑΚΌΘΙΝ>? (β’ΛΝ-ΔΑ ΧΑΡςΎ – ΧΑΡςΎ. β’ΛΝΙ ΣΤΑβΡΌ ^ΣΌΝιΑ ΚΗ ^βΑΣΗΛΊιΑ): δΟΚΣΑΣΉΙΑ, ΤΥ ΧΑΛ’τσ τσΑΚΌΘΙΝ ΑΠ ΜέΣΑ ΜΗΣΎ, ΤΥ ΖΉΣΜΥ-ΤΙΝ ΘΑ ΈΝ ΧΑΗΡΛΊδΚΥ. (έθιμο των Ρωμιών για να μαντεύουν άν οι δυό μελλόνυμφοι θα ζήσουν καλότυχα κ αρμονικά μεταξύτους)

Β.: έλα να τα βάλουμε το ένα απέναντι στο άλλο τα δυό κομμάτια, νά (να δούμε) η πίταμας πώς έσπασε; (τα βάζουν το ένα αντίκρυ στο άλλο. κάνουν το σταυρότους η Σόνια κ η Βασιλεία): δόξα τω Θεώ, η πίταμας έσπασε ακριβώς στη μέση (σε δύο ίσα κομμάτια), (άρα) η ζωήτους θα είναι καλότυχη.

^βΑΣΗΛΊιΑ: (βΓ’Λ Π’Χ Ν ΒΥΧΞ’-τσ ΜΗΤΑΚΣΉ ΦτιΑΛΊ ΞΑΜΒ’Ρ, ΠΎςΥ, ΦΛιΥΡΉΤΚΥ δΑΧΛΊδ, ΦΛιΥΡΉΤΚΥ ΣΤΑβΡΎτσΚΥ ΑΝΔΥ ΖΗΝΔζΗΛΊτσ, ΒΌΤΙΚΗΣ, ΖΝ’Ρ ΑΧ ΦΡιΥΡΉΤΚΥ Ν ΠΑΡΞ’, ΝΙΦι’ΤΚΥ ΦΗΣΤ’Ν, ΦΑΤΑ). (η μεταφραστική μηχανή αντιλαμβάνεται το ΠΥςΥ ώς fluff. μεταφορικά για τους Ρωμιούς σημαίνει 'θησαυρός, βραβείο'. ήταν κάποιο ύφασμα πολυτελές, ελαφρύ αλλα με πολύ όγκο) (ΦΑΤΑ, δέν το βρήκα σε λεξικό, απο τα συμφραζόμενα υποθέτω "πέπλο") (συνεχίζουν κάνοντας όσα τα έθιμα απαιτούσαν. η μεριά του γαμπρού δίνει δώρα που προορίζονται για τη νύφη, κ η μεριά της νύφης προσφέρει δώρα που προορίζονται για τον γαμπρό, πράγματα που φοριούνται)

Β.: (βγάζει απο το μποχτσάτης ένα μεταξωτό κεφαλομάντηλο, πολυτελές ύφασμα, χρυσό δαχτυλίδι, χρυσό σταυρουδάκι με αλυσιδίτσα, μπότες, ζωνάρι απο χρυσό κομμάτι (= χρυσοκέντητο ύφασμα), νυφικό φόρεμα, πέπλο).

^ΣΌΝιΑ: (ΈβΑΛΙΝ Π’Σ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ ΦΛιΥΡΉΤΚΥ δΑΧΛΊδ, ΠΚ’ΜΣΥ, ΠΛΑΤΥΚΉτσ, ΧΡΟΜΟβΗ τσΑΝΓΚΉιΑ, ΚΑΠΑΣ (ς’ΠΚΑ) ΚΥΚΞΑδΊ. ΣΤΈΡΑ ΉΠΣΗΝ ΚΑΝΔΊΛΑ, β’ΛΝΙ ΌΛ-ΠΑ ΣΤΑβΡΌ). (ΚΥΚΞΑ, απο το τουρκικό |ΚΟΙΚΞΕ|, σημαίνει γαλάζιο, ή γκριζωπό, το χρώμα του ουρανού. εν προκειμένω όμως η λ. δηλώνει απο τί υλικό είναι το καπέλο, προφανώς η λ. ΚΥΚΞΑδΊ είναι απο το τουρκ. |ΚΕΞΕ| =τσόχα)

Σ.: (έβαλε πάνω στο τραπέζι χρυσό δαχτυλίδι, πουκάμισο, ένα κασκόλ, διακοσμημένα με κρόσια μποτάκια, ένα καπέλο απο τσόχα. ύστερα άναψε καντήλα, κάνουν όλοι το σταυρότους)

^βΑΣΗΛΊιΑ: ΝΑ ΠΎ ΕΝ ΝΊΦ-ΜΑΣ, ΑΣ ΈΡΤ ΑΣ Π’Ρ ΤΥ ΣΜ’δ. (το σημάδι εννοεί ένα δαχτυλίδι το οποίο παίρνοντας η νύφη δεσμευόταν επισήμως οτι θα παντρευτεί τον εν λόγω γαμπρό. σημαδεμέν(ος), στα ποντιακά προφερόμενο ςΥΜΑδΕΜΕΝ-, σημαίνει επίσημα αρραβωνιασμένος, εξ ού το ποντιακό στιχάκι: "ΤΑ ΚΟΡτσΟΠΑ Τ' ΕΓΑΠΕΣΑ, ΟΛÆ ςΥΜΑδΕΜΕΝΑ" = τα κορίτσια που αγάπησα, όλα αρραβωνιασμένα (με άλλους))

Β.: άντε, πού είναι η νύφημας, άς έρθει να πάρει το σημάδι.

^ΣΌΝιΑ: ^ΜΑΡΉιΑ-Μ, ΠέΡΝΑ ΑΠ ΑδΌ ΜΑΡέιΑ, ΑΣ ΤΥ ΚΑΛΥΣΉΝ, ’ΠΑΡ ΤΥ ΣΜ’δ.

Σ.: Μαρίαμου, πέρνα απο'δώ μεριά, στην καλοσύνη (=γιορτή, χαρούμενη περίσταση). πάρε το σημάδι.

^ΜΑΡΉιΑ (ΚΖέΝ ΑΧ Τ ’ΛΥ ΤΥ ΒΌΛΙΜΥ. ΔΡΥΠιΑΧΤΚ’ ΦΉΛΣΗΝ ^βΑΣΗΛΊιΑΣ ΚΗ ^ΜΚΌΛΑ ΤΥ ςέΡ.): Μ’ΝΑ ΚΗ Τ’ΤΑ, ΓΌ ΑΝ ΉΜΗ ΚΌΡ-ΣΑΣ, ΓΑΚΉτσΑ, ΓΌ ΑΝ ΉΜΗ ΑδεΡΦΉ-Σ, ΠΑΡΑΚΑΛΊΓΥ-ΣΑΣ, ΝΑ ΜΉ Χ’ΝΙΤ ΤΥ ΖΉΣΜΥ-Μ, Χ\έΠΣΗΤ-Με, ΓΟ Τ\ΘέΛΥ ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ ΚΗ ΤΊΛΑΓΑ ΓΟ ΝΑ ΠεΡ’ΣΥ Δ’ΜΑ-Τ ΤΥ ΖΉΣΜΥ-Μ?

Μ.: (βγαίνει απο το άλλο το δωμάτιο. ντροπαλά φίλησε της Βασιλείας κ του Νικόλα το χέρι. κ λέει): μάνα κ πατέρα, άν είμαι κόρησας, καλέμου αδερφέ, άν είμαι αδερφήσου, σας ικετεύω να μήν αφανίσετε τη ζωήμου, λυπηθείτεμε. δέν τον θέλω τον Μπόρις, κ πώς να περάσω μαζίτου τη ζωήμου;

^ΑΝΔΌΝΣ: ΓΟ ΚΣέΡΥ-ΤΥ ΣΗ ΤΊΝΑ ΗΡέβΣ, ΠΟΝΗΜΑες\, ΜΑ ’ιτσ τΗ ΝΊςΚΗΤ. ΛΈΓΥ-Σε ΜΉιΑ τι’ΛΥ, ’ΠΑΡ ΤΥ ΣΜ’δ!

Α.: εγώ ξέρω εσύ ποιον θέλεις, καταλαβαίνεις. αλλα έτσι δέν γίνεται. σου λέω μιά φορά ακόμη, πάρε το σημάδι!

^ΜΑΡΉιΑ (ΠέΛΣΗΝ ΑΚ’ΤΥ ΑΣ ΤΑ ΓΌΝΑΤΑ): Τ’ΤΑ ΚΗ Μ’ΝΑ, ΓΑΚΉτσΑ! ΝΑ ΜΉ ΜΗ β’ΛΙΤ ΖΔΑΝΊ ΠεΣ ΤΥ ΞΧΎΡ, ΠΑΡΑΚΑΛΊΓΥ-ΣΑΣ. ΓΟ ΜΌΝΥ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ ΑΓΑΠΎ ΚΗ ’ΛΥ ΚΑΝΊΝΑ-ΠΑ. ΉΜΗ ΧΑΉΛΣΑ ΝΑ ΖΉΣΥ ΠεΣ ΚΑΝΑ ΧΑΧΡΑ ΚΗ ΑΝ Τ ΑΓ’Π, ΠΑΡ’ ΠεΣ Ν ΠΛΥςΉιΑ ΚΗ ΠεΣ ΤΥ δ’ΚΡΥ (ΚΛΈ, ΦΣΥΝΓΚ’ ΤΑ δ’ΚΡΗΣ-τσ).

Μ.: (γονάτισε): πατέρα κ μάνα, καλέμου αδερφέ! μή με βάλετε ζωντανή μες το λάκκο, σας ικετεύω. εγώ μόνο τον Λεβόνη αγαπώ κ άλλον κανέναν. είμαι πρόθυμη να ζήσω σε καμιά καλύβα κ με αγάπη, παρά μέσα στον πλούτο κ μές το δάκρυ (κλαίει, σκουπίζει τα δάκρυατης).

^βΑΣΗΛΊιΑ (ΣΚΌΘΙΝ Π’Σ ΤΥ Βδ’Ρ): ΣΉΚΥ ΑΠ’ΝΥ, ^ΜΚΌΛΑ! ι’Ν Τ\ΘέΛ ^ΜΑΡΉιΑ ΤΥΝ ^ΒΌΡΗΣ-ΜΑΣ, ΘΑ ΠΑΈΝΥΜ (ΣΚΌΘΑΝ ΝΑ ΠΑΈΝΝΙ).

Β.: (σηκώθηκε όρθια, (προφανώς προσβεβλημένη κ εξοργισμένη)): σήκω πάνω, Νικόλα! αφού δέν θέλει η Μαρία τον Μπόριςμας, θα φύγουμε (σηκώθηκαν για να φύγουν).

^ΑΝΔΌΝΣ (ΠΑΣ Τ ^ΜΑΡΉιΑ): Χ’Θ ΠΡΑΤ ΑΠΉΣΥ ΣΝ ΚΌΧΑ, ΠΟΝΗΜΑες\! (ΠΑΣ Τ ^εβΔΥτΉιΑ): ΧΑΘ ΠΡΑΤ ΣΉ-ΠΑ ΑΠ ΑΤΟ ΜΑΡέιΑ! (ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ^εβΔΥτΉιΑ ΚΖέβΑΝ ΠεΣ Τ ’ΛΥ ΤΥ ΒΌΛΙΜΥ). ΧΥΔ’ ΚΗ ΖΒΗΘΗΡ’! ΓΟ δΑΦΤΌΜ ΠέΡΥ ΤΥ ΣΜ’δ, ΠΟΝΗΜΑες\! ΚΡΉΜΑ ΑΣ ΈΝ ΠΑΣ ΤΥΚΌΜ Τ ΓΎΛΑ! (ΠέΡ Π’Χ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ ΤΥ ΣΜ’δ ΚΗ δΎι-ΤΥ Τ Μ’ΝΑ-Τ). Μ’ΝΑ! ςΞ]ΥΠ’ΣΗΤ =στρώστεΤΥ ΤΡΑΠέΖ! ΜΎΖΙΚΑ! (ΛΑΛΊΓΝΙ ΤΡΑΠΗΖΊ Αβ’).

Α.: (προς τη Μαρία): χάσου φύγε πίσω στην κόχη (=στη γωνιά του δωματίου), κατάλαβες! (προς την Ευδοκία): χάσου φύγε κ σύ απο'δω μεριά! (η Μ. κ η Ε. βγήκαν πήγαν στο άλλο δωμάτιο). Συμπέθερε κ συμπεθέρα! εγώ ο ίδιος παίρνω το σημάδι, καταλαβαίνεις! κρίμα ας είναι στον δικόμου το λαιμό! (παίρνει απο το τραπέζι το σημάδι - δαχτυλίδι, κ το δίνει στη μάνατου). μάνα! στρώστε το τραπέζι! μουσική! (παίζουνε έναν επιτραπέζιο σκοπό, δηλαδή απαλή χαρούμενη μουσική κατάλληλη για ανθρώπους που κάθονται σε τραπέζι).

^ΣΌΝιΑ: ςΞ]έΠΑΣΗΝ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ ΑΝΔΥ τιΥΝΎΡιΥ ΤΥ ΣΤΥΛΊΜΑΝΔΙΛ. ΦέΡΝΙ ΦΑιΜΑΤιΑ ΠΑΣ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ ^ΣΌΝιΑΣ ΤΑ ΣΌιΑ. ΖΗΣΤ’ ΚΗ ΚΡΉιΑ ΧΑΥΡΜ’ιδΑ, ΧΑβΡΑιΜέΝΑ ΒΗΒΉιΑ, ΑΡΝΊΘΑ, ΤΗΡΉ ΑΝΔΥ ΞΑΧΑιΜ’Χ, ΜΣΑΥΧ’ιδΑ ΑΝΔΥ ΡΑΧΉ, ΚΑΦΤΉιΑ ΑΝΔΑ ΠΣΗΛ’ ΤΑ ΒδΑΡΉΞΑ. ΑΣ ΤΑ ΗΝΈΚΗΣ ΉΦεΡΑΝ ΚΌΤ\ΝΥ ΚΡΑΣΉ.

μισαοκκάδια εν τω |ΡΑQΙ|,

Σ.: (έστρωσε το τραπέζι με καινούργιο τραπεζομάντηλο. φέρνουνε φαγητά στο τραπέζι της Σόνιας οι συγγενείς: ζεστούς κ κρύους καβουρμάδες, ψητές γαλοπούλες, κοτόπουλα, τυρί ολόπαχο, κανατάκια της μισής οκκάς με ρακί, ποτήρια με ψηλά ποδαράκια. για τις γυναίκες φέρανε κόκκινο κρασί).

^ΉΛιΥς: ΥΡΉΣΗΤ Κ’τσΗΤ ΑΣ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ, ΧΥΔ’δ, ΖΒΗΘΙΡ’δΙΣ, ΤΑΚ’-ΜΑΣ ΧΥΡΣΉ ΜΗΣΑΦΉΡ! ΝΑ ΜΉ δΙΛι’Τ, ΠεΡ’ΣΗΤ ΑΣ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ ΌΛ-ΣΑΣ-ΠΑ! (’ΝΔΡ Κ’τστσΑΝ  Τ ΈΝΑ ΜΑΡέιΑ, ΤΑ ΗΝΈΚΗΣ Κ’τστσΑΝ Τ ’ΛΥ ΜΑΡέιΑ. ^ΒΟΡΗΣ ΚΗ ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΉδ ΈβΑΛΑΝ-τσ ΧΌΡιΑ ΤΡΑΠέΖ. ^ΑΝΔΌΝΣ ιΥΜΌΝ ΤΑ ΚΑΦΤΉιΑ. ΣΚΌΘΑΝ ΌΛ-ΠΑ ΑΣ ΤΑ ςέΡΑ-ΤΙΝ ΑΝΔΑ ΚΑΦΤΉιΑ.) ΦΌΣ ΑΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-ΜΑΣ, ΠΛΑΤΈτσΑΣ! (ΌΛ-ΠΑ ΛΈΓΝΙ Τ ΈΝΑ Ν ’ΛΥ: ΠΛΑΤΈτσΑΣ, ΦΌΣ ΑΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-ΜΑΣ!) (ΈΠΝΑΝ-ΔΑ.)

Η.: ορίστε καθίστε στο τραπέζι, συμπέθεροι, συμπεθέρες, χρυσοίμας επισκέπτες! μή διστάζετε, περάστε στο τραπέζι όλοισας! (οι άντρες κάθισαν στη μιά μεριά του τραπεζιού, οι γυναίκες στην άλλη μεριά. στον Μπόρις κ στους παραγαμπρούς έστρωσαν χωριστό τραπέζι. ο Αντώνης γεμίζει τα ποτήρια. σηκώθηκαν όλοι, στα χέριατους με τα ποτήρια (για πρόποση) (και λένε, κατα τη ρωμαίικη συνήθεια:)). φώς στα μάτιαμας, ανοιχτωσιές! (όλοι λένε ο ένας στον άλλο: "ανοιχτωσιές, φώς στα μάτιαμας!" κ πίνουν απο τα ποτήριατους).

^ΑΝΔΌΝΣ (ιΥΜΌΝ-ΔΑ ΜΉιΑ τι’ΛΥ): ΝΑ ΉΝΝΙ βΑΧΤΛΊδ! ΝΑ τσ δΎΜΗ ΚΗ ΝΑ ςέΡΥΜΑΣ! ΝΑ ΗΡΝ’ΣΝΙ Σ ΈΝΑΝ ΤΌΠ! (ΈΠΝΑΝ-ΔΑ ΜΌΝΥ ’ΝΔΡ. ΤΑ ΗΝΈΚΗΣ ςΥΛΥΣΑΝ  ΜΌΝΥ ΤΑ ςΉΛιΑ-ΤΙΝ ΚΗ ΈβΑΛΑΝ-ΔΑ ΥΚΥΠΉΣΑ). χειλώσαν

Α.: (γεμίζει τα ποτήρια ακόμη μιά φορά): να είναι καλότυχοι! να τους βλέπουμε κ να χαιρόμαστε! να γεράσουνε στον ίδιο τόπο (=μαζί οι δυότους). (αυτήν τη φορά τα έπιναν μόνο οι άντρες, οι γυναίκες έβρεξαν μόνο τα χείλητους κ τα έβαλαν ξανά πίσω)

^βΑΣΗΛΊιΑ: ΓΟ Τ ^ΜΑΡΉιΑ ΘΑ ΤΙΝ ΣΑΈΠΣΥ, ΞΑΧ Τ\ΘΑ ΈΧΥ ΤΌΠΥ ΠΎ ΝΑ ΤΙΝ β’ΛΥ ΚΗ ΠΎ ΝΑ ΤΙΝ ΣΤΊΚΣΥ.

Β.: εγώ τη Μαρία θα την σέβομαι, τόσο που δέν θα έχω πού να την βάλω κ πού να της δώσω τόπο να σταθεί.

^ΑΝΔΌΝΣ: ΣΉ, ΖΒΗΘΙΡ’ ^βΑΣΗΛΊιΑ, ΠΟΝΗΜΑες\, (ПОНИМАЕШЬ =YOU UNDERSTAND) ΉΠΗΣ ’ιτσ, ΑΜΑ ΤΊΛΑΓΑ ^ΦΑΡΦΌι ^Ηβ’ΝΣ ΉΤΥΝ ΓΑΜΒΡΌΣ ΑΣ ^ΜΑΛ’ι ^ΗΣΠΉΡΗ ΚΗ ΠΗΘΙΡ’-Τ ^ΒΥΚΉιΑ ΑΤΌΣΥ δΙΝΑΤ’ ΑΓ’ΠΑΝΙΝ-ΔΥΝ, ΤΉςΗΝ ΤΌΠΥ ΝΑ ΤΥΝ β’Λ ΚΗ ΠΎ ΝΑ ΤΥΝ ΣΤΊΚΣ ΚΗ ΣΤΡΌΝΙςΚΗΝ-ΔΥΝ ΑΡΎΧΑ ΠέΣ Τ ΑΡ’Ν-ΤΙΝ! ΓΑΜΒΡΌΣ ΠέΣΥ, ΓΑΜΒΡΌΣ ΠέΣΥ, ΚΗ Τ\Μ’ΤΙΝΔΥΝ ΌΚΣΥ, ΠέΣ Τ ΑΡ’Ν-ΤΙΝ, ΠΟΝΗΜΑες\! (ΌΛ-ΠΑ ΧΑΧΑΝΊΣΤΑΝ).

Α.: εσύ συμπεθέρα Βασιλεία, καταλαβαίνεις, είπες έτσι, ακριβώς όπως ο Φαρφόι Ιβάνης ήτανε γαμπρός στου Μαλάι Σπύρου κ η πεθεράτου η Μπουκία τόσο πολύ τον αγαπούσε, δέν είχε πού να τον βάλει να κάτσει κ πού να τον βάλει να σταθεί, γι' αυτό κ του έστρωνε στρώμα κ σκέπασμα μές το στάβλοτους! (όλο λέγανε:) "ο γαμπρός (είναι) μέσα, ο γαμπρός (είναι) μέσα, ενώ κοιμόταν έξω, στο στάβλοτους, καταλαβαίνεις! (όλοι βάλανε τα γέλια).

^ΒΟΡΗΣ: (ΜέΘΣΗΝ. ΤΡΑΓΥδ’):

^ΑΝΔΌΝΣ-ΜΑΣ ΉΡΤΙΝ,

ΉΦΗΡΗΝ ΧΥΓ’ιδΑ,

ΘΑ ΝΑ ΠΛΈΚΣΥΜ βΉτσΑ,

ΘΑ ΠΚΑΝΊΣΥΜ Τ ^ΜΑΡΉτσΑ.

Μπ.: (μέθυσε. τραγουδά): (ένα ακόμη Ρωμαίικο παιδικό τραγουδάκι, όπως αυτά που ξέρει κ τραγουδά ο Μπόρις, ΧΥΓΑ, δέν το βρήκα σε λεξικό, κατα τα συμφραζόμενα δείχνει "σχίζες καλαμιών").

ο Αντώνηςμας ήρθε, έφερε σκίζες καλαμιού, θα πλέξουμε βίτσα, θα δείρουμε τη Μαρίτσα.

^βΑΣΗΛΊιΑ (ΤΥΝ ^ΜΚΌΛΑ): ΔΡ’ ΤΙ Κ’Μ ιΌ-Σ, ΘΑ ΜΑΣ ΔΡΥΠι’Σ!

Β.: (στον Νικόλα): κοίτα τί κάνει ο γιόςσου, θα μας ρεζιλέψει!

^ΜΚΌΛΑΣ: ΒΑΡΌ, ΚΥΤΥΡΎ τΉ ΛΈΓΝΙ: ΤΥ ΥΡΜΝΙΜέΝΥ ΤΥ Φτι’Λ ΌΣ Ν ΠΌΡΤΑ. (ΤΥΝ ^ΒΟΡΗΣ): ^ΒΌΡΗΣ, ΣΌΠΑ ’Σ ΦΡΑΉ, ΝΑ ΜΉ ΠΑΈΝΣ ΠΑΡΑΣΤΡ’ΤΑ, ΚΥΠέΚ ΥΓΛΎ ΥΞΤ’Χ ΒΑΛ’! (ΈΛΑΚΣΑΝ ΤΑ ςΚΛΊιΑ. ΧΤΊΠΣΑΝ ΤΑ ΠΌΡΤΙΣ). (η παροιμία σημαίνει: όταν δασκαλεύεις κάποιον πώς να φερθεί, θυμάται όλες τις συμβουλές μέχρι που να περάσει την πόρτα, να μπεί στο σπίτι ή στο χώρο όπου έπρεπε να εφαρμόσει τις συμβουλές, άμα μπεί, ξεχνάει τί τον δασκαλέψανε)

Ν.: μάλιστα, άσκοπα δέν λένε (την παροιμία): του ορμηνεμένου το κεφάλι (είναι) ώς την πόρτα. (στον Μπόρις:) Μπόρις, σώπα, να φραγεί (το στόμασου), μήν βγαίνεις απο τη σωστή συμπεριφορά, σκύλου γιέ, παλιόπαιδο! (γάβγισαν τα σκυλιά, χτύπησαν οι πόρτες).

^ΑΝΔΌΝΣ (ΑΝΊΖ Ν ΒΌΡΤΑ): Ό, ΣΤΑΡςΗΝΑ-ΜΑΣ, ^ιΎΡΗι ^ΣΠΗΡΗΔΌΝΟβΗΞΣ! ΌΡΣΗ, ΌΡΣΗ ΠέΣΥ, ΣΤΥ ΤΡΑΠέΖ-ΜΑΣ!

Α.: (ανοίγει την πόρτα): ώ, ο υπαστυνόμοςμας, ο Γιούρι του Σπυρίδωνος! όρισε, όρισε μέσα, στο τραπέζιμας!

СТАРШИНАС (ΠέΡΑΣΗΝ ΑΠέΣΥ): ΚΑΛΗΣΠέΡΑ, ΣΥΡΒΑΔζΉ, ΧΥΔ’δ ΚΗ ΖΒΗΘΙΡ’δΙΣ. ^ΑΝΔΌΝ ^ΗΛ\ΗΞ, ΚΑΛΗΣΠέΡΑ! (ΠέΡΑΣΗΝ Κ’τστσΗΝ ΑΣ ΤΥ ΤΡΑΠέΖ. ^ΑΝΔΌΝΣ ιΥΜΌΝ ΤΑ ΚΑΦΤΉιΑ).

Υπαστυνόμος: (πέρασε μέσα): καλησπέρα, νοικοκύρη, συμπεθέροι κ συμπεθέρες. Αντώνη του Ηλία, καληπσπέρα! (πέρασε κάθισε στο τραπέζι. ο Αντώνης γεμίζει τα ποτήρια).

^ΑΝΔΌΝΣ (ΤΥΝ старшина): ΝΑ ΖΉΣ, ^ιΎΡΗι ^ΣΠΗΡΗΔΌΝΟβΗΞ, ΟΤ ΜΑΣ Σ’ΗΠΣΗΣ ΚΗ ΈΒΗΣ ΑΠέΣΥ, ΥΧΛ’ιΣΗΣ-ΜΑΣ! ΥΡΉΣΗΤ Π’ΡΗΤ ΤΑ ΚΑΦΤΉιΑ ΌΛΣΑΣ-ΠΑ ΚΗ ΑΣ ΤΑ ΠΉΝΥΜ, ΠΟΝΗΜΑες\! (ΚΡΎΓΝΙ ΤΑ ΚΑΦΤΉιΑ, ΑΚΥςΚ’ΤΙ «ΠΛΑΤΈτσΑΣ!»). καυκία (старшина= petty officer, μεταφράζω "υπαστυνόμος")

Α.: (στον υπαστυνόμο): να ζήσεις, Γιούρι του Σπυρίδωνος, που μας τίμησες κ μπήκες, μας επισκέφθηκες! ορίστε, πάρτε τα ποτήρια όλοισας κ άς τα πίνουμε, καταλαβαίνεις! (τσουγκρίζουν τα ποτήρια, ακούγεται "ανοιχτωσιές" (τυπική ευχή πρόποσης των Ρωμιών))

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ: ΠΛΑΤΈτσΑΣ! ΝΑ τσ δΎΜΗ ΚΗ ΝΑ ςέΡΥΜΑΣ, ΤΥΝ ^ΒΟΡΗΣ ΚΗ Τ ^ΜΑΡΉιΑ! (ΈΠΝΙΝ-ΔΥ. ^ΒΟΡΗΣ ΑΤΎΤΥ ΤΥΝ τΗΡΌ Π’ΛΙΣ ΧΑΔΡ’ιβΗΝ Ν Κ’ΤΑ ΑΠ Κ’ΤΥ ΣΤΥ ΚΥΡβ’Τ).

        ΓΟ ΑΓΑΠΥ, ТАК СКАЗАТЬ, ΠΥ Κ’ΘΝΙ ΚΌΖΜΥΣ, ΝΑ Κ’τσΥ Δ’ΜΑ-ΤΙΝ, ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\, ΝΑ ΦΚΡΗΘΎ ΚΑΝΑ ΤΡΑΓΥδΊτσ, ΝΑ ΠΉΝΣ ΚΑΝΑ ΚΑΦτΉτσ, ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\. (ТАК СКАЗАТЬ, =SO TO SAY)

Υπαστυνόμος: ανοιχτωσιές! να τους δούμε κ να τους χαιρόμαστε, τον Μπόρις κ την Μαρία! (ήπιε το ποτήριτου. ο Μπόρις αυτήν την ώρα πάλι έψαχνε την γάτα κάτω απο την κρεββάτα). εμένα μου αρέσει, ούτως ειπείν, όπου κάθονται άνθρωποι (κ διασκεδάζουνε), να κάτσω μαζίτους, ούτως ειπείν, να ακούσω κανένα τραγουδάκι, να πιώ κανένα ποτηράκι, ούτως ειπείν.

^ΑΝΔΟΝΣ (ιΥΜΌΝ-ΔΑ ΜΉιΑ τι’ΛΥ): ΥΡΉΣΗΤ Π’ΡΗΤ, ΧΥΔΑΛΛ’Ρ! ΑΣ ΤΑ ΠΉΝΥΜ! (ΈΠΝΑΝ-ΔΑ ΜΌΝΥ ^ΑΝΔΌΝΣ ΚΗ ΣΤΑΡςΗΝΑΣ).

Α.: (τα γεμίζει (τα ποτήρια) μιά φορά ακόμη): ορίστε πάρτε, πεθερικά! ας τα πιούμε! (τώρα τα ήπιαν μόνο ο Αντώνης κ ο υπαστυνόμος).

^ΜΚΌΛΑΣ: ΤΥ ΠΉΝΙΜΥ ΚΗ ΤΥ ςΗΝΓΚΛ’ιΜΥ ΈΝ ΜΥΤΛ’Χ ΚΑΛΌ ςέ, ΑΜΑ ΠέΣ Τ ΧΌΡΑ-ΜΑΣ ΈΝ ςΚΛΊ ΗβΛ’ΤιΑ, ΤΙΝΑ ΑΓΛΑΤΌΝΝΙ ΤΥΝ ΚΌΖΜΥ.

Ν.: το πιοτό κ το γλέντι είναι οπωσδήποτε καλό πράγμα. όμως, μές το χωριόμας υπάρχουν κάτι σκύλου παιδιά που κάνουνε κ κλαίει ο κόσμος.

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ: ΣΗ ΤΊΝΑ ΈςΣ ΑΣ ΤΥ ΝΎ-Σ, ΓΑΚΑ ^ΜΚΌΛΑ?

Υ.: εσύ ποιόν έχεις στο νούσου, (ποιόν εννοείς), αδερφέ Νικόλα;

^ΜΚΌΛΑΣ: ΤΊΝΑ? ΒΑΡΌ, ^ΧΟΝ’ΧΒει ^ΘΑΝ’Σ ΤΥΝ ιΌ, ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ. ΌΛΥ Τ ΧΌΡΑ ΣΚΌΝ ΑΣ ΤΥ Βδ’Ρ! Ξ’ΛΚΑ ΤΑ ΚΥΡΉΞΑ-ΜΑΣ-ΠΑ ΘΑ ΤΑ ΚΑΘΊΣ ΠΑΣ Τ ’ΛΓΑ ι’Ν ΔΑ ΞεΡΚέΖΚΑ. ΦΥβεΡΉΖ ΝΑ ΧΥΡΉΣ ΤΥΝ ^ΒΟΡΗΣ ΑΧ Τ ^ΜΑΡΉιΑ, ΑΝΔέΝΑΣ ΘΑ Κ’Μ ΜέΓΑ ΞΑΠΥβΎΛ. ΤΊ ΕΝ ΑΤΌ-ΠΑ? ^ΛΙβΟΝΣ ΠΥΡΉ ΚΗ ΤΑ ΑΡΑβΌΝΙΣ-ΜΑΣ-ΠΑ ΝΑ ΤΑ ΤΧΑΡΑΜΌΣ!

