Ελληνικός Πολιτισμός

Ηρακλής

Άθλοι, Πάρεργα, Πράξεις, Κατορθώματα

 

 

Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή, ενσωμάτωση ή αναπαραγωγή
με οποιοδήποτε τρόπο του κειμένου. © Δήμητρα Μήττα

 

 

ΟΙ ΑΘΛΟΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

1   7 1 7
2   8 2 8
3   9 3 9
4   10 4 10
5   11 5 11
6   12 6 12

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΠΗΓΕΣ

 

Αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο Ηρακλής και η δράση του είναι γνωστά στα ομηρικά έπη και ότι ο Όμηρος καταγράφει μια ήδη παγιωμένη κατάσταση, τότε μπορούμε με βεβαιότητα να συμπεράνουμε ότι η μορφή του Ηρακλή ανάγεται στους πριν από τον 8ο αι. π.Χ. αιώνες και στην προφορική παράδοση.

 

Στους ιστορικούς χρόνους και μέχρι τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς α) αοιδοί, ποιητές, καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, ιστορικοί και λοιποί γραμματικοί, β) τοπικές παραλλαγές και συσσωματώσεις, γ) «γενεαλόγοι» και μυθογράφοι, συμβάλλουν στη σταδιακή διαμόρφωση της μορφής και της δράσης του Ηρακλή [Εικ. 1]. Στην κρυστάλλωση και οργάνωση του μύθου του ήρωα συνέβαλαν και οι εικαστικοί καλλιτέχνες· για παράδειγμα, για πρώτη φορά κωδικοποιούνται οι άθλοι σε κανόνα στις μετόπες του ναού του Διός στην Ολυμπία, [Εικ. 2], ενώ η διαμάχη του Ηρακλή με το Γήρας δεν είναι γνωστή από τις φιλολογικές πηγές αλλά μόνο από την τέχνη. [Εικ. 3 4 5 6 7] Επομένως, φιλολογικές πηγές και τέχνη λειτουργούν συμπληρωματικά στις πληροφορίες που διαθέτουμε για τον ήρωα.

 

Φυσικά, δεν είναι αναμενόμενο όλοι οι συγγραφείς και όλοι οι καλλιτέχνες να παραδίδουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τη δράση και το ήθος του Ηρακλή. Για παράδειγμα, ο Ευριπίδης θεωρεί ότι η τρέλα του Ηρακλή, που τον οδήγησε στον φόνο της πρώτης του γυναίκας και των παιδιών τους, έγινε στο τέλος της τέλεσης των άθλων, ενώ η παράδοση θέλει τους φόνους αυτούς ως αιτία για τη δουλική υπηρεσία στον Ευρυσθέα και την τέλεση των άθλων ως καθαρμό από αυτούς.

 

Πάντως, ποιητική φαντασία και καλλιτεχνική δημιουργία συμφύρονται με μια πραγματικότητα και με μιαν ιστορικότητα, η οποία ξετυλίγει τον μύθο με αφετηρία το Άργος και την Πελοπόννησο, τόπο καταγωγής του ήρωα, προς όλο και πιο απομακρυσμένες περιοχές.

 

Σημείωση: Η αφήγηση των άθλων και των κατορθωμάτων που ακολουθεί στηρίζονται εν πολλοίς στο δεύτερο βιβλίο του Απολλοδώρου και στο τέταρτο βιβλίο του Διόδωρου Σικελιώτη. Φυσικά, ο μύθος παρουσιάζεται εδώ κρυσταλλωμένος στο σύνολό του και όχι στα στάδια της δημιουργίας του. Αλλά και πάλι μόνο η παιδική ηλικία του ήρωα, η ανατροφή, ο θάνατος και η αποθέωσή του μπορούν να μπουν σε μια στοιχειώδη χρονολογική σειρά. Οι διευκρινίσεις που παρεμβάλλονται σκοπό έχουν να λειτουργήσουν ως μίτος στις περιπέτειες της ζωής του Ηρακλή.

 

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΑΜΩΝ, ΦΟΝΩΝ, ΚΑΘΑΡΜΩΝ,
ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

ἐμοὶ πατρὶς μὲν Ἄργος, ὄνομα δ᾽ Ἡρακλῆς, θεῶν δὲ πάντων πατρὸς ἐξέφυν Διός· ἐμῇ γὰρ ἦλθε μητρὶ κεδνὸν εἰς λέχος Ζεύς, ὡς λέλεκται τῆς ἀληθείας ὕπο. (Ευρ., Fr. 591.1-591.4)

 

Ο Ηρακλής, περισσότερο από κάθε άλλο ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, είναι ένας λαϊκός ήρωας που υπερβαίνει τα τοπικά όρια της καταγωγής του και γίνεται πανελλήνιος ήρωας.

 

Στις τραγωδίες Ηρακλής Μαινόμενος και Άλκηστη ο Ευριπίδης δίνει πληροφορίες για την καταγωγή, το ήθος, τις πράξεις, τις μετακινήσεις και κατακτήσεις του ήρωαέσω, για τον στόχο των ενεργειών του, που είναι η διευκόλυνση της ζωής των ανθρώπων, η απαλλαγή από επικίνδυνες καταστάσεις, από θηρία και κακούς άρχοντες, η ψυχική ανάταση των ανθρώπων, η ευσέβεια, που σημαίνει μια ζωή καθοδηγούμενη από όρους και κανόνες όπως αυτοί επιβάλλονται από το θρησκευτικό σύστημα του δωδεκαθέου, και συντείνουν σε συγκεκριμένους στόχους. Αν λάβουμε υπόψη ότι ο Ηρακλής όπου πηγαίνει ιδρύει βωμούς, τότε αναμφίβολα ο ρόλος του είναι εκπολιτιστικός και πολιτικός.

 

Πριν προχωρήσουμε στα ζητήματα της οικογενειακής διαπλοκής της γενιάς του Ηρακλή επισημαίνουμε ότι είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσει κανείς χωρίς τη βοήθεια ενός σχηματικού γενεαλογικού δέντρου, ώστε να κατανοήσει τους δεσμούς συγγένειας ανάμεσα στα ύπανδρα ζευγάρια και τους λόγους (πάντα εξουσίας) μιας σειράς αιμομικτικών γάμων. [Εικ. 8] Πιο συγκεκριμένα:

Πρόγονοι

 

Στην κορυφή της καταγωγής του ήρωα βρίσκεται ο Δίας, από την ένωση του οποίου με τη Δανάη γεννιέται ο προπάππος του Ηρακλή, ο ήρωας Περσέας· προγιαγιά του είναι η Ανδρομέδα. Παιδιά του Περσέα και της Ανδρομέδας είναι η Γοργοφόνη, ο Έλειος, ο Αλκαίος, ο Ηλεκτρύωνας, ο Μήστορας, ο Σθένελος. Τρία από τα παιδιά αυτά, ο Αλκαίος, ο Μήστορας και ο Σθένελος, παντρεύτηκαν τρεις αδελφές, κόρες του Πέλοπα, ο πρώτος την Αστυμέδουσα ή Αστυδάμεια, ο δεύτερος τη Λυσιδίκη, ο τρίτος τη Νικίππη. Από το πρώτο ζευγάρι, τον Αλκαίο και την Αστυμέδουσα, γεννήθηκαν δύο παιδιά, ο Αμφιτρύωνας και η Αναξώ, από το δεύτερο μία κόρη, η Ιπποθόη και από το τρίτο δυο κόρες και μετά ο Ευρυσθέας. Η Αναξώ παντρεύτηκε τον θείο της Ηλεκτρύωνα και από την ένωσή τους γεννήθηκε η Αλκμήνηεξω που είχε εννιά αδελφούς και έναν ακόμη, τον Λικύμνιο, καρπό του πατέρα της και της παλλακίδας του Μιδέας από τη Φρυγία. Η Αλκμήνη με τη σειρά της, όπως η μητέρα της αρχικά, παντρεύτηκε έναν αδελφό της μάνας της, τον θείο της Αμφιτρύωνα. [Εικ. 9] Με άλλα λόγια, ο Ηλεκτρύωνας παντρεύεται την ανεψιά του και το ίδιο κάνει και ο Αμφιτρύωνας. Αυτοί οι αιμομικτικοί γάμοι σταματούν με την παρέμβαση του Δία: ο Δίας ενώνεται με την Αλκμήνη και από προ-προπάππος του Ηρακλή γίνεται ο θεϊκός πατέρας του. Όσο για τους γάμους του Ηρακλή, μέχρι και μετά τον θάνατο και την αποθέωσή του, δεν είναι με κοπέλες από τον κύκλο της οικογένειάς του. Από τους γάμους του, επίσημους και μη, προκύπτουν παιδιά, Ηρακλείδες, μέσω των οποίων πολλοί λαοί ανήγαγαν την καταγωγή τους στον Ηρακλή, ανάμεσά τους και οι Μακεδόνες. Ο Ηρακλής και οι Ηρακλείδες, Περσείδες στην καταγωγή από το Άργος, βρίσκονται σε μια διαρκή προσπάθεια επιστροφής στη γενέθλια γη, όμως τα εμπόδια είναι πολλά. Και το πρώτο κατά σειρά, ο Ευρυσθέας.

Για την εξουσία των Μυκηνών.
Διεκδίκηση του θρόνου από νόμιμους κληρονόμους

 

Ο Ηλεκτρύωνας βρέθηκε βασιλιάς των Μυκηνών να διαδέχεται τον αδελφό του Μήστορα που είχε μείνει χωρίς διαδόχους, καθώς την κόρη του Ιπποθόη την είχε αρπάξει ο Ποσειδώνας και την έφερε στα νησιά Εχινάδες, στις εκβολές του Αχελώου, όπου και ενώθηκε μαζί της. Από την ένωσή τους γεννήθηκε ο Τάφιος, οικιστής της Τάφου, ενός μικρού νησιού ανατολικά της Λευκάδας στο Ιόνιο, στην ακτή της Ακαρνανίας, και ονόμασε τους κατοίκους της Τηλεβόες, είτε γιατί έφτασε εκεί μακριά (τήλε) από την πατρίδα του, όπως λέει ο Απολλόδωρος, είτε γιατί έκλεβαν κοπάδια από μακριά (τήλε+βους) είτε γιατί σήκωναν φωνή, δηλαδή μάχη, τόσο με τους κοντινούς τους γείτονες όσο και με άλλους μακρινούς, είτε γιατί μπορούσαν να στέλνουν τη φωνή τους μακριά1. Ο Τάφιος απέκτησε ένα γιο, τον Πτερέλαο, που ο παππούς του, ο Ποσειδώνας, τον έκανε αθάνατο, κάνοντας να φυτρώσει στο κεφάλι του μια χρυσή τρίχα. Αυτός με τη σειρά του απέκτησε έξι γιους, τον Χρομίο, τον Τύραννο, τον Αντίοχο, τον Χερσιδάμαντα, τον Μήστορα (πήρε το όνομα του προπάπαππου του) και τον Ευήρη. Αυτά τα έξι αγόρια, όταν μεγάλωσαν και έμαθαν την καταγωγή τους, μαζί με τον Τάφιο πήγαν στις Μυκήνες και διεκδίκησαν την εξουσία από τον Ηλεκτρύωνα. Εκείνος αρνήθηκε ότι έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα και εκείνα τότε παραφύλαξαν και έκλεψαν ζώα από τα κοπάδια του. Τα εννιά αγόρια του Ηλεκτρύωνα κυνήγησαν τους γιους του Πτερέλαου και συγκρούστηκαν μαζί τους, για να σώσουν την περιουσία του πατέρα τους, μέχρι που σκοτώθηκαν όλοι εκτός από τον Λικύμνιο, τον μικρό γιο του Ηλεκτρύωνα από τη Μιδέα, και τον Ευήρη του Πτερέλαου που είχε μείνει στο λιμάνι να φυλάει τα πλοία. Όσοι από τους υπόλοιπους Ταφίους σώθηκαν απέπλευσαν παίρνοντας μαζί τους και τα κλεμμένα βόδια. Στο ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα τους προσάραξαν στην Ηλεία και άφησαν τα ζώα στον βασιλιά Πολύξενο· αλλά ο Αμφιτρύωνας τα εξαγόρασε και τα οδήγησε πάλι πίσω στις Μυκήνες. Ο Ηλεκτρύωνας, θέλοντας να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο των παιδιών του, ετοίμασε εκστρατεία εναντίον των Τηλεβόων και εμπιστεύτηκε στον ανεψιό του Αμφιτρύωνα την εξουσία και την κόρη του Αλκμήνη, ορκίζοντάς τον να σεβαστεί την παρθενία της κόρης μέχρι την επιστροφή του. Πριν όμως φύγει για την εκστρατεία, ο Αμφιτρύωνας θέλησε να παραδώσει στον θείο του τα γελάδια που του είχαν κλέψει οι Τάφιοι και τα είχε ο ίδιος εξαγοράσει από τον Πολύξενο. Και λέγεται ότι ο Ηλεκτρύωνας πέθανε είτε γιατί διαφώνησε με τον Αμφιτρύωνα σε κάτι κι εκείνος, ο ανεψιός, θύμωσε και σκότωσε τον θείο, είτε από ατύχημα και κατά λάθος. Πιο συγκεκριμένα: Ένα από τα γελάδια αφήνιασε ή ξέκοψε από το κοπάδι και ο Αμφιτρύωνας το χτύπησε πετώντας κατά πάνω του το ρόπαλο που κρατούσε· αλλά αυτό αναπήδησε στα κέρατα του ζώου, γύρισε πίσω, χτύπησε τον Ηλεκτρύωνα στο κεφάλι και τον σκότωσε2. Επωφελούμενος από το ατύχημα, και με την πρόφαση ότι οι υπόλοιποι Περσείδες, οι συγγενείς του, θα αλληλοεξοντώνονταν στην πάλη τους για την εξουσία, ο Σθένελος εξόρισε από όλη την Αργολίδα τον φονιά Αμφιτρύωνα και τους δικούς του και περιόρισε τη δύναμη των Πελοπιδών συγγενών της γυναίκας του Νικίππης, παραχωρώντας στους αδελφούς της Ατρέα και Θυέστη την εξουσία της μικρής πόλης Μιδέας (από το όνομα της παλλακίδας του Ηλεκτρύωνα και μητέρας του Λικύμνιου). Και ο ίδιος ανέλαβε την εξουσία των Μυκηνών και της Τίρυνθας3. Όσο για τον Αμφιτρύωνα, αυτός ο ίδιος καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε να μείνει στον τόπο, καθώς το εθιμικό δίκαιο όριζε την εξορία του φονιά μέχρι να βρεθεί άνθρωπος και τόπος που θα τον δεχόταν για να τον καθάρει από το μίασμα του φόνου.

Αμφιτρύωνας: Εξόριστος στη Θήβα. Εκστρατεία εναντίον των Ταφίων.

 

Ο Αμφιτρύωνας με την Αλκμήνη και τον Λικύμνιο κατέφυγαν στη Θήβα, όπου εξαγνίστηκε για τον φόνο του θείου του από τον Κρέοντα και πάντρεψε την αδελφή του Περιμήδη με τον Λικύμνιο, τον μόνο αρσενικό απόγονο του Ηλεκτρύωνα από μια παλλακίδα. Όταν η Αλκμήνη του είπε ότι θα τον παντρευόταν με τον όρο να πάρει πρώτα εκδίκηση για τον θάνατο των αδελφών της, εκείνος της υποσχέθηκε ότι θα αναλάβει εκστρατεία εναντίον των Τηλεβόων και ζήτησε τη συνδρομή του Κρέοντα. Εκείνος αποδέχθηκε το αίτημα, έβαλε όμως όρο να απαλλάξει πρώτα την Καδμεία από μια άγρια αλεπού της Τευμησσού που ρήμαζε την πόλη και τη γύρω περιοχή, εκτός κι αν οι Θηβαίοι της έριχναν κάθε μήνα ένα παιδί που το κατασπάραζε. Εκείνος προσπάθησε να την αντιμετωπίσει, ήταν όμως γραμμένο για εκείνη να μην τη νικά κανείς. Δεν ήταν θέμα λοιπόν δύναμης η εξόντωσή της αλλά σκέψης. Έτσι, ο Αμφιτρύωνας αναχώρησε για την Αθήνα, στον Κέφαλο, τον γιο του Δηιονέα, και τον έπεισε, με αντάλλαγμα ένα μέρος από τα λάφυρα που θα κέρδιζε από τη νίκη έναντι των Τηλεβόων, να πάρει μέρος στο κυνήγι με τον σκύλοεξω του που δικό του γραφτό ήταν να πιάνει ό,τι κυνηγούσε. Επρόκειτο για το σκυλί που ο Δίας χάρισε στην Ευρώπη για τον γάμο τους (μαζί με τον Τάλο και μια φαρέτρα με βέλη που δεν αστοχούσαν), εκείνη τον έδωσε με τη σειρά της στον γιο της Μίνωα κι εκείνος τον χάρισε στην Αθηναία Πρόκριδαεξω, τη γυναίκα του Κέφαλου, γιατί τον απάλλαξε από ασθένεια που δεν του επέτρεπε να ενωθεί με γυναίκα και να κάνει παιδιά. Και εκείνη τον πήρε μαζί της στο ταξίδι της επιστροφής από την Κρήτη στην Αθήνα. Και καθώς ο σκύλος καταδίωκε την αλεπού, χωρίς να μπορεί να την πιάσει, ο Δίας μεταμόρφωσε και τα δυο ξεχωριστά πλάσματα σε πέτρινα αγάλματα.

Ο Αμφιτρύωνας, έχοντας συμμάχους τον Κέφαλο από τον Θορικό της Αττικής, τον Πανοπέα από τη Φωκίδα, τον γιο του Περσέα Έλειο από το Έλος του Άργους, τον Κρέοντα από τη Θήβα, πολιορκούσε τα νησιά των Ταφίων. Όσο όμως ζούσε ο Πτερέλαος με τη χρυσή τρίχα που τον έκαμνε αθάνατο, δεν μπορούσε να κυριευθεί το νησί. Αυτό έγινε όταν η κόρη του Κομαιθώ ερωτεύτηκε τον Αμφιτρύωνα και για χάρη του έκοψε από το κεφάλι του πατέρα της τη χρυσή του τρίχα. Ο Πτερέλαος πέθανε και όλα τα νησιά πέρασαν στην κατοχή του Αμφιτρύωνα. Ύστερα, αφού σκότωσε την Κομαιθώ επειδή πρόδωσε τον πατέρα της, παρόλο που ο ίδιος την είχε πείσει με λόγια ερωτικά να τον βοηθήσει, σήκωσε πανιά για τη Θήβα φορτωμένος λάφυρα, γυναίκες και αντικείμενα· ανάμεσά τους την ασπίδα του Πτερέλαου και έναν τρίποδα που αφιέρωσε στο ιερό Ισμήνιο στη Θήβα, ευχαριστήριο ανάθημα για τη νίκη που του χάρισε ο θεός. Παραχώρησε τα νησιά στον Έλειο και στον Κέφαλο, που ήταν φυγάς και δεν μπορούσε να γυρίσει στην Αθήνα. Εκείνοι ίδρυσαν πόλεις με το όνομά τους και εγκαταστάθηκαν εκεί.

Η σύλληψη του Ηρακλή. Διπλοί πατεράδες

 

Η εκστρατεία στο νησί των Ταφίων απομάκρυνε τον επίδοξο σύζυγο από την Αλκμήνη και επέτρεψε, με τρόπο αληθοφανή για τη σύνθεση και την εξέλιξη του μύθου, την ένωση της κόρης με τον Δία στο όμορφο σπίτι του νεαρού ζευγαριού. Την είχε δει, του άρεσε και τη διάλεξε, αυτήν από όλες τις θνητές ερωμένες του, να του γεννήσει τον πιο σπουδαίο από τους γιους του, τον Ηρακλή. [Εικ.  10, 11 12] Προτού λοιπόν γυρίσει ο Αμφιτρύωνας στη Θήβα από την εκστρατεία, και επειδή η Αλκμήνη ήθελε να μείνει πιστή σε αυτόν, ο Δίας ήλθε μέσα στη νύχτα παίρνοντας τη μορφή εκείνου όπως θα ήταν γυρνώντας από έναν πόλεμο, περιβεβλημένος όμως από σταγόνες χρυσής βροχής και κρατώντας στα χέρια του δώρα, ένα περιδέραιο και ένα χρυσό κύπελλο, το καρχήσιο. Η κόρη τού ζήτησε να της διηγηθεί τις περιπέτειές του στη χώρα των Ταφίων, το πώς εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών της, το πώς οι στρατιώτες ξεχώρισαν από τα λάφυρα το χρυσό κύπελλο, δώρο του Ποσειδώνα στον Τηλεβόα και εκείνου στον Πτερέλαο, μέχρι που έφτασε στα χέρια του ως δώρο τιμητικό. Ύστερα από παράκληση-αίτημα του Δία, εκείνη η νύχτα της ένωσής του με την κόρη κράτησε όσο τρεις, καθώς ο ήλιος δεν ανέβαινε στον ουρανό για τρεις μέρες. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής έχει τα επίθετα τριέσπερος και τρισέληνος.

