ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


MΕΝΗΣ KΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ

Γραφείον ευρέσεως εργασίας

O Αναστάσης είναι ένας νέος που ζει στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο οποίος νιώθει ξεκομμένος από την οικογένεια και τον κοινωνικό του περίγυρο. Σε αυτό το απόσπασμα από Τα μηχανάκια, την πρώτη συλλογή διηγημάτων του μεταπολεμικού πεζογράφου Μένη Κουμανταρέα, ο Αναστάσης αποφασίζει να ψάξει για δουλειά.

Την άλλη μέρα ξύπνησε πρωί, ελαφρύς σαν πούπουλο. Πλύθηκε, ντύθηκε, άρπαξε μια φέτα βουτυρωμένο ψωμί και χύθηκε στους δρόμους. Περπάτησε με το κεφάλι ψηλά, χαμογέλασε στο φούρναρη που τον καλημέρισε κι έστειλε στον κουρέα του ένα φιλικό χαιρετισμό - γρήγορα θα τον είχε πάλι πελάτη. Βάδισε κάμποσο, ώσπου βγήκε στη λεωφόρο. Τα δέντρα εκεί πρασίνιζαν, κουρεμένα και φυτεμένα με τάξη πάνω στο πεζοδρόμιο, κρατώντας το ένα τον ώμο τ' αλλουνού, σαν στοιχισμένοι μαθητές την ώρα της γυμναστικής. Χάρηκε που ο δρόμος στις γωνιές δεν είχε αποθηκέψει σκουπίδια. Φαντάστηκε τους σκουπιδιάρηδες άγγελους να δροσίζουν το πρόσωπο της πολιτείας με φρέσκο ποτιστικό νερό. Το φως της μέρας ήταν πεντακάθαρο, λες και το είχαν αλλάξει σήμερα. Περνούσε πάνω στο μάγουλο του δρόμου σαν ακονισμένο ξυράφι. Τ' αυτοκίνητα φαρδιά, με καλογυαλισμένα φτερά και συντηρημένες λαμαρίνες, κυλούσαν πάνω στην άσφαλτο χωρίς να την πληγώνουν. Κι ο τροχαίος* στη μέση του δρόμου με την κολλαρισμένη στολή του, το κράνος του που φεγγοβολούσε, φαινόταν να πιάνει τ' αυτοκίνητα από μιαν αόρατη κλωστή. Ως κι οι κοπέλες ήταν διαφορετικές σήμερα, ξυπνημένες θαρρείς από ύπνο θανάτου που τις είχε σκεπάσει με καινούριο πρόσωπο. Τ' αγόρια είχαν παντελόνια στην τρίχα κι έναν αέρα αυτοπεποίθησης. Άλλοι κρατούσαν την τσάντα του σχολείου, κι άλλοι τα σύνεργα της δουλειάς· οι εργάτες το κολατσό τους τυλιγμένο σε μια πετσέτα. Κι οι γέροι είχαν έναν τρόπο να τον κοιτάζουν λες κι ακόμα θυμόντουσαν πως είχαν περάσει από νέοι. Ο Αναστάσης πήδησε σ' ένα λεωφορείο. Χαμογέλασε στον εισπράχτορα που του έκοψε εισιτήριο και του έδωσε μια θέση που περίσσευε. Απ' το παράθυρο τα σπίτια, με τα σεντόνια γεμάτα ύπνο ακόμα, έφευγαν προς τα πίσω. Ο ήλιος τα τίναζε με τις άταχτες αχτίδες του. Ένα μικρό αγόρι φάνηκε να κυνηγά το λεωφορείο. Όχι για να το προφτάσει στη στάση, μα για να πηδήξει στον προφυλακτήρα.

210


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Η ανοιχτή πόρτα
Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Η ανοιχτή πόρτα
Δείτε τον πίνακα σε μεγάλη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη

 

