Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Ιλιάδα


Ραψωδία Α 54-306 Συνέλευση των Αχαιών Η σύγκρουση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα

A 1-53 Α 54-306 Α 307-431α

 

 

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

● Αποκάλυψη της αιτίας του κακού: ο ρόλος του Αχιλλέα

● Φιλονικία Αχιλλέα και Αγαμέμνονα

● Ἀχιλλέως μῆνις

 

ΣΤΟΧΟΙ:

• Η σύνδεση του επεισοδίου του Χρύση και του θεόσταλτου λοιμού με τη φιλονικία Αγαμέμνονα - Αχιλλέα και με το κεντρικό θέμα του έπους, την μήνιν του Αχιλλέα.

• Οι βασικοί πρωταγωνιστές του έπους και το ήθος τους, και πώς η συμπεριφορά τους προετοιμάζει την εξέλιξη της πλοκής και προοικονομεί όσα αναφέρθηκαν στο προοίμιο.

• Στοιχεία που αφορούν τη ζωή και την οργάνωση του ελληνικού στρατοπέδου στην Τροία (λειτουργία πολιτικών διαδικασιών, όπως η συνέλευση, ιεραρχία, σχέσεις των αρχηγών με τον αρχιστράτηγο, ρόλος της θρησκευτικής εξουσίας, ληστρικές επιδρομές, διανομή λείας κτλ.).

• Οι φάσεις από τις οποίες περνάει η μήνις (θυμός) του Αχιλλέα μέχρι να εδραιωθεί· η ρήξη του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα είναι οριστική και αμετάκλητη.

• Η θεολογία της Ιλιάδας (ανθρωπομορφισμός των θεών, επιφάνεια Αθηνάς, ενδιαφέρον των θεών για τους ανθρώπους, θεϊκές επεμβάσεις στα ανθρώπινα).

• Η ευθύνη των ομηρικών ηρώων και τα όρια της ελευθερίας τους.

• Αγώνας λόγων και επική αφηγηματική τέχνη, τεχνικές και εκφραστικοί τρόποι που χρησιμοποιεί ο ποιητής (επική άνεση, επιβράδυνση, προοικονομία κτλ.).

• Ο λειτουργικός ρόλος της ένθετης αφήγησης και της χρήσης του μυθικού παραδείγματος (Κενταυρομαχία).

• Η αξία της σύνεσης, της ομόνοιας και της διαλλακτικότητας για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού (λόγος του Νέστορα)

 



Αχιλλέας
Ερυθρόμορφος αττικός αμφορέας του Ζωγράφου του Αχιλλέα
περίπου 450 π.Χ.
Βατικανό, Μουσείο Βατικανού
Αχιλλέας

Η Ιλιάδα διαρκεί 51 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την ως την 11η ημέρα

 


Ιλιάδα, ραψωδία Α, στίχοι 54-305

 

Α' ΚΕΙΜΕΝΟ

 

Ο Αχιλλέας συγκαλεί συνέλευση του στρατού.

Άρτεμη - Απόλλων
Απόλλων-Άρτεμη Ο Αχιλλέας οδηγεί τον Κάλχαντα στον Αγαμέμνονα.

Απόλλων

Αχιλλέας
Διάβασε για τη Μαντική

Τα θεία βέλη στον στρατόν πετούσαν εννιά μέρες,
55 και την δεκάτην τον λαόν συγκάλεσε ο Πηλείδης,
ως η θεά τον δίδαξεν η Ήρα η λευκοχέρα,
που εθλίβονταν τους Δαναούς να βλέπει πως πεθαίναν.
Και αφού συνάχθηκε ο λαός εις ένα μέρος όλος,
ο γοργοπόδης Αχιλλεύς σηκώθη και τους είπε·
60 «Ατρείδη, να γυρίσουμε, θαρρώ, θ' αναγκασθούμε
στα γονικά μας άπρακτοι, αν δεν πεθάνουμ' όλοι,
αφού μας φθέρνει λοιμική και πόλεμος αντάμα.
Λοιπόν ας ερωτήσομεν ή μάντιν ή ιερέα
ή ονειροκρίτην—έρχεται και τ' όνειρο απ' τον Δία —
65 να ειπεί γιατί εχόλωσε τόσο σ' εμάς ο Φοίβος·
μη κάποιο τάμα του έλειψε, μη του 'λειψ' εκατόμβη·
ίσως, αν του καούν αρνιά και ερίφια διαλεμένα,
θελήσει το θανατικό να διώξει από κοντά μας».
Αυτά είπε κι εκάθισε· και τότε ο Θεστορίδης
70 ο Κάλχας εσηκώθηκεν, ορνεοσκόπος πρώτος
που εγνώριζ' όλα μέλλοντα, παρόντα, περασμένα
και οδήγησε στην Ίλιον των Αχαιών τα πλοία
μ' αυτό το πνεύμα μαντικό που του 'χε δώσει ο Φοίβος.

Ο μάντης διστάζει

Σ' αυτούς καλοπροαίρετα τότε ομιλούσ' εκείνος:
75 «Με προσκαλείς, διίφιλε Πηλείδη, να εξηγήσω,
πώς εγεννήθηκε ο θυμός του μακροβόλου Φοίβου·
θέλει το ειπώ· μόνον εσύ στοχάσου και όμοσέ μου
να με βοηθήσεις πρόθυμα με λόγον και με χέρι,
ότι θ' ανάψω την χολήν ανδρός που των Αργειών
80 δεσπόζει και όλ' οι Αχαιοί του είναι υποταγμένοι·
όταν θυμώσει στον μικρόν, νικά ο βασιλέας·
ότι αν χωνεύσει την χολήν σ' εκείνην την ημέραν,   2α
όμως το πάθος άσπονδο στα στήθη μέσα τρέφει
να ξεθυμάνει στο εξής· και σκέψου αν θα με σώσεις».

Οι διαβεβαιώσεις του Αχιλλέα

85 Και ο γοργοπόδης προς αυτόν Πηλείδης αποκρίθη:
«Άφοβα λέγε τον χρησμόν όποιον ηξεύρει ο νους σου·
ότι, μα τον Απόλλωνα, που τες ευχές ακούει,
Κάλχα, και συ των Δαναών προσφέρεις τους χρησμούς του,
όσο εγώ ζω κι εδώ στην γην βλέπω το φως του ηλίου,
90 βαρύ κανείς επάνω σου το χέρι δεν θα βάλει
των Δαναών όλων κανείς, και μήτε ο Αγαμέμνων
που σήμερα των Αχαιών καυχάται ότ' είναι ο πρώτος».

Η αιτία του κακού

Αγαμέμνων-Χρύσης

Και ο μάντις ο ακατάκριτος επήρε θάρρος κι είπε:
«Τάμα ποσώς δεν του 'λειψε, μήτ' εκατόμβη, αλλ' είναι
95 ο ιερέας αφορμή, που αψήφησ' ο Ατρείδης·
την κόρη δεν απόλυσε, τα λύτρα δεν εδέχθη,
ιδού γιατί μας έθλιψε και θα μας θλίψει ο Φοίβος.
Ουδ' απ' τους Δαναούς ποτέ την λοιμική θα διώξει
πριν δοθεί οπίσω του πατρός η λαμπρομάτα κόρη
100 άλυτρη, ανεξαγόραστη και αγίαν εκατόμβην
στον Χρύσην αποστείλομεν· τότ' ίσως ίλεως γίνει».

Αντίδραση του Αγαμέμνονα

Αυτά είπε κι εκάθισε· σηκώθη ευθύς ο ήρως
πολλών κυρίαρχος λαών, ο Ατρείδης Αγαμέμνωναριάδνη
φαρμακωμένος· και η χολή τα μαύρα σωθικά του
πλημμύριζ' όλα, και άστραφταν τα μάτια του ωσάν φλόγες.
105 Με βλέμμα κακοσήμαντο στον Κάλχαντα είπε πρώτα:
«Μάντι κακών, όχι, ποτέ πρόσχαρο τι δεν μου 'πες,
και ο νους σου πάντοτε αγαπά κακά να προμαντεύει·
λόγον δεν είπες συ ποτέ καλόν ούτ' έχεις πράξει.
Και τώρα εδώ στους Δαναούς χρησμολογείς και λέγεις,
110 οπώς για τούτο συμφορές τους δίδει ο μακροβόλος,
ότι την πλούσια ξαγορά της θυγατρός του Χρύση
δεν δέχθηκα· ναι, θέλω εγώ καλύτερα την κόρη
σπίτι μου, αφού την προτιμώ της νυμφευτής μου ακόμα
της Κλυταιμνήστρας και ποσώς κατώτερη δεν είναιαριάδνη
115 στην κλάση, στο ανάστημα, στη γνώμη και στα έργα.
Και όμως αν συμφέρει αυτό, θε να την αποδώσω·
το καλό θέλω του λαού, ποτέ τον όλεθρό του·
αλλά δώρο ετοιμάσετε σ' εμένα ευθύς, τι μόνος
εγώ δεν πρέπει αδώρητος να μείνω των Αργείων
120 και όλοι το βλέπετε ότι αλλού το δώρο μου πηγαίνει».

