είσαι
στη ραψ.

Ζ

119-236

 

Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Ιλιάδα

Ιλιάδα,  Ζ 119-236

Η Ιλιάδα διαρκεί 51 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε τις παρακάτω μέρες:

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34

35

36

37

38

39

40

41

42

43

44

45

46

47

48

49

50

51

 

αρχική

   
 

 
  Διαθέσιμο και σε μετάφραση Θ. Μαυρόπουλου  
 

Α' Κείμενο     Δες το αρχαίο κείμενο

 

Η έκπληξη του Διομήδη

Το επεισόδιο Γλαύκου και Διομήδη

 

Και του Τυδέως ο υιός και ο Γλαύκος του Ιππολόχου
120 των δύο στρατών ανάμεσα να κτυπηθούν ορμήσαν·
και οπόταν επροχώρησαν κι εβρέθησαν αντίκρυ,
στον άλλον πρώτος έλεγεν ο ανδρείος Διομήδης:
«Απ' όσους έχ' η γη θνητούς, ω θαυμαστέ, ποιος είσαι;
Στην μάχην, δόξαν των ανδρών, ποτέ δεν σ' είδ' ακόμη·
125 και τώρα με την τόλμην σου κάθ' άλλον υπερβαίνεις,
αφού συ στο μακρόσκιον κοντάρι μου αντιστέκεις·
τέκνα γονέων δυστυχών την ρώμην μου αντικρίζουν.
Αλλ' αν αθάνατος θεός κατέβης ουρανόθεν,
μάθε ότι εγώ δεν μάχομαι με τους επουρανίους.

 

Ένας υβριστής τιμωρείται:
η ιστορία του Λυκόοργου

130 Και ο τρομερός Λυκόοργος, του Δρύαντος ο γόνος
εφιλονείκα με θεούς, αλλ' έζησεν ολίγο,
που έναν καιρό του μανικού Διονύσου τες βυζάστρες
σκόρπισε στα πανάγια βουνά του Νυσηΐου·
με βούκεντρ' ο Λυκόοργος τες έπληττε ο φονέας,
135 ώστε τους κλάδους έριξαν, και ο Διόνυσος στα βάθη
της θάλασσας εβύθισε, και η Θέτις στην αγκάλην
τον δέχθηκε που ετρόμαζεν ακόμη απ' την βοήν του.
Αυτόν οι μάκαρες θεοί κατόπιν οργισθήκαν
και ο Δίας τον ετύφλωσε· και ολίγες είδε ημέρες,
140 αφού στο μίσος έπεσε των αθανάτων όλων·
ουδ' εγώ θέλω πόλεμον με τους επουρανίους.
Και αν θνητός είσαι και καρποί της γης και σένα τρέφουν,
πλησίασε, ταχύτερα να ιδείς τον όλεθρόν σου».

 

Η απάντηση του Γλαύκου - Τα κατορθώματα του Βελλερεφόντη







 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σ' αυτόν απάντησε ο λαμπρός του Ιππολόχου γόνος·
145 «Την γενεάν μου τι ερωτάς, ατρόμητε Τυδείδη;
Και των θνητών η γενεά των φύλλων ομοιάζει·
των φύλλων άλλα ο άνεμος χαμαί σκορπά και άλλα
φυτρώνουν, ως η άνοιξη τα δένδρ' αναχλωραίνει·
και των θνητών μια γενεά φυτρώνει και άλλη παύει.
150 Και μάθε, αφού το επιθυμείς, καλά να την γνωρίσεις
την ιδικήν μας γενεάν, αφού πολλοί την ξέρουν·
υπάρχει πόλις Έφυρα μες στο ιπποτρόφον Άργος
κι είχε τον δολιότερον απ' όλους τους ανθρώπους,
τον Αιολίδην Σίσυφον, που εγέννησε τον Γλαύκον,

