ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


• O ANΘPΩΠOΣ KAI H ΦYΣH - ΠOΛΗ-YΠΑΙΘΡOΣ
Γεώργιος Δροσίνης, «Θαλασσινά τραγούδια»
Γιάννης Ρίτσος και Οδυσσέας Ελύτης», «Τζιτζίκια...»
Ίταλο Καλβίνο, «Μανιτάρια στην πόλη»
• ΛΑOΓΡΑΦΙΚΑ
Λαϊκό παραμύθι, «Το πιο γλυκό ψωμί»
Αντώνης Μόλλας, «Η πείνα του Καραγκιόζη»
Δημοτικό τραγούδι, «Ύπνε μου κι έπαρέ μου το»
Μαρία Ιορδανίδου, «Τα φαντάσματα»
Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»
• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Άγγελος Σικελιανός, «Της μάνας μου»
Εμμανουήλ Ροΐδης, «Η εορτή του πατρός μου»
Λάμπρος Πορφύρας, «Το στερνό παραμύθι»
Λέων Τολστόι, «Ο παππούς και το εγγονάκι»
Ζωρζ Σαρή, «Νινέτ»
Τούλα Τίγκα, «Τα πράγματα στρώνουν περισσότερο»
• ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Στην Παναγία τη Σαλονικιά»
Κ.Π. Καβάφης, «Δέησις»
Στράτης Μυριβήλης, «Η λιτανεία»
Κάρολος Ντίκενς, «Παραμονή Χριστουγέννων»
Παντελής Καλιότσος, «Πασχαλινή ιστορία»
• EΘNIKH ZΩH
Κλέφτικο τραγούδι, «Ένας αϊτός περήφανος»
Γιάννης Βλαχογιάννης, «Η έξοδο»
Παντελής Πρεβελάκης, «Ο Κρητικός – Η Πολιτεία»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου»
Δημήτρης Ψαθάς, «Ο πιτσιρίκοι»
Κύπρος Χρυσάνθης, «17 του Νοέμβρη 1973»
ΠΑΛΑΙOTEΡΕΣ ΜOΡΦΕΣ ΖΩΗΣ
• Κώστας Κρυστάλλης, «Ηλιοβασίλεμα»
Νίκος Καζαντζάκης, «Η Νέα Παιδαγωγική»
Νίκος Θέμελης, «Η αφήγηση του αρχιμάστορα»
Ευγενία Φακίνου, «Η ζωή στη Σύμη»
Ντίνος Δημόπουλος, «Ο Σαρλό και το αθάνατο νερό»
• ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Νάνος Βαλαωρίτης, «Με πλοίο»
Κώστας Ουράνης, «Το θέλγητρο της
Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, «Oδοιπορικό στην Ινδία»
Τζων Φώουλς, «Κοιτώντας την Αθήνα»
Μιχάλης Γκανάς, «Γυάλινα Γιάννινα»
• Η ΑΠOΔΗΜΙΑ - O ΚΑΗΜOΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ...
Ιωάννης Βηλαράς, «Πουλάκι»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ο Δημοτικός Κήπος του Ταξιμιού»
Διδώ Σωτηρίου, «Ταξίδι χωρίς επιστροφή»
Θ. Βαλτινός, «Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται»
Μ. Κλιάφα, «O δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς»
• ΑΘΛΗΤΙΣΜOΣ
Κωστής Παλαμάς, «O Oλυμπιακός ύμνος»
Πέτρος Χάρης, «Δρόμος 100 μέτρων»
Αγγελική Βαρελλά, «Η νίκη του Σπύρου Λούη»
• Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ • OΙ ΦΙΛΙΚOΙ...
Ειρήνη Μάρρα, «Τα κόκκινα λουστρίνια»
Δημοτικό τραγούδι, «Κόρη που λάμπει»
Λίτσα Ψαραύτη, «Ο Κωνσταντής»
Γιάννης Ρίτσος, «Πρωινό άστρο»
Αργύρης Εφταλιώτης, «Αγάπης λόγια»
Οδυσσέας Ελύτης, «Όλα τα πήρε το καλοκαί...»
Όσκαρ Ουάιλντ, «Ο πιστός φίλος»
Μιμίκα Κρανάκη, «Ένα τόπι χρωματιστό»
• Η ΒΙOΠΑΛΗ - ΤO ΑΓΩΝΙΣΤΙΚO ΠΝΕYΜΑ ΤOY ΑΝΘΡΩΠOY
Λαϊκό παραμύθι, «O φτωχός και τα γρόσια»
Τ. Άγρας & Ν. Βρετάκος, «Το ξανθό...
Άντον Τσέχωφ, «O Βάνκας»
Μαρία Πυλιώτου, «Λεώνη»
• ΠΡOΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣYΓΧΡOΝΗΣ ΖΩΗΣ
Αντώνης Σαμαράκης, «Γραφείον ιδεών»
Λουίς Σεπούλβεδα, «Το μαύρο κύμα»
Κρίτων Αθανασούλης, «Παράπονο σκύλου»
Ελένη Σαραντίτη, «Όπως τα βλέπει κανείς…»
• OΙ ΦΙΛOΙ ΜΑΣ ΤΑ ΖΩΑ
Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Το μνήμα της μάνας»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Η γάτα του παπά»
Ηλίας Βενέζης, «Η Δάφνη»
Λιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή»
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει»
Τζακ Λόντον, «O αδάμαστος»


