Να μελετήσετε τα παρακάτω παραδείγματα:
— Ἰδὼν ποτὲ Διογένης Ὀλυμπιονίκην πρόβατα νέμοντα, «ταχέως,» εἶπεν, «ὦ βέλτιστε (= φίλε μου) μετέβης ἀπὸ τῶν Ὀλυμπίων ἐπὶ τὰ Νέμεα.»
— Πρὸς τοὺς συμβουλεύοντας τὸν ἀποδράντα αὐτοῦ δοῦλον ζητεῖν, «γελοῖον,» Διογένης ἔφη, «εἰ Μάνης μὲν χωρὶς Διογένους ζῇ, Διογένης δὲ χωρὶς Μάνου οὐ δυνήσεται.»
— Ἐπάταξεν αὐτὸν εἰς τὴν κεφαλὴν λίθῳ καὶ αἷμα ἐρρύη.
— Ἐρωτηθεὶς Θαλῆς τί δύσκολον, ἔφη, «τό ἑαυτὸν γνῶναι·» τί δὲ εὔκολον, «τῷ ἄλλῳ ὑποθέσθαι (= το να συμβουλεύεις).»
— Κυμαῖος ἐν τῷ κολυμβᾶν βροχῆς γενομένης διὰ τὸ μὴ βραχῆναι εἰς τὸ βάθος κατέδυ.
Οι υπογραμμισμένες λέξεις είναι τύποι αορίστου β’ των βαρυτόνων ρημάτων μεταβαίνω, ἀποδιδράσκω, ῥέω, γιγνώσκω, καταδύομαι.
Ο αόριστος β’ των ρημάτων αυτών κλίνεται σύμφωνα με το ἔστην (αόρ. β’ του ρ. ἵστημι), όπως φαίνεται στον ακόλουθο πίνακα:
ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄ | |||||
Οριστική | ἔ-βη-ν | ἔ-δρα-ν | ἐρρύη-ν | ἔ-γνω-ν | ἔ-δυ-ν |
ἔ-βη-ς | ἔ-δρα-ς | ἐρρύη-ς | ἔ-γνω-ς | ἔ-δυ-ς | |
ἔ-βη | ἔ-δρα | ἐρρύη | ἔ-γνω | ἔ-δυ | |
ἔ-βη-μεν | ἔ-δρα-μεν | ἐρρύη-μεν | ἔ-γνω-μεν | ἔ-δυ-μεν | |
ἔ-βη-τε | ἔ-δρα-τε | ἐρρύη-τε | ἔ-γνω-τε | ἔ-δυ-τε | |
ἔ-βη-σαν | ἔ-δρα-σαν | ἐρρύη-σαν | ἔ-γνω-σαν | ἔ-δυ-σαν | |
Υποτακτική | βῶ | δρῶ | ῥυῶ | γνῶ | δύ-ω |
βῇς | δρᾷς | ῥυῇς | γνῷς | δύ-ῃς | |
βῇ | δρᾷ | ῥυῇ | γνῷ | δύ-ῃ | |
βῶμεν κτλ. | δρῶμεν κτλ. | ῥυῶμεν κτλ. | γνῶμεν κτλ. | δύωμεν κτλ. | |
Ευκτική | βαίη-ν | δραίη-ν | ῥυείη-ν | γνοίη-ν | δῦ-θι |
βαίη-ς | δραίη-ς | ῥυείη-ς | γνοίη-ς | δύ-τω | |
βαίη | δραίη | ῥυείη | γνοίη | δῦ-τε | |
βαῖ-μεν κτλ. | δραῖ-μεν κτλ. | ῥυεῖ-μεν κτλ. | γνοῖ-μεν κτλ. | δύ-ντων ή δύτωσαν | |
Προστακτική | βῆ-θι | δρᾶ-θι | γνῶ-θι | ||
βή-τω | δρά-τω | γνώ-τω | |||
βῆ-τε | δρᾶ-τε | γνῶ-τε | |||
βά-ντων ή | δρά-ντων ή | γνό-ντων ή | |||
βή-τωσαν | δρά-τωσαν | γνώ-τωσαν | |||
