Favorite Πάνω στο ποίημα Το Μαρμαρωμένο Βασιλόπουλο

Κατά τις προαγωγικές εξετάσεις της Λογοτεχνίας Α΄Λυκείου ζητήθηκε από τους μαθητές μας να γράψουν τη δική τους εκδοχή για το ποίημα του Κώστα Κρυστάλλη Το μαρμαρωμένο Βασιλόπουλο.Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό. Επιλέξαμε δυο από αυτά τα όμορφα και συγκινητικά κείμενα των μαθητών μας.
cropped-feb_flowers__521.jpg
 Βαγγέλης Κοντός Το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο
 
Στη ράχη όπου χύθηκε και σκότωνε χιλιάδες
Η γης εσχίστηκε στα δυο και είπε στους αποστάτες
«Αν θέτε αυτόν τον άνθρωπο να τον εκδικηθείτε
Ρίξτε  τον μες στη θάλασσα ποτέ μην τον εβρείτε».
Τον ρίξανε λοιπόν κι αυτοί στης θάλασσας τα βάθη
Και κει που βυθιζότανε και τον Θεό εκάλει
Κι αποχαιρέταγε σιγά τούτης της γης τα κάλλη
Πνίγεται και βλέπει εμπρός μια λαμπερή εικόνα
Την πιάνει, την φιλάει με μιας και γίνεται ένα πτώμα.
Και μες του Αιγαίου τα νερά που τόσο χρυσάφι εσκόρπει
Αμέσως γίνετ’ άγαλμα νιώθει πως μαρμαρώνει.
Τα πόδια του βαρύνανε τα μάτια του παγώσαν
Και ψάρια όπως πέρναγαν το παλικάρι εσώσαν.
Κύκλο κάναν επάνω του και τον επαρασύραν
Και κήτη όπου πέρασαν το μάρμαρο εσπάσαν
Κ’ η  δίνη ήταν γρήγορη από τα τόσα ψάρια
Όπου ανέβηκε με μιας στης θάλασσας το κύμα
Φουρτούνα τότε έγινε αλλά αυτός ζούσε με πείσμα
Κολύμπαε με θέληση με τον Θεό μπροστά του
Πλοίο εφάνη από μακριά και πήγαινε σιμά του
Κι όσο τον τραβάγανε ψηλά  ακούσθη η προσευχή του
«Χριστέ μου, εχάθην κ’ έζησα στης θάλασσας τα βάθη
Μαρμάρωνα και πέθαινα, δεν έχανα όμως πίστη
Αφού κι αν πέθαινα εκεί δεν θα χα τόση θλίψη
Γιατί κοντά σου έρχομαι και τα φτερά μου ανοίγω
Και τη μορφή σου από κοντά μπορώ να διακρίνω».
Βασιλική Κατούνα , Το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα παλάτι βαθιά μέσα στο δάσος ένα πλούσιο και πανέμορφο βασιλόπουλο. Ο νεαρός πρίγκηπας ορφανός από γονείς αναγκάστηκε να αρραβωνιαστεί την κόρη ενός βασιλιά από τα βάθη της Ασίας. Ο ίδιος  όμως δεν επιθυμούσε να ζήσει με μια βασιλοπούλα που δεν την είχε ξαναδεί, αλλά, για να εκπληρώσει την επιθυμία του πατέρα του, έκανε πέτρα την καρδιά του και δέχτηκε. Όταν αντίκρισε τη μέλλουσα γυναίκα του και τον πάμπλουτο πατέρα της και γνωρίζοντας πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός συνειδητοποίησε αμέσως ότι, εάν γινόταν η τελετή του αρραβώνα, δεν θα μπορούσε να αθετήσει την υπόσχεσή του. Γι΄ αυτό γεμάτος παρρησία υποκλίθηκε μπροστά στην πριγκίπισσα, ζήτησε ταπεινά συγνώμη κι έφυγε, χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Ανέβηκε στο ολόλευκο άλογό του και κατευθύνθηκε προς το παλάτι του. Ο Ασιάτης βασιλιάς όμως εκνευρισμένος ζήτησε απ΄ τις νεράιδες του μαγεμένου δάσους να τον τιμωρήσουν. Κι έτσι κι έγινε. Όταν το βασιλόπουλο έφτασε στην πόλη του παλατιού, έπεσε πάνω του βαριά κατάρα που τον μετέτρεψε σε μάρμαρο.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και το βασιλόπουλο παρέμεινε βουβό. Το παλάτι ήταν αδιάβατο, κλειστό και ρημαγμένο, ώσπου ένα χειμωνιάτικο πρωινό μια γενναία  καβαλάρισσα ακολούθησε το μονοπάτι που οδηγούσε στο παλάτι .Όταν αντίκρισε το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο, ένιωσε μια θέρμη . Πίστεψε ότι πίσω από αυτό το παγωμένο μάρμαρο υπήρχε ακόμα μια ζεστή ολοζώντανη καρδιά, δυνατή να την αγαπήσει όπως κανένας άλλος. Έτσι άγγιξε τρυφερά το παγερό βασιλόπουλο και ύστερα το φίλησε. Σιγά σιγά το κρύο υποχωρούσε, το μάρμαρο έλιωνε και σαν λάβα τύλιξε τους δυο νέους που ίσως ..η μάλλον ..σίγουρα έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους αγαπημένοι!
 