Ηλίας Βενέζης
Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

Η Δάφνη

Το διήγημα ανήκει στη συλλογή Άνεμοι, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1944. O αφηγητής διηγείται τη συγκινητική ιστορία ενός αητόπουλου και μιας πέρδικας που συνυπάρχουν σε ένα κλουβί. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Αθήνα, στην περιοχή του λόφου του Στρέφη πριν από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. O Hλ. Βενέζης είχε αφιερώσει το έργο αυτό στο συνάδελφό του λογοτέχνη Γιώργο Θεοτοκά.

Χρυσαετός
Χρυσαετός

Η περιοχή που είναι στη βορινή πλευρά του λόφου του Στρέφη, γύρω στο πάρκο του Άρεως, ήταν κείνη την εποχή πολύ έρημη. Δεν είχαν φυτέψει ακόμα δέντρα, κι ο τόπος ήταν ένα ξεροχώραφο που έπαιρνε, σαν βράδιαζε, λίγο γαλάζιο φως απ’ την αυστηρή γαλήνη των Τουρκοβουνιών. Πουλιά ξεμοναχιασμένα πετούσαν στις κουφάλες του λόφου, και πότε πότε παιδιά πήγαιναν εκεί για να τα κυνηγήσουν. Μα αυτό ήταν μεγάλη περιπέτεια κι ο λόφος του Στρέφη έμενε, το περισσότερο, μόνος και ήσυχος. Άκουγε το ποτάμι που κατέβαινε πλάι εκεί και παρακολουθούσε την ιστορία των νερών που τραβούσαν να βρουν τη μοίρα τους στη θάλασσα του Σαρωνικού.
Σ' εκείνα τα μέρη, στην οδό Ζαΐμη, ήταν μια μικρή ταβέρνα μέσα σε αυλή φυτεμένη με λίγα δέντρα. Εκεί πήγαιναν ξεμοναχιασμένα αγόρια και κορίτσια να μιλήσουν για αγάπη και να φιληθούν. Ήταν φτωχοί σπουδαστές που έρχονταν απ' τα νησιά του Αιγαίου και απ' τα βουνά του τόπου τους, πρώτη φορά βλέπαν τόσο μεγάλη χώρα, σαν την Αθήνα, και πρώτη φορά δοκίμαζαν να φύγουν για το γοητευτικό ταξίδι που έχει μαύρα μαλλιά, έχει καστανά μάτια, κι έχει στο νέο κορμί φόρεμα από φτηνό τσίτι. Ήταν δειλά παιδιά, δεν έκαναν διόλου φασαρία, πίναν ούζο με αμύγδαλα και μέναν πολλή ώρα ήσυχα, ώσπου να νυχτώσει και να βγουν τ' άστρα. Τότε φιλούσαν τα κορίτσια τους, άκουγαν το μούρμουρο του ποταμιού και λέγαν ιστορίες των θαλασσών και των βουνών της πατρίδας τους.
Όμως με τέτοια πελατεία η ταβέρνα της οδού Ζαΐμη έκανε πολύ μέτριες δουλειές, κι ο ιδιοχτήτης της πολύ ζήλευε τους συναδέλφους του της Πλάκας, του Ψυρρή και άλλων θρυλικών τόπων.
— Τι να κάνεις και τι ζωή να δεις με τούτα τα μωρά!, έλεγε μοναχός του. Αυτά

227


Μανουσάκης Γεώργιος, Ταβέρνα

Μανουσάκης Γεώργιος, Ταβέρνα
Δείτε τον πίνακα σε μεγαλύτερη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη

άλλο δεν ξέρουν παρά να κοιτάνε τον ουρανό και ν’ αναστενάζουν. Τι ξέρουν από κρασί!

Ποτές δεν του είχε τύχει να δει μεθυσμένη και γενναιόδωρη την πελατεία του. Μονάχα σε σπάνιες περιστάσεις και σε ορισμένες εποχές του χρόνου —στις αρχές του καλοκαιριού και σαν τελείωνε το φθινόπωρο— τα πράματα ζωήρευαν κάτω απ’ τα δέντρα της ταβέρνας της οδού Ζαΐμη. Μόλις νύχτωνε, οι θόρυβοι και τ’ αναστενάγματα των ερωτευμένων γινόνταν πιο ζωηρά, πότε πότε φώναζαν μ’ ενθουσιασμό για να παραγγείλουν διπλά πιοτά και μεζέδες: ήταν ο καιρός των αποχαιρετισμών, που οι φοιτητές φεύγανε για τα μέρη τους, ή ο καιρός που γύριζαν αποκεί και ξανασμίγαν με την αγάπη τους.

