Η Ελληνιστική τέχνη

 

    Ως ελληνιστική περίοδος θεωρούνται οι τρεις περίπου αιώνες που μεσολάβησαν από το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.-τέλος του 4ου αιώνα) μέχρι το 31 π.Χ., οπότε το τελευταίο από τα ελληνιστικά βασίλεια, η Αίγυπτος, απορροφήθηκε από το ρωμαϊκό κράτος.

Οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου βοήθησαν στην εξάπλωση του ελληνικού πνεύματος στην Αίγυπτο και στις ασιατικές χώρες όπου ιδρύονται αξιόλογα πνευματικά κέντρα.

    Μεγάλοι χορηγοί οι μακεδόνες βασιλιάδες της ελληνιστικής εποχής, οι οποίοι επιθυμούν μέσω των έργων τέχνης να προβάλουν την ηγεμονική εξουσία τους και έτσι είναι δύσκολο να διαπιστωθεί για την ελληνιστική τέχνη σε ποιο βαθμό τα κίνητρα ήταν πολιτικά και σε ποιο βαθμό καθαρά αισθητικά, εφόσον στην εξέλιξη της τέχνης έπαιξαν ρόλο και μη καλλιτεχνικοί παράγοντες.

Σε συγγραφείς της εποχής οφείλεται η ιδέα του “κλασικού” έργου, με το νόημα πως μετά από ένα κορυφαίο σημείο εξέλιξης δεν μπορεί παρά να ακολουθεί η παρακμή. Έτσι ίσως εξηγείται η συντηρητική “κλασικίζουσα” τεχνοτροπία και τάση της Ελληνιστικής τέχνης, που μιμείται δηλαδή την τεχνοτροπία του 5ου και του 4ου αιώνα προσφέροντας και πάλι αριστουργήματα με το αισθησιακό πολλές φορές πλάσιμο του μαρμάρου, όπως στα παρακάτω έργα της γλυπτικής:

:Η Αφροδίτη της Ρόδου 

  :Η Αφροδίτη της Μήλου

  : Ο Απόλλων του Μπελβεντέρε      

  Στα παραπάνω αγάλματα το ψυχρό μάρμαρο έχει σμιλευτεί έτσι, ώστε να αποκτήσει την υφή της τρυφερής και ζεστής σάρκας και μια φίνα, πολυτελή κομψότητα. 

   : Η Άρτεμη  

Τα ιδεώδη της εποχής όμως σιγά-σιγά αλλάζουν. Η παραδοσιακή αντίληψη για την ομορφιά μεταβάλλεται. Τους ερασιτέχνες ευγενικής καταγωγής αθλητές στους αγώνες διαδέχονται σε μεγάλο βαθμό οι επαγγελματίες αθλητές και παύει να αποτελεί αποκλειστικό ιδεώδες ο νεαρός αθλητής με τα ωραία άκρα. Αναγνωρίζεται για πρώτη φορά καθαρά ως δυνατή μια αντίθεση μεταξύ της αδυναμίας του σώματος και της δύναμης της ψυχής. Κάτι τέτοιο φαίνεται στον ανδριάντα του ρήτορα Δημοσθένη με το εύθραυστο και αδύναμο σώμα, αλλά με πρόσωπο αυστηρό και με αποφασιστική έκφραση.

  

Ο Λύσιππος και ο Πραξιτέλης που δημιουργούν αυτή την εποχή (4ος αι. π.Χ., πρώτος αιώνας της ελληνιστικής τέχνης) επηρεάζουν με την τέχνη τους και συντελούν στην ανάπτυξη του ρεαλισμού. Ο Λύσιππος φημιζόταν για τη ζωντάνια των έργων του και με τα δικά του έργα τέθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα της σχέσης του έργου με το μοντέλο, επομένως το ζήτημα του ρεαλισμού.