Την ίδια νύχτα επέστρεψε και ο Αμφιτρύωνας, όμως καθώς δεν είδε τη γυναίκα του διαχυτική απέναντί του, δυσαρεστήθηκε μαζί της και ζήτησε να μάθει τον λόγο. Κι εκείνη όμως παραξενεύτηκε με την απορία του άνδρα της, του μίλησε για τη νύχτα που πλάγιασαν μαζί και για τα δώρα του, που ο Αμφιτρύωνας υποστήριζε ότι τα είχε ακόμη μέσα στα κιβώτιά του. Όταν δεν τα βρήκε, απόρησε και ζήτησε από τον μάντη Τειρεσίαεξω να λύσει το μυστήριο. Εκείνος αποκάλυψε την αλήθεια και έτσι, ομαλά, και χωρίς άλλες τριβές ανάμεσα στο ζευγάρι, γεννήθηκαν μετά από εννέα μήνες δύο παιδιά, το ένα του Δία και τον κατά μία νύχτα νεότερο Ιφικλή, γιο του Αμφιτρύωνα.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο, η γέννηση του ήρωα παρουσίαζε μιαν ιδιαιτερότητα. Η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας ήταν η Νιόβη, η κόρη του Φορωνέα, και τελευταία, δέκατη έκτη απόγονος από τη γενιά της Νιόβης, η Αλκμήνη· με αυτήν σταμάτησε τις ενώσεις με τις θνητές γυναίκες και διαχωρίστηκε τελείως ο κόσμος των θεών από των ανθρώπων. Ο Δίας άρχισε να γεννά ανθρώπους από τις προγόνους της Αλκμήνης και σταμάτησε με αυτήν, καθώς δεν ήλπιζε ότι θα μπορούσε να προκύψει άλλο παιδί αντάξιο με τα προηγούμενα που έφερε στον κόσμο παρά μόνο κατώτερα· και αυτό δεν το θέλησε ο θεός. (Διόδ. 4.14.4)

Διπλές γεννήσεις, δύο μανάδες, δύο τροφοί

 

Περήφανος ο θεϊκός πατέρας διακήρυξε στους Ολύμπιους που συγκέντρωσε πλάι του ότι ο γιος που επρόκειτο να γεννηθεί εκείνη την ημέρα θα εξουσίαζε τους γείτονές του. Η Ήρα, διώκτρια των ερωμένων του άνδρα της και των παιδιών τους, προκάλεσε τον Δία να ορκιστεί ότι το παιδί που θα γεννιόταν εκείνη την ημέρα πράγματι θα κυριαρχούσε. Κι εκείνος, μη βάζοντας στο μυαλό του ότι η γυναίκα του είχε δόλο στο μυαλό της, έδωσε τον πιο δυνατό όρκο που θα μπορούσε να δώσει θεός. Αυτό που απέμενε πια ήταν η Ήρα να καταφέρει να καθυστερήσει τη γέννα της Αλκμήνης και να επισπεύσει τη γέννηση του παιδιού της Νικίππης από τον Σθένελο που βρισκόταν μόλις στον έβδομο μήνα. Οι Μοίρες και η Ειλείθυια είχαν ήδη εγκατασταθεί μπροστά στο δωμάτιο της Αλκμήνης που κοιλοπονούσε. Όμως αυτές κάθισαν κάτω και έδεσαν τα χέρια τους γύρω από τα γόνατά τους, ώστε να δέσουν και τους πόνους της επίτοκης και να καθυστερήσουν τη γέννηση του παιδιού· αντίθετα, επιτάχυναν τους πόνους της Νικίππης. Αν και οι θεές έλυσαν νωρίτερα τα δεμένα χέρια τους τρομαγμένες από το πέρασμα μιας νυφίτσας, ωστόσο είχε προλάβει η Ήρα να κάνει τη Νικίππη να γεννήσει· ο Ευρυσθέας που γεννήθηκε πρώτος, θα εξουσίαζε τους γείτονες και ο Ηρακλής που γεννήθηκε τέσσερις μέρες μετά (τετράδι γέγονας) θα έμπαινε στην υπηρεσία του. Μια μέρα μετά γεννήθηκε και ο Ιφικλής. Πάντως από το γεγονός αυτό βγήκε η φήμη πως η πρώτη τροφός του Ηρακλή ήταν μια νυφίτσα.

 

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή το λύσιμο των χεριών των θεαινών προκάλεσε η Γαλινθιάδα, κόρη του Θηβαίου Προίτου και φίλη της Αλκμήνης στη Θήβα. Όταν ήταν η Αλκμήνη να γεννήσει τον Ηρακλή, η Ήρα όρισε στις Μοίρες και την Ειλείθυια, τις θεότητες του τοκετού, να απέχουν από τη διαδικασία και να μην βοηθήσουν τη μεγάλη αντίζηλό της να γεννήσει. Εκείνες όχι μόνο δεν βοήθησαν την Αλκμήνη, αλλά έμειναν με σταυρωμένα, με «δεμένα» χέρια και πόδια για εννιά μερόνυχτα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μουρμουρίζοντας ξόρκια που εμπόδιζαν την γέννηση. Η Γαλινθιάδα λυπήθηκε την Αλκμήνη και φοβούμενη για τις συνέπειες που μπορεί να είχαν επάνω της οι πόνοι ανήγγειλε στις θεές ότι η Αλκμήνη, με εντολή του Δία και παρά την απουσία τους, είχε γεννήσει ένα παιδί και ότι τα προνόμιά τους καταλύονταν. Έκπληκτες οι θεές σηκώθηκαν από τη θέση που «έδενε» την Αλκμήνη· αυτό επέτρεψε στην έγκυο γυναίκα να ελευθερωθεί από τους πόνους και να φέρει στον κόσμο τον Ηρακλή. Έτσι, το ψέμα αποκαλύφθηκε και, όπως ήταν επόμενο, οι θεές εκδικήθηκαν την ψεύτρα νέα και τη μεταμόρφωσαν σε νυφίτσα, καταδικασμένη να ζει σε κρυψώνες κάτω από τη γη, να συλλαμβάνει από τα αυτιά και να γεννά από το στόμα που είχε ξεστομίσει το ψέμα που τις ξεγέλασε. [Εικ. 13 14 15 16 17 18] Όμως η Εκάτηεξω λυπήθηκε το ζώο και το έκανε ακόλουθό της και ιερό της ζώο. Από ευγνωμοσύνη ο Ηρακλής έκτισε ιερό προς τιμή της, της αφιέρωσε άγαλμα πλάι στο σπίτι όπου ο ήρωας είχε γεννηθεί και της προσέφερε θυσίες. Αυτές τις θυσίες τις κράτησαν και οι Θηβαίοι και κατά τη γιορτή του Ηρακλή θυσίαζαν το πρωί πρώτα στη Γαλινθιάδα. (Βλ. και Γαλινθιάδαεξω)

 

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή τα μάγια που έκαναν μάγισσες που έστειλε η Ήρα για να καθυστερήσουν τη γέννα της Αλκμήνης τα σταμάτησε η κόρη του Τειρεσία Ιστορίς που έβγαλε μπροστά στις μάγισσες κραυγή θριάμβου. Αυτές νόμιζαν ότι η γυναίκα γέννησε και ότι ο ρόλος τους είχε τελειώσει. Έτσι, έφυγαν.

Πριν ακόμη γεννηθεί ο καρπός του έρωτα του Δία για την Αλκμήνη, η Ήρα εκδήλωσε την οργή της —όχι βέβαια απέναντι στον άνδρα της. Και όταν γεννήθηκε το παιδί, ο Ερμής το έβαλε κρυφά στο στήθος της κοιμισμένης θεάς, για να θηλάσει, ώστε να αποκτήσει αθανασία. Με το που ξύπνησε η Ήρα, απώθησε το παιδί, το γάλα της τινάχτηκε ψηλά και διέγραψε μια τροχιά στον ουρανό. [Εικ. 19 20 21 22]

Άλλοι παραδίδουν λίγο διαφορετικά την ιστορία· ότι η Αλκμήνη, φοβούμενη την Ήρα, άφησε το παιδί έκθετο στα περίχωρα του Άργους, σε ένα μέρος που αργότερα ονομάστηκε «Ηράκλειον πεδίον». Από εκεί πέρασαν κάποια στιγμή η Αθηνά και η Ήρα. Η παρθένος θεά εντυπωσιάστηκε από τη δύναμη και την ομορφιά του νεογέννητου και ζήτησε από τη μητέρα Ήρα να θηλάσει το παιδί. Η θεά δέχτηκε αλλά στην ορμή του το παιδί δάγκωσε το στήθος της παραμάνας θεάς και την πλήγωσε. Η Ήρα τραβήχτηκε, πέταξε κάτω το μωρό και το γάλα της εκτινάχθηκε στους ουρανούς σχηματίζοντας τον Γαλαξίαεξωἐκχυθέντος τοῦ περισσεύματος ἀποτελεσθῆναι τὸν Γαλαξίαν κύκλον (Ερατ., Κατ. 3.44). Στο μεταξύ η Αθηνά μάζεψε το παιδί και το παρέδωσε στην πραγματική του μητέρα, λέγοντάς της να το μεγαλώσει χωρίς να φοβάται πια. Κι είναι εύλογο να εκπλαγεί κανείς με την απροσδόκητη τροπή που πήρε το πράγμα. Η μητέρα του δηλαδή, που όφειλε να αγαπάει το σπλάχνο της, προσπαθούσε να το εξοντώσει, ενώ αυτή που έτρεφε το μίσος της μητριάς, από άγνοια έσωζε τον φυσικό της εχθρό (Διόδ. Σ. 4.9.7).

Ο Ηρακλής νήπιο. Το όνομα του παιδιού.
Ο Ηρακλής πνίγει τα φίδια

 

Τα δύο αδέλφια, ο Ηρακλής και ο Ιφικλής, μωρά είχαν για κούνια τους την ασπίδα του Πτερέλαου, λάφυρο του Αμφιτρύωνα από τους Ταφίους. Όταν τα παιδιά έγιναν οκτώ μηνών, η Ήρα, θυμωμένη ακόμη με τη γέννηση του Ηρακλή, έστειλε νύχτα στην κούνια τους δύο τεράστια φίδια. Θαυματουργή ήταν η είσοδός τους στο δωμάτιο από την πόρτα που άνοιξε μόνη της αλλά θαυματουργό ήταν και το φως με το οποίο λούστηκε ο χώρος χάρη στη θέληση του Δία και το οποίο έκανε τα δυο μικρά να ξυπνήσουν. Ο Ιφικλής τρόμαξε, η Αλκμήνη άκουσε τον θόρυβο και τα κλάματα και όρμησε μαζί με άλλες γυναίκες, όπου με δέος αντίκρυσε τον μικρό Ηρακλή να κρατά γελαστός στα χέρια του τα δυο φίδια που τα είχε πνίξει. Οι φωνές της Αλκμήνης που καλούσαν σε βοήθεια, ξύπνησαν τον Αμφιτρύωνα και με τους ανθρώπους του παλατιού, ένοπλοι όλοι και με δάδες στα χέρια, έτρεξαν εκεί απ’ όπου ακούγονταν οι φωνές. Στα πόδια του θνητού του πατέρα πέταξε ο Ηρακλής τα πνιγμένα φίδια, ενώ η Αλκμήνη έσφιγγε επάνω της τον τρομαγμένο Ιφικλή. [Εικ. 15, 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38] Ο Φερεκύδης πάλι λέει ότι ο Αμφιτρύωνας, θέλοντας να μάθει ποιο από τα παιδιά ήταν δικό του, τοποθέτησε τα φίδια στο κρεβάτι, και καθώς ο Ιφικλής προσπάθησε να γλιτώσει, ενώ ο Ηρακλής τα αντιμετώπισε, κατάλαβε ότι δικός του γιος ήταν ο Ιφικλής. Πάντως, την άλλη μέρα ο Αμφιτρύωνας κάλεσε τον μάντη Τειρεσίαεξω για να του ερμηνεύσει το γεγονός και να του φανερώσει τη βούληση των θεών για το μέλλον του παιδιού. Και ο Τειρεσίας προφήτεψε όλες τις περιπέτειες της ζωής του Ηρακλή μέχρι την τελική του αποθέωση. Για την ώρα πάντως, παρήγγειλε να καθαρθεί ο χώρος με φωτιές. Είπε δηλαδή ότι έπρεπε να καίει διαρκώς στο σπίτι μια φωτιά, και γι’ αυτό οι υπηρέτες ήταν αναγκαίο να μαζέψουν ξύλα ασπαλαθιάς ή παλιουριού ή βάτου ή αγριαπιδιάς. Σε αυτή τη φωτιά, τα μεσάνυχτα, την ώρα δηλαδή που τα φίδια ήταν προγραμματισμένο να πνίξουν τα παιδιά με το θανατηφόρο σφίξιμό τους, έριξαν τα φίδια και κάηκαν. Τα αποκαΐδια μάζεψε μια υπηρέτρια και τα έριξε στα κοιλώματα των βράχων στις όχθες του ποταμού. Ύστερα γύρισε σπίτι χωρίς να στρέψει το βλέμμα της προς τα πίσω. Μετά κάπνισαν το σπίτι με καθαρό θειάφι και με ένα σφουγγάρι τυλιγμένο σε ξύλο και βουτηγμένο σε αλατόνερο να ραντίσουν όλο το σπίτι. Το τελετουργικό του καθαρμού, με το οποίο το σπίτι παρέμενε προφυλαγμένο από κακά πνεύματα, έληξε με θυσία αρσενικού χοίρου στον Δία. Σύμφωνα με παραλλαγή που παραθέτει ο Διόδωρος (4.10.1): [...] οι Αργείοι μαθαίνοντας το γεγονός τον είπαν Ηρακλή, γιατί κέρδισε τη δόξα χάρη στην Ήρα, ενώ πριν ονομαζόταν Αλκαίος. Τ’ άλλα παιδιά παίρνουν το όνομα από τους γονείς τους, αυτός το πήρε από την παλληκαριά του. Ωστόσο, άλλες πηγές τοποθετούν τη μετονομασία την εποχή αμέσως μετά τον φόνο που διέπραξε σκοτώνοντας σε κατάσταση μανίας την πρώτη του γυναίκα Μεγάρα και τα παιδιά τους. Τότε πήγε στο μαντείο των Δελφών για να καθαρθεί από το μίασμα των φόνων και η Πυθία, ανάμεσα σε άλλες εντολές, τον πρόσταξε να πάρει το όνομα Ηρακλής με το οποίο θα εξυμνούνταν η θεά σύζυγος του πατέρα του, η Ήρα, χάρη στους άθλους που ο ήρωας θα επιτελούσε.

Η εξωτερική εμφάνιση του ήρωα, η εκπαίδευσή του και ο φόνος του δασκάλου.
Ο Ηρακλής στα βουνά.

 

Δεν υπάρχουν περιγραφές για την εξωτερική εμφάνιση του Ηρακλή. Αν όμως κρίνουμε από τους γονείς του, θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακός. Διότι, δεν ήταν μόνο ο πατέρας του ο υπέρτατος θεός αλλά και η μητέρα του Αλκμήνη διακρινόταν για την ομορφιά της (Ησ., Ασπίδα 4 κ.ε.). Πριν από τα δεκαοκτώ του χρόνια είχε φτάσει στο ύψος των τεσσάρων πήχεων και ενός ποδιού, δηλαδή δύο μέτρα και ενενήντα εκατοστά περίπου.

Ο Ηρακλής έμαθε από τον Αμφιτρύωνα να οδηγεί άρμα, από τον Αυτόλυκο, παππού του Οδυσσέα από τη μητέρα του Αντίκλεια, να παλεύει, στην τοξοβολία τον μύησε ο Εύρυτος ή ο Ραδάμανθης που, ως Κρητικός, ήταν πολύ έμπειρος στο συγκεκριμένο όπλο. Τη χρήση άλλων όπλων του δίδαξε ο Κάστορας, ο Διόσκουρος ή ένας φυγάδας από το Άργος, γιος κάποιου Ίππαλου. Ο Λίνος του έμαθε να τραγουδά παίζοντας κιθάρα. Ένας Αρπάλυκος που αναφέρει ο Θεόκριτος (Ειδ. 24.109 κ.ε.) δίδαξε στον Ηρακλή ξιφασκία και γυμναστική. Η ανατροφή του Ηρακλή θυμίζει την ανατροφή του Αχιλλέα από τον Κένταυρο Χείρωνα αλλά και την ανατροφή των παιδιών στην Ελλάδα της κλασικής εποχής. Αλλά βέβαια, όντας ο Ηρακλής ένας ασυνήθιστος μαθητής, προέβη σε μια πράξη ασυνήθιστη: σκότωσε τον δάσκαλό του Λίνο. Σύμφωνα με μια παράδοση ο Λίνος, που είχε έρθει στη Θήβα και είχε πολιτογραφηθεί Θηβαίος πολίτης, υπήρξε δάσκαλος του Ηρακλή και του αδελφού του Ιφικλή στη μουσική –τους δίδαξε να τραγουδούν παίζοντας κιθάρα. Και ο μεν Ιφικλής ήταν επιμελής μαθητής, ο άλλος, ο Ηρακλής, ήταν αψύς, τόσο που τελικά σκότωσε τον δάσκαλο. Ο φόνος προκλήθηκε από μια παρατήρηση, ή από συνεχόμενες παρατηρήσεις και τιμωρίες που έκανε ο Λίνος στον Ηρακλή για το πώς να παίζει την κιθάρα, ο μαθητής οργίστηκε, χτύπησε τον δάσκαλο με το μουσικό όργανο ή με μια πέτρα ή με το πλήκτρο, όργανο με το οποίο χτυπούσαν τις χορδές της λύρας, και τον σκότωσε. Ο φόνος παριστάνεται και σε κύλικα του Δούριδος από το Vulci, όπου ο Ηρακλής επιτίθεται στον Λίνο με το πλήκτρο και εκείνος, προκειμένου να αμυνθεί, σήκωσε ψηλά τη λύρα του (Μόναχο, Staatliche Antikensammlungen 2646). [Εικ. 39] Σε ερυθρόμορφο σκύφο του Ζωγράφου του Πιστόξενου είναι πολύ χαρακτηριστικές του ήθους των αδελφών οι παραστάσεις που καλύπτουν τις δύο πλευρές του αγγείου. Στη μία ο επιμελής Ιφικλής ακούει προσεκτικά τον δάσκαλο Λίνο και προσπαθεί να βάλει τα χέρια του πάνω στη λύρα όπως ο δάσκαλός του. [Εικ. 41] Η «αψάδα» του ήθους του γιου του Δία ίσως λανθάνει στη μορφή της γριάς από τη Θράκη, που στο φαντασιακό των νοτιοελλαδιτών κατοικούνταν από φυλές άγριες· έχει τατουάζ στον λαιμό, στα πόδια, στα χέρια, το στόμα της είναι μισάνοιχτο, έντονο το προγούλι της, η μύτη μεγάλη. Στη δίκη που κάποιοι κίνησαν εναντίον του Ηρακλή για τον φόνο, εκείνος τους διάβασε νόμο του Ραδάμανθη, που έλεγε ότι απαλλάσσεται από κάθε κατηγορία όποιος υπερασπίζεται τον εαυτό του από αυτόν που πάει άδικα να επιτεθεί, και αθωώθηκε4. [Εικ. 42 43]

 

Επειδή, όμως, ο Αμφιτρύωνας φοβήθηκε μήπως, πάλι εκτός εαυτού, κάνει κάτι παρόμοιο, τον έστειλε στους αγρούς να φροντίζει τα βόδια. Εκεί την εκπαίδευσή του την ανέλαβε ο Σκύθης βουκόλος Τεύταρος που του δίδαξε, κατά μία εκδοχή, την τέχνη της τοξοβολίας·. Τις μουσικές σπουδές τις συνέχισε με τον Εύμολπο, γιο του Φιλάμμωνα και ανεψιό του Αυτόλυκου. Και ο Ηρακλής όλο και μεγάλωνε και ξεχώριζε απ’ όλους στην ευστοχία με το τόξο ή το ακόντιο, στο μέγεθος, στη σωματική δύναμη, στη λάμψη των ματιών του που ήταν σαν να πετούσαν φλόγες. Και μόνο βλέποντάς τον, καταλάβαινε κανείς ότι ήταν γιος του Δία.

Το λιοντάρι του Κιθαιρώνα. Οι πρώτοι απόγονοι

 

Την εποχή που φύλαγε τα βόδια, σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών, σκότωσε το λιοντάρι του Κιθαιρώνα. Αυτό, εξορμώντας από τον Κιθαιρώνα, αφάνιζε τα κοπάδια του Αμφιτρύωνα και του Θέσπιου. Αυτός ήταν βασιλιάς των Θεσπιών, πόλη γειτονική των Θηβών, και σ’ αυτόν πήγε ο Ηρακλής, θέλοντας να σκοτώσει το λιοντάρι. Τον φιλοξένησε για πενήντα μέρες και κάθε νύχτα έβαζε μία από τις πενήντα κόρες που απέκτησε από την κόρη του Άρνεου Μεγαμήδη να κοιμάται μαζί του, γιατί ήθελε να αποκτήσουν όλες παιδί από τον Ηρακλή, ακριβώς γιατί ήταν ένας ξεχωριστός ξένος σωματικά και ψυχικά. Ο Ηρακλής, που νόμιζε ότι ήταν μία αυτή με την οποία κάθε φορά κοιμόταν, πήγε με όλες5. [Εικ. 44] Και αφού εξόντωσε το λιοντάρι, ντύθηκε με το δέρμα του και το κεφάλι με το ανοιχτό του στόμα το χρησιμοποίησε για περικεφαλαία.