155 και ο Γλαύκος τον Ασύγκριτον λαμπρόν Βελλερεφόντην·
κάλλος του δώσαν οι θεοί, χάριν ομού και ανδρείαν,
αλλά κρυφίως όλεθρον ο Προίτος του εσοφίσθη.
Απ' τ' Άργος τον εξόρισεν, ως ήτο ανώτερός του,
ότ' είχ' επάνω στον λαόν το σκήπτρο από τον Δία.
160 Από τον πόθον άναψε κρυφά μ' αυτόν να σμίξει
η δέσποιν' Άντεια, γυνή του Προίτου· αλλά σ' εκείνην
δεν έστεργε ο καλόγνωμος χρηστός Βελλερεφόντης
κι η Άντεια ψευδολόγησε του Προίτου: «Ν' αποθάνεις»,
του είπε, «ω Προίτε, ή φόνευσε συ τον Βελλερεφόντην,
165 που θέλ' εμέν' αθέλητην εκείνος να φιλήσει».
Και ο βασιλέας χόλωσε, πλην να φονεύσει ξένον
εντράπη και τον έστειλε να υπάγει στην Λυκίαν·
και μέσα εις κλειστόν πίνακα του έδωκε σημεία,
που χάραξε κακόβουλα με νόημα θανάτου,
170 του πενθερού του να δειχθούν, διά να τον αφανίσει·
και με το άγιο των θεών προβάδισμα κινούσε
προς την Λυκίαν κι έφθασεν εκεί που ο Ξάνθος ρέει·
και ο βασιλέας πρόθυμα τον τίμησε κι εννέα
ημέρες τον εξένισε κι έσφαξ' εννέα μόσχους.
175 Αλλ' ως η αυγή στον ουρανόν ερόδισε η δεκάτη,
εκείνος τον εξέτασε κι εζήτα να γνωρίσει
ό,τι σημάδι του 'φερεν απ' τον γαμβρόν του Προίτον.
Και ως έλαβε τ' ολέθριο σημάδι του γαμβρού του,
πρώτον την φρικτήν Χίμαιραν τον στέλνει να φονεύσει·
180 και αυτή γένος ανθρώπινο δεν ήταν, αλλά θείον,
δράκος οπίσω, λέοντας εμπρός, στην μέσην αίγα,
κι ήσαν τα σπλάχνα της φωτιά και φλόγες η πνοή της.
Την φόνευσ' όμως, θαρρετός στα θεϊκά σημεία·
δεύτερον, επολέμησε τους δοξαστούς Σολύμους,
185 κι εις μάχην τόσον τρομερήν δεν είχεν έμπει ακόμη·
τρίτον τες ανδρικότατες εφόνευσε Αμαζόνες.
Και ως γύριζεν, επιβουλήν του πλέκει εκείνος άλλην·
καρτέρι σταίνει διαλεκτών ανδρών απ' την Λυκίαν,
αλλ' απ' αυτούς δεν γύρισε κανείς εις την πατρίδα·
190 τους έστρωσ' όλους του λαμπρού Βελλερεφόντ' η λόγχη.
Και όταν καλώς ενόησε πως ήταν θεού γόνος,
τον κράτησε στο σπίτι του, τον έκαμε γαμβρόν του
και την βασιλική τιμήν εμοίρασε μαζί του·
και οι Λύκιοι του χώρισαν εξαίσιο περιβόλι
195 να το 'χει κήπον εύμορφον και κάρπιμο χωράφι.
Τρία παιδιά γεννήθηκαν από την νυμφευτήν του·
ο Ίσανδρος, ο Ιππόλοχος, κι η Λαοδάμεια, κόρη
οπού σιμά της πλάγιασεν ο πάνσοφος Κρονίδης,
κι έλαβ' υιόν τον μαχητήν ισόθεον Σαρπηδόνα.
200 Αλλ' όταν όλ' οι αθάνατοι κι εκείνον εμισήσαν,
να φύγει ανθρώπου πάτημα παράδερνε στο Αλήιον
πεδίον μόνος κι έτρωγε τα έρμα σωθικά του.
Τον Ίσανδρον μαχόμενον με τους λαμπρούς Σολύμους
ο Άρης τού εθανάτωσε· στην κόρην του εχολώθη
205 η χρυσοχάλινη Άρτεμις και την ζωήν της πήρε·
ο Ιππόλοχος εγέννησεν εμέ, κι αυτός στην Τροίαν
μ' έστειλε και πολύ θερμά μου έχει παραγγείλει
πάντοτε μέγας να φανώ και των ανδρείων πρώτος,
και ως πρέπει των πατέρων μας το γένος να τιμήσω,
210 που έλαμψαν και στην Έφυραν και στην πλατιάν Λυκίαν.
Την γενεάν, το αίμ’ αυτό, καυχώμαι εγώ πως έχω».