Απαρ. | βῆ-ναι | δρᾶ-ναι | ῥυῆ-ναι | γνῶ-ναι | δῦ-ναι |
Μετοχή | βὰς | δρὰς | ῥυεὶς | γνοὺς | δὺς |
(βάντος) | (δράντος) | (ῥυέντος) | (γνόντος) | (δύντος) | |
βᾶσα | δρᾶσα | ῥυεῖσα | γνοῦσα | δῦσα | |
(βάσης) | (δράσης) | (ῥυείσης) | (γνούσης) | (δύσης) | |
βὰν | δρὰν | ῥυὲν | γνὸν | δὺν | |
(βάντος) | (δράντος) | (ῥυέντος) | (γνόντος) | δύντος |
• Τα βαρύτονα ρήματα, τα οποία σχηματίζουν αόριστο β’ κατά τα ρήματα σε -μι, έχουν θέμα με χαρακτήρα:
1. η και ᾰ: βαίνω, αόρ. β’ ἔ-βη-ν (θ. βη-, βᾰ-), φθάνω, αόρ. β’ ἔ-φθη-ν (θ. φθη-, φθᾰ-)·
2. ᾱ και ᾰ: (ἀπο)-δι-δρά-σκ-ω, αόρ. β’ (ἀπ)-έ-δρᾱ-ν (θ. δρᾱ-, δρᾰ-), γηρά-σκ-ω, αόρ. β’ ἐ-γήρᾱ-ν (θ. γηρᾱ-, γηρᾰ-)·
3. η και ε: ρέω, αόρ. β’ ἐρ-ρύη-ν (θ. ῥυη-, ῥυε-)·
4. ω και ο: ἁλ-ίσκ-ομαι, αόρ. β’ ἑ-άλω-ν (θ. ἁλω-, ἁλο-), γι-γνώ-σκ-ω, αόρ. β’ ἔ-γνω-ν (θ. γνω-, γνο), βιῶ/ζῶ, αόρ. β’ ἐ-βίω-ν (θ. βιω-, βιο-)·
5. ῡ και ῠ: δύ-ομαι, αόρ. β’ ἔ-δῡ-ν (θ. δῡ-, δῠ-), φύ-ομαι, αόρ. β’ ἔ-φῡ-ν (θ. φῡ-, φῠ-).
→ 1. Να αναγνωρίσετε τους τύπους του αορίστου β’ που υπάρχουν στις παρακάτω προτάσεις:
Μελέτησε την άσκηση εδώ.
1. Ἀποδρὰς δὲ τοῦτον ἔφευγε μὲν τοὺς ἐνθάδε θεούς, ἔφευγε δὲ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν.
2. Σχολαστικὸς φίλον συναντήσας εἶπε· καθ’ ὕπνους σε ἰδὼν προσηγόρευσα. Ὁ δέ· σύγγνωθί (= συγχώρεσε) μοι, ὅτι οὐ προσέσχον (= πρόσεξα).
3. Λαθραίως παρεισδὺς εἰς τὴν πατρίδα καὶ τήν τε γυναῖκα καὶ τὰς θυγατέρας παραλαβὼν πρὸς Ἀντίγονον ἐλθὼν ἀθυμίᾳ (= από θλίψη) τὸν βίον κατέστρεψε (= τελείωσε τη ζωή του, πέθανε).
4. Ἁπλοῦς ὁ μῦθος (= λόγος) τῆς ἀληθείας ἔφυ (= είναι από τη φύση του).
5. Πρὸς γὰρ τὸ τελευταῖον ἐκβὰν ἕκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται.
6. Ἐγὼ σ’ ἔθρεψα, σὺν (= μαζί σου) δὲ γηράναι θέλω.
7. Ἐβίωσαν μετ’ ἀλλήλων ἥδιστα.
8. Χίλων ὁ Λακεδαιμόνιος ὅτε φιλάργυρός τις ἐξεφέρετο (= κηδευόταν), ἔφη· οὗτος βίον ἀβίωτον βιοὺς ἄλλοις τὸν βίον καταλέλοιπεν.