Ν.: ποιόνα; παρακαλώ, του Χονάχμπεη Θανάση τον γιό τον Λεβόνη. όλο το χωριό σηκώνει στο πόδι! σε λίγο τα κορίτσιαμας θα τα κάνει να καβαλλήσουν τ' άλογα σάν τους καβαλλάρηδες του ιππικού. απειλεί να χωρίσει τον Μπόρις απο τη Μαρία, ει δε μή (λέει οτι) θα κρατήσει μεγάλο μίσος. τί είναι κι αυτό! ο Λεβόνης μπορεί ακόμη κ τους αρραβώνεςμας να τους χαλάσει!

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ (ΜεΓΑΛΙΦΤΡ’δΚΑ): ΤΊ ΤΧΑΡΑΜΌΝ-ΔΑ! ΑΤΌΣ ’ΡΤΑ, ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\, Τ ΜΉΡΑ-Τ ΠΉΡΗΝ-ΔΥ! ΠεΣ Ν КАЗЕМАТКА, ΑΣ Τ СЕЛЬУПРАВА ΕΝ ΜΑΝΔΡΗΖΜέΝΥΣ, ΚΑΤΛΊΓΥ ΝΑ ΚΥΝΔΈΝ ΓΛΌΣΑ-Τ, ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\! (ΈΠΝΙΝ-ΔΥ).

Υ.: (καμαρωτά): πώς θα τους χαλάσει! αυτός ήδη, ούτως ειπείν, τη μοίρατου (=εκείνο που του άξιζε) την πήρε! μέσα στο κρατητήριο, στο κελλί της φυλακής είναι μαντρωμένος, λίγο να κοντύνει η γλώσσατου, ούτως ειπείν (είπε κ ήπιε το ποτήριτου).

^ΑΝΔΌΝΣ: ΒΡ’βΟ, ιΎΡΗι ^ΣΠΗΡΗΔΌΝΟβΗΞ! ΤΊΣ ΠεΤ’ ΠΣΗΛ’, Κ’ΘΙΤ ΧΑΜΗΛ’! ΑΣ ΤΥ ΚΣέΡ ΑΤΌΡΑ ^ΛΙβΌΝΣ, ΠΑΣ ΤΊΝΑ ςέΡ ΗΡέβ ΝΑ ΣΚΌΣ, ΠΟΝΗΜΑες\! ΥΡΉΣΗΤ ΑΣ ΤΑ ΠΉΝΥΜ ΚΗ ΧΑΠΌΣΗΤ!

Α.: μπράβο, Γιούρι του Σπυρίδωνος! όποιος πετάει ψηλά, κάθεται χαμηλά! να το ξέρει τώρα ο Λεβόνης σε ποιόν χέρι θέλει να σηκώσει, καταλαβαίνεις! ορίστε, ας τα πιούμε, κ τσιμπήστε!

^ΜΚΌΛΑΣ: ΌΣΥ Ές ΞΑΡ’, ΝΑ ΠΉΝΣ ΚΗ ΝΑ Φ’ιΣ! ΠςΗΡΉΣΗΤ ΚΑΝΑ ΤΡΑΓΌδ. ΓΟ ΑΤΎΤΥ ΑΓΑΠΎ: «ΉΡΤΑΝ ΔΥΓΚΎςΑ, ΧΗΡΛΑιΜΎΣ». (ΠςΉΡΣΑΝ ΤΡΑΓΥδΎΝ. ΤΑ ΜΎΖΙΚΗΣ Κ’ΜΝΙ ιΑΡΔΊΜ).

Ν.: όσο υπάρχει τρόπος, να πίνεις κ να τρώς! αρχίστε κανένα τραγούδι. εμένα το αγαπημένομου είναι αυτό, που λέει "ήρθαν πολέμοι, όλεθροι". (άρχισαν τραγουδούν. τα μουσικά όργανα συνοδεύουν).

ΉΡΤΑΝ ΔΥΓΚΎςΑ, ΧΗΡΛΑιΜΎΣ,

ΚΑΤΑΡΑΜέΝΑ ΧΡΌΝιΑ.

ΚΌΖΜΥΣ ΟΛ δ’ιΝΑΝ ι’Χ - ιΑΧΤ’Ν,

ΖΑΝΔΑΛΥΜέΝ ΧΤΑ ΠΌΝιΑ.

ήρθαν πόλεμοι, όλεθροι, καταραμένα χρόνια, οι άνθρωποι όλοι πήγανιναν (χάνονταν) ο ένας κατόπιν του άλλου, κακοποιημένοι απο τους πόνους (δυστυχίες).

 

ΚΗ ΜΉΣ-ΠΑ ΤΌΤΙΣ ΤΡΉ ΝΥΜ’Τ:

^βΑΣΉΛΣ, ^Ηβ’ΝΣ ΚΗ ^ΧΡΉΣΤΥΣ,

ΔζΥΝ’ιΣΑΜ δ’βΑΜ ΣΤΥ ^ΚΥΒ’Ν\,

ΑτΉ-ΠΑ βΡέΘΙΝ ΖΉΦΥΣ.

εμείς όμως τότε, τρία άτομα, (εγώ) ο Βασίλης, ο Ιβάνης κ ο Χρήστος, ξεκινήσαμε πήγαμε στο Κουμπάνι, κ εκεί ακόμη βρέθηκε αποτυχία. (=δέν πετύχαμε να βρούμε τους εχθρούς σε ευάλωτη θέση να τους ξεπσστρέψουμε).

 

ΚΑΤΈβΑΜ ΜΉΣ ΠεΣ ΤΥ ^ΛΑΒΉΝΣΚ,

ΑΠ ΈΝΑ ’ΛΓΥ ΠΉΡΑΜ,

ΔΥςΜ’Ν-ΜΑΣ ΉΤΑΝ ΛΌΡιΑ-ΜΑΣ,

ΜΉΣ ΦΑΝΙΡ’ ΤΙτσ ΉδΑΜ.

κατεβήκαμε (τότε) μές την (πόλη) Λαβίνσκ, απο ένα άλογο πήραμε. οι εχθροίμας ήταν ολόγυραμας, καθαρά τους είδαμε.

 

ΣΤΥ ΜΣΌ Τ ΣΤΡ’ΤΑ ΝΔΑ ΈΣΥΣΑΜ,

ΔΥςΜ’Ν-ΜΑΣ Φ’ΝΑΝ ΠΉΣΥ.

ΘεΌΣ, ΖέΡ ΉΤΥΝ Δ’ΜΑ-ΜΑΣ,

ΤΟΣ ΔΡ’ΝΑΝΙΝ ΤΥ ΉΣΥ.

στα μισά του δρόμου όταν φτάσαμε, οι εχθροίμας εμφανίστηκαν πίσω(μας). ο Θεός καθώς φαίνεται ήταν μαζίμας, κοίταζε (φρόντιζε) τη δικαιοσύνη.

 

ΤΊ ΑΡΑΤ<Θ>ΈβΣ, ΣΉ ^Κ’ΗΝ ιΌΣ,

ΣΤΥ ΚΣέΡΣ ΉΜΑΣ ΡΥΜέι ΜΗΣ,

ΌΛ βΑΣΙΛ\ΌΝ ΦΥβ’ΤΑΝΔΑΝ

ΑΧ ΤΥ ΡΥΜέΚΥ έΝΥΣ!

(τον προκάλεσα φωνάζοντας:) τί επιθυμείς, εσύ του Κάιν γιέ, να το ξέρεις είμαστε Ρωμιοί εμείς, όλοι οι βασιλιάδες κ άρχοντες (ανέκαθεν) φοβούνταν απο το ρωμαίικο γένος!

 

ΤΊ ΛΈΓΥ, Γ’ΚΑ, ΜέΝΑ ΦΚΡΉΘ:

Τ’ ΈΧΥΜ ’Σ ΤΑ Π’ΡΝΙ,

ΤΈΚ ΜΉΣ Σ ΠΗΜέΝΥΜΗ ΖΔΑΝΊ,

ΤΑ ΜΚΡ’-ΜΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΦΛ’ΓΝΙ.

(τότε ο Χρήστος μου είπε): τί λέω, μεγάλεμου αδερφέ, άκουσεμε: όσα έχουμε άς τα πάρουνε, αρκεί εμείς να μείνουμε ζωντανοί, τα μικρά(παιδιά)μας θα μας περιμένουνε.

 

ΑΚΎιΣ ΣΗ ^ΧΡΉΣΤΥ, ’ιτσ ΜΉ ΛΈΣ,

ΧΑΉΛΣ Δ’ΜΑΣ τΉ ΝΊςΚΥΜ.

ΑΤΌΤΙΣ ΜΌΝΥ ΘΑ δΥΧΤΎ,

ΛΊΓΥΣ ΠςΉ ΝΔΑ ΚΡΗΜΉςΚΥΜ!...

ακούς εσύ Χρήστο; τέτοια πράγματα μή λές, μαζίσου δέν θα συμφωνήσω. τότε μόνο θα παραδωθώ, δίχως ψυχή (=νεκρός) όταν πέσω!...

(αυτό το απλό, αλλα θαυμάσιο ρωμαίικο δημοτικό τραγούδι, ακολουθώντας όλη την τεχνική του ακριτικού τραγουδιού, αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη μάχη, σχετικά πρόσφατη, αφού κ τα πρόσωπα αναφέρονται με ακρίβεια κ τα τοπωνύμια κ τα περιστατικά. οι εχθροί, ώς γνωστοί στο ακροατήριο, δέν κατονομάζονται, αλλα χαρακτηρίζονται "του Κάιν γιοί", κ παρακάτω "τσιγγάνοι". Οι τσιγγάνοι είναι οι πιό αντιπροσωπευτικοί απόγονοι του Κάιν, αναλυτικότερα βλέπε http://users.sch.gr/ioakenanid/historyofhumanity.htm αλλα οπωσδήποτε η μάχη δέν ήταν με πραγματικούς τσιγγάνους, αφού όλος ο κόσμος γνωρίζει πως οι τσιγγάνοι δέν πολεμούν ποτέ σε μάχες ακόμη κ όταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος πολεμά. ούτε κ Τούρκοι πρέπει να είναι εν προκειμένω οι εχθροί, γιατί τότε θα αναφέρονταν ώς "ΤΥΡΚ" όπως αλλού. Συμβολικά ονομαζόμενοι γιοί του Κάιν κ τσιγγάνοι, σημαίνει πως είναι εχθροί της δικαιοσύνης κ εχθροί του αληθινού Θεού, άρα εχθροί της Ορθοδοξίας, ενώ το ρωμαίικο γένος ταυτίζεται με τη δικαιοσύνη, το Θεό, την Ορθοδοξία. συνεπώς ο εν λόγω πόλεμος είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, όπως ο πόλεμος του Ίγκορ που αναφέρεται πιό πάνω στο μεγάλο επικό ποίημα, του οποίου οι εχθροί φαίνεται να είναι οι ίδιοι όπως κ σε αυτό εδώ το ηρωικό τραγούδι, δηλαδή, απο όσο μπορώ να καταλάβω, Πολωνοι Καθολικοί. ίσως κ Ούγκροι, στων οποίων τη χώρα ζούσαν κ πολλοί τσιγγάνοι, ωστε όλοι περιφρονητικά μπορούσαν να αποκαλούνται έτσι).

^ΑΝΔΌΝΣ: ΜέΓΑΣ ΠΑΛΙΚΑΡΥΣ ΉΤΥΝ ^ΒΑΣΉΛΣ, τσΙΝΓΚ’ΝΣ ΤΊ <τΉ> ΦΥβΉΘΙΝ!

Α.: μεγάλος παλληκαράς ήταν ο Βασίλης, τους τσιγγάνους δέν φοβήθηκε!

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ: ΓΟ ΑΓΑΠΎ ΑΤΎΤΥ ΤΥ ΤΡΑΓΌδ: «РОЗПРАГАЙТЕ, ХЛОПЦІ, КОНІ» (ΠςΉΡΣΑΝ ΤΡΑΓΥδΎΝ ΌΛ-ΠΑ):

Υ.: εμένα μου αρέσει προπάντων αυτό το τραγούδι (ουκρανικό, που λέει) "РОЗПРАГАЙТЕ, ХЛОПЦІ, КОНІ". (άρχισαν τραγουδούν όλοι):

Розпрагайте, хлопці, коні

Та лягайте спочивать,

 А я піду в сад зелений,

В сад криниченьку копать.

βαστάτε (μήν τα τρέχετε)  τ' άλογα, παιδιά, αλλα ξαπλώστε να ξεκουραστείτε. και εγώ θα πάω σε περιβόλι χλωρό, σε περιβόλι πηγάδι να σκάψω. (το Розпрагайте θυμίζει το ελληνικό "βαστάτε, Τούρκοι, τ' άλογα").

Копав копав криниченьку Dug sink well

 У вишневому саду In a cherry orchard

Чи не вийде дівчинонька Whether a girl will not go out

Рано-вранці по воду? Early in the morning for water?

θα σκάψω, θα σκάψω πηγάδι σε ένα περιβόλι με  κερασιές. άραγε δέν θα βγεί ένα κορίτσι νωρίς το πρωί για νερό?

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ (ΣΚΌΘΙΝ ΑΠ’ΝΥ ΤΡΑΓΥδ’ ΚΗ ΧΥΡέβ):

И ПИТЬ БУДЕМ, И ГУЛЯТЬ БУДЕМ, А СМЕРТЬ ПРИДЕТ ПОМИРАТЬ БУДЕМ!  (=και να πιούμε θα γίνει, και να περπατήσουμε θα γίνει, και ο θάνατος να'ρθεί να πεθάνουμε θα γίνει!)

ΠΉΝΥΜ, ΠΉΝΥΜ, ΠΉΝΥΜ ΧΥΝΥςέβΥΜ, ΈΡΚΗΤ Τ ΑΔζΈΛ-ΜΑΣ, ΠέΦΤΥΜ ΠΥΘέΝΥΜ. (ΤΑΠΤΑΈβ ΤΑ Βδ’ΡΑ-Τ ΑΝΔΥΝ ^ΑΝΔΌΝ).

Υ.: (έχει σηκωθεί πάνω, τραγουδά κ χορεύει): (στα Ρωσικά λέει:) και να πιούμε θα γίνει, και να περπατήσουμε θα γίνει, και ο θάνατος να'ρθεί να πεθάνουμε θα γίνει!) (κ στα Ρωμαίικα τραγουδά): πίνουμε, πίνουμε, πίνουμε κ κάνουμε παρέα, (ύστερα) έρχεται η μέρα του θανάτουςμας, ξαπλώνουμε πεθαίνουμε. (τραγουδώντας χτυπάει κάτω τα πόδιατου μαζί με τον Αντώνη).

ΌΛ-ΠΑ (ΧΥΡέβΝΙ ΚΗ ΤΡΑΓΥδΎΝ «ιΑΡΗΜ Αβ’»):

Όλοι: (χορεύουνε κ τραγουδούν "|ιΑΡΙΜ {ΑβΑ|") (βλέπε πιό πάνω).

^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ΧΑΝΊιΑ,

δ’βΑΝ ΣΗΡΛΑΝΈΦΚΑΝΔΑΝ,

ΠΎιΥΣ-ΤΙΝ ΧΥΡέβ ΚΑΛ’,

ιΑΡΉΜ-ΑβΑ ΧΥςΛΑΜ’!

ΟΒΗΡ..Ρ..Ρ.

ΟΒΗΡ..Ρ..Ρ.

η Μαρία κ η αρχόντισσα βγήκαν σεριάνιζαν, ποιά απο τις δύο χορεύει πιό ωραία, |ιΑΡΙΜ {ΑβΑ {ΟςΛΑΜΑ! ΟΙΒΥΡΡ ΟΙΒΥΡΡ)

ΌΛ-ΠΑ (ΧΥΡέβΝΙ ΚΗ ΤΡΑΓΥδΎΝ «ΧΟΡΌ»):

Όλοι: (χορεύουνε κ τραγουδούν "χορό", δηλαδή ένα είδος ρωμαίικου τραγουδιού που λέγεται "χορός", το είδαμε παραπάνω με την ονομασία "ΥΡΔΑΜ’ιδΑ")

Κ’ΘΥΜ, Κ’ΘΥΜ, ΚΑΝΊΣ τέΝ,

ΚΖέΝΥ ΌΚΣΥ - ΌΛ-ΠΑ ΚΣέΝ.

ΚΛΌΘΥ ΠεΣ Τ ΓΥΝΈιΑ-ΜΑΣ,

ΔΡΑΝΎ Τ ΜΗΣΑΡέιΑ-ΜΑΣ.

κάθομαι, κάθομαι, κανείς δέν είναι (εδώ), βγαίνω έξω - όλοι (είναι) ξένοι. επιστρέφω μέσα στον τοίχομας (=σπίτιμας), κοιτάζω την κεντρική πλατείαμας.

^ΜΚΌΛΑΣ (ΜΌΝΥ ^ΜΚΌΛΑΣ ΚΗ ^ΗΛιΥςΣ τΗ ΧΌΡΗβΑΝ): ΝΑ ΣΤΑΘέΤ ΚΑΝΑ ΤΝ’. Π’ΡΗΤ ΑΝ’ΣΑ! ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΉδ ΑΣ Ν ΤΡΑΓΥδΊΣΝΙ ΚΑΝΑ ΤΡΑΓΌδ.

Ν.: (μόνο ο Νικόλας κ ο Ηλίας δέν χόρευαν): έ, σταθείτε μιά στιγμή, πάρτε ανάσα! οι παραγαμπροί ας τραγουδήσουνε κανένα τραγούδι.

ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΉδ (^ΒΟΡΗΣ-ΠΑ ΤΡΑΓΥδ’ ΑΝ ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΉδΣ):

Παραγαμπροί: (ο Μπόρις επίσης τραγουδά μαζί με τους παραγαμπρούς):

ΑΝ’ΜεΣΑ ΑΣ ΤΑ βΥΝ’,

ΑΜΒέΛιΑ ΦΗΤΙΜέΝΑ.

έΡ, ΦέΡΥΝ ΣΤΑΦΉΛιΑ ΡΟΖΗτι’, Μ’ΝΑ-ΜΥ,

ΦέΡΥΝ ΣΤΑΦΉΛιΑ ΡΟΖΗτι’.

ανάμεσα στα βουνά (είναι) αμπέλια φυτεμένα, έρ (=επιφώνημα) φέρνουν (= παράγουν) σταφύλια ροζακιά, μάναμου, φέρνουν σταφύλια ροζακιά.

 

ΦέΡΥΝ ΣΤΑΦΉΛιΑ ΡΟΖΗτι’,

ΚΗ ΚΡΑΣΉ ΜΥςΚΑΤΈΛΗ

έΡ, ΤΥ ΠΉΝΥΝ ’ΝΔΡΗ δέ ΜΗΘΎΝ, Μ’ΝΑ-ΜΥ,

ΗΝΈΚΗΣ ΚΥτΗΝιΑΖΥΝΙ.

φέρνουν σταφύλια ροζακιά, κ κρασί μοσχατέλι. έρ (= επιφώνημα) το πίνουν άντρες, δέν μεθούν, μάναμου, γυναίκες (όταν το πίνουν) κοκκινίζουν.

 

(ΤΡΑΓΌδΣΑΝ ΠΑΡΑΚ’ΤΑ, Κ’ΘΑ ΉΣ ΠΎ ΈΚΡΥιΝ ΚΗ ΠΎ ΚΖέΝΙςΚΗΝ, ΤΡ’βΑΝΑΝ-ΔΥ ΠΎ ΉΡΚΗΝΔΥΝ Ρ’ΣΤ)

(τραγούδησαν κ παρακάτω, κι άλλες στροφές, καθένας "όπου χτυπούσε κ όπου έβγαινε" (= όπου τύχαινε), το τραβούσαν (=μάκραιναν το τραγούδι) όπως ερχόταν βολικά)

 

^ΜΚΌΛΑΣ (ΤΥΝ ΣΤΑΡςΗΝΑ): ^ιΎΡΗι ^ΣΠΗΡΗΔΌΝΟβΗΞ, ΠέΛ ΑΣ ΦέΡΝΙ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ, ΑΣ ΜΑΣ ΤΡΑΓΥδΊΣ ΚΑΝΑ ΤΡΑΓΥδΊτσ. ΑΤΌΣ, ΚΥΠέΚ ΥΓΛΎ ιΌΣ, ΚΑΛ’ ΤΡΑΓΥδ’, ΦέΡ-ΤΥΝ ΑδΌ, ΚΑΤΛΊΓΥ ΑΣ ΤΥΝ ΥΝιΑΤΡΑΉΣΥΜ. (ΟΝΑΤ- να ωφεληθούμε απο αυτόν)

Ν.: (στον υπαστυνόμο): Γιούρι του Σπυρίδωνος, στείλε να φέρουνε τον Λεβόνη, να μας τραγουδήσει κανένα τραγουδάκι. εκείνος, ο "|ΚΟΙΠΕΚ ΟγΛΟΥ|" γιός, ωραία τραγουδά, φέρ'τον εδώ, κάτι να ωφεληθούμε απο αυτόν.

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ: ’ΝΔζΑ, ΚΑΛ’ ΤΥ ΉΠΗΣ, Γ’ΚΑ ^ΜΚΌΛΑ! (ΤΥΝ ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΟ): Μ’, Τ ΑΝΙΓ’Ρ ΑΧ Ν ΚΑΖεΜ’ΤΚΑ δΌΣΤΥ ΤΥΝ ΧΑΡΑΥΛΔζΉ, ’ΜΑ ’Σ ΑΝΊΚΣ Ν ТУРМУ, ΑΣ ΦέΡ ΑδΌ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ. ΜΌΝΥ Ξ’ΛΚΑ, ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\, Τ ΈΝΑ-Σ ΤΥ Βδ’Ρ ΑτΉ, Τ ’ΛΥ-Σ ΑδΌ! (ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΌΣ δ’ιΝ).

Υ.: έτσι (είναι), καλά το είπες, αδερφέ Νικόλα! (στον έναν παραγαμπρό απευθυνόμενος): νά, το κλειδί απο το κρατητήριο, δώστο στον φρουρό, αμέσως να ανοίξει το κελλί, να φέρει εδώ τον Λεβόνη, μόνο γρήγορα, ούτως ειπείν. το ένασου το ποδάρι εκεί, το άλλοσου εδώ! (=παροιμιώδης έκφραση που δείχνει ταχύτητα). (ο παραγαμπρός έφυγε).

’ΝΔΡ (ΤΡΑΓΥδΎΝ):

’ντρες (τραγουδούν): (σε αυτό το θεατρικό έργο θα παρατηρήσατε οτι χρησιμοποιούνται πολλά τραγούδια, είναι ουσιαστικά ένα "musical" ακριβώς στο στύλ του "ο βιολιστής στη στέγη". το κάθε σημαντικό πρόσωπο της ιστορίας τραγουδάει τουλάχιστον ένα τραγούδι, κ με εκείνα που τραγουδάει αποκαλύπτει τα γούστατου κ την προσωπικότητατου).

Семь лет на Дону, на восьмом году, Seven years on Don, on an eighth year

На восьмом году сам до дому иду. On an eighth year to go a house.

Застала меня, ночка темная, Found me, night is dark,

Ночка темная возле лесочка. Night is dark near the small forest.

επτά χρόνια (έκανα) στο Ντόν, τον όγδοο χρόνο (κίνησα να επιστρέψω), τον όγδοο χρόνο κίνησα να πάω στο σπίτιμου. με βρήκε η νύχτα σκοτεινή, νύχτα σκοτεινή κοντά στο δασάκι.

 

Привязал коня возле дерева, Tied a horse near a tree,

Сам ложился спать возле коня. Lay down to sleep near a horse.

Приползла ко мне змея лютая, A snake pripolzla to me fierce,

Это не змея - это мать моя. It a not snake is a mother my.

            έδεσα το άλογο κοντά σε ένα δέντρο, ξάπλωσα να κοιμηθώ κοντά στο άλογο. μου σφύριξε ένα φίδι με μανία, - δέν ήταν φίδι, ήταν η μάναμου. (μου είπε:)

 

Что ты спишь, донец, That you sleep, donets,

Добрый молодец, Kind fine fellow,

А жена твоя на распрод пошла. And wife your went on rasprod.

εκεί που κοιμάσαι, σήκω, καλό παλληκάρι, και η γυναίκασου ξεπουλήθηκε, πάει. (распрод σημαίνει ξεπούλημα, το να δίνεις κάτι χωρίς κέρδος. επι λέξει «στο ξεπούλημα πήγε»= ξεπουλήθηκε, έφυγε, δόθηκε σε κάποιον που δέν άξιζε. χωρίς να το καταλαβαίνουν τραγουδούν αυτό που συμβαίνει στον Λεβόνη και τη Μαρία, σάν να προφητεύουν το βαθύτερο νόημα της κατάστασης. πρακτικώς το τραγούδι αυτό εξυπηρετεί να γεμίσει το χρονικό διάστημα που χρειαζόταν για να προσαχθεί ο Λεβόνης)

 

(ΑΝΊΓΑΝ ΤΑ ΠΌΡΤΙΣ. ΈΒΗΝ ΑΠέΣΥ ^ΛΙβΌΝΣ, ΑΠΉΣΥ-Τ ΧΑΡΑΥΛΔζΉΣ ΚΗ ΠΑΡΑΓΑΜΒΡΌΣ). ^ΛΙβΌΝΣ ΤΥ Φτι’Λ ΑΡΑΛΑιΜέΝΥ, δΙΜέΝΥ ΑΝ ΈΝΑ ΑΜΒ’Λ. Πι’Ν ΤΥΝ δΑΦΤΌ-Τ ΜεΓΑΛΙΦΤΡ’δΚΑ. βΗΓΛΊΖ ΑΣ ΤΑ ΜΑΡέΣ-Τ, ΣΥΠ’Ζ. ^ΒΌΡΗΣ ΤΊΛΑΓΑ ΉδΙΝ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ ΠέΤΑΚΣΗΝ Ν Κ’ΤΑ ΚΗ Κ’τστσΗΝ ΦΥβΗΝΔζ’ΡΚΑ Π’Σ ΤΥ ΣΚΑΜΝΊ ΣΜ’ ΣΤ Μ’ΝΑ-Τ).

(ανοίξαν οι πόρτες, μπήκε μέσα ο Λεβόνης, πίσωτου ο φρουρός κ ο παραγαμπρός. του Λεβόνη το κεφάλι τραυματισμένο, δεμένο με έναν επίδεσμο. κρατάει τον εαυτότου (στήνει το σώματου) περήφανα. κοιτάζει δεξιά κι αριστερά. σωπαίνει. ο Μπόρις μόλις είδε τον Λεβόνη παράτησε την γάτα κ κάθισε φοβισμένος στην καρέκλα κοντά στη μάνατου).

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ (ιΥΜΌΝ ΚΑΦτΉ ΚΗ ΤΡΑβ’-ΤΥ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ): ΌΡΣΗ ΠΉΝΙ-ΤΥ ΚΗ ΤΡΑΓΌδΑ-ΜΑΣ ΚΑΝΑ ΚΑΛΌ ΤΡΑΓΥδΊτσ, ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\.

Υ.: (γεμίζει ένα ποτήρι κ το προτείνει στον Λεβόνη): όρισε, πιέςτο κ τραγούδαμας κανένα ωραίο τραγουδάκι, ούτως ειπείν.

^ΛΙβΌΝΣ: (ΠΉΡΗΝ-ΔΥ, Ές-ΤΥ, τΉ ΠΝΈςΚ).

Λ.: (το πήρε, το κρατάει, δέν πίνει).

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ: ΚΣέΡΥΜ-ΔΥ, ΓΛΌΣΣΑ ΈςΣ ΜΑΚΡΉ, ΜΑ ΟΤ ΉΣΗ ΑΡΦΑΝΌΣ, ΜΗΣ ΣέΝΑ Χ\έβΥΜ.

Υ.: το ξέρουμε, γλώσσα έχεις μακριά, αλλα επειδή είσαι ορφανός εμείς σε λυπόμαστε.

^ΛΙβΌΝΣ: ΤΑ ΛΊΚΣ ΑΝ-ΔΑ ΘΑ Χ\έΠΣΝΙ ΤΑ ΠΡΌβΑΤΑ, ΒέΛτΗΜ, ΑΤΌΤ ΠΛΎς-ΠΑ ΘΑ Χ\έΠΣΝΙ ΓΑΡΉΠΣ.

Λ.: οι λύκοι όταν θα λυπηθούν τα πρόβατα, ίσως, τότε κ οι πλούσιοι θα λυπηθούνε τους φτωχούς.

^ΜΚΌΛΑΣ: ’ιΔΑ, ’ιΔΑ, ΜΑΡε, ^ΛΙβΌΝ, ΠΉΝΙ-ΤΥ ΚΗ ΤΡΑΓΌδΑ-ΜΑΣ ΚΑΝΑ ςέΝΓΚΥ ΤΡΑΓΥδΉτσ.

Ν.: άιντε, άιντε μωρε Λεβόνη, πιέςτο κ τραγούδαμας κανένα χαρούμενο τραγουδάκι.

^ΛΙβΌΝΣ (ΈΠΝΙΝ-ΔΥ, ΤΡΑΓΥδ’):

Λ.: (το ήπιε, τραγουδά):

ΓΟ ςέΝΓΚΑ, ΤΡΑΓΌιδΑ, ΤΊ <τΉ> ΚΣέΡΥ!

ΤΊ <τΉ> Χ’ΡΑ-ΠΑ ΓΟ ΕΝΑ ΜέΡΑ.

εγώ χαρούμενα τραγούδια δέν ξέρω! δέν χάρηκα άλλωστε καμιά μέρα.

ΤΕΚ ΉΧΑ ΧΑΡ’ ΑΣ Ν ΚΑΡδΉιΑ,

ΝΔΑ ΉΤΥΝΙ Δ’ΜΑ-Μ ^ΜΑΡΉιΑ!

 μόνη είχα χαρά στην καρδιά όταν ήτανε μαζίμου η Μαρία!

ΣΗΣ ΠΉΡΗΤ Χ ΤΑ ςέΡιΑ-Μ ΑΤΊΝΑ,

ΓΟ τέΧΥ ΑΤΌΡΑ ΚΑΝΊΝΑ.

εσείς πήρατε απο τα χέρια εκείνην, δέν έχω πιά κανέναν (δικόμου άνθρωπο).

ΜΑ ΣΉΣ, ΑΣ ΤΥ ΚΣέΡΗΤ, ΚΑΜΉιΑ,

ΓΟ ΤΙΘΑ <Τ\ΘΑ> ΝΑ ΖΜΥΝΈΣΥ Τ ^ΜΑΡΉιΑ!

αλλα να το ξέρετε, ποτέ δέν πρόκειται να ξεχάσω την Μαρία!