Σύγκρουση Αχιλλέα και Αγαμέμνονα

Του αντείπεν ο φτερόποδος ισόθεος Πηλείδης: 
«Ένδοξε Ατρείδη, περισσά φιλόπλουτε, τι λέγεις;
Οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί πώς θα σου δώσουν δώρον;
125 Μη κάπου λάφυρα κοινά γνωρίζομε αφημένα;
Ὀσ' απ' τες χώρες, πήραμε, εμοιρασθήκαν όλα
και να τα ξανακάμομε σωρό δεν είναι πρέπον·
αλλά συ τώρα στον θεόν απόλυσε την κόρη,
και τετραπλά θ' ανταμειφθείς, αν ποτέ δώσει ο Δίας
130 οι Αχαιοί να πάρομε την πυργωμένην Τροίαν».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων: 
«Αν και γενναίος, μη ζητείς με απάτην να με πάρεις,
θείε Πηλείδη, κι εύκολα δεν θα με καταπείσεις,
να έχεις συ το δώρο σου και εγώ να το στερούμαι·
135 θέλεις και με παρακινείς την κόρη ν' αποδώσω·
αλλ' αν δώρον ισότιμο της αρεσιάς μου λάβω
απ' τους γενναίους Αχαιούς, αρκεί, και αν δεν μου δώσουν,
θα έλθω με το χέρι μου να πάρω ή το δικό σου
το δώρον ή του Αίαντος ή κείνο του Οδυσσέως·
140 κι εις όποιον έλθω, την χολήν, θαρρώ, θα του κινήσω·
αλλ' όλ' αυτά μετέπειτα μαζί θα τα σκεφθούμε.
Τώρα στην θείαν θάλασσαν μαύρο ας συρθεί καράβι
με κουπηλάτες διαλεκτούς, και ας θέσομ' εκατόμβην
μέσα και ας ανεβάσομε την κόρην Χρυσηίδα,
145 και αρχηγός του να είν' εκεί των βουληφόρων ένας,
ο Αίας, ο Ιδομενεύς ή ο θείος Οδυσσέας, αριάδνη
ή συ Πηλείδη, των ανδρών ω τρομερέ και μόνε,
με τες ευχές σου τον θεόν να μας εξιλεώσεις».
Άγρια τον εκοίταξε και απάντησε ο Πηλείδης:
150 «Ωιμένα πανουργότατε, μ' αναίδειαν ενδυμένε,
και ποιος από τους Αχαιούς θα δράμει, αν τον ζητήσεις, 
είτε εις ταξίδι πρόθυμος, είτε εις πολέμου αγώνα;
Εγώ δεν ήλθα εξ αφορμής των λογχοφόρων Τρώων
να πολεμήσ', ότι ποσώς εκείνοι δεν μου πταίουν·
155 τα βόδια μήτε τ' άλογα δεν βγήκαν να μου πάρουν
μήτε στην μεγαλόσβολην, την ανδροθρέπτραν Φθίαν
ποτέ μου εβλάψαν τους καρπούς, ότ' είναι ανάμεσόν μας
όρη κατάσκια πολλά και πέλαγ' αγριωμένα·
αλλά για τον Μενέλαο και, αναίσχυντε, για σένααριάδνη
160 ήλθομεν όλοι εκδίκησιν να πάρομε των Τρώων,
και συ, ω σκυλοπρόσωπε, λησμονημένα τα 'χεις.
Και τώρ' αυτό το δώρο μου να πάρεις φοβερίζεις
που 'ναι αμοιβή των κόπων μου κι οι Αχαιοί μου εδώσαν·
κι ίσια με σε δεν έχω εγώ δώρο καλό ποτέ μου,
165 όταν καλά τειχόκαστρα πατούμε της Τρωάδος·
αλλά το βάρος του σφοδρού πολέμου πρώτος έχω
εγώ και αν τύχει μοιρασμός, τρανό συ παίρνεις δώρο,
κι εγώ με δώρο μικροστό και αγαπητό γυρίζω
στες πρύμνες από τον σκληρόν αγώνα του πολέμου·
170 στην Φθίαν τώρ' αναχωρώ· καλύτερα να γύρω
στον τόπον μου με τα κυρτά καράβια, και δεν θέλω
εδώ να μείνω ατίμητος τα πλούτη να σου αυξήσω».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Φύγε, αν το θέλεις, φύγ' ευθύς· και χάριν μου να μένεις,
175 εγώ δεν σε παρακαλώ· κοντά μου υπάρχουν και άλλοι
να με δοξάσουν, κι έξοχα ο πάνσοφος Κρονίδης·
και απ' τους διοθρέπτους βασιλείς συ είσαι ο μισητός μου·
ότι την έριδα διψάς, τες μάχες, τους πολέμους·
και αν είσαι τόσο δυνατός, είναι θεού το δώρον·
180 σπίτι σου με τα πλοία σου και τους συντρόφους σου άμε,
των Μυρμιδόνων δέσποζε· κι εγώ δε σε λογιάζω
και στην χολήν σου αδιαφορώ· κι ιδού τι σου κηρύττω:
Καθώς εμένα μου αφαιρεί την Χρυσηίδα ο Φοίβος
—κι εκείνην με συντρόφους μου και με δικά μου πλοία
185 θα στείλω — και το δώρον σου την κόρην του Βρισέως,
εις την σκηνήν σου θα 'λθω, εγώ να πάρω, για να μάθεις,
πόσο σου είμαι ανώτερος εγώ και να τρομάζει
και άλλος μ' εμέ να συγκριθεί και όμοιος να γίνει εμπρός μου».

Επέμβαση της Αθηνάς την κρίσιμη στιγμή

Αχιλλέας

Αχιλλέας

Αχιλλέας

Η οργή του Αχιλλέα.

Η οργή του Αχιλλέα.
Εμφάνιση Αθηνάς
Αχιλλέας

Αχιλλέας

Ο θυμός του Αχιλλέα και η εμφάνιση της Αθηνάς

Αχιλλέας

Τα λόγια τούτα επλήγωσαν τα σπλάχνα του Αχιλλέως
190 κι έστρεψε δύο στοχασμούς μες στα δασιά του στήθη·
ή θε να σύρει απ' το πλευρό το ακονισμένο ξίφος
και αφού σκορπίσει όλους εκεί, να σφάξει τον Ατρείδην,
ή να σιγάσει την οργήν κρατώντας την ψυχήν του·
κι αυτά ως διαλογίζονταν στον νουν και από την θήκην
195 το μέγα ξίφος έσερνε, κατέβηκε ουρανόθεν
η Αθηνά, την έστελνεν η Ήρα η λευκοχέρα,
οπού αγαπούσε ολόψυχα παρόμοια και τους δύο·
του εστήθη οπίσω κι έπιασε τα ολόξανθα μαλλιά του,
σ' εκείνον μόνον φανερή και αθώρητη στους άλλους.
200 Ξιπάσθη αυτός, εστράφηκε κι εγνώρισεν αμέσως
την Αθηνά που φοβερήν στα μάτια λάμψιν είχε·
και ομίλησε προς την θεάν με λόγια φτερωμένα:
«Τ' ήλθες και συ, ω του Διός του αιγιδοφόρου κόρη;
Του Ατρείδη Αγαμέμνονος να ιδείς την αδικίαν;
205 Αλλά σου λέγω καθαρά και πίστευσε· με τούτες
τες έπαρσές του γρήγορα θα χάσει την ζωήν του».
Και η γλαυκόφθαλμη θεά σ' εκείνον απεκρίθη:
«Κατέβηκ' απ' τον ουρανόν να παύσω την οργήν σου,
εάν μ' ακούσεις· μ' έστειλεν η Ήρα η λευκοχέρα,
210 που ολόψυχα σας αγαπά παρόμοια και τους δύο·
έλα, την μάχην άφησε, το ξίφος σου μη σύρεις,
μόνον με λόγια τ' όνειδος που αυτός θα πάθει ειπέ του.
Ότι να γίνει θέλ' ιδείς αυτό που σου προλέγω·
τρίδιπλα δώρ' ατίμητα θα λάβεις μιαν ημέρα
215 γι' αυτήν την ύβριν· τώρα συ κρατήσου και άκουσέ μας».
Κι ο φτεροπόδης προς αυτήν Πηλείδης αποκρίθη:
«Πρέπει, ω θεά, των δύο σας να σεβασθώ τον λόγον,
αν κι είν' η οργή μου φοβερή· και όμως αυτό συμφέρει,
όπου υπακούει στους θεούς κι αυτοί τον εισακούουν».
220 Είπε και από την αργυρήν λαβήν με το βαρύ του
χέρι στην θήκην άμπωσε πάλι το μέγα ξίφος
πειθόμενος στην Αθηνά· κι εκείνη πάλι ανέβη
στον Όλυμπον μες στους θεούς, στα δώματα του Δία.
Με βαρείς λόγους έπειτα και πάλιν ο Πηλείδης
225 προς τον Ατρείδη εστράφηκεν, ουδ' έπαυε η χολή του:
«Ω μέθυσε, σκυλόματε, και με καρδιάν ελάφου!
μήτε ποτέ με τον λαόν ν' αρματωθείς για μάχην, 
μήτε εις καρτέρι να οδηγείς τους πρώτους πολεμάρχους
ετόλμησες· σου φαίνονται τρόμος θανάτου εκείνα·
230 καλύτερα στο στράτευμα των Αχαιών σ' αρέσει
όποιος σ' εσένα αντιλογά, να του αφαιρείς τα δώρα·
τωόντι αχρείους κυβερνάς, λαοφάγε βασιλέα!
αλλιώς αυτό το αδίκημα θα ήταν το ύστερό σου·
αλλ' έναν λόγον θα σου ειπώ, και ομόνω μέγαν όρκον·
235 ναι, μα το σκήπτρο τούτ' οπού κλαδί δεν βγάζ' ή φύλλα,
καθώς αφήκε τον κορμόν στα όρη εκεί που εκόπη,
και δεν θ' αναχλωράνει, αφού τα φύλλα και το φλούδι
γύρω του ελέπισε ο χαλκός, και το φορούν στο χέρι
οι δικαιοκρίτες
Αχαιοί τους νόμους να φυλάγουν,
240 όπως τους έδωκεν ο Ζευς, και θα 'ναι μέγας όρκος·
θ' αποζητήσουν οι Αχαιοί μια μέρα τον Πηλείδη
όλοι και συ περίλυπος την δύναμιν δεν θα 'χεις
να τους βοηθείς, όταν πολλούς θα στρώσει χάμω η λόγχη
του ανθρωποφόνου Έκτορος και σε θα τρώγει ο πόνος,
245 που αψήφησες των Αχαιών τον πρώτον πολεμάρχον».

