ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις στα Νέα Ελληνικά


 

Γενικά για τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις

 

Επιρρηματικές λέγονται οι προτάσεις που προσδιορίζουν κυρίως το ρήμα μιας πρότασης ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί, δίνοντας πληροφορίες για το χρόνο, τον τρόπο, την αιτία κ.λπ..

Ως προς τη σημασία τους είναι:

 

τελικές,

αιτιολογικές,

αποτελεσματικές,

υποθετικές,

εναντιωματικές- παραχωρητικές,

χρονικέςκαι

αναφορικές, (οι αναφορικές εξετάζονται σε ανεξάρτητη σελίδα)

 

Παραδείγματα

 

• Επειδή οι Κορίνθιοι έχτισαν την πόλη τους πάνω στον Ισθμό, η Κόρινθος έγινε από πολύ παλιά εμπορικό κέντρο.

Η δευτερεύουσα πρόταση: «Επειδή οι Κορίνθιοι έχτισαν την πόλη τους πάνω στον Ισθμό» δηλώνει την αιτία για την οποία η Κόρινθος έγινε εμπορικό κέντρο, και είναι αιτιολογική.

 

• Κατέβηκε, για να αγοράσει τσιγάρα.

Η δευτερεύουσα πρόταση: «για να αγοράσει τσιγάρα» δηλώνει το σκοπό για τον οποίο κατέβηκε και είναι τελική. (στα αρχαία ελληνικά τέλος = σκοπός)

 

• Έτρεχε τόσο γρήγορα, ώστε δεν τον πρόλαβε κανείς.

Η δευτερεύουσα πρόταση: «ώστε δεν τον πρόλαβε κανείς» δηλώνει το αποτέλεσμα που είχε το γρήγορο τρέξιμο και είναι αποτελεσματική.

 

• Αν κάνει καλό καιρό, θα πάμε εκδρομή.

Η δευτερεύουσα πρόταση: «αν κάνει καλό καιρό» δηλώνει υπόθεση και είναι υποθετική.

 

• Αν και ήταν φτωχός, έδωσε το δαχτυλίδι του για τα θύματα του πολέμου.

Η δευτερεύουσα πρόταση: «αν και ήταν φτωχός» δηλώνει εναντίωση στην κύρια πρόταση και είναι εναντιωματική.

 

• Όταν διαβάζω, κουράζομαι.

Η δευτερεύουσα πρόταση: «όταν διαβάζω» δηλώνει το χρόνο που γίνεται μια πράξη και είναι χρονική.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Οι επιρρηματικές προτάσεις χωρίζονται με κόμμα από την πρόταση από την οποία εξαρτώνται.

 

 

Οι τελικές προτάσεις

 

Επιρρηματικές τελικές λέγονται οι προτάσεις που δηλώνουν το σκοπό που οδηγεί σε μια ενέργεια, μ' άλλα λόγια για ποιο σκοπό γίνεται η πράξη που αναφέρεται στο ρήμα της πρότασης από την οποία εξαρτάται.

 

Εισάγονται:

 

Οι τελικές προτάσεις εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους: για να, να (με τη σημασία του για να).

 

● Αγόρασε καινούρια τηλεόραση, για να δει τους αγώνες. (αγόρασε καινούρια τηλεόραση με σκοπό να δει τον αγώνα)

● Έσκυψε να αποφύγει την μπάλα. (για να αποφύγει την μπάλα) (έσκυψε με σκοπό να αποφύγει την μπάλα)

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Και οι ονοματικές βουλητικές προτάσεις εισάγονται με το να. Οι βουλητικές όμως χρησιμοποιούνται ως όρος της πρότασης, δηλαδή ως υποκείμενο, αντικείμενο, επεξήγηση, ονοματικός προσδιορισμός και επιρρηματικός προσδιορισμός.

 

Όταν έχουμε μια πρόταση που αρχίζει με το να ο πιο εύκολος τρόπος για να διακρίνουμε αν είναι επιρρηματική τελική ή ονοματική βουλητική είναι να δούμε αν το να μετατρέπεται σε για να. Παράλληλα, θα πρέπει να δούμε μήπως χρησιμοποιείται ως όρος της κύριας πρότασης.

 

Ας δούμε τη διαφορά με παραδείγματα.