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ (ΧΥΛΞ’ΡΚΑ): ΖΜΥΝ’Σ-ΤΙΝ, ’Ν Φ’ιΣ ΚΥΣΠέΝΔΙ ΤΑςΜΑΚέΣ! ΧΑΡΑΥΛΔζΉ! βΓ’Λ-ΤΥΝ ΌΚΣΥ ΚΑΤΛΊΓΥ ΑΣ ΑβΥΡΣΤΊ, ΒέΛτΗΜ, ΚΥΝΔΈΝ ΓΛΌΣΣΑ-Τ! ΤΑΚ ΣΚΑΖΑΤ\. (ΧΑΡΥΛΔζΉΣ ΤΡΑβ’ ΝΑ βΓ’Λ ΌΚΣΥ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ. ΑΎΤΥ Τ ΌΡΑ Ξ’ΛΚΑ – Ξ’ΛΚΑ ΚΖέΝ ΑΧ Τ ’ΛΥ ΤΥ ΒΌΛΙΜΥ ^ΜΑΡΉιΑ).

Υ.: (οργισμένα): την ξεχνάς (=πολύ εύκολα θα την ξεχάσεις) άν φάς εικοσιπέντε καμτσικιές (=χτυπήματα με μαστίγιο)! φρουρέ! βγάλ'τον έξω λίγο να δροσιστεί, ίσως κ κοντύνει η γλώσσατου! ούτως ειπείν. (ο φρουρούς τραβά να βγάλει έξω τον Λεβόνη. αυτήν την ώρα γρήγορα γρήγορα βγαίνει απο το άλλο το δωμάτιο η Μαρία).

^ΜΑΡΉιΑ: ΝΑ ΜΉ ΚΥΝΔ’Τ ΤΥΚΌΜ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ! (ΠέΛΣΗΝ ΑΣ ΤΑ ΓΌΝΑΤΑ ΈΜΒΡΥ Σ ΤΥΝ Τ’ΤΑ-τσ ΚΗ ΣΤ Μ’ΝΑ-τσ).

Μ.: μή σκουντάτε τον Λεβόνημου! (γονάτισε μπροστά στον πατέρατης κ στη μάνατης).

^ΜΑΡΉιΑ: Τ’ΤΑ ΚΗ Μ’ΝΑ! ΓΌ ΑΝ ΉΜΗ ΚΌΡ-ΣΑΣ, Γ’ΚΑ ^ΑΝΔΌΝ! ΓΌ ΑΝ ΉΜΗ ΑδεΡΦΉ-Σ, βΖΉΣΗΤ Ν ΚΑΝΔΊΛΑ, ΔΌΣΗΤ ΥΚΣΥΠΉΣΑ ΤΥ ΣΜ’δ-ΤΙΝ, ΓΟ ΑΓΑΠΎ ΜΌΝΥ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ! (ΚΛΈ).

Μ.: πατέρα κ μάνα! άν είμαι κόρησας, μεγάλεμου αδερφέ Αντώνη! άν είμαι αδερφήσου, σβήστε την καντήλα, δώστε πίσω το σημάδιτους, εγώ αγαπώ μόνο τον Λεβόνη! (κλαίει).

ΣΤΑΡςΗΝΑΣ: ΧΑΡΑΥΛΔζΉ! ΤΟ ΠΌΣ ΚΌΜΑ βΗΓΛΊΖΗΤ? ’ΠΑΡ ΚΗ ΠΡ’Τ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ ΠέΣ ΚΑΖεΜ’ΤΚΑ!

Υ.: φρουρέ! τί ακόμα κοιτάτε; πάρε κ πήγαινε τον Λεβόνη μές το κρατητήριο!

^ΛΙβΌΝΣ: ΣΤΑΘέΤ! ΓΟ ΚΌΜΑ ΌΛΑ τΉΠΑ-ΤΑ! (ΌΛ-ΠΑ ΣΚΌΘΑΝ ΑΣ ΤΥ Πδ’Ρ. ΤΑ ΗΝΈΚΗΣ: «ΗβΎι», «ΗβΎι» «ΗβΎι Μ’ΝΑ!»). ΓΟ ^ΧΟΝ’ΧΒει ^ΛΙβΌΝΣ ΗΝΊΘΑ, ^ΧΟΝ’ΧΒει ^ΛΙβΌΝΣ-ΠΑ ΘΑ ΠΥΘ’ΝΥ!

Λ.: σταθείτε: ακόμη όλα δέν τα είπα! (όλοι σηκώθηκαν όρθιοι. οι γυναίκες (ξεφωνίζουν:) "εβούι, εβούι, εβούι μάνα"). εγώ Χονάχμπεη Λεβόνης γεννήθηκα, Χονάχμπεη Λεβόνης και θα πεθάνω!

^ΜΑΡΉιΑ (ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ. ΑΝ-ΔΥ ΚΛ’ΠΣΜΥ ΛΈ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ): ^ΛΙβΌΝ, ΓΟ ΠΑΡΑΚΑΛΊΓΥ-Σε, ΝΑ ΜΉ ΠΑΈΝΣ ΒδΗΝ’-ΠΑ, ΚΗ ΤΊ ΘΑ Κ’ΜΥ ΓΟ ΑδΌ ΛΊΓΥΣ ΤΑ ΣέΝΑ? (ΚΛΈ). Τ’ΤΑ ΚΗ Μ’ΝΑ, ΓΑΚΉτσΑ, ΝΑ ΜΉ τσΑΚΌΝΙΤ Ν ΚΑΡδΊιΑ-Μ! ΓΟ ΉΜΗ ΧΑΉΛΣΑ ΝΑ ΖΉΣΥ ΠεΣ ΚΑΝΑ ΧΑΧΡΑ ΚΗ ΑΝ Τ ΑΓ’Π, ΠΑΡ’ ΝΑ ΖΉΣΥ ΠεΣ ^ΛΑΦΑΖ’Ν Ν ΠΛΥςΉιΑ ΚΗ ΑΝ-ΔΥ δ’ΚΡΥ. (ΣΤΑΡςΗΝΑΣ ΚΗ ΧΑΡΑΥΛΔζΉΣ ΧΥΤΧΑΡ’ιΣΑΝ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ ΑΧ Τ ^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ΠέΡΝ-ΔΥΝ ΚΗ Π’ΓΝΙ Π’Χ Τ ΣτσέΝΑ. Τ ^ΜΑΡΉιΑ Πι’Ν-ΔΙΝ Γ’ΚΑ-τσ ^ΑΝΔΌΝΣ ΚΗ τΉ ΠΗΛΊ-ΤΙΝ)

Μ.: (αγκάλιασε τον Λεβόνη, με κλάμα του λέει:) Λεβόνη, σε παρακαλώ να μή πάς πουθενά, κ τί θα κάνω εγώ εδώ δίχως εσένα; (κλαίει). πατέρα κ μάνα, αδερφέ, μή τσακίζετε την καρδιάμου! εγώ είμαι πρόθυμη να ζήσω σε καμιά καλύβα κ με αγάπη, παρά να ζήσω μέσα στου Λαφαζάνη τον πλούτο κ με το δάκρυ. (ο υπαστυνόμος κ ο φρουρός απέσπασαν τον Λεβόνη απο την Μαρία κ τον παίρνουν κ φεύγουν απο τη σκηνή. τη Μαρία την πιάνει ο μεγάλος αδερφόςτης ο Αντώνης κ δέν την αφήνει).

^ΛΙβΌΝΣ: ΣΤΑΘέΤΙ! ΓΟ ΚΌΜΑ ΌΛΑ ΤΊΠΑ<τΉΠΑ>ΤΑ! ΣΉΣ, ΑΝ ΠΛΥςΉιΑ-ΣΑΣ, ΤΥΝ ΑΧΜ’Χ Κ’ΜΗΤ-ΤΥΝ ΑΧΗΛΔ’Ρ! ΤΥΝ ’ςΞ]ΗΜΥ – ΌΜΥΡΦΥ! ΤΥΝ ΠΑΛΚ’Ρ – ΗΛ’Τ! ΓΟ ΠΑΡΑΚΑΛΊΓΥ – ΚΑΤ’ΡΑ ΝΑ ΈςΗΤ ΑΠ ΘΗΓΎ! ΝΙΣΤΚΉ, ΑΝ ΤΥβΡ’ ΝΑ ΔΡέςΗΤ ΚΗ ΓΌ-ΠΑ ΑΤΌΤ ΝΑ ΧΑΡΎ! ^ΜΑΡΉιΑ, ΦΗΝΥΜΉιΑ! (βΓ’ΛΝΙ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ. ΑΎΤΥ ΌΛΥ ΤΥ ΖΑΜ’Ν ΛΑΛΊ ΑΠΉΣΥ Σ ΣΚΉΝΑ ΤΡΑΓΌδ: «ΑΚΣΠΌΛ\<&Τ>ΥΣ ΚΗ ςΚΗΖΜέΝΥΣ, ΚΗ ΤΥ ΠΥΛ’ ΝΙΣΤΚΌΣ»).

Λ.: σταθείτε! ακόμη όλα δέν τα είπα! εσείς με τον πλούτοσας, τον χαζό τον κάνετε σοφό! τον άσκημο - όμορφο! τον γενναίο - τον κοροϊδεύτετε! εγώ παρακαλώ - κατάρα να έχετε απο Θεού! νηστικοί, με ένα ταγάρι (όπως είχαν οι ζητιάνοι) να τρέχετε, κ εγώ τότε να χαρώ! Μαρία, σ' αφήνω γειά! (βγάζουνε (απο τη σκηνή) τον Λεβόν. αυτήν όλη την ώρα (που μίλησε ο Λεβόνης) παίζει πίσω απο τη σκηνή ώς σιγανή υπόκρουση το τραγούδι "ξυπόλητος κ σκισμένος, κ τα πολλά νηστικός")

^ΜΑΡΉιΑ (ΧΥΤΧΑΡέΦΤΙΝ ΑΧ ΤΥ<&Ν > ^ΑΝΔΌΝ, ΉΠΛΥΣΗΝ ΤΑ ςέΡΑ-τσ ΝΑ Πι’Κ ΤΥΝ ^ΛΙβΌΝ, ΜΑ ^ΛΙβΌΝΣ ’ΡΤΑ τΉΤΥΝ Π’Σ Τ ΣΚΉΝΑ): ΑΝ-ΔΥ δ’ΚΡΥ, ΉΠΗΝ: «^ΛΙ-βΌ-ΟΝΚΑ-Μ! ΤΥ ΑΚΗΡβΌ-Μ!» (ΣΗΜΒέΡΝΙΝ ΚΑΡδΉιΑ-τσ, ΠέΛΣΗΝ ΑΚ’ΤΥ, ΠέΦΤ ΛΊΓΥΣ ΠςΉ. ΤΑ ΗΝΈΚΗΣ «ΗβΎι, ΗβΎι, Μ’ΝΑ!» ΚΗ β’ΛΝΙ ΣΤΑβΡΌ. «’ ΤΙ ΥΓΡ’ΗΣΑΜ!»).

Μ.: (ξέφυγε απο τον Αντώνη, άπλωσε τα χέριατης να πιάσει τον Λεβόνη, μα ο Λεβόνης πιά δέν ήταν στη σκηνή) με δάκρυ (κ λυγμούς) ξεφώνησε: "Λε-βό-ονκα-μου! ακριβέ-μου!" (έπαθε ανακοπή η καρδιάτης, έπεσε κάτω, κείτεται δίχως ψυχή (=νεκρή). οι γυναίκες (ξεφωνίζουν: "εβούι, εβούι, μάνα" κ σταυροκοπιούνται. (ακούγεται επανειλημένα η κραυγή): "ά, σε τί κακό πέσαμε!")

^ΣΌΝιΑ (ΠέΛΣΗΝ ΑΚ’ΤΥ Π’Σ Τ ^ΜΑΡΉιΑ): ΤΥ ΚΥΡΉτσ-Μ! ^ΜΑΡΉιΑ-Μ! ΉΝΚΣΗ ΤΑ ΜΑΤΊΞΑ-Σ! ΌΦ, Μ’ΝΑ, ΤΊ ΥΓΡ’ΗΣΑΜ, Θέ-ΜΥ ΚΗ ΠΑΝΑΉτσΑ-Μ!

Σ.: (έπεσε κάτω πάνω στη Μαρία): το κορίτσιμου! Μαρίαμου! άνοιξε τα ματάκιασου! ώχ, μάνα, τί μας βρήκε! Θεέμου κ Παναγίτσαμου!

^εβΔΥτΉιΑ (ΑΝ-ΔΥ ΚΛΈ, δΉΓΝ ΠΑΣ ΤΥΝ ^ΑΝΔΌΝ): ΑΤΌ ΈςΣ-ΤΥ ΌΛΥ-ΠΑ ΣΉ ΤΥ ΧΑΒΑι’Τ! (ΦΥβέΡΣΗΝ-ΔΥΝ).

Ε.: (κλαίγοντας, δείχνει τον Αντώνη): αυτό το έχεις όλο εσύ το φταίξιμο! (απειλητικά του είπε).

ΌΛ-ΠΑ ΣΤΊΚΝΙ ςΑςΜΑΛΑΤΡΑιΜέΝΑ, ΤΊΝΞΚΑ, ΑΠΉΣΥ Σ ΣτσέΝΑ ΛΑΛΊ Αβ’ «ΑΚΣΠΌΛΤΥΣ ΚΗ ςΚΗΖΜέΝΥΣ». (ΟΜΑΛ’ – ΟΜΑΛ’ ΦΣΑΛΙςΚ’ΤΙ ΤΥ ΑβΛΈιΑ).

όλοι στέκονται κατάπληκτοι (ασάλευτοι απο την κατάπληξητους), ήσυχα (αμίλητοι). πίσω απο τη σκηνή παίζει ο σκοπός "ξυπόλητος κ σκισμένος". (σιγανά σιγανά κλείνει η αυλαία).

(εδώ τελείωσε το «Λεόντιος Χονάχμπεης», δραματικό έργο με τρείς πράξεις. άν πέσουνε αρκετά χρήματα κ αρκετή προβολή, αυτό μπορεί να γίνει ένα διεθνώς περίφημο musical έργο με ηθογραφικό χαρακτήρα, όπως ο " βιολιστής στη στέγη", με το οποίο βρίσκω χαρακτηριστικές ομοιότητες.

παρακάτω στον ίδιο τόμο βρίσκονται δύο ακόμη «δραματικά έργα», που είναι στην πραγματικότητα ρωμαίικα δημοτικά τραγούδια διασκευασμένα και δραματοποιημένα απο τον Λεόντιο Κυριάκοβ, που είναι και λαογράφος όχι λιγότερο απο όσο ποιητής. Η ιστοσελίδα είναι υπο κατασκευή ).

 

ΤΙΜΉΖΚΥ ΑΓ’Π καθαρή αγάπη

(ΜΗΚΡΌ ΔΡΑΜΑΤΙΚΌ ΈΡΓΟ)

(ΌΜΥΡΦΥ ΗΝΈΚΑ, Κ’ΝΑ ΤΡ’ΝΔΑ ΧΥΡΝΎ, Γ’ΛιΑ Γ’ΛιΑ ΦΑΝΙΡΌΘΙΝ Π’Χ Τ ΣΚΥ<&Τ>ΝΊιΑ ΚΗ ΣΤ’ΘΙΝ ΜέΣΑ – ΜΗΣΎ Π’Σ Τ ΣτσέΝΑ. Τ ΦΥΡΗΣΉιΑ-τσ ΈΝ ΑΠ Π’ΝΥ ΌΣ ΑΚ’ΤΥ Μ’βΡΥ. ΣΉΚΥΣΗΝ ΤΑ ςέΡΑ-τσ ΑΣ ΤΥΝ ΥΡΑΝΌ ΚΗ ΜΥΡΛΥΓ’).

(όμορφη γυναίκα, κάπου τριάντα χρονών, σιγά σιγά φανερώθηκε απο τη σκοτεινιά (καθώς οι προβολείς βαθμιαία ανάβουν) και στάθηκε στο κέντρο της σκηνής. η φορεσιάτης είναι απο πάνω ώς κάτω μαύρη. σήκωσε τα χέριατης στον ουρανό και μοιρολογά):

ΠεΤ’Τ ΠΥΛΊΞΑ ΣΤ ΥΡΑΝΌ,

ΣΉ ΌΛΑ-ΠΑ ΔΡΑΝ’Τ-ΤΑ.

πετάτε πουλάκια στον ουρανό, εσείς όλα τα βλέπετε.

β’ι ΠέΤ-ΤΥ, ΠΎ ΕΝ ^ΚΥΣΤΑΝΔΊΝ-Μ,

ΑΓΑΠΗΜέΝΥ-Μ ’ΝΔΡΑ.

          άχ, πείτετο, πού είναι ο Κωνσταντίνοςμου, ο αγαπημένοςμου άντρας.

τΗΡΌ ΠεΡΝ’ΖΟ ΝΔΥ ΝιΑΖΜΌ,

ΑΝΔΑ ΜεΓΌΛΑ ΠΌΝιΑ.

          τον καιρό περνώ με στενοχώρια, με μεγάλους πόνους.

ΓΟ ΠΝΈςΚΥ Γ’ΝΑ ΤΥΝ ΠΗΡΝΌ,

ΚΗ ΤΥ βΡΑδΊ ΠΑΛ ΠΝΈςΚΥ.

          πίνω καημό το πρωί, και το βράδυ πάλι (καημό) πίνω.

ΚΗ ’ιτσ ΘΑ ΠΉΝΥ Γ’ΝΙΣ ΓΌ,

ΌΣ ΝΑ ΗΡΉΣΗ ’ΝΔΡΑ-Μ.

          και έτσι θα πίνω καημούς, ώσπου να γυρίσει ο άντραςμου.

ΠΑΠΎΣ:

ΚΑΛ’ ΤΡΑΓΌδΑΝΙΣ ΤΡΑΓΌδ,

ΓΟ ΦΚΡΉΘΑ, Ξ’Χ δΑΚΡΌΘΑ.

          παππούς: ωραία τραγουδούσες τραγούδι, άκουσα, μέχρι που δάκρυσα.

ΝΑ ΜΉ ΣΑΧΝΈΦΚΗΣ, ΤΥ ΚΥΡΊτσ-Μ να μή |ΣΑ#ΙΝ|εύεσαι, το κορίτσι-μου,

ΤΡΑΓΌδΑ ΤΊΠΥΤ τι’ΛΥ. τραγώδα τίποτε κι άλλο.

          μή γίνεσαι σκεφτικιά, κοπέλαμου, τραγούδα κι άλλο.

Τ ΗΝΈΚΑ:

ιΌΧ, τΉ ΤΡΑΓΌδΑΝΑ ΤΡΑΓΌδ,

ΜΥΡΛΌΓΑΝΑ ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ-Μ,

          η γυναίκα: όχι, δέν τραγουδούσα τραγούδι, μοιρολογούσα τον άντραμου,

ΤΟΣ ΜέΝΑ ΦΉΚεΝ–Με ΚΗ δ’ιΝ,

ΝΑ ΧΥΡΑΛΑΉΣ Ν ^ΠΑΤΡΉδΑ.

          εκείνος με άφησε και έφυγε, να υπερασπίσει την πατρίδα.

ΔΥςΜ’ΝΥΣ ΌΛ-ΠΑ ΝΑ ΣΚΥΤΌΣ

ΚΗ ΝΑ ΗΡΉΣ ΑΠΉΣΥ,

          τους εχθρούς όλους να σκοτώσει και να γυρίσει πίσω,

ΜΑ ’ΡΤΑ δέΚΑ ΧΡΌΝιΑ ΓΟ,

ΧΑΠ’Ρ ΧΤΑ ΤΌΝΑ τέΧΥ.

          αλλα ήδη δέκα χρόνια εγώ είδηση απο εκείνον δέν έχω.

ΚΗ δέΚΑ τι’ΛΑ ’Ν ΠεΡΠ<Ν>ΎΝ,

ΑΤΌΝΑ ΓΟ ΘΑ ΦΛ’ΚΣΥ.

          και δέκα ακόμη κι άν περάσουν, εκείνον θα περιμένω.

ΚΗ ΛΈ-Με ΉΣ, ΣΚΥΤΌΘΙΝ ΤΟΣ,

ΚΗ ’ΛΥΣ ΛΈ, ΠΝΊΝ ΧΝ ΠΉΝΑ,

          και μου λέει ένας «σκοτώθηκε εκείνος», και άλλος λέει «πνίγηκε (=πέθανε) απο την πείνα»,

ΜΑ ΓΌ τΉ ΠΣΤΈβΥ ΤΥ ΧΑΠ’Ρ,

ΑΤΌ ΤΥ ΦέΡΝΙ ΚΌΖΜΥΣ.

          αλλα εγώ δέν πιστεύω τις ειδήσεις εκείνες που φέρνουν οι άνθρωποι.

ΠΑΠΥΣ:

ΣΗ ΜΊ ΚΛΈΣ ΚΗ ΜΊ ΣΚΥΤΎΣΗ,

ΚΥΤΥΡΎ τΉ ΛΈΓΝΙ ΚΌΖΜΥΣ.

          (απο εδώ το μέτρο γίνεται τροχαϊκό) παππούς: μήν κλαίς και μή σκοτίζεσαι, κουτουρού (=χωρίς να ξέρουν) δέν (το) λένε οι άνθρωποι.

Ές ΑΣΛΊ ΤΟΣ ΟΤ ΣΚΥΤΌΘΙΝ,

ιΑΝΑς’-Μ ΤΟΣ ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ.

          είναι αλήθεια εκείνος οτι σκοτώθηκε, δίπλαμου έπεσε κάτω.

ΓΌ δΑΦΤΌ-Μ ΠΥΠ’δΣ ΠΛΥΓ’ΡΣΑ,

ΤΌΝΑ ΤΊ ΝΑ ΠΑΡΑΧΌΣΝΙ,

ΤΊΓΛΑ ΧΡ’ςΚΗΤ, ΠΟ ΧΡΗΣΤΗ’ΝΣΚΗ.

εγώ ο ίδιος παπάδες πλήρωσα εκείνον για να θάψουνε,όπως πρέπει, κατα την χριστιανική θρησκεία.

Α ΤΥ ΚΣΌιδΥ ΓΌ ΤΥ ΤΡ’βΣΑ,

ΥςΑΝΔΡ’ιΣΗΝ ΤΟΣ ΚΥΡΜέΝΥΣ,

ΝΑ ΤΥ δΎι<&>Σ ΣΗ. ΤΌΡΑ ΉΡΤΑ,

ΝΑ ΗΡΉΣ-Σ ΤΥ ΧΡέιΥΣ ΜέΝΑ.

          αφού το έξοδο εγώ το επιβαρύνθηκα,υποσχέθηκε εκείνος ο δυστυχής να το δώσεις εσύ. τώρα ήρθα, να μου επιστρέψεις (=πληρώσεις) το χρέος.

Τ ΗΝΈΚΑ:

ΣΗ ι’Ν ΤΡ’βΣΗΣ ΜέΓΑ ΚΣΌιδΥ,

ΓΌ ΚΑΛ’ ΑΤΌ ΓΡΗΚΎ-ΤΥ,

Κ’ΜΥ ’ΝΔΡΑ-ΜΥ ΤΥ ΛΌΓΟ,

ΚΗ ΤΥ ΧΡέιΥΣ ΓΟ ΗΡΉΖΥ.

          η γυναίκα: αφού βαρύνθηκες μεγάλο έξοδο, καλά το καταλαβαίνω (=έχω κατανόηση), θα τηρήσω του άντραμου τον λόγο και το χρέος εγώ θα πληρώσω.

ΠΑΠΥΣ:

ΈΝΑ τι’ΛΥ ΧΡέιΥΣ ΠέΜΝΙΝ,

ΈΝ ΑΤΎΤΥ-ΠΑ ΑΛΊΘΑ:

          παππούς: ένα ακόμη χρέος έμεινε, είναι κι αυτό αλήθεια:

ΑΝΔΥΝ ’ΝΔΡΑ-Σ, ΑΝΔΥΝ ΦΉΛΥ-Μ,

ΣΤΥ ΣΤΕΡΝΌ-Τ ΜΙΣ ΑΝΓΚΑΛΊΘΑΜ,

ΚΗ ΖΗΣΤ’ ΑΤΌΝΑ ΦΉΛΣΑ,

ΧΡ’ςΚΗΤ ΤΌ-ΠΑ ΝΑ ΗΡΉΣ-ΣΗ.

          με τον άντρασου, τον φίλομου, στην τελευταίατου ώρα εκείνος και εγώ αγκαλιαστήκαμε, και ζεστά (=με αγάπη) τον φίλησα, πρέπει κι αυτό να ανταποδώσεις εσύ.

ΜΊ ΕςΣ ΧΡέιΥΣ ’ΛΥ Π’ΝΥ-Σ,

ΈΛΑ ΜΉιΑ ’Σ Σε ΦΛΊΣΥ.

          να μήν έχεις χρέος άλλο να σε βαρύνει, έλα μιά να σε φιλήσω.

(ΗΡέβ ΝΑ ΤΙΝ ΦΛΊΣ, ΤΥ ΚΥΡΉτσ Κ’Μ ΑΠΉΣΥ).

          (προσπαθεί να την φιλήσει, η κοπέλα κάνει πίσω).

Τ ΗΝΈΚΑ:

ΣΉ ΠΑΡ’ΧΥΣΗΣ ΤΥΝ ’ΔΡΑ-Μ?

Β’ι! ΓΟ Χ’ΘΑ! ΠέΜΝΑ ςΉΡΑ!

ιΌΧ, ΤΥ ΦΉΛΑΜΥ ΤΥ δΌΚΗΣ,

ΝΑ ΗΡΉΣ ΣΤΥΝ ’ΝΔΡΑ-Μ ΣΉΡΗ!...

          η γυναίκα: εσύ έθαψες τον άντραμου, βάι χάθηκα! έμεινα χήρα! όχι, το φίλημα που έδωσες, να ανταποδώσει (εκείνος), στον άντραμου τράβα!

ΠΑΠΥΣ:

ΖέΡ ΣΗ ΜέΝΑ τΉ ΑΓΝΌΡΣΗΣ?

β’ι δΙΚΌΜ ΧΥΡΣΌ Τ ΧΑΝΊιΑ!

          παππούς: δηλαδή εσύ εμένα δέν με γνώρισες; ώ, δικήμου, χρυσή αρχόντισσα!

’ΝΔΡΑ-Σ ΉΜΗ, ^ΚΥΣΤΑΝΔΊΝΥΣ,

ΉΡΣΑ ΓΌ ΑΧ ΤΥ ΣΤΡΑΤΊιΥ!

          ο άντραςσου είμαι, ο Κωνσταντίνος, γύρισα απο την εκστρατεία!

ΣΧΌΡΑ-Με, ΣΗ ΑΣ ΤΥ ΡΉΣΜΥ-Μ,

ΑΠ ΚΑΡδΊιΑ-Σ ΦΉΛΑιΣ ΜέΝΑ.

          συγχώραμε για το παιχνίδι που έπαιξα, απο καρδιάς με περίμενες!

Τ ΗΝΈΚΑ:

ιΌΧ, ΑΤΌΤΙΣ ΘΑ ΠΗΣΤΈβΥ,

ΑΝΔΥ ΛΈι-Σ ΠΎ ΕΝ ΤΥ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ.

ΤΊΓΛΑ Ές ΑΤΟ ΣΗΜ’ιδΑ,

ΤΊΣ ΈΝ ΉΤΥ-Μ ΠΑ, ΝΑ Πέ-ΤΥ? τίς ένι γείτων-μου-πα, ν-ε ειπέ-το.

          η γυναίκα: όχι, (μόνο) τότε θα πιστέψω, άν πείς πού είναι το σπίτιμας, τί είδους έχει εκείνο (=το σπίτιμας) γνωρίσματα, και ποιός είναι γείτοναςμου, λοιπόν πές αυτά!

ΠΑΠΥΣ:

ΣΤΊΚΗΤ ΠΚ’Σ ΤΥ Δζ’Π ΧΛιΥΡΎτσΚΥ,

ΝΔΑ ΣΤΑΦΛΈΣ ΑΝΓΚΑΛΗΖΜέΝΥ.

ΚΗ Π’Σ Ν ΠΌΡΤΑ-Τ ΜεΓΑΛΈΦΚΗΤ,

ΜΛΈιΑ ΌΜΥΡΦΥ, ι’Ν Τ ΡΌΚΑ.

ΈΜΒΡΥ-Σ ΖΉ ^ΧΥΡΣΎΛΑΣ ^βΉτιΑΣ,

ΠΉΣΥ-Σ ΖΉ ^ΞΑΓΉΡΚΑ ^ΜΚΌΛΑΣ.

          παππούς: στέκεται κάτω απο το βουνό (=στους πρόποδες του βουνού) το χλωρό, με κλήματα περιτριγυρισμένο. και μπροστά στην πόρτατου καμαρώνει μηλιά όμορφη, σάν ρόκα. μπροστά απο σένα κατοικεί ο Χουρσούλας Βίκιας, πίσω απο σένα κατοικεί ο Чαγίρκα Νικόλας.

Τ ΗΝΈΚΑ:

ιΌΧ, ΣΗ ΠΌΡΝΙΣ ΝΑ ΡΟΤΊΣΗΣ,

ΠΎιΥ ΈΝ δΙΚΌ-Μ ΤΟ ΣΠΉΤΙ.

ΚΗ ΤΊΣ ΉΤΥΣΜ-ΠΑ ΈΝ ΈΜΒΡΟ,

ΚΗ ΤΊΣ ΉΤΥΣΜ-ΠΑ ΕΝ ΠΉΣΥ-Μ.

          η γυναίκα: όχι, εσύ μπορούσες να ρωτήσεις πώς είναι το δικόμου το σπίτι, και ποιός γείτοναςμου είναι μπροστά, και ποιός γείτοναςμου κατοικεί πίσω απο μένα.

ΈΝΑ τι’ΛΟ ΣΗ ΡΟΤΊΣΟ,

ΤΌΤ ΠΟΡΎ ΝΑ Σε ΠΗΣΤΈβΥ:

ΑΝΔΥ ΛΈΗΣ, ΛΊΓΥΣ ΠΣέΜΑ,

ΤΊΓΛΑ ΈΧΟ ΓΌ ΣΗΜ’ιδΑ?

          ένα ακόμη να σε ρωτήσω, τότε (θα) μπορώ να σε πιστέψω: άν πείς αυτό, χωρίς ψέμα: τί είδους έχω εγώ (στο σώμα) σημάδια;

ΠΑΠΎΣ:

Ν τσ’ΡΚΑ-Σ ΈΝ ΚΥΒΎΚ ΤΙΜΉΖΚΥ,

τές ΤΟ ΒδΙΝΑ ΤΑΓΜΑδΊτσΑ.

ΜΑ ΣΗ ΈςΣ ΣΗΜ’ιδΑ ΤΡΉιΑ,

ΤΡΉιΑ ΒεΝΤΗΚΗΣ – ΧΑΝΊτσΙΣ.

η πλάτησου είναι αφρός καθαρός (=κάτασπρη), δέν έχει πουθενά σημαδάκι. αλλα έχεις σημάδια τρία, τρείς ελιές - αρχοντοπούλες.

Τ ΕΝΑΣ-Σ ΤΈΚΑΤ – ΤΈΚΑΤ ΦέΝΙΤ,

ΠΚ’Σ ΔΙΚςΌ-Σ, ΧΥΡΣΌ Ν ΠΑΣΚ’ΛΑ.

(δΊΓΝ ΑΝΔΡΥ ςέΡ-Τ) (δείχνει ανδρός χέρι-του)

η μίασου μόνη μόνητης φαίνεται κάτω απο τη δεξιάσου, τη χρυσή μασχάλη. (δείχνει του άντρα το χέρι). (υποκείμενο του «δείχνει» είναι του άντρα το χέρι)

ΠΚ’Σ Ν ΠΑΣΚ’ΛΑ ΤΥ ΞΥΛ’ΧΚΥ-Σ,

Ές-Σ ΣΗ ΒέΝΤΗΚ ΈΝΑ τι’ΛΥ.

