είσαι
στη ραψ.

 

Α 1-53

 

 

Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Ιλιάδα

Ιλιάδα, Α 1-53

Η Ιλιάδα διαρκεί 51 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε τις παρακάτω μέρες:

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34

35

36

37

38

39

40

41

42

43

44

45

46

47

48

49

50

51

 

αρχική

   

 
 

Διαθέσιμο και σε μετάφραση Θ. Μαυρόπουλου

 
 

Επαναληπτική άσκηση

 

Α' Κείμενο

Β' Παράλληλα κείμενα
Γ΄ Θέματα για συζήτηση

Δ' Κείμενα από τη Βιβλιογραφία

Το προοίμιο – Η ικεσία του Χρύση

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

  • Το θέμα του έπους: Ο θυμός του Αχιλλέα και οι συνέπειές του

  • Η προϊστορία της φιλονικίας Αγαμέμνονα και Αχιλλέα

  • Οι πρωταγωνιστές

  • Ο ρόλος των θεών

Στόχοι

Κατανόηση του τύπου του προοιμίου ενός επικού ποιήματος.

• Γνωριμία με το θέμα και το περιεχόμενο της Ιλιάδας, την απώτερη αιτία-αρχή του έπους και τους πρωταγωνιστές του.

• Αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο ο ποιητής μεταπλάθει τον τρωικό μύθο σε επικό ποίημα με αφορμή την μήνιν του Αχιλλέα.

• Διαπίστωση ότι οι ομηρικοί θεοί, προσωποποιημένοι και με ανθρώπινες ιδιότητες (ανθρωπομορφισμός), επεμβαίνουν και επηρεάζουν τις εξελίξεις.

• Επισήμανση των στοιχείων της επικής αφηγηματικής τεχνικής (προοικονομία, κύκλος, θαυμαστό κτλ.)

 

 
 

Το κυρίως προοίμιο στο αρχαίο κείμενο

 

αοιδός

 

 
«Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἥ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε,
πολλάς δ’ ἰφθίμους ψυχάς Ἄϊδι προΐαψεν
ἡρώων, αὐτούς δέ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
οἰωνοῖσί τε πᾶσι, Διός δ’ ἐτελείετο βουλή,
ἐξ οὗ δή τά πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καί δῖος Ἀχιλλεύς.»

 

(Α 1-7)

 

αοιδός

 

 

 

Άκουσε το προοίμιο της Ιλιάδας στο YouTube με ερασμιακή προφορά

 

 
 

Α' Κείμενο     Δες το αρχαίο κείμενο

 

Προοίμιο - Επίκληση της Μούσας

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Χρύσης στο στρατόπεδο των Αχαιών

 

Το αίτημα του Χρύση

 

 

 

 

 

 

Η άρνηση του Αγαμέμνονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η προσευχή του Χρύση

 

 

 

 

 

Ο Απόλλωνας στέλνει λοιμό στο αχαϊκό στρατόπεδο

Ψάλλε, θεά, τον τρομερόν θυμόν του Αχιλλέως,   1    2
πώς έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων·
που ανδράγαθες ροβόλησε πολλές ψυχές στον Άδη
ηρώων, κι έδωκεν αυτούς αρπάγματα των σκύλων
5 και των ορνέων— και η βουλή γενόνταν του Κρονίδη
 3
απ' ότ' εφιλονίκησαν κι εχωριστήκαν πρώτα
ο Ατρείδης, άρχων των ανδρών, και ο θείος Αχιλλέας.
   4
Και απ' τους θεούς ποιος άναψε την έχθραν μεταξύ τους;
Ο Απόλλων, όπου οργίσθηκε του Ατρείδη βασιλέως
10 κι έφερε λώβαν στον στρατόν που εθέριζε τα πλήθη,
ότι του εκαταφρόνεσε τον Χρύσην ιερέα.

Στων Αχαιών τα γρήγορα καράβια τούτος ήλθε,
με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρη του να λύσει·
στο χρυσό σκήπτρο τυλικτό του Φοίβου το στεφάνι
15 εκράτει, και τους Αχαιούς παρακαλούσεν όλους,
μα από όλους πιο πολύ τους δυο τους γιους του Ατρέα::
«Ω γενναιόκαρδοι Αχαιοί, ω βασιλείς Ατρείδες,
του Ολύμπου ας κάμουν οι θεοί, την πόλιν του Πριάμου
αφού πορθήσετ' ευτυχείς να πάτε στην πατρίδα·
20 αλλ' αποδώσετε σ' εμέ την ποθητήν μου κόρην,

του Ολύμπου ας κάμουν οι θεοί, την πόλιν του Πριάμου
δεχθείτε αυτά τα λύτρα της, αν τον υιόν του Δία