 

Θέλω να δουλέψω. Το "να" δεν μπορεί να μετατραπεί σε "για να". Εξάλλου, η πρόταση "να δουλέψω" χρησιμοποιείται ως αντικείμενο του ρήματος της κύριας πρότασης "θέλω"

(Τι θέλω; να δουλέψω > αντικείμενο), άρα η πρόταση είναι ονοματική βουλητική.

 

Ήρθα να δουλέψω. Το "να" μετατρέπεται σε "για να" (Ήρθα, για να δουλέψω). Συνεπώς η πρόταση είναι επιρρηματική τελική.

 

Θέλω να δουλέψω, για να ζήσω την οικογένειά μου.
κύρια βουλητική τελική

 

 

 Οι προτάσεις που εισάγονται με το "για να" δεν είναι πάντοτε τελικές. Μπορεί να είναι και αιτιολογικές ή αποτελεσματικές. (δες παρακάτω)

 

 

Εκφέρονται:

1ον Κανονικά εκφέρονται με υποτακτική, π.χ.

 

Ήρθα να δουλέψω.

 

2ον Εκφέρονται όμως και με οριστική παρατατικού,

 

α. όταν η πρόταση από την οποία προσδιορίζεται η τελική, έχει οριστική παρελθοντικού χρόνου·υπάρχει έλξη, όπως λέγεται επισήμως.

 

Ήρθε η γυναίκα αλλά δεν είχα τα λεφτά να της τα έδινα. (αντί: να της τα δώσω)
οριστική παρελθοντικού χρόνου οριστική παρατατικού του ρ. δίνω

 

β. Ανεξάρτητα από το χρόνο και την έγκλιση του ρήματος της πρότασης από την οποία εξαρτάται η τελική,

1. όταν δηλώνεται σκοπός ανεκπλήρωτος, δηλαδή σκοπός που δεν πραγματοποιήθηκε ή που δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί, ή

2. όταν ο σκοπός παρουσιάζεται ως απλή σκέψη αυτού που μιλάει, π.χ.

 

1. Μακάρι να ήσουν εδώ για να το έβλεπες κι ο ίδιος  
  οριστική παρατατικού οριστική παρατατικού του ρ. βλέπω σκοπός απραγματοποίητος
       
2. Έχεις χρόνο, να πίναμε κανένα καφέ  
  οριστική ενεστώτα οριστική παρατατικού του ρ. πίνω απλή σκέψη αυτού που μιλάει

 

Άλλοι τρόποι δήλωσης του σκοπού

 

Για να εκφράσουμε το σκοπό, μπορούμε αντί μιας τελικής πρότασης να χρησιμοποιήσουμε:

 

α. τις προθέσεις για, προς, π.χ.

 

Ετοιμάστηκε για την παρουσίαση της εκπομπής.

Πήγε προς νερού του.

 

β. χρησιμοποιούμε ρήματα ή περιφράσεις που δηλώνουν σκοπό, π.χ.

 

Έχει σκοπό να περάσει στο πανεπιστήμιο.

 

γ. χρησιμοποιούμε λέξεις που δηλώνουν σκοπό, όπως: σκοπός, στόχος, π.χ.

 

Ξεκίνησε με σκοπό να πιάσει τον κλέφτη.

 

Οι αιτιολογικές προτάσεις

 

Αιτιολογικές λέγονται οι προτάσεις που που δηλώνουν την αιτία μιας πράξης ή μιας κατάστασης.

 

Εισάγονται:

 

με τους αιτιολογικούς συνδέσμους: γιατί, διότι, επειδή, αφού, τι (ποιητικό) ή με λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται ως αιτιολογικοί σύνδεσμοι: καθώς, εφόσον, μια και, που, μια που, σαν... να, σαν...πως, εφόσον, αλλά και με το τελικό για να, ή με τον και, π.χ.

 

αιτιολογικοί
σύνδεσμοι
Δεν πήγα στο σχολείο, γιατί ήμουν άρρωστος.
Δε συμφωνώ μαζί σας, διότι όσα λέτε δεν έχουν καμία λογική βάση.
Έφυγε νευριασμένος, επειδή ο πατέρας του δεν του έδωσε λεφτά.
λέξεις και εκφράσεις
που χρησιμοποιούνται
ως αιτιολογικοί σύνδεσμοι
Αφού της συμπεριφέρθηκες με τέτοιο τρόπο, καλά έκανε κι έφυγε.
Θα πάρουμε γλυκό, μια και ήσασταν καλά παιδιά.
Λυπάμαι, που δε θα έρθει μαζί μας και η Ελένη.
Για να τρέχει σαν τρελός με το αμάξι, καρφώθηκε σ' ένα τοίχο.
Φύγε τώρα, και δεν έχω καιρό.