(δΊΓΝ ΑΝΔΡΥ ςέΡ-Τ) (δείχνει ανδρός χέρι-του)

    κάτω απο τη μασχάλη την αριστερήσου, έχεις μιά ελιά ακόμη. (δείχνει του άντρα το χέρι). (υποκείμενο του «δείχνει» είναι του άντρα το χέρι)

Α ΤΥ ΤΡΉΤΙ-ΣΥ ΤΥ ΒέΝΤΗΚ,

ΈΝ ΑδΌ, ΧΑΡςΎ ΣΝ ΚΑΡδΊιΑ-Σ,

ι’Ν ΔΥΝ ΉΛιΥ ΦΥΣΑΡέβΗ.

(ΗΡέβ ΝΑ ΤΥ δΊ)

    ενώ η τρίτησου η ελιά είναι εδώ, μπροστά στην καρδιάσου, σάν τον ήλιο λάμπει (=είναι εμφανής). (προσπαθεί να την δεί την ελιά)

ιΌΧΣΑΜ, Π’ΛΙΣ δέΝ ΠΗΣΤΈβΗΣ?

βέΓΛΑ Π’ΝΥ-Μ: ΉΜΗ ’ΝΔΡΑ-Σ!

(ΤΡ’βΣΗΝ ΈΒΓΑΛΗΝ Τ Μ’ΣΚΑ-Τ)

    τί, μήπως πάλι δέν πιστεύεις; κοίταξεμε: είμαι ο άντραςσου! (τράβηξε έβγαλε τη μάσκατου).

Τ ΗΝΈΚΑ: (ΘΑΓΜ’ΣΤΙΝ, ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ ΤΥΝ ^ΚΌΣΤΑ)

β’ι, ΣΗ ΉΡΣΗΣ, ^ΚΥΣΤΑΝΔΊΝΥ-Μ!

ΚΥΤΥΡΎ τΗ Θ’ΡΝΑ ΣέΝΑ!

^ΚΥΣΤΑΝΔΊΝΥ-Μ, ^ΚΥΣΤΑΝΔΊΝΥ-Μ!

    η γυναίκα: (εξεπλάγη, αγκάλιασε τον Κώστα): άχ, εσύ γύρισες, Κωνσταντίνεμου! άσκοπα δέν σε προσδοκούσα! Κωνσταντίνεμου, Κωνσταντίνεμου!

^ΚΌΣΤΑΣ:

^ΗΛΠΉδΑ-ΜΥ, ^ΗΛΠΉδΑ-ΜΥ!

    Κώστας: Ελπίδαμου, Ελπίδαμου!

(ΣΤΊΚΝΙ ΑΝΓΚΑΛΧ<Ζ>ΜέΝ. ΛΑΛΊ ςέΝΓΚΥ ΜΎΖΙΚΑ. ΦΣΑΛΙςΚ’Τ ΤΥ ΑβΛΈιΑ)

    (στέκονται αγκαλιασμένοι. παίζει ευτυχισμένη μουσική. κλείνει η αυλαία).

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 8 ΤΥ ΑΠΡΉΛΗ 1991

 

ΑΓΝΌΡΗΖΜΟ αναγνώριση

(ΜΗΚΡΌ ΔΡΑΜΑΤΙΚΌ ΈΡΓΟ)

(αυτό το "μικρό δραματικό έργο" αποτελεί συρραφή, άν θέλετε ραψωδία, δημοτικών τραγουδιών που έφτιαξαν οι Ρωμιοί όταν ακόμη ζούσαν στην Κριμαία υπο τους "Χάν", τους Τούρκους άρχοντες της Κιμαίας. με τέτοια τραγούδια ελεεινολογούσαν την κατάστασητους, τη δύσκολη κοινωνικήτους θέση, κ καταδίκαζαν τα επικρατούντα ήθη. Ο Λ. Κυριάκοβ συνταίριασε τέτοια τραγούδια υπο μορφή ενός σύντομου δραματικού έργου. Σημειωτέον οτι τα δημοτικά τραγούδια των Ρωμιών είχαν μεγάλη απήχηση στη Ρωσία κ Ουκρανία όπου δημοσιεύονταν. Η δραματοποίηση του Λ. Κυριάκοβ σε αυτό το δραματικό έργο είναι κατα τη γνώμημου ιδιαίτερα πετυχημένη).

          ΓΑΡΉΠΚΥ ΤΑιΦ’. Μ’ΝΑ ΚΗ ΚΌΡ Κ’ΘΝΙ ΑΚ’ΤΥ Π’Σ Ν ΚΑΠΗτσΑ. ΣΤΈΡΑ ΤΥ ΚΥΡΉτσ ΗΠΛΌΘΙΝ, ΈΠεΣΗΝ ΠΑΣ Μ’ΝΑ-τσ ΤΑ Βδ’ΡΑ. Μ’ΝΑ ΔΡΑΝ’ Π’Σ ΚΌΡ-τσ ΤΥ Φτι’Λ – ΧΑΔΡΑΈβ ΦΤΊΡιΑ ΚΗ ΠΑΡΑΠΥΝΙΤ’ ΤΡΑΓΥδ’, Π’Σ ΤΥ ΜΟΤΉβ «ΣΉΚΥ ^ΑβΡΑ’Μ, ΣΉΚΥ ^ΑβΡΑ’Μ».

    φτωχό σπιτικό. μιά μάνα κ μιά κόρη κάθονται κάτω (στο πάτωμα) πάνω σε ένα χαλάκι. ύστερα το κορίτσι (απο την καθιστή θέση έγειρε) απλώθηκε, ξάπλωσε πάνω στης μάναςτης τα πόδια. η μάνα κοιτάζει της κόρηςτης το κεφάλι - ψάχνει ψείρες, κ (συνάμα) παραπονεμένα τραγουδά, στο σκοπό του τραγουδιού "σήκω Αβραάμ, σήκω Αβραάμ". (το ξεψείρισμα ήτανε συνηθέστατη πρακτική, μέχρι τουλάχιστον τον καιρό του 2ου παγκοσμίου πολέμου, σχεδόν όλοι οι Έλληνες ξεψείριζαν ο ένας τον άλλο. η συνήθεια κρατάει απο τον καιρό των πιθήκων: όλοι οι πίξηκοι αλληλοξεψειρίζονται, κ η πράξη αυτή είναι κοινωνικώς σημαντικότατη: ξεψειρίζοντας ένας πίθηκος έναν άλλον, δείχνει οτι τον υπηρετεί κ ζητά την φιλίατου). (το τραγούδι "σήκω Αβραάμ, σήκω Αβραάμ". είναι προφανώς "η θυσία του Αβραάμ" που έγραψε ο Σαρτανιώτης ποιητής Δαμιανός Μπγαδίτσα τον 19.ο αιώνα. στίχους αυτού του τραγουδιού άκουσα σε εκτέλεση της περίφημης Σαρτανιώτισσας τραγουδίστριας Ταμάρας Κατσή, απο έναν ιστότοπο των Ρωμιών που απο καιρό δέν λειτουργεί - ίσως ακόμη μπορεί κανείς να κατεβάσει το υλικό απο το αντίγραφο της σελίδας που αποθηκεύθηκε στο Google. το τραγούδι είναι απαλό κ πολύ συγκινητικό).

Μ’ΝΑ:

ΈΝΑ ΚΥΡΉτσ, ΚΑΛΌ ΚΥΡΉτσ,

ΉςΗΝΙ Μ’ΝΑ ςΉΡΑ.

ΚΗ Μ’ΝΑ-τσ ΑΧ ΤΥ ΓΑΡΗΠΛΊΧ,

ΈβΓΑΛΙΝ-ΔΙΝ ΑΣ Ν ΠΎΛΑ.

    ένα κορίτσι, καλό κορίτσι, είχε μάνα χήρα. κ η μάνατης εξαιτίας της φτώχειας την έβγαλε στο πούλημα.

 

ΥΧΤΌ ςΗέΡιΑ ΠΡ’ΤΙΚΣΗΝ,

ΚΗ ΣΤΑ ΗΚΥΣ ΤΥτι’ΝιΑ,

ΜΑ ΚΑΝΊΣ-ΠΑ δεΝ ΡΌΤΙΣΗΝ,

ΚΑΝΊΣ ΤΙΠΥΤ δεΝ δΌΚΗΝ.

    οχτώ πόλεις περπάτησαν κ (πήγαν) σε είκοσι μαγαζιά. αλλα ούτε ένας άνθρωπος δέν ενδιαφέρθηκε, κανείς τίποτε δέν έδωσε (για να την αγοράσει).

 

(Μ’ΝΑ ΣΚΌΘΙΝ ΑΠ’ΝΥ, βΗΓΛΊΖ ΑΣ ΤΥΝ ΥΡΑΝΌ ΚΗ β’Λ ΣΤΑβΡΌ)

    (η μάνα σηκώθηκε πάνω, κοιτάζει στον ουρανό κ κάνει το σταυρότης (κ λέει):)

βΑι Ό ΘεΌ-ΜΥ, ΛΌΓΟ δΌΣ,

β’ι Θέ-ΜΥ, ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥ?

βΑι ΉΧΑ ΓΟ ΈΝΑ ΠεδΊτσ

ΚΗ ΤΌ-ΠΑ ΤΎΡΚΥΣ ΠΉΡΗΝ.

    βάι, ώ, Θεέμου, έναν λόγο (=μιά λύση) δώσε, βάι, Θεέμου, τί να κάνω; βάι, είχα εγώ ένα αγοράκι, κ εκείνο ακόμη ο Τούρκος το πήρε.

ΚΗ ’ΡΤΑ ιΌ-ΜΥ ΑΧ ΤΑ τέΝ,

ΚΥΣΠέΝΔΙ ΧΡΌΝΣ ΠεΡΝΎΝΙ.

ΧΤΥ ΧΡέιΥΣ Τ\ΘΑ ΠΥΡΎ ΝΑ ΚΖΎ,

ΤΥ Φτι’Λ-Μ τΗ Κ’Μ δΥΛΊιΑ.

    κ ήδη ο γιόςμου απο τότε που λείπει, εικοσιπέντε χρόνια έχουν περάσει. απο το χρέος δέν θα μπορέσω να βγώ, το κεφάλιμου δέν δουλεύει (=δέν βρίσκει τρόπο το μυαλόμου).

Αιτσ ΤΊΓΛΑ Ές ΞΑΡ’ ΝΑ ΖΉΣ-Σ,

ΛΑΦΡΌ ΕΝ ΝΑ ΠΥΘ’ΝΥ.

δΑΦΤΊ-Μ ΝΙΣΤΚΉ ΚΗ ΚΌΡ-Μ ΝΙΣΤΚΉ

ΚΗ ΝΑ ΦΥΡέΣΥΜ τέΧΥΜ.

β’ι ΜΥΡΜΥΡ’, ΣΗ ΣΚ’ΠΣΗ ΞΧΎΡ

ΚΗ ’ΠΑΡ β’Λ-Με ΠέΣΥ.

    έτσι όπως υπάρχει τρόπος να ζήσεις, (=έτσι όπως οι συνθήκες μου επιβάλλουν να ζήσω), ευκολότερο μου είναι να πεθάνω. η ίδια νηστική κ η κόρημου νηστική, κ να ντυθούμε δέν έχουμε. άχ, ταφοποιέ εσύ, σκάψε λάκκο κ πάρε βάλεμε μέσα.

ΤΥ ΚΥΡΉτσ:

ΝΑ ΜΊ ΣΚΥΤΎΣΗ δΙΝΑΤ’,

δΙΚΌ-Μ ΜΑΝΊτσΑ – Μ’ΝΑ.

ΣΗ βΓ’Λ ΚΗ ΠΎΛ-Με ΣΤΥ ςΗέΡ,

ΚΑΝΊΣ βΡΗςΚ’Τ ΓΟΡ’Ζ-Με.

    το κορίτσι: μή σκοτίζεσαι πολύ, δικιάμου μανούλα - μάνα. (αυτό μπορείς να κάνεις:) βγάλε κ πούλαμε στην πόλη, κάποιος θα βρεθεί θα με αγοράσει.

ΚΗ δΎιΣ ΤΑ ΧΡέιΑΤΑ-Σ ΤΑ ΈςΣ

ΚΗ ΖΎΜΙ, ι’ΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ.

    οπότε θα πληρώσεις τα χρέη που έχεις κ θα ζούμε σάν άνθρωποι.

Μ’ΝΑ:

ΗΛΒέΤ, ΣΤΑ ΜέΝΑ τέΝ ΧΥΛ’ι,

ΝΑ βΓ’ΛΥ ΝΑ Σε ΠΛΊΣΥ,

βΑι ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥ, ΤΥ ΚΥΡΉτσ-Μ,

(ΝΥΝΊΖ)

ΤΟΤ ΦΌΡ ΣΗ ΤΑ ΚΑΛ’-ΣΥ,

ΚΑΤΛΊΓΥ ΝΊΦΤ ΚΗ ΒΥιΑΤΈΦΤ,

ΚΗ ΣΤΥ ςΗέΡ ΑΣ Π’ΓΥΜ.

    μάνα: βέβαια, (αλλα) για μένα δέν είναι εύκολο να βγάλω να σε πουλήσω. βάι, τί να κάνω, κορίτσιμου... (σκέφτεται). τέτε φόρα εσύ τα καλάσου, λίγο πλύσου κ μακιγιαρίσου, κ στην πόλη ας πάμε.

(Μ’ΝΑ ΈβΑΛΙΝ ΣΤΑβΡΌ ΚΗ ΣΤ’βΡΥΣΗΝ Ν ΚΌΡτσ-ΠΑ. ΤΥ ΚΥΡΉτσ Σ’ΧΤΙΝ. Πι’ΚΑΝ ςέΡςέΡ ΚΗ ΚΖέβΑΝ δ’βΑΝ Π’Χ ΤΥ ΑβΑΝΣτσέΝΑ. ΑΤΎΤΥ Τ ΌΡΑ ΑΝΊΧΚΗΤ ΤΥ ΖΑΝΑβέΣ. Π’Σ ΣτσέΝΑ ΠΥΛΊ ΚΌΖΜΥΣ: ΠΛΎΝ ΡΥΜ’ιδΑ ΚΡΥΜΉδΑ, ΡΥΜ’ιδΑ ΚΌΤ\ΝΑ ΠΗΠΗΡΉΞΑ, ΚΥΛΥΝΔΉΘΑ, τσΙΠΛΑιΜέΝΑ ΠεδΊΞΑ ΑΠ Κ’ΝΑ ΥΧΤΌ, ΗΝΈιΑ ΧΥΡΝΎ. ΛΑΛΊΓΝΙ Π’Σ ΤΑ ΛΑβΎΤΙΣ ΚΗ ΓΚΗΜΗΞ’ιδΑ ΡΥΜέΚΑ ΚΗ ΤΎΡτΗΚΑ Αβ’ιδΑ.

(η μάνα σταυροκοπήθηκε κ σταύρωσε (έκανε το σημείο του σταυρού πάνω σ) την κόρητης επίσης. η κοπέλα σιάχτηκε (ευπρέπισε την εμφάνισητης). πιάστηκαν χέρι χέρι κ βγήκαν, έφυγαν απο το προσκήνιο (=το μπροστά μέρος της σκηνής, μπροστά απο την κουρτίνα). αυτήν την ώρα ανοίγει η κουρτίνα. πάνω στη σκηνή (είναι) πολύς κόσμος: (άλλοι) πουλούν ορμάθια κρεμμύδια, (άλλοι) ορμάθια κόκκινα πιπεράκια, (άλλοι) κολοκύθια, (άλλοι πουλούν) γυμνωμένα (απο τη μέση κ πάνω γυμνά) αγοράκια, το καθένα περίπου οχτώ, εννέα χρονών. (άλλοι) παίζουνε στα λαούτα κ στους κεμεντζέδες ελληνικούς κ τούρκικους σκοπούς).

ΒέΝΝΙ ΑΠέΣΥ Μ’ΝΑ ΚΗ ΚΌΡ ΤΥςΝΙΜέΝ. ΉΣ ΦΤΥΧΌΣ ’ΝΔΡΑΣ, ΠΑΡΑΚ’ΤΑ ΦΥΡΗΜέΝΥΣ ΠΛΊ Τ ΗΝΈΚΑ-Τ. ΠΡΑΤΊΖ-ΤΙΝ ΑΧ ΤΥ ςέΡ ΚΗ ΧΛΊΖ):

(μπαίνουνε μέσα (σε αυτό το πλήθος) η μάνα κ η κόρη λυπημένες. ένας φτωχός άντρας, παρακατιανά ντυμένος, πουλάει τη γυναίκατου. την οδηγεί απο το χέρι (βαδίζοντας) κ φωνάζει:

ΤΊΣ ΘέΛ ΗΝΈΚΑ ΝΑ ΓΥΡ’Ζ,

βΗΓΛΊΚΣΗΤ, ι’Ν Τ ΧΑΝΊιΑ!

ΤΙ ΈΝ ΧΤΥΝ ΉΛιΥ ΦΥΣΑΡΉ

ΚΗ ΧΤΑ ΛΥΓ’Σ ΛΥΛΎιδΑ.

    ποιός θέλει γυναίκα να αγοράσει, κοιτάξτε, σάν αρχόντισσα! είναι απ' τον ήλιο πιό φωτεινή κ απο όλων των ειδών τα λουλούδια (πιό όμορφη).

ΤΊΣ ΘέΛ, ΤΈΚ ΜΊιΑ ΝΑ ΤΙΝ ΦΛΊΣ,

ΤΌ Κς’Ζ ΚΑΤΌ ΠΗ’ΣΤΡΗΣ,

ΤΊΣ ΜΉιΑ Δ’ΜΑ-τσ ΘέΛ ΝΑ ΠέΦΤ,

ΤΌ ςΉΛιΑ Κς’Ζ ΠΗ’ΣΤΡΗΣ,

Α ΤΊΣ ΗΡέβ ΝΑ ΑΓΟΡ’Ζ,

ΦΛιΥΡΉ Σ ιΥΜΌΝ Ν ΚΑΠέΛΑ-Μ.

    όποιος θέλει μόνο μιά φορά να την φιλήσει, αυτό κοστίζει εκατό πϊάστρες. όποιος μία φορά μαζίτης θέλει να ξαπλώσει, αυτό χίλιες κοστίζει πϊάστρες. κ όποιος θέλει (για δικήτου) να την αγοράσει, χρυσό νόμισμα άς γεμίσει το καπέλομου.

ΚΑΠΗΤ’ΝΣ (ΜΑΤΡΌΣ. ΦΥΡΗΜέΝΥΣ ΠΟ ΚΑΠΗΤ’ΝΣΚΗ, ΌΜΥΡΦΥΣ, ΑΜΒΛΑΤι’ΝΥΣ, Κ’ΝΑ 30 – 33 ΧΥΡΝΎ): (ματρόζος χαρακτηρίζονταν κ ο Κωνσταντίνος Κανάρης. η λ. πρέπει να σημαίνει πλοιοκτήτης, παλιός θαλασσινός)

ΚΑΛΌ ΗΝΈΚΑ, ΦΉΛΟ, ΠΛΊΣ,

ΧΑΉΛΣ ΝΑ ΤΙΝ ΓΟΡ’ΣΥ.

    Καπετάνιος (ματρόζος, ντυμένος ώς καπετάνιος, όμορφος, με φαρδείς ώμους, φαίνεται περίπου 30 - 33 χρονών):

ωραία γυναίκα, φίλε, πουλάς, πρόθυμος (είμαι) να την αγοράσω.

ΜΑ ιΑΝΑς’-Σ, Ό, Μ’ΝΑ ΠΛΊ,

ιΑςΎτσΚΥ ΚΥΡΑΣέιΑ.

ΚΗ Μι’Ζ ΝΑ ΈΝ ΚΑΛΌ ΚΥΡτσΉτσ,

ΑΣ Π’ΓΥ ΣΤΥ ΡΟΤΊΣΥ.

    αλλα δίπλασου, ώ, μιά μάνα πουλάει μιά νεαρούτσικια κοπέλα. κ μοιάζει να είναι καλό κορίτσι, άς πάω να ρωτήσω σχετικά.

(δ’ιΝ ΣΜΑ ΣΤ Μ’ΝΑ ΑΝ ΚΌΡ)

ΠΥΛ’ ΓΟ ΠΡ’ΤΙΚΣΑ ΔΥΝι’,

ΠΥΛ’ ςΗέΡιΑ ΠΉΓΑ,

ΜΑ ι’Ν δΙΚΌ-ΣΑΣ ΤΥ ΚΥΡΉτσ,

ΜΥΡΦΉιΑΣ ΒδΙΝΑ τΉδΑ. (δικόσας: ο πληθυντικός δέν είναι της ευγενείας, δέν έχω βρεί τέτοια χρήση στη Ρωμαίικη, προφανώς εννοεί: "της δικήσας οικογένειας το κορίτσι")

    (πήγε κοντά στη μάνα με την κόρη). πολύ έχω γυρίσει τον κόσμο, σε πολλές μεγάλες πόλεις έχω πάει. αλλα σάν το δικόσας το κορίτσι, τέτοια ομορφιά πουθενά δέν έχω δεί.

ΤΑ Μ’ΤιΑ-τσ Μ’βΡΑ, ΚΑΤΙΝ’,

ΤΑ ΦΡΉδΑ-τσ, ι’Ν ΓΑιΤ’ΝιΑ.

ΜΑΝΎΛΑ, Πέ-Με-ΤΥ, ΤΊ Κς’Ζ,

δΙΚΌ-ΣΑΣ ΤΟ ΚΟΡΉτσΗ?

    τα μάτιατης μαύρα, έντονα, τα φρύδιατης σάν μεταξωτά νήματα. μανούλα, πέςμου, τί κοστίζει το δικόσας το κορίτσι;

Μ’ΝΑ: (ΤΥ ΚΥΡΉτσ ΔΡΥΠιΑΧΤΚ’ βΗΓΛΊΖ ΑΚ’ΤΥ)

β’ι ΤΥ, ΠεδΊ-ΜΥ, ΤΊ ΝΑ ΠΎ,

ΚΗ ΣΉ ΝΑ ΤΥ ΠΗΣΤΈβΗΣ?

ΤΊ Κς’Ζ ΠΛΥςΉιΑ, ΔΥΝ<&ι>ΑδΊ,

ΑΜέΤΡΗΤΑ ΦΛιΥΡΉιΑ.

    Μάνα: (το κορίτσι ντροπαλά κοιτάζει κάτω). βάι, παιδίμου, τί να πώ για να το πιστέψεις; αυτή κοστίζει τον πλούτο όλου του κόσμου, αμέτρητα χρυσά νομίσματα.

ΤΥ ΦΡΉδ-τσ, ΤΈΚ, Τ ΈΝΑ ι’Ν Τ ΓΑιΤ’Ν,

ΤΌ Κς’Ζ ΠΥΛ’ ςΗέΡιΑ.

ΤΥ Μ’Τ-τσ, ΤΈΚ, Τ ΈΝΑ, ι’Ν ΠΛΥΜΉ,

Κς’Ζ ΌΛΑ ΤΑ ΚΑΡ’βιΑ.

    το φρύδιτης μόνο το ένα, όμοιο με μεταξωτό νήμα, κοστίζει όσο πολλές πόλεις. το μάτιτης μόνο το ένα, όμοιο με στολίδι απο φτερά πουλιών, κοστίζει όσο όλα τα καράβια.

ΚΑΠΗΤ’ΝΣ: (ΑΝ Τ ΧΑΡ’)

ΜΑΝΎΛΑ, ΣΉΚΥ ΤΥ ΒΗςΚΉΡ-Σ,

ΚΗ Πι’Σ ΚΑΛ’ ΜΊ ςΚΉΤΙ,

ΑΣ ΤΥ ιΥΜΌΣΥ, ΌΣΟ ΣΚΌΝΣ,

ΑΜέΤΡΗΤΑ ΦΛιΥΡΉιΑ.

δΙΚΌ-ΣΑΣ ΚΌΡ ΑΤΎΤΥ Κς’Ζ,

ΤΊ ΈΝ ΛΑΜΒΡΌ ΛΥΛΎδΙ.

    Καπετάνιος: (με χαρά): μανούλα, σήκωσε την πετσέτασου κ πιάσε καλά μή σκισθεί. θα τη γεμίσω τόσο όσο μπορείς να σηκώσεις, αμέτρητα χρυσά νομίσματα. η δικήσας η κόρη τόσο αξίζει, αυτή είναι λαμπρό λουλούδι.

(ΚΑΠΗΤ’ΝΟΣ ΉΝΚΣΗΝ ΒΑΎΛΑ-Τ, ιΌΜΥΣΗΝ Μ’ΝΑ ΤΥ ΒΗςΚΉΡ ΦΛιΥΡΉιΑ. Πι’ΚΗΝ ΤΥ ΚΥΡΉτσ ΑΧ ΤΥ ςέΡ ΚΗ ΝΑ ΠΑΈΝΙ. Μ’ΝΑ ΚΗ ΚΌΡ ΦΛΊΘΑΝ. Μ’ΝΑ ΠέΜΝΙΝ ΜΑΝΑΧΉ-τσ Π’Σ Τ ΣτσέΝΑ ΑΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ).

    (ο καπετάνιος άνοιξε το μπαούλοτου, γέμισε της μάνας την πετσέτα χρυσά νομίσματα (ωστε να δέσει η μάνα την πετσέτα μποχτσά κ να τα μεταφέρει). έπιασε την κοπέλα απο το χέρι κ (κίνησαν) να φύγουν. η μάνα κ η κόρη φιλήθηκαν. η μάνα έμεινε μόνητης πάνω στη σκηνή με τον (υπόλοιπο) κόσμο).

Μ’ΝΑ: (ΜΑΝΓΚΡ’ςΗΠΣΗΝ)

β’Ι Μ’ΝΑ, Μ’ΝΑ! Ό ΘεΌ!

ΚΑΤΑΡΑΜέΝΟ ΖΉΣΜΥ!

ΤΙΝ ΚΌΡΗ-Μ ΠΎΛΣΑ ΣΤΥ ΦΛιΥΡΉ

ΚΗ ΓΌ ΝΑ ΚΖΎ ΧΤΥ ΧΡέιΥΣ.

    μάνα: (βόγγησε): βάι, μάνα, μάνα! ώ Θεέ! καταραμένη ζωή! την κόρημου πούλησα για χρυσό νόμισμα, ωστε να βγώ απο το χρέος.

(ΜΑΝΓΚΡ’ςΗΠΣΗΝ)

τΉ ΧΡ’ςΚΥΜΜ ΓΌ ΚΑΠΉΚ, ΦΛιΥΡΉ,

Μ’, ’ΠΑΡ ΥΚΣΥΠΉΣΑ.

ΚΗ Ν ΚΌΡ-Μ ΣΗ ΉΡΣΗ, ΚΑΠΗΤ’Ν,

Ό, Θέ-ΜΥ, ΠΎΧ ΣΗ βΡέΘΙΣ?...

    (βόγγησε): δέν χρειάζομαι εγώ χρήμα, νόμισμα χρυσό, νά, πάρτα πίσω, κ την κόρημου επίστρεψε, καπετάνιε, ώ Θεέμου, απο πού εσύ (καπετάνιε) βρέθηκες; (αυτά τα λέει άσκοπα, η πώληση έχει ήδη γίνει κ δέν μπορεί να αναιρεθεί)

(ΠΗΛΊ ΑΚ’ΤΥ ΑΝΔΑ ΜΥΡΛΌιΑ. ΚΌΖΜΥΣ ςΑςΜΑΛΑΤΡΑιΜέΝΑ ΌΛ-ΠΑ ΈΦΧΑΝ ΠΑΧ Τ ΣτσέΝΑ, ΦΣΑΛΙςΚ’Τ ΤΥ ΖΑΝΑβίΈΣ).

(πέφτει κάτω μοιρολογώντας. ο κόσμος, κατάπληκτοι όλοι έφυγαν απο τη σκηνή. (για να μήν βλέπουνε κ ακούνε αυτό το σπαρακτικό θέαμα, την μάνα να θρηνεί). κλείνει η κουρτίνα)

 

(ΦΑΝΙΡΌΘΙΝ Π’Σ ΤΥ ΑβΑΝΣτσέΝΑ ΤΥ ΚΥΡΉτσ ΚΗ ΚΑΠΗΤ’ΝΣ. ΉΡΗΠΣΗΝ ΝΑ ΤΙΝ ΑΝΓΚΑΛΊΣ – ΤΥ ΠΛΊ ΧΎΛΚΣΗΝ. ΤΥ ΚΥΡΉτσ Κ’Μ Σ ΈΝΑ ΜΑΡέιΑ. ΉΡΗΠΣΗΝ Π’Λ ΝΑ ΤΙΝ ΑΝΓΚΑΛΊΣ – ΥΡΑΝΌΣ βΡΌΝΔΙΚΣΗΝ. ΤΥ ΚΥΡΉτσ τΉ δΌΧΚΗΤ).

(εμφανίσθηκε στο προσκήνιο η κοπέλα κ ο καπετάνιος. προσπάθησε να την αγκαλιάσει - ένα πουλί φώναξε (με δυσάρεστη φωνή). το κορίτσι τραβιέται σε μιάν άκρη. προσπάθησε πάλι να την αγκαλιάσει - ο ουρανός βρόντησε. η κοπέλα δέν δίνεται).

ΚΑΠΗΤ’ΝΣ:

ΤΟ ΤΊΓΛΥ ’ΓΡΥ ΈΝ τΗΡΌΣ

ΚΗ ΜΑΣ ΠΗΛΊ ΣΗΜ’ιδΑ?

    Καπετάνιος: αυτή τί άγρια (φοβερή, απαίσια) είναι περίσταση κ μας στέλνει σημάδια;

(Π’Λ ΗΡέβ ΝΑ ΤΙΝ ΑΝΓΚΑΛΊΣ, ΜΑ Π’ΛΙΣ ΧΛΊΖ ΤΥ ΠΛΊ)

(πάλι προσπαθεί να την αγκαλιάσει, μα πάλι φωνάζει το πουλί) (οι κακόηχες φωνές των πουλιών κ οι βροντές είναι σημάδια οτι κάτι κακό πάει να γίνει, γι' αυτό ο καπετάνιος υποψιάζεται πως κάτι ανόσιο συμβαίνει κ ρωτά για να βγεί απο τις υποψίες. το οτι αγόρασε την κοπέλα δέν ήταν τίποτε ανόσιο, αφού κ εκείνη κ η μάνατης το θέλανε)

ΝΑ ΣΤ’, ΜΥΡΦΎΛΑ, ΣΗ ΡΥΤΎ,

ΑΧ ΠΎιΑ ΤΌΠΣ ΣΗ ΉΣΗ.

ΠΎΧ Μ’ΝΑ-Σ ΈΝ ΚΗ Τ’ΤΑ-Σ ΈΝ,

ΚΗ ΈςΣ ΚΑΝΑ ΑδΡέΦ ΣΗ?