τον μακροβόλον τοξευτήν Απόλλωνα ευλαβείσθε».
    5

Όλοι αλαλάξαν οι Αχαιοί, κι είπαν τον ιερέα
να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν·
25 μόνος ο Αγαμέμνονας δεν το 'στεργεν ο Ατρείδης,
αλλά κακά τον έδιωχνε και βαρύν λόγον είπε:
«Μη σ' απαντήσω, γέροντα, σιμά στα κοίλα πλοία
ή τώρα εδώ ν’ αργοπορείς ή πάλιν να γυρίσεις,
και μη θαρρεύεις στου θεού το σκήπτρο και το στέμμα.
30 Αυτήν δεν θ' απολύσω εγώ· το γήρας θα την έβρει
στο Άργος μες στο σπίτι μου μακράν απ' την πατρίδα
να υφαίνει αυτού και σύντροφον της κλίνης να την έχω.
Μη μ' ερεθίζεις, σύρ' ευθύς, αν θέλεις να μην πάθεις».
Τον λόγον του εφοβήθηκε και υπάκουσεν ο γέρος·
35 την άκραν πήρε σιωπηλός της ηχερής θαλάσσης
   6
και όταν ευρέθη ανάμερα, τον γόνον της ωραίας
Λητούς, μέγαν Απόλλωνα, θερμά παρακαλούσε:
«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας
Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο, Σμινθέα,
   7
40 εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου,
εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμμένα
ταύρων κι ερίφων, τούτον μου τον πόθον τελείωσέ μου·
τα βέλη σου στους Δαναούς τα δάκρυά μου ας πλερώσουν».
 Ευχήθη και ως τον ακούσεν ο Φοίβος ο Απόλλων,
45 κατέβη από τες κορυφές του Ολύμπου θυμωμένος,    8
με τόξον και μ' ολόκλειστην φαρέτραν εις τους ώμους.   9
Εβρόντησαν επάνω του τα βέλη ως εκινήθη
ο χολωμένος και όμοιαζε την νύκτα, ως προχωρούσε.
Των πλοίων κάθισε αντίκρυ και απόλυσε το βέλος
50 και αχός εβγήκε τρομερός απ' τ' ασημένιο τόξο·
και αφού τους σκύλους έπληξε και τα μουλάρια πρώτα,
εις τους ανθρώπους έριχνε τα πικροφόρ' ακόντια    10
αδιάκοπα· και των νεκρών παντού πυρές εκαίαν.


 

 

 

 

 

 


Ο Χρύσης ικετεύει τον Αγαμέμνονα.

Ο Χρύσης ικετεύει τον Αγαμέμνονα.
 

 


Ο Αγαμέμνονας αρνείται να επιστρέψει στην Χρυσηίδα στον πατέρα της.
 


Ο Χρύσης προσεύχεται στον Απόλλωνα να τιμωρήσει τους Αχαιούς.
 

 

Απόλλωνας του Belvedere, ANTICO,1520

 

Σημειώσεις

 
 

στ . 1 Ψάλλε, θεά: τυπική επίκληση στη Μούσα, όπως και στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας. Τις Μούσες, προστάτιδες των επιστημών και των τεχνών, θα τις επικαλεστεί ο ποιητής και σε άλλα χωρία του έπους, για να εδραιωθεί στον ακροατή η εντύπωση ότι το έργο είναι θεόπνευστο.

στ . 1 συμπληρωματικά σχόλια: Η επίκληση στη Μούσα, σύμφωνη με τις αντιλήψεις της εποχής, δεν ήταν μια απλή τυπική υποχρέωση του αοιδού, αλλά έπαιζε σημαντικό λειτουργικό ρόλο: όταν ο ποιητής περιγράψει αργότερα σκηνές από τον Όλυμπο, δε θα προκαλέσει την απορία των ακροατών του πώς είναι δυνατόν, θνητός αυτός, να γνωρίζει τι γίνεται στην κατοικία των θεών, γιατί θα θεωρήσουν ότι είναι η Μούσα που μιλάει με το δικό του στόμα. «Οι αοιδοί, οι τραγουδιστές, υποστήριζαν συνήθως ότι όφειλαν την έμπνευσή τους στις Μούσες και ό,τι αυτές τους είχαν διδάξει, οι θεές της μουσικής, του χορού και του άσματος, τις οποίες φαντάζονταν ως θυγατέρες του Δία και της Μνημοσύνης να κατοικούν στο όρος Ελικώνα ή στην Πιερία κοντά στον Όλυμπο. Η αφήγηση του Ησιόδου για τον τρόπο με τον οποίο του χάρισαν την έμπνευση, καθώς εκείνος έβοσκε τα πρόβατά του στο όρος Ελικώνα, συνιστά τη λεπτομερέστερη μαρτυρία (βλ. Θεογ. 22-23), αλλά και ο Όμηρος στην Οδύσσεια παρουσιάζει το Δημόδοκο, τον αοιδό των Φαιάκων, και το Φήμιο, τον αυλικό τραγουδιστή στην Ιθάκη, να έχουν εμπνευστεί με παραπλήσιο τρόπο.»

Τα δομικά στοιχεία του επικού προοιμίου: α) επίκληση στη Μούσα. β) διήγηση με πολύ λίγα λόγια της υπόθεσης του έπους, γ) παράκληση στη Μούσα να αρχίσει το ποίημα από κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Συγκρίνοντας τα προοίμια της Ιλιάδας, της Οδύσσειας και το Ησιόδειο επισημαίνονται εύκολα: θεϊκές επεμβάσεις, ρόλος Μούσας - θεών, ανθρώπινη ευθύνη (ελάχιστη στο ησιόδειο έπος, τονίζεται ιδιαίτερα στην Οδύσσεια), ανωνυμία του ποιητή (ομηρικό έπος) - προβολή έστω σε γ' πρόσωπο του ονόματος του Ησιόδου (διδακτικό έπος) κτλ.