 

Εκφέρονται:

 

1ον με απλή οριστική, π.χ.

 

Δε θα σου πάρω δώρο, γιατί δεν είσαι καλό παιδί.

Χαίρομαι, που ήρθες.

 

2ον με δυνητική οριστική, π.χ.

 

Σου τα χρωστώ όλα, αφού χωρίς εσένα δε θα έκανα τίποτα.

 

3ον με πιθανολογική οριστική, π.χ.

 

Στεναχωρήθηκα πολύ, που δε θα χορέψεις απόψε.

 

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

 

Ο σύνδεσμος γιατί χρησιμοποιείται και ως παρατακτικός σύνδεσμος στην αρχή μιας περιόδου ή μια ημιπεριόδου και εισάγει κύρια πρόταση, π.χ.

 

Και γιατί έγιναν όλα αυτά; Γιατί δεν ακούς ποτέ κανέναν· γιατί είσαι ξεροκέφαλος· γιατί είσαι εγωιστής.

Δε θα έρθω μαζί σας· γιατί είμαι κουρασμένος και γιατί νυστάζω πολύ.

 

Άλλοι τρόποι δήλωσης της αιτίας

 

Μπορούμε επίσης να δηλώσουμε την αιτία χρησιμοποιώντας και:

 

α) τις προθέσεις από, για, με, τις καταχρηστικές προθέσεις λόγω, εξαιτίας ή ακόμη και τη λόγια πρόθεση ένεκα, π.χ.

 

Από την αφηρημάδα του ξέχασε το πορτοφόλι του.

Απαλλάχτηκε λόγω βλακείας.

Θύμωσα με τη συμπεριφορά του.

Μάλωσαν για την κληρονομιά.

Απολύθηκε εξαιτίας κακής διαγωγής.

Δεν ήρθε ένεκα της αρρώστιας του.

 

β) με τη χρήση λέξεων όπως: αιτία, λόγος, δικαιολογία, εξήγηση, αφορμή κ.ά., π.χ.

 

Η συμπεριφορά σου είναι η αιτία που φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση.

 

γ) με τις εκφράσεις: γι’ αυτό, γι’ αυτόν το λόγο, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο κ.ά., π.χ.

 

Ενώ είχε υποσχεθεί ότι θα πάμε στο γήπεδο, δεν πήγαμε. Γι’ αυτό το λόγο πείσμωσα και δε βγαίνω από το δωμάτιό μου.

 

Οι αποτελεσματικές προτάσεις

 

Αποτελεσματικέςλέγονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που δηλώνουν τις συνέπειες ή το αποτέλεσμα της πρότασης την οποία προσδιορίζουν και από την οποία εξαρτώνται.

 

Εισάγονται:

 

με τους αποτελεσματικούς συνδέσμους ώστε, που, με το σύνδεσμο να και με τις εκφράσεις ώστε να, που να, για να κ.λπ., π.χ.

 

● Μιλάει πολύ σιγά, ώστε μόλις ακούγεται.

● Ήταν τόσο σπάταλος, που έμεινε απένταρος.

● Δεν είναι ανόητος, να τα πει όλα.

● Ο καλλιτέχνης μεταχειρίζεται τεχνάσματα ώστε να υπερπηδήσει τα εμπόδια της ύλης.

 

Μερικές φορές ο σύνδεσμος ώστε μπορεί να βρίσκεται στην αρχή περιόδου και τότε εισάγει κύρια πρόταση, π.χ.

 

● Αύριο το πρωί φεύγουμε. Ώστε το πήρατε απόφαση.

 

Εκφέρονται:

 

1ον Όσες εισάγονται με τους συνδέσμους ώστε και που και δηλώνουν:

α) πραγματικό αποτέλεσμα, εκφέρονται με οριστική οποιουδήποτε χρόνου<

 

● Μιλάει πολύ σιγά, ώστε μόλις ακούγεται.

● Ήταν τόσο σπάταλος, που έμεινε απένταρος.