Είπε και χάμω επέταξε το χρυσοκαρφωμένο 
σκήπτρο και πάλι εκάθισε· και από το άλλο μέρος

Μεσολάβηση του Νέστορα

του Ατρείδη έβραζε η χολή· τότ' εσηκώθη ο Νέστωρ,
ο γλυκολόγος, λιγυρός ομιλητής της Πύλου
250 που ωσάν το μέλι η λαλιά του εκύλ' από τα χείλη·
δυο γενεές είχαν σβησθεί των πρόσκαιρων ανθρώπων,
στην Πύλον, συνομήλικοι και συνανάστροφοί του,
τώρα εις την τρίτην γενεάν βασίλευεν ο γέρος·
αυτός τότε καλόγνωμα σ' εκείνους ομιλούσε:
255 «Ωιμέ! στην γην των Αχαιών μεγάλη θλίψις ήλθε! 
πόσην θα είχε ο Πρίαμος χαρά και τα παιδιά του
και πόσον όλος ο λαός θα ευφραίνονταν της Τροίας,
που μάχεσθε αν εμάθαιναν οι δύο σεις που είσθε
οι κορυφές των Δαναών στη γνώση και στα όπλα.
260 Και ακούσετέ με, ότ' είσθε σεις κι οι δύο νεότεροί μου,
ότι με άνδρες έσμιξα πολύ καλύτερούς σας,
σ' άλλους καιρούς και αυτοί ποσώς δεν μ' εκαταφρονούσαν.
Άνδρες δεν είδα ή θα ιδώ ποτέ μου ωσάν εκείνους,
Πειρίθοον και Δρύαντα, καλόν λαών ποιμένα,
265 Καινέα και Εξάδιον, Πολύφημον τον θείοναριάδνη
και ακόμα τον ισόθεον Θησέαν τον Αιγείδην,
ωσάν αυτούς ανίκητοι θνητοί δεν γεννηθήκαν,
σφόδρ' ανδρειωμένοι εμάχονταν με σφόδρ' ανδρειωμένους,
μ' άγρια θεριά βουνίσια, και, ω θαύμα, τ' αφανίσαν·
270 και εγώ με κείνους έσμιγα φερμένος απ' την Πύλον
μέσ' από μέρη μακρινά, και αυτοί με προσκαλέσαν
κι έκαμνα εγώ το μέρος μου στες μάχες, πλην κανένας
απ' όσους τώρα τρέφ' η γη μ' αυτούς δεν θα μετριόνταν·
και όμως εκείνοι πρόθυμοι στες συμβουλές μου εκλίναν·
275 αλλά και σεις ακούτε με για το καλύτερό σας·
μήτε συ, μεγαλόψυχε, την κόρην του αφαιρέσεις
που του εδωρήσαν οι Αχαιοί, και μήτε συ, Πηλείδη,
θελήσεις ν' αντιμάχεσαι στον μέγαν βασιλέα,
διότι κάτι ανώτερα τιμάται ο σκηπτροφόρος
280 εκείνος οπού ευδόκησε να τον δοξάσει ο Δίας·
δυνατός είσαι και θεά σ' εγέννησε μητέρα,
αλλ' είναι αυτός ανώτερος για τους πολλούς που ορίζει·
και συ να σβήσεις τον θυμόν, Ατρείδη, σ' εξορκίζω·
μη του Πηλείδη οργίζεσαι, που ασάλευτ' είναι σ' όλους
285 τους Αχαιούς προφυλακή του φθαρτικού πολέμου».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Όλα τα είπες, γέροντα, καλά και μετρημένα·
αλλ' αυτός θέλει ανώτερος να είναι και όλων πρώτος
να 'χει όλους αποκάτω του, να βασιλεύει σ' όλους,
290 όλους να ορίζει· αυτό κανείς δεν θα δεχθεί, πιστεύω·
κι εάν οι αθάνατοι θεοί πολεμιστήν τον κάμαν
με τούτο και τον έβαλαν ονειδισμούς να λέγει;»
Εκεί τον λόγον του 'κοψεν ο ισόθεος Πηλείδης:
«Αληθινά δειλόψυχον θα μ' έλεγαν και αχρείον,
295 αν σ' ό,τ' ειπείς θα έστεργα την κεφαλήν να κλίνω·
αυτά στους άλλους πρόσταζε, και διαταγές εμένα
μη δίδεις, ότι στο εξής ποτέ δεν θα σ' ακούσω·
κι έν' άλλο ακόμα θα σου ειπώ, και ας το φυλάξει ο νους σου·
με σε ή μ' άλλους πόλεμον να στήσω για την κόρην
δεν θέλω, σεις την δώσατε, σεις μου την αφαιρείτε·
300 αλλ' από τ' άλλα όσα 'χω εγώ σιμά στο μαύρο πλοίον
τίποτε δεν θα δυνηθείς να πάρεις άβουλά μου.
Και αν αγαπάς, δοκίμασε, για να ιδούν και τούτοι·
ευθύς το μαύρο αίμα σου στην λόγχην μου θα τρέξει».
Και αφού ελογομάχησαν, εκείνοι εσηκωθήκαν
305 και διάλυσαν την σύνοδον στων Αχαιών τα πλοία.

 

 

 


 

στ. 54 εννιά: τυπικός αριθμός που σημαίνει μεγάλη ποσότητα. Εδώ δηλώνει μεγάλη χρονική διάρκεια (= μέρες και μέρες). Οι τυπικοί ομηρικοί αριθμοί είναι συνήθως πολλαπλάσια του 3, π.χ. δώδεκα ημέρες διαρκεί το ταξίδι των θεών στη χώρα των Αιθιόπων, εννιά ημέρες κουβαλούν ξύλα για την πυρά του 'Εκτορα (Ω 785) κτλ.

στ. 56 η Ήρα η λευκοχέρα: η Ήρα και η Αθηνά, εξαιτίας της προσβολής που τους έκανε ο Πάρης με την κρίση του δίνοντας «το μήλον της έριδος» στην Αφροδίτη, θα βρίσκονται σε όλη τη διάρκεια του πολέμου στο πλευρό των Ελλήνων. Το επίθετο λευκοχέρα χρησιμοποιείται για να τονίσει την ομορφιά μιας θεάς ή μιας θνητής.

 

Το μήλο της Έριδος και η κρίση του Πάρη Κρίση του Πάρη (εικόνα) Κρίση του Πάρη (αγγειογραφία) [πηγή: Metropolitan Museum] αριάδνη

στ. 59 γοργοπόδης: παραδοσιακό κοσμητικό επίθετο του Αχιλλέα (πρβ. στ. 122 φτερόποδος = πολύ γρήγορος στα πόδια, σαν να είχε φτερά και να πετούσε).

στ. 60 συμπληρωματικά σχόλια 1: Ο Αγαμέμνονας θα αργήσει να πάρει τον λόγο (στ. 107)· η παρουσία του, ωστόσο, είναι έντονη σ' αυτή την πρώτη σκηνή της ενότητας: σ' αυτόν απευθύνεται ο Αχιλλέας (στ. 60), αυτόν υπαινίσσεται ο Κάλχας (στ. 79-80) και αυτόν θα αναφέρει ρητά ο Πηλείδης (στ. 91-92).

στ. 63-64 μάντης, ιερέας, ονειροκρίτης: οι μάντεις ερμήνευαν γενικά τα σημάδια των θεών· οι ιερείς ήταν υπεύθυνοι για τις τελετουργίες προς τους θεούς, αλλά και προφήτευαν μέσω των θυσιών, ενώ οι ονειροκρίτες προφήτευαν με βάση τα όνειρα, τα οποία επίσης έστελναν οι θεοί. Η αναφορά σε όλους αυτούς συγχρόνως δηλώνει με έμφαση την κρισιμότητα της κατάστασης, ώστε να απαιτείται με κάθε μέσο να αποκαλυφθεί η αιτία του κακού.

στ. 66 εκατόμβη: θυσία εκατό βοδιών, δηλαδή πλούσια θυσία, στην οποία τα ζώα που σφαγιάζονται μπορεί να μην είναι βόδια, αλλά αρνιά και γίδια, όπως εδώ, και ίσως λιγότερα από εκατό (π.χ. Ζ  93 και 115).

στ. 66 συμπληρωματικά σχόλια 2: Τόσο τα άστοχα ερωτήματα του Αχιλλέα όσο και ο δισταγμός του Κάλχα που ακολουθεί καθυστερούν (επιβράδυνση) και μας οδηγούν σιγά σιγά στο κεντρικό θέμα της σκηνής: την αποκάλυψη της αιτίας του κακού.

στ. 70-73 Ο Κάλχας ήταν οιωνοσκόπος (ή ορνεοσκόπος), εξηγούσε δηλαδή το πέταγμα των πουλιών, αλλά και μάντης με την ευρύτερη έννοια· τη μαντική του ικανότητα την όφειλε στον Απόλλωνα. Αυτός είχε προφητέψει στην Αυλίδα την ανάγκη θυσίας της Ιφιγένειας, γεγονός που υπαινίσσεται ο ποιητής στους στ. 72 και 107.
Κάλχας Κάλχας

στ. 75 διίφιλε: επίθετο ανάλογο με το θείος (στ. 7)· αποδίδεται σε πολλούς ήρωες και δηλώνει αυτόν που είναι αγαπητός στο Δία.

στ. 78-79 όμοσέ μου... με λόγον και με χέρι: ορκίσου ότι θα με υπερασπιστείς με κάθε μέσο. Ο Κάλχας αποσκοπεί να εξασφαλίσει την προστασία του Αχιλλέα με λόγια και πράξεις.

στ. 79 ανάβω την χολήν: εξοργίζω κάποιον, ενώ χωνεύω την χολήν (στ. 82): καταπίνω την οργή μου, συγκρατώ το θυμό μου (πρβ. στ. 381 με χολήν = με θυμό, θυμωμένος, χολωμένος).

στ. 93 ακατάκριτος: τέλειος, φημισμένος.