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Η Άνοιξη

cropped-feb_flowers__522.jpg
Ανέβηκα τα σκαλοπάτια τα λαξεμένα σε ψηλούς βράχους και βγήκα στο οροπέδιο που απλωνόταν μπροστά μου σαν τεράστιο αυτί. Πέρα οι λόφοι κολυμπούσαν στο φως κι είχαν το χρώμα που παίρνουν τα σφαχτάρια στο τσιγκέλι. Όπου κι αν γυρνούσα τα μάτια έβλεπα ξερή λάσπη, σκασμένη. Ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, ούτε μια μέλισσα. Κι ο αέρας μύριζε βαριά σαν να ‘βγαινε από άδειο πιθάρι.

Καθώς περπατούσα μου φάνηκε πως άκουγα να τρέχουνε νερά, βαθιά σε υπόγεια λούκια. Κόλλησα χάμω τ’ αυτί μου κι άκουσα καθαρά μαζί με τα νερά που γλουγλουκίζανε κι ένα ανάλαφρο θρόισμα.

Βγάζω από την τσέπη το μαχαίρι μου, το μπήγω στη γη —το ‘νιωσα να χώνεται όπως στο κρέας ενός μεγάλου ψαριού— κι αρχίζω να τη χαράζω, να τη σκίζω φέτες φέτες, τραβώντας με δύναμη τη σκληρή κρούστα που τη σκέπαζε.

Και τότε, τι θαύμα! Χιλιάδες μπουμπούκια και λουλούδια με τσαλακωμένα πέταλα, άσπρες, ρόδινες και μαβιές ρίζες, αμέτρητα σπαθωτά φύλλα, μαμούνια, σερσέγκια με σουβλερές μύτες, θαλασσοπράσινες κρεατόμυγες, χρυσαλλίδες και πεταλούδες με διπλωμένα φτερά, αποκαλύφθηκαν ολόκληρος κοιμισμένος κόσμος, που οι αχτίνες του ήλιου σιγά σιγά τον ζέσταιναν, τον ξεμούδιαζαν, τον ξυπνούσαν από τη νάρκη του.

Το γρασίδι, σγουρό, ψήλωνε τρίζοντας ολόγυρά μου. Ο αέρας μοσκοβολούσε. Ένα πουλί βγήκε απ’ τον κρυψώνα του, τίναξε τα χώματα απ’ τις φτερούγες του και μου είπε: «Ακόμα λίγο, κι η άνοιξη αυτό το χρόνο θα ‘μενε κρυμμένη στη γη».

Αργύρης Χιόνης, Λέξεις

Matteo Senesi, Words.. 

Λέξεις

Λέξεις τρυπάνια στο μυαλό
Λέξεις ξυράφια στις φλέβες
Λέξεις χαλίκια στα δόντια
Λέξεις δόντια στο σβέρκο
Λέξεις βελόνες στα νύχια
Λέξεις αυγά βραστά στις μασχάλες
Λέξεις κάρβουν’  αναμμένα στις πατούσες
Λέξεις καρφιά στις παλάμες
Λέξεις αγκάθια στο μέτωπο
Λέξεις
Λέξεις έλκη στο στομάχι
Λέξεις θρόμβοι στις αρτηρίες 
Λέξεις βηματοδότες στην καρδιά
Λέξεις πίσσα στα πλεμόνια
Λέξεις μικρόβια στο σάλιο
Λέξεις πέτρα στη χολή 
Λέξεις χολή στο αίμα
Λέξεις αίμα στα ούρα
Λέξεις
Λέξεις ευχές
Λέξεις κατάρες
Λέξεις ξόρκια
Λέξεις
Λέξεις αλεξίπτωτα
Λέξεις αλεξίπονα
Λέξεις αλεξίμορα
Λέξεις αλεξίλεξα
Λέξεις
Λέξεις έρρινες του θανάτου
Λέξεις συριστές του Σατανά
Λέξεις υγρές του έρωτα
Λέξεις
Λέξεις έγχορδες
Λέξεις κρουστές
Λέξεις πνευστές
Λέξεις χάλκινες
Λέξεις άηχες των αγγέλων 
Λέξεις ανύπαρχτες του εχθρού
Λέξεις
Λέξεις της αφής του φίλου
Λέξεις της αιχμής του εχθρού
Λέξεις αγκαλιά
Λέξεις αγχόνη
Λέξεις
Λέξεις μονοσύλλαβες
Λέξεις  δισύλλαβες
Λέξεις τρισύλλαβες
Λέξεις πολυσύλλαβες των ανθρώπων
Λέξεις ασύλλαβες του ποιητή
 
( Αργύρης Χιόνης, Λεκτικά Τοπία, Ανεξάρτητα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983
 

Favorite Τίτος Πατρίκιος (1928- )

VI.
 
