ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ


• Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ - ΠΟΛΗ – ΥΠΑΙΘΡΟΣ: Εισαγωγή
Οδυσσέας Ελύτης, «Πίνοντας ήλιο κορινθιακό»
Γιώργος Σαραντάρης, «Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας»
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Αθήνα»
Κοσμάς I. Χαρπαντίδης, «Χαλασμένες γειτονιές»
Ινδιάνος Σιάτλ, «Ένα παλιό μήνυμα για το σύγχρονο κόσμο»
• ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ: Εισαγωγή
Μιλτιάδης Μαλακάσης, «O Τάκη-Πλούμας»
Διαμαντής Αξιώτης, «Η Άννα του Κλήδονα»
Γιώργος Ιωάννου, «Να 'σαι καλά, δάσκαλε!»
Νίκος Εγγονόπουλος, «O Καραγκιόζης...»
• ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: Εισαγωγή
Περλ Μπακ, «Η μάνα»
Άννα Φρανκ, «Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ»
Μαργαρίτα Λυμπεράκη, «Οι Κυριακές στη θάλασσα»
Ναζίμ Χικμέτ, «Νανούρισμα στο γιο μου»
• ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ: Εισαγωγή
Κ.Π. Καβάφης, «Στην εκκλησία»
Γιάννης Ρίτσος, «Τ' άσπρο ξωκλήσι»
Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Κάποια Χριστούγεννα»
Γκότχολτ Έφραϊμ Λέσινγκ , «Η ιστορία του δαχτυλιδιού»
• ΕΘΝΙΚΗ ΖΩΗ: Εισαγωγή
Ακριτικό, «O Διγενής»
Κλέφτικο, «Του Βασίλη»
Ανδρέας Κάλβος, «Εις Σάμον»
Διονύσιος Σολωμός, «Η καταστροφή των Ψαρών»
Γιάννης Ρίτσος, «Ερημωμένα χωριά»
Μέλπω Αξιώτη, «Από δόξα και θάνατο»
Γιώργος Χειμωνάς, «Έξι χιλιάδες νέοι»
Χριστόφορος Μηλιώνης, «Το συρματόπλεγμα του αίσχους»
• ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΖΩΗΣ: Εισαγωγή
Διδώ Σωτηρίου, «Όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη»
Σωτήρης Δημητρίου, «Πάσχα τ' Απρίλη»
Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Χρονικό»
Άντον Τσέχωφ, «Ένας αριθμός»
• ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: Εισαγωγή
Ζακ Πρεβέρ, «Βγαίνοντας από το σχολειό»
Νίκος Καζαντζάκης, «Μια Κυριακή στην Κνωσό»
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Η εξοχική Λευκάδα»
Νίκος Κάσδαγλης, «Τόκιο»
• Η ΑΠΟΔΗΜΙΑ - Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ...: Εισαγωγή
Δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς...»
Δημήτρης Χατζής, «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα
Ηλίας Βενέζης, «H επιστροφή του Αντρέα»
Μπ. Μπρεχτ, «Για τον όρο «μετανάστες»
Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Γλυκό του κουταλιού»
Θανάσης Βαλτινός, «Δύο γράμματα της Χαράς»
Άλκη Ζέη, «Αναμνήσεις της Κωνσταντίνας...»
• ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ: Εισαγωγή
Λορέντζος Μαβίλης, «Καλλιπάτειρα»
Δημήτρης Μίγγας, «Η τρίπλα των ονείρων»
Νίκος Χουλιαράς, «Η εσχάτη των ποινών»
• Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ...: Εισαγωγή
Νίκος Καρούζος, «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού»
Γιάννης Μαγκλής, «Γιατί;»
Μ. Καραγάτσης, «Η κυρία Νίτσα»
Ζωρζ Σαρή, «Και πάλι στο σχολείο...»
Αντουαν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, «Ο μικρός πρίγκιπας»
Ιβαν Γκολ, «Μαλαισιακά τραγούδια»
• Η ΒΙΟΠΑΛΗ - ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠOY: Εισαγωγή
Κ.Π. Καβάφης, «Θερμοπύλες»
Έλλη Αλεξίου, «Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν»
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, «Για ένα παιδί που κοιμάται»
Ανώνυμος, «Το τραγούδι του Γιανγκ»
• ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΖΩΗΣ: Εισαγωγή
Διονύσης Σαββόπουλος, «Τι έπαιξα στο Λαύριο»
Μαρία Ιορδανίδου, «Στην εποχή του τσιμέντου...»
Μένης Κουμανταρέας, «Γραφείον ευρέσεως εργάσιας»
Τάσος Καλούτσας, «Με το λεωφορείο»
Τίτος Πατρίκιος, «Ιστορία του λαβύρινθου»
Εντίτα Μόρρις, «Τα λουλούδια της Χιροσίμα»
Τόλης Νικηφόρου, «Όταν πεθαίνει ένα παιδί»
Μιχάλης Γκανάς, «Στα καμένα»
• ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΖΩΑ: Εισαγωγή
Νίκος Καββαδίας, «Οι γάτες των φορτηγών»
Έρμαν 'Εσε , «Ο λύκος»
Αντώνης Σουρούνης, «Άνθρωποι και δελφίνια»
Μίλος Ματσόουρεκ, «O μεταξοσκώληκας»
Ε.Χ. Γονατάς, «O σκαντζόχερος»


ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

H επιστροφή του Αντρέα

Το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη Γαλήνη (1939) έχει ως θέμα του την εγκατάσταση μιας ομάδας προσφύγων στην Ανάβυσσο της Αττικής, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Στον αγώνα για επιβίωση σε έναν άγνωστο και άγονο τόπο η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο συνυπάρχει με τη νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες και την αγωνία για την τύχη εκείνων που έμειναν κρατούμενοι στα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας της Ανατολής. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Αντρέας, που γύρισε σώος ύστερα από δεκατέσσερις μήνες ομηρίας, κρύβει την πικρή αλήθεια από τη μάνα του Άγγελου, του φίλου του που πέθανε πριν να χαρεί τη μέρα της επιστροφής.

Πλησιάζανε οι Φωκιανοί* λαχανιασμένοι, στο απάνω χωριό, που είχαν οι άλλοι πρόσφυγες, οι Ανατολίτες, όταν σταματήσανε μονομιάς.

Ένας, μονάχος, ολομόναχος άνθρωπος πρόβαλε στο μονοπάτι. Είχε σκεπασμένο με τσουβάλια το κορμί του, το πρόσωπό του ήταν κίτρινο, ήταν ολομόναχος κι από πίσω του τρέχανε σκυλιά και τον γάβγιζαν, κι από πίσω του ήταν οι λόφοι.

Σκιά θανάτου σκέπασε μονομιάς το κοπάδι των Φωκιανών, ώσπου μια φωνή είπε με δέος:

— Αυτό είναι!

Κι ολοένα «αυτό» ερχόταν, μαζί με τα σκυλιά και με τους λόφους. Ύστερα ακούστηκε ένα μούρμουρο κι ύστερα ακούστηκε η φωνή του ξένου:

— Η μητέρα μου είναι εδώ;...

Τότε, αναγνωρίζοντας τη φωνή του, όλο το κοπάδι έπεσε πάνω του, φωνάζοντας:

— Είναι ο Αντρέας! Είναι ο Αντρέας της κυρά Σοφούλας!

Κι ύστερα άρχισαν να τον πνίγουν στα ρωτήματα:

— Μην είδες τον τάδε; Μην είδες τον τάδε;

Σαν φοβισμένο ζο, κάτω απ' το κύμα των ανθρώπων, μουρμούριζε, σαν να ζητούσε έλεος:

— Δεν ξέρω τίποτα... Δεν ξέρω τίποτα...