— Να ήταν κανένας τρόπος να κουνηθεί τούτο το μαγαζί!, έλεγε ο Θωμάς, ο άρχοντάς του. Μα τι να σοφιστείς για να κάνεις την πελατεία να κατεβεί απ’ τα μέρη της Πλάκας! Είναι τόσο παράξενοι οι άνθρωποι!
    Ήταν ένας παχύς αγαθός Αθηναίος με μεγάλα μουστάκια κι αστραφτερά μάτια. Είχε και κάτι ενοχλήσεις στην καρδιά του — οι γιατροί του είχαν πει να μη στενοχωριέται πολύ. Λοιπόν, με τη συλλογή δε γίνεται τίποτα, άφηνε τα πράματα στην τύχη τους, κι όπως έρθουν.
    Έτσι ήρθαν:
    Σ’ ένα απ’ τα λίγα σπίτια της περιοχής του λόφου του Στρέφη έμενε η Δάφνη, ένα νέο κορίτσι με πράσινα μάτια, πολύ παράξενο. Ζούσε με τον πατέρα της, ένα φτωχό καλλιτέχνη και, επειδή δεν είχε κανέναν άλλο, έμαθε από μικρή να κάθεται μονάχη και να ονειρεύεται. Γέμιζε, τότε, το δωμάτιό της από καβαλάρηδες με κόκκινες φορεσιές, από καράβια, από ψάρια κι άγρια θεριά. Όλ’ αυτά πλέανε μες στο χώρο του δωματίου, κι η Δάφνη τριγύριζε ανάμεσά τους με πολλή φιλία, καβαλικεύοντας ό,τι επιθυμούσε, πότε ένα χρυσό άλογο, πότε ένα κόκκινο ψάρι, πότε μια σκούνα. Σαν έπιανε να πέφτει ο ήλιος κατά τη θάλασσα του Σαρωνικού, η Δάφνη ανέβαινε στο λόφο του Στρέφη. Περιπλανιόταν στις κουφάλες και στους βράχους, και φανταζόταν πως περνούσε ψηλές κορφές κι έρημες κοιλάδες. Άκουγε τη βουή της πολιτείας που ήταν πολύ μακριά, πέρα απ’ τα σύνορα του Λυκαβηττού, έβλεπε τα χρώματα να ταξιδεύουν στη θάλασσα και στα βουνά της Σαλαμίνας και το βράδυ γύριζε γοητευμένη στο σπίτι τους.
    «Η κοιλάδα ήταν απόψε έρημη», έλεγε στον πατέρα της.
    Ή:
    «Ένα μεγάλο σύννεφο πέρασε απ' το λόφο».
    Τύχαινε να γίνουν και πράματα ακόμα πιο σημαντικά.
    «Ήρθε απόψε ένα πουλί με πράσινη ουρά», έλεγε. «Να ήταν κοτσύφι;»

228


Ηλίας Κουμετάκης, Η παλιά ταβέρνα (λεπτομέρεια)

Ηλίας Κουμετάκης, Η παλιά ταβέρνα (λεπτομέρεια)

 

