Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Ιλιάδα

Ραψωδία Α 1-53,

Το προοίμιο – Η ικεσία του Χρύση

Η Ιλιάδα διαρκεί 51 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την ημέρα

 

 

   

 
 

Α' Κείμενο
Β' Παράλληλα κείμενα
Γ΄ Θέματα για συζήτηση

Δ' Κείμενα από τη Βιβλιογραφία

 

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

  • Το θέμα του έπους: Ο θυμός του Αχιλλέα και οι συνέπειές του

  • Η προϊστορία της φιλονικίας Αγαμέμνονα και Αχιλλέα

  • Οι πρωταγωνιστές

  • Ο ρόλος των θεών

Στόχοι

Κατανόηση του τύπου του προοιμίου ενός επικού ποιήματος.

• Γνωριμία με το θέμα και το περιεχόμενο της Ιλιάδας, την απώτερη αιτία-αρχή του έπους και τους πρωταγωνιστές του.

• Αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο ο ποιητής μεταπλάθει τον τρωικό μύθο σε επικό ποίημα με αφορμή την μήνιν του Αχιλλέα.

• Διαπίστωση ότι οι ομηρικοί θεοί, προσωποποιημένοι και με ανθρώπινες ιδιότητες (ανθρωπομορφισμός), επεμβαίνουν και επηρεάζουν τις εξελίξεις.

• Επισήμανση των στοιχείων της επικής αφηγηματικής τεχνικής (προοικονομία, κύκλος, θαυμαστό κτλ.)

 

 

Το κυρίως προοίμιο στο αρχαίο κείμενο

αοιδός

 

 
«Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἥ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε,
πολλάς δ’ ἰφθίμους ψυχάς Ἄϊδι προΐαψεν
ἡρώων, αὐτούς δέ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
οἰωνοῖσί τε πᾶσι, Διός δ’ ἐτελείετο βουλή,
ἐξ οὗ δή τά πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε
Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καί δῖος Ἀχιλλεύς.»

 

(Α 1-7)

 

αοιδός

 

 

 

Άκουσε το προοίμιο της Ιλιάδας στο YouTube με ερασμιακή προφορά

 

 

Α' Κείμενο

Προοίμιο - Επίκληση της Μούσας

Ψάλλε, θεά, τον τρομερόν θυμόν του Αχιλλέως,   1 2
πώς έγινε στους Αχαιούς αρχή πολλών δακρύων·
που ανδράγαθες ροβόλησε πολλές ψυχές στον Άδη  
ηρώων, κι έδωκεν αυτούς αρπάγματα των σκύλων
5 και των ορνέων— και η βουλή γενόνταν του Κρονίδη3
απ' ότ' εφιλονίκησαν κι εχωριστήκαν πρώτααριάδνη
ο Ατρείδης, άρχων των ανδρών, και ο θείος Αχιλλέας. 4
Και απ' τους θεούς ποιος άναψε την έχθραν μεταξύ τους;αριάδνη
Ο Απόλλων, όπου οργίσθηκε του Ατρείδη βασιλέως
10 κι έφερε λώβαν στον στρατόν που εθέριζε τα πλήθη,
ότι του εκαταφρόνεσε τον Χρύσην ιερέα.

 

 

 

 

 

Ο Χρύσης ικετεύει τον Αγαμέμνονα.
Ικεσία του Χρύση
Ο Χρύσης ικετεύει τον Αγαμέμνονα.

Ο Χρύσης προσεύχεται στον Απόλλωνα να τιμωρήσει τους Αχαιούς.

Απόλλωνας του Belvedere, ANTICO,1520
Ο Αχιλλέας οδηγεί τον Κάλχαντα στον Αγαμέμνονα.

Ο Χρύσης στο στρατόπεδο των Αχαιών

Στων Αχαιών τα γρήγορα καράβια τούτος ήλθε,
με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρη του να λύσει·
στο χρυσό σκήπτρο τυλικτό του Φοίβου το στεφάνι

Το αίτημα του Χρύση

15 εκράτει, και τους Αχαιούς παρακαλούσεν όλους,
μα από όλους πιο πολύ τους δυο τους γιους του Ατρέα:
«Ω γενναιόκαρδοι Αχαιοί, ω βασιλείς Ατρείδες,
του Ολύμπου ας κάμουν οι θεοί, την πόλιν του Πριάμουαριάδνη
αφού πορθήσετ' ευτυχείς να πάτε στην πατρίδα·
20 αλλ' αποδώσετε σ' εμέ την ποθητήν μου κόρην,
δεχθείτε αυτά τα λύτρα της, αν τον υιόν του Δία
τον μακροβόλον τοξευτήν Απόλλωνα ευλαβείσθε». 5

Η άρνηση του Αγαμέμνονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η προσευχή του Χρύση

 

 

 

 

Ο Απόλλωνας στέλνει λοιμό στο αχαϊκό στρατόπεδο

Όλοι αλαλάξαν οι Αχαιοί, κι είπαν τον ιερέα
να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν·
25 μόνος ο Αγαμέμνονας δεν το 'στεργεν ο Ατρείδης,
αλλά κακά τον έδιωχνε και βαρύν λόγον είπε:
«Μη σ' απαντήσω, γέροντα, σιμά στα κοίλα πλοία
ή τώρα εδώ ν’ αργοπορείς ή πάλιν να γυρίσεις,
και μη θαρρεύεις στου θεού το σκήπτρο και το στέμμα.
30 Αυτήν δεν θ' απολύσω εγώ· το γήρας θα την έβρει
στο Άργος μες στο σπίτι μου μακράν απ' την πατρίδα
να υφαίνει αυτού και σύντροφον της κλίνης να την έχω.
Μη μ' ερεθίζεις, σύρ' ευθύς, αν θέλεις να μην πάθεις».
Τον λόγον του εφοβήθηκε και υπάκουσεν ο γέρος·
35 την άκραν πήρε σιωπηλός της ηχερής θαλάσσης 6
και όταν ευρέθη ανάμερα, τον γόνον της ωραίας
Λητούς, μέγαν Απόλλωνα, θερμά παρακαλούσε:
«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας
Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο, Σμινθέα, 7
40 εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου,
εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμμένα
ταύρων κι ερίφων, τούτον μου τον πόθον τελείωσέ μου·
τα βέλη σου στους Δαναούς τα δάκρυά μου ας πλερώσουν».
 Ευχήθη και ως τον άκουσεν ο Φοίβος ο Απόλλων,
45 κατέβη από τες κορυφές του Ολύμπου θυμωμένος, 8
με τόξον και μ' ολόκλειστην φαρέτραν εις τους ώμους. 9
Εβρόντησαν επάνω του τα βέλη ως εκινήθη
ο χολωμένος και όμοιαζε την νύκτα, ως προχωρούσε.
Των πλοίων κάθισε αντίκρυ και απόλυσε το βέλος
50 και αχός εβγήκε τρομερός απ' τ' ασημένιο τόξο·
και αφού τους σκύλους έπληξε και τα μουλάρια πρώτα,
εις τους ανθρώπους έριχνε τα πικροφόρ' ακόντια 10
αδιάκοπα· και των νεκρών παντού πυρές εκαίαν.


αρχή