«Το προοίμιο [της Ιλιάδας] είναι βραχύτατο. Της Οδύσσειας είναι παραπλήσιο σε έκταση (αν και με διαφορετικό τόνο), όπως άλλωστε και το προοίμιο της Αινειάδος (εδώ έχομε βέβαια συνειδητή μίμηση). Μπορεί κανείς να αντιπαραβάλει το τόσο διαφορετικό προοίμιο της ησιόδειας Θεογονίας, με τις δύο μακροσκελείς επικλήσεις στις Μούσες (πρώτα στον Ελικώνα [1-21], κι έπειτα στον Όλυμπο [36-93]) και με την παρουσίαση της σχέσης του ποιητή μαζί τους (και πάλι εις διπλούν, 22-35 και 94-103). Ο Ησίοδος δεν αγγίζει το θέμα του άσματος του παρά μόνο εκατό, περίπου, στίχους μετά την έναρξή του (104-115). Ο τρόπος του Ομήρου είναι πολύ διαφορετικός.»

στ. 1 τον τρομερόν θυμόν: ο ποιητής τοποθετεί στον πρώτο στίχο - στο πρωτότυπο μάλιστα η λέξη μῆνις (= οργή) είναι η πρώτη λέξη - την οργή του Αχιλλέα, γύρω από την οποία θα «πλεχτεί» όλη η υπόθεση του έπους. Αφετηρία και κέντρο της πλοκής της Ιλιάδας είναι ο θυμός του Πηλείδη μετά τη σύγκρουσή του με τον Αγαμέμνονα. Στο πρωτότυπο η μῆνις χαρακτηρίζεται οὐλομένη (= καταραμένη), για την οποία δηλαδή θα ευχόταν κανείς να χαθεί.

στ . 1 συμπληρωματικά σχόλια: Στο πρωτότυπο κείμενο η λέξη μήνις (= θυμός) βρίσκεται στην αρχή του πρώτου στίχου και σηκώνει όλο το βάρος του ποιήματος, αφού αυτή είναι βασικό στοιχείο στην εξέλιξη της πλοκής και απώτερη αιτία όλων των δεινών των Αχαιών και των εξελίξεων. Πρόκειται εδώ για μοναδική καινοτομία του Όμηρου, ο οποίος δε δίνει τα γεγονότα στη χρονολογική τους σειρά, αλλά παίρνοντας ως κέντρο της πλοκής ένα γεγονός —τη σύγκρουση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα και το θυμό του πρώτου— μας παρουσιάζει όλο τον πόλεμο μέσα από το πρίσμα αυτού του γεγονότος.

στ . 3 ροβόλησε: συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται αμετάβατο (= κατηφορίζω, κατεβαίνω με ορμή, κατρακυλώ)· εδώ έχει μεταβατική σημασία (= στέλνω, σπρώχνω κάποιον προς τα κάτω): έστειλε τις ψυχές πολλών ηρώων στον Κάτω κόσμο.

στ. 4-5 αυτούς αρπάγματα ... ορνέων: οι ψυχές των ηρώων πήγαν στον Άδη, ενώ τα νεκρά κορμιά τους έγιναν βορά των σκύλων και των αρπακτικών πουλιών.

στ. 5 συμπληρωματικά σχόλια: το χωρίο θέτει το πρόβλημα της ευθύνης των ηρώων για τις πράξεις τους και προσφέρεται για σύγκριση με την Οδύσσεια, όπου οι σύντροφοι του κεντρικού ήρωα «χάθηκαν απ' τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα...» (Οδ. α στ. 9)14. Επισημαίνουμε ότι και ο ποιητής επικαλείται τη βοήθεια της Μούσας, αν και έχει ο ίδιος το χάρισμα να τραγουδά: ο θεός, δηλαδή, δεν κάνει τίποτα άλλο, παρά βοηθάει τον άνθρωπο να πραγματοποιήσει αυτό που έχει την ικανότητα να κάνει.

στ. 5 η βουλή γενόνταν του Κρονίδη: μ' αυτό τον τρόπο εκπληρωνόταν η θέληση του γιου του Κρόνου, του Δία. Εννοείται εδώ η υπόσχεση του Δία στη μητέρα του Αχιλλέα Θέτιδα (στ. 518 κ.εξ.) ότι θα δώσει νίκες στους Τρώες, ώστε να εκτιμήσουν οι Αχαιοί την αξία του Αχιλλέα, μετά την αποχώρησή του από το πεδίο της μάχης, και έτσι να τον αποζητήσουν. Αυτός ήταν ένας τρόπος να τιμηθεί ο Αχιλλέας μετά την προσβολή που δέχτηκε από τον Αγαμέμνονα.

στ . 6 απ' ότ' ... πρώτα: ο στίχος δίνει τη χρονική αφετηρία της δράσης και της αφήγησης.

στ . 7 Ατρείδης: ο γιος του Ατρέα. Ο ποιητής με αυτό το πατρωνυμικό εννοεί πάντα τον Αγαμέμνονα και όχι τον αδελφό του Μενέλαο. Ο Αγαμέμνονας ήταν βασιλιάς του ισχυρότερου κράτους της εποχής στον ελλαδικό χώρο, των πολύχρυσων Μυκηνών, και ήταν αρχιστράτηγος της τρωικής εκστρατείας.

θείος: θεϊκός, αυτός που κατάγεται από τους θεούς και μάλιστα από τον Δία (στο πρωτότυπο δῖος). Ο ποιητής χαρακτηρίζει τους βασιλιάδες διογενείς και διόθρεπτους. Πολλές φορές το δῖος (=θείος), χωρίς να χάσει την αρχική του σημασία, σήμαινε ένδοξος, ευγενής, έξοχος .