«Τα κοτσύφια δεν έχουν πράσινη ουρά», παρατηρούσε ο πατέρας της. «Πότε λοιπόν θα μάθεις να ξεχωρίζεις τους ταξιδιώτες του λόφου σου;»
    «Κάποτε θα μάθω να ξεχωρίζω όλα τα πουλιά του κόσμου», αποκρινόταν εκείνη με πείσμα.
    Κι έπειτα:
    «Ω, πατέρα, τι ξέρεις εσύ για το λόφο μου!», του έλεγε, και θυμόταν τις καλοκαιρινές νύχτες, την παράξενη φωνή της γης που άκουγε σαν ξαπλωνόταν πάνω στο ζεστό χώμα, το ψιθύρισμα των βράχων, το φλοίσβισμα του θυμαριού.
    «Όλα μιλούσαν απόψε στο λόφο», είχε πει κάποτε στον πατέρα της.
    «Αλήθεια μιλούσαν, απόψε, όλα στο λόφο;»
    Μα η Δάφνη δεν του αποκρίθηκε, γιατί ήξερε πως μονάχα αυτή είχε το προνόμιο ν’ ακούει τη φωνή των πραγμάτων.
    Λοιπόν η Δάφνη γύρισε ένα βράδυ απ’ το λόφο του Στρέφη μ’ ένα αναπάντεχο εύρημα: με μια φωλιά αϊτού, όπου μέσα ήταν ένα μικρό αμάλλαγο αϊτόπουλο. Κάτι μάγκες της Νεάπολης βρήκαν τη φωλιά στ’ άγρια νταμάρια του Λυκαβηττού και είπαν: «Την πάμε στο λόφο του Στρέφη, να δούμε θα τη βρει ο μεγάλος αϊτός;». Κι έτσι, αντί να τυραννήσουν το αϊτόπουλο, καταπώς σκέφτηκαν στην αρχή, το πήραν με τη φωλιά του, κάμανε το μεγάλο ταξίδι ίσαμε το λόφο του Στρέφη κι εκεί, σε μια κουφάλα, το αποθέσανε και φύγαν. «Μεθαύριο θα ’ρθούμε να δούμε», συμφωνήσανε.
    Η Δάφνη είδε τους μάγκες της Νεάπολης και, κρυμμένη κάπου εκεί, άκουσε την κουβέντα τους. «Α το καημένο το αϊτόπουλο!», σκέφτηκε. «Άραγες θα ’ρθεί να το βρει ο μεγάλος ο αϊτός, για θα το σκοτώσουν οι μάγκες;»
    Κείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε καθόλου με το να συλλογίζεται το πουλί. Κι όταν τα χαράματα την πήρε ο ύπνος, είδε όνειρο το μεγάλο αϊτό: οι φτερούγες του ήταν κατακόκκινες απ’ το αίμα του που έτρεχε, και, όπως χτυπούσε τα σύννεφα σπαραχτικά, τα έβαφε κι αυτά κόκκινα.
    Ξύπνησε το πρωί ταραγμένη και πήγε αμέσως στην κουφάλα του λόφου. Έρημο, τουρτουρίζοντας απ’ το κρύο της νύχτας, πεινασμένο, το αϊτόπουλο έμενε πάντα εκεί.
    — Αχ, ο μεγάλος ο αϊτός δε θα ’ρθεί, είπε καταλυπημένη η Δάφνη. Είναι πληγωμένος και θα πεθάνει μες στα σύννεφα. Τι θα γίνει τούτο εδώ;
Σκέφτηκε πολύ, σκέφτηκε πως αύριο, μπορεί και την ίδια μέρα, θα ’ρθούν οι

229


 

μάγκες της Νεάπολης και, αν το βρουν, θα το πάρουν το αϊτόπουλο και θα το τυραννήσουν.
    Και τότε πήρε την απόφασή της;
   — Πρέπει να το σώσω.
   Σήκωσε το πουλί με τη φωλιά του και το ’φερε στον μπαρμπα-Θωμά, τον άρχοντα της ταβέρνας της οδού Ζαΐμη. Ήξερε πως εκείνος καταλάβαινε από πουλιά και τ’ αγαπούσε, τρέφοντας ένα σωρό καρδερίνια και φλώρια μέσα στα κλουβιά.
    — Τι είν’ αυτό, Δάφνη;, ρώτησε ξαφνιασμένος ο ταβερνιάρης.
    — Αχ! Κοίταξε, μπαρμπα-Θωμά! Σου έφερα ένα αϊτόπουλο.
    — Ένα αιτόπουλο!
    Η Δάφνη τού είπε όλη την ιστορία του πουλιού.
    — Φύλαξέ το, μπαρμπα-Θωμά, ίσαμε να μεγαλώσει και να κάμει φτερά. Τότε το αφήνεις.
    Τον παρακάλεσε θερμά, τόσο που ο άνθρωπος το δέχτηκε.
    — Καλά, Δάφνη. Δε ματακούστηκε να φυλάν στα κλουβιά αϊτούς. Όμως, για χατίρι σου, θα το κρατήσω. Γιατί, βέβαια, τι θ’ απογίνει αν το αφήσουμε;
    Κείνο το βράδυ ο μπαρμπα-Θωμάς έβαλε το αϊτόπουλο σ’ ένα μεγάλο κλουβί, του έβαλε ρύζι, πράσινα φύλλα και νερό. Μα το μικρό όρνιο δεν άγγιξε τίποτα.
    — Τι θα γίνει με τούτο;, είπαν την άλλη μέρα ο μπαρμπα-Θωμάς κι η Δάφνη. Αν πάει έτσι, σίγουρα θα ψοφήσει.
    — Είναι πολύ μικρό ακόμα και άμαθο, είπε το κορίτσι. Δε θα μπορέσει να κάμει χωρίς μάνα.
    — Και πού να βρούμε τη μάνα του; Βέβαια, δεν μπορούμε να τη φωνάξουμε.
    — Βέβαια, δεν μπορούμε να τη φωνάξουμε, επανέλαβε μηχανικά το κορίτσι.
    Ήταν πολύ λυπημένη επειδή έβλεπε πως το αϊτόπουλο ήταν καταδικασμένο.
    — Αν βρίσκαμε τη μάνα του, αν του βρίσκαμε μια μάνα…, μονολογούσε.
    Κι έτσι που το συλλογιζόταν, ξαφνικά τα μάτια της πέσαν κάπου.
    — Αν δοκιμάζαμε… Αν δοκιμάζαμε αυτό…, μουρμούρισε.
    O μπαρμπα-Θωμάς γύρισε και την κοίταξε με απορία:
    — Για τι λες, Δάφνη;
    — Ω ναι! Ναι! Ας το δοκιμάσουμε!, είπε το κορίτσι αποφασιστικά. Θα του δώσουμε μια μάνα! Μπαρμπα-Θωμά, μην πεις όχι!
    Και του είπε την ιδέα της: Σ’ ένα απ’ τα πολλά κλουβιά της ταβέρνας ήταν και μια πέρδικα — μεγάλη τρυφερότητα του μπαρμπα-Θωμά. Ήταν ένα ήσυχο πουλί, πολύ μοναχό κι έρημο. Λοιπόν, γιατί να μην το βάζανε μαζί με το αϊτόπουλο;
    — Μπορεί έτσι να βοηθήσουμε και την πέρδικα, είπε η Δάφνη.

