ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


• O ANΘPΩΠOΣ KAI H ΦYΣH - ΠOΛΗ-YΠΑΙΘΡOΣ
Γεώργιος Δροσίνης, «Θαλασσινά τραγούδια»
Γιάννης Ρίτσος και Οδυσσέας Ελύτης», «Τζιτζίκια...»
Ίταλο Καλβίνο, «Μανιτάρια στην πόλη»
• ΛΑOΓΡΑΦΙΚΑ
Λαϊκό παραμύθι, «Το πιο γλυκό ψωμί»
Αντώνης Μόλλας, «Η πείνα του Καραγκιόζη»
Δημοτικό τραγούδι, «Ύπνε μου κι έπαρέ μου το»
Μαρία Ιορδανίδου, «Τα φαντάσματα»
Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»
• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Άγγελος Σικελιανός, «Της μάνας μου»
Εμμανουήλ Ροΐδης, «Η εορτή του πατρός μου»
Λάμπρος Πορφύρας, «Το στερνό παραμύθι»
Λέων Τολστόι, «Ο παππούς και το εγγονάκι»
Ζωρζ Σαρή, «Νινέτ»
Τούλα Τίγκα, «Τα πράγματα στρώνουν περισσότερο»
• ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Στην Παναγία τη Σαλονικιά»
Κ.Π. Καβάφης, «Δέησις»
Στράτης Μυριβήλης, «Η λιτανεία»
Κάρολος Ντίκενς, «Παραμονή Χριστουγέννων»
Παντελής Καλιότσος, «Πασχαλινή ιστορία»
• EΘNIKH ZΩH
Κλέφτικο τραγούδι, «Ένας αϊτός περήφανος»
Γιάννης Βλαχογιάννης, «Η έξοδο»
Παντελής Πρεβελάκης, «Ο Κρητικός – Η Πολιτεία»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου»
Δημήτρης Ψαθάς, «Ο πιτσιρίκοι»
Κύπρος Χρυσάνθης, «17 του Νοέμβρη 1973»
ΠΑΛΑΙOTEΡΕΣ ΜOΡΦΕΣ ΖΩΗΣ
• Κώστας Κρυστάλλης, «Ηλιοβασίλεμα»
Νίκος Καζαντζάκης, «Η Νέα Παιδαγωγική»
Νίκος Θέμελης, «Η αφήγηση του αρχιμάστορα»
Ευγενία Φακίνου, «Η ζωή στη Σύμη»
Ντίνος Δημόπουλος, «Ο Σαρλό και το αθάνατο νερό»
• ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Νάνος Βαλαωρίτης, «Με πλοίο»
Κώστας Ουράνης, «Το θέλγητρο της
Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, «Oδοιπορικό στην Ινδία»
Τζων Φώουλς, «Κοιτώντας την Αθήνα»
Μιχάλης Γκανάς, «Γυάλινα Γιάννινα»
• Η ΑΠOΔΗΜΙΑ - O ΚΑΗΜOΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ...
Ιωάννης Βηλαράς, «Πουλάκι»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Ο Δημοτικός Κήπος του Ταξιμιού»
Διδώ Σωτηρίου, «Ταξίδι χωρίς επιστροφή»
Θ. Βαλτινός, «Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται»
Μ. Κλιάφα, «O δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς»
• ΑΘΛΗΤΙΣΜOΣ
Κωστής Παλαμάς, «O Oλυμπιακός ύμνος»
Πέτρος Χάρης, «Δρόμος 100 μέτρων»
Αγγελική Βαρελλά, «Η νίκη του Σπύρου Λούη»
• Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ • OΙ ΦΙΛΙΚOΙ...
Ειρήνη Μάρρα, «Τα κόκκινα λουστρίνια»
Δημοτικό τραγούδι, «Κόρη που λάμπει»
Λίτσα Ψαραύτη, «Ο Κωνσταντής»
Γιάννης Ρίτσος, «Πρωινό άστρο»
Αργύρης Εφταλιώτης, «Αγάπης λόγια»
Οδυσσέας Ελύτης, «Όλα τα πήρε το καλοκαί...»
Όσκαρ Ουάιλντ, «Ο πιστός φίλος»
Μιμίκα Κρανάκη, «Ένα τόπι χρωματιστό»
• Η ΒΙOΠΑΛΗ - ΤO ΑΓΩΝΙΣΤΙΚO ΠΝΕYΜΑ ΤOY ΑΝΘΡΩΠOY
Λαϊκό παραμύθι, «O φτωχός και τα γρόσια»
Τ. Άγρας & Ν. Βρετάκος, «Το ξανθό...
Άντον Τσέχωφ, «O Βάνκας»
Μαρία Πυλιώτου, «Λεώνη»
• ΠΡOΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣYΓΧΡOΝΗΣ ΖΩΗΣ
Αντώνης Σαμαράκης, «Γραφείον ιδεών»
Λουίς Σεπούλβεδα, «Το μαύρο κύμα»
Κρίτων Αθανασούλης, «Παράπονο σκύλου»
Ελένη Σαραντίτη, «Όπως τα βλέπει κανείς…»
• OΙ ΦΙΛOΙ ΜΑΣ ΤΑ ΖΩΑ
Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Το μνήμα της μάνας»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Η γάτα του παπά»
Ηλίας Βενέζης, «Η Δάφνη»
Λιλή Ζωγράφου, «Στρίγκλα και καλλονή»
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει»
Τζακ Λόντον, «O αδάμαστος»