132


 

Άρχισαν να βαδίζουν προς την Ανάβυσσο, ο αιχμάλωτος όδευε πρώτος και το πλήθος ακολουθούσε. Πλάι του έτρεχε λαχανιασμένος ο γιατρός Βένης.*

— Είναι ακόμα μακριά; ρώτησε ο Αντρέας μια στιγμή το γιατρό, γεμάτος αγωνία! Για όνομα του Θεού! Να φτάξουμε! Να φτάξουμε!

— Θα φτάξουμε, παιδί μου, θα φτάξουμε, έλεγε ο γιατρός. Να τα καλύβια μας, φαίνουνται. Μπορείς να λες στους ανθρώπους ένα «ναι» ή ένα «όχι», αν είδες κανένα δικό τους...

Ένα «ναι» ή ένα «όχι» - πόσο απλά, λοιπόν, είναι όλα εδώ.

— Η Άννα* ζει; ρώτησε μια στιγμή, μες στην αγωνία του, το αγόρι.

— Ναι, ζει. Εδώ είναι. Εδώ είναι κι η μητέρα του Άγγελου. Μαζί με κείνον δεν ήσαστε, όταν σας πιάσανε;

Τότε το παλικάρι έκανε ένα βίαιο κίνημα, σαν να ξυπνούσε από εφιάλτη.

— Τι είπες; λέει βάναυσα στο γιατρό.

— Είπα για τον ανιψιό μου τον Άγγελο. Θά 'ρθει με τ' άλλο βαπόρι;

Η φωνή που ρωτά είναι ήσυχη, γαλήνια - πώς γίνεται, λοιπόν, να ρωτούνε μ' αυτό τον απλό τρόπο εδώ οι άνθρωποι κι η φωνή τους να είναι τόσο ήσυχη;

— Θά 'ρθει με τ' άλλο βαπόρι; επιμένει η φωνή.

Πάλι.

— Θά 'ρθει λοιπόν;

Κι η σκληρή φωνή του αγοριού, σχεδόν άγρια, αδύνατη πια να κρατηθεί, τινάζεται σπαράζοντας:

— Ε, όχι! Δε θά 'ρθει! Δε θά 'ρθει! Μη με ρωτάτε πια! φώναζε απελπισμένα.

Κάθισε απότομα καταγής κι έκλεισε το πρόσωπό του με τις χούφτες του. Όλοι, τότε, κάνανε ένα βουβό κύκλο πάνω από κείνο το φάντασμα.

— Για ποιον λέει; ρωτούσαν σιγανά.

Μα ο γιατρός τούς παρακάλεσε ν' αραιώσουν τον κύκλο, να πάρει αέρα το παιδί. Γονάτισε πλάι του κι έπιασε το μέτωπό του, σαν να ήθελε να δει αν έχει πυρετό.

Ύστερα έσκυψε ακόμα πιο πολύ στ' αυτί του αγοριού, ικετεύοντας:

— Η μητέρα του, να μη μάθει τίποτα, του ψιθύρισε τρέμοντας από ταραχή. Θα πρέπει να περιμένει.

Κι ο Αντρέας χαμήλωσε το κεφάλι, πιο ήσυχος λίγο, στη γη.

— Ναι, δε θα μάθει.

 

* * *

 

[...] Γύρισε σαν άρρωστος, ένα αληθινό πτώμα στο καλύβι τους. Έτσι γίνεται κάθε μέρα. Είναι ένα φοβερό καθήκον που επαναλαμβάνεται, στερεότυπα, κάθε βράδυ, σαν

133


 