    γιά στάσου, ομορφούλα, να σε ρωτήσω, απο ποιά μέρη είσαι εσύ; απο πού η μάνασου είναι κ ο πατέραςσου είναι; κ έχεις κανένα αδέρφι;

ΤΥ ΚΥΡΉτσ:

δΙΚΌ-Μ ΜΑΝΊτσΑ-Μ’ΝΑ ΈΝ

ΑΧ ΤΥ ςΗέΡ ^ΑΚΡΌΠΟΛ\,

ΠΑΤΈΡΑ-Μ Χ’ΘΙΝ ΣΤΥ ΔΥΓΚΎς,

ΤΌΣ ΉΤΥΝ ΑΧ Τ ^ΑΦΉΝΑ.

    το κορίτσι: η δικιάμου μανούλα - μάνα είναι απο την πόλη Ακρόπολη. ο πατέραςμου χάθηκε στον πόλεμο. αυτός ήταν απο την Αθήνα. (δέν νομίζω να υπάρχει πόλη που να λέγεται Ακρόπολη. προφανώς στη λαϊκή φαντασία η Ακρόπολη των Αθηνών έγινε ένδοξη πόλη όχι ταυτισμένη με την Αθήνα).

ΚΗ ΉΧΑ ΉΝΑ ΑδΑΡΦΌ,

ΑΝ Τ ΌΝΙΜΑ ^ΠεΤΡ’ΚΗΣ,

ΜΑ ΤΌΝΑ ΈΚΛΙΠΣΑΝΙ ΤΎΡΚ

ΚΥΣΠέΝΔΙ ΧΡΌΝιΑ ΠΉΣΥ

ΝΔΑ ΉΤΥΝ ΤΟΣ ΚΌΜΑ ΒΑΛ’,

ΝΔΑ Π’ΤΣΗΝ ΠέΣ ΤΑ δέΚΑ.

    κ είχα έναν αδερφό με το όνομα Πετράκης. αλλα εκείνον τον έκλεψαν Τούρκοι πρίν απο εικοσιπέντε χρόνια όταν ήταν εκείνος ακόμη παιδάκι, όταν πάτησε στα δέκα (δηλαδή όταν συμπλήρωσε τα 9 χρόνια της ηλικίαςτου).

ΚΗ ’ΛΥ ΤΌΝΑ τΉδΑΜ ΜΊΣ,

ςΚΉΝ Π’ΤΥΣ, δ’ιΝ ΑΚ’ΤΥ.

    κ άλλο εκείνον δέν τον είδαμε, έσκισε η γής, (κι εκείνος) πήγε κάτω (=σάν να άνοιξε η γής κ τον κατάπιε)

ΑΝ Τ Μ’ΝΑ-Μ ΠέΜΝΑΜ ΣΤΥ ΧΑΜΌ,

ΑΝΔΑ ΜεΓΌΛΑ ΠΌΝιΑ.

ΤΎΡΚ β’ΛΝΙ ’ΡΞΑ ΛΊΓΥΣ ΧΡ’Ρ, |hΑΡЏ|ια

ΜΙΣ τΉ ΠΥΡΎΜ ΝΑ δΎΓΥΜ.

    με τη μάναμου μείναμε στο χαμό, με μεγάλες δυστυχίες. οι Τούρκοι βάζουνε φόρους δίχως τελειωμό, εμείς δέν μπορούμε να τους δώσουμε.

ΚΗ Μ’ΝΑ-Μ ΠΎΛΣΗΝ ΜέΝΑ, ΔΈΠ, |ΔΗΠ|= αφού είπε= με το σκεπτικό:

ΝΑ ΠΛΥΓΑΡΣΤΊ ΝΔΥΝ ΤΎΡΚΥ

ΚΗ ΜΊ ΑΧ Ν ΠΉΝΑ ΤΑ <ΝΑ> ΠΥΘέΝ,

ΚΗ ΓΌ-ΠΑ ΣΜ’-τσ ΣΧΥΡέΦΚΥΜ.

    κ έτσι η μάναμου πούλησε εμένα, με το σκεπτικό να ξεπληρωθεί με τον Τούρκο (=να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούςτης με τους Τούρκους) κ να μήν απο την πείνα πεθάνει κ εγώ επίσης μαζίτης συγχωρεθώ. (=πεθάνω)

ΚΑΠΗΤ’ΝΣ:

ΝΑ ΣΤ’, ΜΥΡΦΎΛΑ-ΜΥ! ΝΑ ΣΤ’!

ΝΑ ΣΤ’ ΚΗ Σ ΡΥΤΙΘΎΜΗ!

ΤΥΝ Τ’ΤΑ-Σ ΉΛΙΓΑΝ ^βΑΣΉΛ

ΚΗ Τ Μ’ΝΑ-Σ-ΠΑ ^ΣΟΦΉιΑ?...

    Καπετάνιος: γιά στάσου, ομορφούλαμου! γιά στάσου! γιά στάσου κ άς ρωτηθούμε (=να ρωτήσουμε ο ένας τον άλλο). τον πατέρασου τον έλεγαν Βασίλη κ τη μάνασου Σοφία;

ΝΔΑ ΠΉΡΑΝ δ’βΑΝ ΜέΝΑ ΤΎΡΚ,

ΣΗ Π’ΤΣΗΣ ΠέΣ ΤΑ ΠέΝΔΙ.

Α ΌΝΙΜΑ-ΠΑ ΣΉ ΠΡΑΤΊΣΣ,

τΉ ΖΜΌΝΣΑ ΓΟ: ^εΛέΝΑ!...

    όταν πήραν κ έφυγαν εμένα οι Τούρκοι, εσύ πάτησες στα πέντε (=έκλεισες τα 4 χρόνια της ηλικίαςσου). κι όσο για το όνομα που είχες, δέν το ξέχασα: Ελένη!...

(ΑΝΓΚΑΛΊΘΑΝ, ΛΑΛΊ ΛΑΦΡΌ ΡΥΜέΚΥ Αβ’)

(αγκαλιάστηκαν, παίζει ελαφρύς ρωμαίικος σκοπός)

ΤΥ ΚΥΡΉτσ:

ΑΜΊ, ^εΛέΝΑ ΉΜΗ ΓΌ,

Α ΣΉ ΉΣΗ ^ΠεΤΡ’ΚΗΣ!...

Ό, ΈΧΥΜ ΜέΓΑ, ΜέΓΑ β’ΧΤ,

ΟΤ ΉδΑΜ Τ ΈΝΑ ΝΤ ’ΛΥ!...

    το κορίτσι: αμέ, η Ελένη είμαι εγώ, και εσύ είσαι ο Πετράκης!... ώ, έχουμε μεγάλη, μεγάλη τύχη που είδαμε ο ένας τον άλλο!...

^ΠεΤΡ’ΚΗ, Ξ’ΛΚΑ ’ιΔΑ ΜΊΣ,

ΑΣ Π’ΓΥΜ ΑΣ Η<Ν> ΜΑΝΎΛΑ,

ΤΊ, ΠΡέΠΝΑ, ΚΌΜΑ ΦΛ’ι ΚΑΡ’β,

ΝΑ ΠΛΈΠΣ, ΝΑ Π’ι ΣΤ ^ΑΦΉΝΑ.

ΑΣ Π’ΓΥΜ Ξ’ΛΚΑ, ΦέΡ ΤΥ ςέΡ-Σ,

ΝΑ ΜΊ τΗ ΚΑΤΑΣΌΝΥΜ.

    Πετράκη, γρήγορα, άντε, εμείς να πάμε στη μανούλα, αυτή πρέπει ακόμη να περιμένει καράβι, για να ταξιδέψει, να πάει στην Αθήνα. ας πάμε γρήγορα, φέρε το χέρισου, να μή δέν προλάβουμε.

(δ’βΑΝ Π’Χ ΤΥ Αβ’ΝΣΚΗΝΗ)

(έφυγαν απο το προσκήνιο) (κλείνει η κουρτίνα)

(ΑΝΊΝ ΤΥ ΖΑΝΑβέΣ. Μ’ΝΑ ΤΥςΝΙΜέΝΣΑ Κ’ΘΙΤ Π’Σ ΈΝΑ ΧΥΝΔΡΌ ΧΑι’. ΒέΝΝΙ ΑΠέΣΥ ΚΌΡ-τσ ΚΗ ΚΑΠΗΤ’ΝΣ ’ΛιΑΧ ςέΝΚ).

(ανοίγει ηκουρτίνα. η μάνα λυπημένη κάθεται πάνω σε μιά μεγάλη πέτρα. μπαίνουνε μέσα η κόρητης κ ο καπετάνιος πάρα πολύ χαρούμενοι).

ΤΥ ΚΥΡΉτσ:

ΜΑΝΎΛΑ, Μ’ΝΑ-ΜΥ, (εδώ μετρικώς λείπει μιά δισύλλαβη λέξη όπως ΚΑΛΟ ή ΓΑΛτΉ = γλυκιά)

ΧΑΡ’ ΜΙΣ ΈΧΥΜ ΜέΓΑ!

ΚΗ ΣΉ-ΠΑ Χ’ΡΗ, ι’ΝΔΙ Μ’Σ,

ΤΥ ΚΛ’ΠΣΜΥ ’Φ-ΤΥ ΠΉΣΥ.

ΑΤΎΤΥΣ ΜέΓΑΣ ΚΑΠΗΤ’ΝΣ,

    το κορίτσι: μανούλα, μάναμου, χαρά έχουμε μεγάλη! κ σύ να χαρείς, όπως και εμείς, το κλάμα άφησετο πίσω. αυτός ο μέγας καπετάνιος,

(ΑΝΓΚΑΛΊΖ-ΤΥΝ)

(τον αγκαλιάζει)

ΤΌΣ ΈΝ δΙΚΌ-ΜΥ Γ’ΚΑΣ.

ΤΟΣ ΈΝ ^ΠεΤΡ’ΚΗΣ, ΤΥ ΠεδΊ-Σ,

ΤΟΣ ΈΝ ΧΑΜέΝΥΣ ιΌ-ΣΥ!...

    αυτός είναι ο δικόςμου μεγάλος αδερφός. αυτός είναι ο Πετράκης, το παιδίσου, αυτός είναι ο χαμένος γιόςσου!

Μ’ΝΑ: (Μ’ΝΑ βΗΓΛΊΖ ςΥΒΗΛΙΝΊδΚΑ Π’Σ ΤΥΝ ΚΑΠΗΤ’Ν. ΚΛΌΘ-ΤΙΝ <ΤΥΝ> ΑΠ ΈΜΒΡΥ, ΚΛΌΘ-ΤΥΝ ΑΠ ΠΉΣΥ, ΣΤΈΡΑ ΛΈ):

    Μάνα: (η μάνα κοιτάζει καχύποπτα τον καπετάνιο. τον γυρίζει απο μπροστά, τον γυρίζει απο πίσω, ύστερα λέει):

ΑΤΌΤ ΠΗΣΤΈβΥ ΚΑΤΙΝ’,

ΟΤ ΉΣΗ ΤΥ ΠεδΊ-ΜΥ,

ΑΝ ΈςΣ ΣΗΜ’δ Π’Σ ΤΥ ιΑΜΒ’ς-Σ,

ΑΣ ΤΥ δεΚΣΌ-Σ ΜΑΡέιΑ.

    τότε θα πιστέψω στέρεα οτι είσαι το παιδίμου, άν έχεις το σημάδι στην πλευράσου, στη δεξιάσου μεριά.

ΝΔΑ ΉΣΝΙ ΤΈΣΗΡΑ ΧΥΡΝΎ,

ΖΑΡΚ’ ΧΥΛΔ’ιΣΗΝ Π’ΝΥ-Σ,

ΑΧΤΡ’ΜΣΗΝ ΣέΝΑ ΚΥΝΔΑΛΑ,

ΚΗ ΑΡΑΛ’ιΣΗΝ ’ΓΡΑ.

    όταν ήσουν τέσσερα χρονών ένα ζαρκάδι (ή ένας τράγος) όρμησε επάνωσου, σε έρριξε πίσω ανάσκελα κ σε τραυμάτισε άσχημα.

ΚΑΠΗΤ’ΝΣ: (ΣΚΌΝ ΤΥ ΠΚ’ΜΣΥ-Τ, δΊΓΝ ΤΑ ΠΛΕβΤ’<ΠΛΕβΡ’>-Τ, ΑΣ ΤΥ δεΚςΌ-Τ ΜΑΡέιΑ ΦέΝΙΤ ΜέΓΑ ΣΜ’δ)

    Καπετάνιος: (σηκώνει το πουκάμισοτου, δείχνει τα πλευράτου. στη δεξιάτου μεριά φαίνεται ένα μεγάλο σημάδι).

ΜΑΝΊτσΑ-Μ Μ’ΝΑ, ΠΣΤΈβΥ ΓΌ,

ΟΤ ΉΣΗ ΚΑΡδΑΚΎτσΚΥ-Μ.

    μανούλαμου μάνα! το πιστεύω, οτι είσαι το μικρό το δικόμου.

(ΑΝΓΚΑΛΊΖ ΚΗ ΦΛ’ Τ Μ’ΝΑ-Τ Π’Σ ΤΥ Μ’ΓΛΥ)

(αγκαλιάζει κ φιλά την μάνατου στο μάγουλο)

Μ’ΝΑ:

β’ι Τ\ΘΑ ΑΓΝΌΡΣΑ ΣέΝΑ ΓΌ,

’Ν τΉδΑ ΤΥ ΣΗΜ’δΙ-Σ,

δΙΚΌ-Μ ΤΥ ΌΜΟΡΦΟ, ΧΥΡΣΌ,

δΙΚΌ-Μ ΤΥ ΠΑΛΗΚ’ΡΗ.

(ΑΝΓΚ’ΛΣΗΝ-ΔΥΝ ΚΗ ΚΛΈ)

    Μάνα: βάι, δέν θα σε γνώριζα άν δέν έβλεπα το σημάδισου! το δικόμου το όμορφο, το χρυσό, το δικόμου το παλληκάρι. (τον αγκάλιασε κ κλαίει)

ΚΑΠΗΤ’ΝΣ:

ΜΑΝΊτσΑ-Μ Μ’ΝΑ, ΝΑ ΜΊ ΚΛΈΣ,

ΜΙΣ ’ΛΥ Τ\ΘΑ ΧΥΡΣΤΎΜΗ.

    Καπετάνιος: μανούλαμου, μάνα, μήν κλαίς, εμείς άλλο δέν θα χωριστούμε.

(ΦΛ’-ΤΙΝ)

(την φιλά)

ΑΚΎιΤ, ΦΟΝΊ δΥι ΤΥ ΚΑΡ’β,

ΝΑ Π’ΓΥ ΉΡΤΙΝ ΌΡΑ.

    ακούτε, σήμα δίνει το καράβι(μου), να φύγω ήρθεν ώρα.

(ΤΥ ΚΑΡ’β ΔΎι ΣΗΡέΝΑ)

(το καράβι ηχεί σειρήνα)

ΘΑ Π’ιΤ ΣΗΣ Δ’ΜΑ-Μ ΣΤΥ ^ΣΤΑΜΒΎΛ,

Α ΣΤΈΡΑ ΑΣ Τ ^ΑΦΉΝΑ,

ΑτΉ ΓΟ ΈΧΥ ΣΥΡΒΑΔζΛΊΧ,

ΘΑ ΉΣΗ ΣΥΡΒΑΔζ’βΑ,

δΙΚΌ-Μ ΜΑΝΊτσΑ ΚΑΡδΑΚΌ,

Π’Σ ΌΛΥ-Μ ΤΥ ΗςΉιΥ.

    θα ταξιδέψετε εσείς μαζίμου στην Κωνσταντινούπολη, κ ύστερα στην Αθήνα, εκεί εγώ έχω κυριότητα, θα είσαι νοικοκυρά, μανούλαμου δικιάμου, σε όλημου την περιουσία.

Α ΣέΝΑ ΓΌ, Τ ΑδΡέΦ-Μ ΚΑΛΌ,

ΘΑ δΌΚΥ ΑΣ ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ,

ΑΣ ΤΥΝ ΥΡΤ’ΧΥ-Μ, ΣΤΥΝ ΒΥιΔ’Χ,

ΑΣ ΉΝΑ ΚΑΠΗΤ’ΝΟ.

    κ όσο για σένα, αδέρφιμου καλό, θα σε παντρέψω με έναν συνάδελφομου ανύπαντρο, έναν καπετάνιο.

(ΤΥ ΚΑΡ’β δΎι δέΦΤΕΡΟ ΣΗΡέΝΑ)

    (το καράβι ηχεί δεύτερη φορά σειρήνα)

ιΌΧ, ’ΛΟ ΌΡΑ τέΧΥΜ ΜΊΣ,

ΑδΌ ΝΑ ΤΟ ΠεΡ’ΖΥΜ.

ΑιΔΈΤΙ Ξ’ΛΚΑ, ΤΑ ΚΑΛ’-Μ,

ΑΣ Κ’τσ βΑΧΤΛΊδΚΥ ΌΡΑ.

    όχι, άλλη ώρα δέν έχουμε εμείς εδώ να την περάσουμε. άντε πηγαίνετε γρήγορα, καλέςμου, άς καθίσει (=ας μείνει για πάντα) η καλότυχη ώρα.

(Πι’ΚΑΝ ςέΡ-ςέΡ ΚΗ Ξ’ΛΚΑ δ’βΑΝ Π’Χ Τ ΣτσέΝΑ. ΛΑΛΊ ΛΑβΎΤΑ, ΓΚΗΜΗΞ’ ΑΠΉΣΥ ΣΚΗΝΉ).

    (πιάστηκαν χέρι χέρι κ γρήγορα έφυγαν απο τη σκηνή. παίζει λαούτο (και) κεμεντζές πίσω απο τη σκηνή).

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 20 ΤΥ ΑΠΡΉΛΗ 1991)

 

~^~^~^~^~^~^~^~^~^~ ιΎΜΟΡ ~^~^~^~^~^~^~^~^~^~

απο εδώ αρχίζει η τρίτη ενότητα του τόμου, που επιγράφεται ιΎΜΟΡ =χιούμορ. είναι χιουμοριστικές ιστορίες του Ρωμαίικου πληθυσμού, άλλες παλαιότατες, άλλες νεότερες. κάτι λίγες απο αυτές τις ιστορίες είναι ευρύτερα γνωστές διεθνώς, αλλα στην μεγάλη πλειονότητατους είναι βγαλμένες απο τη ζωή στη ρωμαίικη κοινωνία ή γενικότερα απο την ελληνική παράδοση. ο Λ. Κυριάκοβ δέν είναι ο δημιουργός αυτών των ιστοριών, απλώς τις αποδίδει με τον δικότου τρόπο, έμμετρα. πολλοί Ρωμιοί ποιητές, και μάλιστα νέοι, έχουν καταγράψει χιουμοριστικές ιστορίες, καθώς καταλαβαίνουμε απο το ποίημα «ΚΑΡδΉιΑΣ ΛΌΓΟ». θα ήταν πολύ ωραίο όλα αυτά τα κείμενα να αναρτηθούν στο διαδίκτυο (μαζί με όλα τα έργα της Ρωμαίικης λογοτεχνίας), ακόμη και άν δέν είναι υψηλής ποιότητας, για την ποιότητάτους άς ψηφίσουν οι αναγνώστες.

 

^ΗΦΤΊΜΣ ΚΗ ^ΗΛΣΗβέΤ

(ΠΑΡΑΜΉΘ)

ΉΤΥΝ, τΉΤΥΝΙ ΚΑΜΉιΑ,

ΛΈΓΝΙ Σ ΈΝΑ βΑΣΗΛΊιΥ,

ΑΠ ΑδΌ ΜΑΚΡ’, ι’ ΣΜ’,

ΠέΣ ΧΛιΥΡΎτσΚΥ Ν ΤΑΡΑΜ’,

ΑΝ Τ ΧΛιΥΡι’δΑ ΒΑΤΡΑιΜέΝΥ,

ΝΔΥ ΠΥΤ’Μ ΑΝΓΚΑΛΗΖΜέΝΥ

ΉΤΥΝ ΧΌΡΑ… Ξ’Χ ΑΣ Τ ’ΚΡΑ,

ΈΖΝΑΝ Π’ΠΥΣ ΚΗ ΜΑΝ’ΚΑ,

ΉΧΑΝ ΤΌΠΥ ΚΗ ΧΥΤΡ’,

ΈΖΝΑΝ δΊ-ΤΙΝ, τΉΧΑΝ ΜΚΡ’…

ΈΖΝΑΝ, ΛΈΓΝΙ, ΣΥΡΒΑΔζΉδΚΑ,

ςέΝΚΑ, ΠΛΎςΚΑ ΚΗ βΑΧΤΛΊδΚΑ.

Π’ΠΥΣ δ’ιΝΙΝ ΑΣ ΤΥ ΞΌΛ,

ΑΝΔΑ δ’ιΝΑΝ ΚΌΖΜΥΣ ΌΛ:

ΈΜ ΤΟΣ ΣΠέΡΝΙςΚΗΝ, ΈΜ ΘΊΡΖΗΝ,

ΑΝΔΥΝ ΚΌΖΜΥ ΣΤ ΧΌΡΑ ΉΡΖΗΝ.

ΠέΣΥ-Τ ΉςΗΝ-ΔΥ ΧΑΡ’,

^ΗΛΣΗβέΤ ΟΤ ΤΥΝ ΜΗΤΡ’.

Σ ΣΠΉΤ ΠΗΜέΝΙςΚΗΝ ΜΑΝ’ΚΑ,

ΈΦΤΑιΝ δΛΊιΣ ΤΙ ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ:

Ές ΞΑΡ’ ΖεΡ ΝΑ ΜεΤΡΉΣ,

ΠΌΣΑ Ές Τ ΗΝΈΚΑ δΛΊιΣ?

ΦΚ’ΛΝΙΝ, ΦέΝΙςΚΗΝ, ΝΥΝ’ΡΖΗΝ, φιλοκάλεινε, φουρκάλεινε, υφαίνισκε,

Ξ’ΠΗβΗΝ, ΚΑτσΉιΑ ΠΚ’ΝΖΗΝ,

ΦΎΡΝΖΗΝ, ΈΠΛΙςΚΗΝ, ΤΥ ΣΠΉΤ-τσ

ΤΜΑΡΗΜέΝΥ, ι’Ν ΔΥ ΧΤΊτσ.

ΈΦΤΑιΝ ΡΌΚΑ ΚΗ ΔζΑΤΜ’ιδΑ,

τέΝ ΝΑ ΛΈιΣ δΟ ΧΥΡΑΤ’ιδΑ:

τΉςΗΝ ΌΡΑ ΑΧ ΤΑ δΛΊιΣ,

ΗΣΑΠ’ΝΥ ΝΑ βΗΓΛΊΖ.

ΑΧ ΤΥ ΞΌΛ ^ΗΦΤΊΜΣ ΝΔΑ ΉΡΖΗΝ,

ι’Ν ΔΥ ΠΛΊτσ ΣΜ’-Τ ΚΛΥΘΥΉΡΖΗΝ,

ΈΖΝΑΝ δΊ-ΤΙΝ ΠΥΛ’ ΧΡΌΝιΑ,

ΛΊΓΥΣ ΠΉΚΡΗΣ, ΛΊΓΥΣ ΠΌΝιΑ,

ΜΑ ^ΗΦΤΊΜΣ ΚΑΚΌ ΥΓΡ’ιΣΗΝ,

ΑΧ ΑΤΌ, ΟΤ ΥΣΑΛ’ιΣΗΝ.

ΤΊΓΛΑ ΉΤΥΝ - ΦΥΚΡΗΘέΤ,

ΘΑ ΤΥ ΛΈΓΥ-ΣΑΣ, ΗΛΒέΤ.

 

ΜΉιΑ δ’ιΝ ^ΗΦΤΊΜΣ ΣΤΥ ΞΌΛ,

ΚΌΖΜΥΣ Κ’ΜΝΙ δΛΊιΑ ΌΛ.

ΤΑ ΧΥΡ’ΦιΑ ΚΑΚΑΝΊΖΝΙ,

ΚΌΖΜΥΣ ςέΡΝΙ ΚΗ ΘεΡΉΖΝΙ,

ΤΌΣ-ΠΑ ΠΉΣΥ τΉ ΠΗΜέΝ,

ΚΑΛτΗΡΝΌ ΖΑΜ’Ν ΠΑΈΝ –

Ν ΚΎΤΡΑ-Τ ΉδΡΥΣΗΝ, Ξ’Χ ΣΤ’Ζ,

ΠΣΤ’ΘΙΝ, Χ’ΘΙΝ, ΝΑΣΤΙΝ’Ζ:

ΚΖέΝ ΧΥΛΊ-Τ, ΠεΤ’ι Ν ΞΑΛΓΎ-Τ, |ΞΑΛΓΙ|εργαλείο

ΣΤ’ΘΙΝ, ΉΡΤΙΝ Κ’Τ ΣΤΥ ΝΎ-Τ:

«ΜΑΝΑΧΌΣ ΖεΡ ΈΝ ΤΟ δΛΊιΑ?

ιΌΧ, ΒΗΛι’ ΕΝ, ΑΡΝΙΣΉιΑ! ενόχληση, βάσανο

ΛΈΓΝΙ ΚΌΖΜΥΣ ΑΠ ΑΡςΉΣ,

Τ δΛΊιΑ ΑΓΑΠ’ ΠΥΛΉΣ…»

ΝΎΝΣΗΝ ’ιτσ ΚΗ ΠΚ’Σ Τ ΑΜ’ΚΣ,

δ’ιΝ ΝΑ Κ’τσ ΤΟΣ Κ’ΝΑ ΣΤ’ΚΣ.

Π’Χ ΤΥ ΝΎ-Τ τΉ ΚΖέΝ ΜΑΝ’ΚΑ-Τ,

ΚΗ ΝΥΝΊΖ ΤΟΣ ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ:

«Κ’ΘΙΤ Σ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ ΛΙΝΔΙ ΜέΡΑ,

ιΌΧΣΑΜ ΚΖέΝ ΤΙΠΥΣ ΧΤΑ ςέΡΑ-τσ?

ιΌΧ, ΑΣ ΈΡΤ ΣΤΥ ΞΌΛ ΑΤΊ,

ΓΟ ΗΝΚΎ ΤΑ δΛΊιΣ ΣΠΗΤΊ!

ΤΑ τεΝ ΤΊΠΥΤ-ΠΑ ΣΤΑ ΜέΝΑ,

Σ Π’ι ΣΤΥ ΞΌΛ, ΓΟ Σ ΣΠΉΤ ΠΗΜέΝΥ!»

ΝΎΝΣΗΝ ’ιτσ ΚΗ τΉ ΔΥΝΈβ, |ΔΟΙΝ|εύει =γυρίζει

βΖέΓΝ Τ ΑΜ’ΚΣ ΑΣ ΣΠΉΤ ΔζΥΝΈβ.

Δ’ΝΚΥ – Δ’ΝΚΥΡ ΠΑι ΛΟΝ Τ ΣΤΡ’ΤΑ,

ΟΤ ΔΡΥΠΉΣ ΕΝ τΉ ΓΡΗΚ’-ΤΥ.

ΤΊΤΚΥ β’ΧΤ ΠΗΣ Τ ΜΗΣΑΡέιΑ, |βΑQΤ|ώρα

ΚΌΖΜΥΣ ΦέΝΑΝΔΑΝ ΑΡέιΑ.

ΑΣ ΑΤΌΝΑ ΜέΡ-ΧΑΒέΡ, γι’ αυτόν ήταν καλή υποδοχή (που δέν συνάντησε κανέναν να τον ρωτήσει)

ΉΡΣΗΝ ΣΤ ΧΌΡΑ ΤΥ ΜΗΣΜέΡ.

ΣΌΝ ΚΗ Π’ι ΑΣ Τ ΧΑΡΑΛΔΊ-Τ,

ιΥΡΥΧΤ’ ΚΛΟΘ ΑΣ Τ ΑβΛΊ-Τ.

ΚΖέιΝ ΑΠ ΠέΣΥ ^ΗΛΣΗβέΤ,

ΝΑ ΤΥ Μ’Θ ΗΡέβ, ΗΛΒέΤ:

- Πέ-ΤΥ Ξ’ΛΚΑ, ΤΊ ΥΓΡ’ιΣΗΣ,

ΜΗΣΜεΡΉ ΑΣ ΣΠΉΤ ΔζΥΝ’ιΣΗΣ?

- τέΧΥ Χ ΒδΙΝΑ-ΠΑ ιΑΡΔΊΜ -

ΚΛΈ ΤΑ ΓΡ’ΜΑΤΑ-ΤΑ ^ΗΦΤΊΜΣ.

ΚΌΖΜΥΣ Κ’ΜΝΙ ΤΑιΦΑΣΉΛιΑ,

ΌΣ ΝΑ Κ’τσ ΣΤΑ Δζ’ΠιΑ ΉΛιΥΣ,

Π’ΓΝΙ ΈΜΒΡΥ ΧΥΡΑΤ’,

ΉΣ ΧΤΑ ΤΊτσ τΗ ΓΑΝΑΧΤ’…

ΓΌ ΚΑΤΈΝ ΤΥ ΠΗΛΚΛΙΣΉΝ-Μ,

’Ν ΗΡέβΣ ΔζΥΝ’ι ΠΡΑΤ ΣΉ!...

- τέΧΥ ΉΞ-ΠΑ ΧΑΣΗβέΤ, -

ΉΠΗΝ Β’ΒΑ ^ΗΛΣΗβέΤ, -

ΓΟ ΝΑ Π’ΓΥ ιΌΧ τΉ ΛΈΓΥ,

ΉΞ τΗ Νι’ςΚΥΜ ΚΗ τΉ ΚΛΈΓΥ,

ΜΑ ΠΥΛ’ ΕΝ ΣΠΉΤ δΛΊιΣ,

ΠΌΣ ΑΤΎΤΥ τΉ ΝΥΝΊΖΣ?

ΗΝΕΚΎ ΖεΡ ΠΤΡΑΈΦΚΗΤ δΛΊιΑ:

ΧΡ’ςΚΝΙ ΔΡ’ΝΙΜΥ ΤΑ ΠΛΊιΑ,

ΞΑΧΑιΜ’Χ ΘΑ ΝΑΤΑΛΊΣΥ,

’βΡ ΝΑ Π’ΓΥ ΝΑ ΤΥ ΠΛΊΣΥ.

ΈΧΥ ΠΛΊΝΙΜΥ ΚΗ ΖΜ’Ρ,

ιΌΧΣΑΜ ΚΖέβΑΝ, Έι, ΧΥςΧ’Ρ!...

^ΗΛΣΗβέΤ ΠΥΛ’ τΗ Νι’ΣΤΙΝ,

βΖέΓΝ Τ ΑΜ’ΚΣ, ΣΤΥ ΞΌΛ ΔζΥΝ’ιΣΗΝ,

Σ Τ ΧΌΡΑ ΠέΜΝΙΝ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ,

ΗΝΕΚΎ ΝΑ Κ’Μ ΤΟΣ δΛΊιΣ.

Π’ΠΥΣ ΠΉΣΥ, ΈΜΒΡΥ ΔΡές,

ΠΌΣΑ δΛΊιΣ ΜεΤΡΑ ΤΟΣ Ές.

ΦΌΝΔΙΣ ΜέΤΡΗΣΗΝ ΤΑ δΛΊιΣ, αφ’ ότε

βΗΓΛΊΖ ΛΌΡιΑ-Τ ΚΗ ΝΥΝΊΖ:

«ΤΑ τεΝ ΤΊΠΥΤ-ΠΑ ΣΤΙ ΜέΝΑ,

ΧΑΜΝΥΈΛΑΣΗΝ ΚΥΡΜέΝΥΣ,

δ’ΧΛΑ ΈΧΥ Π’Σ ΤΥ ςέΡ-Μ,

ΑΧ ΤΑ δΛΊιΣ ΠΥΛ’, Σ ΤΥ ΚΣέΡ!