 

Αυτό το πρώτο κυνήγι λιονταριού του ήρωα προεικονίζει το μεταγενέστερο κυνήγι του λιονταριού της Νεμέας. Ορισμένοι συγγραφείς το τοποθετούν στον Ελικώνα ή κοντά στον Τευμησσό, τόποι της Βοιωτίας, ακόμη ακόμη και στη Λέσβο. Ειδικά αυτή η τελευταία εκδοχή αντανακλά τη συνηθισμένη τακτική, διάφοροι τόποι να οικειοποιούνται έναν ήρωα, προκειμένου να επιδείξουν σπουδαία καταγωγή και σημαντικά γεγονότα, επομένως πλούσια ιστορία που προσδίδει κύρος και συνιστά διπλωματικό ατού στο «παιχνίδι» της κυριαρχίας. Μόνο ο Παυσανίας αποδίδει την εξόντωση του λιονταριού του Κιθαιρώνα όχι στον Ηρακλή αλλά στον Αλκάθοο —Ἀλκάθουν δέ φασι ποιῆσαι ἀποκτείναντα λέοντα τὸν καλούμενον Κιθαιρώνιον (1.41.3)—, στον οποίο οι περισσότερες πηγές αποδίδουν τον φόνο του λιονταριού των Μεγάρων.

 

Υπεράσπιση Θηβών – Ήττα του Εργίνου

 

Στην ίδια νεαρή ηλικία ο Ηρακλής απελευθέρωσε τη γενέθλια πόλη του, εκεί όπου οι γονείς του είχαν καταφύγει εξόριστοι από την Τίρυνθα ανταποδίδοντας στη Θήβα την οφειλόμενη χάρη. Το επεισόδιο έγινε ως εξής: Την ώρα που επέστρεφε από το κυνήγι, τον συνάντησαν εισπράκτορες, που είχε στείλει ο Εργίνος, ο βασιλιάς των Μινυών στον Ορχομενό, για να εισπράξουν από τους Θηβαίους τον καθιερωμένο φόρο. Οι Θηβαίοι πλήρωναν φόρο στον Εργίνο για τον εξής λόγο: Ο ηνίοχος του Μενοικέα, Περιήρη τον έλεγαν, χτύπησε τον Κλύμενο, βασιλιά των Μινυών, με πέτρα στην Ογχηστό, άλλη πόλη της Βοιωτίας, στο τέμενος του Ποσειδώνα· μισοπεθαμένος μεταφέρθηκε στον Ορχομενό και πεθαίνοντας όρκισε τον γιο του Εργίνο να εκδικηθεί τον θάνατό του. Ο Εργίνος, λοιπόν, οργάνωσε εκστρατεία εναντίον των Θηβών και, αφού σκότωσε πάρα πολλούς, έκλεισε ειρήνη που σφραγίστηκε με όρκους6, να του στέλνουν οι Θηβαίοι ως φόρο κάθε χρόνο και για είκοσι χρόνια εκατό βόδια. Αυτόν τον φόρο πήγαιναν να εισπράξουν οι κήρυκες από τη Θήβα, όταν τους συνάντησε ο Ηρακλής και τους κακοποίησε· τους έκοψε αυτιά και μύτες, και αφού τους έδεσε τα χέρια με σχοινιά από τον λαιμό7, τους πέταξε έξω από την πόλη και τους είπε να πάνε αυτόν τον φόρο στον Εργίνο και στους Μινύες. Οργισμένος ο Εργίνος ζήτησε να του παραδώσουν τον δράστη, και ο βασιλιάς των Θηβών Κρέοντας, ο γιος του Μενοικέα, φοβούμενος τη δύναμη του βασιλιά του Ορχομενού, θέλησε να ικανοποιήσει το αίτημά του. Όμως ο Ηρακλής έπεισε τους συνομήλικούς του να ελευθερώσουν τη Θήβα. Και επειδή οι Μινύες είχαν αφοπλίσει τους Θηβαίους και είχαν απαγορεύσει την ύπαρξη και του παραμικρού όπλου στα χέρια ιδιωτών, ώστε να μην μπορεί να υπάρξει ούτε καν η ιδέα της επανάστασης, ξεκρέμασε από τους τοίχους των ναών τις πανοπλίες που ήταν αφιερώματα των προγενέστερων στους θεούς ως λάφυρα από διάφορους πολέμους και εξόπλισε τους νέους. Και όταν ο Ηρακλής έμαθε ότι ο Εργίνος βάδιζε με στρατό εναντίον της πόλης, βγήκε έξω από τα τείχη της πόλης και τον συνάντησε σε στενό πέρασμα, όπου εξουδετέρωσε τη μεγάλη δύναμη του στρατού του, καθώς δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και πολεμούσε τμηματικά —τόσοι στρατιώτες όσοι χωρούσαν στο πέρασμα. Έτσι ο Ηρακλής σκότωσε τον Εργίνο και κατέσφαξε τον στρατό του. Ύστερα όρμησε αιφνιδιαστικά στην πόλη των Ορχομενίων, πέρασε τις πύλες, έκαψε τα ανάκτορα και ισοπέδωσε την πόλη. Σε αυτήν την επιχείρηση σκοτώθηκε ο Αμφιτρύωνας πολεμώντας γενναία. Κατά άλλους πέθανε αργότερα, μετά την επιτυχή εκστρατεία του θετού γιου του εναντίον του βασιλιά της Εύβοιας Χαλκώδοντα, όπου πολέμησε και ο ίδιος, και μετά τον φόνο των εγγονών του από τον ίδιο τους τον πατέρα, όταν εκείνος καταλήφθηκε από μανία. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, μετά τον θάνατό του θνητού συζύγου της, η εκλεκτή του Δία Αλκμήνη παντρεύτηκε τον γιο του θεού Ραδάμανθηεξω, που κατοικούσε εξόριστος στις Ωκαλές της Βοιωτίας8. Από αυτόν, λεγόταν από κάποιους, έμαθε ο Ηρακλής την τέχνη της τοξοβολίας9, παρέλαβε από τον Ερμή ξίφος, από τον Απόλλωνα τόξο και βέλη, από τον Ποσειδώνα άλογα, από τον Ήφαιστο χρυσό θώρακα και άλλα δώρα [Εικ. 45] που τον εξασφάλιζαν από τους κινδύνους του πολέμου και από την Αθηνά ένα πέπλο, δώρο που συντελούσε στην ειρηνική απόλαυση και τέρψη· μόνος του έφτιαξε ένα ρόπαλο από δέντρο της Νεμέας ή του Ελικώνα ή από τον κορμό αγριελιάς στην ακτή του Σαρωνικού. Τέλος, υπάρχει και η εκδοχή ότι η Αθηνά του έδωσε όλα τα όπλα εκτός από το ρόπαλο.

 

Ο γάμος με τη Μεγάρα, μανία, φόνοι, καθαρτήριοι άθλοι

 

Ο Κρέοντας θαύμασε, όπως και άλλοι Έλληνες εκτός Θηβών, το ανδραγάθημα του Ηρακλή και ως ανταμοιβή για την ανδρεία του τον πάντρεψε με τη μεγαλύτερή του κόρη, τη Μεγάρα και του εμπιστεύτηκε τις υποθέσεις της πόλης σαν να ήταν γνήσιο δικό του παιδί. (Τη μικρότερη κόρη του την έδωσε ο Κρέοντας σύζυγο στον Ιφικλή, ο οποίος ήδη είχε ένα παιδί, τον Ιόλαο, από την κόρη του Αλκάθου Αυτομέδουσα.) Ηρακλής και Μεγάρα απέκτησαν τρία αγόρια, τον Θηρίμαχο, τον Κρεοντιάδη, τον Δηικόοντα, ή τέσσερα ή πέντε ή επτά (Αντίμαχος, Κλύμενος, Γληνός, Θηρίμαχος, Κρεοντιάδης). [Εικ. 46, 8] Μετά τη μάχη εναντίον των Μινύων, και βλέποντας ο Ευρυσθέας ότι η δύναμη και η φήμη του Ηρακλή αυξανόταν, τον κάλεσε και τον πρόσταξε να επιτελέσει άθλους. Και επειδή ο Ηρακλής δεν φαινόταν διατεθειμένος να υπακούσει, ο πατέρας του Δίας του έστειλε μήνυμα να υπηρετήσει τον Ευρυσθέα. Ως και οι θεοί στους Δελφούς, όπου κατέφυγε ο Ηρακλής, του είπαν τα ίδια, συμπληρώνοντας όμως ότι το έπαθλο των άθλων θα ήταν η αθανασία. Ακόμη και τότε ο ήρωας δίστασε, καθώς δεν μπορούσε να δώσει λύση στην απροθυμία του να υπηρετήσει έναν κατώτερο αλλά και στην αδυναμία του οποιουδήποτε να σταθεί ανυπάκουος απέναντι στις βουλές του Δία. Σε αυτή τη χρονική στιγμή βρήκε την ευκαιρία η Ήρα, από ζήλια10, και του ενέβαλε μανία και πάνω στο ψυχικό του άγχος σάλεψε το μυαλό του. Με θολωμένο τον νου καταφέρθηκε εναντίον των ίδιων του των παιδιών αλλά και των δυο παιδιών του Ιφικλή — τα έριξε όλα στη φωτιά11, κάτι βέβαια που θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια τελετουργική πράξη εξαγνισμού ή αθανασίας, όπως έκανε η Θέτιδα με τον Αχιλλέα ή η Μήδεια με τα παιδιά της. Ακόμη και τον Ιόλαο προσπάθησε να σκοτώσει αλλά εκείνος ξέφυγε. Όταν λυτρώθηκε από τη μανία και συναισθάνθηκε τι έκανε, έπεσε σε θλίψη αδρανής στο σπίτι του αποφεύγοντας τους ανθρώπους, ακόμη και αυτούς που τον συναισθάνονταν, τον συλλυπούνταν και συμμετείχαν στο πένθος του. Με το πέρασμα του χρόνου ο πόνος του πραΰνθηκε, και τότε αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που σχεδίαζε ο Ευρυσθέας για εκείνον. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, ο Ηρακλής μετά τον φόνο των δικών του καταδίκασε τον εαυτό του σε εξορία· στη συνέχεια, αφού εξαγνίστηκε από τον Θέσπιο, πήγε στο μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει τον θεό σε ποιον τόπο να εγκατασταθεί. Και τότε, λέει ο Απολλόδωρος, για πρώτη φορά η Πυθία τον αποκάλεσε Ηρακλή από Αλκείδη ή Αλκαΐδη που τον έλεγαν πρώτα (από τον παππού του Αλκαίο, πατέρα του Αμφιτρύωνα), και όχι οι Αργείοι που θαύμασαν τη δύναμη του νήπιου Ηρακλή, όπως λέει ο Διόδωρος. Και η μετονομασία έγινε από την Πυθία σε Ηρακλής από το ἦρα [φέρων] κλέος, αυτός που χαρίζει, φέρει τη δόξα, γιατί ο Ηρακλής με τα έργα του δόξασε τον εαυτό του· ή γιατί με τα έργα του δοξάστηκε η Ήρα, επειδή με τις ενέργειές της τα προκάλεσε· ή γιατί άκουσε το κάλεσμα της Ήρας (Ἥρα + κλῆσις), όταν στη Γιγαντομαχία ο Γίγαντας Πορφυρίωνας επιτέθηκε στην Ήρα από πόθο για εκείνη· της έσκισε τα ρούχα και η θεά κάλεσε σε βοήθεια, ο Δίας την άκουσε και κατακεραύνωσε τον Γίγαντα, το ίδιο και ο Ηρακλής που τον κατατόξευσε. Υποκοριστικό αυτού του ονόματος ήταν το Ήρυλλος12. Και η Πυθία τού είπε να εγκατασταθεί στην Τίρυνθα, υπηρετώντας τον Ευρυσθέα για δώδεκα χρόνια, και να εκτελέσει τους δέκα άθλους που θα του όριζε και οι οποίοι, τελικά, θα του χάριζαν την αθανασία.

 

Ποια είναι τελικά η αιτία των άθλων; Ο Απολλόδωρος και άλλοι συγγραφείς (Σχόλια στον Όμηρο, Ο 639. Διόδ. Σ. 4.10.6) προβάλλουν την αθανασία, ο Όμηρος το μίσος της Ήρας (Ιλ., Τ 103 κ.ε.), ο Ευριπίδης (Ηρ. 15 κ.ε.) την επιθυμία του Ηρακλή να επανασυνδεθεί με το γένος του πατέρα του, από το οποίο είχε αποκοπεί, επειδή είχε ακούσια σκοτώσει τον Ηλεκτρύωνα. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση οι άθλοι αποτελούσαν μια πράξη εξευμενισμού του γένους μέσα από τη δουλική υπηρεσία προς τον Ευρυσθέα και τον υποβιβασμό του Ηρακλή. Η άποψη του Διότιμου (Αθήναιος 13.80.24-6) ότι ο Ηρακλής έκανε τους άθλους για χάρη του Ευρυσθέα, με τον οποίο συνδεόταν ερωτικά, δεν φαίνεται να ευσταθεί, γιατί δεν δικαιολογεί άλλα σημεία του μύθου, όπως το μίσος της Ήρας, τον εξαγνισμό, τον χρησμό για την αθανασία του Ηρακλή μετά την περάτωση των άθλων κ.τ.λ. (Διότιμος δ᾽ ἐν τῇ Ἡρακλείᾳ ( p. 213 Ki ) Εὐρυσθέα φησὶν Ἡρακλέους γενέσθαι παιδικά, διόπερ καὶ τοὺς ἄθλους ὑπομεῖναι. Και Σχόλια στην Ιλιάδα Ο 639: οἱ δὲ παιδικὰ Ἡρακλέους θέλουσιν Εὐρυσθέα· διὸ χαριζόμενον αὐτῷ ἐπιτάσσεσθαι τοὺς ἄθλους).

 

Όσο για την τριαντατριάχρονη Μεγάρα, ο Ηρακλής μη μπορώντας να ζήσει μαζί της, την έδωσε στον δεκαεξάχρονο ανεψιό του Ιόλαο.

 

Η ευριπίδεια εκδοχή. Η τραγωδία Ηρακλής μαινόμενος (424-415 π.Χ.)

 

Το δράμα εκτυλίσσεται στη γενέτειρα του Ηρακλή, τη Θήβα, απόντος του ήρωα που εκτελεί τον δωδέκατο και τελευταίο άθλο του —είναι ο άθλος όπου ο Ηρακλής νικά τον ίδιο τον Άδη, ανεβάζει στον επάνω κόσμο τον σκύλο του Κάτω Κόσμου Κέβερο που του ζήτησε ο Ευρυσθέας και ελευθερώνει τον Θησέα που είχε κατεβεί ζωντανός με τον φίλο του Πειρίθοο να αρπάξουν τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου, την Περσεφόνη.

Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο Λύκος, δολοφόνος του πατέρα της Μεγάρας Κρέοντα και των αδερφών της και σφετεριστής του θρόνου προτίθεται να σκοτώσει την ίδια τη Μεγάρα και τα παιδιά της από τον Ηρακλή, ώστε όταν μεγαλώσουν να μην υπάρχει πιθανότητα να πάρουν εκείνα εκδίκηση για τους φόνους. Η Μεγάρα, μαθαίνοντας τις προθέσεις του Λύκου, νεκροστολίζει ζωντανά τα παιδιά της (στ. 456-489έσω). Όσο για την ελπίδα να μην συμβεί τίποτε από αυτά, δεν υπήρχε, γιατί ο Ηρακλής ήταν απών.

Σε μια κίνηση ανατροπής, ο Ευριπίδης εμφανίζει στην κρίσιμη στιγμή τον Ηρακλή που σώζει τη γυναίκα του και τα παιδιά του τιμωρώντας όπως μόνο αυτός ξέρει τον Λύκο και όσους τον απαρνήθηκαν και άφησαν απροστάτευτους τους δικούς του, καθώς τον θεωρούσαν νεκρό (στ. 578-582):

 

[…] Τιμή είναι για μένα
να μάχομαι με τα θεριά, την ύδρα, το λιοντάρι,
με του Ευρυσθέα προσταγές, και τα δικά μου τέκνα
να μη σώζω απ’ το θάνατο; Δε θα με λογαριάζουν
ως νικηφόρο Ηρακλή, όπως με βλέπαν πρώτα.

 

Ο Ηρακλής θα σώσει την οικογένειά του. (Αργότερα, με τη γνώση που φέρνουν τα γεγονότα, ίσως κάποιοι να λέγανε ότι θα ’ταν καλύτερο να είχαν χαθεί οι αγαπημένοι του από το χέρι ενός σφετεριστή της εξουσίας και όχι από το δικό του χέρι.) Αν το έργο τελείωνε εδώ, με αυτήν την ευτυχή κατάληξη, θα μπορούσαμε να το εκλάβουμε ως σατυρικό δράμα. Όμως ο Ευριπίδης δεν επιδιώκει να γράψει μιαν άλλην Άλκηστη· θέλει να γράψει τραγωδία. Και εδώ ο ποιητής θα ξανακάνει την ανατροπή. Ο Ηρακλής, ένας άνδρας, σε κατάσταση μανίας θα σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του μη αναγνωρίζοντάς τα, όπως ακριβώς ο Λυκούργος, ο βασιλιάς της Θράκης, και όπως η Αγαύη που σε κατάσταση μανίας θα διαμελίσει τον γιο της. Πατεράδες και μητέρες…

Τι είναι όμως αυτό που οδηγεί τον Ηρακλή στην κατάσταση αυτή; Στην περίπτωση του Λυκούργου και της Αγαύης είναι ο Διόνυσος που τους εμβάλλει μανία, γιατί αρνούνται τη θεότητα και τη λατρεία του· στην περίπτωση του Ηρακλή είναι η Ήρα που τον φέρνει σε κατάσταση βακχικής μανίας (στ. 867-8, 932-4):

 

Να τον κιόλας που τινάζει ξέφρενα την κεφαλή
και τις κόρες των ματιών του γοργοστρέφει στα βουβά.
[…]
Τα μάτια στριφογύριζαν άγρια, φρενιασμένα,
με ασπράδια κατακόκκινα, κι έβγαινε απ’ το στόμα
αφρός που του κατάβρεχε την όμορφη γενειάδα.

 

Δεν πρόκειται όμως για το είδος εκείνο της ένθεης βακχικής μανίας που φέρνει τον άνθρωπο σε κατάσταση αρμονικής συνύπαρξης με τη φύση και τον εαυτό του· εδώ ο θεός Διόνυσος απουσιάζει (στ. 890-891, 877-878):

 

Χορός χωρίς τα τύμπανα αρχίζει και κορώνει,
χωρίς τον θύρσο που αγαπάει ο Βρόμιος ο Βάκχος.

 

[Η] Λύσσα τον χόρεψε […] / στην τρέλα με αυλό φριχτό… Ο Ηρακλής συνέρχεταιέσω από τη μανία του με τη βοήθεια του Αμφιτρύωνα, με τρόπο παρόμοιο του Κάδμου προς την Αγαύη.

 

Γιατί όμως αυτό το χτύπημα της Ήρας; Γιατί η Ήρα θέλει να βαφεί με το δικό του αίμα / σκοτώνοντας τα τέκνα του; (στ. 831-2) Η Ήρα είναι η προδομένη σύζυγος, η σύζυγος που υπομένει τους έρωτες ενός συζύγου, άπιστου σε αυτήν, πιστού στον Έρωτα. Μην μπορώντας να χτυπήσει απ’ ευθείας τον υπέρτατο θεό, χτυπάει πλάγια, ερωμένες και παιδιά, όπως η Μήδεια τη Γλαύκη, την οποία πρόκειται να παντρευτεί ο Ιάσονας, και τα παιδιά τους· η Μήδεια επιθυμεί να πληγώσει τον Ιάσονα πληγώνοντας ό,τι εκείνος αγαπά περισσότερο, τα παιδιά. Εκείνο που καθιστά αποτρόπαιη την πράξη της Μήδειας είναι ότι πρόκειται για τα παιδιά τους, ενώ η Ήρα χτυπά τα παιδιά του, τα παιδιά του Δία, από μια άποψη όμως και δικά της παιδιά —και εν πάση περιπτώσει παιδιά, πόσο μάλλον τον Ηρακλή που έστω και άθελά της θήλασε. Το χτύπημα μάλιστα που καταφέρνει σε αυτόν τον ιδιότυπο γιο είναι ανάλογο της αγάπης και της προτίμησης που τρέφει ο Δίας απ’ όλα του τα παιδιά σε αυτόν τον ξεχωριστό γιο. Η χρονική μάλιστα στιγμή που επιλέγει να χτυπήσει καθιστά το χτύπημά της ακόμη πιο βίαιο: ο Ηρακλής μόλις ολοκλήρωνε τους άθλους του, επιτέλους τελείωνε με τη δουλική υπηρεσία στον Ευρυσθέα· οι όποιοι άθλοι μετά από αυτούς, τα όποια έργα ή μη έργα θα ήταν αποτέλεσμα πια της δικής του προαίρεσης· ήταν η στιγμή που ο Ηρακλής θα έπαιρνε τη ζωή του στα χέρια του.