Όταν κατόρθωσε να το φτάσει και να κρεμαστεί, ο εισπράχτορας σηκώθηκε από τη θέση του και του χτύπησε θυμωμένα το τζάμι. «Μπρος, δίνε του». Το παιδί έμεινε για λίγο κοιτάζοντας τον εισπράχτορα. Τα χέρια του ήταν πολύ λιγνά, το πρόσωπό του χλομό, κρατιόταν με κόπο. Έπειτα έβγαλε στον εισπράχτορα τη γλώσσα του. Την ίδια στιγμή, τρομαγμένο, άφησε τα χέρια του να ξεφύγουν και πήδησε χάμω. Ο Αναστάσης είδε το αγόρι να χάνεται στη στροφή του δρόμου. Είχε ακόμα μπρος στα μάτια του τα χέρια του, λιγνά, που πάλευαν να κρατηθούν. Κατέβηκε στην επόμενη στάση. Περπάτησε κοιτάζοντας τα σπίτια και τους αριθμούς. Ύστερα στάθηκε μπροστά σε μια είσοδο μεγάρου. Διάβασε μια ταμπέλα με κεφαλαία ξεθωριασμένα: ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. Δίστασε, έπειτα προχώρησε, μπήκε κι άρχισε ν' ανεβαίνει τις σκάλες. Ήταν ατέλειωτες να τις ανεβεί κανείς, μα του άρεσαν. Του άρεσε καθετί που ψήλωνε, που τον ανέβαζε. Όπως τα γράμματα στην αρχή μιας ταινίας. Έφτασε στο έβδομο πάτωμα, έψαξε, ρώτησε, τέλος χτύπησε μια πόρτα. Επειδή δεν πήρε απάντηση, άνοιξε και γλίστρησε αθόρυβα στο εσωτερικό. Στο βάθος της κάμαρης μια κοπέλα έγραφε στη γραφομηχανή. Ούτε που σήκωσε τα μάτια της πάνω του. Έγραφε σαν υπνωτισμένη. Χρειάστηκε να πάει να σταθεί πολύ κοντά της για να τόνε δει. Είχε δυο μάτια κλουβισμένα* σε χοντρούς φακούς, που έμοιαζαν ν' αποστειρώνουν το φως. Σαν δυο ψάρια μέσα στη γυάλα τους. Ύστερα η μηχανή έπαψε απότομα. «Μια στιγμή παρακαλώ». Άνοιξε την πόρτα του διπλανού γραφείου και χώθηκε μέσα. Ξαναγύρισε σχεδόν αμέσως και του είπε με την ίδια απαράλλαχτη φωνή, που έμοιαζε τυπωμένη σε κορδέλα μαγνητοφώνου.*«Περιμένετε παρακαλώ. Ο κύριος Διευθυντής είναι απησχολημένος». Ξανάπιασε το γράψιμο. Τα μάτια της δεν κοίταζαν καθόλου τα πλήκτρα.

211


 

Ήταν από τις τυφλές δακτυλογράφους.* Ο θόρυβος της μηχανής είχε αποκτήσει τώρα μιαν ένταση και μια πυκνότητα, σα να στριφογύριζε κανένα ελικόπτερο πάνω από το κεφάλι του Αναστάση. Άθελά του χαμήλωσε για να προστατευθεί. Έπεσε σε μια καρέκλα. Προσπάθησε να κρατηθεί ακίνητος, μα κάθε φορά που η κοπέλα πατούσε κανένα πλήκτρο δυνατότερα, τα πόδια του έφευγαν προς τα μπρος, σα να τα βαρούσε κανένας γιατρός με σφυράκι. Ήθελε να τη διακόψει, να της πει πως δεν πείραζε που ο Διευθυντής ήταν απασχολημένος, και ότι θα μπορούσε να ξαναπεράσει. Κι αύριο μέρα ήταν. Μα δεν έβρισκε τρόπο να της μιλήσει. Επειδή δεν μπορούσε να μιλά, να κάθεται ακίνητος, να περιμένει, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Ήταν ένα στενό, δυτικό παράθυρο. Έσκυψε να δει κάτω και ζαλίστηκε. Τον χώριζαν από το έδαφος εφτά ψηλά, θεόρατα πατώματα. Ο αστυφύλακας της τροχαίας ήταν μια τελεία. Το κράνος βουλιαγμένο κάτω από τον ήλιο, οι κλωστές στα χέρια του σπασμένες. Ξαφνικά τον Αναστάση τον έπιασε το στομάχι του. Σταύρωσε τα χέρια του γύρω στη μέση κι έσκυψε το κεφάλι. Τα πλήκτρα της μηχανής δούλευαν σε ρυθμό πολυβόλου. Αμέσως ύστερα, ο γνώριμος πονοκέφαλος σφίχτηκε γύρω στο κεφάλι του σαν αρραβώνας.* Άφησε το στομάχι του κι έπιασε το κεφάλι του. Μα ο πόνος, επιδέξιος ξιφομάχος, τον χτυπούσε ύπουλα στο αφύλαχτο μέρος. Κοίταξε με αγωνία την κοπέλα. Έγραφε ίσια, μονοκόμματη, με τα κλουβισμένα μάτια της σκλαβωμένα πάνω στο χαρτί. Μόνο ο κύλινδρος της μηχανής μετατοπιζόταν ολοένα κι αριστερότερα έχοντας μια τάση να τρυπήσει τον τοίχο και να περάσει στο γραφείο του διευθυντή. Ο Αναστάσης έκανε μερικά βήματα πίσω, κι ήρθε να στηριχθεί πάνω στην πόρτα. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε εκεί με το πρόσωπο τσαλακωμένο, τα χέρια κλεισμένα σε γροθιές. Ύστερα έκανε απότομη στροφή, άνοιξε την πόρτα κι, αφήνοντάς την ορθάνοιχτη, πετάχτηκε έξω.