Από την ταινία 1922 του Νίκου Κούνδουρου

Από την ταινία 1922 του Νίκου Κούνδουρου

κοντεύει να πέσει η νύχτα. Στην αρχή, τις πρώτες μέρες του γυρισμού του, ήταν τόσο μαρτυρικό, που κοίταζε πώς να το ξεφύγει. Ύστερα σιγά σιγά το συνήθισε, το είδε σαν χρέος. Όλα τα συνηθίζει κανείς. Συνηθίζει να ψάχνει μες στον εαυτό του κι άξαφνα να βλέπει πως είναι τόσο γυμνός και τόσο έρημος, σαν ν' αρχίζει μόλις, πρώτος απάνω στη γη, την ιστορία του ανθρώπου, μόλις και μόνος. Συνηθίζει να μην πιστεύει σε τίποτα και να μην ονειρεύεται, δηλαδή, να απογυμνώνεται από καθετί που μας συμφιλιώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή. Συνηθίζει και να σκοτώνει, τον εαυτό του, άλλους - κι όλα μέσα του να σωπαίνουν, και ο φόβος και η φαντασία και ο έλεος. * Όλα, λοιπόν, είναι μια απλή υπόθεση βαθμού, ως πού θα πέσεις. Έτσι συνηθίζεις κι αυτό, να κάθεσαι να λες κάθε μέρα ιστορίες σε μια μητέρα για ένα παιδί που δεν είναι πια να γυρίσει.

«Η μητέρα του να μη μάθει τίποτα», του είχε ξαναπεί ικετευτικά ο γερο-Βένης. «Μπορεί να περιμένει όλα τα χρόνια που της μένουν ακόμα και να μη λυγίσει. Αλλά να μην έχει να περιμένει - αυτό δεν το μπορεί».

134


 

Και για να μη μάθει κείνη η μητέρα τίποτα, ο Αντρέας κάθισε και της είπε μια ιστορία. Ήταν ένα παραμύθι όλο χρώμα και συγκίνηση, γεμάτο από καλοσύνη για δυο παιδιά που βρεθήκανε μες στο μπουρίνι του πολέμου, γεμάτο από ιερή ευγνωμοσύνη κι από θερμά δάκρυα.

— Ο Άγγελος θά 'ρθει με την άλλη αποστολή, ή με την άλλη, την άλλη. Θά 'ρθει - ήταν ο πρώτος λόγος που είπε στη μητέρα του φίλου του.

Κι ύστερα σαν ξεμοναχιαστήκανε, το ίδιο βράδυ, στο δωμάτιό της, η θεία Μαρία τον έβαλε και της είπε απ' την αρχή όλα, ένα ένα, πώς πέρασαν στην αιχμαλωσία, όλες οι μέρες τους, δεκατέσσερις μήνες.

Ήταν κι η δική του η μητέρα πλάι του, η θεία Σοφία. Ν' ακούσει και κείνη το παραμύθι και τίποτα άλλο να μη μάθει ποτέ. Αυτοσχεδίαζε τα γεγονότα, οι σκληρές γραμμές σβήνανε μες στο παραμύθι, έτσι όπως γίνεται στα παραμύθια με τους δράκους και με τα θεριά που τα λες μια νύχτα σ' ένα παιδί, να το αποκοιμίσεις. Η νύχτα είναι ήσυχη, πλάι εκεί κάθεται ένας μικρός άγγελος και χύνει το φως του προσώπου του απάνω στα μάτια του παιδιού, περιμένοντας νά 'ρθει η ώρα και να τα σφαλίσει. Όλα είναι ήμερα, οι δράκοι και τα θεριά σιγά σιγά σβήνουν μες σε τούτο το θερμό φως, μπερδεύονται, παίρνουν σχήματα απροσδιόριστα, το παιδάκι χαμογελά και τα μάτια αργά αργά βασιλεύουνε. Το παιδάκι αποκοιμήθηκε. Η ειρήνη να είναι μαζί του. Μια μητέρα πρέπει ν' αποκοιμηθεί. Ο Θεός να είναι μαζί της.