→ 2. Να συμπληρώσετε τις προτάσεις με τον κατάλληλο τύπο των ρημάτων που δίνονται σε παρένθεση:
Μελέτησε την άσκηση εδώ.
1. Πορευθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ τὸν ... πρῶτον ἰχθὺν ἆρον (= σήκωσε), καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα (= ασημένιο νόμισμα). (μτχ. αορ. β’ του αναβαίνω).
2. Ἐτελεύτησε δὲ γηραιός, ἔτη ... ἐβδομήκοντα. (μτχ. αορ. β’ του ζῶ).
3. Τὸ μειράκιον ὡς ... , ῥίψας τὸ ἱμάτιον, φεύγων ᾤχετο (= έφευγε τρέχοντας), οὗτοι δὲ αὐτὸν ἐπεδίωκον (= καταδίωκαν). (οριστ. αορ. β’ του γιγνώσκω = αντιλαμβάνομαι).
4. Οὐκ ἂν δυναίμην θῆλυν ... στολήν. (απαρ. αορ. β’ του ἐνδύομαι).
5. Ἀλλὰ νῦν, φεῦ τῶν κακῶν, ἀπώλετο πᾶν· ... γὰρ Κωνσταντινούπολις. (οριστ. αορ. β’ του ἁλίσκομαι).
6. Ὁ Ἁσωπὸς ποταμὸς ... μέγας καὶ οὐ ῥᾳδίως διαβατὸς ἦν. (οριστ. αόρ. β’ του ῥέω).
7. Σὺ δὲ καὶ τὴν Μακεδονικήν χλαμύδα καταβαλών κάνδυν (= περσικό μανδύα), ὥς φασι, ... (οριστ. αορ. β’ του μετενδύομαι = φοράω άλλα ρούχα, αλλάζω ρούχα).
8. Πύρρων πρὸς τὰ ἐνενήκοντα ἔτη ... (οριστ. αόρ. β’ του καταβιῶ = τελειώνω τη ζωή μου).
9. ..., ὦ αὗται. (προστ. αορ. β’ του ἀποδύομαι, β’ πληθ.).
10. Σχολαστικὸς καθ’ ὕπνους ἧλον (= καρφί) πεπατηκέναι δόξας τὸν πόδα περιέδησεν (= περιέδεσε). Ἑταῖρος (= φίλος) δὲ αὐτοῦ πυθόμενος τὴν αἰτίαν καὶ ...· δικαίως, ἔφη, μωροὶ καλούμεθα. Διὰ τί γὰρ ἀνυπόδητος κοιμᾶσαι; (μτχ. αορ. β’ του γιγνώσκω).
→ 3. Να μεταφράσετε το παρακάτω κείμενο, αφού αναγνωρίσετε τον υπογραμμισμένο ρηματικό τύπο:
Πλέων ποτὲ ἐπεὶ τὸ σκάφος ἔγνω πειρατικόν, λαβὼν τὸ χρυσίον ἠρίθμει· ἔπειτα εἰς θάλατταν ὡς μὴ θέλων παρακατέβαλε καὶ δῆθεν ἀνῴμωξεν. Οἱ δὲ καὶ ἐπειπεῖν φασιν αὐτὸν ὡς ἄμεινον ταῦτα δι’ Ἀρίστιππον ἢ διὰ ταῦτα Ἀρίστιππον ἀπολέσθαι.
Λαερτίου Διογένους Φιλοσόφων βίων καὶ δογμάτων συναγωγή, Αρίστιππος, II 77
Λεξιλόγιο | ||
παρακατέβαλε | = | έριξε |
ἀνῴμωξεν | = | θρήνησε μεγαλόφωνα |
οἱ δὲ | = | άλλοι ωστόσο |
Για τον πλάγιο λόγο μπορείς να διαβάσεις στον «Ελληνικό Πολιτισμό» εδώ.
Ασκήσεις θα βρεις εδώ
Μπορείς να συμβουλευτείς τη Γραμματική της Α.Ε. εδώ