 

Μ. Κουμανταρέας, Τα μηχανάκια, Κέδρος

Παράλληλα Κείμενα
Μ. Κουμανταρέας, «Βιοτεχνία υαλικών» (απόσπασμα) Μ. Κουμανταρέας, «Βιοτεχνία υαλικών» (απόσπασμα)
Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται ελπίς» Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται ελπίς»


Λεξιλόγιο
* τροχαίος: ο αστυνομικός της Τροχαίας * κλουβισμένα: οι φακοί των γυαλιών παρομοιάζονται με κλουβί των ματιών της δακτυλογράφου * τυπωμένη σε κορδέλα μαγνητοφώνου: ηχογραφημένη * τυφλές δακτυλογράφοι: όσες δακτυλογραφούν με τυφλό σύστημα * αρραβώνας: δαχτυλίδι αρραβώνα

212


ΕΡΓΑΣΙΕΣ

  • Με ποια διάθεση ξύπνησε το πρωί ο Αναστάσης και πώς την αποδίδει ο συγγραφέας;
  • Περιγράψτε το Γραφείο Εργασίας στο οποίο απευθύνθηκε ο Αναστάσης, με έμφαση στην εικόνα της δακτυλογράφου που συνάντησε.
  • Πώς δικαιολογείται ο σωματικός πόνος που κατέλαβε τον Αναστάση στο Γραφείο Εργασίας;
  • Βρείτε τις παρομοιώσεις του κειμένου και σχολιάστε τη σημασία τους.



ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Σχολιάστε το περιστατικό με το παιδί και τον εισπράκτορα.
2. Γιατί ο Αναστάσης έφυγε τόσο απότομα από το Γραφείο Εργασίας;


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

  • Περιγράψτε μια δική σας επίσκεψη σε ένα γραφείο ή άλλο χώρο εργασίας, με έμφαση στις εικόνες του χώρου και των εργαζομένων σε αυτόν.
  • Απευθυνθείτε σε εργαζόμενους ή άνεργους νέους και πάρτε τους συνέντευξη σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν ή αντιμετωπίζουν στην εξεύρεση εργασίας.
    Κέντρο πληροφόρησης εργαζομένων και ανέργων [πηγή: Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος] Κέντρο πληροφόρησης εργαζομένων και ανέργων [πηγή: Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος]
    Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
    Συζητώντας για την εργασία και το έπαγγελμα [Νεοελληνική Γλώσσα Β' Γυμνασίου] Συζητώντας για την εργασία και το έπαγγελμα [Νεοελληνική Γλώσσα Β' Γυμνασίου]

Γιάννης Τσαρούχης, Κεφάλι νέου

Γιάννης Τσαρούχης, Κεφάλι νέου
Δείτε τον πίνακα σε μεγάλη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη


Μένης Κουμανταρέας (1931-2014) Ekebi


Μένης Κουμανταρέας

Διάβασε για τη ζωή και το έργο του εδώ. Κατέβασε σύντομο βιογραφικό


ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Η ανάγκη των νέων να βρουν εργασία και να πετύχουν πλήρη κοινωνική ένταξη
Ο απρόσωπος χαρακτήρας της υπαλληλικής ζωής
Προβλήματα προσαρμογής, αποφυγή των κοινωνικών συμβάσεων και αυθόρμητες νεανικές αντιδράσεις