Έλεγε, λοιπόν, το παραμύθι που είπε ο Αντρέας στη θεία Μαρία:

«Στο δρόμο που πηγαίνανε, λέει, στη μεγάλη πορεία για το εσωτερικό της Ανατολής, περπατούσανε όλο μέσα σε μεγάλα δάση, ανάμεσα σε καταρράχτες και σε σκιερά φαράγγια. Επειδή δεν είχανε δάση στα μέρη τους, εξόν απ' τα δάση των ελιών, ήτανε πλημμυρισμένοι από έναν αλλόκοτο φόβο, μια παράξενη γοητεία. Παράξενα πουλιά πετούσαν αποδώ και αποκεί, αλλόκοτα χρώματα και το βράδυ σαν έπεφτε ο ήλιος, οι σκιές μεγάλωναν και χάνονταν σ' ένα βάθος, όπου σταματούσε η ματιά του ανθρώπου. Στρατοπεδεύανε όπου τους έβρισκε η νύχτα, μες στα δάση και μες στα σκιερά φαράγγια. Σαν έβγαιναν τα πρώτα άστρα πάνω στον ουρανό, το δάσος άρχιζε να ταράζεται απ' τις άγριες φωνές των θεριών που ξεμπουκέρνανε απ' τις φωλιές τους, να βρουν τη λεία τους. Οι αιχμάλωτοι δε φοβούντανε τότε, γιατί ανάβανε μεγάλες φωτιές που τους προστατεύανε. Οι φλόγες πετούσαν αψηλά και τα κλωνιά των αιωνόβιων δέντρων γέρναν από πάνω τους, σαν μια επίκληση στην ιερή φλόγα, να τα πάρει και να ησυχάσουνε, γιατί πολύ έζησαν και πολύ επερίμεναν. Τα θεριά, τότε, δεν κοντεύανε, μονάχα τις φωνές τους ακούγανε. Ώσπου κι αυτές, όσο η νύχτα προχωρούσε, σιγά σιγά αδυνάτιζαν. Αδυνάτιζαν ώσπου γίνονταν ένα σιγανό βογκητό, σιγανό και σχεδόν ανθρώπινο, που δενόταν πάνω στα φύλλα και στους σκληρούς κορμούς, πάνω στον αγέρα και στους ανθρώπους για να τους αποκοιμίσει.

135


 

Έτσι γινόταν τις νύχτες. Τις μέρες, στην πορεία, τους σταματούσαν σε καθαρά τρεχάμενα νερά και πίνανε, σε στάνες και σε καλύβες.

Οι χωριάτες τούς φιλεύανε ψωμί σταρένιο και γάλα, ύστερα βγαίναν στις πόρτες, και τους ευχόντανε ο Θεός να είναι μαζί τους, στο δρόμο τους. Αυτοί οι χωριάτες δεν ξέρανε αν ήταν πόλεμος ή αν τελείωσε, δεν ξέρανε τίποτα. Ξέραν μονάχα πως άνθρωποι τους ζητούσαν ψωμί και το δίνανε με την απλότητα που έχουν όλες οι μεγάλες πράξεις.

Μια βραδιά νυχτωθήκαν σ' ένα χωριό, σκαρφαλωμένο σ' ένα βουνό γεμάτο πεύκα. Αποκεί, στο μεγάλο εκείνο ύψος, ήταν η τελευταία φορά που είδανε τη θάλασσα.

Έπεφτε ο ήλιος όταν κάποιος γύρισε πίσω και την είδε. Ήταν ένα μακρινό γαλανό στρώμα, μια λουρίδα που μόλις ξεχώριζε μέσα απ' τ' άνοιγμα του βουνού.

«Παιδιά», είπε τότε ο σύντροφός τους. «Η θάλασσα».

