Αρχαία ελληνική μυθολογία

Κύκλος του Ηρακλή

ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ

Ο Ηρακλής καταδιώκει τον Νέσσο που άρπαξε την Δηιάνειρα. Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Ζωγράφου του Αριστοφάνη και του αγγειοπλάστη Εργίνου, περίπου 420-410 π.Χ.



1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69 70 71 72 73 74 75 76 77

 

Η Δηιάνειρα ήταν κόρη του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα και της Αλθαίας, κόρης του Θέστιου, και αδελφή του Μελέαγρου. Κατά μία εκδοχή η Αλθαία την είχε αποκτήσει από τον Διόνυσο, όταν ο θεός φιλοξενήθηκε από τον Οινέα στην Καλυδώνα. Λεγόταν ότι το κορίτσι αυτό, σαν άλλη Αμαζόνα, οδηγούσε άρμα και ασκούνταν στις πολεμικές τέχνες. Όταν πέθανε ο Μελέαγρος, έχοντας εκείνος προηγουμένως σκοτώσει όλα τα αδέλφια της μητέρας του, τους γιους του παππού του Θέστιου, η θεά Άρτεμη μεταμόρφωσε τις αδελφές του που θρηνούσαν για τον θάνατό του σε πουλιά, ακουμπώντας τες με ένα ραβδί, (εικ) και τις πήγε στο νησί Λέρος, όπου κάθε άνοιξη πενθούσαν για τον αδελφό τους. Πιστευόταν ότι τα δάκρυα των Μελεαγρίδων, όπως και των Ηλιάδων, σχημάτιζαν το ήλεκτρο (Πλ., Φυσική Ιστορία 37,40). Λεγόταν, ακόμη, ότι η θεά, μετά από παράκληση του θεού Διόνυσου, δεν μεταμόρφωσε παρά μόνο τις δύο από τις τέσσερις, ενώ η Γόργη και η Δηιάνειρα γλίτωσαν· ή ότι τις μεταμόρφωσε όλες αλλά ο Διόνυσος ξαναέδωσε την ανθρώπινη μορφή στις δύο κόρες. [Εικ. 1]

Υπόσχεση για ένα γάμο

Ο Ηρακλής, όταν ήταν να επιτελέσει τον άθλο της κατάβασης στον Κάτω Κόσμο για να φέρει στον Ευρυσθέα τον Κέρβερο, πριν αναχωρήσει για το ακρωτήριο Ταίναρο της Λακωνίας (κατά άλλους για την Ηράκλεια του Πόντου), όπου βρισκόταν το στόμιο που οδηγεί στον Άδη, πήγε στην Ελευσίνα, για να εξαγνιστεί από τον φόνο των Κενταύρων και μετά να μυηθεί στα μυστήρια που δίδασκαν τους τρόπους να φτάσει κανείς με ασφάλεια στον Κάτω Κόσμο μετά τον θάνατό του. Καθαρμένος και μυημένος άρχισε την κατάβαση στον Κάτω Κόσμο. Με εντολή του Δία του παραστέκονταν ο Ερμής και η Αθηνά. Εκεί συνάντησε διάφορους νεκρούς που στο πέρασμά του εξαφανίζονταν, εκτός από τη Γοργόνα Μέδουσα και τον Μελέαγρο. Τράβηξε το σπαθί του εναντίον της Μέδουσας και θέλησε να τοξεύσει τον Μελέαγρο. Για την πρώτη ο Ερμής τον προειδοποίησε ότι επρόκειτο απλώς για σκιά. Ο δεύτερος τον πλησίασε και με τη συγκινητική του ιστορία για τη ζωή και τον θάνατό του αφόπλισε τον Ηρακλή που δάκρυσε. Τότε ήταν που ο ήρωας του υποσχέθηκε ότι θα παντρευόταν μια αδελφή του, αν υπήρχε καμία ζωντανή. Έτσι δεσμεύτηκε να παντρευτεί τη Δηιάνειρα.