   Ο Αποξυόμενος του Λυσίππου    Ο Ηρακλής του Λυσίππου      

   Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλη    Ο Ερμής του Πραξιτέλη     

Έτσι, λοιπόν εμφανίζεται η νέα τάση της “προσωπογραφίας”, με απόδοση των ατομικών φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών. Το άτομο αναγνωρίζεται στην εποχή αυτή ως ξεχωριστή προσωπικότητα και αποδίδεται ρεαλιστικά, δηλαδή όπως είναι στην καθημερινότητα και πραγματικότητα και αυτό είναι η τεχνοτροπία του "κοινωνικού ρεαλισμού".

      το εκφραστικότατο κεφάλι ποιητή             το κεφάλι ιερέα           κεφάλι του Αλεξάνδρου     ανάγλυφο  κόσμημα (cameo) από σαρδόνυχα, με το κεφάλι, πιθανό, του Αλεξάνδρου 

    Ο Ευθύδημος Α΄της Βακτρίας: σκληρή φιγούρα ρεαλιστικότατη, σε μεγάλη αντίθεση με το κάλλος και την αιώνια νεότητα του κλασικού ελληνικού ιδεώδους. Όμως στην άγρια μακρινή και ορεινή εξελληνισμένη Βακτρία μόνο σληραγωγημένοι άντρες μπορούσαν να επιβιώσουν και να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες του τόπου και της ζωής. Και στα νομίσματά τους αποδίδεται ο ίδιος σκληρός "κοινωνικός ρεαλισμός" 

  Ευθύδημος Α΄   Δημήτριος Α΄   Αμύντας

  Ο Έρμαρχος, μαθητής του Επίκουρου    Ο φιλόσοφος των Αντικυθήρων   καμπούρης      

     νάνοι                                                        μεθυσμένη γριά          γριά με καλάθι

        γέρος ψαράς (μαύρο μάρμαρο-αλάβαστρο στο ρούχο), ρωμαϊκό αντίγραφο      


    Την ίδια εποχή αναπτύσσεται το σύμπλεγμα γλυπτών με δύο ή περισσότερες ολόγλυφες μορφές, όπως τα παρακάτω:

   Ο Λαοκόων και οι γιοι του (1ος αι. π.Χ.)         Στο γλυπτικό αυτό σύμπλεγμα εκτός από το εκφραστικότατο πλάσιμο των μυώνων και όγκων, παρατηρούμε την πολύπλοκη κίνηση και τη δραματική ένταση τής σκηνής με μια θεατρικότητα και μια αγωνία στα πρόσωπα και έντονο πάθος, στοιχεία που δεν συνηθίζονται στα κλασικά έργα. Τα χαρακτηριστικά αυτά, που τα συναντούμε και σε πολλά άλλα γλυπτά της εποχής, καθορίζουν μια νέα εξέλιξη της τέχνης και μια άλλη τεχνοτροπία που ονομάζουμε ελληνιστικό μπαρόκ    (Ο όρος "μπαρόκ" χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει αρχικά μια τεχνοτροπία του 17ου αιώνα στην Ευρώπη και στη συνέχεια το ελληνιστικό στυλ που σχολιάζουμε με τα ανάλογα χαρακτηριστικά)

Στο στυλ αυτό ανήκουν τα δραματικά γλυπτά:  Ο Αχιλλέας μεταφέρει το νεκρό Πάτροκλο   

και τα γλυπτά με Γαλάτες ηττημένους:        Γαλάτης αυτοκτονεί, αφού σκότωσε τη γυναίκα του, για να μη συλληφθούν μετά την ήττα.  

   Γαλάτης που πεθαίνει∙ πληγωμένος στα πλευρά και στο λαιμό μια θηλειά. Υπομένει ηρωικά το μοιραίο.   