στ. 7 συμπληρωματικά σχόλια: η παράθεση «άρχων των ανδρών» εκφράζει την εξουσία του Αγαμέμνονα και υπαινίσσεται μια πρόσκαιρη νίκη· ο επιθετικός προσδιορισμός ωστόσο που συνοδεύει τον Αχιλλέα («θείοςgλάβει ποιος θα είναι ο τελικός νικητής της διένεξης. Να επισημανθεί επίσης ότι η αναφορά του Αχιλλέα στην αρχή (στ. 1) και στο τέλος του προοιμίου (στ. 7) —σχήμα κύκλου— υπογραμμίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ήρωα στο ιλιαδικό έπος.

στ. 10 λώβα: λοιμός, πανούκλα, μεταδοτική ασθένεια που αποδεκάτιζε το στρατό («εθέριζε τα πλήθη»). Το λοιμό μετέδιδαν τα ποντίκια, τα οποία έστελνε ο Απόλλωνας Σμινθέας (<σμίνθος = ποντικός).

στ. 12 γρήγορα: παραδοσιακό επίθετο των πλοίων. Το επίθετο είναι κοσμητικό και όχι λειτουργικό, αφού τα καράβια των Ελλήνων βρίσκονται εννιά χρόνια τραβηγμένα στη στεριά και δεν ταξιδεύουν (πρβ. γοργά, Α στ. 372). Παραδοσιακά επίσης επίθετα που αποδίδουν το σχήμα των πλοίων: κοίλα (Α 27), κυρτά (Α 171), βαθουλά (π.χ. Β  602).

στ. 14 σκήπτρο ... στεφάνι: το σκήπτρο ήταν μια επιμήκης ράβδος με χρυσά κοσμήματα και αποτελούσε σύμβολο εξουσίας ή δημόσιου αξιώματος. Το κρατούσαν οι βασιλιάδες, οι ιερείς, οι μάντεις, οι κήρυκες (= αγγελιαφόροι) και οι δικαστές. Εδώ το σκήπτρο (ή ιερατική ράβδος) έχει τυλιγμένη στην κορυφή του μια μάλλινη ταινία (στεφάνι ή στέφανα, Α 374), που αποτελούσε πιθανόν ιερό σύμβολο του Απόλλωνα.

στ. 22 τον μακροβόλον τοξευτήν: ο Απόλλωνας, ο σημαντικότερος προστάτης θεός της Τροίας, ήταν τοξότης και έπληττε τα θύματά του από μακριά. Σ' αυτόν αποδιδόταν κάθε αιφνίδιος θάνατος άντρα, ενώ στην αδελφή του την Άρτεμη πίστευαν ότι οφειλόταν ο ξαφνικός θάνατος μιας γυναίκας, ιδίως στον τοκετό.

στ. 21-22 συμπληρωματικά σχόλια: Το ρήμα ευλαβούμαι σημαίνει «σέβομαι» αλλά και «φοβάμαι»· η αναφορά του ιερέα στην ευλάβεια επιτείνει την ψυχολογική πίεση που έχει δημιουργήσει στο στρατό ο χαρακτηρισμός του Απόλλωνα ως «μακροβόλον τοξευτήν». Ο ποιητής επιλέγει σοφά λέξεις με ιδιαίτερο σημασιολογικό βάρος, ώστε ο λόγος του ιερέα να διαγράφει στο βάθος της εικόνας την απειλητική μορφή του Φοίβου. Τα σύμβολα επίσης, που περιγράφονται σ' έναν ολόκληρο στίχο (στ. 14), υπογραμμίζουν τη σχέση του γέροντα ικέτη με το θεό και προδικάζουν την τιμωρία του Αγαμέμνονα.

στ. 25 στέργω: (> στοργή) αγαπώ, δέχομαι.

στ. 31 Άργος: η περιοχή της Αργολίδας, όπου βρισκόταν η επικράτεια του Αγαμέμνονα. Το όνομα Άργος σε άλλα χωρία δηλώνει την πόλη που ήταν το βασίλειο του Διομήδη (Β 559, Δ 52), άλλοτε πάλι τη νότια Ελλάδα και ιδιαίτερα την Πελοπόννησο (Ζ 152) ή και ολόκληρη την Ελλάδα 456, Ι 246 κ.α.).

στ. 35  συμπληρωματικά σχόλια: Έντονη αντίθεση του θορύβου της θάλασσας με το βουβό πόνο του ιερέα· η αντίθεση ίσως θέλει να υπογραμμίσει τη μοναξιά του γέροντα, καθώς όλα γύρω του είναι απειλητικά και η φύση δε συμμετέχει στη θλίψη του. Άλλες αντιθέσεις στην ενότητα: ο ικετευτικός και ήπιος τόνος του λόγου του Χρύση είναι διαμετρικά αντίθετος με το λόγο του Αγαμέμνονα· οι κρυμμένες απειλές του ιερέα με τις φανερές του αρχιστράτηγου.

στ . 38-39 αργυρότοξε... Σμινθέα: το επίθετο αργυρότοξος (= με ασημένιο τόξο) αποδίδεται σταθερά στον Απόλλωνα (βλ. σχόλ. στ. 22), γιο του Δία και της Λητώς· γενικά τα αντικείμενα των θεών ήταν κατασκευασμένα από πολύτιμα μέταλλα. Η Χρύση και η Κίλλα ήταν πόλεις της Μυσίας, στον Αδραμυττινό κόλπο της Μ. Ασίας, όπου τιμούσαν τον Απόλλωνα. Στη Χρύση, μάλιστα, του απέδιδαν το επίθετο Σμινθεύς (βλ. σχόλ. στ. 10).