Τήρηση της υπόσχεσης

Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο Ηρακλής τον πέμπτο χρόνο μετά την εγκατάστασή του στη Φενεό, λυπημένος από τον θάνατο του Οιωνού, γιου του Λικύμνιου, και του αδελφού του Ίφικλου, έφυγε με τη θέλησή του από την Αρκαδία και από όλη την Πελοπόννησο. Τον ακολούθησαν πολλοί άλλοι από την Αρκαδία στην Καλυδώνα όπου πήγε και εγκαταστάθηκε. Φτάνοντας εκεί, και θέλοντας να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον Μελέαγρο, ζήτησε να παντρευτεί την κόρη του Οινέα Δηιάνειρα, την οποία όμως διεκδικούσε και ο θεός ποταμός Αχελώος. [Εικ. 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10]

Ο Ηρακλής και η Δηιάνειρα. Μετόπη από τον ναό της Ήρας στην αρχαία Ποσειδωνία, περίπου 6ος αι. π.Χ.

Πάλη με Αχελώο

Ο Αχελώος, ο θεός του μακρύτερου ποταμού στον ελληνικό χώρο, που διέτρεχε την Αιτωλία, θεωρείται γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, πρωτότοκος αδελφός τριών χιλιάδων αδελφών-ποταμών. Ο Αχελώος, όπως και άλλοι θεοί ποταμοί, είχε την ικανότητα των πολλαπλών εμφανίσεων· έπαιρνε τη μορφή ταύρου, φιδιού με κεφάλι Σατύρου ή/και Κενταύρου ή ταύρου με κεφάλι ανθρώπου, Κενταύρου, ιχθυοειδούς όντος. Του αποδίδονται πολλοί έρωτες, με τη Μούσα Μελπομένη αλλά και με άλλες Μούσες, και πολλές κόρες-πηγές, την Πειρήνη στην Κόρινθο, την Κασταλία στους Δελφούς, τη Δίρκη στη Θήβα, την Καλλιρρόη. Και ακόμη τις Σειρήνες. Πόθησε και την κόρη του Οινέα Δηιάνειρα, εκείνη όμως δεν ήθελε έναν τόσο άβολο σύζυγο. Γι’ αυτό δέχτηκε για σύζυγο τον Ηρακλή που όμως έπρεπε να τη διεκδικήσει από τον Αχελώο σε μια πάλη που θυμίζει την πάλη του Θησέα με τον Μινώταυρο. Πρόκειται για ένα γαμήλιο διαγωνισμό διεκδίκησης της νύφης, έναν αθλητικό αγώνα με διαιτητή την Αφροδίτη, που όμως έχει ξεφύγει από τα ελεγχόμενα πλαίσια των συνηθισμένων αγώνων ανάμεσα σε μνηστήρες ή ανάμεσα στον μνηστήρα και τον πατέρα της κόρης. (Σοφ., Τραχ. 497-539δεσμός)

Σε ερυθρόμορφο κρατήρα με κιονόσχημες λαβές του 460-450 π.Χ., ο Ηρακλής παριστάνεται με το ρόπαλο υψωμένο να έχει ξεριζώσει το ένα κέρατο του Αχελώου, που εδώ εμφανίζεται σαν ταύρος με κεφάλι ανθρώπινο. Από το στόμα του θεού-ποταμού τρέχει νερό, ενώ η Δηιάνειρα, με νυφική φορεσιά, παρακολουθεί [Εικ. 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23]. Ο Αχελώος θεώρησε ότι νικήθηκε και ζήτησε πίσω το κέρατο, δίνοντας ως αντάλλαγμα στον Ηρακλή το κέρας της Αμαλθείας, το οποίο είχε πάρει από την κόρη του Ωκεανού Αμάλθεια, και από το οποίο έβγαιναν ποτά και φαγητά. Ο Ηρακλής με τη σειρά του το έδωσε στους Καλυδώνιους και λατρεύτηκε στα βουνά ως θεός της γονιμότητας και της ευφορίας που μπορεί να επέλθει με την ορθολογική διευθέτηση και τον έλεγχο των υδάτων. Στην ουσία, ο Ηρακλής λατρεύτηκε ως θεός χθόνιος. Εξάλλου, ο Ηρακλής διεκδίκησε τη Διηάνειρα, επειδή του το ζήτησε η ψυχή του Μελέαγρου, την οποία συνάντησε, όταν κατέβηκε στον Άδη για τον Κέρβερο.