 

Με μια εκπληκτική αντιστροφή της επικής παράδοσης ο Ευριπίδης καθιστά τον Ηρακλή τραγικό ήρωα. Διότι η παράδοση θέλει τον Ηρακλή να υπηρετεί τον Ευρυσθέα ως τιμωρία για τον φόνο της Μεγάρας και των παιδιών του. Ο λογοτέχνης, παρεμβαίνοντας στην παράδοση, την τέμνει με την έμπνευσή του: ο Ηρακλής θα διαπράξει τους φόνους των δικών του άμα τη επιτελέσει των άθλων και έχοντας απαλλαγεί από τον σφετεριστή του θρόνου των Θηβών Λύκο που σχεδίασε τον φόνο των ανθρώπων που ο Ηρακλής αγαπούσε, της οικογένειάς του. Για μια ακόμη φορά η πτώση έρχεται τη στιγμή της αναμενόμενης γαλήνης —μηδένα προ του τέλους μακάριζε σέρνεται σαν ψίθυρος η φράση. Ο Ευριπίδης καθιστά τον Ηρακλή τραγικό ήρωα, γιατί τον βάζει να δοκιμάσει ό,τι αναγκαστικά δοκιμάζει κάθε θνητός: τον πόνο του θανάτου. Ο Ηρακλής, ο ήρωας που νίκησε τέρατα και θεριά, ο ήρωας σύμμαχος των θεών, ο θνητός που κατέβηκε ζωντανός στον Άδη και επέστρεψε, αυτός ο νικητής του θανάτου καταβάλλεται από τον θάνατο. Ο θρήνοςέσω του είναι σπαρακτικός και ο θεατής αναρωτιέται αν ο ποιητής δημιουργεί μια έντονη τραγική ειρωνεία τοποθετώντας τον θάνατο του ήρωα στη διάρκεια της τέλεσης του άθλου της κατάβασης στον Άδη για τον Κέρβερο με το οποίο περίτρανα επιβεβαιωνόταν η παντοδυναμία του. Και τελικά, αν ο ήρωας καταβάλλεται από τον θάνατο, αν ο άτρωτος αποδεικνύεται τρωτός, τότε ο άνθρωπος, ο καθένας από εμάς είναι δυνατό να ελπίζει ότι μπορεί να καταβάλει τον θάνατο; Αναπόφευκτα και αυθόρμητα αναδύεται το ερώτημα: είναι δίκαιοι οι θεοί; Ο Αμφιτρύωνας, ο θνητός πατέρας του Ηρακλή, θα κλείσει τον σύντομο θρήνο αγανάκτησης που απευθύνει στον Δία (στ. 339-47) με τη φράση: «Ή είσαι κάποιος άξεστος θεός ή δίκαιος δεν είσαι».

 

Εμβόλιμη σημείωση: Φάσεις στη ζωή του Ηρακλή

 

Ο ήρωας Ηρακλής εκτελεί άθλους. Στην προσπάθειά του να τους φέρει σε πέρας έρχεται αντιμέτωπος και με άλλους κινδύνους, οπότε εμβόλιμα στους άθλους, ανάμεσα ή στη διάρκειά τους, υπάρχουν και πάρεργα. Εκστρατείες, οργανωμένες με στρατό (Τροία, Πελοπόννησος, ΒΔ Ελλάδα), ανήκουν στις λεγόμενες «Πράξεις». Σε αυτές ο ήρωας δρα ηρωικά, με τη βοήθεια και άλλων και μένοντας μέσα στα πλαίσια ηρωικών πράξεων στα μέτρα του ανθρώπου, σε αντίθεση με τα «Πάρεργα», που διακρίνονται για την τυχαία και μοναχική δράση του ήρωα και την υπέρβαση του ανθρώπινου (π.χ. Φόλος, Ευρυτίων, Άλκηστη, Κύκνος κ.τ.λ.). Άλλα κατορθώματα, επίσης, πριν από την επιτέλεση των άθλων συμπληρώνουν το ψηφιδωτό της δράστης του. Τη ζωή του σημαδεύουν, επίσης, δύο γάμοι, με τη Μεγάρα και με τη Δηιάνειρα (πέρα από τις παράπλευρες σχέσεις —ογδόντα μαρτυρεί η παράδοση), και δύο φόνοι που ξεχωρίζουν από τους πολλούς άλλους που έκανε, γιατί αυτούς τους διέπραξε σε κατάσταση μανίας. Ο ένας ήταν ο φόνος των παιδιών του από τη Μεγάρα· ο άλλος του Ίφιτου, γιου του Εύρυτου, στην Τίρυνθα. Και οι δύο φόνοι, λόγω της ιδιάζουσας συνθήκης επιτέλεσής τους, απαιτούσαν καθαρμό για να απαλλαγεί ο ήρωας από το μίασμά τους. Γύρω, λοιπόν, από αυτούς οργανώνεται η δράση του Ηρακλή, πρώτα οι δώδεκα άθλοι, με εμβόλιμα πολλά πάρεργα, ως καθαρμός μέσω δουλικής υπηρεσίας στον Ευρυσθέα, ύστερα εκστρατείες και κατορθώματα που τελούνται πριν και μετά τη δουλική υπηρεσία στη βασίλισσα της Λυδίας Ομφάλη.

Α. ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ

Οι άθλοι του Ηρακλή

Η σειρά με την οποία παρατίθενται οι άθλοι ποικίλλει. Ένα κριτήριο ταξινόμησης που χρησιμοποιείται συνήθως είναι του τόπου: έξι πραγματοποιούνται στην Πελοπόννησο, στην Αργολίδα και την Αρκαδία, οι υπόλοιποι σε διάφορους άλλους τόπους (Κρήτη, Θράκη, Σκυθία, χώρα Εσπερίδων, Κάτω Κόσμος).

Σε άθλους που κινούνται ανάμεσα στο ηρωικό και το άγριο, ο ήρωας Ηρακλής εξόντωσε ζώα, όπως λ.χ. το λιοντάρι της Νεμέας, τις Στυμφαλίδες Όρνιθες, τη Λερναία Ύδρα, αντανακλώντας την προσπάθεια του ανθρώπου να σταθεί απέναντι στη φύση και να την αντιμετωπίσει —προσπάθεια που εμφανίζεται με μεγάλη ένταση στην παλαιολιθική περίοδο.

 

Το Λιοντάρι της Νεμέας

 

Για πρώτο άθλο ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας.

Για αυτόν τον άθλο παραθέτουμε την αφήγηση του Απολλοδώρου (2.5.1) παρεμβάλλοντας πληροφορίες και από άλλους συγγραφείς: Αυτός [ο Ευρυσθέας] λοιπόν στην αρχή τον διέταξε να του φέρει τη δορά από το λιοντάρι της Νεμέας· επρόκειτο για ζώο άτρωτο, που είχε γεννηθεί από τον Τυφώνα. Άλλοτε, πάλι, λέγεται γιος του Όρθρου και της μητέρας του Έχιδνας, αδελφός της Σφίγγας των Δελφών και άλλων μειξογενών όντων. Το ανέθρεψε η Ήρα (ή η Σελήνη που το παραχώρησε στην Ήρα) και το άφησε ελεύθερο στα δάση της Νεμέας, όπου προξενούσε μεγάλες καταστροφές σε κοπάδια και ανθρώπους, με αποτέλεσμα η όλη η περιοχή να ερημώνει εξαιτίας του. Πηγαίνοντας λοιπόν για το λιοντάρι [ο Ηρακλής], ήλθε στις Κλεωνές (πάνω στον δρόμο από το Άργος για την Κόρινθο), και εκεί φιλοξενήθηκε από τον Μόλορχο, ένα φτωχό χειρώνακτα. Και καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να θυσιάσει ένα σφάγιο, το μοναδικό κριάρι και το μοναδικό αγαθό που είχε, ο Ηρακλής του είπε να το φυλάξει για τριάντα μέρες, και αν επιστρέψει σώος, να το θυσιάσει στον Δία σωτήρα, αν όμως πεθάνει, να το προσφέρει13 σε αυτόν τιμώντας τον σαν νεκρό ήρωα. Όταν έφτασε στη Νεμέα, αναζήτησε το λιοντάρι· πρώτα το χτύπησε με τα βέλη του, όταν όμως κατάλαβε ότι ήταν άτρωτο, σήκωσε το ρόπαλο και το κυνήγησε. Κυνηγημένο από τον Ηρακλή, κατέφυγε σε σπηλιά που είχε δύο ανοίγματα· τότε εκείνος έχτισε τη μία είσοδο, μπήκε από την άλλη και επιτέθηκε στο θηρίο, έβαλε το χέρι του γύρω από τον λαιμό του και το έσφιξε μέχρι που το έπνιξε· ύστερα, το φόρτωσε στους ώμους του και το έφερε στις Κλεωνές, φορώντας το δέρμα του ζώου. Εκεί βρήκε τον Μόλορχο να ετοιμάζεται την τελευταία μέρα να θυσιάσει το σφάγιο προς τιμή του, νομίζοντάς τον πια για νεκρό, θυσίασε στον Δία σωτήρα και στη συνέχεια μετέφερε το λιοντάρι στις Μυκήνες. Έκπληκτος ο Ευρυσθέας από την τόλμη του, του απαγόρευσε στο εξής να μπαίνει μέσα στην πόλη και του έδωσε την εντολή να επιδεικνύει τα αποτελέσματα των άθλων του μπροστά από τις πύλες. Λένε μάλιστα ότι φοβήθηκε τόσο που κατασκεύασε για τον εαυτό του ένα χάλκινο πιθάρι, που το έχωσε κάτω από το γη, και ότι του παράγγελνε τους άθλους στέλνοντάς του για κήρυκα τον Κοπρέα, γιο του Πέλοπα από την Ηλεία.

Μετά τη μονομαχία, ο Ηρακλής έγδαρε το λιοντάρι και φόρεσε το δέρμα του, ενώ το κεφάλι τού χρησίμευσε για περικεφαλαία. Κατά άλλους συγγραφείς, αυτό δεν έγινε εύκολα. Ο Θεόκριτος διηγείται την αμηχανία του ήρωα μπροστά σε αυτό το δέρμα που, άτρωτο σε φωτιά και σίδερο, ήταν αδύνατο να το αφαιρέσει από το σώμα του ζώου. Μέχρι που σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει ως εργαλείο τα νύχια του ίδιου του ζώου.

Στη θέση που έγινε η θυσία του κριαριού από τον Μόλορχο ο Ηρακλής καθιέρωσε αγώνες προς τιμή του Δία, τα Νέμεα, που τα ανανέωσαν αργότερα οι Επτά Αργείοι αρχηγοί που βάδισαν κατά των Θηβών.

Οι θεοί θέλοντας να τιμήσουν τον ήρωα και να θυμίζουν αιώνια στους ανθρώπους την ευγνωμοσύνη που του οφείλουν ανέβασαν τον Λέονταεξω στον ουρανό κάνοντάς τον αστερισμό. Στον αστερισμό του Λέοντα, στην ουρά του, ο Ερατοσθένης αναφέρει την ύπαρξη σκοτεινών αστέρων και τα ονομάζει Πλόκαμον Βερενίκηςεξω Ευεργέτιδος.

Από όλους τους άθλους του Ηρακλή αυτός είναι που απεικονίζεται πιο συχνά στην αγγειογραφία.  [Εικ. Χάρτης 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69 70 71 72 73 74 75 76 77 78 79 80 81 82 83 84 85 86 87 88 89 90 91 92 93 94 95 96 97 98 99 100 258]

Η Λερναία Ύδρα

 

Ως δεύτερο άθλο όρισε ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή να σκοτώσει την Ύδραεξω της Λέρνας. Το θηρίο αυτό γεννήθηκε από τον Τυφώνα και την Έχιδνα και ήταν ὄφις ἐν ὓδασι διαιτώμενος, νεροφίδα με άλλα λόγια, με πέντε ή έξι ή εννιά ή μέχρι εκατό κεφάλια, ανάλογα με τους συγγραφείς, φιδίσια ή και ανθρώπινα. Ας δούμε τι λέει ο Απολλόδωρος:

 

Δεύτερο άθλο του όρισε [ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή] να σκοτώσει τη Λερναία ύδρα· αυτή μεγάλωνε στο έλος της Λέρνας, εξορμούσε στην πεδιάδα και ρήμαζε τόσο τα κοπάδια όσο και τα χωράφια. Η νεροφίδα ήταν τεράστια, με εννιά κεφάλια, τα οκτώ ήταν θνητά, το ένα, το μεσαίο, ήταν αθάνατο.

 

Στα ελληνιστικά χρόνια λεγόταν ότι το κεντρικό κεφάλι ήταν γυναικείο, από το οποίο αντί για μαλλιά φύτρωναν φίδια, όπως στο κεφάλι της Μέδουσας. Η αναπνοή της ήταν θανατηφόρα ακόμη κι όταν ήταν κοιμισμένη και προξενούσε καταστροφές στις σοδειές και στα κοπάδια της χώρας.

 

Ανέβηκε, λοιπόν, [ο Ηρακλής] σε άρμα που το οδηγούσε ο Ιόλαος και έφτασε στη Λέρνα. Ύστερα, σταμάτησε τα άλογα και βρήκε τη νεροφίδα σε ένα λόφο κοντά στις πηγές της Αμυμώνης, όπου ήταν η φωλιά της, και, χτυπώντας την με πυρωμένα βέλη, την ανάγκασε να βγει από εκεί· και την ώρα που αυτή βγήκε, την έπιασε και την κρατούσε σφιχτά. Εκείνη, όμως, τυλίχτηκε γύρω από το ένα του πόδι και τον ακινητοποίησε. Και εκείνος, αν και της έκοβε τα κεφάλια με το ρόπαλο [ή με μια άρπη, ένα κυρτό σπαθί], δεν μπορούσε να την εξοντώσει· γιατί, όταν έκοβε ένα κεφάλι, φύτρωναν δύο. Βοηθούσε τη νεροφίδα και μια γιγαντιαία καραβίδαέσω που του δάγκωνε το πόδι στη φτέρνα. Πρώτα, λοιπόν, σκότωσε αυτήν (την καραβίδα) και ύστερα ζήτησε τη βοήθεια του Ιόλαου, που έκαψε τμήμα του κοντινού δάσους και, καυτηριάζοντας με τους δαυλούς τα σημεία απ’ όπου ξεφύτρωναν τα κεφάλια, δεν άφηνε να βγουν άλλα. Με αυτόν τον τρόπο, αφού γλίτωσε από τα κεφάλια που φύτρωναν συνέχεια, στη συνέχεια έκοψε και το αθάνατο και το πλάκωσε με βράχο πελώριο στον δρόμο που περνούσε μέσα από τη Λέρνα προς την Ελαιούντα14. Ύστερα, έσκισε το σώμα της νεροφίδας και βούτηξε τα βέλη του στη χολή της. Ο Ευρυσθέας, όμως, είπε ότι δεν πρέπει να προσμετρηθεί αυτός ο άθλος στους δέκα, γιατί δεν νίκησε μόνος του την ύδρα αλλά μαζί με τον Ιόλαο. (Απολλόδ. 2.5.2)

 

Με το αίμα της Ύδρας ο Ηρακλής έκανε δηλητηριώδη τα βέλη του. Όταν με αυτά τραυμάτισε τον Κένταυρο Πυλήνορα ή τον Χείρωνα, αυτός έπλυνε την πληγή του στα νερά του ποταμού Άνιγρου, που πηγάζει από το αρκαδικό όρος Λάπιθος, και από τότε αναδύεται από εκεί μια άσχημη μυρωδιά, ούτε τα ψάρια του είναι κατάλληλα για βρώση15. Το δηλητήριο αυτό ήταν ένα από τα συστατικά του λεγόμενου φίλτρου του έρωτα που φανέρωσε ο Νέσσος στη Δηιάνειρα —θα φτιαχνόταν από το μολυσμένο από την πληγή του αίμα αλλά αντί να αναθερμάνει τον έρωτα του Ηρακλή για τη Δηιάνειρα προκάλεσε τελικά τον θάνατό του.

Η Ήρα, που η ίδια είχε μεγαλώσει την Ύδρα κάτω από έναν πλάτανο κοντά στην πηγή Αμυμώνη, για να αποτελέσει μια ακόμη δοκιμασία του Ηρακλή, την τοποθέτησε, όπως και τη συνεργό της καραβίδα, στον ουρανό σαν αστερισμό. [Εικ. Χάρτης 101 102 103 104 105 106 107 108 109 110 111 112 113 114 115 116 117 118 119 120 121 122 123 124 125 126 127 128 129 130 131 132 133 134]

 

Η ευημεριστική16 / ορθολογιστική ερμηνεία του αγνώστου πολλών στοιχείων Παλαίφατου θέλει τον Λέρνο βασιλιά της περιοχής που ονομάστηκε από εκείνον. Αυτός ο βασιλιάς δεν αναγνώριζε την πρωτοκαθεδρία του Ευρυσθέα στην ευρύτερη περιοχή που περιλάμβανε, εκτός από τη Λέρνη, πόλεις όπως το Άργος, τη Μυκήνη, την Τυρήνη, η καθεμιά με δικό της βασιλιά. Έτσι, βρισκόταν σε μόνιμη πολεμική ετοιμότητα, κυρίως σε έναν μικρό οχυρωμένο οικισμό στα σύνορα της χώρας του, που λεγόταν Ύδρα και τον φρουρούσαν μέρα νύχτα πενήντα γενναίοι τοξότες. Ο Ευρυσθέας έστειλε τον Ηρακλή για να τον καταλάβει· και για κάθε τοξότη που σκότωνε ο ήρωας ο βασιλιάς Λέρνος έβαζε στη θέση του δύο, για να μπορούν μαζί οι δυο να ισοσταθμίσουν τη γενναιότητα του ενός. Κινδυνεύοντας να ηττηθεί ο Λέρνος προσέλαβε Κάρες μισθοφόρους με επικεφαλής τον στρατηγό Καρκίνο, μεγαλόσωμο πολύ και πολεμοχαρή. Σε βοήθεια του Ηρακλή ήρθε ο ανιψιός του Ιόλαος με Θηβαίους στρατιώτες. Όλοι μαζί κατάφεραν να πυρπολήσουν τον πύργο της Ύδρας και να σκοτώσουν τους στρατιώτες. «Έτσι έγιναν τα πράγματα αλλά κάποιοι μετέτρεψαν την Ύδρα σε φίδι και συνέθεσαν τον ανάλογο μύθο» (Παλαίφ., Περί απίστων Ι, μετ. Η. Τσιριγκάκης. Θεσ/νίκη: Βάνιας 2000, σ. 77).

Άλλοι πάλι θεωρούν ότι ο Ηρακλής πραγματοποίησε ένα τεχνικό έργο: αποξήρανε το έλος της Λέρνας. Η φαντασία των ποιητών το παρουσίασε σαν τέρας με πολλά κεφάλια, στην πραγματικότητα όμως ήταν πηγές που τα νερά τους έβρισκαν διέξοδο στη λίμνη.

Ο Ερυμάνθιος Κάπρος

Περιπέτεια με τους Κενταύρους. Άθλος και πάρεργο.

 

Ως τρίτο άθλο (τέταρτο τον θεωρεί ο Απολλόδωρος 17) επέβαλε ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή να φέρει ζωντανό τον Ερυμάνθιο κάπρο· αυτό το θηρίο, έχοντας για ορμητήριο το βουνό της Αρκαδίας Ερύμανθος, κατέβαινε και προκαλούσε πολλές καταστροφές στην πόλη Ψωφίδα. Καθώς διέσχιζε το οροπέδιο της Φολόης στις νοτιοδυτικές κάτω απολήξεις του όρους Ερυμάνθου, φιλοξενήθηκε από τον Κένταυρο Φόλο, γιο του Σειληνού και μιας Νύμφης των μελιών18. Αυτός προσέφερε ψημένα τα κρέατα στον Ηρακλή, ενώ ο ίδιος τα έτρωγε ωμά19. Όταν ο Ηρακλής ζήτησε κρασί, απάντησε ότι φοβόταν να ανοίξει πιθάρι που ανήκε σε όλους τους Κενταύρους· με παρότρυνση του Ηρακλή να μην φοβάται, το άνοιξε 20. Κατά άλλη εκδοχή, ο Φόλος άνοιξε το πιθάρι που είχε δοθεί στους προγόνους του Κενταύρους τέσσερις γενιές πριν από τον ίδιο τον Διόνυσο με τον όρο να το ανοίξουν όταν κάποια στιγμή θα ερχόταν ο Ηρακλής.