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι –
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρεις τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι –
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα –
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.
 
ΧΙΙΙ
Η απόφασή μου να μη σε συλλογιέμαι
είναι μήπως και σώσω ό,τι μπορώ να σώσω
κρύβοντας λίγες σπαταλημένες μέρες
βαθιά μέσα στη μνήμη ρίχνοντας

τις άλλες μέρες από πάνω σα λιθάρια.

ΙΧ
Άργησα να μαντέψω τη βροχή
το τέλος δέθηκε με την αρχή.

[από τη συλλογή Τέλος του Καλοκαιριού 1953-1954  Ποιήματα Ι 1948-1954 εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ ]
—————————–
 
ΧVIII
 
Τελειώσανε πια τα ερωτήματα
που δεν περιμένουν απάντηση
που τα προφέρουμε περσότερο για ν ακουστεί η φωνή μας
παρά για την όποια απάντηση κι αν έρθει.
Δεν φοβάμαι πια για τίποτα.
Μπορώ να βάλω εδώ στην αρχή
ένα «εγώ»
και να ξέρω πως μιλάω για τον εαυτό μου.
Οι ανοιχτοί δρόμοι έχουν γίνει
για τα βήματά μας.
 
Κι αν καθόλου δεν ξέρεις πως υπάρχω,
κι αν ποτέ δε συλλογίστηκες
τους ανεμόμυλους που αλέθουν το χρόνο μας,
δε με πειράζει.
Θα παλέψω.
Με τα νύχια και τις γροθιές
με τα δόντια
θα παλέψω.
Και να ΄σαι σίγουρη
πως θα χαράξω την παρουσία μου ανεξίτηλη
στις πέτρινες κόχες του διαστήματος
που θα κινείσαι.
Δε θ’  αφήσω να χαθεί τίποτα.
 
Ακόμη κι η βεβαιότητα μιας διαδρομής
που έγινε
 
[Από τη συλλογή Μεγάλο Γράμμα 1952, Ποιήματα Ι 1948-1954 εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ ] 
 
————————-
 
VI 
Κι αν δεν μπορέσαμε ποτέ
να γελάμε στο ίδιο αστείο,
κι αν ποτέ δεν είδες το χέρι που σου δίνω,
κι αν δεν κατάλαβες ακόμη
γιατί εγώ τα βράδια έλειπα-
ίσως καλύτερα.
Έτσι μπορώ να σ’ αγαπώ
χωρίς να ντρέπομαι.
 
[ Από τη συλλογή:  Χωματόδρομος 1853-1954, Ποιήματα Ι 1948-1954 εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ ] 
—————————————-

ΑΝΟΙΞΗ 


Επάνοδος

Δαπάνες
Ηλιοτρόπιου
Φυγαδεύοντας
Πεισματική συναλλαγή
Το αβέβαιο εμπόριο
Επαληθεύω
Δύσπιστη
Δύσπιστη άνοιξη
Δύσπιστη

                                                                                                     Αθήνα , Μάρτης 1953



ΑΛΛΑΓΕΣ
 
στον Αστέρη Στάγκο
Την ώρα που εμείς ανταλλάσσουμε
τις μόνιμες καθημερινές κουβέντες μας,
την ώρα που τρώμε το συνηθισμένο φαγητό μας,
την ώρα που τα νύχια του έρωτα
μπήγονται μες στα σπλάχνα μας και τα ξεσκίζουν,
βουβά κι αναπότρεπτα,
ετοιμάζονται οι μεγάλες αλλαγές.
 
Οι αλλαγές που περιμένουμε.
Οι αλλαγές που δεν περιμένουμε.
 
CAUSA
Kάθε  που ξημερώνει
μισώ τη μέρα
που μ΄εμποδίζει
να σε σκέπτομαι

ΠΡΌΦΑΣΗ
ξεκίνησα να γράφω κάτι
μα το ξέχασα.
Δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο
από σένα.

 ΠΟΙΝΗ
Κάθε που θέλω να τιμωρήσω τον εαυτό μου
λιγοστεύω τις φορές που σε κοιτάω.
ΗΛΙΚΙΕΣ
Τα μαλλιά σου
δυο δεμάτια φλόγες
σπάταλες και απαιτητικές
Τα μαλλιά σου-
(μα πώς αδειάσαν τα μαλλιά μου..)
 
Γερνάμε.
 
[ Από τη Συλλογή Χρόνια της Πέτρας 1953-1954, Ποιήματα Ι 1948-1954 εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ ] 
 
———————–