ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


1 ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Δημοτικά Νανουρίσματα, «Να μου το πάρεις, ύπνε μου, Κοιμήσου αστρί»
«Της Πάργας»
«Tου γιοφυριού της Άρτας»
2 ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Γεώργιος Χορτάτσης, «Ερωφίλη»
Βιτσέντσος Κορνάρος, «Ερωτόκριτος»
Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, «Κρητικός Πόλεμος»
3 ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ
Ρήγας Βελεστινλής,«Θούριος»
Αθανάσιος Χριστόπουλος, «Τώρα»
Ανώνυμος, «O Ρωσσαγγλογάλλος»
Αδαμάντιος Κοραής, «O Παπατρέχας»
Λόρδος Μπάυρον, «Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ»
4 ΑΠOΜΝΗΜOΝΕΥΜΑΤΑ
Γιάννης Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα»
Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, «Αυτοβιογραφία»
Παναγής Σκουζές, «O βίος μου»
5 Η ΛOΓOΤΕΧΝΙΑ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ
Ανδρέας Κάλβος, «Εις Πάργαν»
Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «O Δήμος και το καριοφίλι του»
Ανδρέας Λασκαράτος, «O κακός μαθητής»
Λορέντζος Μαβίλης, «Λήθη»
6 OΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ OΙ ΡOΜΑΝΤΙΚOΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ»
Αλέξανδρος Σούτσος, «O επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί I. Καποδίστρια»
Σπυρίδων Βασιλειάδης, «Η χαρά»
Σάμιουελ Τ. Κόλεριτζ, «Δουλειά χωρίς ελπίδα»
Γρηγόριος Παλαιολόγος, «O ζωγράφος»
Εμμανουήλ Ροΐδης, «Τα υαλοπωλεία»
7 Η ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ (1880-1922)
Γεώργιος Βιζυηνός, «Στο χαρέμι»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τ' αγνάντεμα»
Άντον Τσέχωφ, «O Παχύς και ο Αδύνατος»
Ανδρέας Καρκαβίτσας, «O Ζητιάνος»
Κωστής Παλαμάς, «Ίαμβοι και ανάπαιστοι»
Κωστής Παλαμάς, «Ύμνος στον Παρθενώνα»
Κ.Π. Καβάφης, «Φωνές»
Κ.Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»
Κ.Π. Καβάφης, «Στα 200 π.Χ.»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «O τύπος και η ουσία»
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Η τέχνη του αγιογράφου»
Πηνελόπη Δέλτα, «Πρώτες ενθυμήσεις»
Άγγελος Σικελιανός, «Γιατί βαθιά μου δόξασα»
Κώστας Βάρναλης, «Oρέστης»
Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Νυχτερινό»
8 Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - Η λογοτεχνία από το 1922 ως το 1945
Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα»
Μαρία Πολυδούρη, «Γιατί μ' αγάπησες»
Γιάννης Σκαρίμπας, «Oυλαλούμ»
Ζυλ Λαφόργκ, «Μοιρολόι φεγγαριού στην επαρχία»
Άγγελος Τερζάκης, «O ματωμένος λυρισμός»
Στράτης Μυριβήλης, «Τα ζα»
Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»
Γιώργος Σεφέρης, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.»
Γιώργος Σεφέρης, «Τρία χαϊκού»
Γιώργος Σεφέρης, «Oμιλία στη Στοκχόλμη»
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο»
Νίκος Εγγονόπουλος, «Μπολιβάρ»
Oδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
Oδυσσέας Ελύτης, «Δώρο ασημένιο ποίημα»
Γιάννης Ρίτσος, «Αρχαίο θέατρο»
Γιάννης Ρίτσος, «Ρωμιοσύνη»
Νίκος Καββαδίας, «Kuro Siwo»
Φραντς Κάφκα, «Ποσειδώνας»
Γιώργος Θεοτοκάς, «Η διαδήλωση»
Μ. Καραγάτσης, «Ένας Pώσος συνταγματάρχης στη Λάρισα»
Κοσμάς Πολίτης, «Η γνωριμία με τη Μόνικα»
Μέλπω Αξιώτη, «Η ψυχή του νησιού»
9 H NEOTEPH ΛOΓOTEXNIA, Mεταπολεμική και και σύγχρονη λογοτεχνία
Μίλτος Σαχτούρης, «Τα δώρα»
Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στο παιδί μου»
Κική Δημουλά, «Τα πάθη της βροχής»
Τζένη Μαστοράκη, «Oι μεγάλοι»
Δημήτρης Χατζής, «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου»
Αντώνης Σαμαράκης, «Ζητείται ελπίς»
Κώστας Ταχτσής, «Κι έχουμε πόλεμο!»
Ρέα Γαλανάκη, «H μεταμφίεση»


ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ

Ερωτόκριτος

Η υπόθεση του Ερωτόκριτου: Βρισκόμαστε στην προχριστιανική Αθήνα, κάστρο της εποχής όμοιο με τα ιπποτικά που δέσποζαν στη Δύση. Εκεί ζει ο βασιλιάς Ηράκλης και η γυναίκα του που, αφού έμειναν πολλά χρόνια χωρίς παιδί, φέρνουν στον κόσμο μια κόρη, την Αρετούσα, την οποία ερωτεύεται ο Ερωτόκριτος (το όνομά του το βρίσκουμε και ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος), γιος του συμβούλου του βασιλιά Πεζόστρατου. Ο νέος ομολογεί την αγάπη του στο φίλο και σύμβουλό του Πολύδωρο. Έπειτα μεταμφιεσμένος τραγουδάει καντάδες κάτω από τα παράθυρα της Αρετούσας. Ο βασιλιάς το μαθαίνει και βάζει τέλος στις νυχτερινές αυτές συναντήσεις. Η Αρετούσα ερωτευμένη με τον άγνωστο τραγουδιστή ομολογεί τα αισθήματά της στη νένα της, τη Φροσύνη. Ο Ερωτόκριτος κάνει με το φίλο του Πολύδωρο ένα ταξίδι στον Έγριπο (παραφθορά του Εύριπος, δηλαδή στην Εύβοια) για να διασκεδάσει τη θλίψη του. Στη διάρκεια της απουσίας του η Αρετούσα ανακαλύπτει το πορτρέτο της στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου και του στέλνει μήλα για δώρο και για να του εκδηλώσει την αγάπη της.

Στη συνέχεια ο βασιλιάς οργανώνει έναν αγώνα για να διασκεδάσει την κόρη του. Ο αφηγητής περιγράφει λεπτομερώς τις μονομαχίες, ιδιαίτερα εκείνη του Κρητικού με τον Καραμανίτη (που συμβολίζει τη σύγκρουση των Κρητών με τους Τούρκους). Ο Ερωτόκριτος νικά στον αγώνα και παίρνει το στεφάνι από το χέρι της Αρετούσας. Παίρνει τότε το θάρρος κι εκμυστηρεύεται το αίσθημά του στον πατέρα του πείθοντάς τον να ζητήσει το χέρι της κόρης από το βασιλιά.

Ο Πεζόστρατος ζητεί από το βασιλιά το χέρι της Αρετούσας για το γιο του, όμως ο Ηράκλης εξοργισμένος από την αλαζονεία ενός κοινού θνητού διώχνει τον Πεζόστρατο, εξορίζει το γιο του και φυλακίζει την Αρετούσα που δε δέχεται να παντρευτεί κανένα από τα αρχοντόπουλα. Τρία χρόνια μένει φυλακισμένη, γιατί αποκρούει την πρόταση γάμου του βασιλόπουλου του Βυζαντίου, που της επαναλαμβάνει κάθε μέρα ο πατέρας της. Αχώριστοι φίλοι των δύο νέων είναι ο Πολύδωρος και η Φροσύνη που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης.

Αργότερα κηρύσσεται πόλεμος εναντίον του βασιλιά των Βλάχων, στον οποίο έρχεται και πολεμά με γενναιότητα ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος σε μαύρο με τη βοήθεια ενός μαγικού υγρού. Στη μάχη σώζει το βασιλιά και δέχεται να μονομαχήσει με τον Άριστο, ανεψιό του βασιλιά των Βλάχων, τον οποίο και σκοτώνει. Ο Ερωτόκριτος ζητεί για αμοιβή του να παντρευτεί την Αρετούσα, που δεν τον αναγνωρίζει στην αρχή, γι' αυτό αρνείται. Στο τέλος όμως γίνεται η αναγνώριση χάρη στο μαγικό υγρό που του ξαναδίνει τη μορφή του και οι νέοι παντρεύονται και ζουν ευτυχισμένοι.