Λιλή Ζωγράφου

Στρίγκλα και καλλονή

Το διήγημα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέα από την αυτοεξορία της στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974). Δημοσιεύτηκε το 1994 στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

Ελευθεριάδη Νίκη
Ελευθεριάδη Νίκη

Μια στρίγκλα, σου λέω, που τη λάτρεψα έντεκα χρόνια και με τυράννησε άλλα τόσα. Τόσο όμορφη όμως που σου κοβόταν η ανάσα. Το πρώτο πλάσμα που μ’ έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Μια φορά όλη κι όλη, μια φορά σ’ τ’ ορκίζομαι, αποφάσισα ν’ αντισταθώ στην αδυναμία μου και να λείψω πέντε μέρες χωρίς να την πάρω μαζί μου, και ξέρεις πώς μ’ εκδικήθηκε; Μπορείς να φανταστείς πώς; Πέθανε! Ναι, σου λέω, πέθανε. Και κανείς δε θα μου βγάλει από το μυαλό πως πέθανε για να με τιμωρήσει. Η ανόητη, η τρελή, η άπονη. Αυτοκτόνησε.

Τέσσερις ημέρες έφτασαν. Έπεσε μες στο πανέρι της, πάνω σε μια φούστα μου (που της έβαλα για να με νιώθει κοντά της), κι αρνήθηκε να φάει, να πιει, να ζήσει. Και το πέτυχε, το άκαρδο. Πέτυχε να μου ανταποδώσει το σπαραγμό της γιατί έφυγα και την άφησα.

Έτσι, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι με στόχευε πίσω από την πόρτα του γυρισμού μου η είδηση του θανάτου της. Κι ο κόσμος σκοτείνιασε στις εννιά το πρωί, καθώς ένα γογγητό βγήκε από την καρδιά μου και κατρακύλησε σε χείμαρρο από δάκρυα. Πήρα το δρόμο με τα πόδια κλαίγοντας. Να ’ναι άνοιξη, να ’ναι ο ουρανός γεμάτος δώρα από φως, να σου χαμογελούν τ’ ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ανεμίζοντας τις κουρτίνες τους και να χάνεις το νόημα της ζωής χάνοντας ένα τοσοδούλικο ζωάκι;

Μην παραξενεύεσαι! Ένα σκυλί αποδέχεται ό,τι αγάπη διαθέτεις. Όσο χρειάζεσαι να δώσεις, όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου προσπερνούν. Κι όσο περισσότερο του δίνεις, τα μάτια του σου επιστρέφουν καταρράκτες χαράς κι ευγνωμοσύνης. Τρυπώνουν μέσα σου και σε χαϊδεύουν σαν όλα τα χέρια που σ’ εγκαταλείψανε.

