ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

Γιατί;

Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί (1956) και αποτυπώνει χαρακτηριστικά το ανθρωπιστικό πνεύμα της πεζογραφίας του Γ. Μαγκλή.

Σουρούπωνε και η μάχη που είχε αρχίσει σύναυγα* κόπασε πια. Λίγη ώρα πριν έπεφτε ακόμη αραιό λιανοντούφεκο. Κάποιος θερμόαιμος χτυπούσε στο πείσμα του οχτρού.

Όμως τώρα ήταν πλέρια ησυχία. Ο μεγάλος ήλιος που ολημερίς τσουρουφλούσε φίλους κι οχτρούς είχε γυρίσει πια να ξεκουραστεί. Σιχάθηκε να βλέπει τους ανθρώπους να σκοτώνονται συναμεταξύ τους κι έκλεισε τα μάτια να ξεχάσει.

Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε απάνω στο βράχο το ντουφέκι και το κράνος, άνοιξε τα χέρια πλατιά να ξεμουδιάσει το απανωκόρμι, ανάσανε βαθιά κάνα δυο φορές και βιαστικός βάλθηκε να κατηφορίζει την πλαγιά, να φτάξει πιο γρήγορα στη ρεματιά που από χτες είχε σημάνει* μια φλεβίτσα γάργαρο, πεντακάθαρο νερό. Ήτανε δροσιά κάτω εκεί και το βρεμένο χορτάρι μύριζε όμορφα. Ο νέος στρατιώτης έσκυψε πάνω από την ξεχειλισμένη γουρνίτσα* κι ήπιε άφθονο το κρύο νεράκι. Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του.

«Αχ, τι δροσιά...», είπε. Έσκυψε πάλι, χούφτιασε το νερό και το 'χυσε στο πρόσωπο κι απάνω στο κεφάλι. Δροσίστηκε, καθαρίστηκε, μέρεψε.* Έγινε άλλος άνθρωπος. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοίταξε τον ουρανό και μίλησε χαρούμενα.

- Θε μου, όμορφη 'ναι η ζωή του ανθρώπου. Κάνε με το καλό να τελέψει* γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ' αδέρφια μου.

Τέλεψε το λόγο, χάιδεψε ακόμα με το χέρι, με το μάτι το δροσερό νεράκι. Σηκώθηκε να φύγει. Αξάφνου άκουσε πλάι του περπατηξιά, εκεί, από την άλλη μεριά της ανηφόρας, κι έστριψε απότομα το κεφάλι να δει.

Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε και τούτος ξέγνοιαστος και ξαρμάτωτος,* να πιει από τη γουρνίτσα, να δροσιστεί και, με τον τρόπο τούτο, να ευχαριστήσει το Θεό, που τον προστάτεψε και τον φύλαξε και τη μέρα τούτη.

 

170


 

Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.

Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα,* κι ένιωθε κιόλας να λαγαρίζει μέσα του το τρεχούμενο νεράκι και να του δροσίζει τα πυρωμένα σωθικά, τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:

- «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».

Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.

Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.

Ο νέος στρατιώτης, νευρικός πολύ, σίμωσε το χτυπημένο και στάθηκε απάνω του κοιτώντας τον.

Ο ξένος ήτανε πεσμένος ανάσκελα. Σάλευε σπασμωδικά, κούναγε τα πόδια κι έσφιγγε τα δυο χέρια του απάνω στο στήθος.

Τα χλωμά πονεμένα χείλη κινιόντουσαν σιωπηλά. Τα ορθάνοιχτα μάτια κοιτούσαν γιομάτα απορία και φόβο το νέο στρατιώτη. Και πάνω σε όλο το πρόσωπο: μέτωπο, μάτια, χείλη, ήταν περιχυμένα ο ανθρώπινος πόνος και το ξάφνιασμα.

Του νέου στρατιώτη τού φάνηκε σαν να τόνε ρωτούσε:

«Γιατί το 'κανες το κακό τούτο, αδερφέ μου άνθρωπε; Γιατί θέλησες να κριματιστείς,* να πάρεις στο λαιμό σου το αίμα ενός αθώου; Παρακάλαγα το Θεό να μ' έχει καλά και να γυρίσω γρήγορα στο χωριό, ν' αγκαλιάσω τη μανούλα μου και να της φιλήσω τα κουρασμένα ματάκια».