Σίσυφος
Σίσυφος
Η τιμωρία του Σίσυφου
Βελλερεφόντης-Χίμαιρα
Βελλερεφόντης-Προίτος-Άντεια-Χίμαιρα
Ο Βελλερεφόντης και ο Πήγασος
Βελλερεφόντης-Χίμαιρα
Βελλερεφόντης-Χίμαιρα
Ο Βελλερεφόντης σκοτώνει τη Χίμαιρα
Ο Βελλερεφόντης σκοτώνει τη Χίμαιρα
Ο Βελλερεφόντης σκοτώνει τη Χίμαιρα.
Ο Βελλερεφόντης σκοτώνει τη Χίμαιρα
Ο Βελλερεφόντης σκοτώνει τη Χίμαιρα

Οι δύο αντίπαλοι είναι
κληρονομικοί φίλοι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στα λόγια τούτα εχάρηκεν ο ανδρείος Διομήδης,
κι εστύλωσε την λόγχην του στην γην την πολυθρέπτραν,
και εις τον ποιμένα των λαών γλυκομιλούσε κι είπε:
215 «Μάθε ότι ξένος παλαιός μού είσαι πατρικός μου·
ότι άλλοτε τον άψεγον λαμπρόν Βελλερεφόντην
ο Οινεύς εφιλοξένησεν είκοσ' ημέρες όλες·
και λαμπρά δώρα εχάρισεν ο ένας προς τον άλλον,
ο Οινεύς ζωστήρα πορφυρόν και ο πάππος σου ποτήρι
220 δίκουπο του 'δωκε χρυσό που, εκείθεν όταν ήλθα,
στα δώματά του εσώζονταν· αλλ' όμως τον Τυδέα
δεν τον θυμούμαι, ότι μικρόν στο σπίτι μ' έχει αφήσει,
όταν στες Θήβες ο λαός εχάθη των Αργείων.
Όθεν στο Άργος μέσα εγώ φίλος σού είμαι ξένος
225 και συ σ' εμένα, στον λαόν αν έλθω των Λυκίων.
Και ας μη σμιχθούν οι λόγχες μας ουδ' όπου η μάχη βράζει·
πολλοί 'ναι Τρώες κι ένδοξοι βοηθοί, διά να φονεύω
όποιον θεός μού φέρει εμπρός κι οι πόδες μου προφθάσουν·
και Αχαιοί πάλι, αν δυνηθείς, δεν λείπουν να φονεύσεις·
230 και τ' άρματα ας αλλάξομεν, όπως και τούτοι μάθουν
που 'μαστε ξένοι πατρικοί κι είναι τιμή δική μας».
Είπαν· και από τ' αμάξι των επήδησαν και οι δύο,
τα χέρια πιάσαν κι έδωκαν βεβαίωσιν φιλίας.
Του Γλαύκου τότε αφαίρεσε τες φρένες ο Κρονίδης
235 έλαβε χάλκιν' άρματα, που εννέα βόδι' αξίζαν,
κι έδωκεν άρματα χρυσά, που αξίζαν ενενήντα.

 








δίκουπο ποτήρι

 

αμφικύπελλο, δίδυμη κούπα


Διομήδης-Γλαύκος