ΝΑ ΜΉ ΦιέβΥΝΙ ΤΑ ΠΛΊΞΑ,

ΑΣ ΤΑ δΈΣΥ ΧΤΑ ΠδΑΡΉΞΑ,

ΑΣ ΤΑ Κ’ΜΥ ΡΥΜΑΘΊτσ,

ΌΣ ΠΥ ΈΧΥΜ ΈΝΑ ΠΛΊτσ. ώς όπου =σάν να

τέΝ ΗΣ’Π τΗΡΌ ΝΑ Χ’ΝΥ,

ΑΣ ΠςΗΡΉΣΥ… ΗβΥι ΜΑΝΑ!»

 

Κ’ΘΙΤ Π’ΠΥΣ, ΌΧ ΚΗ ’Χ,

Κ’Μ ΚΑΡ’Τ\ ΧΤΥ ΞΑΧΑιΜ’Χ.

ΠΎΧΘΙ βΡέΘΙΝ ΑΤΟ Τ ΌΡΑ,

τσΗΡΙΛΊ ΚΑΤΈιΝ ΠΗΣ Τ ΧΌΡΑ,

τσΉΜΠΣΗΝ – ΠΉΡΗΝ ΈΝΑ ΠΛΊτσ,

ΣΉΚΥΣΗΝ ΤΥ ΡΥΜΑΘΊτσ.

Π’ΠΥΣ ΚΣΠ’ΧΤΙΝ, ςΑςΜΑΛ’ιΣΗΝ,

ΤΊ ΝΑ Κ’Μ τΉ ΚΣέΡ, ΑΒΡ’ιΣΗΝ, |εΠΡΕ|;

ΝΤ ΌΛΥ-Τ Τ δΊΝΑ ΧΑΤΑΛΈιβ,

ΤΥ ΡΥΜ’Θ ΝΑ ΣΌΣ ΗΡέβ.

ΠΉΣ Τ ΑΝΓΚ’Λ-Τ ΝΔΥ ΧΥςΧΑΛ’Χ,

ιΥΜΑΤΎτσΚΥ ΞΑΧΑιΜ’Χ..

ΠΎΧΘΙ βΡέΘΙΝ ΈΝΑ Κ’ΤΑ,

ΒΡΎΜτσΗΝ Π’ΝΥ, ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ, (εξ ού «μπρούμυτα»)

Π’Χ Τ ΑΝΓΚ’Λ-Τ ΤΥ ΧΥςΧΑΛ’Χ,

ΣΉΡΤΙΝ δ’ιΝ ΠΥΛ’ ΣΤ ΑβΛ’Χ.

ΠέΣ Τ ΣΜΕΤΑΝΑ ΜΑΛιΑιΜέΝΥΣ,

ΣΚΌΘΙΝ Π’ΝΥ ΤΥςΝΙΜέΝΥΣ,

ΣΚΌΘΙΝ Π’ΝΥ ΚΗ ΝΥΝΊΖ:

«ΠΤΡ’ιΣΑ ’ΡΤΑ δΊιΑ δΛΊιΣ…»

 

- ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥ τι’ΛΥ ΤΌΡΑ?

ΤΟΣ ΝΥΝΊΖ – ΜΉ Χ’ΝΥ ΌΡΑ,

ΑΝ ΔΥΝ ΉΛιΥ ΚΗ ΑΝ Τ ΜέΡΑ,

ΜΉ ΤΑ ΦΉΝΥ ΌΛΑ ΣΤΈΡΑ,

ΜΉ ΓΟ Κ’ΘΥΜ ΚΥΤΥΡΎ,

Σ Π’ΓΥ Σ ΠΛΊΝΥ ΤΥ ΠΥΡΎ. το μπορώ =ό,τι μπορώ

ΑΣ ΈΡΤ Β’ΒΑ ΤΥ βΡΑδΊ,

ΘΑ Με ΛΈι «ΝΑ ΖΉΣ» ΝΔΑ δΊ.

…Π’ΠΥΣ Π’ι ΛΟΝ Τ ΜΗΣΑΡέιΑ,

ΦΥΡΤΥΜέΝΥΣ Π’ΝΥ-Τ ςέιΑ.

ΔΡ’ΝΣΗΝ, ΚΌΜΑ ΈΝ ΓΥΡΓ’,

Σ ΠΥΤΑΜΉ ΚΑΤΈΝ Τ ιΑΓ’.

ΠςΉΡΣΗΝ ΠΛΊςΚ, ΠΥΛ’ τΗ ςέΡΗΤ,

ΚΌΠΑΝ, Χ’ΘΑΝΙ ΤΑ ςέΡΑ-Τ,

ΠΣΤ’ΘΙΝ, Χ’ΘΙΝ, ΝΑΣΤΙΝ’Ζ,

ΠΑΡΑΛΈΦΚΗΤ, ΜΑ ΣΥΠ’Ζ.

ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ ΚΥΠΑΝΊΖ,

ΔΡΑΝ’ ΛΌΡιΑ-Τ ΚΗ ΝΥΝΊΖ:

«ΤΌΣΑ ςέιΑ ΠΑΛιΥΦΌΡιΑ,

Κ’ΘΑ ΈΝΑ ΧΌΡιΑ - ΧΌΡιΑ,

Ές ΞΑΡ’ ΖεΡ ΝΑ ΤΑ ΠΛΊςΚΣ,

ΤΟ ΠΥΡΉ ΝΑ ΚΖέΝΙΤ ΠςΉΣ!

Α ΒΥΧΞ’ ΓΟ ΑΝΔΑ δΈΣΥ,

ΣΉΡΝΥ ΠέΣ ΠΥΤ’Μ ΞΑΧ ΜέΣΑ,

    ενώ μποχτσά άν τα δέσω, θα τα σύρω στο ποτάμι ώς μέσα,

ςΛΎΝΝΙ – Χ’ΝΝΙ-ΠΑ ΣΥΣΤ’,

ΣΤΈΡΑ ΞΜ’ΖΥ-ΤΑ ΒΡΑιΧΤ’…»

’ιτσ-ΠΑ ΉΝΔΥΝ, ΤΊΓΛΑ ΝΎΝΣΗΝ,

ΠέΣ ΠΥΤ’Μ Ν ΒΥΧΞ’-Τ ΚΥΛΎΜΠΣΗΝ,

δ’ιΝ ΑΚ’ΤΥ ΧΑΜΗΛ’

ΚΗ ΘΙΛι’ΧΤΙΝ Π’Σ Τ ΧΑι’.

ΝΑΣΤΙΝ’Ζ, ΔΡΑΝ’ ΣΤ ΜΑΡέιΑ-Τ,

ΤΙΤΑΝΌΝ ΝΑ βΓ’Λ ΤΑ ςέιΑ-Τ,

ΜΑ Ν ΒΥΧΞ’-Τ ΉΞ τΗ ΤΡΥΜ’Ζ,

ΦέΝΙΤ ΤΟ ΜΥΡΜΌΡ ΝΑ Μι’Ζ.

ΤΡ’βΣΗΝ ΜΉιΑ, ΤΡ’βΣΗΝ δΊιΑ,

ΚΗ ΝΥΝΊΖ: «ΥΓΡ’ιΣΑ δΛΊιΑ!»

ΤΡ’βΣΗΝ τι’ΛΥ δΙΝΑΤ’,

ΤΥ ςΚΝΊ ΚΌΠΗΝ ΑΧ Ν ΒΥΧΞ’,

ΚΗ ΖΥΡΛΊδΚΑ ΔΌΚΗΝ Κ’ΤΥ,

Ξ’Χ ΣΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ ΚΛΌΣΤΙΝ Π’ΤΥΣ!

ΠέΦΤ ΣΗΡιΎτσΚΑ ΚΗ ΝΥΝΊΖ:

«ΠΤΡ’ιΣΑ ’ΡΤΑΧ ΤΡΉιΑ δΛΊιΣ!»

 

ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥ τι’ΛΥ ΤΌΡΑ?

ΜΉ ΠΥΛ’ ΓΟ Χ’ΝΥ ΌΡΑ,

ιΌΧΣΑΜ ΉΜΗ ΓΟ ΧΥςΧ’Ρ,

ΚΣέΡΥ, ΈΧΥ ΚΌΜΑ ΖΜ’Ρ!..

τέΝ ΠΥΛ’ δΟ ΝΑ ΝΥΝΊΣΥ,

ΧΡ’ςΚΗΤ ΣΤ ΧΌΡΑ ΝΑ ΗΡΉΣΥ.

ΤΊ ΚΑΜ ΤΌΡΑ ΣΠΉΤ ΤΥ ΖΜ’Ρ-Μ,

ΝΑ ΔΡΑΜΥ, ΠΥΝΊ ΤΥ Πδ’Ρ-Μ!

ΑΧ ΤΑ δΛΊιΣ ΤΙΚΜΉΛ ΓΟ ΠΣΤ’ΘΑ,

β’ι, ΜΑΝΊτσΑ-Μ, Χ’ΘΑ, Χ’ΘΑ!

 

ΉΡΣΗΝ Π’ΠΥΣ Σ ΣΠΉΤ-Τ ΝΔΥ ΦΌΣ,

ΠςΉΡΣΗΝ Π’ΠΥΣ ΖΜ’Ρ ΝΑ ΖΜΌΣ.

ΖΜΌΝ ΤΥ ΖΜ’Ρ, ΠΥΧΝΥβΥΛΊΖ,

ΣΤΥ ιΑΛΊ ΠΗΧΤ’ βΗΓΛΊΖ.

’ιτσ ΖΒΥδ’Ζ, ΘΑΡΡΉΣ ΚΗ, Πι’ΚΗΝ, (-ΡΡ- δείχνει επιρροή απο ελληνική ορθογραφία)

ΤΌΣ ΗΡέβ ΝΑ ΤΜ’Σ Τ ΜΑΝ’ΚΑ,

ΤΊΠΥΤ ΧΛΊτσΚΥ ΝΑ ΧΑΠΌΣ,

ΤΌΣ ΗΡέβ ΝΑ ΚΑΤΑΣΌΣ…

ΠΎΧΘΙ βΡέΘΙΝ, ΑΤΌ Τ ΌΡΑ,

ΘΊιΑ-Τ ΉΡΤΙΝ Χ ’ΛΥ ΧΌΡΑ!...

ΚΑΜΑΡΌΝ ΚΗ ΈΡΚΗΤ ΝΤ ΡΌΚΑ,

Ν Ές ΞΑΡ’ ΤΟΣ ΤΙΝ<Α> ΔΌΚΗΝ! (απο το μέτρο λείπει μία συλλαβή)

ΈΡΚΗΤ, ΣΌΝ ΟΣ ΤΥ ΗΡΊ-Τ,

ιΥΡΥΧΤ’ ΚΛΟΘ ΠΗΣ Τ ΑβΛΊ-Τ.

ΤΌΣ ΔΡΥΠι’ΣΤΙΝ, Ξ’Χ ΓΥΛβΌΘΙΝ,

Π’Σ ΤΑΒ’Ν-ΤΙΝ Ξ’ΛΚΑ ΜΛΌΘΙΝ.

ςΞ]ΉΦΤ ΑΠ Π’ΝΥ ΚΗ βεΓΛΊΖ,

«Π’Λ ΥΓΡ’ιΣΑ!» ΤΟΣ ΝΥΝΊΖ.

ΘΊιΑ-Τ βέΛΚΣΗΝ, ΚΛΥΘΥΉΡΣΗΝ,

ΠέΣΥ, ΌΚΣΥ ΔΡ’ΝΣΗΝ, ΉΡΣΗΝ,

Κ’τστσΗΝ Κ’Μ ΤΥ Ρ’ΜΑ-τσ βΚ’Ρ, κουβάρι

«ΓΟ ΔΡΑΝΎ Ές ΣΉΜΥΡ ΖΜ’Ρ.

ΑΝΕΠς’-Μ τΗ ΦέΝΙΤ Χ ΠδΙΝΑ,

ΝΑ ΡΥΤΊΣ-ΠΑ τέΝ ΚΑΝΊΝΑ,

ΠΡέΠ-ΝΑ, ΖΉΜΥΣΗΝ-ΔΥ ςΚΡΌ,

ΣΤΥ ΠΗΓ’δ δΑιΝ ΣΤΥ ΝΕΡΌ…

 

’ιτσ ΒΑΡΌ, ΕΝ ΜΚΡ’ ΑΝ τέςΣ,

ΜΑΝΑΧΉ-Σ ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ΔΡέςΣ,

ΒέΛτΗΜ, Ξ’ΛΚΑ ΘΑ ΗΡΉΣ»,

ΘΊιΑ-Τ Κ’ΘΙΤ ΚΗ ΝΥΝΊΖ.

Α ^ΗΦΤΊΜΣ ΝΥΝΊΖ: «βΑι, Μ’ΝΑ!»

ςΞ]ΉΦΤ βΗΓΛΊΖ ΚΗ ΑΠ ΑΤ\Π’ΝΥ,

ΣΌΤΑ τΉςΗΝΙ ΧΑΠ’Ρ,

ΔΌΚΗΝ Κ’ΤΥ, ι’ΝΔΥ ΠΣ’Ρ!

ΘΊιΑ-Τ ΧΎΛΚΣΗΝ «β’ι, ΘΙΓΎτσΚΥ!»

ΉβΡΗΝ Ν ΠΌΡΤΑ-ΤΙΝ ΣΤΙΝΎτσΚΥ,

ΛΊΓΥ τέΣΠΑΣΗΝ ΧΥΛΊτσ,

Λ’ΧτσΗΝ ΚΖέΝ ΑΧ ΤΥ ιΑΛΊτσ…

 

^ΗΛΣΗβέΤ ΤΥ ΛΈΓΥΜ Τ ΌΡΑ,

ΑΧ ΤΥ ΞΌΛ ΗΡΉΖ ΑΣ Τ ΧΌΡΑ.

ΘΊιΑ-τσ ΔΡές ΧΑΡςΎ-τσ ΚΗ ΧΛΊΖ,

ΛΊΓΥ ΠέΜΝΙΝ ΝΑ ΧΤΡΑΜΉΖ…

- ΤΊ Αιτσ, ΘΊιΑ, ιΌΧΣΑΜ τσ’ΝΣΗΣ?

Ξ’Χ ΤΑ βΌιδΑ-Μ ΑΒΡΑΤΡ’ιΣΗΣ!

    ακόμη κ τα βόδιαμου τρόμαξες!

ΠΎ ΖΥΡΛΊδΚΑ ΧΑΤΑΛΈιβΣ?

ιΌΧΣΑΜ τσ’ΝΣΗΣ, ΠΌΣ Αιτσ ΦιέβΣ?

ΘΊιΑ-τσ ΠέΡ ΠΗΧΤ’ ΑΝ’ΣΑ:

- Όι, ΤΥ ΝΎ-Μ ΤΙΚΜΉΛ ΓΟ Χ’ΣΑ!

ΤΥ ΚΥΡΉτσ-Μ, ΓΟ τΉ ΠΥΡΎ,

ΠΡέΠΝΑ ΤΌ ΚΑΝΑ ΔζΑΔΎ, |ЏΑΔΙ|στοιχειό

ΠέΛΣΗΝ Κ’ΤΥ ΧΤΥ ΤΑΒ’Ν-ΣΑΣ,

Ξ’Χ ΑιδΌΝΚΣΗΝΙ Τ ΑΡ’Ν-ΣΑΣ!

ΚΌΜΑ τέΡΚΝΙ ΤΑ ΜιΑΛ’-Μ,

β’ι, ΜΑΝΑ-Μ ΚΗ β’ι ΜΑΝΑ-Μ!

 

^ΗΛΣΗβέΤ τΗ ςΑςΜΑΛ’ιΣΗΝ,

ιΥΡΥΧΤ’ ΠΗΣ ΣΠΉΤ ΧΥΛΔ’ιΣΗΝ,

ΈΒΗΝ ΠέΣΥ ΚΗ βΗΓΛΊΖ,

Π’ΠΥΣ ΠέΦΤ ΚΗ ΛΑΧΤΑΡΉΖ… λαχταρίζει, λαχταράει, απο το λακτίζει.

ΉςΗΝΙ ΝΕΡΌ Τ ΛΑΚ’ΝΑ,

ζΥΡΥΛΔ’ιΚΣΗΝ-ΔΥ ΑΠ’ΝΥ-Τ,

ι’Ν ΚΑΤΊτσΑ ςΛΌΘΙΝ ΤΌΣ,

ΑΣ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ Φ’ΝΙΝ ΦΌΣ…

ΣΚΌΘΙΝ Π’ΝΥ – ΠΗΤΑβΡΉΣΤΙΝ, ζυγιάστηκε

ΤΥ ιΑΜΒ’ς-Τ ΠιΑΝ ΚΗ ΤΑΝΔΛΊΣΤΙΝ, ταλαντεύθηκε

ΔΡ’ΝΣΗΝ ΛΌΡιΑ-Τ ΚΗ ΝΥΝΊΖ:

«ΠΤΡ’ιΣΑ ΌΛΑ-ΠΑ ΤΑ δΛΊιΣ!»

…ΗΝΕΚΎ ΣΠΗΤΊ ΤΥ δΛΊιΑ,

τές ΝΈ Σ’Ν ΚΗ ΝΈ ΜΝΥΣΤΊιΑ,

ΟΤ βΑΡΊ ΕΝ Ές ΑΣΛΊ,

ΜΑ τΉ ΠΣΤΈβΝ-ΔΥ ’ΝΔΡ ΠΥΛΊ!

1965 – 1967.

 

ΠςΗΡΗΤΊΡ επιχειρητήρι

(ας το πούμε «αρχινιστήρι» =στροφή που χρησιμεύει για έναρξη παραμυθιών)

ΚΑΛτΗΡΝΈςΥ ΜέΡΑ – ΜΉιΑ,

ΉΡΖΑ ΓΟ ΧΤΥ ΞΌΛ, ΑΧ Τ δΛΊιΑ.

καλοκαιρινή μέρα μία, γύριζα απο την εξοχή, απο τη δουλειά.

Γ’ΛιΑ-Γ’ΛιΑ ΝΔΥ ΣΑΒΎΡ,

ΓΟ ΚΑΤΈβΑ ΣΤΥ ^ΚΥΠΎΡ…

αγάλια αγάλια, υπομονετικά, κατέβηκα στο Κουπούρ (= «Γέφυρα», στο χωριό Σαρτανά).

ΧΤΥ ^ΚΥΠΎΡ Π ΑΤΌ ΜΑΡέιΑ,

ΓΟ ΔΡΑΝΎ Π Κ’Σ Ν ΠΥΤΑΜέιΑ,

απο της Γέφυρας την άλλη μεριά, βλέπω απο κάτω, στην ποταμιά,

ΞΑΡΑΝΛΈΦΤΑΝ, Κ’ΘΝΙ ΜΚΡ’,

ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ τές ΞΑΡ’!

μαζεύτηκαν, κάθονται μικρά παιδιά, χαχανίζουν απερίγραπτα!

ΠΉΓΑ ΣΜ’-ΤΙΝ, ΚΑΛΜΗΡΉΘΑ,

ΦΚΡΥΜΗ, ΛΕΓΝΙ ΠΑΡΑΜΗΘΑ,

πήγα κοντάτους, χαιρέτησα, ακούω, λένε παραμύθια,

ΛΈ-τσ ΜΑΣ’ΛιΑ Π’ΠΥΣ ΉΣ –

^ΚΣεΝΟΦΌΝΤΟβ ^ΠΑΝΔΙΛΊΣ.

τους λέει μύθους παππούς ένας, ο Ξενοφόντωβ Παντελής.

ΣΜ’-ΤΙΝ βΌςΚΝΙ ΠΡΥβΑΤΊΞΑ,

βΌςΚΝΙ ΣΜ’-ΤΙΝ ΚΗ ΤΡΑΉΞΑ,

κοντάτους βόσκουν προβατάκια, βόσκουν κοντάτους και μικροί τράγοι,

- ΠέΜΝΙΣ, ΣΉ, ^ΛΙβΌΝ, ΑΡΓΌΣ –

βέΛΚΣΗΝ, ΉΠεΝ-Με ^ΞΑΚΌΣ.

- «έμεινες, Λεβόνη, αργά», με κοίταξε και είπε ο Чακός.

ΓΌ ΤΥ ΠςΉΡΣΑ, ’ΡΤΑ ΠΤΡ’ιΣΑ,

ΤΥ ΜΑΣ’Λ ΤΌ ΔΡές, τΉ ΦΛ’ι-Σε.

εκείνο που άρχισα, ήδη το τελείωσα, ο μύθος τρέχει, δέν σε περιμένει.

ΜΑ τΗΡΌ ΑΝ ΈςΣ, ΠΥΡΎ,

Κ’ΝΑ τι’ΛΥ ΝΑ ΠςΗΡΎ.

αλλα καιρό άν έχεις, μπορώ κανένα ακόμη να αρχίσω.

ΤΥ ΣΑΚΎΛ<Ι>-Μ ΠΗΡΗΛΊΘΗΝ,

Ές ΑΠέΣΥ ΠΑΡΑΜΉΘΑ.

το σακκούλιμου λύθηκε, έχει μέσα παραμύθια.

- ΤΈΚΑΣ τέΧΥ-ΠΑ τΗΡΌ,

Πι’ΣΗΤ, Π’ΠΥ, – ΉΠΑ ΓΌ.

- «άν και δέν έχω καιρό, πιάστε (=αρχίστε να λέτε παραμύθι), παππού» απάντησα εγώ.

^ΠΑΝΔΙΛΊΣ δΟ Κ’Τ ΣΜΑΡΛ’ιΣΗΝ

ΚΗ ΜΑΣ’Λ ΝΑ ΛΈι ΔζΥΝ’ιΣΗΝ…

ο Παντελής τότε κάτι παράγγειλε και (έναν) μύθο να λέει ξεκίνησε…

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 14.04.1967)

 

^ΧΡΗΣΤΌΣ ΚΗ Αι-^ΠέΤΡΟΣ

ΚΉΚΚΥ ΞΌΛ, ΚΑΝΊΣ τεΝ ΠδΙΝΑ: KEEJiKικο XÖL, κανείς κι έν πουθενά:

δΊ ΝΥΜ’Τ, ΤΕΚ, ΠΗΣΑΛΊΝΑ δύοι νομάτοι TEK πίσω αλλήλων

Π’ΓΝΙ. ΉΣ-ΤΙΝ ΈΝ ^ΧΡΗΣΤΌΣ,υπάγουνε. είς-των ένι Χριστός

ΛΊΓΥ ΠΉΣΥ ^’ι-^ΠεΤΡΟΣ. λίγο πίσω ’ι-Πέτρος

          έρημη εξοχή, κανείς δέν είναι πουθενά: δυό άτομα μόνο, ο ένας πίσω απο τον άλλον, πορεύονται. ο έναςτους είναι ο Χριστός, λίγο πιό πίσω ο ’γιος Πέτρος.

ΛΊΓΥΣ ΠΉΝΙΜΥ ΚΗ Φ’ιΜΥ, δίχως πίνημο κ φάγημο

’ιτσ ΗΝΈιΑ ΜέΡΗΣ δ’ιΝΑΝ, έτσι εννέα μέρες διάβαιναν

ΜΑ ΑΤΊ ΠΥΧ τΉΧΑΝ Θ’ΡΥΣ, μα αυτοί οπου εκ κι είχαν θάρρος

ΑΣ ΤΑ δΈΚΑ – δΊ-ΤΙΝ Χ’ΡΑΝ: εις τα δέκα δύοι-των εχάραν:

          χωρίς ποτό και τροφή, έτσι εννέα μέρες βάδιζαν, αλλα απο’κεί που δέν τό’λπιζαν, στη δέκατη μέρα οι δυότους χάρηκαν:

ΣΤΥ ΧΑΜέΛΥΣ, ΑΣ Τ ΑΤΊτσ, εις το χαμήλος εις τα αυτοί-τους

βΡέΘΙΝ ΈΝΑ ΠΡΥβΑΤΊτσ. ευρέθην ένα προβατίτσι.

στα χαμηλά (σε κοιλάδα, σε μέρος χαμηλότερο απο εκεί που βρίσκονταν αυτοί), τους βρέθηκε ένα προβατάκι.

Χ’ΡΑΝ δΊ-ΤΙΝ-ΠΑ ΤΟ Τ ΌΡΑ, εχάραν δύοι-των-πα αυτό το ώρα

ΉβΡΑΝ Κ’τστσΑΝ ΑΣ Τ ΑβΌΡΑ, ηύραν κάθισαν εις το ευώρα

ΠςΉΡΣΑΝ ΈβΑΛΑΝ ΣΤΑβΡΌ, επιχείρησαν έβαλαν σταυρό,

ΛΈι ^ΧΡΗΣΤΌΣ ΤΥΝ ^Αι-^ΠεΤΡΟ: λέγει Χριστός τον ’ι-Πέτρο:

          χάρηκαν και οι δυότους εκείνη την ώρα, βρήκαν (ένα βολικό μέρος) κάθισαν στη δροσιά, άρχισαν έκαναν το σταυρότους, λέει ο Χριστός στον Αγιο-Πέτρο:

«Ό, ΠεΤΡΟ, ΦΥΚΡΉΘ ΣΗ ΜέΝΑ, ώ, Πέτρο, εφακροήθητι σύ μένα

ςέΡΑ ΈςΣ ΒΑςΧΑΡΗΜέΝΑ, χέρια έχεις BA$HARημένα

ΉΣΗ, ΉΣΗ, ΑΧ ΌΛΣ ΤΙΜΉΣ-Σ, είσαι είσαι εκ όλους TEMiz-ης

Κ’ΜΣ ΧΗΛΔ’ΡΚΑ Π’ΝΔΑ δΛΊιΣ. κάμεις AQILDARικα πάντα δουλείες.

          «ώ Πέτρο, άκουσεμε, χέρια έχεις καταφερτζίδικα, είσαι, (όντως) είσαι απο όλους πιό παστρικός, κάνεις μυαλωμένες πάντοτε δουλειές.

ΣΉ Τ’ Κ’ΜΣ ΓΟ ΌΛΥ ΠΣΤΈβΥ, σύ τά κάμεις εγώ όλο πιστεύω.

ΜΉΣ ΝΑ Φ’ΓΥΜΗ ΗΡέβΥΜ, εμείς να φάγομε γυρεύομε.

ΦΣ’ΚΣΗ ΣΉ ΤΥ ΠΡΥβΑΤΊτσ, σφάξε σύ το προβατίτσι,

ΜέΝΑ ΦΉΝΣ-Με ΤΥ ΔζΚΑΡΉτσ». εμένα αφήνεις-με το ZiJERίτσι.

          σε όλα όσα κάνεις εγώ πάντα έχω εμπιστοσύνη, (λοιπόν) εμείς να φάμε θέλουμε, σφάξε εσύ το προβατάκι, εμένα θα μου αφήσεις το συκώτι».

ΚΗ ^ΧΡΗΣΤΌΣ Σ ΈΝΑ ΜΑΡέιΑ, και Χριστός εις ένα μερέα

δ’ιΝ ΑΠ Κ’ΤΥ ΣΝ ΚΑΦΑΛΈιΑ, εδιάβη απο κάτω στην κουφαλέα.

Κ’τστσΗΝ δ’βΑΖΗΝ ΧΑΡΤΊ, κάθισεν διάβαζεν χαρτί,

ΚΑΘΙΤ’ ΟΣ ΝΑ Τ\ΜΗΘΊ. καθιστά ώς να κοιμηθεί.

          και (αφού έτσι είπε) ο Χριστός σε μιά μεριά πήγε κάτω απο μιά κοιλότητα δέντρου, κάθισε και διάβαζε ένα βιβλίο (καθιστός με την πλάτη ακουμπισμένη στο δέντρο) ώσπου να κοιμηθεί.

ΑΝΔΥ ΜέΓΑ ΒΑςΧΑΡΉιΑ, εν τω μέγα BA$HARεία

^Αι-^ΠεΤΡΟΣ ΠςΗΡ’ ΤΥ δΛΊιΑ: ’ι-Πέτρος επιχειρά το δουλεία:

ΦΣ’ΓΝ ΑΠΣ’ ΤΥ ΠΡΥβΑΤΊτσ, σφάγνει αψά το προβατίτσι,

ΜΑΗΡέβ-ΤΥ ΝΔΥ ΖΥΜΉτσ. μαγειρεύει-το εν τω ζουμίτσι.

          με μεγάλη επιδεξιότητα ο Αγιος-Πέτρος αρχίζει τη δουλειά: σφάζει μάνι μάνι το προβατάκι, το μαγειρεύει με ζουμάκι (σούπα).

ΌΡΑ Π’ι, ΜΝΥΣΤ’δΑ ΜΉΡΣΗΝ, ώρα πάει, εμνοστάδα μύρισεν,

^Αι-^ΠεΤΡΟΣ ΣΜΑ ΚΛΥΘΥΉΡΖΗΝ, ’ι-Πέτρος σιμά κλωθογύριζεν,

δΙΝΑΤ’ ΝΑ Φ’ι ΗΡέβ, δυνατά να φάει γυρεύει,

ΤΥ ΔζΚΑΡΉτσ ΠΗΧΤ’ ΔΙΝΓΚέβ. το ZiJERίτσι πηχτά DINGεύει.

          ώρα περνάει, νοστιμιά μύρισε, ο Αγιος-Πέτρος κοντά (στο φαγητό που μαγειρευόταν) κλωθογύριζε, έντονα επιθυμεί να φάει, το συκωτάκι συχνά το δοκιμάζει.

ΚΗ ΑΤΌΣΥ ΤΥ ΔΙΝΓΚ’ιΣΗΝ, κ ετόσο το DINGάησεν

ΌΣ ΠΥ ΌΛΥ-ΠΑ ΝΑ ΠΤΡ’ιΣΗΝ. ώς που όλο-πα να BiTiRάησεν.

          και τόσο (πολύ, επανειλημμένα) το δοκίμασε, ώσπου όλο το τελείωσε.

ΛΊΓΥ ΠέΡΑΣΗΝ τΗΡΌΣ, λίγο πέρασεν καιρός,

ΓΝΈΦΣΗΝ – ΡΌΤΣΗΝΙ ^ΧΡΗΣΤΌΣ: ενήφησε - ρώτησενε Χριστός:

          λίγο πέρασε ώρα, ξύπνησε, ρώτησε ο Χριστός:

- ΤΊΓΛΑ ΕΝ ^ΠεΤΡΟ ΤΑ δΛΊιΣ? -τί-λογα ένι Πέτρο τα δουλείες;

ΜΑΗΡέΦΤΙΝ, ΤΊ ΝΥΝΊΖΣ? μαγειρεύθη, τί νουνίζεις;

          -«τί γίνεται, Πέτρο; έχει μαγειρευτεί; πώς σου φαίνεται;

β’Λ ΤΡΑΠέΖ ΜΗΣ ’Σ ΧΑΠΌΣΥΜ βάλε τραπέζι εμείς άς χαπώσουμε

ΚΗ Σ ΠΗΡ’ΣΥΜ, Σ ΚΑΤΑΣΌΣΥΜ, κ ας περάσουμε ας κατασώσουμε,

ΑΝΔΥ ΦΌΣ ΚΑΝΑ ΚΥΜ’Τ, εν τω φώς κάνα κομμάτι,

ΣΌΤΑ ΈΧΥΜΗ ΔΑΓ’Τ. εις ότε έχουμε DAGAT.

