ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


• Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ - ΠΟΛΗ – ΥΠΑΙΘΡΟΣ: Εισαγωγή
Οδυσσέας Ελύτης, «Πίνοντας ήλιο κορινθιακό»
Γιώργος Σαραντάρης, «Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας»
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Αθήνα»
Κοσμάς I. Χαρπαντίδης, «Χαλασμένες γειτονιές»
Ινδιάνος Σιάτλ, «Ένα παλιό μήνυμα για το σύγχρονο κόσμο»
• ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ: Εισαγωγή
Μιλτιάδης Μαλακάσης, «O Τάκη-Πλούμας»
Διαμαντής Αξιώτης, «Η Άννα του Κλήδονα»
Γιώργος Ιωάννου, «Να 'σαι καλά, δάσκαλε!»
Νίκος Εγγονόπουλος, «O Καραγκιόζης...»
• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: Εισαγωγή
Περλ Μπακ, «Η μάνα»
Άννα Φρανκ, «Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ»
Μαργαρίτα Λυμπεράκη, «Οι Κυριακές στη θάλασσα»
Ναζίμ Χικμέτ, «Νανούρισμα στο γιο μου»
• ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ: Εισαγωγή
Κ.Π. Καβάφης, «Στην εκκλησία»
Γιάννης Ρίτσος, «Τ' άσπρο ξωκλήσι»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Κάποια Χριστούγεννα»
Γκότχολτ Έφραϊμ Λέσινγκ , «Η ιστορία του δαχτυλιδιού»
• ΕΘΝΙΚΗ ΖΩΗ: Εισαγωγή
Ακριτικό, «O Διγενής»
Κλέφτικο, «Του Βασίλη»
Ανδρέας Κάλβος, «Εις Σάμον»
Διονύσιος Σολωμός, «Η καταστροφή των Ψαρών»
Γιάννης Ρίτσος, «Ερημωμένα χωριά»
Μέλπω Αξιώτη, «Από δόξα και θάνατο»
Γιώργος Χειμωνάς, «Έξι χιλιάδες νέοι»
Χριστόφορος Μηλιώνης, «Το συρματόπλεγμα του αίσχους»
• ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΖΩΗΣ: Εισαγωγή
Διδώ Σωτηρίου, «Όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη»
Σωτήρης Δημητρίου, «Πάσχα τ' Απρίλη»
Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Χρονικό»
Άντον Τσέχωφ, «Ένας αριθμός»
• ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: Εισαγωγή
Ζακ Πρεβέρ, «Βγαίνοντας από το σχολειό»
Νίκος Καζαντζάκης, «Μια Κυριακή στην Κνωσό»
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Η εξοχική Λευκάδα»
Νίκος Κάσδαγλης, «Τόκιο»
• Η ΑΠΟΔΗΜΙΑ - Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ...: Εισαγωγή
Δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς...»
Δημήτρης Χατζής, «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα
Ηλίας Βενέζης, «H επιστροφή του Αντρέα»
Μπ. Μπρεχτ, «Για τον όρο «μετανάστες»
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Γλυκό του κουταλιού»
Θανάσης Βαλτινός, «Δύο γράμματα της Χαράς»
Άλκη Ζέη, «Αναμνήσεις της Κωνσταντίνας...»
• ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ: Εισαγωγή
Λορέντζος Μαβίλης, «Καλλιπάτειρα»
Δημήτρης Μίγγας, «Η τρίπλα των ονείρων»
Νίκος Χουλιαράς, «Η εσχάτη των ποινών»
• Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ...: Εισαγωγή
Νίκος Καρούζος, «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού»
Γιάννης Μαγκλής, «Γιατί;»
Μ. Καραγάτσης, «Η κυρία Νίτσα»
Ζωρζ Σαρή, «Και πάλι στο σχολείο...»
Αντουαν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, «Ο μικρός πρίγκιπας»
Ιβαν Γκολ, «Μαλαισιακά τραγούδια»
• Η ΒΙΟΠΑΛΗ - ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠOY: Εισαγωγή
Κ.Π. Καβάφης, «Θερμοπύλες»
Έλλη Αλεξίου, «Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν»
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, «Για ένα παιδί που κοιμάται»
Ανώνυμος, «Το τραγούδι του Γιανγκ»
• ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΖΩΗΣ: Εισαγωγή
Διονύσης Σαββόπουλος, «Τι έπαιξα στο Λαύριο»
Μαρία Ιορδανίδου, «Στην εποχή του τσιμέντου...»
Μένης Κουμανταρέας, «Γραφείον ευρέσεως εργάσιας»
Τάσος Καλούτσας, «Με το λεωφορείο»
Τίτος Πατρίκιος, «Ιστορία του λαβύρινθου»
Εντίτα Μόρρις, «Τα λουλούδια της Χιροσίμα»
Τόλης Νικηφόρου, «Όταν πεθαίνει ένα παιδί»
Μιχάλης Γκανάς, «Στα καμένα»
• ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΖΩΑ: Εισαγωγή
Νίκος Καββαδίας, «Οι γάτες των φορτηγών»
Έρμαν 'Εσε , «Ο λύκος»
Αντώνης Σουρούνης, «Άνθρωποι και δελφίνια»
Μίλος Ματσόουρεκ, «O μεταξοσκώληκας»
Ε.Χ. Γονατάς, «O σκαντζόχερος»


ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]  Μέλπω Αξιώτη (επιμορφωτικό ντοκιμαντέρ) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]

Από δόξα και θάνατο

Το μυθιστόρημα της Αξιώτη Εικοστός αιώνας (1946) αποτυπώνει τις εθνικές περιπέτειες από το 1916 ως το 1946, μέσα από τη ζωή της κεντρικής ηρωίδας, Πολυξένης. Στο παρακάτω απόσπασμα τα βιώματα της Πολυξένης είναι στενά συνδεδεμένα με την εποχή, το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση, στην οποία μετέχει ενεργά, διακινώντας παράνομο Τύπο. Στο απόσπασμα περιγράφονται αναδρομικά (μέσα από το κελί της φυλακής της) δύο λαϊκές συγκεντρώσεις στην Αθήνα τον καιρό της Κατοχής: το συσσίτιο των καλλιτεχνών στο Μουσείο και η πρώτη διαδήλωση το Μάρτη του 1943, με τους πρώτους νεκρούς.
  Ιστορικό ντοκιμαντέρ «Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης: Φουντώνουν οι αγώνες στις πόλεις», Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]  Το ιταλικό ιππικό καταδιώκει έλληνες φοιτητές στην πλατεία Συντάγματος (Αθήνα, 1943) [πηγή: Εθνικό Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο

Χειμώνας. Τα συσσίτια στήνονταν παντού. O τόπος ρουφούσε ζωή από μια καραβάνα.* O πληθυσμός μαζευότανε, ξεχνούσαν κάθε παρελθόν, και περίμεναν στην ουρά. Μ' ένα ντενεκεδάκι.* Κολλούσαν ψείρα και θερμότητα, ο ένας απ' τον άλλον.

Εκείνη την ημέρα θα στηνόταν πρώτη φορά και το συσσίτιο των καλλιτεχνών. Το είχαν βάλει στο Μουσείο. «Πτέρυξ Μυκηναϊκή», σημείωναν τα τόξα που οδηγούσαν στην αίθουσα. Τα μάρμαρα στη μοναξιά πάγωναν περισσότερο και τα σπασμένα τζάμια κουβαλούσανε μέσα το τέλος του Φλεβάρη και τον κάθιζαν σ' ανθρώπινα κόκαλα.

Ήρθε το μεσημέρι. Η ώρα που μαζεύει κι απομονώνει μπροστά στο ψωμί όλη την οικογένεια. Τότε έγινε μια ταραχή κι όλοι μετατοπίστηκαν κι ανάμεσά τους πέρασε κάποιος. «Ο πρόεδρος» ψιθύρισαν. O πρόεδρος σκαρφάλωσε σ' ένα τραπέζι και στάθηκε ορθός. H μάζα άπλωνε από κάτω. Πόσα ανθρώπινα μάτια πήγαν και κόλλησαν σαν στρείδια πάνω του! Είχε ένα σκληρό πρόσωπο. Όλοι τότε κατάλαβαν πως από τη σκληράδα αυτή εξαρτάται το φαΐ τους. Η μαζεμένη μάζα από κάτω ταράχτηκε. «Ας τελειώσει επιτέλους αυτή η ιστορία!» ακούστηκε κάποια φωνή. «Ας τελειώσει επιτέλους!» είπαν κι άλλες φωνές, κι ο τόπος γύρω αγριεύτηκε. O πρόεδρος φοβέριζε και κουνούσε τα χέρια. «Ν' αρχίσομε!» φώναζε η μάζα. «Πεινούμε!» φώναξε ένας. O πρόεδρος ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Μονομιάς έγινε σιωπή σαν του νεκροταφείου. Στα χέρια, οι ντενεκέδες, σαν κομπολόγια εκρέμονταν. Σαν να 'βγαινε από στέρνα,* μέσα στις γυμνές αίθουσες αντήχησε παράγγελμα:

83


 

«Άγγελος Σικελιανός». Ήτανε το πρώτο όνομα. Μια γυναίκα προχώρησε, ξεσκέπασε τον ντενεκέ, της έριξαν δυο κουταλιές. Ήτανε το φαΐ του. Του Άγγελου Σικελιανού. Ύστερα από τους ποιητές πήρανε οι πεζογράφοι. Ύστερα οι γλύπτες. Oι ζωγράφοι. Oι μουσικοί. Και οι χήρες τους. Εβάστηξε τρεις ώρες. Ήρθανε γεροντάκια, που τα είχε λησμονήσει ο κόσμος και ο χάροντας. Ήρθανε νέες περσινές, κουκουλωμένες με μποξά.* Ήτανε χτεσινές δόξες, που ακούμπησαν σε μια γωνιά και ρούφηξαν τον ντενεκέ δημόσια, μπροστά σ' όλους, δεν είχανε υπομονή να τον πάνε σπίτι τους. Ήτανε κάποιοι που δεν έδειχναν την παλάμη τους σ' άνθρωπο, και την άπλωναν τώρα γυρεύοντας ψωμί, ψωμί. Κι έκοψαν μερικοί καταμεσής το στίχο, για να έρθουν, κι όσοι ως τώρα εξέρονταν* μόνο μες στα χαρτιά, βλέπονταν στο πρόσωπο.

Εβάστηξε τρεις ώρες. Στην πιο μεγάλη οχλοβοή,* που ήταν μπερδεμένοι όλοι σαν το κουβάρι, τρύπωσε ένας ανάμεσα κι έδινε κάτι στα κρυφά. Πέρασε σαν αέρας, δεν πρόλαβε κανείς να δει. Το 'χωνε μες σε φούχτες ή όπου αλλού έβρισκε. Το πιάσανε απ' τις φούχτες τους, και ήταν εφημερίδα. Ήταν ο μυστικός τύπος της κατοχής. Ποιος τους τον έφερε; Δεν έμαθαν. «Τα μυστικά συνεργεία δουλεύουνε», σκέφτηκε τότε η Πολυξένη, που ήταν κι εκείνη ανάμεσα στους συγκεντρωμένους.

Τον είχε ύστερα τρία χρόνια, η Πολυξένη, στον κόρφο της. Τον παράνομο εκείνο τύπο. Μαζί του εκοιμότανε. Τον έχωνε στα στήθια. Ήταν μικρά και φούσκωναν. Ίδρωνε και τον λέρωνε. Τον είχε και τη μέρα που πιάστηκε. Τον ήβρανε. «Μίλησε! Ποιοι είναι οι άλλοι!» «Όχι, δε θα μιλήσω», τους είπε. Δε μίλησε. Μόνο που λιγοθυμούσε. Ξυπνούσε κι έπεφτε πάλι σε βύθιση. Από πάνω τη χτυπούσαν. Ήτανε μια νεκρή, που δε θάφτηκε ακόμα και νιώθει φούχτα φούχτα το χώμα που της ρίχνουνε, και τη χώνει όλο πιο βαθιά. Έτσι έμεινε από τότε. Της τσάκισαν το χέρι, κόλλησε στραβά μόνο του, σαν του σκύλου του δρόμου. Κόλλησε μες στη φυλακή. Δεν πειράζει, είπε η Πολυξένη, σάμπως θα μου ξαναχρειαστεί το χέρι μου; Αύριο δε θα υπάρχω.