Στον δρόμο για την εξορία

Πρώτο επεισόδιο

καὶ ὁ Νέσσος ἐνταῦθα λέγεται πορθμεὺς ἀποδεδειγμένος ὑφ᾽ Ἡρακλέους ἀποθανεῖν, ἐπειδὴ πορθμεύων τὴν Δηιάνειραν ἐπεχείρει βιάσασθαι.

(Στρ. 10.2.5)

Σε συμπόσιο στο παλάτι του Οινέα ο Ηρακλής χτύπησε με τη γροθιά του τον γιο του Αρχιτέλη Εύνομο, συγγενή του Οινέα, την ώρα που του έριχνε νερό για να πλυθεί —ο νεαρός έκανε το λάθος να ρίξει στα χέρια του Ηρακλή το νερό που ήταν για τα πόδια. Αλλά παρόλο που ο πατέρας του παιδιού τον συγχώρεσε, επειδή ο φόνος έγινε χωρίς πρόθεση, ο Ηρακλής θέλησε να υποστεί την ποινή της εξορίας κατά τα καθιερωμένα. Στον δρόμο από τη Θεσπρωτία προς την Τραχίνα για τη γενέθλια πόλη του, Θήβα, έφτασε στον ποταμό Εύηνο. Εκεί ζούσε ο Κένταυρος Νέσσος που περνούσε τους διαβάτες στην απέναντι όχθη έναντι αμοιβής, ισχυριζόμενος ότι είχε αναλάβει από τους θεούς την υπηρεσία αυτή, επειδή ήταν πολύ δίκαιος. Και ενώ ο Ηρακλής πέρασε μόνος του το ποτάμι, εμπιστεύθηκε τη γυναίκα του στον Κένταυρο να την περάσει απέναντι κουβαλώντας την στην πλάτη του. Σύμφωνα με την αφήγηση του Οβίδιου (Μετ. 9.89-158), εκείνη την εποχή ο ποταμός ήταν φουσκωμένος από τις βροχές, ήταν αδιάβατος και με πολλές δίνες. Η νύφη στάθηκε τρομαγμένη, μπροστά στη θέα τόσο του φουσκωμένου ποταμού όσο και του Κένταυρου. Πράγματι, μόλις μπήκαν στο νερό, ο Κένταυρος προσπάθησε να τη βιάσει, αλλά ο Ηρακλής, που αντιλήφθηκε το γεγονός από τις φωνές τις γυναίκας του, κατάφερε να διαπεράσει το στέρνο του Κένταυρου με ένα από τα δηλητηριώδη βέλη του, που είχε βουτήξει στο αίμα της Λερναίας Ύδρας, κτυπώντας τον από την άλλη όχθη του ποταμού, όπου ο ήρωας είχε φτάσει, ή, κατά άλλους, την ώρα που έβγαινε από τον ποταμό. [Εικ. 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66] Ετοιμοθάνατος στη λάσπη της όχθης, ο Νέσσος ξεγέλασε τη Δηιάνειρα λέγοντάς της ότι, αν ανακατέψει το σπέρμα του με το αίμα που έτρεχε από την πληγή του και αυτά τα δύο τα έριχνε σε λάδι ελιάς, θα αποκτούσε ένα ερωτικό φίλτρο που θα έκαμνε τον Ηρακλή να έλκεται ερωτικά από εκείνη πάντα. Και αυτή, χωρίς να ξέρει ότι το βέλος του Ηρακλή ήταν εμποτισμένο με δηλητήριο, αλλά και μη μπορώντας να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή λογικά γιατί ο νεκρός από τον άνδρα της Κένταυρο να θέλει να κρατά ζωντανή την ερωτική ζωή του ζεύγους που του προκάλεσε τον θάνατο, το έφτιαξε και το φύλαγε σε ένα δοχείο επάνω της, μέχρι τη στιγμή που ο Ηρακλής έφερε στο σπίτι τους μια νέα γυναίκα, την Ιόλη. [Εικ. 67]