          στρώσε τραπέζι να τσιμπήσουμε και να περπατήσουμε κι άλλο να προλάβουμε με το φώς (της μέρας) κάποια απόσταση, όσο έχουμε αντοχή.

ΈΜΒΡΥ ΣΤΡ’ΤΑ ΜέΓΑ ΦΛ’ι-ΜΑΣ. έμπρο στράτα μέγα φυλάει-μας

ΜΉ ΠΗΜέΝΣ ΣΗ ΛΊΓΥΣ Φ’ιΜΥ, μή απομένεις συ δίχως φάγημο.

Φ’ι ΤΥ ΚΡέιΑΣ, ΤΥ ΖΥΜΉτσ, φάε το κρέας, το ζουμίτσι,

ΜέΝΑ ΦέΡ δΟ ΤΥ ΔζΚΑΡΉτσ!... εμένα φέρε εδώ το ZiJERίτσι!...

          μπροστά δρόμος μεγάλος μας περιμένει. μή μένεις δίχως φαγητό, φάε το κρέας, τη σουπίτσα, σε μένα φέρε εδώ το συκωτάκι!...

ΠςΉΡΣΗΝ ΚΛΌΣΤΙΝ ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ, επιχείρησε, εκλώστη δίχως άκρα,

^Αι-^ΠεΤΡΟΣ ΚΥΝΌΝ ΞΑΧ δ’ΚΡΥ. ’ι-Πέτρος κενώνει XAQ δάκρυο.

          άρχισε γύριζε (γύρω απο τον εαυτότου, απο’δώ κι απο’κεί, απο την αμηχανίατου) ασταμάτητα, ο ’γιος Πέτρος χύνει και δάκρυ.

ΜΗΤΑΝΙΣ βΑΛ ΚΗ ΣΤΑβΡΌ, μετανοίες βάλλει κ σταυρό,

ΛΈι ΝΔΥ δ’ΚΡΥ ΤΑΡΑΓΌ: λέει εν τω δάκρυο ταραγό:

- Ό, ΘΙΓΎτσΚΥ-Μ, ^ΠΑΝΑΉιΑ! -ώ, Θεούτσικο-μου, Παναγία!

ΓΟ ΥΓΡ’ιΣΑ ’ΤΧΥ δΛΊιΑ! εγώ UGRA-ησα άτεγγο δουλεία!

          κάνει μετάνοιες, κάνει το σταυρότου, λέει (λόγια) με δάκρυ ανακατεμένα: «ώ, Θεούλημου, Παναγία! μου έτυχε κάτι φοβερό!:

ΚΣέΡΣ, ^ΧΡΗΣΤΌ, ΤΥ ΠΡΥβΑΤΊτσ, ξέρεις, Χριστό, το προβατίτσι

ΠέΣΥ-Τ τΉςΗΝΙ ΔζΚΑΡΉτσ! απ'έσω-του κί είχενε ZQARίτσι

ΈΝΑ ΌΡΑ ΤΥ ΧΑΔΡ’ιβΑ, ένα ώρα το QADIRάευα

’ΜΑ τΉβΡΑ, Ξ’Χ ΜΑΝΓΚΡ’ιβΑ. ΑΜΑ κί ηύρα, ΞΑ# ΜΕγγΡάευα

          ξέρεις, Χριστέ, το προβατάκι μέσατου δέν είχε συκωτάκι! μιά (ολόκληρη) ώρα το έψαχνα, και όμως δέν βρήκα, μέχρι που έσκουζα (απο την έκπληξημου)!

ΜέΝΑ, ΠΉΣΤΙΠΣΗ, ^ΧΡΗΣΤΌ, μένα πίστεψε, Χριστό,

ΑΝ ΚΑΡδΊιΑ-Μ ΑΝΙΧΤΌ, εν καρδίαμου ανοιχτό

ΛΈΓΥ ΣέΝΑ ΓΟ ΑΛΊΘΑ, λέγω σένα εγώ αλήθεια

ΛΊΓΥΣ ΔζΚ’Ρ ΑΤΟ ΗΝΊΘΙΝ!... δίχως Ζ!ίΓΕΡ αυτό εγεννήθη!

          πίστεψεμε, Χριστέ, με την καρδιάμου ανοιχτή σου λέω την αλήθεια, χωρίς συκώτι αυτό (το πρόβατο) γεννήθηκε!...»

ΚΗ ΧΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ ΛΊΓΥΣ ’ΚΡΑ, και εκ τα μάτιατου δίχως άκρα

ΚΑΤΙΝΎτσΚΥ δ’ιΝΙΝ δ’ΚΡΥ… κατενούτσικο εδιάβαινε δάκρυο...

          (έτσι έλεγε) και απο τα μάτιατου ασταμάτητα πυκνό πυκνό έτρεχε δάκρυ…

ΣΤΈΡΑ ΉΠΗΝΙ ^ΧΡΗΣΤΌΣ, υστέρα είπενε Χριστός,

ΧΥΛιΑΖΜέΝΥΣ ΚΗ ΝΙΣΤΚΌΣ: χωλιασμένος και νηστικός:

          ύστερα είπε ο Χριστός, θυμωμένος και νηστικός:

- ΠΉΡΗΣ Π’ΝΥ-Σ ΜέΓΑ ΚΡΉΜΑ, -πήρες πάνωσου μέγα κρίμα,

Δ’ΜΑ-Σ ΔΡέΠΥΜ ΓΟ ΝΑ ΉΜΗ. αντάμασου ντρέπομαι εγώ να είμαι.

ΠΣέΜΑ ΛΈΣ-Με ΚΥΤΥΡΎ, ψέμα λέγεις-με ΚΟΙΤΥΡΥ,

ΣΉ-ΠΑ τΉΣΗ ΑΠ ΘΙΓΎ! σύ-πα κί είσαι απο Θεού!

          -«πήρες επάνωσου μεγάλο κρίμα, μαζίσου ντρέπομαι να είμαι. ψέμα μου λές ανεύθυνα, και σύ δέν είσαι (=δέν ενεργείς) απο Θεού!

ΈΖΣΑ ’ΡΤΑΧ ΧΡ’Ν-ΧΑΔ’Ρ, έζησα ΑΡΤΙ# Α#ΡΑΝ #ΑΔΑΡ,

τΉδΑ ΠΡ’ΜΑ ΛΊΓΥΣ ΔζΚ’Ρ! κί είδα πράμα δίχως Ζ!ΓΕΡ!

          έχω ζήσει ήδη μέχρι αυτήν την ηλικία, δέν είδα (ποτέ) ζώο δίχως συκώτι!

ΣΉ-ΠΑ δ’ιΣ ΑΧ ’ΛΑ ΧΝ’ΡιΑ, σύ-πα εδιάβης εκ άλλα χνάρια.

ΈΧΥΜ ΜΗΣ ΚΑΤΌ ΔΗΝ’ΡιΑ, έχουμε εμείς εκατό δηνάρια.

ΈΛΑ ΜΗΣ ΑΣ ΤΑ ΜΡΑΣΤΎΜ, έλα εμείς άς τα μοιραστούμε,

ι’ΧιΑΧΤ’Ν ΑΣ ΔΑΓΛΙΦΤΎΜ, - ΑιΑ# ΑιΑ#ΤΑΝ άς ΔΑΓΛευτούμε.

          κι εσύ (λοιπόν) βάδισες απο άλλα χνάρια (=πήρες άλλο δρόμο). έχουμε εμείς εκατό δηνάρια, έλα να τα μοιραστούμε, και να σκορπίσουμε (=να πάρει ο καθέναςμας το δικότου χωριστό δρόμο)».

ΉΠΗΝ ’ιτσ ^ΧΡΗΣΤΌΣ ΚΗ ΖΒδ’Ζ, είπεν άετσι Χριστός και σπουδάζει

ΤΑ ΔΗΝ’ΡιΑ-ΤΙΝ ΝΑ ΜΡ’Ζ. τα δηνάρια-των να μοιράζει.

          είπε έτσι ο Χριστός και σπεύδει τα δηνάριατους να μοιράσει.

ΞΑΡΑΝΊΞΑ Κ’Μ-ΔΑ ΤΡΉιΑ, ΞΑΡΑΝίτσια κάμει-τα τρία.

^Αι-^ΠεΤΡΟΣ ΑΝ Τ ΘΑΓΜΑΣΉιΑ, ’ι-Πέτρος εν τη θαυμασεία

ΠςΉΡΣΗΝ ΡΌΤΣΗΝ ΤΥΝ ^ΧΡΗΣΤΌ: επιχείρησεν ρώτησεν τον Χριστό:

- ΤΊΓΛΥ Θ’ΓΜΑ, ΤΊ ΕΝ ΤΟ, -τί-λογο θαύμα, τί ένι αυτό,

ΣΉ ΚΗ ΓΌ – ΜΗΣ ΉΜΑΣ δΊιΑ, σύ και εγώ - εμείς είμες δύα,

ΞΑΡΑΝΊΞΑ Κ’Μ ΣΗ ΤΡΉιΑ! ΞΑΡΑΝίτσια κάμεις σύ τρία!

          πακετάκια τα κάνει τρία. ο ’γιος Πέτρος με απορία άρχισε ρώτησε τον Χριστό: τί παράδοξο πράγμα, τί είναι (=τί νόημα έχει) αυτό, εσύ κι εγώ, είμαστε δύο, πακετάκια κάνεις εσύ τρία!

ΤΊΣ ΤΥ ΤΡΉΤΙ ΘΑ ΠΥ <ΤΥ> Π’Ρ, τί το τρίτη θα το πάρει,

Πέ-ΤΥ ΜέΝΑ ΤΥ ΧΥςΧ’Ρ? ειπέ-το μένα το #Ος#ΑΡ.

          ποιός το τρίτο θα πάρει, εξήγησέτομου το μυστήριο!

ΤΌΤΙ ΉΠΗΝΙ ^ΧΡΗΣΤΌΣ: τότε είπενε Χριστός:

ΘΑ ΤΥ Π’Ρ ΤΥ ΤΡΉΤΙ ΤΌΣ, θα το πάρει το τρίτη αυτός

ΤΊΣ ΤΥ ΈΦΑιΝ ΤΥ ΔζΚΑΡΉτσ, τίς το έφαγεν το Ζ!#ΑΡίτσι

ΑΧ ΤΥΚΌ-Σ ΤΥ ΠΡΥβΑΤΊτσ! εκ το δικό-σου το προβατίτσι!

          τότε είπε ο Χριστός: θα το πάρει το τρίτο αυτός ο οποίος έφαγε το συκωτάκι απο το δικόσου το προβατάκι!

    ^Αι-^ΠεΤΡΟΣ ΞΑΧ Χ’ΡΗΝ, Ρ’ΝτσΗΝ, ’ι-Πέτρος ΞΑ# εχάρη, ράντησε,

ΣΤΑ ΔΗΝ’ΡιΑ ΣΜ’ ΞΑΧ Κ’τστσΗΝ, στα δηνάρια σιμά ΞΑ# κάθισεν,

ΤΥΝ ^ΧΡΗΣΤΌ ΛΕι: - ΓΟ ΔΙΝΓΚ’ιβΑ, τον Χριστό λέει: -εγώ ΔΕγγΓάευα

ΌΣ ΠΥ ΌΛΥ-ΠΑ ΝΑ ΠΤΡ’ιβΑ… ώς που όλο-πα να ΒίΤίΡάευα...

          ο ’γιος Πέτρος κιόλας χάρηκε, πετάχτηκε όρθιος, ώς τα δηνάρια κοντά κάθισε, στον Χριστό λέει: «εγώ το δοκίμαζα, ώσπου όλο το τελείωσα…

ΚΗ ΤΥ ΤΡΉΤΙ ΜέΝΑ ΦέΡ, και το τρίτη εμένα φέρε,

β’Λ-ΤΑ Ξ’ΛΚΑ ΑΣ ΤΥ ςέΡ-Μ! βάλ'τα ΞΑΛικα εις το χέρι-μου!

          (συνεπώς) και το τρίτο (πακετάκι) σε μένα φέρε, βάλ’τα (δηνάρια) γρήγορα στο χέριμου!»

- ιΌΧ - ^ΧΡΗΣΤΌΣ ΚΑΚ’ ΧΥΛι’ΣΤΙΝ, - -ιΟ#, -Χριστός κακά χωλιάσθη-,

ιΑΝΔΥ ΈΦΑιΣ, τΉ ΔΡΥΠι’ΣΤΙΣ, οία άν το έφαγες κί ντροπιάσθης.

ΤΌΤ ΤΥ ΤΡΉΤΙ-ΠΑ ΣΗ ΠέΡΣ-ΤΥ, τότε το τρίτη-πα σύ επαίρεις-το,

’ΜΑ ΤΊ ΘΑ Κ’ΜΣ ΣΗ ΚΣέΡΣ-ΤΥ? άμα τί θα κάμεις σύ ξέρεις-το;

          -«όχι» -ο Χριστός άσχημα θύμωσε- «που το έφαγες δέν ντράπηκες! τότε και το τρίτο (πακετάκι) θα πάρεις, όταν τί θα κάνεις, ξέρεις;

β’Λ ΣΤΑβΡΌ ΚΗ ΜΗΤΑΝΊιΑ, βάλε σταυρό και μετανοία,

ΌΣ ΝΑ Κ’Μ ΚΑΛ’ ΣΚΥΤΝΊιΑ!... ώς να κάμει καλά σκοτεινία!...

          κάνε σταυρούς και μετάνοιες ώσπου να καλοσκοτεινιάσει!».

^Αι-^ΠεΤΡΟΣ ΚΡΗΜΉΣΤΙΝ Κ’ΤΥ, ’ι-Πέτρος κρημνίσθη κάτω,

β’Λ ΣΤΑβΡΌ ΚΗ ΦΛ’ ΤΥΝ Π’ΤΥ, βάλλει σταυρό και φιλά τον πάτο,

ΛΈ ΝΔΥ δ’ΚΡΥ ΤΑΡΑΓΌ: λέει εν το δάκρυο ταραγό:

Ό, ΣΗ ΣΧΌΡΑ-Με, ^ΧΡΗΣΤΌ! ώ, σύ συγχώρα-με, Χριστό!

          ο Αγιος-Πέτρος (με μιάς) έπεσε κάτω, κάνει το σταυρότου και φιλά τη γή, λέει (τα λόγιατου) με δάκρυ ανακατεμένα: «ώ, συγχώραμε, Χριστέ!»

ΚΗ ΠΗΧΤ’ βΑΛ ΜΗΤΑΝΊιΑ, και πηχτά βάλλει μετανοία,

ΤΊΓΛΑ τέβΑΛΙΝ ΚΑΜΉιΑ… τί-λογα κί έβαλεν καμία...

          και συνεχώς κάνει μετάνοιες, όπως δέν έκανε καμιά φορά…

          …ΣΚΌΘΙΝ Π’ΝΥ ^Αι-^ΠεΤΡΟΣ, ...σηκώθη πάνω ’ι-Πέτρος,

ΔΡ’ΝΣΗΝ ΛΌΡιΑ-Τ τέΝ ^ΧΡΗΣΤΌΣ, ανατράνησεν ολόγυρα-του κί ένι Χριστός.

ΝΈ ^ΧΡΗΣΤΌΣ ΣΜΑ-Τ, ΝΈ ΔΗΝ’ΡιΑ, ΝΕ Χριστός σιμά-του, ΝΕ τα δηνάρια,

ΚΉΚΚΑ ΠέΤΑΝΑΝ ΤΕΚ ςΝ’ΡιΑ. ΚΗιίΚικα πέταναν ΤΕΚ χηνάρια.

…σηκώθηκε πάνω ο Αγιος_Πέτρος, κοίταξε γύρωτου: δέν είναι ο Χριστός, ούτε Χριστός κοντάτου, ούτε δηνάρια, αγριοπούλια πετούσαν μόνο, αγριόχηνες.

ΜΑΝΑΧΌ-Τ ΤΟΣ ΠέΜΝΙΝ ΉΣ, μοναχό-του αυτός απέμεινεν είς,

ΛΌΝ ΤΥ ΞΌΛ ΠΑι ΚΗ ΝΥΝΊΖ: ελών το ΞΟΙΛ πάει και νουνίζει:

          μοναχόςτου έμεινε, ένας, στην εξοχή προχωράει και σκέφτεται:

«ΑΝ ΤΥ ’ΞΚΥ-Μ ΝΎ ΓΟ ΚΣΧ’ΣΑ, "εν το ΑΞικο-μου νού εγώ εξεχάωσα,

Τ ΑΚΗΡβΌ-Μ ΤΥΝ ΦΉΛΥ Χ’ΣΑ. το ακριβό-μου τον φίλο εχάωσα.

ΛΈΓΝΙ ΚΌΖΜΥΣ ΧΤΑ ΓΥΡΓ’ – λέγουνε κόσμος εκ τα γοργά

«ΝΔΥ ΧΑΡ’Μ τΗ Π’ιΣ ΜΑΚΡ’!» "εν το }{ΑΡΑΜ κί πάεις μακρά!"

          «με το άπληστο μυαλόμου έσφαλα, τον ακριβόμου τον φίλο έχασα. λένε οι άνθρωποι απο παλιά ‘με την ανομία δέν πάς μακριά!’».

(αυτή η τελευταία φράση, πανάρχαια παροιμία, είναι όλο το νόημα αυτής της ιστορίας, ιδιαίτερα η αραβική λέξη «haram» = «απαγορευμένο», όχι σύμφωνο με τον θεϊκό νόμο, όχι εγκεκριμένο απο τον Θεό. όποιος πράττει το haram μιαίνεται, είναι χρεωμένος απέναντι στο Θεό μέχρις ότου πληρώσει για την παράβασήτου. βασικός νόμος για όλους τους παλαιούς ανθρώπους ήταν να μήν τρώει κανείς άν δέν έχει θυσιάσει απο την τροφήτου στο Θεό. τροφή απο την οποία δέν έχει προσφερθεί θυσία, και προπάντων κρέας άθυτο, είναι haram, και όποιος το τρώει είναι κλέφτης, αφού έφαγε κάτι που ο Θεός δέν του χάρισε, άρα το έκλεψε. πολύ περισσότερο όταν η κλοπή συνοδεύεται απο φόνο: του ζώου. ενώ η θυσία δέν λογίζεται ώς φόνος, γιατί ο Θεός τελεί την θυσία μέσω των ανθρώπινων χεριών, και ο Θεός δέν είναι δυνατόν να κριθεί: όρισε νόμο για τον άνθρωπο, αλλα ο ίδιος είναι υπεράνω κάθε νόμου. απο τον καιρό του αυτοκράτορα Θεοδοσίου στους χριστιανούς απαγορεύθηκαν οι θυσίες. αυτή εδώ η ιστορία κρατάει απο πανάρχαιες προϊστορικές εποχές, οι πρωταγωνιστές μετονομάσθηκαν σε Χριστό και ’γιο Πέτρο για να προσαρμοσθεί η παράδοση στο πλαίσιο του Χριστιανισμού. Είναι όμως επίσης πιθανό να υπήρχε σε κάποιο απόκρυφο ευαγγέλιο κάποιο κείμενο που έγινε η βάση αυτής εδώ της παραδοσιακής διήγησης την οποία κατέγραψε ο Λ. Κυριάκοβ).

Μ’ι – ΗιΎΝ\ 1967

 

ΤΊ ΤΥ ΧΡ’ΣΤΙΣ ΤΥ ΞΑΣΙ?

ΜΉιΑ ΉΡΤΙΝ ΚΗ ΡΥΤ’,

ΤΥΝ ^ΛΑΖ’Ρ ΥΡΤ’ΧΥ-Τ:

ΤΊΓΛΑ ΖΉΣ ΛΊΓΥΣ ΞΑΣΊ,

ΠΎΧ ΜΑΘέΝΣ ΤΙ β’ΧΤ ΕΝ?

- ΤΊ ΤΥ ΧΡ’ΣΤΑ ΤΥ ΞΑΣΊ! –

ΉβΡΗΣ ΜέΓΑ ΓΡ’ΜΑ,

ΖέΡ ΝΑ Μ’ΘΣ ΤΙ ΌΡΑ ΈΝ,

ΜέΓΑ ΕΝ ΤΟ ΠΡ’ΜΑ?

ΚΗ ΤΟ Τ ΌΡΑ ΠςΉΡΣΗΝ ΚΡΎι,

ΝΔΑ ΓΥΡΘέΣ Τ ΓΥΝΈιΑ.

ΑΝΑΝΓΚ’ΣΤΙΝΙ ΧΥΜςΎ-Τ,

ΧΛΊΖ Π ΑΤΌ ΜΑΡέιΑ:

- ΤΊΠΥΤ ΠΡΌΣΥΠΥ ΣΗ ΈςΣ,

ΝΊΧΤΑ… ΤΡΉιΑ ΌΡΗΣ…

ΣΉ τΗ Τ\Μ’ΣΗ, Π’Σ ΤΥ Πδ’Ρ,

ΣΚΌΝΣ ΣΗ ΌΛΥ Τ ΧΌΡΑ!

20.08.67

(αυτό το ανέκδοτο σε διάφορες παραλλαγές έχει κυκλοφορήσει απο παλιά σε πολλές χώρες)

 

ΤΥ ΑΣΛ’Ν ΚΗ Τ ΑΛΙΠΎ

ιΥΡΥΝΔι’ΣΗΝ ΤΥ ^ΑΣΛ’Ν,

ΝΑ ΠΡΑΤΈΚΣ τες δΊΝΑ.

ΛΊΓΥΣ Φ’ιςΥ <Φ’ιΜΥ> ΤΥ ΠεΡ’Ζ,

ΠέΦΤ, ΘΑ ΠΝΊ ΑΧ Η <Ν> ΠΉΝΑ.

ΣΤΈΡΑ ΝΎΝΣΗΝ: Σ δΌΚΥ Ν’Μ,

«ΔΌΚΗΝ Π’ΝΥ-Μ ΠΌΝΥ»,

ΤΊΣ ΘΑ ΈΡΤ ΝΑ Με ΥΧΛΈβ,

Πι’ΝΥ ΚΗ ΧΑΠΌΝΥ.

ΠέΣ ΤΥ ΦΎΛ ΗΠΛΌΘΙΝ, ΠέΦΤ,

ΤΈΣΗΡΑ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ.

ΉΣ ΧΤ ΑΤΌΝΑ τΉ ΗΡΉΖ,

ΤΊΣ ΤΥΝ ΦέΡ ΦΑιΜ’ΤιΑ.

ΜΉιΑ ΉΡΤΙΝ Τ ΑΛΙΠΎ

ΚΗ ΣΤ ΑβΛ’Χ ΤΟ ΣΤ’ΘΗΝ:

- ΤΊΓΛΑ ΈΝ ΤΑ δΛΊιΣ, ^ΑΣΛ’Ν,

ΣΉ, ΠΑΛΈΣΤ, ΚΗ Χ’ΘΙΣ?

ΛΈ Τ ^ΑΣΛ’Ν: - ΝΑ ΖΉΣ, Τ ΑδΡέΦ-Μ,

ΈΝ ΤΑ δΛΊΣ-Μ ΧΑΜέΝΑ.

ΠέΡΝΑ ΠέΣΥ, ΤΊ ΔΡΑΝ’Σ?

δΎιΣ ΝΕΡΌ-ΠΑ ΜέΝΑ.

ΓΌ ΘΑ ΠΉΓΑ ΣΜ’-Σ, ^ΑΣΛ’Ν, -

Τ ΑΛΙΠΎ ΛΕ ΉΣΑ, -

ΜΑ ΧΤΑ ΣέΝΑ ΠΑΤΙΤΡέΣ, πατητριές =πατημασιές, ίχνη.

τΉ ΗΡΉΖΝΙ ΠΉΣΥ!

25.7.1976

(το λιοντάρι και η αλεπού παραβάλλονται σε πολλές σουμερικές και ακκαδικές μεσοποταμιακές παροιμίες, το λιοντάρι ώς σύμβολο της δύναμης, η αλεπού ώς σύμβολο του αδύναμου αλλα πονηρού. μιά σουμερική παροιμία που δέν έχει ακόμη ερμηνευθεί σωστά λέει: «στην πόλη (=στην ανθρώπινη κοινωνία) όχι το λιοντάρι, αλλα η αλεπού είναι ανώτερος». και μιά άλλη: «όποιος έπιασε την ουρά του λιονταριού (=ακολούθησε τους τρόπους του λιονταριού), πνίγηκε στο ποτάμι. όποιος έπιασε την ουρά της αλεπούς (=ακολούθησε τους τρόπους της αλεπούς), σώθηκε».

 

ΤΥ ^ΓΑιδΎΡ ΚΗ ^ΛΊΚΥΣ

ΤΥ ^ΓΑιδΎΡ βΥςΚΉΧΚΗΤ

ιΑΝΑς’ ΣΤ ΧΥΤΡ’.

ΈΝΑ ΓΌΡΑ Φ’ΝΙΝ

^ΛΊΚΥΣ ΧΤΑ ΜΑΚΡ’.

 

ΣΤΥ ^ΓΑιδΎΡ ΜΑΡΈιΑ

^ΛΊΚΥΣ ΔζΥιΥΧΛΈιβ. πλησιάζει

ΤΥ ^ΓΑιδΎΡ ΤΌ ΤΝ ΌΡΑ

ΠςΉΡΣΗΝ ΤΥΠΑΛΈιβ.

 

- ΤΊ Αιτσ ΤΥΠΑΛ’ιΣΗΣ?

^ΛΊΚΥΣ δΌ ΡΥΤ’.

ΤΥ ^ΓΑιδΎΡ ΤΥ Πδ’Ρ-Τ ΣΚΌΝ,

ΛΈ: - Ν’ ΜΉιΑ ΔΡ’.

 

ΈΝΑ Χ’ΝΤ ΚΑΡΦΌΘΙΝ,

ΚΥΚΑΝΊ, ΜΑΚΡΉ.

ΝΑ ΣΤΑΘΊ ΠεΣ ΓΎΛΑ-Σ,

ΝΔΑ Με ΤΡΌιΣ, ΠΥΡΉ.

 

Πι’Σ-ΝΑ, ΒέΛτΗΜ βΓ’ΛΣ-ΤΥ,

ΜΌΝΥ ΔΡ’ ΚΑΛ’…

ΚΗ ΤΥ Πδ’Ρ-Τ ΝΑ ΠΉΣΥ-Τ

ΣΉΚΥΣΗΝ ΠΣΗΛ’.

 

^ΛΊΚΥΣ ΠςΉΡΣΗΝ ΖΓ’ΛΚΣΗΝ

ΚΗ ΡΥΤ’: -ΠΎ ΈΝ?

ΤΥ ^ΓΑιδΎΡ ΑΞΌβΚΑ

Λ’ΧΤΣΗΝ-ΔΥ ΒΗΡΔΈΝ.

 

τσ’ΚΥΣΗΝ ΤΑ δΌΝΔιΑ-Τ.

ΈΦΧΗΝ ^ΛΊΚΥΣ, ΔΡές…

…Τ\ΘΑ ΕςΣ ΜΌΝΥ δΊΝΑ,

ΝΎ-ΠΑ ΤΌ ΘΑ ΈςΣ!

16.12.1976

 

ΤΥ ^ΛΊΚΥ ΚΗ ΤΥ ^ΤΡΑΉ

ΦЪέβ ΤΥ ^ΛΊΚΥ ΧΤΥ ^ΤΡΑΉ. < Φ\έβ ΧΤΥ ^ΛΊΚΥ ΤΥ ^ΤΡΑΉ>

Ξ’Χ ΘΑ ΚΖΎΝ ΤΑ Μ’ΤιΑ-Τ,

ΚΣέΡ-ΤΥ: ΛΊΚΥΣ ΘΑ ΤΥ Κ’Μ

ΤΈΣεΡΑ ΚΥΜ’ΤιΑ.

 

ΤΥ ^ΤΡΑΉ ΤΥ ^ΛΊΚΥ ΛΈ:

- ΈΝΑ ΤΕΚ ΗΡέβΥ –

Μ’ ΛΑΦΤΊτσΑ, Λ’Λ Αβ’,

ΣΤΥ ΣΤΕΡΝΌ-Μ Σ ΧΥΡέβΥ.

 

^ΛΊΚΥΣ ΦΣ’ ΑΝ’-ΚΥΡέ,

ΈΚΑΜΗΝ ΤΥ ΛΌΓΥ-Τ.

ΚΗ ΝΥΝΊΖ, ΤΑΠΛΌΣ, «Σ ΧΥΡέΠΣ,

ΚΑΤΑΣΌΝΥ ΤΡΌΓΥ!»

 

Φ’ΝΑΝ ςΚΛΊιΑ ΤΌ ΤΥ Σ’Τ,

Λ’ΖΝΙ, ΈΡΚΝΙ ΧΤ ΧΌΡΑ.

ΈΦΧΗΝ ^ΛΊΚΥΣ… ^ΤΥ ΤΡΑΉ

ΖΉ-ΠΑ ΌΣ ΑΤΌΡΑ!

18.12.76

 

τέΚΥΠΣΗΝ-ΔΥ ΝΎ-Τ

ΒΑΖΑΡέΤΣ ΛΌΝ Τ ΣΤΡ’ΤΑ δ’ιΝΙΝ,

ΣΤ’ΘΗΝ ΤΟΣ ΣΜΑ ΣΤΥΝ ^ΛΑΖ’Ρ:

ΠέΝΔΙ δΎΓΥ-Σε ΚΥΜΎςΑ,

ΣΉ τΉ Π’ιΣ-Με ΣΤΥ ΒΑΖ’Ρ?...

          ο κάτοικος της πόλης οδοιπορούσε, στάθηκε κοντά στον (χωρικό) τον Λάζαρο: «πέντε σου δίνω ασημένια νομίσματα, δέν με πάς ώς την πόλη;»

 

^Λ’ΖΑΡΣ ΝΎΝΣΗΝ, ΣΤΈΡΑ ΉΠΗΝ:

- ιΌΧ, ΜΑΡέ, ΓΟ ΈΧΥ δΛΊΣ.

ΖέΡ ΗΣ’Π ΕΝ ΤΌΣΥ ΣΤΡ’ΤΑ

’ΛΓΑ ΝΑ ΚΑΡΤΑΚΥΛΊΣ?...

          ο Λάζαρος σκέφθηκε, ύστερα είπε: «όχι μωρέ, έχω δουλειές. υπάρχει καμιά εγγύηση τόσος δρόμος οτι δέν θα ρίξει τα άλογα κάτω (απο την κούραση);»

 

ΒΑΖΑΡέΤΣ δ’ιΝ, ΚΛΥΘΥΉΡΣΗΝ

ΚΗ Π’Λ ΉΡΤΙΝ ΣΤΥΝ ΛΑΖΑΡ:

- τέςΣ ΤΙΖ’ΤιΑ, ΧΡ’ςΚΥΜ, ΠΎΛ-Με

ΚΗ ΚΑΤβΑΣ-ΤΑ ΣΤΥ ΒΑΖ’Ρ?...

          ο κάτοικος της πόλης έφυγε, ξαναγύρισε, και πάλι ήρθε στον Λάζαρο: «δέν έχεις τεζέκια; χρειάζομαι, πούλησεμου και φέρ’τα(μου) στην πόλη».

 

- ΠΌΣ-ΠΑ τέΧΥ? - ^Λ’ΖΑΡΣ ΉΠΗΝ –

ΤΈΚ ΤΙΖ’ΤιΑ ΜΌΝΥ Πέ.