 

β) αποτέλεσμα που είναι δυνατό με δυνητική οριστική

 

● Είναι τόσο σκληρός, ώστε τίποτα δε θα τον συγκινούσε.

 

γ) αποτέλεσμα που είναι πιθανό με πιθανολογική οριστική

 

● Έχει τόσα χρόνια να με δει, που δε θα με θυμάται.

 

2ον Όσες εισάγονται με το να, ώστε να, που να, κ.τ.λ. εκφέρονται με υποτακτική και δηλώνουν αποτέλεσμα που είναι πιθανό ή δυνατό ή κάποτε και πραγματικό γεγονός.

 

● Δεν είναι ανόητος, να τα πει όλα.

● Έτρεχε σαν τρελός, ώστε να προλάβει το τρένο.

 

Άλλοι τρόποι δήλωσης του αποτελέσματος

Μπορούμε να δηλώσουμε το αποτέλεσμα και με τους εξής ακόμη τρόπους:

 

α. με ρήματα ή περιφράσεις όπως: καταλήγω, η κατάληξη είναι, το αποτέλεσμα είναι, έχει ως αποτέλεσμα κ.λπ., π.χ.

 

● Οι διαμαρτυρίες των πολιτών είχαν ως αποτέλεσμα τη ματαίωση του έργου.

 

β. με επιρρήματα: έτσι, επομένως, κατά συνέπεια, συνεπώς, ως εκ τούτου κ.λπ. π.χ.

 

● Έχουμε πολλή δουλειά σήμερα, επομένως μη με περιμένεις για φαΐ.

 

Οι υποθετικές προτάσεις

 

Υποθετικές λέγονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που περιέχουν την προϋπόθεση που πρέπει να ισχύει για να γίνει αυτό που δηλώνει η πρόταση από την οποία εξαρτώνται και την οποία προσδιορίζουν.

 

Εισάγονται:

 

με τον υποθετικό σύνδεσμο αν, (εάν), ή και με τους χρονικούς συνδέσμους σαν, άμα ή κάποτε και με το σύνδεσμο να, π.χ.

 

Αν φύγεις εσύ, θα φύγω κι εγώ.

Σαν χάσει ο άνθρωπος την τιμή, τι τη θέλει τη ζωή.

Άμα δε διαβάσεις τα μαθήματά σου, δε θα πάμε πουθενά .

Να μην το έβλεπα ο ίδιος, δε θα το πίστευα.

 

Υπόθεση - απόδοση > υποθετικός λόγος

 

Η υποθετική πρόταση λέγεται και υπόθεση, ενώ η πρόταση που προσδιορίζεται από αυτήν λέγεται απόδοση. Και οι δύο μαζί λέγονται υποθετικός λόγος.

 

Αν φύγεις εσύ, θα φύγω κι εγώ.
υπόθεση απόδοση
υποθετικός λόγος

 

Πολλές προτάσεις που εισάγονται με το αν δεν είναι υποθέσεις και δεν υπάρχει πραγματικός υποθετικός λόγος. Χρησιμοποιούνται κυρίως ως ρητορικές εκφράσεις για να δηλωθεί:

 

α. παρομοίωση: Από τότε αν τον είδες εσύ, τον είδα κι εγώ (αντί του: όσο τον είδες εσύ...)

β. έντονη αντίθεση: Αν τα μαλλιά μου άσπρισαν, η καρδιά μου είναι νέα.

γ. αιτία: Δεν απελπίστηκε, αν δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά (αντί του: επειδή δεν τα κατάφερε με την πρώτη φορά).

δ. αποτέλεσμα: Αν τρώει τώρα ήσυχα ψωμί, αφορμή είναι η αδερφή του (αντί του: η αδερφή του είναι αφορμή, ώστε να τρώει τώρα...)

ε. ανάπτυξη του αόριστου νοήματος: Αν είμαι σήμερα κάτι, το χρωστώ στον πατέρα μου (αντί του: το ότι είμαι σήμερα κάτι...).  Η υπόθεση στην περίπτωση αυτή ισοδυναμεί με ειδική πρόταση με το άρθρο.