στ. 99 λαμπρομάτα: το επίθετο αποδίδει τη λάμψη των ματιών της όμορφης κόρης.

στ. 100 άλυτρη, ανεξαγόραστη: η Χρυσηίδα θα δοθεί στον πατέρα της χωρίς λύτρα.

στ. 101 γίνομαι ίλεως: εξιλεώνομαι, εξευμενίζομαι.

στ. 106 κ.ε. ο Αγαμέμνονας αποδέχεται απρόθυμα την εξήγηση του Κάλχαντα, γιατί και παλαιότερα οι προφητείες του μάντη ήταν δυσάρεστες γι' αυτόν (βλ. σχόλ. στ. 70-73).

στ. 106 συμπληρωματικά σχόλια 3:Πολλές φορές οι μάντεις αντιμετώπιζαν τη βία της εξουσίας, γιατί οι προβλέψεις τους δεν ικανοποιούσαν τις επιθυμίες των ηγετών. Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο Αγαμέμνονας δε μας πείθει, όταν αμφισβητεί τον χρησμό του μάντη· ούτε ο ίδιος πιστεύει αυτά που λέει, γι' αυτό λίγους στίχους παρακάτω είναι έτοιμος να υποχωρήσει (στ. 117-118). Η αντίδρασή του θυμίζει ένοχο, ο οποίος προσπαθεί να αποκρούσει με κάθε μέσο την κατηγορία που διατυπώνεται εναντίον του. Γι' αυτό ο λόγος του έχει απολογητικό ύφος: προσπαθεί να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του προς τον Χρύση, επαινώντας τα χαρίσματα της Χρυσηίδας. Όταν μάλιστα φτάνει να τη συγκρίνει με την Κλυταιμνήστρα (στ. 114-116), δε δικαιώνει μόνο τη στάση του απέναντι στον ιερέα του Απόλλωνα, αλλά και τονίζει το μέγεθος της θυσίας που είναι έτοιμος να κάνει επιστρέφοντάς την στον πατέρα της (στ. 117). Ο όρος που προσθέτει, ωστόσο, στη συνέχεια (στ. 119-121) δημιουργεί νέα ένταση στη σκηνή και εξυπηρετεί την οικονομία του έπους, γιατί δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη σύγκρουση Αγαμέμνονα - Αχιλλέα, που θα προκαλέσει τον θυμό του δεύτερου, στοιχείο γύρω από το οποίο θα πλεχτεί όλος ο επικός μύθος.

Να επισημάνουμε επίσης ότι ο λόγος του αρχιστράτηγου αποκαλύπτει τις ψυχολογικές του διακυμάνσεις (με κορυφώσεις και υφέσεις), χωρίς αυτές να περιγράφονται. Επιπλέον, ο λόγος του Αγαμέμνονα δημιουργεί ανάλογες εντάσεις ή υφέσεις στη συνέλευση, όπως άλλωστε και ο ποιητής στο ακροατήριό του: όταν ο Αγαμέμνονας υποχωρεί, δημιουργείται για λίγο ανακούφιση, την οποία διαδέχεται νέα ένταση, όταν προβάλλει το αίτημά του για νέο δώρο.

στ. 121 συμπληρωματικά σχόλια 4: Αν και είναι φανερό ότι βρισκόμαστε στην αρχή ενός αγώνα λόγων, το ύφος της παρέμβασης του Αχιλλέα δεν μπορεί να θεωρηθεί εριστικό· αντίθετα, ο λόγος του ήρωα είναι ήρεμος και η επιχειρηματολογία του στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία (στ. 125-127). Με τη χρήση μάλιστα του α' πληθυντικού προσώπου (στ. 125, 126, 127, 130) και τη διπλή αναφορά των Αχαιών ως υποκειμένου (στ. 124, 130) ο Πηλείδης αφαιρεί από τον λόγο του κάθε υποκειμενική χροιά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αντιπαράθεση δεν είναι προσωπική, αλλά ότι ο αρχιστράτηγος με τη στάση του και τις απαιτήσεις του αντιπαρατίθεται σε όλο το αχαϊκό στρατόπεδο. Παρ' όλα αυτά ο Αχιλλέας με τη φράση «περισσά φιλόπλουτε» (στ. 123) δε μειώνει απλώς τη θετική προσφώνησή του προς τον Αγαμέμνονα στον ίδιο στίχο, αλλά και αφήνει να διαφανεί ότι έχει προσωπικά ενοχληθεί από τη συμπεριφορά του αρχιστράτηγου. Η κατηγορία μάλιστα που μένει μετέωρη στο στ. 123 θα στηριχτεί στη συνέχεια (στ. 167) με στοιχεία που θα αποδεικνύουν την απληστία του Ατρείδη.

Άλλα στοιχεία του λόγου του Αχιλλέα: α) πληροφορίες για το πώς προμηθευόταν το στράτευμα τα αναγκαία για τη συντήρησή του στη διάρκεια ενός μακροχρόνιου πολέμου μακριά από την πατρίδα (στ. 126, πρβ. στ. 165), β) πώς μοιραζόταν η λεία των ληστρικών επιδρομών (στ. 127) και γ) αναφορά του στόχου της εκστρατείας και πρόωρη προοικονομία μιας επιτυχούς έκβασης (άλωση της Τροίας, στ. 130).

στ. 122 ισόθεος: όμοιος με θεό. Το επίθετο προέρχεται από τη μυκηναϊκή ηρωολατρία· οι ήρωες θεωρούνταν όντα ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς.

στ. 126 Σ' ένα μακροχρόνιο πόλεμο, όπως ο Τρωικός, η εξασφάλιση των ειδών διατροφής γινόταν με ληστρικές εκστρατείες στις γύρω περιοχές. Από αυτές ο στρατός αποκόμιζε παντός είδους λάφυρα και αιχμαλώτους. Τις γυναίκες τις χρησιμοποιούσαν ως δούλες, ενώ τους άντρες συνήθως τους σκότωναν, επειδή η πώλησή τους ήταν δύσκολη όσο δεσμεύονταν από την πολιορκία και δύσκολα μετακινούνταν.
Πόλεμοι και επιδρομές στη γεωμετρική εποχή (ΙΜΕ)

στ. 131: συμπληρωματικά σχόλια 5: Ο Αγαμέμνονας οδηγεί την αντιπαράθεση σε προσωπικό επίπεδο. Αν και ο Πηλείδης προσπάθησε να αποφύγει κάτι τέτοιο, τοποθετώντας απέναντι στον αρχιστράτηγο το σύνολο των Αχαιών, ο Αγαμέμνονας δε βλέπει απέναντί του παρά μόνο τον Αχιλλέα. Δεν λείπουν, ωστόσο, κάποια στοιχεία που απομακρύνουν την κορύφωση της σύγκρουσης και αμβλύνουν για λίγο την προσωπική αντιδικία· τέτοια είναι: α) η αναγνώριση της γενναιότητας του Αχιλλέα (στ. 132), β) η υπογράμμιση της μοναδικότητας του ήρωα ανάμεσα στους ανθρώπους (στ. 147), γ) η αναφορά και άλλων ηρώων (στ. 139), ώστε να μη φανεί ότι η απειλή στρέφεται προσωπικά εναντίον του Αχιλλέα, και δ) η αναβολή της λύσης του προβλήματος για αργότερα (στ. 141 κ.εξ.).

στ. 142 θεία θάλασσα: όλα τα στοιχεία της φύσης (ποτάμια, γη, αιθέρας) χαρακτηρίζονται από τον Όμηρο θεία, γιατί είναι ανώτερα από τη φύση του ανθρώπου.

 μαύρο: παραδοσιακό, σταθερό επίθετο των πλοίων, που αποδίδει το χρώμα τους, επειδή τα έβαφαν πιθανόν με πίσσα (πρβ. επίσης σχόλ. στ.12).

στ. 145 οι βουληφόροι: αυτοί που έπαιρναν μέρος στη συνέλευση των αρίστων και εξέφραζαν την άποψή τους, δηλαδή οι αρχηγοί των αγημάτων.

στ. 146 Αίας: ο Τελαμώνιος, ο οποίος οδηγούσε δώδεκα πλοία από τη Σαλαμίνα (Β 557). Ο Ιδομενέας ήταν αρχηγός των Κρητών και οδηγούσε μαζί με τον Μηριόνη ογδόντα πλοία (Β 645-652). Ο Οδυσσέας ήταν αρχηγός δώδεκα πλοίων με άντρες από την Κεφαλλονιά, την Ιθάκη, τη Ζάκυνθο και τα μέρη της απέναντι στεριάς (Β 631-635).

στ. 151: συμπληρωματικά σχόλια 6: Να παρατηρήσουμε σ' αυτό το σημείο ότι την εποχή των Τρωικών δεν υπήρχε ανεπτυγμένη εθνική συνείδηση, ώστε οι Έλληνες αρχηγοί να θεωρούν εθνική υπόθεση τον πόλεμο αυτό, με τη σκέψη ότι στο πρόσωπο του Μενέλαου είχε προσβληθεί ολόκληρη η Ελλάδα. Η πανελλήνια ιδέα θα σφυρηλατηθεί κατά τη διάρκεια των Περσικών, όταν οι Έλληνες για πρώτη φορά θα ενωθούν για να αποκρούσουν έναν ξένο εισβολέα. Η αχαριστία και η αναίδεια (στ. 160, και κυρίως η οπτική εικόνα του στ. 150 «μ' αναίδειαν ενδυμένε» — η αναίδεια έχει καλύψει σαν ρούχο από πάνω ως κάτω το σώμα του Αγαμέμνονα!), αλλά κυρίως η προσβολή που υφίσταται η τιμή του («ατίμητος», στ. 172) οδηγούν τον Αχιλλέα να ξεστομίσει την απειλή της αναχώρησης του για τη Φθία (στ. 170).