στ. 38 συμπληρωματικά σχόλια: Η προσευχή του Χρύση (ερώτηση 4η) διαθέτει τα τυπικά στοιχεία μιας ομηρικής προσευχής:

α) επίκληση,

β) προσφώνηση (προσωνυμίες του θεού και σχέση του με το συγκεκριμένο τόπο),

γ) υπενθύμιση των προσφορών,

δ) παρουσίαση του αιτήματος ως ανταπόδοση των προσφορών και

ε) το αίτημα επιγραμματικά.

στ. 45 συμπληρωματικά σχόλια: Οι θεοί μπαίνουν στον ανθρώπινο χώρο άλλοτε προερχόμενοι από τον Όλυμπο, όπου πιστευόταν ότι είχαν την κατοικία τους, άλλοτε από τον ουρανό και άλλες φορές από κάποιο χώρο, όπου υπήρχε ιερό και κέντρο λατρείας τους (π.χ. για τον Απόλλωνα η Κίλλα και η Χρύση —στ. 38-39— ή η ακρόπολη της Τροίας, αφού ήταν πολιούχος και προστάτης της πόλης). Η εμφάνιση και η δράση του θεού που ακολουθεί αποτελεί «θαυμαστό» στοιχείο.

στ. 46 συμπληρωματικά σχόλια: Η απειλή που υπαινίχθηκε ο Χρύσης, όταν αναφέρθηκε στο «μακροβόλον τοξευτήν» (στ. 22), γίνεται πράξη στην τελευταία σκηνή της ενότητας (στ. 44-53). Τη σκηνή συνθέτουν εικόνες κυρίως οπτικές και δευτερευόντως ακουστικές: η απειλή γίνεται πιο φοβερή πλησιάζοντας μέσα στην απόλυτη σιωπή. Και ο τρόμος επιτείνεται, καθώς η απειλητική μορφή του θεού από το βάθος της εικόνας (βλ. σχόλ. στ. 21-22) μετακινείται σιωπηλά στο κέντρο της· ο μόνος ήχος που ταράζει την απειλητική ησυχία προέρχεται από τα όπλα του θεού, τα οποία άλλωστε θα παίξουν και τον κύριο ρόλο.

στ. 48 όμοιαζε την νύκτα: τα βέλη που βροντούν (στ. 47) και η παρομοίωση του Απόλλωνα με τη νύχτα αποδίδουν τη θυμωμένη μορφή του θεού που προκαλεί φόβο. Έντονη είναι η αντίθεση με τη συνηθισμένη λαμπρή εικόνα του θεού του φωτός.

στ. 52 ακόντια: στο πρωτότυπο κείμενο βέλη (πρβ. στ. 47, 49). Η κλιμάκωση των στ. 51-52 αποδίδει την πραγματικότητα ενός λοιμού: η ασθένεια προσβάλλει πρώτα τα ζώα, και μάλιστα τα πιο αδύναμα από αυτά, και ύστερα τους ανθρώπους. Από μια άλλη άποψη ο ποιητής προχωρεί βαθμιαία από τα πιο ασήμαντα στο πιο σημαντικό: σκύλοι, μουλάρια, άνθρωποι.

στ.52 συμπληρωματικά σχόλια: Χρήση του νόμου των τριών. Άλλα παραδείγματα: «απλή μέθοδος των τριών», «Αγία Τριάδα», «τριαδικός», «Τριήμερος Ταφή και Ανάστασις» ή «Τριήμερος Έγερσις» (προσκυνούμεν Αυτού την Τριήμερον Έγερσιν), «τριανδρία» η «τριαρχία» (Ιστορία) κτλ.

στ. 53 πυρές εκαίαν: όπως γνωρίζουμε από τις ανασκαφές, την εποχή στην οποία αναφέρονται τα περιστατικά του έπους (γύρω στο 1200 π.Χ.) επικρατούσε η συνήθεια της ταφής των νεκρών, ενώ στην εποχή του Ομήρου (περίπου 9ο-8ο αι. π.Χ.) τους έκαιγαν. Επομένως, η αναφορά του ποιητή σε «πυρές νεκρών» είναι αναχρονισμός, δηλαδή προβολή μιας συνήθειας της σύγχρονης με τον ποιητή εποχής σε παλαιότερη.


 

 

 

Β' Παράλληλα Κείμενα

 
 

 Προοίμια από το έργο του Ησίοδου

1. Θεογονία (στ. 1-2 και 22-24)

«Με τις Ελικωνιάδες Μούσες ας αρχίσει το τραγούδι μας·
κατοικούν τον Ελικώνα, όρος μέγα κι ιερό,
[...]
Κάποτε εκείνες δίδαξαν τον Ησίοδο το ωραίο τραγούδι,
την ώρα που βοσκούσε το κοπάδι του,
στου θεϊκού Ελικώνα τις πλαγιές».

2. Έργα και Ημέραι (στ. 1-5 και 11-13)

«Μούσες της Πιερίας, δόξα σας το τραγούδι, ελάτε πάλι,
ανιστορήσετε τον Δία, υμνώντας τον πατέρα σας.
Για κείνον γίνονται οι θνητοί άλλοτε άδοξοι,
άλλοτε δοξασμένοι· ονομαστοί κι ανώνυμοι,
όπως το θέλει ο μέγας Δίας.
[...]
Άκουσε τώρα, επάκουσε επιβλέποντας,
το δίκαιο κράτησε στον ίσιο δρόμο, Δία εσύ·
αλλά κι εγώ έχω να πω στον Πέρση* την αλήθεια».