Δεύτερο επεισόδιο

Καθώς διέσχιζαν τη χώρα των Δρυόπωνδεσμός στην οροσειρά του Παρνασσού, ο Ύλλος πείνασε. Έτσι, όταν ο Ηρακλής συνάντησε τον Θειοδάμαντα, τον ίδιο των βασιλιά των Δρυόπων, που όργωνε οδηγώντας άμαξα με ένα ζευγάρι βόδια, του ζήτησε φαγητό για το παιδί, όμως εκείνος αρνήθηκε. Τότε ξέζεψε ένα από τα βόδια, θυσίασε στους θεούς, τεμάχισε το σφάγιο και έφαγαν. Στο μεταξύ ο Θειοδάμαντας είχε τρέξει στην πόλη, συγκέντρωσε τον στρατό του και ξαναγύρισε να αντιμετωπίσει τον Ηρακλή σε μια μάχη που ανάγκασε και τη Δηιάνειρα να πολεμήσει, η οποία μάλιστα πληγώθηκε στο στήθος. Παρά τη δυσχερή θέση της οικογένειας, ο Ηρακλής τελικά νίκησε και σκότωσε τον Θειοδάμαντα, άρπαξε μάλιστα και τον γιο του, τον νέο και όμορφο Ύλα, που πολύ τον ερωτεύτηκε και ο οποίος τον συνόδευσε στην Αργοναυτική εκστρατεία. Όταν έφτασαν στην Τραχίνα, στον Κήυκα, το ζευγάρι έγινε θερμά δεκτό. Εκεί γεννήθηκαν δύο ακόμη γιοι τους, ο Γληνέας και ο Οδίτης.