230


Πέρδικα
Πέρδικα

 

    O μπαρμπα-Θωμάς ξαφνιάστηκε.
    — Όχι! Όχι! Πώς γίνεται; Έλεγε. Η πέρδικα είναι ήμερο πουλί, αδύναμο, κι ο αϊτός είναι άγριο. Θα τη σπαράξει, σίγουρα! Κι αν δεν μπορεί να το κάνει τώρα, γιατί δεν έχει δύναμη, θα το κάνει μόλις μεγαλώσει λίγο. Όχι, Δάφνη!
    — Έλα, μπαρμπα-Θωμά!, τον ικέτευε εκείνη. Θα δεις που δε θα την πειράξει. Θα το δεις που θα συνηθίσουν. Ξέρω εγώ από πουλιά. Κι έπειτα, αν δεις πως είναι φόβος, τότε τα χωρίζουμε.
    Τον παρακάλεσε πολύ, που στο τέλος, όπως της είχε μεγάλη αδυναμία, κι όπως ποτέ του δεν είχε αλύγιστη θέληση, κλονίστηκε:
    — Καλά, είπε. Θα δοκιμάσουμε.
    Κι έτσι έγινε. Βάλαν στο μεγάλο κλουβί της πέρδικας και το μικρό αϊτόπουλο. Την πρώτη μέρα η πέρδικα συμμαζώχτηκε σε μιαν άκρη του κλουβιού, το αϊτόπουλο στην άλλη άκρη. Το ένα πουλί έριχνε περίεργες ματιές στο άλλο, πότε εχθρικές, πότε φοβισμένες. Ως το βράδυ κανένα δεν τόλμησε να σαλέψει και να πάει κοντά στο άλλο. Και τη νύχτα έμειναν το καθένα σταλιασμένο στη γωνιά του. Το αϊτόπουλο συλλογιζόταν τα βουνά και τη λευτεριά των προγόνων του, κι η πέρδικα συλλογιζόταν τα παιδιά που θα είχε και που θα μεγάλωνε κάτω από ζεστές πέτρες.
    Την άλλη μέρα, σαν ξημέρωσε, ήρθε η Δάφνη. Με τον μπαρμπα-Θωμά πήγαν στο κλουβί, άλλαξαν το νερό και βάλαν φρέσκα φύλλα πλάι σε κάθε πουλί.
    — Έλα τώρα!, είπε το κορίτσι τρυφερά στην πέρδικα. Εσύ ’σαι πιο μεγάλη κι αυτό είναι μωρό. Πρέπει να γίνεις η μάνα του.
    Έπιασε με το χέρι της την πέρδικα και την έφερε κοντά στο ατάραχο αϊτόπουλο. Αλλά μόλις τράβηξε το χέρι της, η πέρδικα γύρισε βιαστικά στον τόπο της.
    — Καλά, καλά, είπε η Δάφνη. Καταλαβαίνω, είναι ίσαμε που να το συνηθίσεις. Όμως ξέρω πως θα γίνεις η μάνα του.
    Αυτό βάσταξε κάμποσες μέρες, κι η Δάφνη με τον μπαρμπα-Θωμά παρακολουθούσαν με περιέργεια και αγωνία την ιστορία του κλουβιού. Το πράμα μαθεύτηκε στους αραιούς πελάτες της ταβέρνας και, όταν ερχόταν το βραδάκι, όλοι όσοι έμπαιναν ρωτούσαν ειρωνικά:
    — Λοιπόν, τι νέα, μπαρμπα-Θωμά; Αγαπήσανε;
    — Περιμένετε λίγο ακόμα, τους αποκρινόταν. Θα δείτε πως θ’ αγαπήσουν.
    Η βεβαιότητα του κοριτσιού σιγά σιγά είχε μεταγγιστεί μέσα του, και από ένα παράξενο αίσθημα το καταλάβαινε σα χρέος του να υπερασπιστεί τα πουλιά μπροστά στις υποψίες των ανθρώπων.
    — Ένας αϊτός με μια πέρδικα! Γίνεται, μπαρμπα-Θωμά;
    — Εγώ λέω πως όλα γίνουνται με τα πουλιά. Όλα όσα δε γίνουνται με τους ανθρώπους.