Τα δύο επιλεγμένα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο, το πιο γνωστό και δημοφιλές έργο της κρητικής λογοτεχνίας, προέρχονται από το τρίτο και τέταρτο μέρος του ποιήματος. Το πρώτο απόσπασμα τοποθετείται στη μέση περίπου του έργου και θίγει το πρόβλημα της κοινωνικής διαφοράς ανάμεσα στην οικογένεια της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου. Έχουν προηγηθεί ο έρωτας του Ερωτόκριτου και η ανταπόκριση της Αρετούσας (Α' Μέρος), καθώς και το κονταροκτύπημα και η νίκη του Ερωτόκριτου (Β' Μέρος). Μετά τη νίκη το αίσθημα των δύο νέων γίνεται σφοδρότερο, αρχίζουν οι ερωτικές συνομιλίες τους στο δώμα του παλατιού, οι οποίες οδηγούν στην κοινή απόφαση να παρακαλέσει ο Ερωτόκριτος τον πατέρα του να μιλήσει στο βασιλιά για το γάμο. O πατέρας του Ερωτόκριτου Πεζόστρατος, παρά τις αντιρρήσεις του, πείθεται και τολμά, με σύνεση και διστακτικότητα, να μιλήσει στο βασιλιά, όμως εκείνος τον διώχνει από το παλάτι με ύβρεις και απειλές. Δίνει επίσης διαταγή να εξοριστεί ο Ερωτόκριτος, ο οποίος με σπαραγμό ψυχής αποχαιρετά την αγαπημένη του, τον τόπο του και τους δικούς του, και πηγαίνει στην Έγριπο. Στο τέταρτο μέρος, ο βασιλιάς επιμένει να παντρέψει την κόρη του με το βασιλόπουλο του Βυζαντίου, η Αρετούσα αρνείται και ο πατέρας της τη φυλακίζει. Ενώ μπαίνει ο τέταρτος χρόνος από τη φυλάκιση της Αρετούσας, ο βασιλιάς των Βλάχων εισβάλλει στο βασίλειο των Αθηνών, παρουσιάζεται όμως ο Ερωτόκριτος, αγνώριστος, μαυρισμένος από ένα μαγικό υγρό, και σώζει την Αθήνα, τόσο με τα ανδραγαθήματά του όσο και με την τελική μονομαχία του με τον Άριστο, το καλύτερο παλικάρι των Βλάχων. Το δεύτερο απόσπασμα έχει επικό χαρακτήρα και είναι η αρχή της δικαίωσης του Ερωτόκριτου, η οποία θα οδηγήσει σταδιακά στο ευτυχισμένο τέλος, στο γάμο των δύο νέων και στην ανάληψη της βασιλείας.

[Γ. 891-936. Διάλογος ρήγα Ηράκλη και Πεζόστρατου]

ΠOΙΗΤΗΣ

Εκείνη η μέρα επέρασε κι η άλλη ξημερώνει
κι ο κύρης* του Ρωτόκριτου γλυκαίνει και μερώνει
δε θέλει πλιο* να καρτερεί κι ο γιος του να 'χει κρίση*

19


  
μα εβάλθηκε την προξενιάν ετούτη να μιλήσει.
895 Επήγεν εις του βασιλιού να τόνε δικιμάσει
κι ελόγιαζεν από μακρά με ξόμπλια* να τον πιάσει·
αγάλια αγάλια αρχίνισεν αποκοτιά* να παίρνει
και μια και κι άλλη αθιβολήν* αλλοτινή του φέρνει.
  ΠΕΖOΣΤΡΑΤOΣ
Λέγει: «Στους παλαιούς καιρούς, που 'σα μεγάλοι αθρώποι*,
900 τα πλούτη και βασίλεια εκράζουντάνε κόποι,
'πειδή ετιμούσανε πολλά της αρετής τη χάρη
παρά τσι χώρες, τσ' αφεντιές, τα πλούτη, το λογάρι*,
κι εσμίγασι τα τέκνα τως οι αφέντες οι μεγάλοι
με τους μικρούς οπού 'χασι γνώση, αντρειά και κάλλη.
905 Όλα τα πλούτη κι οι αφεντιές* εσβήνουν και χαλούσι
και μεταλλάσσουν, κι οι καιροί συχνιά τα καταλούσι*,
μα η γνώση εκεί που βρίσκεται και τσ' ευγενιάς τα δώρα
ξάζου* άλλο παρά βασιλειά, παρά χωριά και χώρα·
ουδ' ο τροχός δεν έχει εξάν*, ως θέλει να γυρίσει,
910 τη γνώση και την αρετή ποτέ να καταλύσει».