Κι όσο ο νέος στρατιώτης τον κοίταζε, θάρρευε ότι τα πικραμένα χείλη του πληγωμένου τού μίλαγαν, του έλεγαν τον πόνο και το παράπονό του.

«Κι ακόμα, σα να του 'λεγε, μια κοπελίτσα με περίμενε. Είχαμε κάνει όνειρα πολλά μαζί και καρτέραγε να σταματήσει ο καταραμένος πόλεμος να γυρίσω στο χωριό. Μα τώρα, αδερφέ μου, να, κοίταξε πώς με κατάντησες».

Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη.

Σιδερένιος κύκλος πέρασε γύρω από το κεφάλι του, του το 'σφιγγε και τον πόναγε. Τα μάτια καίγανε. Τον έπιασε παράξενο κακό κι άρχισε να τρέχει την ανηφόρα. Γλίστραγε, έπεφτε, πετιόταν απάνω και ξανά πάλι έτρεχε.

171


 

Μεσοστρατίς του βουνού σταμάτησε. Δεν μπορούσε άλλο. Λαχάνιασε, πιάστηκε η καρδιά του, κουράστηκαν τα πόδια, λύγισαν τα γόνατα. Έμεινε εκεί ασάλευτος με το κεφάλι σκυμμένο να σκέφτεται. Μα να σκεφτεί δεν μπορούσε. Χτύπαγαν τα μηνίγγια, το κεφάλι βούιζε. Αξάφνου, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι κάνει, βάλθηκε να τρέχει πάλι την πλαγιά κατηφορίζοντας. Μέσα στο μυαλό του τώρα καρφώθηκε μια σκέψη: να προφτάξει, να βοηθήσει το χτυπημένο.

- Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.

Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.

Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ' αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.

Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του 'βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του 'σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που 'χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομάτου. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.

- Αδερφέ μου, του 'λεγε γλυκά, τρυφερά, αδερφέ μου, συχώρα με· και τα δάκρυα τρέχαν καυτά.

Η νύχτα κατέβηκε ολούθες και απλωμένο σκοτάδι τούς τύλιξε.

- Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το 'θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ' ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.

Θυμήθηκε τα λόγια που τους μάθαιναν κι έστρεψε πέρα το βλέμμα ανταριασμένο και άγριο μες στο σκοτάδι. Ύστερα τόνε συνεπήρε πάλι ο πόνος. Απαλοχάιδευε το χέρι του χτυπημένου και τα δάκρυα ξεχείλιζαν και το μούσκευαν.

Όμως ο άλλος πια δεν άκουγε· μήδ' ένιωθε. Η ψυχή του είχε πετάξει και το τυραγνισμένο κορμί άρχισε να σκεβρώνει.* Το σκοτάδι πύκνωσε πιότερο και σκέπασε τους δυο ανθρώπους: φονιά και θύμα, που στέκονταν πλάι πλάι και που ο ένας απαλοχάιδευε το χέρι του άλλου και του μουρμούριζε λόγια αγάπης και πόνου, σα να 'τανε φίλοι παλιοί, σα να 'τανε αδέρφια. Λόγια αγάπης που ο άλλος πια δεν άκουγε.

 

Γ. Μαγκλής, Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί,
Δωρικός

Παράλληλα κείμενα:

Αντώνης Σαμαράκης, «Το ποτάμι» Αντώνης Σαμαράκης, «Το ποτάμι» [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου]
Στρατής Μυριβήλης, «Η μυστική παπαρούνα» Στρατής Μυριβήλης, «Η μυστική παπαρούνα» (από το μυθιστόρημα «Ζωή εν Τάφω») [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου]
Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» (απόσπασμα) Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» (απόσπασμα)
Γιάννης Ρίτσος, «Γράμματα απ' το μέτωπο» (απόσπασμα) Γιάννης Ρίτσος, «Γράμματα απ' το μέτωπο» (απόσπασμα)