Όλοι, τότε, γύρισαν προς τη φευγαλέα γραμμή, που σε λίγο θα χανότανε για πάντα απ' τα μάτια τους. Την κοιτάζανε. Είχε αγέρα και κει κάτω θα ήταν ταραγμένη η θάλασσα και τα κύματα θ' ανεβοκατέβαιναν, το ένα πίσω απ' τ' άλλο. Τα υποπτευόντανε. Μα στα μάτια τους, που μέναν στυλωμένα εκεί, δεν έφτανε μήτε η ελάχιστη κίνηση. Τίποτα. Το πέλαγο έμενε έτσι ακίνητο, με τις μεγάλες ραβδωτές γραμμές που θα ήταν τα κύματα, έτσι ακίνητα γιατί βαρέθηκαν.

Αυτό στάθηκε η μοναδική τους πίκρα, ύστερα από τόσες μέρες πορεία. Μα σαν μπήκανε στο χωριό του δάσους οι γυναίκες τρέξανε να τους φιλέψουν. Τους βάλαν σε μια μεγάλη καλύβα, τους φέρανε ζεστό σπιτίσιο τραχανά και φάγανε, τους φέραν και δαδιά και τ' ανάψανε, γιατί η νύχτα ήταν κρύα. Με τον Άγγελο, πλαγιάζαν, ο Αντρέας, πάντα μαζί μαζί αγκαλιασμένοι, έναν ύπνο μακάριο και ατάραχο.

— Μα κείνοι οι άνθρωποι δεν ξέρουν, λοιπόν, τίποτα απ' τον πόλεμο; ρωτούσε η θεία Μαρία συγκινημένη.

— Α, όχι, δεν ξέραν τίποτα εκεί πάνω, της έλεγε ο Αντρέας. Δεν ξέραν τίποτα, σαν να τους είχαν ξεχάσει μες στην ερημιά τους οι άλλοι άνθρωποι. Σαν να τους είχε ξεχάσει κι ο ίδιος ο Θεός τους. Έμειναν απλοί και καλοί. Ζούσαν με τα πρόβατά τους και με τα γεννήματα που τους έδινε η καλή γη, που τη βρέχαν με τον ίδρωτα τους. Κι έτσι που ξεπέφτανε, άξαφνα, τούτοι οι δυστυχισμένοι μες στην ειρήνη τους, ήτανε σαν πλάσματα που τα έστελνε ο προφήτης για να δοκιμάσει αν η καρδιά τους έμεινε πάντα καθαρή κι αλέκιαστη».

Οι δυο μητέρες, του Αντρέα και του Άγγελου, κάθουνταν εκεί και κλαίγανε, όσο ξετυλιγότανε το παραμύθι. Ήταν δάκρυα που χύνονταν από ευγνωμοσύνη προς τον άνθρωπο, γιατί έμεινε καλός.

136


 

— «Όταν τελείωσε η πορεία, πιάσαμε δουλειά στα τρένα, συνέχισε. Αδειάζαμε βαγόνια φορτωμένα με γεννήματα. Μια εύκολη δουλειά. Ύστερα μας πήγαν σ' ένα χωριό. Ήταν χειμώνας πια κι είχε πέσει το πρώτο χιόνι. Σε κείνο το χωριό, μια μέρα, μέσα στο θολάμι που σταλιάζαμε, ήρθε και μας βρήκε ο Κιαμήλ μπέης, ένας γιατρός. Μας τράβηξε αποκεί μέσα και μας έδωσε ζεστά ρούχα. Μας ρώτησε τι κάναμε στην πατρίδα μας και του είπαμε πως πηγαίναμε ακόμα στο Γυμνάσιο. Ήταν και κείνος νέο παιδί, ότι* είχε τελειώσει τις σπουδές του κι ήμαστε οι τρεις σαν αδέρφια.