Και να ’μαι τώρα καρφωμένη με τούτο το μαχαίρι της ενοχής, ολομόναχη, να ντρέπομαι να κυκλοφορήσω το απελπισμένο πρόσωπό μου, γιατί άλλο δεν μπορώ να πω παρά η Νίνα πέθανε και προκάλεσα ’γώ το θάνατό της, και ποιος να καταλάβει τέτοιο σπαραγμό και τόση ερημιά.

Εκείνη μεγάλωνε σ’ ένα κοφίνι μαζί με τον αδελφό της σ’ ένα μαγαζί του Παρισιού, ζεστή. Εγώ περπατούσα ξεπαγιασμένη, αυτοεξόριστη στους μεγάλους δρόμους

235


 

Ελευθεριάδη Νίκη
Ελευθεριάδη Νίκη

της πατρίδας της. Χούντα. Παραμονές Χριστουγέννων κάθε ξενιτεμένος νιώθει πιο έρημος. Όλοι οι άλλοι περπατούν πιο ζωηρά, μιλούν χαρούμενα, ψωνίζουν, μέσα στο σκηνοθετημένο παραμύθι του χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά και κανείς δε με περίμενε.

Καθώς βγήκα από το μετρό, έπεσα πάνω σε μια βιτρίνα με δυο πιθηκάκια. Το ένα φορούσε ένα πουλόβερ, το άλλο ολοτσίτσιδο. Αυτό, το τελευταίο, προσπαθούσε να βγάλει το πουλόβερ του ντυμένου. Αφού πάλεψε λίγο μαζί του, κατάφερε τέλος να το γδύσει. Κι άξιζε τότε η προσπάθεια να το φορέσει εκείνο. Πέρασε το λαιμό μια χαρά. Έλα όμως που δεν τα κατάφερε να περάσει τα μανίκια. Το ξανάβγαλε λοιπόν και ξανάρχιζε από την αρχή. Τώρα το βοηθούσε και το άλλο πιθηκάκι. Με αποτέλεσμα να του περάσει και το μανίκι στο λαιμό. Τσιρίζανε και τα δυο, τραβολογούσαν το πουλόβερ, ρίχνανε καμιά καρπαζιά το ένα στο άλλο, ώσπου άνοιγε από μέσα η βιτρίνα και κάποιος φόραγε κανονικά το πουλόβερ στο ένα από τα δυο. Και η ιστορία ξανάρχιζε. Γελούσα τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτώ μπήκα στο κατάστημα. Είχα όμως αποφασίσει πως θ’ αποκτούσα ένα ζωάκι.

Oλόγυρα, στα αραδιασμένα κοφίνια, πρόβαλλαν φατσούλες, σκυλάκια, γατούλες πεντάμορφες, χαμστεράκια πολύχρωμα. Περπατούσα αργά όταν είδα δυο ολόλευκα στρογγυλά μπαλάκια κουρνιασμένα στα πεντακάθαρα άχυρα. Δεν ήμουνα σίγουρη αν ήταν κάτι ζωντανό ή σκέτες μεγάλες κουβαρίστρες μαλλί για πλέξιμο. Βούτηξα το χέρι μου κι έπιασα τη μια από τις δυο άσπρες μπαλίτσες. Δυο μαύρα στρογγυλά μάτια άνοιξαν και καρφώθηκαν στα δικά μου. Ύστερα τέντωσε δυο ηλίθια κοντά ποδαράκια, τ’ ακούμπησε στο πουλόβερ μου και κούρνιασε το κεφάλι στο στήθος μου. Το κρατούσα εκεί, μαλακό και ζεστό, τόσο εύθραστο. Με το άλλο χέρι πήρα και το άλλο, που δεν άνοιξε τα μάτια του, και το ξανάβαλα στο καλάθι.