Λεξιλόγιο:
* σύναυγα: ξημερώματα * είχε σημάνει: είχε εντοπίσει * γουρνίτσα: μικρή πηγή * μέρεψε: ημέρωσε * να τελέψει: να τελειώσει * ξαρμάτωτος: χωρίς όπλα * κάψα: ζέστη * να κριματιστείς: να αμαρτήσεις * να σκεβρώνει: να κυρτώνει

 

172


ΕΡΓΑΣΙΕΣ

  • Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρει τα ονόματα και την εθνικότητα των στρατιωτών;
  • Ποια κοινά γνωρίσματα έχουν οι δύο αντίπαλοι στρατιώτες;
  • Περιγράψτε τη μεταβολή της ψυχικής κατάστασης του στρατιώτη από τη στιγμή που πυροβόλησε τον εχθρό ως τη στιγμή που τον είδε νεκρό.
  • Ο ένας στρατιώτης σκοτώνει και ο άλλος σκοτώνεται. Ποιος είναι το τραγικό πρόσωπο και γιατί;
  • Εντοπίστε τα βασικότερα σημεία του κειμένου μέσα από τα οποία προκύπτει το ανθρωπιστικό και αντιπολεμικό του μήνυμα.
    Ειρήνη-Πόλεμος [Νεοελληνική Γλώσσα Γ' Γυμνασίου]


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

  • Χωριστείτε σε δύο ομάδες: η μια να φέρει αφίσες και ζωγραφικούς πίνακες και η άλλη να βρει τραγούδια με αντιπολεμικό περιεχόμενο. Με αυτό το υλικό οργανώστε μια αντιπολεμική εκδήλωση στην τάξη ή στο σχολείο σας.
    Διεθνής Αμνηστία - Ελληνικό Τμήμα



ΕΥΡΥΤΕΡΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

1. Ποιες ομοιότητες και διαφορές με το διήγημα του Μαγκλή έχει το απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μυριβήλη ή το διήγημα του Σαμαράκη;
2. Οργανώστε στην τάξη σας μια εκδήλωση εναντίον του πολέμου, συγκεντρώνο¬ντας αντιπολεμικά κείμενα, εικονογραφικό υλικό και τραγούδια. Μπορείτε να βρείτε πολύ πλούσιο υλικό στο έργο μουσικοσυνθετών όπως ο Μάνος Λοΐζος, ο Μίκης Θεοδωράκης κ.ά.

Ορέστης Κανέλλης, Παρουσία
Ορέστης Κανέλλης, Παρουσία
Λάδι σε μουσαμά , 75 x 97 εκ., Εθνική Πινακοθήκη, Π.3077
Δείτε τον πίνακα σε μεγάλη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη


Γιάννης Μαγκλής (1909-2006)


Γιάννης Μαγκλής

Διάβασε για τη ζωή και το έργο του εδώ. Κατέβασε σύντομο βιογραφικό


ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Πόλεμος και απάνθρωπη βία
Θύτες και θύματα, νικητές και ηττημένοι
Ειρήνη και ανθρωπισμός vs πόλεμος και θηριωδία