στ. 156 Φθία: μαζί με την Ελλάδα, που στο ιλιαδικό έπος είναι μια περιοχή στη Θεσσαλία, αποτελούν το βασικό τμήμα της επικράτειας του Πηλέα, του πατέρα του Αχιλλέα. Η περιοχή χαρακτηρίζεται μεγαλόσβολη (=με γόνομο έδαφος) και ανδροθρέπτρα (=που τρέφει τους άντρες), δηλαδή εύφορη.

στ. 159-160 Ο Αχιλλέας υποστηρίζει ότι δε συμμετέχει στην εκστρατεία για προσωπικούς λόγους. Όλοι εξάλλου, έχουν έρθει να βοηθήσουν τον Μενέλαο να εκδικηθεί τους Τρώες για την αρπαγή της Ελένης. Από άλλες πηγές (Ησίοδος,Κατάλογος, Ηοίαι) μαθαίνουμε ότι όλοι οι ήρωες, όταν ήταν μνηστήρες της Ελένης, πριν από τον γάμο της με τον Μενέλαο, είχαν ορκιστεί να συμπαρασταθούν όλοι μαζί στο μέλλοντα γαμπρό αν κάποιος άρπαζε τη νύφη με βία. Ο Αχιλλέας όμως δεν ήταν δεμένος ούτε με αυτόν τον όρκο, γιατί δεν υπήρξε μνηστήρας της Ελένης, αφού τότε ήταν πολύ μικρός και εκπαιδευόταν στο Πήλιο από τον Κένταυρο Χείρωνα.

στ. 161 σκυλοπρόσωπος: αναιδής, θρασύς. Συχνά στους ανατολικούς λαούς ο σκύλος συμβόλιζε την αναίδεια. Πρβ. στ.150 και 226.

στ. 165 καλά τειχόκαστρα: μικρές πόλεις στην περιοχή της Τρωάδας, που ήταν οχυρωμένες με τείχη. Βλ. σχολ. στ. 126.

στ. 169 στες πρύμνες: εκεί που είναι δεμένα τα πλοία, στον καταυλισμό των Μυρμιδόνων.

στ. 173: συμπληρωματικά σχόλια 7: Ο Αγαμέμνονας με ιδιαίτερη μαεστρία προσπερνάει τις αιτίες στις οποίες ο Αχιλλέας στήριξε την απειλή του και: α) αρνείται έμμεσα την ευθύνη της σύγκρουσης, μεταφέροντάς την στον αντίπαλό του (στ. 174, 178, 181), β) το θέμα της τιμής το αφαιρεί από τον Αχιλλέα και το ιδιοποιείται (στ. 175-176), γ) αναγνωρίζει και πάλι την ανδρεία του αντιπάλου του (στ. 179, πρβ. στ. 132, 147), αλλά σπεύδει στον ίδιο στίχο να μειώσει την αξία της αποδίδοντάς την στους θεούς, δ) με τη στάση του ίσως προσπαθεί να προλάβει οποιαδήποτε άλλη περίπτωση απειθαρχίας (στ. 187-188), και ε) η αναφορά του στον «Κρονίδη» (στ. 176) έχει στόχο να κρατήσει υψηλό το ηθικό του στρατού σε μια δύσκολη στιγμή, που το γενναιότερο στήριγμά του εγκαταλείπει τον αγώνα. Η αναφορά στον Δία ηχεί σαν τραγική ειρωνεία: ο ακροατής γνωρίζει ότι ο Δίας θα οδηγήσει τα πράγματα έτσι, ώστε να δικαιωθεί ο Αχιλλέας, άρα αντίθετα από τις επιθυμίες του Αγαμέμνονα.

στ. 185 την κόρην του Βρισέως: τη Βρισηίδα, την οποία πήρε αιχμάλωτη ο Αχιλλέας, όταν κυρίευσε την πατρίδα της τη Λυρνησσό, μια μικρή πόλη της Τρωάδας. Την ιστορία της τη διηγείται η ίδια, όταν θρηνεί τον νεκρό Πάτροκλο (Τ 286-299).

στ. 189: συμπληρωματικά σχόλια 8: Σε μια σκηνή έντασης και δραματικότητας, όπως αυτή, επικρατεί φυσικά ο διάλογος, αλλά δε λείπει και η περιγραφική αφήγηση, όταν χρειάζεται να αποδοθούν οι ψυχικές καταστάσεις των πρωταγωνιστών, όπως εδώ (πρβ. στ. 225, 248), ή οι φυσιογνωμικές τους εκδηλώσεις (στ. 149), όταν επίσης γίνεται μετάβαση από τον ένα ομιλητή στον άλλο (στ. 122, 131, 149 κτλ.) ή δίνονται πληροφορίες για την εξωτερική δράση που καθρεφτίζει και συμπληρώνει την εσωτερική (στ. 194-201, 220-223, 246-247).

στ. 190 έστρεψε δύο στοχασμούς: ο Αχιλλέας είναι για μια στιγμή διχασμένος· ταλαντεύεται ανάμεσα σε δυο σκέψεις: να τραβήξει το ξίφος του ή όχι ;

στ. 195 ουρανόθεν: οι θεοί άλλοτε εμφανίζονται από τον Όλυμπο, όπου βρίσκεται και η κατοικία τους, και άλλοτε από τον ουρανό. Άλλωστε, οι πιο ψηλές κορφές του Ολύμπου χάνονται μέσα στα σύννεφα, σαν να αγγίζουν τον ουρανό.

στ. 196-7 συμπληρωματικά σχόλια 9: Η Ήρα όχι μόνο συμπαθούσε ιδιαίτερα τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα (αυτή «φώτισε» τον τελευταίο να συγκαλέσει συνέλευση, για να βρεθεί λύση στο πρόβλημα του λοιμού, Α 56-57), αλλά και προστατεύει σε όλο το έπος τους Αχαιούς, ενώ μισεί τους Τρώες και επιθυμεί την καταστροφή τους. Το μίσος της θεάς, όπως και της Αθηνάς, οφείλεται στη γνωστή «κρίση του Πάρη», όταν ο αδερφός του Έκτορα θεώρησε την Αφροδίτη ομορφότερη και της έδωσε το «μήλον της έριδος» (Ω 25 κ.εξ.).

στ. 200 ξιπάσθη αυτός: βρέθηκε σε αμηχανία, τα 'χασε, ξαφνιάστηκε.

στ. 202 φτερωμένα λόγια: τα λόγια χαρακτηρίζονται φτερωμένα (πρβ.ἔπεα πτερόεντα), επειδή διασχίζουν γρήγορα τον αέρα σαν πουλιά και κατευθύνονται από τον ομιλητή στον ακροατή.

στ. 203 αιγιδοφόρος: σταθερό επίθετο του Δία, επειδή κρατούσε («ἔφερε») την αιγίδα, δηλαδή την ασπίδα του, που ήταν φτιαγμένη από δέρμα αίγας (= γίδας, κατσίκας) και φιλοτεχνημένη από τον Ήφαιστο. Όταν ο Δίας την έσειε, προκαλούσε πανικό (αστραπές και βροντές: καταιγίδα).

στ. 206 συμπληρωματικά σχόλια 10: Τονίζεται η ύβρη (έπαρση) του Αγαμέμνονα (πρβ. «την αδικίαν», στ. 204 «την ύβριν», στ. 215). Αυτό θα το πληρώσει αργότερα ο αρχιστράτηγος με τις απανωτές ήττες του στρατού του (έστω κι αν αυτές θα είναι πρόσκαιρες), που θα ακολουθήσουν σύμφωνα με το σχέδιο του Δία, για να δικαιωθεί ο Αχιλλέας. Και πάλι το σφάλμα του Αγαμέμνονα (η πρώτη φορά ήταν με τον λοιμό που προκλήθηκε εξαιτίας του) θα το πληρώσουν όλοι οι Αχαιοί· ο Αχιλλέας, εξάλλου, θα τους θεωρήσει συνυπεύθυνους παρακάτω (στ. 232).

στ. 207 γλαυκόφθαλμη (γλαυκῶπις στο πρωτότυπο): μια πρώτη ερμηνεία είναι «αυτή που έχει μάτια γλαύκας» ( = κουκουβάγιας), το πτηνό-σύμβολο της θεάς της σοφίας, κατάλοιπο ίσως ενός παλαιότερου ζωομορφισμού (πρβ. βοῶπις η Ήρα). Μια δεύτερη σημασία είναι «η θεά με τα γαλανά (γλαυκά) μάτια». Και στις δυο περιπτώσεις πάντως, αυτό που θέλει να δηλώσει ο ποιητής είναι ότι τα φοβερά μάτια της θεάς άστραφταν, καθώς βρισκόταν σε υπερένταση.

στ. 214-215 δώρ’ ατίμητα… την ύβριν: συγκράτησε τον θυμό σου σήμερα και δε θα αργήσει η μέρα που θα λάβεις ανεκτίμητα, πολύτιμα δώρα για την τωρινή προσβολή.

στ. 215:συμπληρωματικά σχόλια 11: Τονίζεται η ύβρη (έπαρση) του Αγαμέμνονα (πρβ. «την αδικίαν», στ. 204 «την ύβριν», στ. 215). Αυτό θα το πληρώσει αργότερα ο αρχιστράτηγος με τις απανωτές ήττες του στρατού του (έστω κι αν αυτές θα είναι πρόσκαιρες), που θα ακολουθήσουν σύμφωνα με το σχέδιο του Δία, για να δικαιωθεί ο Αχιλλέας. Και πάλι το σφάλμα του Αγαμέμνονα (η πρώτη φορά ήταν με το λοιμό που προκλήθηκε εξαιτίας του) θα το πληρώσουν όλοι οι Αχαιοί· ο Αχιλλέας, εξάλλου, θα τους θεωρήσει συνυπεύθυνους παρακάτω (στ. 232).

στ. 220-221 άμπωσε πάλι το μέγα ξίφος: έσπρωξε πάλι το ξίφος στη θήκη του.