ΠOΙΗΤΗΣ

Κι ήφερνε ξόμπλια απόμακρα, πράματα περασμένα
και καταπώς του σάζασι* τα 'λεγεν έναν ένα.
Με τούτες τες παραβολές αγάλια αγάλια σώνει*
εις το σημάδι το μακρύ κι ήρχισε να ξαμώνει*.
915 Αποκοτά δυο τρεις φορές να το ξεφανερώσει
κι οπίσω τον εγιάγερνε* κι εκράτειέ τον η γνώση.
Στο ύστερον ενίκησεν η αγάπη του παιδιού του
και φανερώνει τα κουρφά* και τα χωστά* του νου του·
μα ως ενεχάσκισε* να πει την προξενιά του γάμου,

20


   
ΒΑΣΙΛΙΑΣ
920 του λέγει ο ρήγας: «Πήγαινε και φύγε από κοντά μου!
Πώς εβουλήθης κι είπες το, λωλέ, μισαφορμάρη*,
γυναίκα του ο Ρωτόκριτος την Αρετή να πάρει;
Φύγε το γληγορύτερο και πλιο* σου μην πατήσεις
εις την αυλή του παλατιού και κακοθανατίσεις.
925 Γιατί σε βλέπω ανήμπορο, γιαύτος* δε σε ξορίζω,
μα ο γιος σου μην πατήσει πλιο σ' τσι τόπους οπ' ορίζω.
Τέσσερις μέρες κι όχι πλια* του δίδω να μισέψει*,
τόπους μακρούς κι αδιάβατους ας πάγει να γυρέψει
και μην πατήσει ώστε να ζω στα μέρη τα δικά μου,
930 αλλιώς του δίδω θάνατο για χάρισμα του γάμου.
Κι εκείνο που αποκότησες κι είπες τούτη την ώρα
μη γροικηθεί*, μην ακουστεί σ' άλλο εδεπά* στη χώρα
και κάμω πράμαν εις εσέ οπού να μη σ' αρέσει,
να τρέμου όσοι τ' ακούσουνε κι εκείνοι οπού το λέσι.
935 Δε θέλω πλιο να σου μιλώ· στο ρήγα δεν τυχαίνει
τα τόσα να πολυμιλεί· κι απόβγαλ' τον* να πηαίνει».

[Δ. 1003-1038. Μάχη Αθηναίων και Βλάχων]

Ανακατώνεται ο λαός και τα φουσάτα* σμίγου,
μα 'τον ακόμη σκοτεινά και δεν καλοξανοίγου*.
1005 Δίδου αναπνιά στα βούκινα*, τσι σάλπιγγες φυσούσι,
πάγει η λαλιά στον ουρανό, τα νέφη αντιλαλούσι.
Με τη βαβούρα* την πολλή και κτύπους των αρμάτω
εγροίκησε* ο Ρωτόκριτος, γιατί δεν εκοιμάτο,
κι ο λογισμός της Αρετής ολίγο τον αφήνει
1010 να κοιμηθεί, γιατί αγρυπνά σ' τσ' αγάπης την οδύνη.