Αλλά οι Κένταυροι ένιωσαν τη μυρωδιά και μετά από λίγο, εκστασιασμένοι, έφτασαν στη σπηλιά του Φόλου, οπλισμένοι με πέτρες και ξεριζωμένα έλατα και πεύκα, με αναμμένα δαυλιά και με τσεκούρια που τους χρησίμευαν για να σκοτώνουν βόδια21. Ο Φόλος τρομαγμένος κρύφτηκε, τους αντιμετώπισε όμως ο Ηρακλής με θάρρος, κι ας ήταν πλάσματα που από την πλευρά της μάνας τους ήταν θεοί, έχοντας την ταχύτητα των αλόγων, τη σωματική ρώμη δύο θηρίων, την εμπειρία και τη νόηση των ανθρώπων· είχαν και τη βοήθεια της μάνας τους Νεφέλης που έριξε μια δυνατή βροχή προκαλώντας προβλήματα στον Ηρακλή που στεκόταν στα δυο του πόδια, καθώς γλιστρούσε, ενώ οι τετράποδες Κένταυροι δεν επηρεάζονταν καθόλου. Παρόλα αυτά ο Ηρακλής τούς νίκησε. Τους πρώτους που τόλμησαν να μπουν μέσα στο σπήλαιο, τον Άγχιο και τον Άγριο, ο Ηρακλής τους έτρεψε σε φυγή χτυπώντας τους με δαυλούς, ενώ τους υπόλοιπους τους κυνήγησε τοξεύοντάς τους μέχρι το όρος Μαλέας στη Λακωνία. Από τους σκοτωμένους Κένταυρους οι πιο ονομαστοί ήταν ο Δάφνις, ο Αργείος, ο Αμφίων, ο Ιπποτίων, ο Όρεος, ο Ισοπλής, ο Μελαιγχαίτης, ο Θηρέας, ο Δούπων και ο Φρίξος. Από εκεί κατέφυγαν στον Χείρωνα που, διωγμένος από τους Λαπίθες από το Πήλιο, κατοικούσε στην περιοχή. Και καθώς οι Κένταυροι μαζεύτηκαν γύρω του, ο Ηρακλής τους σημάδεψε με το τόξο του και έριξε ένα βέλος που διαπέρασε το μπράτσο του Έλατου και σφηνώθηκε στο γόνατο του Χείρωνα. Πικραμένος ο Ηρακλής από το γεγονός, έτρεξε να τραβήξει το βέλος και έβαλε επάνω στην πληγή ένα φάρμακο που του έδωσε ο Χείρωνας. Επειδή όμως το τραύμα ήταν ανίατο, εκείνος αποτραβήχτηκε στο σπήλαιο. Και εκεί, μη μπορώντας να πεθάνει, επειδή ήταν αθάνατος, ο Προμηθέας, αργότερα, προσφέρθηκε στον Δία να τον κάνει αθάνατο στη θέση εκείνου· και έτσι, πέθανε ο Χείρωνας. Οι υπόλοιποι Κένταυροι σκόρπισαν· κάποιοι έφτασαν στο όρος Μαλέα, ο Ευρυτίωνας στη Φολόη, ο Νέσσος στον ποταμό Εύηνο στην Αιτωλοακαρνανία. Κάποιοι τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε, όπως ο Όμαδος που σκοτώθηκε στην Αρκαδία, επειδή προσπάθησε να βιάσει την Αλκυόνη, την αδελφή του Ευρυσθέα. Και μόνο γι’ αυτό ο Ηρακλής θαυμάστηκε από τους συγχρόνους του, γιατί άλλο οι διαφορές που είχε με τον Ευρυσθέα, άλλο η αδελφή του εχθρού του που βρέθηκε ανυπεράσπιστη. Τους υπόλοιπους Κένταυρους τους δέχθηκε ο Ποσειδώνας στην Ελευσίνα και τους σκέπασε με ένα βουνό. Όσο για τον Φόλο, καθώς τράβηξε από έναν σκοτωμένο Κένταυρο το βέλος, για να τον θάψει σαν συγγενής που ήταν, απορούσε πώς κάτι τόσο μικρό σκότωσε αυτούς που ήταν τόσο γιγαντόσωμοι· γλίστρησε όμως από το χέρι του, έπεσε στο πόδι του και τον σκότωσε αμέσως. Όταν ο Ηρακλής επέστρεψε στη Φολόη και αντίκρισε νεκρό τον Φόλο, τον έθαψε μεγαλόπρεπα. [Εικ. 135 136 137 138 139 140 141 142 143 144 145 146 147 148 149 150 151] Στη συνέχεια καταπιάστηκε με το κυνήγι του αγριογούρουνου· το ανάγκασε με τις κραυγές του να βγει έξω από μια λόχμη, το παρέσυρε σε μέρος με χιόνι πολύ, το έπιασε με βρόγχο ζωντανό, όπως έπρεπε, και το κουβάλησε στους ώμους του μέχρι τις Μυκήνες. Τρομαγμένος ο Ευρυσθέας κρύφτηκε σε ένα χάλκινο πιθάρι που το είχε προετοιμάσει ως καταφύγιο για την περίπτωση κινδύνων. (Βλ. και Ψωφίδαέσω)

Ο Ερυμάνθιος κάπρος ήταν θέμα αγαπητό στην τέχνη, δεν φαίνεται όμως να κατέχει σημαντική θέση στη λογοτεχνία· η παλαιότερη σωζόμενη αναφορά σε αυτόν είναι στον Εκαταίο, απ. 6. [Εικ. Χάρτης 152 153 154 155 156 157 158 159 160 161 162 163 164 165 166 167 168 169 170 171 172 173 174 ]

Η Κερυνίτις Έλαφος

προσταγή είχε πάρει από τον πατέρα του
να εκτελέσει του Ευρυσθέα τις εντολές
κι έπρεπε να φέρει από κει
την ελαφίνα την χρυσοκέρατο
που η Ταϋγέτη κάποτε είχε τάξει
στην Ορθωσία την Άρτεμη.

 

(Πίνδ., Ολ. 3.29 κ.ε., μετ. Γ. Γεωργούσης)

Ως τέταρτο άθλο (ο Απολλόδωρος τον θεωρεί τρίτο)22 ο Ευρυσθέας διέταξε τον Ηρακλή να φέρει ζωντανή στις Μυκήνες τη χρυσοκέρατη την ελαφίνα / με διάστικτη ράχη, / που ρήμαζε όλα τα γύρω χωράφια (Ευρ., Ηρ. 374-6), που ήταν ταχύτατη και ήταν αφιέρωμα της κόρης του Άτλαντα Ταϋγέτης23 στην Άρτεμη. Σύμφωνα με τον Καλλίμαχο το ελάφι ανήκε αρχικά σε μια ομάδα πέντε ελαφιών, τα τέσσερα από τα οποία πρωτοκυνήγησε, και μάλιστα χωρίς σκυλιά, η Άρτεμη, τα έπιασε και τα έβαλε να σέρνουν το άρμα της. Το πέμπτο ξέφυγε με τη συναίνεση της Ήρας και τριγυρνούσε ελεύθερο στην Οινόη και στο όρος Κερύνεια στα σύνορα Αργολίδας και Αχαΐας, για να γίνει και αυτό άθλος του Ηρακλή. Λεγόταν ότι ο Ηρακλής δεν ήθελε να σκοτώσει ή να πληγώσει το ζώο και ότι το έπιασε με δίχτυα ή ότι το παρακολούθησε και το έπιασε στον ύπνο ή ότι το καταπόνησε με τη συνεχή καταδίωξη, και μάλιστα για έναν ολόκληρο χρόνο. Το ζώο, κουρασμένο από την καταδίωξη, κατέφυγε στο βουνό Αρτεμίσιο στην κορυφή του οποίου υπήρχε ιερό της Άρτεμης μέσα σε δάσος από ιτάμους (Παυσ. 2.25.3). Από εκεί κατευθύνθηκε προς τον ποταμό Λάδωνα· την ώρα που πήγαινε να τον περάσει, ο Ηρακλής το χτύπησε με τα βέλη του και το έπιασε, το έβαλε στους ώμους του και το μετέφερε γρήγορα μέσα από την Αρκαδία. Συνάντησε, όμως, τυχαία την Άρτεμη μαζί με τον Απόλλωνα, η οποία ζητούσε να του το πάρει και τον κατηγορούσε ότι σκόπευε να το σκοτώσει. Εκείνος, όμως, δικαιολογήθηκε επικαλούμενος την ανάγκη και ρίχνοντας την ευθύνη στον Ευρυσθέα, καταπράυνε την οργή της θεάς και μετέφερε ζωντανό το ζώο στις Μυκήνες. Με τον άθλο αυτό ο Ηρακλής επέδειξε ευστροφία και πνευματική δεξιότητα ανάλογη με τη σωματική του δύναμη, παρατηρεί ο Διόδωρος (4.13.1). [Εικ. Χάρτης 175 176 177 178 179 180 181 182 183 184 185 186 88 187 188 189 190 191 192 193 194 ]

Οι Στυμφαλίδες Όρνιθες

Ως πέμπτο άθλο όρισε ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή να διώξει τις Στυμφαλίδες όρνιθες· και αυτόν τον άθλο ο Ηρακλής τον έφερε σε πέρας με την εφευρετικότητα και την ευφυΐα του, καθώς το πλήθος των πουλιών ήταν τόσο που δεν θα μπορούσε να τα ξεκάνει με τη βία. Πιο συγκεκριμένα: Στην πόλη Στύμφαλο της Αρκαδίας, μέσα σε πυκνό δάσος, υπήρχε λίμνη που λεγόταν Στυμφαλίδα. Σε αυτήν εύρισκαν καταφύγιο πουλιά, από φόβο μήπως τα αρπάξουν λύκοι,24 ή ως εφαλτήριο για τις επιδρομές τους στα χωράφια όπου ρήμαζαν τους καρπούς. Αμήχανος ο Ηρακλής πώς να βγάλει τα πουλιά από το δάσος, επινόησε το εξής τέχνασμα: κατασκεύασε χάλκινα κρόταλα (Διόδ. 4.13.2) ή του τα έδωσε η Αθηνά που τα είχε πάρει από τον Ήφαιστο (Απολλόδ. 2.93). Χτυπώντας τα από ένα όρος κοντά στη λίμνη, προκαλούσε έναν τρομακτικό ήχο που φόβιζε τα πουλιά. Και ή τα έδιωξε με τον συνεχή ήχο που δεν άντεχαν ή, καθώς φοβισμένα σηκώνονταν ψηλά, ο Ηρακλής τα χτυπούσε με τα βέλη του. Ο Απολλώνιος Ρόδιος (2.1052 κ.ε.) παραδίδει ότι οι Στυμφαλίδες είχαν φτερά από σίδερο και ήταν αφιερωμένες στον Άρη.

Σε μετόπη του ναού του Ολυμπίου Διός ο Ηρακλής φέρνει μερικά από τα πουλιά ως τρόπαια στην Αθηνά που, άοπλη και ξυπόλυτη, καθισμένη σε βράχο, μοιάζει με νεαρή, ντροπαλή ερωτευμένη κοπέλα που δέχεται δώρα από τον καλό της —είναι χαρακτηριστικό ότι η θεά στέκεται χαμηλότερα από τον ήρωα. Αυτή είναι η μοναδική σωζόμενη παράσταση του άθλου στη μνημειακή πλαστική του 5ου και 4ου αι. π.Χ., ενώ λίγες είναι και οι παραστάσεις του άθλου στην αγγειογραφία.25 [Εικ. Χάρτης 195 196 197 198 199 200 201 202 88 203 204 205 206 207 208 209 210 211]

Η Κόπρος του Αυγεία

Ο φόνος του Κένταυρου Ευρυτίωνα. Άθλος και πάρεργο.

Ως έκτο άθλο ( πέμπτο κατά τον Απολλόδωρο) ο Ευρυσθέας μηχανεύτηκε μια άκρως προσβλητική πράξη: διέταξε τον Ηρακλή να καθαρίσει σε μία μόνο μέρα τη συσσωρευμένη από χρόνια κόπρο από τα κοπάδια του Αυγεία χωρίς τη βοήθεια κανενός. Ο Αυγείας ήταν βασιλιάς της Ήλιδας, γιος του Ήλιου, όπως κάποιοι λένε, του Ποσειδώνα σύμφωνα με άλλους, του Φόρβαντα ισχυρίζονται κάποιοι τρίτοι, και είχε πολλά κοπάδια. Σ’ αυτόν παρουσιάστηκε ο Ηρακλής, χωρίς να φανερώσει ότι το κάνει κατά διαταγή του Ευρυσθέα, και είπε ότι θα καθαρίσει την κόπρο σε μία μόνο μέρα, με τον όρο να του δώσει για αντάλλαγμα το ένα δέκατο από τα ζώα του. Και ο Αυγείας έδωσε τον λόγο του, γιατί δεν πίστευε ότι ο ξένος του θα μπορούσε να το κάνει. Αλλά αν η εντολή του Ευρυσθέα αποσκοπούσε στην ταπείνωση του εξαδέλφου του, ο Ηρακλής, με τη σειρά του μηχανεύτηκε πώς να καθαρίσει τους στάβλους χωρίς ο ίδιος να αγγίξει την κόπρο. Έχοντας για μάρτυρα τον γιο του Αυγεία Φυλέα, ο Ηρακλής χώρισε στα δύο τα θεμέλια του στάβλου και παροχέτευσε τα νερά των γειτονικών ποταμών Αλφειού και Πηνειού μέσα στους στάβλους, ανοίγοντας διέξοδο αλλού για την εκροή των υδάτων.26 «Και βέβαια στέκεται κανείς με θαυμασμό μπροστά στη σύλληψη αυτής της ιδέας. Γιατί εκτέλεσε την αλαζονική προσταγή χωρίς καμιά ντροπή και χωρίς την οποιαδήποτε υποχώρηση σε οτιδήποτε, που θα ήταν ανάξιο της αθανασίας» (Διόδ. 4.13.3). [Εικ. Χάρτης 212 213 214 88 ] Ωστόσο, και παρά το θαυμαστό αποτέλεσμα, ο Αυγείας, όταν έμαθε ότι ο Ηρακλής είχε εκτελέσει το έργο κατ’ εντολή του Ευρυσθέα, αρνήθηκε να του δώσει την αμοιβή· επιπλέον αρνιόταν ότι είχε υποσχεθεί να του δώσει αμοιβή, έλεγε μάλιστα ότι ήταν έτοιμος να δικαστεί γι’ αυτό το θέμα. (Άλλες πηγές θέλουν κάποιον Λεπρέο, επώνυμο ήρωα του Λέπρεου της Τριφυλίας, να πείθει τον Αυγεία να μη πληρώσει τον Ηρακλή για τον άθλο του.) Όταν οι δικαστές κατέλαβαν τις θέσεις τους, ο Φυλέας κλήθηκε από τον Ηρακλή και μίλησε εναντίον του πατέρα του, συνηγορώντας για τη συμφωνημένη αμοιβή. Οργισμένος ο Αυγείας, πριν ακόμη εκδοθεί η απόφαση, διέταξε και τον Φυλέα και τον Ηρακλή να εγκαταλείψουν την Ήλιδα. (Την απροθυμία του Αυγεία τιμώρησε αργότερα ο Ηρακλής οργανώνοντας εκστρατεία εναντίον του.)

 

Ο Φυλέας πήγε στο Δουλίχιο, μία από τις Εχινάδες νήσους στις εκβολές του Αχελώου στο Ιόνιο27 και εγκαταστάθηκε εκεί, ενώ ο Ηρακλής κατευθύνθηκε προς τον Ώλενο της Αχαΐας, στον βασιλιά Δεξαμενό, τον γιο του Οικέα. Τον βρήκε να ετοιμάζεται, απρόθυμα και καταναγκαστικά, για να αρραβωνιάσει με τη βία την κόρη του Μνησιμάχη με τον Κένταυρο Ευρυτίωνα, έναν παράξενο στην όψη μνηστήρα. Ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή κι εκείνος την πρόσφερε πρόθυμα σκοτώνοντας τον Ευρυτίωνα την ώρα που εκείνος ερχόταν για να πάρει τη νύφη. [Εικ. 215] Άλλη αφήγηση (Διόδ. 4.33.1) θέλει τον Ηρακλή να καταφθάνει στην αυλή του βασιλιά την ώρα που πάντρευε την κόρη του Ιππολύτη με τον Αζάνα· εκεί είδε τον Κένταυρο Ευρυτίωνα να παραμονεύει για να αρπάξει την κόρη, οπότε και τον σκότωσε. Ο Υγίνος (33) παραδίδει με άλλες λεπτομέρειες τον μύθο. Όταν ο Ηρακλής είχε έρθει στην αυλή του βασιλιά Δεξαμενού, βίασε την κόρη του, που σε αυτή την εκδοχή ονομάζεται Δηιάνειρα, με την υπόσχεση ενός γάμου. Μετά την αναχώρησή του ο Ευρυτίωνας θέλησε εκείνος να νυμφευθεί την κόρη του βασιλιά, και επειδή ο Δεξαμενός φοβήθηκε τη βία του Κένταυρου, του την υποσχέθηκε. Την καθορισμένη ημέρα ο Ευρυτίωνας ήρθε με τα αδέρφια του για τον γάμο, όμως ο Ηρακλής παρενέβη, σκότωσε τον επίδοξο γαμπρό και οδήγησε την κόρη στο σπίτι του. Ο γιος του Δεξαμενού Ευρύπυλος διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο και ακολούθησε τον Ηρακλή στην Τροία.

Ο Ευρυσθέας δεν δέχτηκε να λογαριάσει τον άθλο του καθαρισμού των στάβλων του Αυγεία στους δέκα, λέγοντας ότι είχε διαπραχθεί με αντίτιμο. Η μοναδική παράσταση του άθλου αυτού βρίσκεται στη μετόπη του ναού του Ολυμπίου Διός. Εκεί βέβαια δικαιολογείται η παρουσία του, καθώς ο Αυγείας ήταν βασιλιάς της Ήλιδας.

Ο Κρητικός Ταύρος

Ο επόμενος άθλος, ο έβδομος, που ανέλαβε ο Ηρακλής ήταν να φέρει από την Κρήτη τον ταύρο, τον οποίο λένε ότι ερωτεύτηκε η Πασιφάη. Γι’ αυτόν ο Ακουσίλαος λέει ότι πέρασε την Ευρώπη στην άλλη πλευρά της θάλασσας για χάρη του Δία,28 άλλοι πάλι ότι ήταν αυτός που φανέρωσε μέσα από τη θάλασσα ο Ποσειδώνας, όταν ο Μίνωας υποσχέθηκε ότι θα θυσιάσει στον Ποσειδώνα αυτό που θα αναφαινόταν από τη θάλασσα.29 Και λένε ότι, μόλις είδε πόσο όμορφος ήταν ο ταύρος, τον έστειλε στους στάβλους και ότι θυσίασε έναν άλλον για τον Ποσειδώνα, πράγμα που εξόργισε τον θεό, που με τη σειρά του εξαγρίωσε τον ταύρο. Γι’ αυτόν τον ταύρο έφτασε στην Κρήτη ο Ηρακλής, κι όταν ζήτησε από τον Μίνωα να τον βοηθήσει, εκείνος του είπε να αγωνιστεί και να τον πιάσει· κι όταν εκείνος τον έπιασε, «αφού διέσχισε στα καπούλια του μια τόσο μεγάλη θάλασσα» (Διόδ. 4.13.4) τον έφερε στον Ευρυσθέα, του τον έδειξε και ύστερα τον άφησε ελεύθερο. Και ο ταύρος περιπλανήθηκε σε όλη τη Σπάρτη και την Αρκαδία, πέρασε τον Ισθμό και έφτασε στον Μαραθώνα της Αττικής, όπου λυμαινόταν τους ντόπιους.30 (Βλ. και Ταύρος) [Εικ. Χάρτης 216 217 218 219 220 221 222 223 224 225 226 227 228 88 229 230 231 ]

 

Ενδιάμεσα πάρεργα: Ίδρυση Ολυμπιακών αγώνων. Γιγαντομαχία – Φόνος Αλκυονέα και Βέσβικου. Σωτηρία του Προμηθέα.

 

Ίδρυση Ολυμπιακών αγώνων

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (ιστορικός του 1ου αι. π.Χ.) και ο Απολλόδωρος (γραμματικός που γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα τον 1ο αι. μ.Χ.) αποδίδουν στον Αργείο ήρωα Ηρακλή την καθιέρωση των Ολυμπιακών αγώνων, όμως δημιουργούν μια σύγχυση για το πότε. Ο Διόδωρος τοποθετεί το γεγονός σε δύο διαφορετικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους: α) αφού καθάρισε τους στάβλους του Αυγεία και έφερε τον κρητικό ταύρο (4.14.1-2)· β) μετά το τέλος της Αργοναυτικής εκστρατείας, στην οποία είχε συμμετάσχει και ο Ηρακλής (4.53.4-6). Ο Απολλόδωρος παραδίδει ότι έγινε μετά την εκστρατεία του ήρωα στην Ήλιδα και τη νίκη του επί του Αυγεία (2.139-141). Θα παραθέσουμε σε αυτό το σημείο τις σχετικές αφηγήσεις αλλά παρακάτω, όταν θα αναφερθούμε στην εκστρατεία στην Ήλιδα και στην Αργοναυτική, θα υπενθυμίσουμε τη χρονική σύγχυση.