«Βλέπετε», μου λέει ο μαγαζάτορας, «το θηλυκό σάς διάλεξε».

«Πώς με διάλεξε;», τον ρώτησα.

«Α, βέβαια. Δε διαλέγουμε μόνο εμείς. Μας διαλέγουν και τα ζώα. Πιάσατε και το αρσενικό, μα αυτό δε νοιάστηκε, ενώ αυτή η γαλίφα κόλλησε απάνω σας και δε λέει να σας αφήσει».

«Και πόσο κάνει αυτή η γαλίφα;»

Μου είπε μια τιμή που αντιπροσώπευε το μισθό μου, στο Λύκειο που εργαζόμουν. Απογοητευμένη το ξεγάντζωσα από το πουλόβερ μου και βγήκα από το μαγαζί. Όσο κι αν φανεί παράξενο, μου ’ρθε η διάθεση να κλάψω. Δυο Γάλλοι φίλοι μου με παρηγόρησαν. «Μη στενοχωριέσαι, πάντα πριν από τις γιορτές τα ζωάκια είναι πανάκριβα, γιατί οι Γάλλοι συνηθίζουν να τα δωρίζουν. Μόλις όμως περάσουν οι γιορτές, οι τιμές τους πέφτουν κατακόρυφα. Τι θα τα κάνει ο έμπορος,

236


 

Ελευθεριάδη Νίκη
Ελευθεριάδη Νίκη

του στοιχίζουν πολύ και δεν τον συμφέρει να μεγαλώσουν. Θα δεις που θα το πάρεις μισοτιμής μετά τα Χριστούγεννα, αν, αν φυσικά δεν έχει πουληθεί».

Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σχόλασα, πήρα πάλι τον υπόγειο και κατέβηκα στην Πορτ Ντ’ Oρλεάν. Το μαγαζί γεμάτο από παιδιά και συνοδούς. Έφτασα αγχωμένη στο κοφίνι με τις άσπρες μπαλίτσες. Ανακουφισμένη πήρα το κοριτσάκι στη χούφτα μου και το ’σφιξα στο στήθος μου. Αυτό μύρισε λίγο το πουλόβερ μου κι έχωσε το μουράκι του μέσα. Με αναγνώρισε. Τι θρίαμβος! Έμενα κει σαν μαρμαρωμένη, μη χαλάσει το όνειρο. Εξάλλου σκεπτόμουν πως όσο έμενα και το κρατούσα, δεν κινδύνευα να το διαλέξει κάποιος πελάτης. Στην Ευρώπη τα πρωτεία, από την αναμονή ταξί στο δρόμο, είναι νόμοι.

Μας χώριζαν δυο μέρες ώσπου να περάσουν τα Χριστούγεννα. Oύτε όταν ήμουν παιδί και περίμενα πώς και πώς αυτή τη θαυμάσια γιορτή γεμάτη χαρές και εκπλήξεις, ποτέ πριν δεν κοιμήθηκα παραμονές με τέτοια αγωνία. Το απόγευμα των Χριστουγέννων πήρα τους άδειους δρόμους και κατέβηκα στο μαγαζί, που ήταν φυσικά κλειστό, με αμυδρό φωτισμό. Κόλλησα το μούτρο μου στο τζάμι της πόρτας προσπαθώντας να διακρίνω αν το κουταβάκι βρισκόταν στη θέση του, αλλά μάταια.