στ. απειλή: Αν σε πιάσω... (συνήθως χωρίς την απόδοση)

 

Σε παλαιότερα συντακτικά οι υποθετικοί λόγοι ανάλογα με τη σημασία τους διακρίνονται σε έξι είδη:

 

 

είδος δηλώνει
α' είδος το πραγματικό
β' είδος το αντίθετο του πραγματικού
γ' είδος απλή σκέψη
δ' είδος το προσδοκώμενο
ε' είδος το αορίστως επαναλαμβανόμενο

 

Στη συνέχεια γίνεται μια σύντομη παρουσίασή τους.

 

α' είδος, το πραγματικό

 

Στο α' είδος η υπόθεση θεωρείται ως κάτι πραγματικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι όντως πραγματικό.

 

Αν θέλει, μπορεί να τα έχει όλα.

Αν θα πας εσύ, θα πάω κι εγώ.

 

Η υπόθεση εκφέρεται με οριστική παρατατικού και η απόδοση σε οποιαδήποτε έγκλιση.

 

β' είδος, το αντίθετο του πραγματικού

 

Στο β' είδος η υπόθεση θεωρείται ως κάτι αντίθετο του πραγματικού, κάτι που δεν έγινε ή δε γίνεται ποτέ.

 

Αν με άκουγες, τώρα δε θα υπέφερες.

Αν δεν ερχόσουν, θα έβγαινα να σε ψάξω.

 

Η υπόθεση εκφέρεται με οριστική παρατατικού ή υπερσυντέλικου (ποτέ αόριστου) και η απόδοση με δυνητική έγκλιση

Η απόδοση σπανιότερα εκφέρεται και με απλό παρατατικό, ιδιαίτερα όταν η υπόθεση εισάγεται με το να και όχι με το αν.

 

Καρφίτσα να έριχνες, δε θα έπεφτε.

 

γ' είδος, απλή σκέψη

 

Στο γ' είδος η υπόθεση θεωρείται ως απλή σκέψη, χωρίς να εξετάζεται αν πρόκειται ή μπορεί να πραγματοποιηθεί ή όχι.

 

Αν δούλευες περισσότερο, θα πλούτιζες.

Αν δεν έβρεχε, θα πηγαίναμε εκδρομή.

 

Η υπόθεση εκφέρεται με οριστική παρατατικού και η απόδοση με δυνητική οριστική.

Η απόδοση σπανιότερα εκφέρεται και με απλό παρατατικό, ιδιαίτερα όταν η υπόθεση εισάγεται με το να και όχι με το αν. (όπως και στο β' είδος)

 

● Στο πανεπιστήμιο ήσουν, αν διάβαζες περισσότερο.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Οι υποθετικοί λόγοι του γ' είδους δε διαφέρουν μορφολογικά από τους υποθετικούς λόγους του β' είδους. Η διαφορά τους βρίσκεται στο ότι δεν αναφέρονται και στο παρελθόν, όπως του β' είδους, ούτε φανερώνουν κάτι το αδύνατο ή απραγματοποίητο.

 

 

δ' είδος, το προσδοκώμενο

 

Στο δ' είδος η υπόθεση θεωρείται ως κάτι το προσδοκώμενο ή ενδεχόμενο να γίνει.

 

Αν σας το πω, θα γελάσετε.

Αν τον ξαναδείς, γράψε μου.

Αν ως το καλοκαίρι δεν έχεις πάρει το δίπλωμα, μην περιμένεις τίποτα από μένα.

 

Η υπόθεση εκφέρεται με υποτακτική αορίστου (σπάνια παρακειμένου) και η απόδοση κανονικά σε οριστική μέλλοντα ή σε προστακτική ή με κάποια έκφραση με μελλοντική σημασία.

 

ε' είδος, το αορίστως επαναλαμβανόμενο

 

Στο ε' είδος η υπόθεση θεωρείται ως κάτι το αορίστως επαναλαμβανόμενο σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο (παρελθόν, παρόν, μέλλον).

 

Αν δε βρέξεις τα πόδια σου, ψάρι δεν τρως.

Αν χάσει ο άνθρωπος την τιμή του, τι τη θέλει τη ζωή του.

 

Η υπόθεση εκφέρεται με υποτακτική αορίστου (σπάνια ενεστώτα ή παρακειμένου) και η απόδοση σε οριστική ενεστώτα.

 

Παρατηρήσεις στους υποθετικούς λόγους

 

1η. Δύο ή περισσότερες υποθετικές προτάσεις μπορεί να έχουν μια κοινή απόδοση και μεταξύ τους να βρίσκονται σε διαζευκτική σχέση. Οι υποθετικές αυτές προτάσεις εισάγονται κανονικά με το είτε - είτε ή το κι αν - κι αν, όταν πρόκειται να δηλωθεί αδιαφορία, και με το και να - και να, όταν πρόκειται να δηλωθεί παραχώρηση.