(Εκλογές από τον Ησίοδο, μετάφραση-επιλεγόμενα Δ.Ν. Μαρωνίτης, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1995)

* Πέρσης: αδελφός του ποιητή, προς τον οποίον απευθύνεται το ποίημα.

Ανδρέας Κάλβος, Πρόλογος στη Λύρα [πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]

3. Ο αρνητικός ρόλος της φιλονικίας και της διχόνοιας στην ελληνική ιστορία:

«Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Δ. Σολωμού (στρ. 144-147)

 

Η Διχόνοια που βαστάει

Ένα σκήπτρο η δολερή·

Καθενός χαμογελάει,

Πάρ' το, λέγοντας, και συ.

 

Κειο το σκήπτρο, που σας δείχνει,

Έχει αλήθεια ωραία θωριά·

Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

Εισέ δάκρυα θλιβερά.

 

Από στόμα, οπού φθονάει,

Παλικάρια, ας μην 'πωθεί,

Πως το χέρι σας κτυπάει

Του αδελφού την κεφαλή.

 

Μην ειπούν στον στοχασμό τους

Τα ξένα έθνη αληθινά:

Εάν μισούνται ανάμεσα τους

Δεν τους πρέπει ελευθεριά.

 

4. Του μικρού Βλαχόπουλου

 

Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο Αλέξης ο αντρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,
αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,
κι αντάμα έχουν τους μαύρους των στον πλάτανο δεμένους.
5 Τον Κώστα τρώει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια,
και τον μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξεριζώνει.
Κι' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν και που χαροκοπούσαν,
πουλάκι πήγε κ' έκατσε δεξιά μεριά στην τάβλα.
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι,
10 μόν' ελαλούσε κ' έλεγεν ανθρωπινή κουβέντα: 

«Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,

και πίσω σάς κουρσεύουν Σαρακηνοί κουρσάροι.

Πήραν τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,

και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη».
15 Ώστε να στρώσει ο Κωνσταντής και να σελώσει ο Αλέξης,

ευρέθη το Βλαχόπουλο στο μαύρο καβαλάρης.
[...]
Στα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, στα ξέβγα σαν πετρίτης-

στα έμπα του χίλιους έκοψε, στα ξέβγα δυο χιλιάδες,

και στο καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.

Πήρε τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη.

Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει.

 

(Ν.Γ. Πολίτης, Εκλογαί από τα Τραγούδια τον Ελληνικού Λαού, αρ. 70, απόσπασμα, και Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β' Γυμνασίου, ΟΕΔΒ 2001, σελ. 355).

 

 

 

Γ' Θέματα για συζήτηση

 
 

1. Ποιο είναι το θέμα της Ιλιάδας και πώς το οριοθετεί χρονικά ο ποιητής;

2. Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές της ενότητας (άνθρωποι και θεοί) και ποιος είναι ο ρόλος τους (ολοφάνερος ή αφανής);

3. Στη σύγκρουση Αγαμέμνονα και Χρύση φαινομενικά νικητής αναδεικνύεται ο αρχιστράτηγος. Στην εμφάνιση όμως και στο λόγο του ιερέα λανθάνουν κάποιοι υπαινιγμοί που μας προϊδεάζουν ότι η τελική επικράτηση θα είναι δική του. Να επισημάνετε αυτά τα στοιχεία, που δίνονται υπαινικτικά από τον ποιητή.  δες εδώ

4. Η προσευχή του Χρύση ακολουθεί το συνηθισμένο θρησκευτικό τυπικό της εποχής. Αφού επισημάνετε και απαριθμήσετε τα τυπικά στοιχεία της προσευχής, να τη συγκρίνετε με μια σημερινή (π.χ. την «Κυριακή προσευχή») και να σημειώσετε ομοιότητες και διαφορές. [Ενδεικτικές Έννοιες Διαθεματικής προσέγγισης: Πολιτισμός, Ομοιότητα - Διαφορά] δες εδώ

5. Στην περιγραφή των θυμάτων του λοιμού ο ποιητής κλιμακώνει την αφήγηση προχωρώντας από το πρώτο και λιγότερο σημαντικό θέμα (θάνατος σκύλων) στο τρίτο και πιο σπουδαίο (θάνατος ανθρώπων). Η τεχνική αυτή λέγεται «νόμος των τριών». Θυμηθείτε σε ποια άλλα μαθήματα (π.χ. Μαθηματικά, Θρησκευτικά κτλ.) ο αριθμός τρία χρησιμοποιείται ανάλογα (ως νόμος, κανόνας, σύστημα) και καταγράψτε αυτές τις περιπτώσεις. [Ενδεικτικές Έννοιες Διαθεματικής προσέγγισης: Σύστημα, Αναλογία, Συμμετρία, Ταξινόμηση].  δες εδώ

6. Αφού θυμηθείτε το προοίμιο της Οδύσσειας και διαβάσετε τα προοίμια του Ησίοδου (βλ. Παράλληλα κείμενα), να κάνετε συγκρίσεις με το προοίμιο της Ιλιάδας. δες εδώ

Το προοίμιο της Οδύσσειας (εγχειρίδιο Α' Γυμνασίου)

 
 

 

 

Δ Κείμενα από τη Βιβλιογραφία

 
   