231


Τάσος, Το κορίτσι με το κλουβί
Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος),
Το κορίτσι με το κλουβί
Δείτε τον πίνακα σε μεγαλύτερη ανάλυση
στην Εθνική Πινακοθήκη

 

    Κι αληθινά, έγινε όπως το πίστεψε η Δάφνη. Σε λίγες μέρες η πέρδικα πλησίασε πρώτη, με ένστιχτο μητρικό, το απορφανισμένο αϊτόπουλο. Στην αρχή το περιεργάστηκε, ύστερα το άγγιξε με τις φτερούγες της, ύστερα έσκυψε κι έφαγε απ’ την τροφή του. Σα να του έλεγε:
    «Σκύψε κι εσύ και φάε!». Και το αϊτόπουλο έσκυψε κι έφαγε, έσκυψε κι ήπιε, όπως έκανε η πέρδικα. Μέρα με τη μέρα η μελαγχολία του λιγόστευε και γινόταν πιο ζωηρό. Ένα βράδυ έριξε ψιλή βροχή. O μπαρμπα-Θωμάς πήγε για να πάρει μέσα το κλουβί και να το προφυλάξει. Τότε είδε την πέρδικα, που είχε σταλιάξει κοντά στο αϊτόπουλο, να έχει απλωμένα πάνω του τα φτερά της και να το προφυλάγει απ’ το νερό.
    Ω, Θε μου!, είπε συγκινημένος. Τόσο πολύ δεν το πίστευα. Δεν το πίστευα πως θα φτάνανε ίσαμε κει.
    Το μάθαν οι αραιοί πελάτες της ταβέρνας και το είπαν ξαφνιασμένοι ο ένας στον άλλο. Το είπαν και σε φίλους τους που δεν έρχονταν στην ταβέρνα. Κι εκείνοι, για να δουν το αξιοπερίεργο, άρχισαν να έρχουνται. Σιγά σιγά η πελατεία ζωήρευε, μεγάλωνε, κάθε μέρα πιο πολύ.
    — Πάμε να δούμε τον αϊτό με την πέρδικα στην οδό Ζαΐμη;, λέγαν.
    — Πάμε.
    Περιεργάζονταν πρώτα τα πουλιά κι ύστερα κάθονταν να πιουν.
    — Είναι παράξενο. Δεν είναι;
    — Είναι μικρό το αϊτόπουλο, γι’ αυτό δεν την πειράζει, λέγαν οι πιο πολλοί, άνθρωποι που βασίζονταν στη σοφία των χρόνων τους. Ας μεγαλώσει λίγο και θα δούμε!
    — Θα τη σπαράξει λες;
    — Μα μπορεί να γίνει αλλιώς; Μόλις μεγαλώσει θα τη σπαράξει και θα τη φάει!
    O καιρός περνούσε, ο αϊτός μέρα με τη μέρα μεγάλωνε, κι η ανυπομονησία των ανθρώπων μέρα με τη μέρα γινόταν πιο ζωηρή. Έρχονταν ολοένα πιο πολλοί, και μόλις μπαίνανε στην αυλή, πριν ακόμα δουν το κλουβί, ρωτούσαν ανήσυχα:
    — Έγινε;
    Όλοι περίμεναν ν’ ακούσουν το «Ναι», σα να ’θελαν να ησυχάσουν. Σχεδόν απογοητεύονταν άμα τους δίναν την απόκριση:
    — Όχι. Τίποτα δεν έγινε.
    — Α, μα θα γίνει! Θα γίνει! λέγαν με σιγουριά και πείσμα. Αυτό δεν μπορεί να βαστάξει ακόμα πολύ.
    Τους είχε αναστατώσει το στραπάτσο της αρμονίας που υπάρχει στον κόσμο: οι δυνατοί να σπαράζουν τον αδύνατο. Τους ερχόταν ολωσδιόλου άβολο να μη γίνει με τα πουλιά αυτό που γίνεται με τους ανθρώπους.
    Ήταν τόση η βεβαιότητά τους που, σιγά σιγά, άρχισε πάλι να μπαίνει η

232


Καλατράβα Σαντιάγκο, Πουλί

Καλατράβα Σαντιάγκο, Πουλί
Δείτε το έργο σε μεγαλύτερη ανάλυση
στην Εθνική Πινακοθήκη

 