Ερωτικά ελιξίρια και θάνατοι

Στην Τραχίνα ο Ηρακλής συγκέντρωσε στρατό για να επιτεθεί στην Οιχαλία, κυρίευσε την πόλη, σκότωσε τον βασιλιά και τα παιδιά του, έθαψε όσους από τους συμπολεμιστές του είχαν πεθάνει, λαφυραγώγησε την πόλη και πήρε αιχμάλωτες γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες και την κόρη του βασιλιά Ιόλη, για την οποία λεγόταν ότι ήταν και η πραγματική αιτία αυτού του πολέμου, δηλαδή ο έρωτας του Ηρακλή για εκείνη. Στην τραγωδία Τραχίνιες ο Σοφοκλής περιγράφει τα πάθη τής μόνιμα σε αναμονή συζύγου του Ηρακλή, της Δηιάνειρας, που το όνομά της σηματοδοτεί την καταστροφή του συζύγου (<δηϊόω = κατασφάζω, κόπτω, φονεύω + ἀνὴρ). Η εξόριστη Δηιάνειρα περιμένει εδώ και 15 μήνες στην Τραχίνα την επιστροφή του συζύγου της. Η αγωνία της επιτείνεται λόγω των σημαδιακών χρησμών που αφορούν στη ζωή του ήρωα: εάν ο Ηρακλής επιστρέψει μέσα στα προκαθορισμένα χρονικά όρια, τότε τα πάθη του θα λάβουν τέλος ή θα πεθάνει. Η Τροφός τη συμβουλεύει να στείλει τον γιο τους Ύλλο, για να μάθει τι συμβαίνει. Η ατμόσφαιρα αβεβαιότητας διαλύεται, όταν χαρμόσυνα νέα φτάνουν από τον απεσταλμένο του Ηρακλή Λίχα: ο Ηρακλής επιστρέφει νικητής. Μαζί του φέρνει, ως τρόπαια της νίκης του, αιχμάλωτες από την Οιχαλία, την πόλη που κυρίευσε και κατέστρεψε. Ανάμεσα σ’ αυτές, μια όμορφη και αινιγματική μέσα στη σιωπή της παρουσία θα προκαλέσει το ενδιαφέρον της Δηιάνειρας. Η αποκάλυψη ότι η αιχμάλωτη αυτή είναι η βασιλοπούλα Ιόλη και ότι ο Ηρακλής εξαιτίας του πάθους του γι’ αυτήν, κυρίευσε την πατρίδα της, αναστατώνει τη Δηιάνειρα. Στην προσπάθειά της να ξαναζωντανέψει τον έρωτα του Ηρακλή, στέλνει με τον Λίχα δώρο στον άντρα της έναν χιτώνα αλειμμένο με το αίμα του Κένταυρου Νέσσου. [Εικ. 67, 68, 69, 70, 71] Όμως, χωρίς να το ξέρει, το δώρο της αντί για τον έρωτα του Ηρακλή, επέφερε οδυνηρό θάνατο — το δηλητήριο κατέκαψε και κατέφαγε τη σάρκα του. Μη μπορώντας να αντέξει τους πόνους ο Ηρακλής πυρπολήθηκε στην Οίτη. [Εικ. 72, 73, 74, 75, 76, 77] Οι παλιοί χρησμοί για μια ακόμη φορά, αποκαλύπτουν το ακριβές τους νόημα, όμως μετά την επαλήθευσή τους… Η Δηιάνειρα αποχωρεί και αυτοκτονεί με αγχόνη ή με ξίφος. Ο Ύλλος, εν είδει αγγέλου, περιγράφει τα πάθη του πατέρα του από το δηλητηριασμένο πουκάμισο που οι θεατές θα διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι με την εμφάνιση του Ηρακλή επί σκηνής. Ο ήρωας, βιώνοντας την οδύνη του σωματικού πόνου, αναζητά την «ένοχη» Δηιάνειρα, μέχρι που μαθαίνει τον θάνατό της. Αμέσως μετά παίρνει και ο ίδιος τον δρόμο του θανάτου του στην Οίτη, αφού πρώτα έβαλε τον γιο του να του υποσχεθεί ότι θα αποκαταστήσει με τον γάμο τους την κόρη που ο Ύλλος θεωρεί υπεύθυνη για τον θάνατο των γονιών του. Σύμφωνα με τον Ησίοδο η Δηιάνειρα είχε από τον Ηρακλή έναν ακόμη γιο, τον Κτήσιππο και μια κόρη, τη Μακαρία.