Είχε έρθει ύστερα ο Μάρτης. Ήρθε κι εκείνη η μέρα. Αποβραδίς καθένας κοιμήθηκε μονάχος του, την άλλη μέρα βρέθηκαν πολλοί μαζί. Ήταν διαδήλωση. Η πρώτη διαδήλωση. Ήρθανε παρέες παρέες. Όπως πάνε στη λειτουργιά. Πούθε* εκινήσανε, πώς χωριστήκανε, εκείνο δεν το 'δε κανείς. Σπάθες κι αλόγατα παραμονεύανε κι εχθροί τρομεροί με πολυβόλα. Κλείσανε τα μαγαζιά. Δεν τα 'κλεισαν κυβερνήσεις, δε λάβανε κρατική εντολή, τα 'κλεισαν εκείνοι μονάχοι. Δεν κρέμονταν σημαίες. Έβλεπε η Πολυξένη τον ουρανό, τα σύννεφα, και μια ανθρώπινη μάζα να κινιέται στη γη, σαν

 

84


Ανώνυμος
Αφίσα εποχής

χωράφι ανθισμένο, σαν ντάλιες* στη βιτρίνα, πού και πού ξάστραφτε ένα χρώμα, πού και πού εμάζευε, σαν φυσαρμόνικα. Πέσανε οι πρώτες πιστολιές. Τότε κινήθηκε απ' τη μάζα ένα τμήμα κι έτρεξε. Πέσανε προκηρύξεις, όπως πέφτουνε τα φύλλα στους κήπους το φθινόπωρο. Ο πρώτος ήλιος της χρονιάς φώτισε μια σημαία. Μια μόνη σημαία που έτρεχε. Όλος ο κόσμος γύρω προσήλωσε το μάτι του στο χέρι που τη σήκωνε. Του 'λειπαν τα δυο δάχτυλα. Ένας δίπλα μουρμούρισε: Οι εξόριστοι, οι εξόριστοι!». Έτρεχε η Πολυξένη μαζί μ' όλους που τρέχανε, έβλεπε τη σημαία, τα δάχτυλα που ελείπανε, ήτανε ο Αιμίλιος. Πέφτανε οι πιστολιές. «Οι εξόριστοι, οι εξόριστοι!» είπανε πάλι δίπλα της. Έβλεπε η Πολυξένη τα κορμιά που κυλήσανε, έβλεπε τον Αιμίλιο, γέμιζε το ένα μάτι της με χαρά, το άλλο τρόμο, πέρναγαν τότε δίπλα σε ζαχαροπλαστείο, μύριζε βανίλια άλλοτε, και τώρα μύρισε αίμα ο τόπος.

Σήκωσαν τους πρώτους νεκρούς. Δεν ήξερες ποιοι σου έδεναν, άγνωστοι, τις πληγές σου. Ήτανε μες στο πλήθος κι ανάπηροι που τρέχανε, ήτανε και κουτσοί με τόσες κουτσαμάρες, που ποτέ δεν ταιριάζουνε, στο ρυθμό ούτε στο βλέμμα, και τώρα ταίριαζαν κι αυτοί μέσα στο ίδιο κύμα. Έτρεχε η Πολυξένη, γύριζε δίπλα κι έβλεπε. Είχαν έρθει εκείνοι οι παλιοί, οι γνώριμοί της, απ' τα λασπόσπιτα, απ' τα τέρματα, όσοι κάνανε τον πόλεμο, και τώρα τη διαδήλωση, όσοι είχανε λογαριασμούς από τη Μικρασία, όσοι είχανε δολοφονημένους από δέκα πολέμους πατέρες, παιδάκια με δίχως βρακί, φοιτητές χωρίς θρανίο, κοπέλες με διπλή καρδιά, κι απάνω απ' όλους έβλεπε η Πολυξένη έναν Αιμίλιο, μια δική της αγάπη που σκόνταφτε, μα έμενε ορθός.

Πέσανε ομοβροντίες, φώναξαν κάτι που έμοιαζε με «Λευτεριά» κι εσκόρπισαν. Κρύφτηκε η Πολυξένη στα σοκάκια κι έφευγε. Oι δρόμοι είχαν γίνει φιλικοί εκείνη τη μέρα. Oι διαβάτες, δικοί σου. Τρίξανε πάλι οι μεντεσέδες* του νεκροτομείου κι εμπήκαν πάλι πτώματα. Τα πρώτα της Αντίστασης. Τα προηγούμενα ήτανε της Πείνας. Άρχιζε καινούρια σειρά.
Όταν σκόρπισε η διαδήλωση, έφυγαν, μα δε χώρισαν. Δε χάθηκαν όπως τότε, σ' εκείνη την κηδεία* που ήταν σαν το θέατρο που σκολά, και σκορπίζεις. Ήταν τώρα δεμένοι με κλωστές ψιλές, στέρεες. Πόσοι την ίδια ώρα, σ' άλλα μέρη, σ' άλλη γη...