Στο ύφος του μπαρόκ και η περίφημη Νίκη της Σαμοθράκης που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι:   

      Θυμίζει λίγο τα κλασικά γλυπτά, αν παρατηρήσουμε πώς μέσα από το ένδυμα που κολλά πάνω της καθώς το φυσά ο άνεμος, με την τεχνική του "υγρού στυλ", όπως λέγεται, διαφαίνεται η ανατομία του σώματος. Τα φτερά γιγάντια και οι πτυχώσεις του χιτώνα είναι ιδιαίτερα βαριές, δημιουργώντας φωτοσκιάσεις έντονες, σε αντίθεση με τα κλασικά γλυπτά που έχουν μικρότερες διαστάσεις και πιο λεπτοδουλεμένα χαρακτηριστικά.

Συγκρίνετε το ελληνιστικό μπαρόκ με την κλασική γλυπτική.

Ας δούμε τα περίφημα γλυπτά συμπλέγματα από το βωμό του Δία στην Πέργαμο της Μ. Ασίας:        Στη ζωφόρο παρουσιάζεται η "Γιγαντομαχία" με σκηνές γεμάτες δραματικές εντάσεις, έντονη δράση, αγωνία, ορμητικές κινήσεις και έντονο συναισθηματισμό:

          

 Στη Σιδώνα (στις ακτές του σημερινού Λιβάνου) βρέθηκε η λεγόμενη "σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου". Δεν ήταν για ενταφιασμό του ίδιου του Αλεξάνδρου, αλλά προοριζόταν για το σατράπη της Σιδώνας που παραδόθηκε στο νικητή Αλέξανδρο ή, σύμφωνα με άλλη άποψη, για τον τελευταίο βασιλιά της Σιδώνας. Το όνομα της σαρκοφάγου δόθηκε από τις ανάγλυφες παραστάσεις στις πλευρές της που παρουσιάζουν τον Αλέξανδρο σε σκηνές μάχης εναντίον των Περσών. Στην άλλη πλευρά της παρουσιάζονται σκηνές κυνηγιού με Έλληνες και Πέρσες μαζί.

        


Μια ακόμα τεχνοτροπία εμφανίζεται κατά την ελληνιστική εποχή:

Το ελληνιστικό "ροκοκό"


ελληνιστικά ψηφιδωτά και ζωγραφική

ελληνιστική αρχιτεκτονική-πολεοδομία

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ø      J. J. Pollitt, Η τέχνη στην ελληνιστική εποχή, μετάφρ. Ανδρομάχη Γκαζή, επίβλεψη Μιχάλης Τιβέριος, Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 19992

Ø      Ιστορία της τέχνης Larousse, επιμέλεια Albert ChâteletBernard Philippe Groslier, μετάφρ. Γιάννης Παρίσης, επιστημονική επιμέλεια Χρύσανθος Χρήστου – Μαρία Λιάπη, Βιβλιόραμα, Αθήνα χ.χ.

Ø      Αρχαία Ελλάδα, Η αυγή του Δυτικού Κόσμου, κείμενο Mario Durando, μετάφρ. Δημήτρης Γεδεών, εκδ. Καρακωτσόγλου, Αθήνα 1987

Ø     Α. Λαδόμματος, Ιστορία της τέχνης-Αισθητική εκτίμηση έργων τέχνης, Υπουργείο Παιδείας Κύπρου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1999

Ø   Η πόλη στους ελληνιστικούς χρόνους, συνοδευτικό φυλλάδιο ταινιομαθήματος-σειρά Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη, Αθήνα 1992

Ø      Ιστορία της τέχνης, Χιου Χόνορ-Τζον Φλέμινγκ, μετάφρ. Ανδρέας Παππάς, τομ. 1, Υποδομή, Αθήνα 1991

Ø    Χρήστου και Σεμνής Καρούζου, Ανθολόγημα θησαυρών του Εθνικού Μουσείου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1981

http://www.artchive.com/artchive/G/greek.html

http://www.stoa.org/gallery/album127/04_0505


Χαλούλος Παναγιώτης

06/04/2010


επιστροφή: Μαθήματα Ιστορίας