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Από τους αντιπροσωπευτικότερους πεζογράφους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ο Μένης Κουμανταρέας εισήγαγε μια ενδιαφέρουσα ρεαλιστική οπτική, με αντικείμενο την τρέχουσα κοινωνική ζωή και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι νέοι της εποχής του. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Τα μηχανάκια επικεντρώνεται στις αρνητικές συνθήκες ζωής και στα, κοινωνικά και ιδεολογικά, αδιέξοδα των νέων στην Αθήνα της δεκαετίας του 1950. Τα αδιέξοδα αυτά οδηγούν τις περισσότερες φορές τους ήρωές του σε κοινωνική απομόνωση, υπαρξιακή αποξένωση, παθητικότητα και εξάρτηση από τις μηχανές. Στο απόσπασμα ο Αναστάσης ξυπνά με ασυνήθιστα καλή διάθεση και αποφασιστικότητα. Έχει αποφασίσει να δουλέψει και να αναλάβει ενεργό κοινωνικό ρόλο. Όπως και τα περισσότερα λογοτεχνικά πρόσωπα του Κουμανταρέα, ο Αναστάσης είναι ένας νέος που προέρχεται από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα της πόλης, ο οποίος, σε κάποια φάση της ζωής του, προσπαθεί να εναρμονιστεί με τον αστικό τρόπο ζωής. Η ατμόσφαιρα όμως στο Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας, όπου απευθύνθηκε ο Αναστάσης, είναι πνιγηρή και αποκαρδιωτική. Τόσο τα αντικειμενικά προβλήματα της εποχής, η οικονομική καχεξία και η αυξημένη ανεργία, που ώθησε πολλούς νέους στη μετανάστευση, όσο και η δυσάρεστη αντιμετώπιση της υπαλλήλου, δημιουργούν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τον νέο, ο οποίος καταλαμβάνεται από πανικό και αντιδρά σπασμωδικά, εγκαταλείποντας αμέσως το γραφείο μέσω του οποίου πίστευε ότι θα εξασφάλιζε εργασία και θα βελτίωνε την κοινωνική θέση του.

Στην προσέγγιση αυτού του κειμένου θα πρέπει να δοθούν στους μαθητές τα κατάλληλα ερεθίσματα ώστε να προβληματιστούν γύρω από την ψυχολογία και την κοινωνική στάση του Αναστάση, με σκοπό αφενός να αντιληφθούν τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε και αφετέρου να προτείνουν άλλους τρόπους αντιμετώπισης, πέραν της παθητικότητας και της άρνησης, στο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, που απασχολεί έντονα και τη δική μας εποχή. Θα πρέπει επίσης να σχολιαστούν αρκετά στοιχεία της θεματικής και της λογοτεχνικής γραφής που εισάγει ο Κουμανταρέας: την εικόνα των νέων, το αστικό περιβάλλον, τη ρεαλιστική, με μεγάλο βαθμό προφορικότητας, γλώσσα. Το κείμενο εμπλουτίζεται επίσης με παρομοιώσεις που αντλούνται κατά κύριο λόγο από την αστική καθημερινότητα της μεταπολεμικής εποχής, όπως π.χ. η μοντερνιστική εικόνα των «σκουπιδιάρηδων αγγέλων» που δροσίζουν το πρόσωπο της πολιτείας.


 Μένης Κουμανταρέας

Μένης Κουμανταρέας, Τα μηχανάκια

Μένης Κουμανταρέας
Βικιπαίδεια βικιπαίδεια
Βιβλιονετ Βιβλιονετ
ΕΚΕΒΙ ΕΚΕΒΙ
Ψηφίδες, Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ψηφίδες

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, βιογραφία και έργα
στη Βικιπαίδεια εικ.,
στην Εθνική Πινακοθήκη επ,
στο Τελόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, Α.Π.Θ. εικ.,
στο wiki art wiki art,
στο paleta art εικ.
στο ΙΣΕΤεικ.,
στο eikastikon εικ.,
στο Goole art Έργα του Γκίκα στο Google Arts & Culture,
στο Βιβλιοnet εικ.,
στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμούεικ.,
στο lifo εικ.,
στην εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ εικ.

Γιάννης Τσαρούχης, βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Γιάννης Τσαρούχης,
στο paleta art Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Τσαρούχης,
στο artnet Γιάννης Τσαρούχης,
στο ΝΙΚΙΑΣ Γιάννης Τσαρούχης
στο lifo (44 άνδρες του Γ. Τσαρούχη) Γιάννης Τσαρούχης
στο lifo (για την αφιερωματική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη Γιάννης Τσαρούχης
Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι ερευνητής με μεγάλη περιέργεια», άρθρο της Ειρήνης Σπυριδάκη στο art magazine artmag
Γιάννης Τσαρούχης: το έργο του και η αναδρομική του έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη , άρθρο της Νάνσυ Μπαλούτογλου στο art magazine artmag2
ταινίες:
Γιάννης Τσαρούχης Γιάννης Τσαρούχης,
Γιάννης Τσαρούχης, Σπουδή για πορτραίτο. 1981 Γιάννης Τσαρούχης,
Γιάννης Τσαρούχης, Βιογραφίες Γιάννης Τσαρούχης, Βιογραφίες,
Τα ζεϊμπέκικα του Γιάννη Τσαρούχη, Τα ζεϊμπέκικα του Γιάννη Τσαρούχη


Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...