 

«Όταν εκτέλεσε και αυτόν τον άθλο (Κρητικός ταύρος), εγκαινίασε τους ολυμπιακούς αγώνες, αφού διάλεξε για μια τόσο μεγάλη πανήγυρη την ωραιότερη τοποθεσία, που ήταν η πεδιάδα στις όχθες του Αλφειού ποταμού, όπου καθιέρωσε αυτούς τους αγώνες προς τιμή του Δία, του πατέρα του. Και όρισε έπαθλο για τους νικητές ένα στεφάνι, γιατί και αυτός ευεργέτησε το ανθρώπινο γένος, χωρίς να λάβει κανένα μισθό. Και σε όλα τα αγωνίσματα κέρδισε τη νίκη, γιατί κανένας δεν τόλμησε να συγκριθεί μαζί του για την υπερβολική του αρετή, αν και τα αθλήματα ήταν πολύ διαφορετικά το ένα με το άλλο. Γιατί ο πυγμάχος ή ο παγκρατιαστής (αθλητής της πάλης και της πυγμαχίας μαζί) ήταν δύσκολο να νικήσει τον δρομέα ταχύτητας και πάλι ο πρώτος στα ελαφρά αγωνίσματα είναι δύσκολο να καταβάλει αυτούς που υπερέχουν στα βαριά. Γι’ αυτό οι Ολυμπιακοί εύλογα θεωρήθηκαν οι πιο τιμημένοι από όλους τους αγώνες, αφού καθιερώθηκαν από ένα γενναίο άνδρα.» (Διόδ. 4.14.1-2)

 

«Κι όταν οι Αργοναύτες επρόκειτο να χωριστούν και να μεταβεί ο καθένας στην πατρίδα του, λένε ότι ο Ηρακλής συμβούλεψε τους αρχηγούς να δώσουν όρκο μεταξύ τους ότι θα αγωνιστούν στο πλευρό καθενός που θα τους καλούσε σε βοήθεια αν το επέβαλλαν απρόβλεπτες καταστάσεις. Και να διαλέξουν το καλύτερο μέρος της Ελλάδας για την οργάνωση αγώνων και μιας πανελλήνιας γιορτής και να αφιερώσουν τους αγώνες στον μέγιστο θεό, τον Ολύμπιο Δία. Αφού οι αρχηγοί ορκίστηκαν για τη συμμαχία κι ανέθεσαν στον Ηρακλή τη διεύθυνση των αγώνων, διάλεξε, λένε, για τη γιορτή μια τοποθεσία στην όχθη του Αλφειού ποταμού, στη χώρα των Ηλείων. Γι’ αυτό κι αυτό το μέρος δίπλα στον ποταμό, που το αφιέρωσαν στον μεγαλύτερο από τους θεούς, το ονόμασαν από αυτόν Ολυμπία. Αφού θέσπισε ιππικούς και γυμναστικούς αγώνες και ρύθμισε τους κανόνες των αγωνισμάτων, έστειλε θεωρούς να αναγγείλουν στις πόλεις τη διεξαγωγή των αγώνων για να τους παρακολουθήσουν. Κι ο Ηρακλής, που απέκτησε μεγάλη φήμη από τη συμμετοχή του στην Αργοναυτική εκστρατεία, απέκτησε τώρα και τη δόξα του ιδρυτή της Ολυμπιακής πανήγυρης […].» (Διόδωρος 4.53.4-6)

 

«Όταν αργότερα τελούνταν πάλι για τρίτη φορά τα Ίσθμια, και καθώς οι Ηλείοι έστειλαν τους Μολιονίδες31 να πάρουν μέρος στην τέλεση των θυσιών, ο Ηρακλής τούς έστησε ενέδρα στις Κλεωνές [πόλη πριν από την Κόρινθο] και τους σκότωσε, εκστράτευσε εναντίον της Ήλιδας [με στρατό από το Άργος, την Αρκαδία, τη Θήβα] και κυρίευσε την πόλη. Και αφού σκότωσε τον Αυγεία μαζί με τα παιδιά του, επανέφερε από την εξορία τον Φυλέα και του έδωσε ξανά την εξουσία.32 Καθιέρωσε και τους Ολυμπιακούς αγώνες [σε ανάμνηση της νίκης του] και ίδρυσε βωμό προς τιμή του Πέλοπα και έκτισε έξι βωμούς για τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου.»

 

(Απολλόδ. 2.139-141) (Βλ.Εκστρατεία στην Ήλιδα)

(Βλ. και Επίμετρο)

Γιγαντομαχία στη Φλέγρα

Η Γιγαντομαχία είναι γνωστή από τον Πίνδαρο, τον Απολλόδωρο, τον Νόννο, όχι όμως από τον Όμηρο ή τον Ησίοδο. Ο Νόννος παραδίδει ότι η Γαία παρακίνησε τους γιους της τάζοντάς τους σπουδαίους γάμους με τις ολύμπιες θεές· στον Πορφυρίωνα υποσχέθηκε την Ήρα, στον Χθόνιο την Κυθέρεια Αφροδίτη, στον Εγκέλαδο τη γαλανομάτα Αθηνά, την Άρτεμη στον Αλκυονέα. Σύμφωνα με τον Πίνδαρο το μέρος όπου διεξήχθηκε ο αγώνας ανάμεσα στους Ολύμπιους και τους Γίγαντες ονομαζόταν Φλέγρας πεδίον (Ν. 1. 67). Αν και στον αγώνα συμμετείχαν πολλοί θεοί, ωστόσο η σύγκρουση έμοιαζε ατέρμονη και οι αντίπαλοι ισοδύναμοι. Η πληροφορία ότι η σύμπραξη ενός θνητού με τους αθάνατους θα έκαμνε τη μάχη να γύρει προς το μέρος των θεών έκανε τον Δία να στείλει την Αθηνά στον Ηρακλή και να τον καλέσει ως σύμμαχο κοντά τους. Αντίστοιχα, η Γαία αναζήτησε ένα βοτάνι που θα προφύλασσε τα παιδιά της από τα διπλά χτυπήματα, των αθανάτων και του θνητού. Και πάλι ο Δίας έδωσε εντολή στον Ήλιο, τη Σελήνη, την Ηώ να μην φωτίσουν τη γη, μέχρι που εκείνος θα εύρισκε μέσα στο σκοτάδι το βοτάνι της Γαίας και θα το εξαφάνιζε. Οι δύο αυτές κινήσεις υπήρξαν καθοριστικές για την τύχη των Γιγάντων.

Με την παρέμβαση και του Ηρακλή σκοτώθηκαν πολλοί· ο Αλκυονέας, ο Ευρυμέδοντας, ο Πορφυρίωνας, ο Εγκέλαδος, ο Πολυβώτης, ο Πέλωρας ή Πελωρέας, ο Εφιάλτης, ο Μίμαντας, ο Αδαμάστορας ή Δαμάστορας, Ιππόλυτος, Γρατίωνας, Ἀγριος, Θόωνας...

Ο Αλκυονέας ήταν ο αρχηγός των Γιγάντων, σπουδαίος πολεμιστής, στον οποίο η μητέρα του Γαία είχε υποσχεθεί για σύζυγό του την Άρτεμη, είχε μάλιστα ονειρευτεί τα τραγούδια του γάμου του γιου της. Τον τοξοβόλησε ο Ηρακλής, όμως πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του, και ήταν αδύνατο για τον ήρωα να σκοτώσει τον Γίγαντα όσο αυτός βρισκόταν στη γη της γέννησής του, στη Φλέγρα ή την Παλλήνη του Ισθμού ή της Χαλκιδικής ή της Αττικής ή της Σικελίας· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη, τον φορτώθηκε στους ώμους του και μακριά από τον τόπο που του ανανέωνε τις δυνάμεις τον σκότωσε —Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Ηρακλής, γυρνώντας από το νησί Ερύθεια με τα βόδια του Γηρυόνη, συνάντησε τὸν μέγαν πολεμιστὰν ἔκπαγλον Αλκυονῆ στον Ισθμό, που υον εξουσίαζε ο Γίγαντας (Πίνδ., Νεμ. 4.27), ή στο Φλέγρας πεδίον (Ισθμ. 6.45). Και έριξε καταπάνω στον Ηρακλή βράχο με τον οποίο τσάκισε δώδεκα τέθριππα που το καθένα είχε δύο αναβάτες, συνολικά δηλαδή είκοσι τέσσερις συντρόφους του Ηρακλή· κι εκείνος σκότωσε με το ρόπαλό του τον Αλκυονέα, που ήταν ίσος με ένα βουνό στο ανάστημα (Ισθμ. 6.32). Λεγόταν ακόμη ότι ο Αλκυονέας τάφηκε κάτω από τον Βεζούβιο και ότι οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από τον θάνατο του πατέρα τους ρίχτηκαν στη θάλασσα· και η Αμφιτρίτη τις λυπήθηκε και τις μεταμόρφωσε σε πουλιά που από τον πατέρα τους ονομάστηκαν αλκυόνες. Αἱ δέ νήνεμοι καὶ γαλήνην ἔχουσαι ἡμέραι ἀλκυνονίδες καλοῦνται. [Εικ. 232 233 234 235 236 237 238 239 240 241 242 243 244 245 246 ]

 

Πάλεψε και με τον Πορφυρίωνα, ο οποίος την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας [ή η Αφροδίτη ή ο Έρωτας] του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του (Απολλόδ. 1.7). Κάθε θεός σκότωσε και κάποιο Γίγαντα. Τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε. (Απολλ. 1.7)

Έτσι, περισσότερο από όλους τους γιους του ο Δίας αναγνώριζε τον Διόνυσο και τον Ηρακλή ως τους πιο άξιους του ονόματός του γιατί ακολούθησαν το ίδιο ιδανικό, πρόσφεραν δηλαδή μεγάλες ευεργεσίες στη ζωή των ανθρώπων.

 

Ο Γίγαντας Βέσβικος

Την ύπαρξη αυτού του γίγαντα μαρτυρεί μόνο ο Στέφανος Βυζάντιος. Ο Βέσβικος και άλλοι γίγαντες έκοβαν κομμάτια βράχων, τους κυλούσαν μέσω της θαλάσσης μέχρι τον ποταμό Ρυνδακό της Φρυγίας, τις εκβολές του οποίου ήθελαν να επιχώσουν. Η Περσεφόνη, επειδή αγωνιούσε για την πόλη της Κυζίκου, την πόλη της Φρυγίας κοντά στην Προποντίδα, «ρίζωσε», στερέωσε τους βράχους, και έτσι σχηματίστηκε ένα νησί που αργότερα κατοικήθηκε από Πελασγούς· αυτοί το ονόμασαν Βέσβικο από τον γίγαντα, η δράση του οποίου προκάλεσε τη δημιουργία του νησιού. Αυτόν και τους υπόλοιπους γίγαντες αφάνισε η Περσεφόνη με τη βοήθεια του Ηρακλή. (Για τη Γιγαντομαχία μπορείς να διαβάσεις κι εδώ)

Ο Ηρακλής ελευθερώνει τον Προμηθέα από το μαρτύριό του

 

Ο Δίας, όταν ο Προμηθέας πήρε τη φωτιά και την έδωσε στους ανθρώπους, τον έδεσε και έστελνε έναν αετό που του κατέτρωγε το συκώτι. Όμως ο Ηρακλής, επειδή θεώρησε άδικο το μαρτύριο του αθάνατου Τιτάνα, κατατόξευσε τον αετό, που ήταν γιος της Έχιδνας και του Τυφώνα, και έπεισε τον πατέρα του να δώσει τόπο στην οργή του και να δώσει ένα τέλος. Έτσι πέτυχε την απελευθέρωση τον Προμηθέα, κράτησε όμως για τον εαυτό του τα δεσμά του Τιτάνα που ήταν από κλαδιά ελιάς, λέει ο Απολλόδωρος. 33 [Εικ. 247] Ο μυθογράφος συμπληρώνει την αφήγηση λέγοντας ότι ο Ηρακλής παρέδωσε στον Δία τον Χείρωνα, που ήθελε να πεθάνει στη θέση του Προμηθέα. Διότι, τραυματισμένος ο Κένταυρος από βέλος του ήρωα, που προοριζόταν για άλλο Κένταυρο, τον Έλατο, αλλά σφηνώθηκε και στο δικό του γόνατο αποτραβήχτηκε σε σπήλαιο υποφέροντας από την ανίατη ασθένειά του. Και εκεί, μη μπορώντας να πεθάνει επειδή ήταν αθάνατος, ο Προμηθέας προσφέρθηκε στον Δία να γίνει εκείνος αθάνατος στη θέση του Χείρωνα· έτσι μπόρεσε και πέθανε ο Χείρωνας. [Εικ. 248 249 250 251 252 253 243 255] (Για μια άλλη σειρά του επεισοδίου βλ. και Απελευθέρωση του Προμηθέα)

Τα άλογα του Διομήδη

Για όγδοο άθλο ο Ευρυσθέας παρήγγειλε του Ηρακλή να φέρει στις Μυκήνες τις φοράδες του βασιλιά της Θράκης Διομήδη· αυτός ήταν γιος του Άρη και της Κυρήνης, βασιλιάς των Βιστόνων, λαού θρακικού και ιδιαίτερα αξιόμαχου, που στην κατοχή του είχε φοράδες τόσο άγριες που τις είχαν σε χάλκινα παχνιά και τις έδεναν με σιδερένιες αλυσίδες. Η τροφή τους δεν ήταν χόρτο της γης αλλά τα μέλη των ξένων που ορμητικά διαμέλιζαν. Αφού έπλευσε, λοιπόν, με όσους εθελοντικά τον ακολούθησαν και νίκησε αυτούς που φρόντιζαν τα παχνιά, οδήγησε τις φοράδες στη θάλασσα. Όταν οι Βίστονες όρμησαν με τα όπλα για να τις ελευθερώσουν, ο Ηρακλής τις παρέδωσε στον ερωμένο του Άβδηρο, γιο του Ερμή, Οπούντιο Λοκρό, για να τις φυλάει· όμως οι φοράδες τον σκότωσαν και τον διαμέλισαν. Στο μεταξύ ο Ηρακλής αγωνίστηκε εναντίον των Βιστόνων, τους νίκησε και όσους δεν σκότωσε τους ανάγκασε σε φυγή. Σκότωσε και τον βασιλιά τους Διομήδη και πέταξε τις σάρκες του στα ζώα. Με αυτόν τον τρόπο τις έμαθε να τον υπακούν. Και αφού ίδρυσε την πόλη Άβδηρα στην περιοχή κοντά στον τάφο του νεκρού Διομήδη, έφερε τις φοράδες στην Πελοπόννησο και τις παρέδωσε στον Ευρυσθέα. Ο Ευρυσθέας τις ελευθέρωσε και αυτές πήγαν στο βουνό που λεγόταν Όλυμπος, όπου και κατασπαράχτηκαν από θηρία. Άλλοι λένε ότι ο Ευρυσθέας τις αφιέρωσε στην Ήρα και ότι η σπορά τους διατηρήθηκε ως τη βασιλεία του Αλέξανδρου του Μακεδόνα. [Εικ. Χάρτης 256 257 258 88 259 260 261 262 263 264 265 266 267 268 269 270]

Πάρεργο: Εκστρατεία στην Τροία / «Συμμετοχή» στην Αργοναυτική εκστρατεία

Την εκστρατεία εναντίον της Τροίας λένε ότι την έκανε ο Ηρακλής μαζί με τους Αργοναύτες εναντίον των Κόλχων για το χρυσόμαλλα δέρας και ότι όταν πάτησαν στην Τρωάδα ο Ηρακλής ζήτησε τα άλογα και την Ησιόνη από τους Τρώες· ή ότι την έκανε μόνος του με έξι πλοία για τα άλογα του Διομήδη και κατέλαβε την Τροία· ή ότι η πολιορκία της Τροίας έγινε κατά την επιστροφή του Ηρακλή από τον Εύξεινο πόντο, όπου πολέμησε τις Αμαζόνες ζητώντας να πάρει τη ζώνη της βασίλισσάς τους Ιππολύτης· ή αφού ολοκλήρωσε τη δουλική του υπηρεσία στην Ομφάλη.

Ο Όμηρος γνωρίζει αυτή την εκστρατεία, την αναφέρει ο γιος του Ηρακλή Τληπόλεμος, όταν απευθύνεται στον Σαρπηδόνα, και μιλά για τα έξι πλοία του πατέρα του:

 

Ψεύδοντ’ αν λέγουν που ’σαι υιός του αιγιδοφόρου Δία

κι είσαι πολύ κατώτερος εκείνων των ηρώων

οπού στες πρώτες γενεές έχει γεννήσει ο Δίας,

ως ήταν ο πατέρας μου, ως λέγουν, ο Ηρακλέας

λεοντόψυχος, ατρόμητος, που ότ’ ήλθε εδώ να λάβει

τους ίππους του Λαομέδοντος, μ’ έξι καράβια μόνα

και μ’ ολιγότερον στρατόν, την πόλιν της Ιλίου

επόρθησε και από λαόν ορφάνωσε τους δρόμους·

 

(Όμ., Ιλ. Ε 635-42, μετ. Ι. Πολυλάς)

 

Ο Απολλόδωρος πάλι παραδίδει ότι η άλωση της Τροίας, και άλλα γεγονότα, έγιναν μετά τη δουλική του υπηρεσία στην Ομφάλη.

Μέσα στη σύγχυση των πληροφοριών διαφαίνεται ότι η εκστρατεία ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις: στην πρώτη ο Ηρακλής γλύτωσε την Ησιόνη από το κήτος και την Τρωάδα από την καταστροφική δράση του τέρατος· η δεύτερη έγινε γιατί ο Λαομέδοντας δεν του έδωσε την υπεσχημένη αμοιβή. Πάντως, οι μυθογράφοι την τοποθετούν πρώτη ανάμεσα στις μεγάλες εκστρατείες που ανέλαβε ο Ηρακλής. [Εικ. 271 272 273 ] (Βλ. Τροία, Το κήτος και η Ησιόνη και Τροία, δεύτερη φάση)

Η Ζώνη της Ιππολύτης

Πολιορκία Πάρου και εκστρατεία στη Μυσία εναντίον των Βεβρύκων. Τροία και Ησιόνη. Υποταγή Θρακών. Θάσος και Τορώνη. Άθλος και πάρεργα

Ο ένατος άθλος που έπρεπε να πραγματοποιήσει ο Ηρακλής ήταν να φέρει στον Ευρυσθέα τη ζώνη της Ιππολύτης. Αυτή ήταν η βασίλισσα των Αμαζόνων, ενός λαού πολεμικού που κατοικούσε γύρω από τον μικρό αλλά πλατύ ποταμό Θερμώδοντα στον Εύξεινο Πόντο. Γυμνάζονταν, ώστε να είναι ανδρείες, και αν ποτέ ενώνονταν με άντρα και γεννούσαν, ανέτρεφαν τα κορίτσια, στα οποία συνέθλιβαν τον δεξιό μαστό, για να μην τους εμποδίζει στη ρίψη του ακοντίου, ενώ άφηναν τον αριστερό, για να θηλάζουν.34 Η Ιππολύτη είχε στην κατοχή της τη ζώνη του Άρη, σύμβολο της εξουσίας της στις υπόλοιπες Αμαζόνες. Γι’ αυτή τη ζώνη στάλθηκε ο Ηρακλής, επειδή την επιθύμησε η κόρη του Ευρυσθέα Αδμήτη. Απέπλευσε, λοιπόν, με ένα πλοίο μόνο, έχοντας μαζί του συντρόφους εθελοντές και προσορμίστηκε στο νησί της Πάρου που το κατοικούσαν οι γιοι του Μίνωα Ευρυμέδοντας, Χρύσης, Νηφαλίωνας και Φιλόλαος.

Στην Πάρο και στη Μυσία εναντίον των Βεβρύκων

Συνέβη, όμως, δύο που κατέβηκαν από το πλοίο στη στεριά να πεθάνουν από το χέρι των γιων του Μίνωα. Αγανακτισμένος από τον θάνατό τους, ο Ηρακλής τους σκότωσε ευθύς αμέσως, ενώ τους υπόλοιπους κατοίκους τούς απέκλεισε και τους πολιορκούσε, μέχρι που αυτοί έστειλαν πρέσβεις παρακαλώντας τον να πάρει δύο από αυτούς, όποιους θα διάλεγε αυτός, σε αντάλλαγμα για τους δύο που είχαν σκοτωθεί. Τότε ο Ηρακλής έλυσε την πολιορκία και, αφού πήρε μαζί του τους γιους του Ανδρόγεου, γιου του Μίνωα, τον Αλκαίο και τον Σθένελο, έφτασε στη Μυσία όπου και φιλοξενήθηκε από τον Λύκο, τον γιο του Δασκύλου. Και σε μια μάχη με τον βασιλιά των Βεβρύκων, ο Ηρακλής βοήθησε τον Λύκο και σκότωσε πολλούς, μαζί μ’ αυτούς και τον βασιλιά τους Μύγδονα, αδελφό του Άμυκου.35 Και αποσπώντας μεγάλη έκταση από τη γη των Βεβρύκων την έδωσε στον Λύκο· και αυτός αποκάλεσε όλη εκείνη την περιοχή Ηράκλεια.

