Άμεσο και έμμεσο αντικείμενο  

αρχική  νεοελληνική γλώσσα αντικείμενο


Του το εξηγώ τόσην ώρα κι αυτός τίποτα!
Ρήμα:εξηγώ γεν., αιτ.

ή εμπρόθετο

άμεσο

ή έμμεσο

Υποκ. (ποιος εξηγώ;)
Αντ. (τι εξηγώ;)
Αντ. (σε ποιον εξηγώ;)