αμφιβολία και στην αδύναμη καρδιά του μπαρμπα-Θωμά και να φεύγει η πίστη που του είχε μεταγγίσει η Δάφνη. Πάλευε ανάμεσα στα δύο ρέματα. Το αϊτόπουλο τώρα πια είχε μεγαλώσει πολύ. Αν το ήθελε θα μπορούσε χωρίς τον παραμικρό κόπο να τη σπαράξει την πέρδικα. Κι αυτή ήταν τόσο ανυπεράσπιστη!
    Τις νύχτες, όταν οι πελάτες είχαν φύγει κι η ταβέρνα ήταν σκοτεινή κι έρημη, πήγαινε κοντά στο κλουβί και αφουγκραζόταν. Τίποτα, ήσυχα ήταν κει μέσα, και άμα τα μάτια του συνήθιζαν στο σκοτάδι έβλεπε τα μάτια του αϊτού ακίνητα και λυπημένα να λάμπουν μες στη νύχτα.
    — Μπας και πρέπει να το αφήσω; Μπας και μου σπαράξει την πέρδικα;
    Όμως ήταν άνθρωπος κι αυτός, κι ευθύς αμέσως το συλλογιζόταν:
    — Αν το αφήσω, όλη τούτη η ευλογία του Θεού που μου ήρθε θα μου φύγει, έλεγε για την αναπάντεχη πελατεία του. Δε θα ’ναι πια τίποτα εδώ που να τους τραβά.
    Δειλά, δειλά ρωτούσε και τη Δάφνη:
    — Εσύ τι λες; Πρέπει να τ’ αφήσουμε το πουλί;
    Δεν της έλεγε όλες τις σκέψεις του και τους υπολογισμούς του. Όμως εκείνη, μ’ όλο που ήταν ακόμα μικρή, είχε βαθύ ένστιχτο και καταλάβαινε τους ανθρώπους.
    — Ξέρω, μπαρμπα-Θωμά, ξέρω γιατί με ρωτάς. Αλλά εσύ τι λες; Φοβάσαι για την πέρδικα;
    — Δεν ξέρω πια τι να πω, αποκρινόταν ταραγμένος.
    Όμως τώρα ο αϊτός μεγάλωσε και, αν τον αφήναμε, θα μπορούσε να πετάξει. Όμως πάλι…
    — Μπορούμε να τον κρατήσουμε ακόμα λίγο, του έλεγε εκείνη με συγκατάβαση. Και πίστευε σ’ εμένα, μπαρμπα-Θωμά. Μη φοβάσαι.
    Στο μεταξύ οι άνθρωποι που μάθαν να έρχουνται στην ταβέρνα της οδού Ζαΐμη για να παρακολουθήσουν την ιστορία των πουλιών άρχισαν πια να μη βαστιούνται. Η απογοήτεψή τους ήταν ολοφάνερη επειδή ο αϊτός δεν κατασπάραζε, όπως θα έπρεπε, την πέρδικα.
    — Ωχ, αδερφέ!, λέγαν φουρκισμένοι. Αυτό το πράμα πια δεν είναι αϊτός! Το χάλασε η πέρδικα.
    Κι ένα βράδυ έγινε τούτο: Ένας απ’ τους πελάτες είχε πιει πολύ κρασί, κι όπως ήρθε η κουβέντα στον αϊτό και στην πέρδικα, πετάχτηκε απάνου, χίμηξε αγαναχτισμένος στο κλουβί, έχωσε μέσα το χέρι του, χούφτιασε το αϊτόπουλο κι άρχισε να το κουνά με οργή φωνάζοντας:
    — Παλιόπραμα! Τι κάθεσαι, βρε, και την κοιτάς; Τι κάθεσαι;
    O μπαρμπα-Θωμάς είδε, δεν κατάλαβε καλά, θάρρεψε πως ο άνθρωπος πήγαινε να πνίξει τον αϊτό, και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. Έτρεξε και τράβηξε με βία τον άνθρωπο.
    — Τι σου φταίει το πουλί, μωρέ! έλεγε αφρισμένος. Τι σου φταίει;

233


Ευθυμιάδη-Μενεγάκη Φρόσω, Αετός
Ευθυμιάδη-Μενεγάκη Φρόσω, Αετός
Δείτε το έργο σε μεγαλύτερη ανάλυση
στην Εθνική Πινακοθήκη

 