στ. 226 σκυλόματε, και με καρδιάν ελάφου: αναιδή (βλ. σχόλ. στ. 161) και δειλέ.

στ. 227-228: συμπληρωματικά σχόλια 12: Πληροφορίες για τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων· εκτός από τον αγώνα στο πεδίο της μάχης, όπου συμμετέχει όλο το στράτευμα (στ. 227), υπήρχαν και ειδικές αποστολές (ενέδρα, επικίνδυνες επιχειρήσεις, όπως η κατασκοπία, βλ. Κ - «Δολώνεια»). Λόγω της επικινδυνότητας και της σοβαρότητάς τους, αυτές οι αποστολές απαιτούσαν πείρα, πνευματική ευστροφία και μεγάλη γενναιότητα, γι' αυτό τις αναλάμβαναν πάντα οι καλύτεροι του στρατεύματος, οι πολέμαρχοι, ενώ κάποιος από αυτούς —ο άριστος— είχε το γενικό πρόσταγμα και την ευθύνη εφαρμογής του σχεδίου (στ. 228).

στ. 232 αχρείους κυβερνάς: το νόημα της φράσης ολοκληρώνεται στον επόμενο στίχο: αν δεν ήταν αχρείοι αυτοί που κυβερνάς, θα ξεσηκώνονταν εναντίον σου, ώστε η τωρινή αδικία που διαπράττεις να ήταν η τελευταία πράξη σου.

λαοφάγος (στο πρωτότυπο δημοβόρος): αυτός που ιδιοποιείται τα αγαθά που ανήκουν σε όλο το στράτευμα (λαός = στρατός).

στ. 238 ελέπισε ο χαλκός: το χάλκινο μαχαίρι ή γενικά κάποιο κοπτικό εργαλείο τού αφαίρεσε το φλοιό. Τα έπη περιγράφουν την Εποχή του Χαλκού, δηλαδή την περίοδο πριν από την Εποχή του Σιδήρου (περίπου 1100 π.Χ.), όταν τα εργαλεία κατασκευάζονταν από ορείχαλκο.

στ. 238-239 το φορούν… οι δικαιοκρίτες: το κρατούν όσοι ασκούν δικαστική εξουσία, όπως οι βασιλιάδες (πρβ. σχόλ. στ. 14 και εικόνα 8).

στ. 244 του ανθρωποφόνου Έκτορος: ο Έκτορας, γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, είναι ο αρχηγός των Τρώων και ο πιο ισχυρός πολέμαρχός τους, γι’ αυτό χαρακτηρίζεται ανθρωποφόνος ή ανδροφόνος.

στ. 246 χρυσοκαρφωμένο: στολισμένο με χρυσά καρφιά.

στ. 246-247: συμπληρωματικά σχόλια 13: Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτή η δεύτερη κορύφωση (στ. 246-247) δεν είναι τόσο κρίσιμη όσο η πρώτη· η κίνηση του Αχιλλέα να πετάξει το σκήπτρο και κυρίως το ρήμα «εκάθισε» δηλώνουν παραίτηση και παθητική στάση, σε αντίθεση με την ενεργητική και επιθετική πρόθεσή του να σύρει το σπαθί του. Γι' αυτό εξάλλου τώρα δε χρειάζεται η εμφάνιση μιας θεότητας· η παρέμβαση ενός φρόνιμου θνητού, του Νέστορα (στ. 248 κ.εξ.), είναι αρκετή για να οδηγήσει στην ύφεση.

στ. 248-249 ο Νέστωρ... λιγυρός ομιλητής: ο Νέστορας, βασιλιάς της Πύλου, ήταν ο γηραιότερος ήρωας της τρωικής εκστρατείας. Τώρα είναι η τρίτη γενιά στην οποία βασιλεύει (στ. 251-253), και αν υπολογίσουμε κάθε γενιά από 30 χρόνια, πρέπει να βρισκόταν ήδη στην ηλικία των 70-75 χρόνων. Επειδή οι λόγοι του ήταν πάντα συμβιβαστικοί και χαρακτηρίζονταν από σοφία, του αποδίδεται από τον ποιητή η ιδιότητα του γλυκολόγου και του λιγυρού, δηλαδή αυτού που είχε καθαρή και διαπεραστική φωνή, όπως κάθε ικανός ρήτορας.

στ. 255 κ.εξ.: συμπληρωματικά σχόλια 14: Ο Νέστορας συνηθίζει να χρησιμοποιεί στους παραινετικούς λόγους του την πειστική δύναμη του παραδείγματος. Τέτοια παραδείγματα αντλούσε από τις εμπειρίες της μακρόχρονης ζωής του. Η συγκεκριμένη διήγηση του αναφέρεται στην Κενταυρομαχία, τη μυθολογική σύγκρουση των Κενταύρων και των Λαπιθών. Η ιστορία πρέπει να ήταν γνωστή στους ακροατές του Ομήρου· γι' αυτό ο ποιητής δεν αναφέρει λεπτομέρειες (πρβ. Β 740 κ.εξ. και Οδύσσεια φ 299 και 303, μτφρ. Ζ. Σίδερης). Αναλυτικότερα την περιγράφει ο Ησίοδος (Ασπίδα, 179 κ.εξ.). Οι Λαπίθες ήταν φημισμένος λαός της Θεσσαλίας και οι Κένταυροι ήταν μυθικός ιππικός λαός που κατοικούσε στο Πήλιο και στην Οίτη· η λαϊκή φαντασία τούς παρίστανε από τη μέση και πάνω ανθρώπους και από τη μέση και κάτω άλογα (ιπποκένταυροι). Ανάμεσά τους ξεχωριστή ήταν η μορφή του Χείρωνα, του σοφού δασκάλου του Ιάσονα και του Αχιλλέα. Όταν ο βασιλιάς των Λαπιθών Πειρίθοος γιόρταζε τους γάμους του με την Ιπποδάμεια, προσκλήθηκαν και οι Κένταυροι, οι οποίοι όμως πάνω στο μεθύσι τους όρμησαν εναντίον των γυναικών των Λαπιθών και έτσι ξέσπασε άγρια σύγκρουση από την οποία βγήκαν νικητές οι Λαπίθες. Βοήθεια στον αγώνα αυτόν πρόσφερε στον Πειρίθοο, εκτός από τον Νέστορα, και ο Αθηναίος Θησέας, ο γιος του Αιγέα («Αιγίδης», στ. 266). Η Κενταυρομαχία απεικονίζεται στις μετόπες της νότιας πλευράς του Παρθενώνα, στην ανατολική ζωφόρο του ναού του Επικουρείου Απόλλωνος στις Βάσσες (βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο) κ.α.

στ. 259 Ο ιδανικός τύπος του ομηρικού ήρωα συνδύαζε ικανότητες στη γνώση και στη μάχη (πρβ. «ώστε να γίνεις έξοχος στον λόγον και στην πράξιν», Ι 443).

στ. 263 κ.εξ. Ο Νέστορας συνηθίζει να χρησιμοποιεί παραδείγματα ως μέσα πειθούς. Εδώ αναφέρεται στην Κενταυρομαχία, τη μυθική σύγκρουση μεταξύ των Κενταύρων (μυθικού ιππικού λαού του Πηλίου που τους φαντάζονταν από τη μέση και πάνω ανθρώπους και από τη μέση και κάτω άλογα) και Λαπιθών (ρωμαλέου λαού της Θεσσαλίας με βασιλιά τον Πειρίθοο). Όταν ο Πειρίθοος γιόρταζε τους γάμους του με την Ιπποδάμεια, κάλεσε στη γιορτή και τους Κενταύρους, οι οποίοι όμως μεθυσμένοι όρμησαν να ατιμάσουν τις γυναίκες των Λαπιθών. Έτσι ξέσπασε η Κενταυρομαχία, στην οποία νίκησαν τελικά οι Λαπίθες (στ. 269).

Κενταυρομαχία

στ. 272 έκαμνα εγώ το μέρος μου στες μάχες: ο Νέστορας πολεμούσε μόνος του, ίσως χωρίς άρμα και ηνίοχο να τον βοηθήσει, όπως αναφέρει επίσης στο στ. Λ 720.

στ. 273 Συχνά στον Όμηρο οι άνθρωποι παλαιότερων εποχών εξιδανικεύονται και παρουσιάζονται ανώτεροι από τους συγχρόνους του ποιητή.

στ. 274 στες συμβουλές μου εκλίναν: η ουσία του μυθολογικού παραδείγματος του Νέστορα: ακόμα και οι πιο δυνατοί μαχητές άλλων εποχών υπάκουαν στις συμβουλές μου.

στ. 276 μεγαλόψυχε: δυνατέ. Το επίθετο μάλλον αναφέρεται στη δύναμη που έχει ο Αγαμέμνονας λόγω του αξιώματος του αρχιστράτηγου, σε αντιδιαστολή προς τη δύναμη της παλικαριάς που αντιπροσωπεύει ο Αχιλλέας.

στ. 284-285 Ο Αχιλλέας είναι το ακλόνητο προπύργιο των Αχαιών απέναντι στους Τρώες. Αυτό δε θα αργήσει να φανεί: η αποχώρησή του από τη μάχη θα φέρει ήττες στους Αχαιούς, ενώ η επάνοδός του μετά τον θάνατο του Πάτροκλου θα προκαλέσει τον θάνατο του Έκτορα, γεγονός που θα σημάνει το τέλος της Τροίας.

στ. 286 κ.εξ.: συμπληρωματικά σχόλια 15: Οι δύο αντίπαλοι μένουν ανυποχώρητοι και υποστηρίζουν τις θέσεις τους με επιχειρήματα που χρησιμοποίησαν και πρωτύτερα. Ο Αγαμέμνονας αρνείται να υποχωρήσει (στ. 290) και προσπαθεί για μια ακόμη φορά να μειώσει την ανδρεία του Αχιλλέα (στ. 291, πρβ. στ. 179)· ο Αχιλλέας με τη σειρά του δε δέχεται να υποταχθεί (στ. 294-295) και θεωρεί συνυπεύθυνους όλους τους Αχαιούς (στ. 300, πρβ. στ. 232) για την αδικία που υφίσταται. Παρ' όλα αυτά ο ήρωας καθησυχάζει και το στρατόπεδο και τον ακροατή υποσχόμενος την παράδοση της Βρισηίδας (στ. 299-300: προοικονομία).