Παραλλαγή

Κατά μια παραλλαγή η Δηιάνειρα που παντρεύτηκε ο Ηρακλής είναι κόρη του Δεξαμενού. Ο γάμος έγινε ως εξής: Παρά το θαυμαστό αποτέλεσμα που πέτυχε ο Ηρακλής καθαρίζοντας τους στάβλους του Αυγεία, εκείνος, όταν έμαθε ότι ο Ηρακλής είχε εκτελέσει το έργο κατ’ εντολή του Ευρυσθέα, αρνήθηκε να του δώσει την αμοιβή που του είχε υποσχεθεί, αρνιόταν μάλιστα ότι είχε υποσχεθεί να του δώσει αμοιβή και έλεγε ότι ήταν έτοιμος ακόμα και να δικαστεί γι’ αυτό το θέμα. Όταν οι δικαστές κατέλαβαν τις θέσεις τους, ο γιος του Αυγεία Φυλέας κλήθηκε από τον Ηρακλή και μίλησε εναντίον του πατέρα του, συνηγορώντας πάνω στο θέμα της συμφωνημένης αμοιβής. Οργισμένος ο Αυγείας, πριν ακόμη εκδοθεί η απόφαση, διέταξε και τον Φυλέα και τον Ηρακλή να εγκαταλείψουν την Ήλιδα – την απροθυμία του Αυγεία τιμώρησε αργότερα ο Ηρακλής οργανώνοντας εκστρατεία εναντίον του (Απολλόδ. 2.7.2). Ο Φυλέας πήγε στο Δουλίχιο, μία από τις Εχινάδες νήσους στις εκβολές του Αχελώου στο Ιόνιο [1] και εγκαταστάθηκε εκεί, ενώ ο Ηρακλής κατευθύνθηκε προς τον Ώλενο της Αχαΐας, στον βασιλιά Δεξαμενό, τον γιο του Οικέα. Τον βρήκε να ετοιμάζεται, απρόθυμα και καταναγκαστικά, να αρραβωνιάσει με τη βία την κόρη του Μνησιμάχη με τον Κένταυρο Ευρυτίωνα, έναν παράξενο στην όψη μνηστήρα. Ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή για να απαλλάξει την κόρη του από τον επίδοξο σύζυγο. Εκείνος την πρόσφερε πρόθυμα σκοτώνοντας τον Ευρυτίωνα την ώρα που ο Κένταυρος ερχόταν να πάρει τη νύφη. Άλλη αφήγηση (Διόδ. 4.33.1) θέλει τον Ηρακλή να καταφθάνει στην αυλή του βασιλιά την ώρα που πάντρευε την κόρη του Ιππολύτη με τον Αζάνα· εκεί είδε τον Κένταυρο Ευρυτίωνα να παραμονεύει για να αρπάξει την κόρη, οπότε και τον σκότωσε.

Μετὰ δὲ ταῦτα Ἡρακλῆς μὲν ἐπανελθὼν εἰς Πελοπόννησον ἐστράτευσεν ἐπ´ Αὐγέαν διὰ τὴν ἀποστέρησιν τοῦ μισθοῦ· γενομένης δὲ μάχης πρὸς τοὺς Ἠλείους, τότε μὲν ἄπρακτος ἐπανῆλθεν εἰς Ὤλενον πρὸς Δεξαμενόν· τῆς δὲ τούτου θυγατρὸς Ἱππολύτης συνοικιζομένης Ἀζᾶνι, συνδειπνῶν Ἡρακλῆς καὶ θεασάμενος ἐν τοῖς γάμοις ὑβρίζοντα τὸν Κένταυρον Εὐρυτίωνα καὶ τὴν Ἱππολύτην βιαζόμενον, ἀπέκτεινεν.

(Διόδ. 4.33.1)

Ο Υγίνος (33) παραδίδει με άλλες λεπτομέρειες τον μύθο. Όταν ο Ηρακλής είχε έρθει στην αυλή του βασιλιά Δεξαμενού, αποπλάνησε την κόρη του με την υπόσχεση ενός γάμου. Σε αυτή την εκδοχή η κόρη ονομάζεται Δηιάνειρα. Μετά την αναχώρησή του, ο Ευρυτίωνας θέλησε να νυμφευθεί την κόρη του βασιλιά, και επειδή εκείνος φοβήθηκε τη βία του Κένταυρου, του την υποσχέθηκε. Την καθορισμένη ημέρα ο Ευρυτίωνας ήρθε με τα αδέρφια του για τον γάμο, όμως ο Ηρακλής παρενέβη, σκότωσε τον επίδοξο γαμπρό και οδήγησε την κόρη στο σπίτι του. Ο γιος του Δεξαμενού Ευρύπυλος διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο και ακολούθησε τον Ηρακλή στην Τροία.


Σχετικά λήμματα

ΓΛΗΝΕΑΣ-ΓΛΗΝΟΣ, ΔΗΙΑΝΕΙΡΑ, ΕΥΡΥΣΘΕΑΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΟΔΙΤΗΣ ή ΟΝΕΙΤΗΣ, ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ, ΥΛΛΟΣ

 




1. Βλ. ενδεικτικά Στράβ. 8.2.2.8 ή 8.3.8.30 ή 8.3.8.30.