21


   
Άλλο μαντάτο να του που δε στέκει ν' ανιμένει*,
με σπούδα* εκαβαλίκεψε, στον κάμπο κατεβαίνει.
Σαν όντεν* είν' καλοκαιριά, μέρα σιγανεμένη,
και ξάφνου ανεμοστρόβιλος από τη γην εβγαίνει,
1015με βροντισμό και ταραχή τη σκόνη ανεσηκώσει
και πάγει τη τόσο ψηλά, οπού στα νέφη σώσει,
έτσι κι όντεν εκίνησε με τέτοια αντρειά επορπάτει,
οπού βροντές και σκονισμούς κάνει στο μονοπάτι.
Μ' έτοια μεγάλη μάνηταν ήσωσε* στο φουσάτο,
1020οπού όποιος κι αν εγλίτωκε με φόβο το εδηγάτο.
Εισέ καιρό ο Ρωτόκριτος ήσωσε στο λιμνιώνα*,
που οι Αθηναίοι εφεύγασι κι οι Βλάχοι τσ' εζυγώνα·
με φόβον εγλακούσανε*, βοήθεια δεν ευρίσκα
κι οι οχθροί τως τους εδιώχνασι κι αλύπητα εβαρίσκα.
1025Κι ωσά λιοντάρι όντε πεινά κι από μακρά γροικήσει
κι έρχεται βρώμα* οπού 'πασκε* να βρει να κυνηγήσει
κι εις την καρδιά κινά, ως το δει, η πεθυμιά τη μάχη,
τρέχει ζιμιόν* απάνω του κι αγριεύει σαν του λάχει·*
φωτιά πυρή στα μάτια του ανεβοκατεβαίνει,
1030καπνός απ' τα ρουθούνια του μαύρος βραστός εβγαίνει,
αφροκοπά το στόμα του, το κούφος* του μουγκρίζει,
ανασηκώνει την ορά*, τον κόσμο φοβερίζει,
κατακτυπούν τα δόντια του και το κορμί σπαράσσει,
αναχεντρώνουν* τα μαλλιά και τρέχει να το πιάσει·
1035 εδέτσι* εξαγριεύτηκε για τα κακά μαντάτα
κι ωσάν αϊτός επέταξε κι εμπήκε στα φουσάτα.
Βλάχοι, κακό το πάθετε εις τό σας ηύρε αφνίδια,
εδά 'ρθασι τ' απαρθινά* κι επάψαν τα παιγνίδια!

Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Ερμής

Γιάννης Τσαρούχης, Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Γιάννης Τσαρούχης, Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Γιάννης Τσαρούχης, Ερωτόκριτος

Γιάννης Τσαρούχης, Ερωτόκριτος

Θεόφιλος, Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Θεόφιλος, Ερωτόκριτος και Αρετούσα


Λεξιλόγιο
*κύρης: πατέρας *μερώνει: ηρεμεί * πλιο: πια *κρίση: μαρτύριο, βάσανο *ξόμπλι: παράδειγμα *αποκοτιά: θάρρος *αθιβολή: λόγος *μεγάλοι αθρώποι: σημαντικοί *λογάρι: θησαυρός *αφεντιά: εξουσία *καταλούσι: φθείρουν *ξάζου: αξίζουν *εξά: εξουσία *σάζασι: ταίριαζαν *σώνει, ξαμώνει: φτάνει στο κρίσιμο σημείο και δοκιμάζει να πει *γιαγέρνω: επιστρέφω *κουρφά, χωστά: κρυφά *ενεχάσκισε: τόλμησε *λωλέ, μισαφορμάρη: παλαβέ, μισότρελε *πλιο: στο εξής *γιαύτος: γι' αυτό *πλια: περισσότερο *να μισέψει: να φύγει *γροικηθεί: ακουστεί *εδεπά: εδώ *απόβγαλ' τον: διώξε τον *φουσάτο: στράτευμα *δεν καλοξανοίγου: δεν καλοβλέπουν *δίδου αναπνιά στα βούκινα: φυσούν τις πολεμικές σάλπιγγες *βαβούρα: φασαρία * εγροίκησε: άκουσε *ανιμένει: περιμένει *σπούδα: βιασύνη *όντεν: όταν *ήσωσε: έφτασε *λιμνιώνας: λιμάνι *εγλαυκούσανε: έτρεχαν *βρώμα: τροφή, λεία θηρίου *'πασκε: προσπαθούσε *ζιμιόν: αμέσως *λάχει: τύχει *κούφος: θωρακική κοιλότητα *ορά: ουρά *αναχεντρώνουν: για το τρίχωμα του ζώου που υψώνεται *εδέτσι: έτσι *απαρθινά: αληθινά.