ΤΡΉιΑ Κς’ΖΝΙ Τ’ ΚΥΜΎςΑ

ΦΥΡΤΥΜέΝΑ ΤΑΛΙΚέ… (καρότσα)

          -«και πώς δεν έχω;» ο Λάζαρος είπε, μόνο τεζέκια πές(μου)! τρία ασημένια νομίσματα αξίζουνε φορτωμένα μιά καρότσα.

 

…^Λ’ΖΑΡΣ ΦΌΡΤΥΣΗΝ ΤΙΖ’ΤιΑ

ΚΗ ΔΖΥΝ’ιΣΗΝ ΠΑΧ Τ ΑβΛΊ-Τ.

ΒΑΖΑΡέΤΣ ΠΑ Κ’ΤΣΗΝ Π’ΝΥ

^Λ’ΖΑΡΣ ΠΉιΝ-ΔΥΝ Ξ’Χ ΑΣ ΣΠΉΤ-Τ…

          ο Λάζαρος φόρτωσε τεζέκια και ξεκίνησε απο την αυλήτου. ο κάτοικος της πόλης κάθισε επάνω (στην καρότσα), ο Λάζαρος τον πήγε μέχρι το σπίτιτου…

19.3.1981

(αυτή ιστορία φαίνεται να έχει σχέση με μιά παροιμία που έλεγε ο πατέραςμου: «το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη»)

 

’ιτσ-ΠΑ ΉΤΥΝ ΤΟ ΜΑΚΡΉ…

^Λ’ΖΑΡΣ ΠΎΛΝΙΝΙ ΤΙΖ’ΤιΑ,

ΉΤΥΝ ΚΡΉιΥΣ ςΗΝΔΙΔΈΝ… (πιό κρύο) |ςίΜΔί_ΔΕΝ|= απο τώρα

Π ΈΜΒΡΥ ΔΌΚΑΝ-ΔΥΝ ΣΤΑ ΛΌιΑ,

Π ΠΉΣΥ ΦΛΌΝΚΣΑΝ ΤΥ ΒΗΔΈΝ-Τ. (γύμνωσαν;) το σώματου.

 

ΉΡΣΗΝ ΣΤ ΧΌΡΑ, δΌ ΗΝΈΚΑ-Τ

ΠςΉΡΣΗΝ ΉβΡΗΝ-ΔΥΝ ΜΑΑΝ’:

- ΤΊΓΛΑ ’ιτσ ΤΥ Φτι’Λ-Σ τΗ Χ’ΣΗΣ, πώς έτσι

ι’ ΤΑ βΌιδΑ-Σ ι’ Ν ΞΑΝ’?!... |ΞΕΝΕ|= σαγόνι

 

- ΜΉ ΤΥ ΚΛΈιΣ - ^ΛΑΖΑΡΣ ΤΟΤ ΉΠΗΝ –

ΣΌΝ-ΔΥ, ’Φ-ΤΥ ’Σ ΧΑΘΉ,

’ιτσ-ΠΑ ΉΤΥΝ ΤΌ ΑΠ’ΝΥ-Μ,

ΈΜ ΜΑΚΡΉ ΚΗ ΈΜ ΠΛΑΤΊ…

20.03.81

(του πήρανε το πανωφόρι, και είπε: μήν το κλαίς, και μακρύ μου ήταν και φαρδύ. Λάζαρος είναι κάποιος τύπος αφελούς χωρικού στα ανέκδοτα των Ρωμιών, όπως οι Κρητικοί λένε ανέκδοτα με τον «Μανωλιό»).

 

ΓΟ ’ιτσ Θ’ΡΝΑ…

ΜΉιΑ ΣΉΚΥΣΗΝ ΚΗ ΡΌΤΣΗΝ

δ’ΣΚΑΛΥΣ ΤΥΝ ^ΚΌΛιΑ:

- Πέ-ΤΥ, ΠΌΣ ΣΗ δΊιΑ ΜέΡεΣ

τΉΣΝΙ ΑΣ ΤΥ ΣΚΌΛιΥ?

 

- ΈΝΑ ΜέΡΑ, – ΉΠΗΝ ^ΚΌΛιΑΣ, –

ΑΣ ΤΥ ΣΚΌΛιΥ τΉΡΤΑ –

Τ ΦΥΡΗΣΉιΑ-Μ ΈΠΛΙΝ Μ’ΝΑ-Μ,

ΝΑ ΦΥΡέΣΥ τΉΧΑ…

 

Σ Τ ’ΛΥ Τ ΜέΡΑ, ΖΒδ’ΖΥ, Π’ΓΥ,

ΜΉ ΑΡΓΌΣ ΠΗΜέΝΥ.

ΠέΣ Ν ΒΑΧΞ’-Σ ΔΡΑΝΎ ΓΟ ΚΡέΜΗΤ,

ΤΥ βΡΑτΉ-Σ ΠΛΙΜέΝΥ.

 

ΝΎΝΣΑ Τ\ΘΑ ΝΑ ΈΡτσ ΣΤΥ ΣΚΌΛιΥ

ΣΉ-ΠΑ ι’ΝΔΙ ΜέΝΑ.

ΚΗ ΔζΥΝ’ιΣΑ ΥΚΣΥΠΉΣΑ,

Σ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ ΧΑΡΥΜέΝΑ.

26.03.81

 

ΖέΡ δΑΦΤΊ-Σ ΤΊ ΚΣέΡΣ-ΤΥ?

ΣΤ’ΘΙΝ Μ’ΝΔΙβΗΝ ΗΣ’Ν,

(ι’ ΚΥΡΉτσ, ι’ Μ’ΝΑ)

ΣΤΈΡΑ ΣΉΚΥΣΗΝ ΤΥ Τ\Φ’Λ-τσ

ΚΗ ΡΥΤ’ Ν τσΙΝΓΚ’ΝΑ:

          στάθηκε μάντευε (δηλαδή άκουγε μιά τσιγγάνα που μάντευε γι’ αυτήν) μιά κοπέλα (είτε ελεύθερη κοπέλα ήταν είτε μητέρα). ύστερα σήκωσε το κεφάλιτης και ρωτά την τσιγγάνα:

 

ΉΠΗΣ ΜέΝΑ ΣΗ ΠΥΛ’,

ΈΝΑ τΉΠΗΣ ΤΈΚΑ:

’ΝΔΡΑ ΈΧΥ, ιΌΧΣΑΜ ιΌΧ?

ΠΌΣΑ ΈΧΥ ΤΈΚΝΑ?

          μου είπες πολλά, ένα δέν μου είπες όμως: άντρα έχω ή όχι; πόσα έχω παιδιά;

 

δΌ τσΙΝΓΚ’ΝΑ ιΥΡΥΧΤ’

ΤΑ ΚΑΠΉτιΑ ΠέΡ-ΤΑ,

ΛΈ: - ΟΤ ’ΝΔΡΑ ΈςΣ ΚΗ ΜΚΡ’,

ΖέΡ δΑΦΤΊ-Σ ΤΊ ΚΣέΡΣ-ΤΥ? (ΤΊ αντί της συνηθισμένης γραφής ΤΗ).

          σ’ αυτό το σημείο η τσιγγάνα κατευθείαν τα χρήματα τα παίρνει, λέει: «οτι άντρα έχεις και παιδιά, μήπως η ίδιασου δέν το ξέρεις;».

27.03.1981

 

ΜΚΎτσΚΥ ΣΤΌΜΑ

ΝΔΑ ΠΥΝΊ ΤΥ δΌΝΔ-Σ, τΗ ΣΤΊΚΗΤ,

ΑΝ ΗΡέβΣ ΣΗ Ρ’ΝΔΑ…

δ’ιΝ ^ΜΑΡΉιΑ ΝΑ β’Λ δΌΝΔιΑ,

ΜΉιΑ ΑΝ ΔΥΝ ’ΝΔΡΑ-τσ.

 

ιΑΤΡΥΣ δΌΝΔιΑ β’Λ, ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ-τσ,

ΉΠΗΝ ΛΌιΑ ΓΎτσΚΑ: είπεν λόγια λιγούτσικα:

-ΜΚΎτσΚΥ ΣΤΌΜΑ Ές ΗΝΈΚΑ-Σ,

ΜΚΎτσΚΥ ΚΗ ΜΥΡΦΎτσΚΥ…

 

^ιΎΡΑΣ ΝΎΝΣΗΝ, ΣΤΈΡΑ ΉΠΗΝ:

-ΠΣέΜΑ τΉΠΑ ΚΌΜΑ.

ΝΑ ΤΥ ΉδΗΣ, ΤΊΓΛΥ Σ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ,

Ές ΗΝΈΚΑ-Μ ΣΤΌΜΑ!

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 20.04.81)

 

ΖΑΒΎΝΣΑ

η ασθενής

ΠέΦΤ ^ΜΑΡΉιΑ ΚΗ ΤΊ <τΉ> ΣΚΎΤΙ –

τέΝ ΚΑΜΉιΑ-ΠΑ ΚΑΛ’.

ΤΊ ΠΥΝΊ δΑΦΤΊ-τσ ΤΊ ΚΣέΡ-ΤΥ,

ΤΡΌι-ΠΑ Π’ΝΔΑ ΚΥΝΔΑΛ’. backwards

          ξαπλώνει η Μαρία και δέν σηκώνεται, δέν είναι ποτέ καλά. τί (της) πονάει (μόνο) η ίδια το ξέρει, και τρώει πάντα ακουμπισμένη πίσω.

 

ΧΑΤΑΛΈιβ ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ^ιΎΡΑΣ,

Τ ΛΑΧΑΡΔΊ-τσ ΝΑ Κ’Μ ΖΒΥδ’Ζ.

ΦέΡ-ΤΑ ΌΛΑ-ΠΑ ΣΤΑ Πδ’ΡΑ-τσ,

ΤΈΚ ΝΑ ΜΉ ΤΙΝ ΑΝΑΝΓΚ’Ζ.

          τρέχει απο δώ κι απο κεί παντού ο Γιούρας, το θέληματης να κάνει σπεύδει. τα φέρνει όλα στα πόδιατης, μόνο να μήν την ζορίσει.

 

^ιΎΡΑΣ ΠέΘΑΝΙΝ, ΖΜΥΝΊΘΙΝ,

ΠΣέΜΑ τέΝ, ΑΣΛΊ ΤΟ Ές…

ΚΖέΝ ^ΜΑΡΉιΑ ΑΣ ΤΥΝ ’ΝΔΡΑ,

ΤΌΡΑ ΤΌΣ ΠΑΝΔΎ-ΠΑ ΔΡές!

          ο Γιούρας πέθανε, ξεχάστηκε, ψέμα δέν είναι, αληθεύει… βγαίνει η Μαρία παίρνει άντρα, (=παντρεύεται) τώρα αυτός παντού τρέχει!

25.04.81

 

ΤΟ Ές ΜέΓΑ ΚΡΉΜΑ…

δΊ ΧΥΔ’δ ΠΗΡΝΈςΥ Σ’Τ

δ’βΑΝ ΑΣ Ν ΚΗΛΣΉιΑ,

ΠςΉΡΣΑΝ ΉΠΑΝ ΤΥΝ ΠΥΠ’:

- ΉΡΤΑΜ Σ ΜέΓΑ δΛΊιΑ…

          δυό (μέλλοντες) συμπέθεροι μιά πρωινή ώρα πήγαν στην εκκλησία, άρχισαν είπαν στον παπά: -ήρθαμε για σοβαρή δουλειά…

 

ΓΟ ΦΗΔ’Ν ΥΣΤΡ’ιΣΑ ιΌ,

ΦΉΛΥ-Μ – ΚΌΡ ΧΑΝΊιΑ,

ΘΈΛΥΜ ΜΊΣ ΝΑ τσ ΣΤΙΦΑΝΌΣΣ,

Σ Κ’ΜΥΜ ΧΑΡΑΤΉιΑ…

          εγώ φιντάνι μεγάλωσα γιό, ο φίλοςμου κόρη αρχόντισσα. θέλουμε να τους στεφανώσεις, να κάνουμε γιορτή…

 

ΧΑΡΑΤΉιΑ, - ΛΈ ΠΥΠ’Σ, -

ΘΙΓΌΣ ΑΓΑΠ’-ΤΥ.

Σ ΈςΗΤ Κ’τσΜΥ ΚΑΝΑ ΤΝ’,

ΣΉΣ, ΧΥΡΣΎτσΚΑ, Τ’ΤΙΣ.

          τη γιορτή, λέει ο παπάς, ο Θεός την αγαπά. καθίστε μιά στιγμή, εσείς, χρυσοί πατεράδες.

ΓΌ ΤΑ ΧΡΌΝιΑ ’Σ ΔΡΑΝΎ,

δΌ ΓΡΑΜέΝΑ ΈΝ ΤΑ:

ΉΚΥΣ ’ΡΤΑ ΈΝ ΓΑΜΒΡΌΣ,

ΝΊΦ ΕΝ δΕΚΑΠέΝΔΙ…

          τα χρόνια να δώ, εδώ γραμμένα είναι: είκοσι χρονών είναι ήδη ο γαμπρός, η νύφη είναι δεκαπέντε… (αυτές ήταν οι τυπικές ηλικίες γάμου στην ελληνική κοινωνία μέχρι πρό τινος)

 

ΛΊΓΑ ΧΡΌΝιΑ ΝΊΦ-ΣΑΣ Ές,

ιΌΧ! ΧΑΉΛΣ τΗ ΝΊςΚΥΜ!

ΜέΓΑ ΚΡΉΜΑ ΧΤΥΝ ΘεΓΌ,

ΓΟ ΘΑ ΚΡΗΜΑΤΊςΚΥΜ!

          λίγα χρόνια η νύφησας έχει, όχι, δέν συμφωνώ! μεγάλο κρίμα απο τον Θεό θα πάρω!

 

ΑΧ ΤΑ δΊιΑ ΤΑ ΜΑΡΈιΣ,

ΈΒΑΝ ΑΣ ΤΥ ΚΣΌιδΥ:

ΥςΑΝΔΡ’ιΣΑΝ ΤΥΝ ΠΥΠ’

δΊιΑ ι’ςΚΑ βΌιδΑ.

          απο τα δύο μέρη μπήκαν στο έξοδο: έταξαν στον παπά δύο νεαρά βόδια.

 

ΧΑΜΝΥΈΛΑΣΗΝ ΠΥΠ’Σ:

- ΑΣ ΤΙ Σ’Σ τΗΜΌΝΥ,

ΧΡΌΝιΑ ΠέΡΥ ΠΑΧ ΓΑΜΒΡΌ,

ΚΗ Π’Σ ΝΊΦ βΥΛΌΝΥ…

          χαμογέλασε ο παπάς: -για σάς και μόνο, χρόνια παίρνω απο τον γαμπρό και στη νύφη τα σφραγίζω… (=στη νύφη τα προσθέτω)

 

ΤΥ ΣΤΙΦ’ΝΙΜΥ ΑΤΌΤ,

ΑΝ ΤΥ ΝΌΜΥ ΝΊςΚΗΤ…

ΈΜ ΠΥΠ’Σ ΚΗ ΈΜ ΧΥΔ’δ

ςέΝΚΑ ΧΑΧΑΝΊςΚΝΙ.

          το στεφάνωμα τότε με το νόμο γίνεται… καί ο παπάς καί οι συμπεθέροι ευτυχισμένοι γελάνε.

 

ΑΝ ΤΥ ΜέΓΑ ΤΥ ΗςΤ’Χ,

ΠςΉΡΣΑΝΙ ΤΡΑΓΌιδΑ…

ΚΌΜΒΥΣΑΝΙ ΤΥΝ ΘεΓΌ,

ΝΔΥ ΖΗβΓ’Ρ ΤΑ βΌιδΑ!…

          με πολύ κέφι αρχίσανε τραγούδια… εξαπάτησαν το Θεό με το ζευγάρι τα βόδια!...

17.05.81

 

ΑΧΗΛΔ’ΡΚΑ ΜΚΡ’

ΑΧ Τ ΧΥΜς’βΑ-τσ ΉΡΣΗΝ Σ ΣΠΉΤ,

Β’ΒΑ βΑΣΗΛΊιΑ

ΚΗ ΤΥΝ Π’ΠΥ ΠςΉΡΣΗΝ ΛΈ

ΜέΓΑ ΘΑΓΜΑΣΉιΑ:

 

- ΑΧΗΛΔ’ΡΚΑ ΈςΝΙ ΜΚΡ’

^ΗΛΣΗβέΤ ΚΗ ^ΜΚΌΛΑΣ.

ΑΧ ΤΑ ΌΛΑ ΤΑ ΜΑΡέΣ

ΣΉΜΥΡ ΉΡΤΑΝ ΌΛΑ.

 

Π’ΠΥΣ ΛΈ: - ΑΧ ΤΑ ΓΥΡΓ’

ΒέΖΗΠΣΑΝ ΝΑ ΦΛ’ΚΣΝΙ,

ΈΜΑΘΑΝ-ΔΥ, ΠΡέΠ, ςΗΡΉδ

ΣΉΜΥΡ ΟΤ ΘΑ ΦΣ’ΚΣΝΙ…

10.06.81

 

ΤΙ ΑΓΝΌΡΣΑΝ-ΔΥ

^ιΎΡΑΣ ΉςΗΝ ΈΝΑ ΧΝΌ,

ΜΌΝΥ ΠςΉ ΚΗ δέΡΜΑ.

ΛΊΓΥΣ ΔΡ’ΝΙΜΥ, ΝΙΣΤΚΌ,

ΛΊΓΥΣ Γ’ΛΑ – έΡΜΥ.

 

ΛΈ Τ ΗΝΈΚΑ-Τ: -Π’ΝΔΑ ΣΉ,

ΑΝΔΥ ΝΎ δΥιΣ ΓΡ’δΑ,

ιΌΧΣΑΜ Σ Π’ΓΥΜ ΑΣ ΤΥ ΠΛΎΜ,

ΤΥ ΈΡΚΗΤ βδΥΜ’δΑ?

 

δ’βΑΝ ΤΙ… ΑτΉ, ΑδΌ,

ΠΎΛΣΑΝΙ ΤΥ ΧΝΌ-ΤΙΝ.

ΚΗ ΠΡΑΤΎΝ… ΔΡΑΝΎΝ ΚΑΛΌ

ΣΤΊΚΗΤ ΑΧ ΤΥΚΌ-ΤΙΝ.

 

ΚΗ ΑΠ-Κ’ΤΥ-ΠΑ ΑΦΝΊΖ,

ΜΣΌ τσΗΒέΡΚΑ Γ’ΛΑ…

ΉΣ ΓΥΡ’Ζ-ΤΥ, ςέΡ ΖΗΣΤ’

ΚΡΎΓΝΙ Τ ΈΝΑ ΝΤ ’ΛΥ.

 

^ιΎΡΑΣ Χ’ΡΗΝ, ΛΈ ΚΑΡΦ’:

- ΑΣ ΤΥ Π’ΡΥΜ, ^βέΡΚΑ!

ΔΡ’, ΝΔΑ ΜΉιΑ-Τ Γ’ΛΑ δΎι,

ΈΝΑ ΜΣΌ τσΗΒέΡΚΑ!

 

- ΜΑ ΤΌ δΊιΑ ΈΝ ΦΥΡΈιΣ

ΑΚΗΡβΌ Χ ΤΥΚΌ-ΜΑΣ!

^ιΎΡΑΣ Τ ^βέΡΚΑ Κ’Μ ΤΟΤ Μ’Τ:

- ΣΌΠΑ, ΦΣ’Λ ΤΥ ΣΤΌΜΑ-Σ!

 

ΤΌ ΑΠ’ΝΥ ΘΑ ΜΑΣ ΣΚΌΣ, -

τι’ΛΥ ΚΑΤ ΓΡΑδ’ΡΣΗΝ… υπολόγισε

ΚΗ ΚΑΠΉτιΑ Ξ’ΛΚΑ ΤΌΣ

ΑΣ ΤΥ ΧΝΌ ΠΛΥΓ’ΡΣΗΝ…

 

…Π’ΓΝΙ ΣΤ ΧΌΡΑ ΛΌΝ ΤΥ ΞΌΛ,

ΛΊΓΥΣ Φ’ιΜΥ – ΠΣΤ’ΘΑΝ

ΚΗ ΤΥ ΧΝΌ-ΤΙΝ-ΠΑ ΜΥΝΚΡΉΖ,

ΝΑ βΥςΚΉΣΝΙ ΣΤ’ΘΑΝ.

 

^ιΎΡΑΣ ΛΈ: ΤΥ ΧΝΌ ΜΥΝΚΡΉΖ,

Χ’ΛΙ ι’Ν ΤΥΚΌ-ΜΑΣ…

- ΓΌ-ΠΑ, ^ιΎΡΑ, ’ιτσ ΜεΤΡΎ,

’ΜΑ Μι’Ζ ΤΥ ΧΝΌ-ΜΑΣ…

 

ΑΝΔΑ βέΛΚΣΑΝ… ΤΊ ΔΡΑΝ’Σ!

Τ\Φ’ΛιΑ, β’ι, ΑΧΜ’ΧΚΑ!

ΈΝ ΤΥΚΌ-ΜΑΣ ΤΟ, ΒΑΡΌ,

ΜΌΝΥ τές ΞΑΧΜ’ΧιΑ!

20.06.81.

 

ΉΝΔΥΝ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ…

ΖΉ ΓΑΜΒΡΌΣ ΚΗ τές ΝιΑΖΜΌ,

ΜΌΝΥ ΤΡΌι ΚΗ Τ\Μ’ΤΙ.

ΜΉιΑ ΠΉιΝ ΣΜΑ-Τ ΠΗΘεΡ’-Τ

ΚΗ ΠςΗΡ’ ΡΥΤ’-ΤΥΝ:

 

ΠΌΣ τΗ Νι’ςΚΗΣ ΤΊΠΥΣ ΣΗ,

ι’ΝΔΥ ΜΚΡΌ ΤΥ ΜΚΎτσΚΥ?

- ΣΥΡΒΑΔζΉΣ ΓΟ τΉΜΗ δΟ, -

ΉΠΗΝ ΤΟΣ ΗΣΎτσΚΑ.

 

δ’ιΝ ΠΎ ΧΡ’ςΚΗΤ ΠΗΘεΡ’-Τ,

ΝΎΝΣΗΝ, ΜΉ ΤΥΝ Χ’ΝΝΙ…

ΈΜ Ν ΒΑΧΞ’-τσ ΚΗ ΈΜ ΤΥ ΣΠΉΤ-τσ,

ΈΓΡΑΠΣΗΝ ΑΠ’ΝΥ-Τ.

 

ΜΑ ΓΑΜΒΡΌΣ ΠΑΛ ΈΝΑ ΚΣέΡ:

ΜΌΝΥ ΤΡΌι ΚΗ Τ\Μ’ΤΙ.

ΠΗΘεΡ’-Τ τΗ ΔΑιΑΝΈβ,

Π’Λ ΠΗιΝ ΣΜ’-Τ ΡΥΤ’-ΤΥΝ:

 

- ΤΌΡΑ ΉΣΗ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ,

ΠΌΣ τΗ ΚΑΜΣ ΠΑΛ ΤΊΠΥΤ?

ΣΚΌΤΙΝ Π’ΝΥ ΤΟΤ ΓΑΜΒΡΌΣ

ΚΗ ΗΣΎτσΚΑ ΉΠΗΝ:

 

- Τ\ΘΈΛΥ ΣΗ ΝΑ Με ΜΑΘΊΖΣ,

τέςΣ ΥΚΎΜ ΑΠ’ΝΥ-Μ.

ΉΜΗ δΟ ΓΌ ΣΥΡΒΑΔζΉΣ,

ΤΊ ΗΡέβΥ Κ’ΜΥ!

25.06.81

 

ΚΥΜΥςΚΑ

ΉΡΤΙΝ ΚΥΜΥςΚΑ ΣΝ ΚΥΜΑ-τσ,

ΠςΉΡΣΗΝ ΚΛΈ ΤΥ ΓΡ’ΜΑ-τσ:

- ΝέΜετσΣ ΠΉΡΗΝ ΤΥ ΞΥΓΎΝ-Μ,

Πέ-Με, ΤΊ ΝΑ Κ’ΜΥ?

 

- ΉΞ ΜΗ Νι’ςΚΗΣ, - ΛΕ ΚΥΜ’-τσ,

ΓΟ ΝεΜέτσΚΗ ΚΣέΡΥ,

’ΜΑ Π’ΓΥ ΚΗ ΡΥΤΎ,

ΠέΡΥ-ΤΟ ΚΗ ΦέΡΥ.

 

ΚΗ ΣΤΥΝ ΝέΜετσ ιΥΡΥΧΤ’,

ΛΊΓΥΣ ΦΌβΥ δ’ι-ΤΙ.

ΠςΉΡΣΗΝ ΛΈ: - ςΥΡΎΜ-ΒΥΡΎΜ,

ΤΥ ΞΑβΎΝ ΔΑβ’ιΤΕ!...

 

ΝέΜετσΣ ΉΠΗΝ: - β’Σ? β’Σ? β’Σ?

Θ’ΡΣΗΝ ΤΟΣ ΡΥΤ’-ΤΙΝ,

«ΤΥ ΞΑβΎΝ, ΜΟΛ, ΈΤΟ β’ς?»

ΛΈι ΤΙ: - ιΌΧ! ΚΥΜ’ ΤΟ…

 

ΑΝΑΝΓΚ’ΣΤΙΝ ΝέΜετσΣ, ΧΛΊΖ,

ΛΈι ΞΑΧ ΣΤΈΡΑ: - ς’ιΖε!

ΚΥΜΑ ΝΎΝΣΗΝ ΉΠΗΝ ΤΟΣ:

- ΕΝ ΑΤΟ ΠεΣ Τ Σ’ζΑ…

 

ΠΑΛ ΚΥΜ’ ΤΥΝ ΝέΜετσ ΛΈ:

(ΑΝ ΧΥΛΊΣ βΗΓΛΊΖ-ΤΥΝ)

- ΦέΡ-ΤΟ ΣΗ, ςΥΡΎΜ-ΒΥΡΎΜ,

ΤΙ ΚΥΜ’-Μ δΑΚΛΊΖ-ΤΥ!...

 

ΉΡΣΗΝ Σ ΣΠΉΤ, ΑδΌ ΚΥΜ’-τσ,

ΦΛ’ι ΝΔΑ δΉιΑ-τσ ςέΡΑ:

- β Σ’ζε ΛΈι, ΕΝ ΤΥ ΞΑβΎΝ-Σ,

ΘΑ ΤΥ ΦέΡ, ΜΑ ΣΤΈΡΑ…

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 16.07.81.

 

ΓΟ ΤΊ <τΉ> ΚΣΧ’ΣΑ

ΜΉιΑ ΉΠΑΝΙ Τ ^ΜΑΡΉιΑ:

- ΤΊΣΗ <τΉΣΗ> ΣΥΡΒΑΔζ’βΑ,

ΠΌΣ ΣΗ ΠΎΛΣΗΣ ΤΑ ΑΡΝΊΘΑ-Σ

ΌΛΑ-ΠΑ Τ ΧΥΜς’βΑ-Σ?

 

ΤΊ ΝΑ ΛΈ ΑδΌ ^ΜΑΡΉιΑ,

ΑΡΤΑ ΉΤΥΝ ΉΤΜΥΣ:

- ΓΟ ΤΊ <τΉ> ΚΣΧ’ΣΑ, ΤΡΌΓΝΙ Σ ΣΠΉΤ-ΤΙΝ,

Α ΉΤΥΝ ΑΣ ΣΠΉΤ-ΜΑΣ!...

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 15.07.81.

 

ΉΝΔΑΝ ΈΝΑ ΛΌςΚΑ

ΉΡΣΑ ΜΉιΑ ΓΟ ΑΧ Τ δΛΊιΑ,

ΠΣΤ’ΘΑ, ΠέΦΤΥ, ΚΛΌςΚΥΜ.

ΛΈ ΗΝΈΚΑ-Μ: ’ΠΑΡ Φ’ι ΣΗ,

ΠέΣ ΤΥ ΚΤΊ ΕΝ ΛΌςΚΗΣ.

 

’ΜΑ ΓΟ ΧΑΔΡ’ιΚΣΑ, ΉβΡΑ,

ΠΉΡΑ ΚΤΊ ΤΥ ΧΡ’ςΚΗΤ.

τέΝτσΑ ΜΉιΑ, τέΝτσΑ δΉιΑ, κέντησα

ΤΊΠΥΤ-ΠΑ τΗ Πι’ςΚΗΤ.

 

ΝΎΝΣΑ ΓΟ, ΠΡεΠ, ΧΤΑ ΓΥΡΓ’ ΕΝ,

’ΡΤΑ ΜΑΗΡΜέΝΑ.

ΣΤ’ΘΑΝ Τ’ ΠΥΛ’ ΑΧ Τ ΌΡΑ-Τ,

ΉΝΔΑΝ ΛΌςΚΑ ΈΝΑ.

 

ΉΠΣΑ ΦΌΣ, ΤΥ ΚΤΊ ΗΣΛ’ιΣΑ,

β’ι, ΝΑ ΠέΛΣΑ Κ’ΤΥ!...

ΤΊΝΞΚΑ Τ\Μ’ΤΙΝΔΥΝ ΑΠέΣΥ,

ΈΝΑ Μ’βΡΥ Κ’ΤΑ!...

ΧΌΡΑ ^ΣΑΡΤΑΝ’) 25.07.81.

 

ΝΑΜΉ Νι’ςΚΗΣ

ΣΤ ΜΑΣΛΟΒΌιΚΑ δ’ιΝ ΗΣ’Ν,

ΠΑΣ ΗΛιΥ Τ ΑΠΣ’δΑ.

τΗΝΔΙΡι’Χ ΝΑ Π’Ρ τΗΡΌΣ

ΈΣΥΣΙΝΙ ΓΡ’δΑ.

 

βεΣΟβςΞ]ΉτσΑ ΚΑΜΑΡΌΝ,

ΛΈ-ΤΙΝ ΑΝΔΑ ΜΉιΑ:

ΚΗΛΛΟΓΡΑΜΉιΑ τΗΝΔΙΡι’Χ

ΘΑ Π’ΡΣ ΤΡ’ΝΔΑ ΤΡΉιΑ.

 

ΠςΉΡΣΗΝ ι’ΣΤΙΝ ΤΥ ΗΣ’Ν, οιάζεται; (νομίζει πως…) αγχώθηκε

- τέΧΥ ΠΎ ΝΑ β’ΛΥ…

ΤΟ ΠΥΤΊΡΗ-Μ ΤΡ’ΝΔΑ ΠέΡ,

ΠΎ ΝΑ β’ΛΥ Τ ’ΛΥ?

 

βεΣΟβςΞ]ΉτσΑ ΑδΟ ΛΈι:

- ΤΟ ΠΥΤΊΡΗ-Σ ΦέΡ-ΤΟ

ΚΗ ΜΉ Νι’ςΚΗΣ… Ζι’ΖΥ ’ιτσ,

ΌΛΥ-ΠΑ ΤΟ ΠέΡ-ΤΟ…

15.08.1981

 

ΛεΓεΝΔΑ

1.

ΑΧ Τ ΧΌΡΑ ΌΚΣΥ, ΛΌΝ ΝΥ Δζ’Π, εκ τη χώρα έξω, ελών το ZZAB,

ΑΝΔΥ ΗςΤ’Χ ΚΗ ΑΝΤ Τ ΑΓ’Π, εν το ίςΤΑ# και εν το αγάπη,

ΉΣ Π’ΠΥΣ ΈβΑΛΙΝ δεΝΔΡ’, είς πάππους έβαλεν δεντρά,