Ξημέρωσε επιτέλους η επομένη των Χριστουγέννων και βρέθηκα στο μαγαζί την ώρα που άνοιγε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, αγιάτρευτα παράφορη. Τα κουταβάκια κοιμούνταν αγκαλιά. Λίγο ακόμη και θα ’βαζα τα κλάματα, τόση ήταν η χαρά μου. O μαγαζάτορας δε μου ’δινε καμιά σημασία, παγερός Γάλλος κι επιπλέον μαχμουρλής. Άρπαξα τούτη τη φορά το σκυλάκι, λες και κινδύνευε. Μύριζε όπως τα ανθρώπινα βρέφη. Και τα δυο παιδιά που γέννησα μύριζαν έτσι, σαν συννεφάκια.

Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Γάλλου.

«Δεν το παίρνετε;» Σαν να μου ’λεγε: «Δεν το παίρνεις να σε ξεφορτωθώ;».

«Το θέλω πολύ», είπα, «αλλά είναι ακριβό για μένα».

«Δεν είστε Γαλλίδα».

«Από την Ελλάδα, έχουμε δικτατορία εκεί κι όσοι μπορέσαμε φύγαμε…»

«Δώστε ό,τι λεφτά έχετε», είπε χωρίς να με κοιτάξει.

«Μα…», τραύλισα, «έχω μόνο τα μισά».

«Φτάνουν, αφήστε τα στον πάγκο».

Αν ο μαγαζάτορας δεν ήταν Γάλλος, θα τον φιλούσα σίγουρα. Έβγαλα από το πορτοφόλι τα υπόλοιπα (από το νοίκι) που θα περνούσα το Γενάρη, άφησα το σκυλάκι αραγμένο στο στήθος μου, μέσα από το παλτό μου, και τρελή από χαρά πήρα το μετρό για το σπίτι.

Αυτό ήταν. Γεννήθηκε στο Παρίσι, ε και; Όποιος γεννιέται στο Παρίσι είναι και καλά αριστοκράτης; Και όμως είχε ένα μοναδικό τρόπο να δείχνει τη δυσαρέσκειά της, όταν κάτι δεν της άρεσε. Της άρεσαν τα μεγάλα μαλακά μαξιλάρια του κρεβατιού μου, το πουπουλένιο πάπλωμα, το κοτόπουλο και ’γώ. Δε

237


 

γούστερνε κανέναν άλλο. Και το ’δειχνε με το μουγκρητό της σαν την πλησίαζε λίγο κάποιος και δαγκώνοντάς τον αν πλησίαζε τελείως. Και να δεις που όλοι μπαίνανε στον πειρασμό να τη χαϊδέψουν, γιατί ήταν όμορφη, μια κούκλα.

Όταν την έβγαζα έξω στους δρόμους του Παρισιού, οι Γάλλοι γελούσανε, «δες», λέγανε, «ίδια η Μπεμπέ». Κι αλήθεια έμοιαζε στην Μπαρντό. Τι στριμμένη και δύσκολη ήταν! Για όλα δυσανασχετούσε και το ’δειχνε. Είχε προσωπικότητα βεντέτας της Μπελ Επόκ. Αν ήταν γυναίκα, θα ζούσε τυλιγμένη σε νταντέλες και βελούδα.

Σιχαινόταν τη Φύση. Δεν της άρεσε καθόλου η ζωή στο χωριό. Έπρεπε να τη δεις να περπατάει στους χωματόδρομους του χωριού. Σήκωνε το ένα πόδι μετά το άλλο τόσο αργά, λες και πατούσε επάνω σε γυαλιά. Άσε το τι γίνηκε σαν πρωταντίκρισε γάιδαρο, που άρχισε να τον κυνηγά με τα πιο δυνατά γαβγίσματα κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Βέβαια το χωριό ήταν πρωτόγονο, με τους δρόμους γεμάτους πέτρες, καβαλίνες και αγκάθια. Αλλά τι ’θελες να της κάνω; Να της φορέσω παπούτσια; Ή ν’ αρνηθώ το χωριό; Μια ζωή ονειρευόμουν ν’ αποκτήσω σπίτι σ’ ένα τέτοιο χωριό. Το Πάσχα δεν μπορείς να διαβείς τους στενούς δρόμους καθώς φουντώνουνε καταπράσινα φασκόμηλα, μαργαρίτες και τσουκνίδες ανάκατα.