22


ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Α (Γ. 891-936)

  • Με ποιον τρόπο, με ποιο ρόλο και για ποιο σκοπό παρεμβαίνει ο ποιητής;
  • Πώς σκέφτεται ο Πεζόστρατος να προσεγγίσει το βασιλιά και με ποια επιχειρήματα προσπαθεί να τον πείσει να δεχτεί το γάμο;
  • Πώς αντιδρά ο βασιλιάς στην πρόταση γάμου του Ερωτόκριτου και γιατί;
  • Κάθε πατέρας επιθυμεί την οικογενειακή του ευτυχία. Πώς ενεργεί ο βασιλιάς και πώς ο Πεζόστρατος, για να πετύχουν αυτόν το στόχο;

Β (Δ. 1003-1038)

  • Στο απόσπασμα κυριαρχούν τα επικά στοιχεία. Ποια είναι και πώς εκφράζονται;
  • Βρείτε τις παρομοιώσεις του κειμένου και εξηγήστε τη λειτουργία τους.
  • Σε ποια σημεία του αποσπάσματος φαίνεται η σφοδρότητα της μάχης και με ποιους τρόπους την αποδίδει παραστατικά ο ποιητής;


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Α (Γ. 891-936)

  • O Πεζόστρατος εξιδανικεύει το παρελθόν, υποστηρίζοντας ότι στους παλιούς καιρούς δεν ίσχυαν κοινωνικές διακρίσεις. Συμβουλευτείτε το εγχειρίδιο της Ιστορίας ή της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής, για να δείτε αν αληθεύει ο ισχυρισμός του.
  • Πώς έγινε το προξενιό του Ερωτοκριτου; Βρείτε περισσότερα στοιχεία για τους γάμους από προξενιά, σε διάφορες χρονικές περιοδους.

Β (Δ. 1003-1038)

  • Επισκεφθείτε την Εθνική Πινακοθήκη και αναζητήστε αναπαραστάσεις μαχών από την εποχή της Αναγέννησης ή βρείτε μια ανάλογη σκηνή πολεμικής σύγκρουσης στην Ιλιάδα του Oμήρου (ραψωδίες Ε, Ζ, Η) και συγκρίνετε τις δύο περιγραφές.
    Ομήρου «Ιλιάδα» Η 206-315: Μονομαχία Αίαντα-Έκτορα [Αρχαία Ελληνικά (μτφρ.) Ομηρικά Έπη, Β΄ Γυμνασίου] Ομήρου «Ιλιάδα» Η 206-315: Μονομαχία Αίαντα-Έκτορα [Αρχαία Ελληνικά (μτφρ.) Ομηρικά Έπη, Β΄ Γυμνασίου]
    Β. Κορνάρος, «Ερωτόκριτος», (Μονομαχία Κρητικού-Καραμανίτη) [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Λυκείου] Β. Κορνάρος, «Ερωτόκριτος», (Μονομαχία Κρητικού-Καραμανίτη) [Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄ Λυκείου]
  • Ζωγραφίστε τον Ερωτόκριτο, με βάση την εξωτερική εμφάνιση των πολεμιστών της εποχής αλλά και τα ειδικά χαρακτηριστικά με τα οποία αποδίδεται η ανδρεία του στο απόσπασμα. Ζητήστε τη βοήθεια του καθηγητή της Ιστορίας.

Βιτσέντζος Κορνάρος

Διάβασε για τη ζωή και το έργο του εδώ.
Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα) Βιτσέντζος Κορνάρος [πηγή: Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα)]
στη Βικιπαίδεια Βικιπαίδεια
στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Ερωτόκριτος
«Ερωτόκριτος» [πηγή: Ψηφίδες, Δημώδης Γραμματεία] Β. Κορνάρος, «Ερωτόκριτος» [πηγή: Δημώδης Γραμματεία]
«Ερωτόκριτος» [πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού] Β. Κορνάρος, «Ερωτόκριτος» [πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]
Νίκος Μαμαγκάκης, «Ερωτόκριτος» (ηχητικά αποσπάσματα) [πηγή: Ελληνική Μουσική Βιβλιοθήκη www.musicale.gr.] Νίκος Μαμαγκάκης, «Ερωτόκριτος»  (ηχητικά αποσπάσματα) [πηγή: Ελληνική Μουσική Βιβλιοθήκη www.musicale.gr.]
Μουσικά αποσπάσματα από όλο το κείμενο Μουσικά αποσπάσματα από όλο το κείμενο
«Τα θλιβερά μαντάτα», Γιάννης Χαρούλης Τα θλιβερά μαντάτα
«Αποχαιρετισμός», Νίκος Ξυλούρης αποχαιρετισμός
«Ο όρκος της Αρετούσας» Λουδοβίκος των Ανωγείων, Μαρία Αναματερού «Ο όρκος της Αρετούσας» Μαρία Αναματερού
Το κείμενο του τραγουδιού (Γ' μέρος)
"Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,
κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν. 1410
Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, κ' έγνοια καμιά μην έχεις.
Mη θες να με ξαναρωτάς το πράμα οπού κατέχεις·1540
Kαι πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; Kι α' θέλω, δε μ' αφήνει 1435
τούτ' η καρδιά που εσύ'βαλες σ' τσ' Aγάπης το καμίνι,
Kι α' δε θελήσει η Mοίρα μας να σμίξομεν ομάδι, 1475
η ψη σου ας έρθει να με βρει χαιράμενη στον Άδη.