Στην Ιππολύτη

Στη συνέχεια, κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεμισκύρας, πρωτεύουσας των Αμαζόνων, στις εκβολές του Θερμώδοντα. Εκεί τον επισκέφθηκε η Ιππολύτη που ζήτησε να μάθει τον σκοπό του ταξιδιού του και του υποσχέθηκε να του δώσει τη ζώνη. Η Ήρα, όμως, πήρε τη μορφή Αμαζόνας και, κυκλοφορώντας ανάμεσα στο πλήθος, διέδιδε ότι οι ξένοι που είχαν έλθει άρπαζαν τη βασίλισσά τους. Και αυτές πάνοπλες, καβάλα στα άλογά τους, κάλπαζαν προς το πλοίο. Όταν ο Ηρακλής τις είδε οπλισμένες, επειδή θεώρησε ότι κινήθηκαν με δόλο, σκότωσε την Ιππολύτη, της αφαίρεσε τη ζώνη, και αφού πολέμησε με τις υπόλοιπες, απέπλευσε και προσορμίστηκε στην Τροία. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή (Διόδ. 4.16.2-4) η αιτία της σύγκρουσης ήταν το γεγονός ότι δεν του παρέδιδαν τη ζώνη για την οποία είχε εκστρατεύσει. Οι πιο επιφανείς Αμαζόνες παρατάχθηκαν απέναντι στον Ηρακλή και συνήψαν σκληρή μάχη. Πρώτη σκοτώθηκε η Άελλα που ονομάστηκε έτσι, δηλαδή ανεμοστρόβιλος, για την ταχύτητά της· ύστερα η Φιλιππίδα, η Προθόη, αφού πρώτα απέκρουσε επτά φορές τον αντίπαλό της που η ίδια είχε προκαλέσει, η Ερίβοια που καυχόταν ότι πολεμούσε τόσο γενναία που δεν είχε ανάγκη από βοηθό. Έπειτα σκοτώθηκαν η Κελαινώ, η Ευρίβοια, η Φοίβη, η Δηιάνειρα, που κυνηγούσαν μαζί με την Άρτεμη και τα ακόντιά τους εύρισκαν πάντα τον στόχο τους, όχι όμως αυτή τη φορά. Μετά από αυτές ο Ηρακλής κατέβαλε την Αστερία, τη Μάρπη, την Τέκμησσα, την ορκισμένη παρθένα Αλκίππη. Και η Μελανίππη, που θαυμαζόταν ιδιαίτερα για την ανδρεία της, έχασε την αρχιστρατηγία που είχε στις Αμαζόνες. Έτσι χάθηκαν οι πιο ονομαστές από τις Αμαζόνες, ενώ τις υπόλοιπες ο Ηρακλής τις διασκόρπισε μέχρι που η φυλή τους εξοντώθηκε τελείως. Την αιχμάλωτη Αντιόπη τη δώρισε στον Θησέα, ενώ απελευθέρωσε τη Μελανίππη με αντάλλαγμα τη ζώνη. [Εικ. Χάρτης 258 274 275 276 277 88 278 279 280 281 282 283 284 285 286 287 288 289 290 291 292 293 294 295 296 297 298 299 300 301 302 303 304 305 306 307 308 309 310 311 312 313 314 315 316 317 318 319 320 321 322 323 324 325 326 327 328 329] Ύστερα απέπλευσε για την Τροία.

Στην Τροία (α’ φάση). Το κήτος και η Ησιόνη

Έτυχε τότε η πόλη να υποφέρει από την οργή του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα για τους εξής λόγους: Όταν ο Ποσειδώνας και ο Απόλλωνας, μαζί με την Αθηνά και την Ήρα, συνωμότησαν, για να δέσουν χειροπόδαρα τον Δία με σιδερένιες αλυσίδες και να τον κρεμάσουν από τον ουρανό, εκείνος, αφού λύθηκε, τους επέβαλε δουλική υπηρεσία με τη μορφή θνητών για έναν χρόνο στον βασιλιά των Τρώων Λαομέδοντα. Ο θνητός βασιλιάς ζήτησε από τους θεούς να τειχίσουν την πόλη· και οι δυο θεοί, ή μόνο ο Ποσειδώνας και ο Αιακός, έκαναν τη δουλειά, ενώ ο Απόλλωνας έβοσκε τα κοπάδια του βασιλιά στο βουνό Ίδη. Είτε με τη μία εκδοχή είτε με την άλλη ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να τους δώσει την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει,36 μάλιστα τους απείλησε ότι θα τους έκοβε τα αυτιά και θα τους πουλούσε δούλους. [Εικ. 330 331 332 333 ] Και ο μεν Απόλλωνας έστειλε λοιμό στην πόλη, ο δε Ποσειδώνας ένα αμφίβιο τέρας (κῆτος) που με την υπερχείλιση των υδάτων έβγαινε στον κάμπο και άρπαζε τους ανθρώπους. Και καθώς οι χρησμοί όριζαν ότι η χώρα θα απαλλαχτεί από τη συμφορά αν ο Λαομέδοντας προσφέρει την κόρη του Ησιόνη βορά στο κήτος, αυτός την πρόσφερε αφήνοντάς τη δεμένη στους βράχους κοντά στην ακτή. Όταν ο Ηρακλής την είδε εκτεθειμένη, υποσχέθηκε να τη σώσει αν πάρει ως αμοιβή από τον Λαομέδοντα τα άλογα που του είχε δώσει ο Δίας σε αντάλλαγμα για την αρπαγή του Γανυμήδη.37 Όταν ο Λαομέδοντας έδωσε τον λόγο του, εκείνος σκότωσε το κήτος και έσωσε την Ησιόνη. Και καθώς ο βασιλιάς δεν ήθελε να του δώσει την υπεσχημένη αμοιβή, ο Ηρακλής, αφού απείλησε με πόλεμο την Τροία, ότι δηλαδή θα επέστρεφε κάποια μέρα και θα καταλάμβανε την πόλη (β’ φάση της εκστρατείας), ανοίχθηκε στη θάλασσα.38 [Εικ. 334 335 336 337 338 339 340 341 342 343 344 345 346 ] Η ιστορία παραδίδεται από τον Όμηρο και πρέπει να είναι παλαιότερη του ποιητή. Στην τέχνη η πρώτη παράσταση του θαλάσσιου τέρατος της Τροίας είναι σε κορινθιακό αγγείο  (περίπου 560 π.Χ.). Ο Ηρακλής ρίχνει βέλη και η Ησιόνη, αντίθετα προς τον μύθο που τη θέλει δεμένη, πετάει πέτρες. Το κεφάλι του τέρατος ξεπροβάλλει από έναν βράχο με τη μορφή κρανίου, ίσως καμηλοπάρδαλης,39 ενώ συνήθως στην ελληνική τέχνη ένα θαλάσσιο τέρας παριστάνεται σαν μεγάλο ψάρι με κεφάλι λιονταριού και ορθάνοιχτο στόμα.

Και στην περίπτωση του κήτους της Τροίας ο ιστορικός του 4ου αι. π.Χ. Παλαίφατος δίνει μια ορθολογιστική ερμηνεία, καθώς θεωρεί ότι είναι εξωπραγματικό άνθρωποι να κάνουν συμφωνία με ψάρια. Απέδωσε, λοιπόν, το όνομα «Κήτων» σε ένα σπουδαίο και πανίσχυρο βασιλιά που με το ναυτικό του λεηλατούσε τις παραθαλάσσιες πόλεις της Μ. Ασίας. Αυτές του πλήρωναν φόρο, τον λεγόμενο «δασμό», που δεν αποτελούνταν από νομίσματα αλλά από αγαθά —άλογα, βόδια, κοπέλες. Όταν οι πόλεις δεν τελούσαν τις υποχρεώσεις τους, ο Κήτων, που οι βάρβαροι τον αποκαλούσαν «Κήτος», κατέστρεφε με το ναυτικό του τις πόλεις που δεν ήταν συνεπείς στην υποχρέωση του φόρου. Όταν ο Ηρακλής έφτασε εκεί μαζί με τους Αργοναύτες, ο βασιλιάς Λαομέδων πλήρωσε τον Ηρακλή για να τους βοηθήσει. Κι εκείνος ένωσε τον στρατό του με τον στρατό του Τρώα βασιλιά και αντιμετώπισε το «Κήτος» που είχε αποβιβαστεί και ετοιμαζόταν να προχωρήσει στην ενδοχώρα λεηλατώντας. Έτσι σκοτώθηκε ο Κήτος.

Στη Θράκη, τη Θάσο, την Τορώνη. Ολοκλήρωση του άθλου

Γυρνώντας από την Τρωάδα προσέγγισε την Αίνο της Θράκης, όπου φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά της Πόλτη, γιο του Ποσειδώνα. Αποπλέοντας στην ακτή της Αίνιας σημάδεψε με το τόξο του τον αδελφό του Πόλτη Σαρπηδόνα και τον σκότωσε, γιατί, σε αντίθεση με τον αδελφό του, ήταν ακόλαστος. Και φτάνοντας στη Θάσο, αφού υπέταξε τους Θράκες που την κατοικούσαν, την παρέδωσε στον Αλκαίο και τον Σθένελο, τα παιδιά του Ανδρόγεου και εγγονούς του Μίνωα, τους οποίους είχε πάρει μαζί του ως ομήρους από την Πάρο. (Βλ. Θάσος) Από τη Θάσο απέπλευσε για την Τορώνη, όπου πάνω σε πάλη σκότωσε τους γιους του Πρωτέα, γιου του Ποσειδώνα, Πολύγονο και Τηλέγονο, που τον προκάλεσαν να παλέψουν, καθώς δεν άφηναν ξένο ζωντανό να πατήσει τα μέρη τους.40 Τέλος, έφερε τη ζώνη στις Μυκήνες και την παρέδωσε στον Ευρυσθέα.

Τεχνικά έργα σε Τέμπη και Βοιωτία

Ο Διόδωρος αναφέρεται σε ένα τεχνικό έργο που έκανε ο Ηρακλής στην περιοχή των Τεμπών πριν ακόμη από αυτό που έκανε στα ακρωτήρια της Λιβύης και της Ιβηρικής.

 

Στην περιοχή δηλαδή των Τεμπών, όπου η χώρα είναι πεδινή σε μεγάλη έκταση και λιμνάζει, άνοιξε μια διώρυγα στην άκρη της πεδιάδας και διοχέτευσε όλο το νερό της λίμνης, ώστε εμφανίστηκαν οι πεδιάδες της Θεσσαλίας κατά μήκος του Πηνειού ποταμού. Στη Βοιωτία αντίθετα έφραξε το ρεύμα που κυλάει κοντά στον Ορχομενό των Μινυών και μετέβαλε τη χώρα σε λίμνη [εννοείται η Κωπαΐδα] με αποτέλεσμα να αφανιστεί όλη η περιοχή. Αλλά το έργο που έκανε στη Θεσσαλία αποσκοπούσε στην ωφέλεια των Ελλήνων, ενώ στη Βοιωτία συνιστούσε μια τιμωρία των Μινυών που είχαν υποδουλώσει τους Θηβαίους. (Διόδ. Σ. 4.18.6-7)

Τα Βόδια του Γηρυόνη

Άθλος και πάρεργα

Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή για δέκατο άθλο να του φέρει τα βόδια του Γηρυόνη από το νησί Ερύθεια, κοντά στον κήπο των Εσπερίδων, που αργότερα μετονομάστηκε σε Γάδειραέξω. Αυτό βρισκόταν πέρα από τον Ωκεανό (Απολλόδ. 2.106) δυτικά των στηλών του Ηρακλή, επομένως στον Ατλαντικό Ωκεανό (Ηρ. 4.8), κάτι που υποδηλώνεται και από την ονομασία του νησιού —Ερύθεια, η κόκκινη χώρα, η χώρα του δύοντος ήλιου. Εκεί κατοικούσε ο Γηρυόνης, γιος του Χρυσάορα, από τη Γοργώέξω και τον Ποσειδώναέξω, και της Ωκεανίδας Καλλιρρόης. Το σώμα του αποτελούνταν από τρία ανδρικά κορμιά, που συνέκλιναν στην περιοχή της κοιλιάς και διαχωρίζονταν πάλι στους λαγόνες και τους μηρούς. Είχε στην κατοχή του κάτι κοκκινότριχα βόδια, που τα έβοσκε ο Ευρυτίωνας και τα φυλούσε ο Όρθρος ή Όρθος, σκυλί με δυο κεφάλια, γιος της Έχιδνας και του Τυφώνα, αδελφός της Χίμαιρας, του Κέρβερου και της Λερναίας Ύδρας, κοντά στο μέρος που ο Μενοίτης έβοσκε τα βόδια του Άδη. Στην πορεία του προς το νησί διά μέσου της Ευρώπης, ο Ηρακλής, σκότωσε πολλά θηρία και στην περιοχή της Ναρβώνας στην Κελτική τού αποδίδουν μιαν ακόμη ένωση, αυτή τη φορά με την Πυρήνη, την όμορφη κόρη του Βέβρυκα, βασιλιά των ιθαγενών πληθυσμών της περιοχής. Από την ένωση, που έγινε βίαια και κάτω από την επίδραση ισχυρής οινοποσίας, προέκυψε ένα παιδί ιδιότυπο, ένα φίδι. Τρομοκρατημένη η Πυρήνη πήρε τα βουνά, όπου όμως την ξέσχισαν άγρια ζώα. Αφού επιτέλεσε τον άθλο του ο Ηρακλής, στην επιστροφή, βρήκε το σώμα της γυναίκας, της απέδωσε νεκρικές τιμές και στη μνήμη της ονόμασε τα γειτονικά βουνά Πυρηναία.

Και για να ξαναγυρίσουμε στην πορεία προς την πραγματοποίηση του άθλου: Από την Ευρώπη ο Ηρακλής πέρασε στη Λιβύη, δηλαδή στην Αφρική, και στην Ταρτησσό, δηλαδή στην Ιβηρία, και έστησε αντικριστά πάνω στα όρη της Ευρώπης και της Αφρικής, στους βράχους του Γιβραλτάρ και της Χέουτα, ή Θέουτα, αντίστοιχα, δύο μεγάλες κολόνες ως σημάδια της πορείας του —είναι οι στήλες που αργότερα ονομάστηκαν Ηράκλειες και καθόριζαν τα δυτικά όρια του κόσμου και, μεταφορικά, τα όρια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων που δεν μπορεί κανείς να ξεπεράσει (Πίνδ., Ολ. 3.43-45· Νεμ. 3. 19-23· Ίσθ. 4. 30-31).41 Στη διάρκεια της πορείας του, και επειδή ο Ήλιος τον έκαιγε, ο ήρωας σήκωσε το τόξο του εναντίον του θεού· και αυτός, αντί να θυμώσει, θαύμασε την παλικαριά του ήρωα και του έδωσε ένα χρυσό κύπελλο, μέσα στο οποίο, σαν να ήταν βάρκα, πέρασε τον Ωκεανό. [Εικ. 347 348 349] Όταν έφτασε στην Ερύθεια, ανέβηκε στο όρος Άβαντα. Μόλις τον αντιλήφθηκε ο Όρθρος, όρμησε κατά πάνω του, αλλά ο Ηρακλής τον χτύπησε με το ρόπαλό του και σκότωσε τον βοσκό Ευρυτίωνα που έτρεξε να προσφέρει βοήθεια στον σκύλο. Ο Μενοίτης, που έβοσκε εκεί τα βόδια του Άδη, πρόφτασε τα καθέκαστα στον Γηρυόνη, αυτός πρόλαβε τον Ηρακλή στον ποταμό Ανθεμούντα και έστησε αμάχη μαζί του. Ο τρισώματος γίγαντας πέθανε τρυπημένος από ένα βέλος του ήρωα, απ’ αυτά που ήταν βουτηγμένα στο αίμα της Λερναίας Ύδρας και ήταν δηλητηριώδη. Στο μέρος όπου τάφηκε, έβγαινε αίμα και εκεί φύτρωσε ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς σαν κεράσια αλλά χωρίς κουκούτσια. Όσο για τον Ηρακλή, έφερε τα κοπάδια στην παραλία, τα φόρτωσε στο κύπελλο του Ήλιου, και ξαναγύρισε στην Ταρτησσό, για να το επιστρέψει στον θεό που του το εμπιστεύτηκε. [Εικ. Χάρτης 350 351 352 353 354 355 356 357 358 359 360 361 362 363 364 365 366 367 368 369 370 371 372 373 374 375 376 377 378 379 380 381 382 383]

Εξορθολογισμός του μύθου:
Εκπολιτισμός λαών και τόπων (Κρήτη, Λιβύη, Λιγηρία, Τυρρηνία, Σικελία)
Μάχη με τέρατα, γίγαντες, ληστές

Αυτός ήταν ο δέκατος άθλος του Ηρακλή, τα στοιχεία του οποίου —μετάβαση στην «κόκκινη χώρα» του δύοντος ήλιου, στο έσχατο σημείο του κόσμου, τα κοκκινότριχα βόδια, ο βοσκός του Άδη Μενοίτης, το δικέφαλο σκυλί— συνθέτουν την εικόνα της μετάβασης στον Κάτω Κόσμο. Άλλωστε ο Εκαταίος (FgrHist 1 F 26) τοποθετεί το επεισόδιο στην Αμβρακία, κοντά στην Αχερουσία λίμνη, όπου και νεκρομαντείο και είσοδος στον Κάτω Κόσμο. Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος κάνει μια πιο ορθολογιστική / ιστορική αφήγηση του μύθου. Επρόκειτο, λέει, για εκστρατεία που, επειδή απαιτούσε προετοιμασία και πολλές και σκληρές δοκιμασίες, έκανε τον Ηρακλή να συγκροτήσει πολυπληθές και αξιόμαχο εκστρατευτικό σώμα, για να αντιμετωπίσει τον βασιλιά Χρυσάορα, τον χρυσοσπάθη, και τους τρεις γιους του που διακρίνονταν για τη σωματική ρώμη και τα πολεμικά κατορθώματά τους αλλά και τις στρατιωτικές δυνάμεις που διέθεταν από πολεμικές φυλές. Εξάλλου, γι’ αυτό ο Ευρυσθέας του επέβαλε τον συγκεκριμένο άθλο, γιατί ήταν πεπεισμένος ότι μια εκστρατεία εναντίον τους δεν είχε πολλές ελπίδες επιτυχίας. Αλλά ο Ηρακλής οργανώθηκε καλά, έφερε τις δυνάμεις που συγκέντρωσε στην Κρήτη που υπήρξε το ορμητήριό του γι’ αυτή την εκστρατεία. Από ευγνωμοσύνη στους κατοίκους και για τη δόξα του νησιού όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας, απάλλαξε το νησί τους από τα άγρια θηρία —άρκτους, λύκους, φίδια κ.τ.λ.— και εκείνοι με τη σειρά τους τον τίμησαν μεγαλόπρεπα. Το ίδιο έκανε και στη Λιβύη, ενώ άλλες χώρες τις απάλλαξε από βασιλείς που κυβερνούσαν αλαζονικά και χωρίς νόμο: παρέδωσε τη χώρα [τη Λιβύη] στην καλλιέργεια, ώστε να γεμίσει από γεωργικές καλλιέργειες και δενδροφυτείες που δίνουν καρπούς και μεγάλο μέρος να είναι φυτεμένο με αμπέλια και άλλο με ελιές. Και γενικά τη Λιβύη, που πριν ήταν ακατοίκητη από το πλήθος των άγριων θηρίων, την εξημέρωσε [ο Ηρακλής] και την έκανε να μην υστερεί στον πλούτο από καμιά χώρα. Επίσης, ανθρώπους που παραβίαζαν τον νόμο και αλαζονικούς βασιλείς τους τιμωρούσε με θάνατο και έκανε τις πόλεις ευτυχισμένες. Και οι μύθοι αναφέρουν ότι μίσησε όλα τα είδη των άγριων θηρίων και τους παραβάτες των νόμων και τους καταπολέμησε για τον εξής λόγο: γιατί όταν ήταν μωρό παιδί τα φίδια αποπειράθηκαν να τον εξοντώσουν και όταν αντρώθηκε έπεσε στην εξουσία ενός υπερφίαλου και άδικου μονάρχη που του επέβαλε αυτούς τους άθλους. (Διόδ. 4.17.4-5)

Στην Ιβηρία νίκησε τον Χρυσάορα και τους γιους του και χάρισε τις ονομαστές αγέλες των βοδιών σε έναν ντόπιο βασιλιά, δίκαιο και ευσεβή. Αυτός τις αφιέρωσε στον Ηρακλή και κάθε χρόνο θυσίαζε προς τιμή του έναν ταύρο, τον ωραιότερο. Και έστησε δύο στήλες αντικριστά, μία στη Λιβύη και μία στην Ευρώπη, στα έσχατα όριά τους και σε ανάμνηση της εκστρατείας του, αφού πρώτα έκανε προσχώσεις αφήνοντας μικρό πέρασμα ανάμεσα στα ακρωτήρια των δύο ηπείρων. Έτσι, τα μεγάλα κήτη του Ωκεανού δεν μπορούσαν να περνούν από τον ωκεανό μέσω του αβαθούς περάσματος στην εσωτερική λεκάνη της Μεσογείου. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι οι δύο ήπειροι ήταν ενωμένες και ο Ηρακλής δημιούργησε πέρασμα ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα να «ενωθεί» ο Ωκεανός με τη θάλασσα.