    Κόντεψαν να ’ρθουν στα χέρια. Τρέξαν οι άλλοι απ’ την παρέα για να βοηθήσουν το σύντροφό τους, κι ύστερα όλοι φύγαν αγαναχτισμένοι.
    — Σα μας ξαναδείς στην ταβέρνα σου, γράψε μας! είπαν.
    Αυτό ήταν. Το άλλο βράδυ ήρθαν λιγότεροι, και το άλλο ακόμα πιο λίγοι απ’ τους ξένους πελάτες. Ώσπου όλοι ξαναγύρισαν στα λημέρια τους, μη βρίσκοντας κανένα ενδιαφέρον στην ιστορία των πουλιών.
    Έτσι ο τόπος ερήμωσε πάλι, και τα βράδια έρχονταν πάλι μονάχα οι φτωχοί σπουδαστές με τα κορίτσια τους να κοιτάξουν τ’ άστρα.
    Η Δάφνη τότε είπε στον μπαρμπα-Θωμά:
    — Θαρρώ πως μπορούμε πια ν’ αφήσουμε τον αϊτό να φύγει.
    — Έτσι θαρρώ κι εγώ, είπε καλόκαρδα ο μπαρμπα-Θωμάς.
    Πήγαν στο λόφο του Στρέφη, άνοιξαν το κλουβί κι άφησαν τον αϊτό να φύγει. Τον παρακολούθησαν να γράφει μιαν αργή κίνηση πάνω απ’ την κοιλάδα της Δάφνης κι ύστερα να χάνεται κατά τη μεριά των Τουρκοβουνίων.
    O μπαρμπα-Θωμάς σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού τα χείλια του κι ύστερα φίλησε τη Δάφνη στα μαύρα μαλλιά, σα να την ευλογούσε.

 

Η. Βενέζης, Άνεμοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Παράλληλα Κείμενα
Χρ. Μπουλώτης, «Η Βροχούλα, ο Μουντζούρης κι ένα χριστουγεννιάτικο όνειρο»
[Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε΄ & ΣΤ΄ Δημοτικού]
Χρ. Μπουλώτης, «Η Βροχούλα, ο Μουντζούρης κι ένα χριστουγεννιάτικο όνειρο» [Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε΄ & ΣΤ΄ Δημοτικού]


Λεξιλόγιο
*κουφάλες: κοιλώματα του λόφου *το περισσότερο: τις περισσότερες φορές *σοφιστείς (σοφίζομαι): να επινοήσεις, να σκεφτείς ευφυή τεχνάσματα *συλλογή: πολλή σκέψη *σκούνα: μικρό ιστιοφόρο * φλοίσβισμα: ελαφρό θρόισμα *αμάλλαγο: γυμνό, χωρίς φτερά *για (θα το σκοτώσουν): ή *ματακούστηκε: ξανακούστηκε *σταλιασμένο: καθισμένο, μαζεμένο

234


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  • 1. Χαρακτηρίστε τη Δάφνη και τον μπαρμπα-Θωμά από τις ενέργειές τους αλλά και από τον τρόπο που σκέφτονται, κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου.
  • 2. «Τους είχε αναστατώσει το στραπάτσο της αρμονίας που υπάρχει στον κόσμο: οι δυνατοί να σπαράζουν τον αδύνατο. Τους ερχόταν ολωσδιόλου άβολο να μη γίνει με τα πουλιά αυτό που γίνεται με τους ανθρώπους». Συζητήστε τη στάση των πελατών της ταβέρνας. Ποια νομίζετε ότι είναι η θέση που παίρνει ο αφηγητής απέναντι σ’ αυτήν τη στάση;
  • 3. Ποιον τίτλο θα προτείνατε εσείς για το διήγημα και γιατί;
  • 4. Δοκιμάστε να δώσετε διαφορετική εξέλιξη στη συμβίωση των δύο πουλιών και εξηγήστε γιατί επιλέξατε αυτή την εκδοχή.


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

  • 1. Αν υπάρχει δυνατότητα στην περιοχή όπου μένετε, οργανώστε μια επίσκεψη σε ζωολογικό κήπο και παρατηρήστε τις συνθήκες στις οποίες ζουν τα ζώα. Αν βρίσκεστε κοντά σε κάποιο βιότοπο ή δρυμό, πραγματοποιήστε περιβαλλοντική εξόρμηση, για να παρατηρήσετε πώς διαβιούν τα ζώα και τα πουλιά στο φυσικό περιβάλλον.
        Διαδικτυακός τόπος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας Διαδικτυακός τόπος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας
        Διαδικτυακός τόπος του Αττικού Ζωολογικού Πάρκου Διαδικτυακός τόπος του Αττικού Ζωολογικού Πάρκου


Ηλίας Βενέζης (1904 - 1973)


Ηλίας Βενέζης

Διάβασε για τη ζωή και το έργο του εδώ.


Άνεμοι

Ηλίας Βενέζης, Άνεμοι

Ηλίας Βενέζης
Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου] Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]
στο Βιβλιοnet Βιβλιοnet
στον Πολιτιστικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας ΠΟΘΕΓ
στις Ψηφίδες, Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ψηφίδες
στη Βικιπαίδεια Βικιπαίδεια
εκπομπή ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΕΡΤ

Γεώργιος Μανουσάκης, βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη

Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) , βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη

Calatrava Santiago (Καλατράβα Σαντιάγκο), βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη

Ευθυμιάδη-Μενεγάκη Φρόσω, βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...