 

Είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, αυτό θα γίνει.

Κι αν κλαις, κι αν δεν κλαις, εμένα το ίδιο μου κάνει.

Και να φταις και να μη φταις, εσένα θα κατηγορήσουν.

 

2η. Πολλές φορές στους υποθετικούς λόγους μπορεί να λείπει η υπόθεση ή η απόδοση, εφόσον εννοείται εύκολα από τα συμφραζόμενα ή υποδηλώνεται από κάποια λέξη της πρότασης, συνήθως από κάποιο επίρρημα ή επιρρηματική φράση ή επιφώνημα.

Θα πάμε εκδρομή; Αν δε βρέξει... (αντί του: Αν δε βρέξει, θα πάμε εκδρομή < η απόδοση παραλείπεται γιατί εννοείται εύκολα)

Να διαβάζεις· μόνο έτσι μπορεί να μάθεις. (αντί του: αν διαβάζεις, μπορεί να μάθεις < η υπόθεση παραλείπεται γιατί εννοείται εύκολα. Παράλληλα συνοδεύεται και από τη λέξη έτσι.)

 

Οι εναντιωματικές προτάσεις

 

Εναντιωματικές λέγονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που φανερώνουν εναντίωση, δηλαδή ισχυρή αντίδραση προς κάτι που το θεωρούμε πραγματικό και το οποίο δηλώνεται από την πρόταση που προσδιορίζουν και από την οποία εξαρτώνται.

 

Εισάγονται:

 

με τους αντιθετικούς συνδέσμους: ενώ, μολονότι, αν και, και με τις εκφράσεις και ας, παρόλο που, μόλο που, και που, παρ' ότι, παρά το ότι κ.τ.λ., π.χ.

 

Ενώ δε διάβασε καθόλου, τα πήγε πολύ καλά στις εξετάσεις.

Μολονότι τον προσκάλεσαν, δεν πήγε.

Αν και είναι πλούσιος, ζει φτωχικά.

Κι ας είναι παλιό το σπίτι, εμένα μου αρέσει.

Παρόλο που τρώει όλη τη μέρα, δεν παχαίνει καθόλου!

 

Εκφέρονται:

 

με οριστική και έχουν άρνηση δε(ν), εκτός από τις προτάσεις που εισάγονται με το "και ας", στις οποίες η άρνηση είναι μη(ν)

 

● Παρόλο που δεν το ήθελα, τελικά πήγα στο πάρτι του Γιάννη.

● Ζει πολύ ευτυχισμένα, κι ας μην είναι πλούσιος.

 

Οι παραχωρητικές προτάσεις

 

Παραχωρητικές λέγονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που φανερώνουν εναντίωση, δηλαδή ισχυρή αντίδραση προς κάτι που δεν το θεωρούμε πραγματικό αλλά ενδεχόμενο ή και αδύνατο· ή φανερώνουν παραχώρηση σε κάτι που είναι αντίθετο σ' κάτι που δηλώνεται στην πρόταση που προσδιορίζουν και από την οποία εξαρτώνται.

 

Εισάγονται:

 

με τα: και αν, και να, που να, ας.. και, να π.χ.

 

Κι αν σε βρίσουν, εσύ να αδιαφορήσεις.

Και να μη μου το έλεγες, εγώ θα ερχόμουν.

Που να χαλάσει ο κόσμος, εγώ δεν ταξιδεύω μ' αυτό το πλοίο.

● Μια στιγμή να μην πρόσεχες, ήταν ικανός να γκρεμίσει το σπίτι.

 

Εκφέρονται:

 

α. με οριστική παρελθοντικού χρόνου, κυρίως όταν το νόημά τους αναφέρεται στο παρελθόν, π.χ.

 

● Και να μη μου το έλεγες, εγώ θα ερχόμουν.

 

β. με υποτακτική, όταν το νόημά τους αναφέρεται στο παρόν ή στο μέλλον.

 

● Κι αν σε βρίσουν, εσύ να αδιαφορήσεις.

 

 

Οι χρονικές προτάσεις

 

Χρονικές λέγονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις που προσδιορίζουν χρονικά την πρόταση από την οποία εξαρτώνται.