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το διήγημα αποτελεί μια ηχηρή διαμαρτυρία του συγγραφέα απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου και, ταυτόχρονα, μια φιλειρηνική έκκληση προς όλους τους λαούς, ανεξάρτητα από εθνικότητα, γλώσσα, πολιτισμό. Είναι φυσικό, επομένως, η ερμηνευτική προσέγγιση του έργου να εστιαστεί κυρίως στο περιεχόμενο και στα μηνύματά του και λιγότερο στους αφηγηματικούς τρόπους και στα εκφραστικά μέσα. Αρχικά καλό είναι να παρατηρήσουν οι μαθητές ότι στο αφηγηματικό περιεχόμενο δεν υπάρχουν τοπικοί, χρονικοί ή ονοματικοί δείκτες, ώστε να μπορούμε να προσδιορίσουμε το πότε, πού και ανάμεσα σε ποιους συμβαίνουν τα διαδραματιζόμενα. Αυτή είναι προφανώς μια επιλογή του συγγραφέα, ο οποίος επιζητεί να δείξει ότι σε έναν πόλεμο δε μετράει ποιος έχει το δίκιο και ποιος το άδικο, αλλά το γεγονός ότι οι εμπόλεμοι χάνουν την ανθρωπιά τους και γίνονται εναλλάξ αθώα θύματα και σκληροί θύτες. Πάνω ακριβώς σε αυτή την απουσία δεικτών αναπτύσσεται ο λογοτεχνικός μύθος, του οποίου το χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι οι συνεχείς ανατροπές. Ο νέος στρατιώτης τη μια στιγμή προκαλεί τη συμπάθεια του αναγνώστη, αφού παρουσιάζεται ως θύμα ενός πολέμου που τον έχει εξαχρειώσει, τον κρατά μακριά από αγαπημένα πρόσωπα και δεν τον αφήνει να απολαύσει «την όμορφη ζωή του ανθρώπου», την άλλη στιγμή όμως προκαλεί την απέχθεια του αναγνώστη, αφού γίνεται ο ίδιος ανάλγητος εκτελεστής ενός συνανθρώπου του. Στη συνέχεια ο εκτελεστής στρατιώτης μετατρέπεται σε τραγικό θύμα, καθώς μετανιώνει φρικτά και συντρίβεται ο ίδιος από την πράξη του. Η τελευταία εικόνα του στρατιώτη-θύτη να κρατά στην αγκαλιά του και να ζητά συγχώρεση από το στρατιώτη-θύμα σφραγίζει δραματικά την ιστορία και δίνει σαφέστατο αντιπολεμικό μήνυμα. Οι μαθητές μπορούν παράλληλα να επισημάνουν τις όμορφες εικόνες της φύσης στην αρχή του διηγήματος, όταν ο νέος στρατιώτης ξαναγίνεται άνθρωπος που απολαμβάνει τη ζωή. Ακόμα θα πρέπει να παρατηρήσουν ότι ο συγγραφέας βάζει τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια λόγια στους δυο στρατιώτες, θέλοντας να δείξει ότι, παρά τις διαφορές τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινές ανάγκες, συναισθήματα, αγωνίες και πόνους. Η επαναλαμβανόμενη προσφώνηση «αδερφέ μου», άλλωστε, δίνει το μήνυμα της συναδέλφωσης και της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Γενικά το κείμενο προσφέρεται για ελεύθερο διάλογο ανάμεσα στους μαθητές, οι οποίοι έχουν ακούσει για πολέμους σε διάφορα σημεία της γης, έχουν δει στην τηλεόραση εικόνες πολεμικής βίας, νεκρούς και πληγωμένους κάθε ηλικίας. Μπορεί να λειτουργήσει λοιπόν ως αφορμή για κοινωνικό προβληματισμό και ευαισθητοποίηση, ώστε να αναπτύξουν και οι ίδιοι αισθήματα αλληλεγγύης και ανθρωπισμού.


Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω [απόσπασμα], Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1999.

Ήταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα ρούσικο σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλήκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο.
- Γκιρτς.
- Γκιρτς;
- Κριστιάν;
- Κριστιάν.
- Ορτοντόξ;
- Ορτοντόξ.
Μας δεχτήκανε με χαρές σχεδόν παιδιάτικες. Γελούσανε, κι εμείς γελούσαμε, μας χάριζαν κονσέρβες, σουγιάδες. Με τα μεγάλα τους χέρια μάς χτυπούσανε στην πλάτη. Τραβούσανε και μας δείχναν από την τραχηλιά τους χρυσά, σεντεφένια σταυρουδάκια και φυλαχτάρια κρεμασμένα με αλυσιδίτσες. Σταυροκοπιόντανε με τον ορθόδοξο τρόπο.
- Κριστιάν! Κριστιάν!
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ' τη γλώσσα τ' αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουν διεθνή γλώσσα.


Γιάννης Μαγκλής
στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου Γιάννης Μαγκλής,
στο Βιβλιονέτ Γιάννης Μαγκλής
στη Βικιπαίδεια Γιάννης Μαγκλής

Ορέστης Κανέλλης, βιογραφικά και έργα του:
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη
στο paleta art paleta art
στο art net artnet
στο ΝΙΚΙΑΣ ΝΙΚΙΑΣ
στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας
στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ροδίων Ορέστης Κανέλλης, Ορέστης Κανέλλης

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...