1. Το προοίμιο

«Η Ιλιάδα έχει δεκαπεντέμισι περίπου χιλιάδες (15.692) δακτυλικούς εξάμετρους στίχους. Στον πρώτο από αυτούς ο ποιητής γυρεύει από τη θεά να του ψάλει την μήνιν του Πηλείδη Αχιλλέα. Η λέξη μήνις είναι η πρώτη στο πρώτο ημιστίχιο, το δεύτερο το παίρνει ολόκληρο το όνομα του ήρωα που θύμωσε. Στους άλλους έξι στίχους που έχει το προοίμιο, επιγραμματικά σύντομο, δίνονται οι συνέπειες του θυμού —πολλών γενναίων ψυχές έστειλε στον Άδη κτλ. — και η πιο βαθιά αρχή των γεγονότων: η βουλή του Δία, που εκπληρωνόταν έτσι. Ο έβδομος στίχος έχει τα ονόματα των δύο αρχηγών που μάλωσαν, Ατρείδης άναξ ανδρών πρώτα και πλατιά ειπωμένο, δίος Αχιλλεύς ύστερα και σύντομα. Με το όνομα του Αχιλλέα, που τ' ακούμε για δεύτερη φορά, κλείνει το προοίμιο, αφού είπε όλα όσα χρειάζονταν: το θέμα, τους ήρωες, την πηγή αυτών που θα γίνουν.

[...] Μόνο ο Όμηρος, όπως μαθαίνουμε από τον Αριστοτέλη (Ποιητική 1459α 30), έβαλε στη βάση της ενότητας στη μεγάλη του διήγηση μια πράξη και γύρεψε να μας κάνει να δούμε όλη τη μακροχρόνια σειρά των γεγονότων του πολέμου μέσα από το πρίσμα της πράξης αυτής.»

(Κομνηνού-Κακριδή Ό.,  Σχέδιο και τεχνική της Ιλιάδας, σελ. 6-7)


2. Η έναρξη της δράσης

 

«Ο χρόνος της αφηγηματικής δράσης έχει τώρα προσδιορισθεί - θα ξεκινήσει με τη διένεξη των δύο ηρώων. Η αιτία της έριδας θα επισημανθεί για πρώτη φορά σε μιαν ερώτηση που απευθύνεται στη θεά: "Ποιος τάχα απ' τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ' τέτοια αμάχη;" [μτφρ. Ν. Καζαντζάκης -1. Κακριδής] (η ερώτηση προς τη Μούσα είναι στερεότυπο στοιχείο της επίκλησης, όπως βλέπομε στο Β 487). Ο ποιητής επιδέξια βοηθάει το ακροατήριό του να συλλάβει την παρούσα κατάσταση, με ένα άλμα στο μέλλον (= οργή του Απόλλωνος και λοιμός) και κατόπιν με επάνοδο στον παρόντα χρόνο, με ενδιάμεσο σημείο την αποπομπή του ιερέα από τον Αγαμέμνονα- η δράση ξεκινάει ανεπαίσθητα, καθώς ο ιερέας πλησιάζει τα ελληνικά πλοία.»

( Edwards M.W Όμηρος ο ποιητής της Ιλιάδας, εκδ. Καρδαμίτσα, σελ. 240-241)


3. Η σκηνή του Χρύση

 

«[...] Ο λόγος του Χρύση για μια στιγμή δείχνει πως πέτυχε το σκοπό του - όλοι οι Αχαιοί — στρατός και βασιλιάδες— επιδοκιμάζουν και φωνάζουν ότι πρέπει να σεβαστούν τον ιερέα και να δεχτούν τα λύτρα. [...] Ένας μόνο δε συμφωνεί, αυτός που το ζήτημα τον αγγίζει άμεσα, ούτε νιώθει την υποχρέωση να συμμορφωθεί με των άλλων τη γνώμη, ο Αγαμέμνονας. Τον βλέπουμε να ξεχωρίζει έντονα στους δύο στίχους που εισάγονται με τον "αλλά" (24 κ.) και βρίσκονται σε χτυπητή αντίθεση με τους προηγούμενους των Αχαιών. Το όνομά του ακούγεται για πρώτη φορά τώρα μαζί με το πατρωνυμικό του (24) σκεπάζοντας το μισό στίχο, τη στιγμή που ο ήρωας παρουσιάζεται σε όλη του τη δύναμη να καταφρονεί και τον ικέτη και το θεό του και τους Αχαιούς, βασιλιάδες και λαό (στ. 26-32). Χαρακτηριστική η αντίθεση του "κρατερού" αυτού λόγου με τον ήπιο του Χρύση. Μπροστά του ο Αγαμέμνονας δεν βλέπει τον ιερέα, που έχει χρέος να σεβαστεί, όπως οι Αχαιοί (23)- βλέπει τον αδύναμο, αξιοκαταφρόνητο γέρο (26). Και εκεί που ο Χρύσης είχε περιλάβει στο λόγο του τους Ατρείδες και τους Αχαιούς όλους, για να μιλήσει μόνο για μια στιγμή για τον εαυτό του (19), ο Αγαμέμνονας κλείνεται σ' έναν πιο στενό κύκλο - γι' αυτόν δεν υπάρχει άλλος από τον εαυτό του, τον αντίμαχό του και τη γυναίκα που τους έφερε αντιμέτωπους. [...] Με τον τελευταίο του λόγο ο Αγαμέμνονας γυρίζει στο Χρύση (32) - ο στίχος έρχεται σε συνειδητή αντίθεση με τον τελευταίο τον πρώτο λόγο 21): κρυφή απειλή εκεί, ανοιχτή απειλή εδώ. Ο Χρύσης ζητούσε να σεβαστούν έναν μεγάλο θεό - ο δεύτερος, πάντα προσωπικός, απαιτεί να πάψουν να τον ερεθίζουν. [...] Οι Αχαιοί έχουν βουβαθεί - ο αρχιστράτηγος τους δεν αξίωσε να τους αναφέρει ούτε με έναν λόγο, ούτε και έδωκε καμιά σημασία στη γνώμη τους. Χαρακτηριστική η αντίθεση της τωρινής βουβαμάρας τους με την επευφημία τους ύστερα από το λόγο τον Χρύση (22).»