Εισάγονται:

 

με τους χρονικούς συνδέσμους: όταν, σαν, ενώ, καθώς, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις, προτού, ώσπου, ωσότου, όσο που, όποτε, άμα ή με λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται ως χρονικοί σύνδεσμοι: όσο, ότι, εκεί που, όσο που να, έως ότου να, κάθε που κ.τ.λ.)

 

Όταν έρθει ο πατέρας σου, θα του τα πω όλα.

Σαν έγινε είκοσι χρονών, έφυγε για την Αυστραλία.

● Όλη την ώρα μάλωναν,ενώ εγώ καθόμουν ήσυχος στο δωμάτιό μου.

Εκεί που πήγε να φτιάξει ο καιρός, χάλασε.

Έως ότου έρθει ο Νίκος, δεν παίζουμε κανένα παιχνίδι;

 

Δηλώνουν:

 

Η χρονική πρόταση σε σχέση με το χρόνο που δηλώνεται στην πρόταση από την οποία εξαρτάται μπορεί να δηλώνει:

 

α. το σύγχρονο, δηλαδή η πράξη της χρονικής πρότασης γίνεται την ίδια στιγμή με την πράξη της πρότασης από την οποία εξαρτάται:

 

Όταν δουλεύει, χαίρεται. (Την ίδια στιγμή δουλεύει και χαίρεται.)

 

β. το προτερόχρονο, δηλαδή η πράξη της χρονικής πρότασης έγινε πριν από την πράξη της πρότασης από την οποία εξαρτάται:

 

Μόλις έμαθε τα γεγονότα, έφυγε τρέχοντας. (Πρώτα έμαθε τα γεγονότα και μετά έφυγε.)

 

γ. το υστερόχρονο, δηλαδή η πράξη της χρονικής πρότασης έγινε μετά από την πράξη της πρότασης από την οποία εξαρτάται:

 

Πριν να φύγει, συμφιλιώθηκε με τον αδερφό του. (Πρώτα συμφιλιώθηκε και μετά έφυγε)

 

 

η πράξη προηγείται γίνεται την ίδια στιγμή ακολουθεί
χρονική πρόταση   Όταν δουλεύει,  
πρόταση εξάρτησης   χαίρεται.  
       
χρονική πρόταση Μόλις έμαθε τα γεγονότα,    
πρόταση εξάρτησης   έφυγε τρέχοντας.  
       
χρονική πρόταση     πριν να φύγει
πρόταση εξάρτησης   συμφιλιώθηκε με τον αδερφό του  

 

Εκφέρονται:

 

α. με απλή οριστική, όταν φανερώνουν ένα ορισμένο και πραγματικό γεγονός, π.χ.

 

● Καθώς ξεκινούσα για το σχολείο, συνάντησα τον Παναγιώτη.

 

β. με δυνητική οριστική, όταν φανερώνουν κάτι δυνατό ή ενδεχόμενο στο παρελθόν, π.χ.

 

● Όταν θα έφτανε στο σπίτι, θα έβρισκε τα δώρα.

 

γ. με υποτακτική. Διακρίνουμε δύο υποπεριπτώσεις:

 

1. με υποτακτική αορίστου, όταν φανερώνουν μια πράξη προσδοκώμενη, π.χ.

 

● Όταν το δεις αυτό, θα τα ξεχάσεις όλα.

● Όταν τελειώσεις το διάβασμα, θα πάμε για ψώνια.

 

2. με υποτακτική ενεστώτα ή αόριστου, όταν φανερώνουν μια πράξη αορίστως επαναλαμβανόμενη, π.χ.

 

● Όταν θέλω, γίνομαι άγγελος.

● Όταν ένας άνθρωπος χάσει τη γαλήνη του, τα χάνει όλα.