85


 

Κοντά πριν φτάσει σπίτι της, ήταν μέρα λιακάδα, ίσως η πρώτη της χρονιάς, κι ένας μεγάλος στρατηγός έβγαζε τρεις σκύλους περίπατο. Περπάταγαν μαζί, μπρος αυτός, πίσω εκείνοι. Κοίταξε η Πολυξένη με τα δυο τρύπια μάτια της από δόξα και θάνατο, κι είδε την πρώτη απόσταση της εποχής που χώριζε τους εχθρούς απ' τους φίλους.

Σκεφτότανε τώρα, ανάσκελα, στης φυλακής τα σίδερα, με το σπασμένο χέρι της:

«Τι καιρός, πόσα χρόνια, και να μην έχει τελειωμό!».

 

Μ. Αξιώτη, Εικοστός αιώνας, Κέδρος

Α. Πανσέληνος, «Τότε που ζούσαμε» (απόσπασμα)  Δ. Ψαθάς, «Η Αντίσταση» (απόσπασμα)  Γιώργος Θεοτοκάς, «Η διαδήλωση» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Γυμνασίου]


Λεξιλόγιο

* καραβάνα: πιάτο που χρησιμοποιούν οι στρατιώτες * ντενεκεδάκι: τενεκεδένιο δοχείο, συνήθως από κονσέρβες, με το οποίο έπαιρναν το φαγητό στα συσσίτια * στέρνα: χτιστή δε ξαμενή νερού * μποξάς: πανωφόρι * εξέρονταν: γνωρίζονταν * οχλοβοή: φασαρία από τις φωνές του πλήθους * πούθε: από πού * ντάλιες: είδος λουλουδιού * μεντεσέδες: μεταλλικά ελάσματα που στηρίζουν τις πόρτες ή τα παράθυρα * κηδεία: προφανώς η κηδεία του Κωστή Παλαμά, το Φεβρουάριο του 1943, που εξελίχθηκε σε αντικατοχική διαδήλωση

 

86


ΕΡΓΑΣΙΕΣ

  • Πώς αντιμετωπίζει η Πολυξένη τα δεινά της Κατοχής;
  • Στο απόσπασμα περιγράφονται δύο λαϊκές συγκεντρώσεις. Ποιο συναίσθημα κυριαρχεί σε κάθε περίσταση ανάμεσα στους ανθρώπους;
  • Ποιοι άνθρωποι ξεχωρίζουν ανάμεσα στο πλήθος; Για ποιους λόγους η αφηγήτρια κάνει ειδική αναφορά σ' αυτούς;
  • Οι άνθρωποι αψηφούν τον κίνδυνο μετά τη διαδήλωση. Αιτιολογήστε την αλλαγή της διάθεσης τους.
  • Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε διάφορους χρόνους στο απόσπασμα. Παρουσιάστε τα με τη σωστή χρονολογική σειρά, παρακολουθώντας τόσο τη δομή όσο και την ξεχωριστή χρονική διάσταση στο τέλος του αποσπάσματος.


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

  • Για την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης ακούστε τα Τραγούδια του δρόμου του Μάνου Λοΐζου, τα Τραγούδια του Αγώνα του Μίκη Θεοδωράκη και την Καταχνιά του Χρήστου Λεοντή.
  • Σε συνεργασία με τον καθηγητή της Ιστορίας, εντοπίστε και συζητήστε για μαζικές διαδηλώσεις οι οποίες έγιναν σε άλλες ιστορικές περιστάσεις, είχαν ανάλογα χαρακτηριστικά και μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση.


Μέλπω Αξιώτη (1905-1973)


Μέλπω Αξιώτη

Για τη ζωή και το έργο της διάβασε εδώ.


Μέλπω Αξιώτη
Βικιπαίδεια Μέλπω Αξιώτη
στο ΕΚΕΒΙ Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]
στον Πολιτιστικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας ΠΟΘΕΓ
στις Ψηφίδες, Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ψηφίδες
ΤΑΙΝΙΕΣ
ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ (επιμορφωτικό ντοκιμαντέρ) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ] Μέλπω Αξιώτη (επιμορφωτικό ντοκιμαντέρ) [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...