Ύστερα φύγαμε πάλι αποκεί και πιάσαμε δουλειά σ' ένα τσιφλίκι.* Ήταν ήμερα εκεί, σαν να μην ήταν πόλεμος. Μπορούσαμε να κάνουμε την προσευχή μας αν θέλαμε, μπορούσαμε να τραγουδούμε, κανένας δε μας εμπόδιζε. Όταν ερχόνταν οι αφέντες να κυνηγήσουν αγριογούρουνα, μας παίρναν και μας μαζί τους μες στο ρουμάνι.* Εκεί, σε κείνη την ήσυχη γωνιά, μας βρήκε η ειρήνη. Εμένα με πήρε η πρώτη αποστολή για την Ελλάδα. Ο Άγγελος θα ερχόταν με την άλλη, ή με την άλλη».

Σαν αποχαιρετιστήκανε, λέει, με τον Άγγελο, ο τελευταίος λόγος εκεινού ήταν νά 'ρθει στη μητέρα του και να της φέρει χαιρετίσματα. Πήγανε, λέει, μαζί με τον Άγγελο πάνω απ' τον τάφο ενός συντρόφου τους, που είχε πεθάνει ήσυχα μια απ' τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού. Δεν είχε τίποτα, μονάχα μια ανεξήγητη μελαγχολία, που εκείνοι δεν την καταλαβαίνανε. Τον είχανε θάψει εκεί κοντά, σ' ένα ρέμα, κάτω από μια λεύκα. Οι ροδοδάφνες γέρναν τα κλώνια τους πλάι και σαν έπαιρνε να βραδιάσει του κάναν σκιά. Εκεί που πήγε ο Αντρέας ν' αποχαιρετίσει, για τελευταία φορά, τον πεθαμένο φίλο τους, εκεί, πάνω απ' τον τάφο του, αποχαιρετιστήκανε και με τον Άγγελο. «Να πας στη μητέρα μου χαιρετίσματα και να της πεις πως είμαι καλά και δε θ' αργήσω».

 

............................................................................

 

Έτσι τελείωσε το παραμύθι. Ο Αντρέας φοβόταν πως δε θα τον πιστεύανε οι δυο μητέρες. Οι εφημερίδες ήταν γεμάτες από φοβερές αφηγήσεις. Στόμα με στόμα το έπος της Ανατολής προσπαθούσε να σχηματισθεί, μέσα στη φαντασία των ανθρώπων, που δεν το έζησαν.

Γι' αυτό ο Αντρέας φοβόταν πως η θεία Μαρία δε θα τον πίστευε. Μα φαίνεται ήταν ζεστή η φωνή του. Κι έπειτα πάσχει κανείς μονάχα για να ελπίζει. Είναι, ίσως, αυτό, η πιο καθαρή συνείδηση του μέλλοντος.

— Πόσο διαφορετικά τα φανταζόμαστε τα πράματα εμείς εδώ, του είπε μονάχα η μητέρα του φίλου του. Γιατί έλεγε ο κόσμος.

137


 

— Ο κόσμος έχει φαντασία, της αποκρίθηκε. Το κακό είναι πως δεν μπορούσαμε να σας γράψουμε. Αλλιώς θα ξέρατε.

— Ναι, είπε εκείνη. Η σιωπή ήταν φοβερή.

 

Η. Βενέζης, Γαλήνη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Παράλληλα Κείμενα
Διδώ Σωτηρίου, «Οι πρόσφυγες» [Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε' και ΣΤ' Δημοτικού] Διδώ Σωτηρίου, «[Οι πρόσφυγες]» [Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων Ε' και ΣΤ' Δημοτικού]
Διδώ Σωτηρίου, «Οι νεκροί περιμένουν» (απόσπασμα) Διδώ Σωτηρίου, «Οι νεκροί περιμένουν» (απόσπασμα)
Γιώργος Σεφέρης, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου» Γιώργος Σεφέρης, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»
Γιώργος Σεφέρης, «Αργοναύτες» (από τη συλλογή «Μυθιστόρημα») Γιώργος Σεφέρης, «Αργοναύτες» (από τη συλλογή «Μυθιστόρημα»)