 

αρχή



 

 Στη δημοτική ποίηση συναντάμε μεγάλη ποικιλία «αδυνάτων»:

Α. Ο νεκρός είναι αδύνατο να επιστρέψει στη ζωή:
«Όταν ανθίσει ο ξέρακας και βγάλει νια κλωνάρια [...]
τότε κι εγώ, αδελφούλα μου, πάλι θα σ' ανταμώσω».

Β. Μια κόρη αρνείται την αγάπη ενός βοσκού:
«- Βλαχούλα μ', πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
- Από τα πρόβατα έρχομαι, στο σπίτι μου πηγαίνω.
- Βλαχούλα μ', δεν παντρεύεσαι, τσοπάνη άντρα να πάρεις;
- Δύνεσαι, άγουρε, δύνεσαι ό,τι σου πω να κάνεις;
Να φκιάσεις τ' αλωνάκι σου στη μέση του πελάγου
Κι ούδ' άχυρο να μη βραχεί, μηδέ σπυρί σιτάρι,
Να δεματιάσεις και τ' αυγά μ' ένα κλωνί μετάξι!»

(Βλ. Στάθης Ε. Αναστασιάδης, Η διδασκαλία των ομηρικών επών με τη βοήθεια των δημοτικών τραγουδιών και των νεοελληνικών παραδόσεων, Θεσσαλονίκη 21977, σελ. 85-87, και Ν.Γ. Πολίτης, Δημοτικά τραγούδια, εκδ. «γράμματα», Αθήνα 1991 [1η έκδοση 1866], αρ. 106)


1. Σύγκρουση της εξουσίας με το ιερατείο


[Ο εναρκτήριος λόγος του Κάλχαντα (στ. 75-84), επιφυλακτικός και υπαινικτικός, αποσκοπεί στο να τον προστατεύσει έναντι του ενδεχόμενου εκνευρισμού του βασιλιά από όσα πρόκειται να πει. Η επικίνδυνη οργή των βασιλιάδων προς τους αγγελιαφόρους κακών ειδήσεων έγινε κοινός τόπος, ιδίως στην τραγωδία.]

 

Οιδίποδας: Ω πλούτε, ω εξουσία, / τέχνη απ' όλες τις τέχνες υπέρτερη,
αξιοζήλευτη ζωή- / κι όμως γεννά το φθόνο.
Εξαιτίας της εξουσίας αυτής / που δεν τη ζήτησα,
— η πόλη μου τη δώρισε — , / ο Κρέων, ο παλιός, πιστός μου φίλος,
αποπειράθηκε με δόλο σκευωρώντας / από το θρόνο μου να με πετάξει,
έχοντας υποχείριο το μάγο αυτόν, / τον δολερό μηχανορράφο, τον αγύρτη,
που βλέπει μοναχά το κέρδος / κι είναι στην τέχνη του τυφλός.
Έλα και πες μου, / πότε αλάθητος υπήρξες μάντης;
Όταν η σκύλα Σφίγγα τραγουδούσε εδώ, / άρθρωσες λόγο σωτηρίας στους πολίτες;
Η λύση τον αινίγματος / δεν ήτανε δουλειά περαστικού και ξένου.
Ήταν δουλειά της μαντικής. / Και φάνηκε πως τέχνη δεν κατείχες.
Δεν διάβασες τους οιωνούς, / ούτε τη σκέψη των θεών.
Εγώ σαν ήρθα / ο ανιδιοτελής κι ανίδεος Οιδίπους
της έκλεισα το στόμα μια για πάντα / χωρίς σημάδια κι οιωνούς,
μονάχα με το στοχασμό. / Αυτόν αποπειράθηκες να διώξεις
ελπίζοντας να βρεις μια θέση / στον Κρέοντα το θρόνο πλάι.
Θα δεις πως κλαίγοντας και συ / κι αυτός που τα σοφίστηκε,
το βάρος της κατάρας θα σηκώσετε. / Αν γέρος δεν ήσουν,
θα 'βαζες γνώση παθαίνοντας / όσα τ' ανόσιο μυαλό σου μηχανεύεται.

 

(Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, μτφρ. Κ.Χ. Μύρης, στ. 560-597 [380-403 στο πρωτότυπο], ΟΕΔΒ 2000)

 

2. Ένας αλλιώτικος Αγαμέμνονας επιστρέφει στη Μυκήνες

 

Τα λάφυρα όλα κρατήστε τα ή μοιράστε τα — τίποτα δε θέλω.
Και τη γυναίκα αυτή που ουρλιάζει στα σκαλιά, πάρ' τη για δούλα σου
ή για τροφό του γιου μας ( — πού 'ναι, αλήθεια;— δεν τον είδα) — όχι στην
κλίνη μου, όχι, μια κλίνη ολότελα άδεια μου χρειάζεται τώρα, να βουλιάζω, να χάνομαι, [...]
και το βαρύ, αδαμαντοποίκιλτο σκήπτρο
— προπάντων αυτό— δεν μου χρειάζεται- ασήκωτο. Σήμερα νιώθω
το θυμό του Αχιλλέα· —όχι καθόλου αντιδικία μαζί μου— κούραση ήταν,
μια κούραση προδρομική που εξίσωνε τη νίκη με την ήττα, τη ζωή με το θάνατο.

 

(Γ. Ρίτσος, «Αγαμέμνων», Τέταρτη Διάσταση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2001)

 


 

1. Κεντρικό θέμα της σκηνής των στ. 54-101 είναι η αποκάλυψη της αιτίας του λοιμού. Η αποκάλυψη, ωστόσο, καθυστερεί να γίνει με σαφήνεια. Ποια μέσα χρησιμοποιεί ο ποιητής για να πετύχει την καθυστέρηση και τι επιδιώκει με την τεχνική της επιβράδυνσης;

2. Ο Αγαμέμνονας, δικαιολογώντας την άρνησή του να ελευθερώσει τη Χρυσηίδα, διατυπώνει τα χαρακτηριστικά του ιδανικού τύπου γυναίκας στην ομηρική κοινωνία. Ποια ήταν αυτά; Να στηρίξετε την απάντησή σας με στοιχεία από το κείμενο.

3. Αφού δείξετε με συγκεκριμένες αναφορές στο κείμενο ότι η έννοια της τιμής κυριαρχεί στη σκέψη τόσο του Αχιλλέα όσο και του Αγαμέμνονα, να συζητήσετε στην τάξη τι εννοούσε ο ομηρικός ήρωας στο άκουσμα της λέξης τιμή, τι σήμαινε στην Αθήνα του 5 αι. π.Χ. (άτιμος = κυρίως αυτός που έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα) και τι σημαίνει στην καταναλωτική κοινωνία της εποχής μας. Τι συμπεραίνετε σχετικά με την αλλαγή στο σημασιολογικό φορτίο των λέξεων; Πόσο αυτή η εξέλιξη εξαρτάται από τις μεταβολές που συμβαίνουν στον κώδικα αξιών κάθε κοινωνίας; [Ενδεικτικές Έννοιες Διαθεματικής προσέγγισης: Πολιτισμός, Κώδικας, Μεταβολή, Χώρος - Χρόνος]

Τιμή (ορισμός-σημασιολογίοα-οικογένειες λέξεων)

4. Οι αρχαίοι είχαν μια ανθρωπομορφική αντίληψη για τους θεούς τους: πίστευαν ότι μπορούσαν να εμφανιστούν σ' ένα θνητό, παίρνοντας τη μορφή ανθρώπου, κι ακόμη πως είχαν ανθρώπινη συμπεριφορά, συνήθειες ή ελαττώματα. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης ανήκουν και οι εμφανίσεις θεών στα ομηρικά έπη είτε με ενανθρώπιση είτε με επιφάνεια. Σε ποια από τις δυο περιπτώσεις ανήκει η εμφάνιση της Αθηνάς στον Αχιλλέα; Θυμηθείτε επίσης την εμφάνιση της ίδιας θεάς στον Τηλέμαχο (Οδύσσεια, α 188 κ.εξ.) και συζητήστε γιατί ο ποιητής επέλεξε σε κάθε σκηνή διαφορετικό τρόπο παρουσίασης της θεάς.

Η εμφάνιση της Αθηνάς στον Τηλέμαχο (εγχειρίδιο Α' Γυμνασίου)

5. Ένας χαρακτηριστικός τρόπος για να δείξουμε πως κάτι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί είναι να ισχυριστούμε ότι αυτό θα γίνει μόνον αν αλλάξει η φυσική τάξη του κόσμου. Αυτός ο τρόπος έκφρασης λέγεται «σχήμα του αδυνάτου» και τον συναντάμε στον όρκο του Αχιλλέα (στ. 234-245). Μπορείτε να πείτε με δικά σας λόγια το νόημα αυτού του όρκου;

6. Το «σχήμα του αδυνάτου» χρησιμοποιείται συχνά και στη νεοελληνική μας παράδοση. Αφού διαβάσετε τα Παράλληλα Κείμενα, να επισημάνετε αυτόν τον τρόπο έκφρασης, να συγκρίνετε τα συγκεκριμένα χωρία με τον όρκο του Αχιλλέα και να τα αναλύσετε με λίγα λόγια. [Ενδεικτικές Έννοιες Διαθεματικής προσέγγισης: Πολιτισμός, Παράδοση].

7. Προοικονομία είναι η αφηγηματική τεχνική με την οποία ο ποιητής προετοιμάζει συστηματικά τα επεισόδια που θα ακολουθήσουν στην εξέλιξη της πλοκής του έργου. Αφού θυμηθείτε παραδείγματα προοικονομίας από την Οδύσσεια και τα συζητήσετε στην τάξη, να επισημάνετε ανάλογα παραδείγματα στους στ. 213-242.