 

 

Συγκεντρωτικός πίνακας

 

Είδος εισάγονται εκφέρονται
τελικές - με τους συνδέσμους: για να,να με υποτακτική και με οριστική παρατατικού
Αιτιολογικές με τους αιτιολογικούς συνδέσμους: γιατί, διότι, επειδή, αφού, τι (ποιητικό) ή με λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται ως αιτιολογικοί σύνδεσμοι: καθώς, εφόσον, μια και, που, μια που, σαν... να, σαν...πως,εφόσον, αλλά και με το τελικό για να, ή με τον και με απλή οριστική, με δυνητική οριστική, με πιθανολογική οριστική
Αποτελεσματικές με τους αποτελεσματικούς συνδέσμους ώστε, που, με το σύνδεσμονα και με τις εκφράσεις ώστε να, που να, για να με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, με δυνητική οριστική, με πιθανολογική οριστική, με υποτακτική
Υποθετικές με τον υποθετικό σύνδεσμο αν, (εάν), ή και με τους χρονικούς συνδέσμους σαν, άμα ή κάποτε και με το σύνδεσμο να με οριστική οποιουδήποτε χρόνου, με υποτακτική αορίστου (σπάνια ενεστώτα ή παρακειμένου)
Εναντιωματικές με τους αντιθετικούς συνδέσμους: ενώ, μολονότι, αν και, και με τις εκφράσεις και ας, παρόλο που, μόλο που, και που, παρ' ότι, παρά το ότι με οριστική
Παραχωρητικές με τα: και αν, και να, που να, ας.. και, να με οριστική παρελθοντικού χρόνου, με υποτακτική
Χρονικές με τους χρονικούς συνδέσμους: όταν, σαν, ενώ, καθώς, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις, προτού, ώσπου, ωσότου, όσο που, όποτε, άμα ή με λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται ως χρονικοί σύνδεσμοι: όσο, ότι, εκεί που, όσο που να, έως ότου να, κάθε που κ.τ.λ. με απλή οριστική, με δυνητική οριστική, με υποτακτική

 

 

Οι σύνδεσμοι

 

  Είδη Σύνδεσμοι  
Παρατακτικοί 1. Συμπλεκτικοί και/κι, ούτε, μήτε (και ουδέ, μηδέ σε παλαιότερα κείμενα)
2. Διαχωριστικοί ή, είτε
3. Αντιθετικοί αν και, αλλά, μα, παρά, όμως, ωστόσο, ενώ, μολονότι, μόνο (που)
4. Συμπερασματικοί λοιπόν, ώστε, άρα, επομένως, οπότε
5. Επεξηγηματικός δηλαδή
Υποτακτικοί Χρησιμοποιούνται στις ονοματικές
προτάσεις
6. Ειδικοί πως, που, ότι
7. Ενδοιαστικοί (ή διστακτικοί) μη(ν), μήπως
8. Βουλητικός να
Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές
προτάσεις
9. Χρονικοί όταν, ενώ, καθώς, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις, προτού, ώσπου, ωσότου
10. Αιτιολογικοί γιατί, επειδή, αφού, τι (ποιητικό)
11. Υποθετικοί αν/εάν, άμα
12. Τελικοί να, για να
13. Αποτελεσματικοί ώστε (να), που
14. Εναντιωματικοί / παραχωρητικοί αν και, ενώ, μολονότι
15. Συγκριτικός παρά

 

1η άσκηση για τα είδη συνδέσμωνν, 2η άσκηση για τα είδη συνδέσμων

 

 

 




Βιβλιογραφία

 

bullet

Γραμματική Νέας Ελληνικής Γλώσσας Α', Β' Γ' Γυμνασίου, Σωφρόνης Χατζησαββίδης - Αθανασία Χατζησαββίδου, ΟΕΔΒ, Αθήνα, Έκδοση Α, 2011

bullet

Νεοελληνική Γραμματική, Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1941

bullet

Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσας, David Holton - Peter Mackridge - Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton, Πατάκης, Αθήνα, 1999

bullet

Γραμματική της Νέας Ελληνικής, Χρ. Κλαίρης - Γ. Μπαμπινιώτης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2005

bullet

Γραμματική Ε, Στ Δημοτικού, Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton - Μιχ. Γεωργιαφέντης - Γεώργιος Κοτζόγλου - Μαργαρίτα Λουκά, ΟΕΔΒ, Αθήνα

bullet

Εφαρμοσμένη Γραμματική της Δημοτικής και Συντακτικό, Γιάννη Β. Παπαναστασίου, Αθήνα, 1989

bullet

Συντακτικό της Νέας Ελληνικής, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1996, κα' έκδοση

bullet

Νεοελληνική Γλώσσα Γ' Γυμνασίου, Γιάννης Παπαθανασίου, εκδ. Χαζτηθωμά, Θεσσαλονίκη, 2006