Όταν πηγαίναμε περίπατο, εκείνη βέβαια ακολουθούσε, αλλά μετά τριάντα βήματα σταματούσε. «Θα ’ρθεις;», της φώναζα. Αλλά πέτρωνε καταμεσής του μονοπατιού με τα μάτια της γεμάτα απόγνωση καρφωμένα στα δικά μου. Καθώς έσκυβα κοντά της, μου άπλωνε το ποδαράκι. Αμέτρητα ξερόκλαδα μπερδεμένα στο πυκνό της τρίχωμα σφήνωναν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα καθάριζα προσεκτικά κι ύστερα την έπαιρνα αγκαλιά και συνεχίζαμε τον περίπατο. Έμενε τότε ακίνητη, σαν λιγωμένη από την ευτυχία, καθώς ταξίδευε απάνω μου. Κάθε φορά που βγαίναμε, επαναλαμβανόταν το ίδιο.

Μα και να την άφηνα σπίτι, δε θα χαιρόμουν περίπατο. Τα μάτια του σκύλου που φεύγεις και τον αφήνεις, σε τυραννούν πιο πολύ κι από ενός παιδιού. Εγώ που έχω και παιδιά και σκυλιά, ξέρω. O άνθρωπος έχει αμέτρητους τρόπους να διαμαρτυρηθεί. Κλαίει, φωνάζει, βρίζει, κάνει χειρονομίες και κυρίως εκφράζει με λόγια πόσο τον πλήγωσες. Το σκυλί δε διαθέτει παρά τα μάτια του. Πόσες φορές δεν έκλεισα την πόρτα αποφασιστικά πίσω μου, φεύγοντας μόνη, επιμένοντας να μην υποκύψω στο βλέμμα της, και πόσες φορές δε γύρισα πίσω απελπισμένη από την αδυναμία μου. Αλλά ζούσα ανετότερα με τα ελαττώματά μου παρά με τη θλίψη των ματιών της. Μια μεγάλη ποιήτρια έγραφε: «Όταν μπορέσω να περάσω / αδάκρυτη / δίπλα από ένα σκύλο, / θα έχω μεταμορφωθεί».

Λένε, οι υποκριτές, οι φαύλοι, πως είναι ντροπή ν' αγαπάς τόσο ένα σκυλί,

238


 

Nίκη Ελευθεριάδη, Η γάτα της Νίκης
Nίκη Ελευθεριάδη, Η γάτα της Νίκης

ενώ θα μπορούσες να προσφέρεις όλα τα έξοδα που κάνεις γι' αυτό σ' ένα πεινασμένο παιδί. Ξέρεις γιατί το λένε; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν χωρίς αναγνώριση. Η ελεημοσύνη είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν για όσα προσφέρεις. Το ν' αγαπάς ένα ανυπεράσπιστο ζώο, το να αναλαμβάνεις την ευθύνη της συντήρησής του, της ζεστασιάς, της υγείας του, είναι μια δοκιμασία για τον κούφιο κι επιδειξιομανή. Γιατί πώς να προσφέρει χωρίς προσδοκία έκφρασης ευγνωμοσύνης και επαίνων από τους τρίτους; Ένα σκυλί δέχεται και χωράει όση αγάπη του δώσεις. Μπορείς ν' ακουμπήσεις απάνω του όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου δε χρειάζονται.

Όταν κλαίμε για ένα σκυλί που χάσαμε, κλαίμε για μας. Που ορφανέψαμε, καθώς στερηθήκαμε την πιο τέλεια μορφή αγάπης, την πιο αθόρυβη και λιγότερο απαιτητική που γίνεται. Ίσως, λέω!

Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, επιμέλεια – ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα

Παράλληλα Κείμενα
    Δ. Γκιώνης, «Τα φιλοζωικά αισθήματα της Λιλής Ζωγράφου» Δ. Γκιώνης, «Τα φιλοζωικά αισθήματα της Λιλής Ζωγράφου»
    Ν. Δήμου, «Επίλογος» (παράλληλο κείμενο) [πηγή: Προσωπική ιστοσελίδα του Ν. Δήμου] Ν. Δήμου, «Επίλογος» (παράλληλο κείμενο) [πηγή: Προσωπική ιστοσελίδα του Ν. Δήμου]


Λεξιλόγιο
*γαλίφα: καταφερτζού, κόλακας
*Μπαρντό: η παλαιά γαλλίδα ηθοποιός Μπριζίτ Μπαρντό
*Μπελ Επόκ (γαλλ.): Ωραία Εποχή. Η περίοδος ευφορίας και ελαφρότητας της γαλλικής αστικής τάξης στις αρχές του 20ού αιώνα
*καβαλίνες: (σ)βουνιές, κόπρανα αγελάδων ή αλόγων

239


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

  • 1. Η αφηγήτρια αισθάνεται ένοχη. Βρείτε τα σχετικά χωρία και εξηγήστε γιατί νιώθει έτσι.
  • 2. Γιατί η αφηγήτρια αποκαλεί τη σκυλίτσα της «στρίγκλα»;
  • 3. Στις δύο τελευταίες παραγράφους η αφηγήτρια διατυπώνει τις απόψεις της σχετικά με την αγάπη των ανθρώπων προς τα σκυλιά. Συζητήστε τες.
  • 4. Διαβάστε τις επόμενες στροφές από το ποίημα (απόσπασμα) της Μυρτιώτισσας και συγκρίνετε το περιεχόμενό τους με το διήγημα της Λ. Ζωγράφου:

    Στο γάτο μου

    Σ’ αντάμωσα στο εξοχικό σοκάκι,
    μια μέρα θλιβερή και παγωμένη·
    ήσουν του δρόμου αδέσποτο γατάκι,
    δυο κόκκαλα σε τρίχα μαδημένη.

    Κι εγώ, που σεργιανούσα εκεί μονάχη,
    με την καρδιά βαριά, γεμάτη πόνο,
    έσκυψα και σου χάιδεψα τη ράχη,
    κι ευτύς εσύ ξοπίσω μου ήρθες μόνο.

    Σε κράτησα, φτωχούλι, να σε θρέψω
    και να σε γιάνω μου ήταν ο σκοπός μου,
    μα δεν μπορούσα ωστόσο να πιστέψω,
    ο μέγας πως θα γίνεις σύντροφός μου.
     

    Μυρτιώτισσα, Άπαντα, Alvin Redman Ηellas

  • 5. Συγκρίνετε τον τρόπο αφήγησης της ιστορίας με εκείνον του διηγήματος του Γ. Σκαμπαρδώνη «Η Βαγγελιώ-δεν-είσαι-εντάξει».


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

  • 1. Συγκεντρώστε υλικό από το διαδίκτυο (http://worldanimal.net) ή από φιλοζωικά έντυπα σχετικά με τα κινήματα και τις οργανώσεις για την υπεράσπιση των ζώων και παρουσιάστε το στην τάξη.


Λιλή Ζωγράφου (1922-1998) Ekebi


Λιλή Ζωγράφου

Διάβασε για τη ζωή και το έργο της εδώ.


Λιλή Ζωγράφου
Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου] Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]
στη Βικιπαίδεια Βικιπαίδεια

Νίκη Ελευθεριάδη: βιογραφία και έργα
στο paleta art Ελευθεριάδη , Ελευθεριάδη
στο ΝΙΚΙΑΣ Ελευθεριάδη
Βικιπαίδεια

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...