8. Να επισημάνετε στο λόγο του Νέστορα (στ. 255-285) με ποιους τρόπους ο σεβάσμιος γέροντας προσπαθεί να κατευνάσει τα οξυμμένα πνεύματα των δύο αντιπάλων.

 

αρχή

 



 

1. Η επέμβαση της Αθηνάς μειώνει την ανθρώπινη ευθύνη;

 

«Έτσι, μια ανάλογη εκτίμηση αξίζει εξίσου για ένα άλλο πρόβλημα, που ακόμη και οι Έλληνες της κλασικής εποχής δεν έθεταν τόσο καθαρά όσο εμείς και που δεν παύουμε να το υποκινούμε σχετικά με τον Όμηρο: αυτό της διπλής αιτιότητας, θεϊκής και ανθρώπινης.

Στον Όμηρο, το παν προέρχεται από τους θεούς: όχι μόνο το αποτέλεσμα ενός εγχειρήματος αλλά η ιδέα η ίδια που το κάνει να δημιουργείται. Ένας θεός εμπνέει τον φόβο ή τον θυμό· δίνει την παρώθηση της δράσης ή συγκρατεί. Και όμως έχουμε τη συναίσθηση ότι οι ήρωες είναι μεγάλοι και υπεύθυνοι, και ότι η βούλησή τους, ο χαρακτήρας τους, ο λογισμός τους έχουν αξία καθοριστική. Όταν ο Αχιλλεύς στη ραψωδία Α ετοιμάζεται να κτυπήσει τον Αγαμέμνονα, είναι η Αθηνά που τον συγκρατεί. Και όμως είναι ο θυμός του, και αυτός ο ίδιος ο οποίος, από σεβασμό των θεών, ικανοποιείται. Ακόμη ο Ζευς, στο τέλος, του παραγγέλλει με τη μητέρα του να αποδώσει το σώμα του Έκτορα. Και όμως είναι ο ίδιος που αποδέχεται, που κινδυνεύει να οργισθεί εκ νέου, που αφήνεται να συγκινηθεί με τη σκέψη του πατέρα του. [...]

Ανάμεσα στις δύο αυτές όψεις της αιτιότητας, η βαρύτητα ποικίλλει ανάλογα με τις περιπτώσεις. Ποικίλλει επίσης ανάλογα με τους επιστήμονες: οι μεν βλέπουν τη θεϊκή αιτιότητα ως μια προβολή εικονογραφική των ανθρώπινων αντιδράσεων, σ' ότι έχουν αιφνιδιαστικό και ακούσιο· οι άλλοι βλέπουν την ανθρώπινη ελευθερία ως μια ψευδαίσθηση ή μιαν εξαίρεση. Πράγματι, οι μελέτες του Α.Lesky έχουν δείξει θαυμάσια πως αυτές οι δύο αιτιότητες συνυπάρχουν, διπλασιάζονται, συνδυάζονται. Είναι ένα φαινόμενο που εικονίζει τέλεια, με μια μορφή λίγο διαφορετική, τη σταθερή συνεργασία τον Οδυσσέα και της Αθηνάς, στην Οδύσσεια. Για ποιο λόγο να εκπλησσόμαστε τόσο; Πολλοί άνθρωποι δε θα έλεγαν ακόμη και σήμερα ότι έχουν σωθεί από τον θεό και από τον γιατρό τους, με τις παρακλήσεις και με τα φάρμακα; Ακόμη περισσότερο, οι δύο αιτιότητες συνδυάζονται στο έπος, χωρίς προβλήματα: αυτά τα προβλήματα δεν είχαν ακόμη τεθεί.

Αυτή η περίπτωση επιτρέπει σε κάθε περίσταση στον Όμηρο να συνενώσει το υπερφυσικό των θεϊκών παρεμβάσεων με αυτή την αίσθηση την τόσο οξεία της βαρύτητας που επιφυλάσσεται στον άνθρωπο: οι θεοί τον φέρουν και τον άγουν, χωρίς ποτέ να περιορίζουν το μερίδιό του· αντίθετα, όλες αυτές οι δοκιμασίες τον κάνουν να εξέρχεται πάλι ακμαίος και προσδίνουν στη δράση του μεγαλύτερη αναγλυφικότητα. Σ' αυτό προστίθεται, τέλος, ότι ο ποιητής επιτυγχάνει να συμπληρώσει το έργο του με υπερφυσικές παρεμβάσεις, χωρίς να παρεκκλίνει απ' ό,τι μπορεί να είναι η εμπειρία των ανθρώπων όλων των εποχών: το κατορθώνει με την τέλεια τέχνη του με την οποία επικαλείται αυτές τις παρεμβάσεις.»

 

(Romilly J. de «Οι θεοί και το υπερφυσικό στο ομηρικό έπος»,
στο Έπος και Δράμα, μετάφραση-επιμέλεια: Αναστ. Α. Στέφος, σελ. 70-72)


2. Η «επιφάνεια» της Αθηνάς

 

«Έξαφνα η αμηχανία του λύνεται με την άφιξη μιας θεότητας. Κάτι τέτοιο είναι συνηθισμένο σε διαβουλευτικές σκηνές, όμως εδώ το απότομο και απροσδόκητο της εμφάνισής της αντικατοπτρίζεται στον ίδιο στίχο. Ο Αχιλλεύς τραβάει το σπαθί του, και καθώς το τέλος του στίχου πλησιάζει, ο έμπειρος ακροατής περιμένει να ολοκληρωθεί με το συνηθισμένο κοσμητικό επίθετο «ασημοκαρφοπλούμιστο». Η κρίση, ωστόσο, που σοβεί είναι οξύτατη, κι έτσι η Αθηνά δε χάνει καθόλου χρόνο· όχι μόνο αφήνει τώρα κατά μέρος τις παρομοιώσεις, το φόρεμα των σανταλιών και τα συνηθισμένα εξαρτήματα ενός θεϊκού ταξιδιού, αλλά και παρακάμπτει δίχως πολλά πολλά το παλιό, υπομονετικό επίθετο και ορμά στο προσκήνιο με ένα στίχο που τελειώνει: "Ήρθε τότε η Αθηνά /..." (Παρόμοια ξαφνιάζει, και παρόμοια καταλύει το σύνηθες στερεότυπο τέλος του στίχου, η αιφνίδια εμφάνισή της στον Διομήδη, Κ 507). Στέκεται πίσω από τον Αχιλλέα, και για μιαν ακόμη φορά οι συνηθισμένες τοπικότητες παραβιάζονται, αφού αντί να του απευθύνει τον λόγο τον αρπάζει από τα μαλλιά (για μιαν ακόμη φορά τα συναισθήματα εκφράζονται μέσω σωματικής δραστηριότητας). Εκείνος στρέφεται πίσω κατάπληκτος, και για τρίτη φορά οι συνήθεις συμβάσεις ανατρέπονται, αφού αντί να ακούσει τι έχει να του πει η επισκέπτρια (πράγμα που αποτελεί κανονικό συστατικό τέτοιων τυπικών σκηνών) της απευθύνεται πρώτος.

Σκόπιμα παραβλέπει τον προφανή λόγο της εκεί παρουσίας της και την καλεί να παρατηρήσει πώς θα τιμωρηθεί ο Αγαμέμνων· η ίδια επιθετική αμεσότητα εμφανίζεται και αργότερα, όταν ο Πάτροκλος παρουσιάζεται δακρυσμένος και ο Αχιλλεύς παραβλέπει τον προφανή λόγο της ταραχής του (τα παθήματα των Ελλήνων) και τον ρωτάει αν έλαβε κακές ειδήσεις από την πατρίδα (Π 2 κ.εξ.) Η Αθηνά τον παροτρύνει να κάνει πίσω, αν πρόκειται να την ακούσει [...] και υπόσχεται ότι σε τελική ανάλυση το όφελος θα είναι δικό του. Εκείνος, ενεργώντας συνετά, αν και απρόθυμα, συγκατατίθεται (την ίδια σύντομη, απρόθυμη απάντηση θα δώσει και στο αίτημα της Θέτιδος στο Ω 139-140) και πιστοποιεί τη συγκατάθεσή του βάζοντας (πράξη συμβολική) το ξίφος του πίσω στη θήκη.

Έχει σημασία να παρατηρήσουμε τι ακριβώς παρουσιάζεται να πράττει εδώ η Αθηνά. Δεν εμβάλλει καμίαν ιδέα στον νου του ήρωα, ούτε και ασκεί κάποια ανώτερη εξουσία στη σκέψη του. Τον βεβαιώνει για την στοργική φροντίδα της Ήρας τόσο για τον ίδιον όσο και για τον Αγαμέμνονα, τον παροτρύνει να μη χτυπήσει τον Αγαμέμνονα, αλλά να εκτονώσει τον θυμό του με προσβολές, και του λέει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα αποζημιωθεί πλήρως για ό,τι ανεχθεί τώρα. Δεν υπάρχει καμία απειλή. Ούτε υπάρχει και λογική επιχειρηματολογία, πράγμα που εξηγεί, εν μέρει, για ποιο λόγο η Αθηνά δεν πρέπει να θεωρηθεί απλώς προβολή, τρόπον τινά, της πιο νηφάλιας πλευράς του ιδίου του Αχιλλέως· αυτά που εκείνη λέει δεν έχουν καμία σχέση με ό,τι στοχάζεται εκείνη τη στιγμή ο Αχιλλεύς. Ο ήρωας δεν υπακούει στη φωνή της λογικής· διαλέγει να ακολουθήσει τη συμβουλή της, γιατί σέβεται τους θεούς και γνωρίζει, σαν λογικός άνθρωπος που είναι, ότι τους θεούς τους αψηφά κανείς μονάχα με προσωπικό αντίτιμο. Η απόφαση όμως είναι δική του.»

 

αρ