Άσκηση στην πολυσημία των λέξεων, η λέξη «κάνω» (2η)

Η λέξη κάνω μπορεί να έχει τις παρακάτω σημασίες: διοργανώνω, επισκευάζω, ιδρύω, καταστρέφω, μετακινώ, μετατρέπω, παράγω, συγυρίζω, σχηματίζω, χτενίζω

Ήρθε ο υδραυλικός κι έκανε τη βρύση.
H κερασιά μας φέτος δεν έκανε κεράσια.
Είχε ένα ισόγειο κατάστημα και τα έκανε διαμερίσματα.
Μπήκε μέσα σαν ταύρος και τα έκανε άνω κάτω όλα.
Το οικόπεδο έκανε μια γωνία ως την άκρη του βράχου.
Η καμαριέρα δεν έκανε ακόμα το δωμάτιο.
Πήγε στο κομμωτήριο κι έκανε τα μαλλιά της.
Τη γιορτή την έκανε ο Νίκος που ήταν ειδικός σε κάτι τέτοια.
Έκανε μια εταιρεία που μετά από λίγο χρεοκόπησε.
Μπήκε στο μαγαζί έκανε πιο πέρα την καρέκλα και κάθισε.