Λεξιλόγιο
* Φωκιανοί: πρόσφυγες από το χωριό Φωκές της Μικράς Ασίας. Έχτισαν στην Ανάβυσσο το σημερινό συνοικισμό Νέα Φώκαια * γιατρός Βένης: ένα κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος * Άννα: η κόρη του γιατρού * έλεος: το έλεος, η ανθρωπιά * ότι: μόλις * τσιφλίκι: αγρόκτημα πολύ μεγάλης έκτασης το οποίο καλλιεργούσαν εργάτες γης * ρουμάνι: δασώδης περιοχή

138


ΕΡΓΑΣΙΕΣ

  • Στο πρώτο μέρος του αποσπάσματος εμφανίζεται, ύστερα από πολύμηνη αιχμαλωσία, ένας νέος από το χωριό των Φωκιανών προσφύγων. Βρείτε τα στοιχεία που αποδίδουν την εξωτερική του εμφάνιση και συνδυάστε τα με εκείνα που αναφέρονται στην ψυχολογική του κατάσταση.
    Επίσημη ιστοσελίδα της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας Επίσημη ιστοσελίδα της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας
  • Γιατί ο αφηγητής ονομάζει «παραμύθι» την ιστορία που διηγείται ο Αντρέας στη θεία Μαρία; Πώς αιτιολογεί αυτόν το χαρακτηρισμό;
  • «Μα κείνοι οι άνθρωποι δεν ξέραν, λοιπόν, τίποτα απ' τον πόλεμο;»: Γιατί η θεία Μαρία κάνει αυτή την ερώτηση; Ποια είναι η συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων; Βρείτε και σχολιάστε τις φράσεις που αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα.


ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

  • Επισκεφθείτε το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (Κυδαθηναίων 11, Πλάκα, τηλ. 210 3239225), με σκοπό να δείτε και να συγκεντρώσετε υλικό (φωτογραφίες, κείμενα, έγγραφα κ.ά.) για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν όταν ήρθαν στην Ελλάδα.
    Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο [Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ' Γυμνασίου] Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο [Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ' Γυμνασίου]
    Το χρονικό της προσφυγιάς - Έλληνες πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ] Το χρονικό της προσφυγιάς - Έλληνες πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή [πηγή: Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ]
    Η Σμύρνη και ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας. Μνήμη και νοσταλγία. (Δραστηριότητα) Η Σμύρνη και ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας. Μνήμη και νοσταλγία. (Δραστηριότητα)

Γεώργιος Ιακωβίδης, Η προσφυγοπούλα ή Κοιμισμένη ανθοπώλις

Γεώργιος Ιακωβίδης, Η προσφυγοπούλα ή Κοιμισμένη ανθοπώλις
Δείτε τον πίνακα σε μεγαλύτερη ανάλυση στην Εθνική Πινακοθήκη


Ηλίας Βενέζης (1904 - 1973) Ekebi


Ηλίας Βενέζης

Διάβασε για τη ζωή και το έργο του εδώ.


Ηλίας Βενέζης
Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου] Βιογραφικό σημείωμα [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]
στο Βιβλιοnet Βιβλιοnet
στον Πολιτιστικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας ΠΟΘΕΓ
στις Ψηφίδες, Πρόσωπα και θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ψηφίδες
στη Βικιπαίδεια Βικιπαίδεια
εκπομπή ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΕΡΤ

Γεώργιος Ιακωβίδης, βιογραφία και έργα
στην Εθνική Πινακοθήκη Εθνική Πινακοθήκη,
στο paleta art paleta art, paleta art
στο ΝΙΚΙΑΣ ΝΙΚΙΑΣ
Η σχολή του Μονάχου, Γ. Ιακωβίδης στο art magazine art magazine

Ήρωες

 

Τόπος

 

Χρόνος

 

Γλώσσα

 

Αφήγηση

 

Αφηγητής

 

Ενότητες

 

Το σχόλιό σας...