Ολόκληρο το απόσπασμα (Γ' μέρος)
APETOYΣA
«Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,
κι ουδ' όλπιζα, ουδ' ανίμενα τ' αφτιά μου ό,τι σ' ακούσαν. 1410
Ίντά' ναι τούτα τα μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει;
Που τα 'βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ' αναθιβάνει;
Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη
στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,
και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις, 1415
ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,
κι ως σ' έβαλε, σ' εκλείδωσε, δε θέλει πλιο ν' ανοίξει,
και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ' ά'θη,
μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη; 1420

»Σγουραφιστή σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη πλιο να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
να θε' να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως, 1425
γιατί κάλλια 'ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου.
Όποια με το αίμα τση καρδιάς μια σγουραφιά τελειώσει,
κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει. 1430
Πάντα 'ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
και ποιος να κάμει σγουραφιά πλιο σαν εμέ κατέχει;
Tα μάτια, ο νους μου, κι η καρδιά, κι η όρεξη εθελήσαν,
κι εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ' εσγουραφίσαν.
Kαι πώς μπορώ να σ' αρνηθώ; Kι α' θέλω, δε μ' αφήνει 1435
τούτ' η καρδιά που εσύ 'βαλες σ' τσ' Aγάπης το καμίνι,
κι εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη Φύση εχάσε,
η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε.
Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ' έτοια δουλειά, να ζήσεις,
δε σ' απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κι εσύ μ' αφήσεις. 1440
Kι ο Kύρης μου, όντε βουληθεί, να θε' να με παντρέψει,
και δω πως γάμο 'κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει,
κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει.

»Mα για να πάψει ο λογισμός αυτόνος που σε κρίνει, 1445
κι ολπίδα μιά παντοτινή στους δυό μας ν' απομείνει,
την ώραν τούτη θέλεις δει, κι ας πάψει η έγνοια η τόση,
πράμα-ν οπού παρηγοριάν πολλή σου θέλει δώσει."

ΠOIHTHΣ
Kαι τη Φροσύνην ήκραξε, και τη φωτιάν τής πάγει,
και βάνει τη σα Mάνα της εις το δεξό τση πλάγι. 1450

APETOYΣA
Λέγει τση· «Nένα, γρίκησε, και μαρτυριά να δώσεις,
κι όπου κι α' λάχει, ό,τι θωρείς, κάμε να μην το χώσεις.
Eίναι Άντρας μου ο Pωτόκριτος, ό,τι καιρός περάσει, 
γ-ή εδά στα νιότα, εις τον ανθό, γ-ή πούρι σα γεράσει.
Kι αμνόγω του στον Oυρανό, στον Ήλιο, στο Φεγγάρι, 1455
άλλος ο-για γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.»

ΠOIHTHΣ
'Kεί, οπού ποτέ το χέρι τση δεν του' δωκε ν' απλώσει, 
την ώραν κείνη σπλαχνικά, ο-για να ξετελειώσει
207 το τάσσιμο του Γάμου τως, και να' χει πάντα ολπίδα,
αρχοντικά το επρόβαλε στη σιδερή θυρίδα. 1460

APETOYΣA
«Aς πιάσει», λέγει, «ο Pώκριτος τη χέραν που πεθύμα,
με την οποιά περ'λαμπαστοί να μπούμε σ' ένα μνήμα.»