(Κακριδής Ι.Θ., Προομηρικά..., σελ. 61 κ.εξ.)

 


4. «Και η βουλή γενόνταν του Κρονίδη»

 

«Σχετικά με την Ιλιάδα στέκει στην αρχή η φράση: Διός δ' έτελείετο βουλή [έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας], και κατά κάποιον τρόπο αυτή η θέληση τον ύψιστου θεού αποτελεί πραγματικά τον απώτατο στόχο στην Ιλιάδα. Και όμως η Ιλιάδα δεν γίνεται γι' αυτό θεοκρατικό ποίημα-μέσα της ο κόσμος δεν υποβιβάζεται σε απλή σκηνή, όπου οι άνθρωποι δρουν σαν ανδρείκελα, υπακούοντας στα νοήματα ενός ανεξιχνίαστου σκηνοθέτη. Πώς γίνεται αυτό; Γίνεται επειδή ο ποιητής, όταν αποκαλύπτει τα μελλούμενα, δεν τα αποκαλύπτει μονομιάς. Διαβαθμίζει τους στόχους, και ο θεός φανερώνει τις προθέσεις του κομματιαστά, με προρρήσεις που αλληλοσυμπληρώνονται ως πολύ πέρα από τη μέση τον έπους- και πάλι, το τέλος μένει μυστικό. Άλλες θεϊκές δυνάμεις, που αγνοούν τις απώτερες προθέσεις τον Δία, κατευθύνουν στο μεταξύ τη δράση σε δρόμους που απομακρύνονται από τους καθορισμένους στόχους, ή και σημειώνουν υποχώρηση. Και συχνά η πορεία της υπόθεσης είναι έτσι οργανωμένη, ώστε να ανοίγονται παράπλευροι δρόμοι, που αν τους ακλουθούσε κανείς θα γλίτωνε πραγματικά τις συμφορές που πλακώνουν.

Όλα αυτά και μερικά άλλα ακόμη προσφέρουν στη δράση ενότητα και ποικιλία συνάμα, και προπαντός έχουν αποτέλεσμα να διατηρεί η δράση τον ανθρώπινο χαρακτήρα της. Πίσω από αυτή την "τεχνική" στέκει μια κοσμοθεωρία που βλέπει όσα συμβαίνουν στον κόσμο όπως είναι: στην ενεργητική τους πραγματικότητα — όχι ψύχραιμα, ανέλπιδα, και αποθεοποιημένα, σαν ένα ρεύμα από χειροπιαστές "πραγματικότητες", που η καθεμιά τους οδηγεί υποχρεωτικά στην επόμενη, ούτε όμως και ηθοπλαστικά σαν μια "ανώτερη τάξη" που με απόλυτη συνέπεια φανερώνεται στο καθετί και στο σύνολο. [.] Τίποτε δεν συμβαίνει γιατί έπρεπε ή γιατί κάποιος το ήθελε- το θεϊκό "πρέπει" και το ανθρώπινο "θέλημα" συμπλέκονται με τρόπο που να μην μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει. Έχουν παραμεριστεί όσα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι δρόμοι της δράσης είναι αυστηρά προκαθορισμένοι και αναλλοίωτοι- από τη υπόσταση όμως των πραγμάτων και τις ίδιες τις περιστάσεις, με το παιχνίδι των ορμών και των δυνάμεων, δημιουργείται αυτό που πρέπει να γίνει, και αυτό είναι το θεϊκό. Ο ποιητής κατόρθωσε κάτι το σπάνιο: να βιώσει τα κοσμικά γεγονότα χωρίς καμιά δογματική απλοποίηση. Τον κόσμο τον αντικρίζει τραγικά μαζί και με ευσέβεια- βλέπει ζωή και πραγματικότητα, βλέπει Ιστορία.»

Schadewaldt W., Από τον κόσμο και το έπος του Ομήρου, τομ. Β', σελ. 65-67

 

5. Το «θαυμαστό»

 

«Με τους θεούς έχει σχέση το "θαυμαστό" και το υπερφυσικό, που άφθονο το συναντάμε στα δύο έπη. Θαυμαστό ονομάζομε ό,τι γίνεται "καθ' υπέρβασιν" της φυσικής τάξεως και των φυσικών και λογικών νόμων, ό,τι λέμε θαύμα. [...] Το θαυμαστό, ανάλογα με το βαθμό του απίθανου και του αλόγου και την προέλευση, μπορούμε να το διακρίνουμε σε εκπληκτικό, όταν παρουσιάζει κάτι αξιοθαύμαστο, που ξαφνιάζει και προκαλεί την έκπληξη, και σε καθεαυτό θαυμαστό, που προξενεί κατάπληξη και δέος, και στο οποίο είναι φανερή η θεία επενέργεια. [...] Το θαυμαστό στον Όμηρο δεν είναι διακοσμητικό ή στοιχείο εξωτερικής τεχνικής, ούτε απλό στοιχείο ψυχαγωγίας, αλλά είναι συνυφασμένο με τα πράγματα και τις αντιλήψεις και το περιεχόμενο του ομηρικού κόσμου.»

 (Καλογεράς Β.Α., Αισθητική..., σελ. 39-46)