|
Ο βασιλιάς της Ιωλκού Αίσονας απέκτησε με την Πολυμήδη, εγγονή του Ερμή, ένα γιο, τον Διομήδη. Ο Αίσονας, προκειμένου να προφυλάξει το γιο του από τον ετεροθαλή αδελφό του Πελία, που επιβουλευόταν το θρόνο της Ιωλκού, παρέδωσε τον Διομήδη στον Χείρωνα, ο οποίος ανέλαβε την εκπαίδευσή του. Ο Διομήδης είχε ιδιαίτερη έφεση στη βοτανική και τη φαρμακολογία, γι αυτό και ο Χείρων τον μετονομάζει σε Ιάσονα. Αργότερα ο Ιάσων επιστρέφει στην Ιωλκό, όπου βασιλιάς είναι πλέον ο Πελίας. Ο Πελίας είχε λάβει από το μαντείο των Δελφών χρησμό σύμφωνα με τον οποίο θα έχανε την εξουσία από ένα μονοσάνδαλο. Βλέποντας έτσι τον Ιάσονα, σκέφτεται ότι, αν του ανέθετε μια δύσκολή αποστολή, θα πετύχαινε να τον εξοντώσει. Προτρέπει, λοιπόν, τον Ιάσονα να ταξιδέψει στην Κολχίδα, τη χώρα του Αιήτη, για να φέρει πίσω στην Ιωλκό τα λείψανα του Φρίξου και το χρυσόμαλλο δέρας. Μετά από πολλές περιπέτειες και δυσκολίες, οι Αργοναύτες έφτασαν στη μακρινή Κολχίδα. Με τη βοήθεια της κόρης του Αιήτη, της Μήδειας, η οποία τον ερωτεύεται, ο Ιάσων αποκτά το χρυσόμαλλο δέρας και επιστρέφει στην Ιωλκό. Ο Πελίας θανάτωσε, στο μεταξύ, κάθε πιθανό διεκδικητή του θρόνου του, συμπεριλαμβανομένων και των γονέων του Ιάσονα. Ο Ιάσων θέλει να τιμωρήσει τον Πελία και οι Αργοναύτες τάσσονται στο πλευρό του αλλά διαφωνούν με τον τρόπο που θα ενεργήσουν. Τότε η Μήδεια αναλαμβάνει να σκοτώσει εκείνη τον Πελία.
|

|
Στην αγγειογραφία εικονίζεται αριστερά η Μήδεια να ρίχνει τα φάρμακα στο λέβητα, από τον οποίο ξεπηδάει το ανανεωμένο αρνί. Τη σκηνή παρακολουθεί δεξιά ο Πελίας –γέρος με βακτηρία και άσπρα μαλλιά- ο οποίος μάλιστα φαίνεται να επικροτεί τα διαδραματιζόμενα δείχνοντας με το δεξί του χέρι. Ερυθρόμορφη στάμνος περ.470 π.Χ. |
|
Πηγές: «Μήδεια» Ευριπίδου, «Μεταμορφώσεις» Οβιδίου, Παυσανίας, Απολλόδωρος και Ζηνόβιος. Ελληνική Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών (τόμος 4ος). |






















|
ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ |

|
ΣΧΟΛΙΟ
Γι’ αυτόν, ανδρείο της ηδονής μα και της Ποιήσεως ποτές δεν θα ‘σανε πολλές όσες του πρέπουνε νάρκης του άλγους δοκιμές εν φαντασία και λόγω: Όταν κάποιοι στην Αθήνα τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες (εξημμένες κεφαλές, Ούτος, Εκείνος) ακούσαν, μέρες του χίλια εννιακόσια τρία, σε τέλεια αλεξανδρινά να κιθαρίζει αποφανθήκανε: κεραμεούν και φαύλον. Μέχρι παθήσεως χολερικοί που εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα των δεν έτυχε να εγγίζει φαρισαϊκώς ξεσχίσανε τες ακαδημαϊκές των τόγες, μα χάχανο χλευαστικό ξωπίσω τους ξεσπά. Το ξόανο της γνωματεύσεώς των από τες Άλπεις της Ποιήσεως ξηλώνει που άθλιο παίρνει να κατρακυλά κι απέ να χάσκει. Τάχατες επαρκέστατοι! Τάχατες ανέγνω(σα)ν, έγνω(σα)ν, κατέγνω(σα)ν, μα τι; Άραγες τι; Οι γελοιωδέστατοι; |