ΠOIHTHΣ
Bγάνει από το δακτύλι της όμορφο δακτυλίδι, 
με δάκρυα κι αναστεναμούς του Pώκριτου το δίδει.

APETOYΣA
Λέγει του· «Nα, και βάλε το εις το δεξό σου χέρι, 1465
σημάδι πως, ώστε να ζω, είσαι δικό μου Tαίρι.
Kαι μην το βγάλεις από 'κει, ώστε να ζεις και να' σαι,
φόρειε το, κι οπ' σου το'δωκε, κάμε να τση θυμάσαι.
Kι ο Kύρης μου αν το βουληθεί να πάρει τη ζωή μου,
και δε μ' αφήσει να χαρώ, σα θέλει η όρεξή μου, 1470
φύλαξε την Aγάπη μας, κι ας είσαι πάντα ως ήσου',
και με το δακτυλίδι μου πέρασε τη ζωή σου.
Tούτο για 'δα είναι ο Γάμος μας, και τούτο μας-ε σώνει,
κάθε καιρό ό,τι ετάξαμεν, τούτο το φανερώνει.
Kι α' δε θελήσει η Mοίρα μας να σμίξομεν ομάδι, 1475
η ψη σου ας έρθει να με βρει χαιράμενη στον Άδη.
Πάντα σε θέλω καρτερεί, ζώντας, κι αποθαμένη,
γιατί μια Aγάπη μπιστική στα κόκκαλα απομένει.
Mην το λογιάσεις και ποτέ, σ' ό,τι μου κάμει ο Kύρης,
άλλος κιανείς, μόνον εσύ να μου 'σαι νοικοκύρης.» 1480
ΠOIHTHΣ
Tη χέρα εκράτειεν εις τ' αλλού, όση ώρα τα μιλούσαν,
και ποταμόν τα μάτια τως και βρύσιν εκινούσαν.
Στα κίντυνα ο Pωτόκριτος, που ευρίσκετο, και Πάθη,
παρηγοριά του δώκασι τούτ' όλα κι ανεστάθη,
κι επλήθυνεν η ολπίδα του, και βέβαιο το εθάρρει, 1485
πως η Aρετή άλλον παρ' αυτόν Άντρα δε θέλει πάρει.
Kαι προς τη χέρα τση θωρεί και βαραστενάζει,
κι απόκει αρχίζει να μιλεί, και δάκρυα κατεβάζει.

Γιάννης Τσαρούχης, βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Γιάννης Τσαρούχης,
στο paleta art Γιάννης Τσαρούχης, Γιάννης Τσαρούχης,
στο artnet Γιάννης Τσαρούχης,
στο ΝΙΚΙΑΣ Γιάννης Τσαρούχης
στο lifo (44 άνδρες του Γ. Τσαρούχη) Γιάννης Τσαρούχης
στο lifo (για την αφιερωματική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη Γιάννης Τσαρούχης
Γιάννης Τσαρούχης: «Είμαι ερευνητής με μεγάλη περιέργεια», άρθρο της Ειρήνης Σπυριδάκη στο art magazine artmag
Γιάννης Τσαρούχης: το έργο του και η αναδρομική του έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη , άρθρο της Νάνσυ Μπαλούτογλου στο art magazine artmag2
ταινίες:
Γιάννης Τσαρούχης Γιάννης Τσαρούχης,
Γιάννης Τσαρούχης, Σπουδή για πορτραίτο. 1981 Γιάννης Τσαρούχης,
Γιάννης Τσαρούχης, Βιογραφίες Γιάννης Τσαρούχης, Βιογραφίες,
Τα ζεϊμπέκικα του Γιάννη Τσαρούχη, Τα ζεϊμπέκικα του Γιάννη Τσαρούχη

Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ), βιογραφικά και έργα του
στο paleta art Θεόφιλος Θεόφιλος,
στην Εθνική Πινακοθήκη Θεόφιλος,
στο eikastikon Θεόφιλος, eikastikon,
στο ΝΙΚΙΑΣ Θεόφιλος, ΝΙΚΙΑΣ
στο artnet Θεόφιλος, artnet
στο Google Art & Culture google

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Στίχος-Μέτρο

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...