Και ο Παυσανίας (4.36.3) προτιμά μια ορθολογιστική προσέγγιση της ιστορίας και την εντάσσει στην προσπάθεια των ανθρώπων να αυξήσουν τα πλούτη τους κάνοντας μεγάλα τα κοπάδια τους των αλόγων και των βοδιών και με τις συνηθισμένες τακτικές της προίκας και της κλοπής —ο βοσκός που βοσκούσε τα κοπάδια ήταν και πολεμιστής που τα φυλούσε από τον οποιονδήποτε τα επιβουλευόταν. Έτσι, ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να αρπάξει την αγέλη του Γηρυόνη, ο Νηλέας επιθύμησε τις αγέλες του Ίφικλου στη Θεσσαλία κ.ο.κ. (πρβ. Παλαίφατος, Περί Γηρυόνου). Τέλος, παραθέτει και μια ιστορία που λεγόταν στη Λυδία: ότι σε μια μικρή πόλη της χώρας, που ονομαζόταν Τημένου Θύραι, όταν κατέρρευσε ένας λόφος λόγω κακοκαιρίας, φανερώθηκαν οστά που το σχήμα τους φανέρωνε άνθρωπο αλλά λόγω του μεγέθους τους δεν θα μπορούσαν να είναι ανθρώπου. Οι Λυδοί εξηγητές τα απέδωσαν στον Γηρυόνη, τον γιο του Χρυσάορα, και ο θρόνος που βρέθηκε επεξεργασμένος σε βραχώδη περιοχή του βουνού θεωρήθηκε δικός του. Εκεί κοντά υπήρχε και χείμαρρος που τον έλεγαν Ωκεανό ποταμό, όπου οι άνθρωποι όργωναν με κέρατα βοδιών, γιατί επικρατούσε η φήμη ότι ο Γηρυόνης έθρεφε άριστες αγελάδες (Παυσ. 1.35.7). Όμως όταν κάποιος αποδείκνυε ότι ο Γηρυόνης ήταν στα Γάδειρα και ότι δεν υπήρχε τάφος του, τότε εκείνοι αποκάλυπταν την πραγματική παράδοση που προσπαθούσαν να κρύψουν πίσω από την ιστορία του Γηρυόνη.

Ηρακλής και Ανταίος

Τη νίκη του Ηρακλή επί του Ανταίου στη Λιβύη ο Διόδωρος την τοποθετεί σε αυτό το σημείο, ενώ ο Απολλόδωρος στη διάρκεια της πραγματοποίησης του άθλου των Μήλων των Εσπερίδων. (βλ. παρακάτω)

Ηρακλής και Βούσιρης

Τη νίκη του Ηρακλή επί του Βούσιρη στην Αίγυπτο ο Διόδωρος την τοποθετεί σε αυτό το σημείο, ενώ ο Απολλόδωρος στη διάρκεια της πραγματοποίησης του άθλου των Μήλων των Εσπερίδων. (βλ. παρακάτω)

Νέες περιπέτειες

Θάνατος Ιαλεβίωνα, Δέρκυνου και Λίγη

Ο μύθος, πάντως, των βοδιών του Γηρυόνη εμπλουτίζεται και με άλλες ιστορίες. Έτσι, ο Ηρακλής επιστρέφοντας αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει και τρεις Γίγαντες, γιους του Ποσειδώνα, που επιχείρησαν να του αρπάξουν τα βόδια του Γηρυόνη. Επρόκειτο για τον Αλεβίωνα ή Αλβίωνα ή Ιαλεβίωνα και τους αδελφούς του Δέρκυνο και Λίγη ή Βεργίωνα. Επιτέθηκαν στον Ηρακλή, όταν ο ήρωας έφτασε στη Λιγυστίνη, δηλαδή στη Λιγυρία, περιοχή στη ΒΔ Ιταλία ανάμεσα στη Μασσαλία και την κοιλάδα του Ροδανού, αλλά επειδή τα βέλη του είχαν τελειώσει, αυτός ο θεϊκός γιος παρακάλεσε τον παντοδύναμο πατέρα του Δία να τον βοηθήσει. Και εκείνος έριξε βροχή από πέτρες στα κεφάλια των Γιγάντων και τους σκότωσε. Η πεδιάδα του Κρω μαρτυρεί ακόμη το μυθολογικό γεγονός με τους πολυάριθμους βράχους και τις διάσπαρτες πέτρες. (Στράβ. 4.1.7)

Θανάτωση Σκύλλας

Ο Ηρακλής συνέχισε το ταξίδι του μέσα από την Τυρρηνία. Στη Σικελία αναμετρήθηκε με τη Σκύλλαέξω και τη σκότωσε, επειδή το τέρας καταβρόχθισε μερικά από τα βόδια που έφερνε μαζί του ο ήρωας από τη χώρα του Γηρυόνη. Όμως ο Φόρκης, ο πατέρας της, με αναμμένους πυρσούς και με μαγικές πράξεις, επανέφερε την κόρη του στη ζωή.

Ηρακλής και Κάκος

Η ιστορία του Κάκου εκτυλίσσεται στην ιταλική χερσόνησο και είναι συνυφασμένη με το ταξίδι της επιστροφής του Ηρακλή από την Ερύθεια, στα δυτικά της Μεσογείου, όπου είχε κλέψει τα βόδια του Γηρυόνη. Σε κάποιες εκδοχές επικρατεί το μυθώδες στοιχείο, ενώ σε άλλες η αφήγηση είναι περισσότερο ιστορική.

Κατά μία παράδοση ο Κάκος ήταν γιος του Ήφαιστου, είχε τρία κεφάλια και από τα τρία στόματά του ξεπετάγονταν φλόγες. Όταν ο Ηρακλής έφτασε στον Τίβερη ποταμό, στη ρίζα του Παλατίνου λόφου, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε η Ρώμη, ο ήρωας άφησε τα ζώα να βοσκήσουν ελεύθερα στην τοποθεσία που αργότερα πήρε την ονομασία Αγορά των Βοδιών και ξάπλωσε να ξεκουραστεί κάτω από ένα δέντρο στις όχθες του ποταμού. Ο Κάκος, που ζούσε σε σπηλιά στον Αβεντίνο λόφο και λυμαινόταν όλη την περιοχή, εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή της ανάπαυσης του Ηρακλή και έκλεψε μερικά μόνο ζώα, ενώ είχε βλέψεις σε όλα· άρπαξε τέσσερις γελάδες και τέσσερα βόδια και τα έκρυψε στη σπηλιά του. Όμως για να μην αφήσουν ίχνη οι πατημασιές των ζώων, τα τράβηξε από την ουρά και τα ανάγκασε να βαδίσουν προς τα πίσω, έτσι ώστε να φαίνεται ότι απομακρύνονται από τη σπηλιά και όχι ότι πλησιάζουν. Όταν ο Ηρακλής ξύπνησε και μέτρησε τα ζώα του, τα βρήκε λειψά. Υπέθεσε ότι είχαν ξεφύγει από το κοπάδι και άρχισε να τα ψάχνει. Έτσι έφτασε και στην περιοχή που ήταν η σπηλιά του Κάκου, όμως δεν μπόρεσε να μπει μέσα, γιατί ο ληστής είχε κλείσει την είσοδο με έναν βράχο, στάθηκε μάλιστα μπροστά στη σπηλιά. Στην ερώτηση του Ηρακλή αν είχε δει τα ζώα, εκείνος αρνήθηκε, και ούτε άφηνε τον ήρωα να μπει μέσα για να ψάξει· μάλιστα έβαλε τις φωνές για να τον ακούσουν οι γείτονές του ότι ο ξένος προσπαθούσε να του κάνει κακό. Τότε ο Ηρακλής, που υποψιάστηκε τα ψέματα του Κάκου, έφερε κοντά στη σπηλιά το υπόλοιπο κοπάδι. Στο μουγκάνισμα των ζώων απάντησαν τα άλλα, τα κλεμμένα, που στο μεταξύ είχαν μυρίσει αυτά που βρίσκονταν απ’ έξω. Άλλοι λένε ότι ο Ηρακλής πληροφορήθηκε τα πάντα από την αδελφή του Κάκου, την Κάκα. Όπως και να είναι, ο Κάκος έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από τους γείτονές του για να αντιμετωπίσει τον Ηρακλή. Αυτός όμως τον πρόλαβε, τον χτύπησε με το ρόπαλό του και τον σκότωσε. [Εικ.  384 385 386 387 388 389 390 391 392 393 394 395 396 397 398 399 400 401 402 403]

Σύμφωνα με άλλες αφηγήσεις, ο Κάκος κλείστηκε στη σπηλιά του και έριξε μπροστά στην είσοδο βράχους, ώστε να εμποδίσει τον Ηρακλή να μπει μέσα. Όμως ο Ηρακλής ανέβηκε στον λόφο που ήταν η σπηλιά, έβγαλε τις πέτρες που σχημάτιζαν τη στέγη και μπήκε μέσα σε αυτήν από πάνω. Σκότωσε τον αντίπαλό του και, στη συνέχεια, ευγνώμων στους θεούς για τη νίκη του, αφού πρώτα πλύθηκε στα νερά του ποταμού για να εξαγνιστεί από τον φόνο, προσέφερε θυσία στον Δία Ευρέσιο μια δαμάλα. Οι ντόπιοι τίμησαν τον ήρωα που τους απάλλαξε από τον ληστή προσφέροντάς του και τη φιλία τους. Ο βασιλιάς τους Εύανδρος, ο Αρκάδας ιδρυτής του Παλλαντίου (ή Παλατίου), προέβλεψε για τον ήρωα τις θεϊκές τιμές που θα απολάμβανε στον ουρανό και την αθανασία του, κάτι που γνώριζε από τη μητέρα του, μια Νύμφη (την Τέλφουσα ή τη Θέμιδα ή τη Νικοστράτη ή την Tiburtis) που είχε προφητικά χαρίσματα. Γι’ αυτό έχτισε έναν βωμό για τον Ηρακλή, θυσίασε δαμάλα που δεν είχε μπει στον ζυγό ακόμη και του ζήτησε να κάνει την πρώτη θυσία. Με τη σειρά του ο Ηρακλής θυσίασε μερικά βόδια. (Βιργ., Αιν. 8.189-279έσω)

Σε μιαν άλλη εκδοχή του μύθου ο Κάκος είναι δούλος του βασιλιά Εύανδρου, κακός υποτακτικός και κλέφτης. Έκλεψε τα βόδια ενός ήρωα που ονομαζόταν Recaranus, Caranus ή Garanus, με δυνάμεις παρόμοιες με του Ηρακλή. Ο Εύανδρος ανάγκασε τον δούλο του να τα επιστρέψει. Χαρούμενος ο ήρωας έχτισε στους πρόποδες του Αβεντίνου λόφου βωμό στον Δία Ευρέσιο (είναι ο Μεγάλος Βωμός που παραδοσιακά αποδίδεται στον Ηρακλή) και θυσίασε το ένα δέκατο από τα ζώα· εδώ έχει την αρχή της η «δεκάτη» των προσφορών κάθε φορά που θυσίαζαν στον Ηρακλή.

 

Άλλες αφηγήσεις θέλουν τον Κάκο σύντροφο του βασιλιά της Φρυγίας Μαρσύα που ήρθε στην Ιταλία, για να την κατακτήσει, και έστειλε τον Κάκο ως πρέσβη στον Ετρούσκο βασιλιά Τάρχωνα· εκείνος τον φυλάκισε, ο Κάκος δραπέτευσε, επέστρεψε στον Μαρσύα και οι δυο τους κατέλαβαν την Καμπανία, στα περίχωρα του Βολτούρνου, και έκαμναν επιθέσεις στην περιοχή της Ρώμης, όπου βρισκόταν αρκαδική αποικία. Ο Ηρακλής συμμάχησε με τον Τάρχωνα, και μαζί συνέτριψαν τους κατακτητές.

 

Ο Διόδωρος αναφέρει έναν Κάκιο, άνδρα ισχυρό στον Παλαντίνο λόφο, που φιλοξένησε τον Ηρακλή προσφέροντάς του πολλά δώρα. Σε αντάλλαγμα ο Ηρακλής υποσχέθηκε ευτυχία σε όποιον θυσίαζε στο όνομά του το ένα δέκατο της περιουσίας του, όταν μετά τον θάνατό του θα περνούσε στον κύκλο των αθανάτων. (Διόδ. Σ. 21.2.-4)

Ηρακλής και Έχιδνα

Οι Έλληνες που κατοικούν στον Πόντο [λένε] τα εξής: πως ο Ηρακλής, σαλαγώντας τα βόδια του Γηρυόνη, έφτασε σ᾽ αυτή τη χώρα που ήταν ερημιά, αυτή στην οποία ζουν τώρα οι Σκύθες. [...] λοιπόν, καθώς τον βρήκε κακοχειμωνιά και παγωνιά, λένε πως έσυρε απάνω του τη λεοντή, σκεπάστηκε κι έπεσε σε ύπνο βαρύ, και πως τότε οι φοράδες του, που βοσκούσαν κάτω απ᾽ την άμαξα, έγιναν άφαντες — τα ᾽φερε έτσι κάποιος θεός. Και πως, μόλις ο Ηρακλής ξύπνησε, βάλθηκε να τις ψάχνει, κι αφού διάβηκε απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη όλη τη χώρα, στο τέλος έφτασε στην περιοχή που ονομάζεται Υλαία· και πως εκεί βρήκε σε μια σπηλιά μια κόρη–τέρας: μια Έχιδνα με διπλή φύση, που από τους γοφούς και πάνω ήταν γυναίκα κι αποκεί και κάτω φίδι· πως σάστισε βλέποντάς την κι ύστερα τη ρώτησε αν είδε πουθενά φοράδες αδέσποτες· και πως εκείνη του αποκρίθηκε ότι τις είχε η ίδια κι ότι δε θα του τις δώσει πίσω πριν σμίξει μαζί της· και πως ο Ηρακλής έσμιξε μαζί της μ᾽ αυτή την αντιμισθία. Λοιπόν, λένε πως εκείνη όλο κι ανέβαλε να του δώσει πίσω τις φοράδες, γιατί ήθελε όσο γίνεται πιο πολύ καιρό να έχει τον Ηρακλή κοντά της, ενώ αυτός ήθελε να τις πάρει και να πάει στη δουλειά του· πως επιτέλους αυτή του τις έδωσε πίσω λέγοντας: «Τις φοράδες σου αυτές που έφτασαν εδώ σου τις φύλαξα εγώ κι εσύ μου πλήρωσες τα βρετίκια· γιατί μου χάρισες τρία αγόρια που έχω στην κοιλιά· πες μου, τί να κάνω μ᾽ αυτά, όταν μεγαλώσουν, να τ᾽ αφήσω να ζήσουν εδώ (μια κι εγώ εξουσιάζω αυτή τη χώρα) ή να τα στείλω κοντά σου;» Λοιπόν, λένε πως εκείνη αυτή την ερώτηση έκανε, κι εκείνος της αποκρίθηκε: «Όταν δεις πως τα παιδιά έγιναν άντρες, κάνε τα εξής και δε θ᾽ αστοχήσεις: όποιον απ᾽ αυτούς δεις να τεντώνει ετούτο το τόξο έτσι, πέρα για πέρα, και να ζώνεται ετούτον το ζωστήρα [Εικ.  404 405 406 407] μ᾽ αυτό τον τρόπο, ε, αυτόν κάνε να κατοικήσει σ᾽ ετούτη τη χώρα· όποιος όμως δεν καταφέρνει τις πράξεις που εγώ παραγγέλνω, διώξε τον μακριά από τη χώρα. Κι αν κάνεις αυτά, και την ψυχή σου θα ευφράνεις και τις εντολές μου θα εκτελέσεις».

Λένε λοιπόν πως εκείνος τέντωσε το ένα από τα δυο τόξα του (γιατί ώς τότε δυο κουβαλούσε ο Ηρακλής) κι έδειξε πώς δενόταν ο ζωστήρας και κατόπι παράδωσε και το τόξο και το ζωστήρα (ετούτος είχε στο κούμπωμά του χρυσή κούπα)· και πως, αφού τα έδωσε, σηκώθηκε κι έφυγε· κι εκείνη απ᾽ τη μεριά της, όταν τα παιδιά που γέννησε έγιναν άντρες, πρώτα πρώτα τους έδωσε ονόματα: τον ένα τους τον είπε Αγάθυρσο, τον επόμενο Γελωνό και τον μικρότερο Σκύθη· ύστερα, έχοντας στο νου της την παραγγελία, έβαλε σε πράξη τις εντολές που είχε πάρει. Και πως τα δυο από τα παιδιά της, τον Αγάθυρσο και τον Γελωνό, που δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα με τον άθλο που τους πρότεινε, τους έδιωξε απ᾽ τη χώρα τους η μάνα που τους γέννησε, όμως ο μικρότερός τους, ο Σκύθης, τα έβγαλε πέρα κι έμεινε για πάντα στη χώρα. Και πως από τον Σκύθη, το γιο του Ηρακλή, κατάγεται η βασιλική δυναστεία των Σκυθών, κι από εκείνη την κούπα οι Σκύθες ακόμα και σήμερα κρεμούν στο ζωστήρα τους κούπες, και ακόμη, το που έμεινε μονάχα ο Σκύθης στη χώρα το χρωστά σε τέχνασμα της μητέρας του. Αυτά λοιπόν λένε οι Έλληνες που κατοικούν στον Πόντο.

(Ηρ. 4.8.1-13, μετ. Η. Σπυρόπουλος)

 Ηρακλής παντού

Στην Κελτική

Μετά την Ιβηρία ο Διόδωρος αναφέρει ότι με στρατό πέρασε στη χώρα των Κελτών, διέσχισε τη χώρα και την απάλλαξε από παρανομίες και ξενοκτονίες. Και ίδρυσε μια πόλη, την Αλησία ή Αλεσία, από ανθρώπους που συστράτευσαν μαζί του και που ήταν από διάφορα έθνη. Με καλή πρόθεση ανακάτεψε τους κατοίκους της πόλης με ντόπιους, μάλιστα λεγόταν από άλλους ότι πάντρεψε τον γιο του Κελτό με την Κελτίνη, κόρη του βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας. Το αποτέλεσμα όμως ήταν το αντίθετο από το προσδοκώμενο: αντί να εκπολιτιστούν οι βάρβαροι εκβαρβαρίστηκαν όλοι. Πάντως, οι Κέλτες μέχρι τις μέρες του Διοδώρου τιμούσαν την πόλη ως την εστία και τη μητρόπολη ολόκληρης της Κελτικής, παρέμεινε μάλιστα ελεύθερη από τα χρόνια του Ηρακλή μέχρι που την κατέλαβε ο Γάιος Καίσαρας και την υπέταξε στους Ρωμαίους. (Διόδ. 19.1-2) Λεγόταν ακόμη ότι, διασχίζοντας τη Γαλατία, τον ερωτεύτηκε η κόρη ενός πρίγκιπα της χώρας που ποτέ μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε παντρευτεί, γιατί δεν έβρισκε κανέναν αντάξιό της. Και μαζί της απέκτησε τον Γαλάτη που βασίλευσε στη χώρα στην οποία έδωσε και το όνομά του. (Διόδ. 5.24)

Το γεγονός ότι ο μύθος του Ηρακλή δημιουργήθηκε συσσωρευτικά και καθώς οι Έλληνες ταξίδευαν και συναντούσαν στους τόπους που έφταναν θεούς και ήρωες που τους παρομοίαζαν λίγο ή πολύ με τον Ηρακλή, φαίνεται και στην περίπτωση του περάσματός του από την Κελτική και τη Μεγάλη Βρετανία, όπου ο μύθος παρουσιάζει χρονικά άλματα και αντιφάσεις. Σύμφωνα λοιπόν με μια εκδοχή (Παρθέν., Ερωτ. Παθ. 30), ο Ηρακλής διασχίζοντας τη χώρα της Μεγάλης Βρετανίας έχασε τα κοπάδια, καθώς η πανέμορφη κόρη του βασιλιά τα έκρυψε και αρνιόταν να αποκαλύψει τον τόπο αν ο Ηρακλής δεν ενωνόταν μαζί της. Ο Ηρακλής συγκατάνευσε και γιατί ήθελε τα ζώα του πίσω αλλά και γιατί πόθησε την κόρη. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Κελτός που παντρεύτηκε την Κελτίνη, κόρη του βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας

Στην Ιταλία

Ο Ηρακλής, μετά την Κελτική, πορεύτηκε στην Ιταλία μέσω των Άλπεων, όπου κατασκεύασε πλατύ δρόμο τόσο που να περνούν στρατοί και υποζύγια με τις αποσκευές. Με αυτόν τον τρόπο οι βάρβαροι των ορεινών εκείνων περιοχών δεν είχαν πια τη δυνατότητα να παραφυλούν στα στενώματα και να καταληστεύουν τους διερχόμενους στρατούς. Σκοτώνοντας και τους αρχηγούς των παρανόμων ο Ηρακλής έκανε ασφαλή την οδοιπορία. (Διόδ. 19.3) Ύστερα διέσχισε την πεδιάδα της Γαλατίας και πέρασε στη Βόρεια Ιταλία, στη Λιγουρία, χώρα τραχιά που αναγκάζει τους κατοίκους να δεινοπαθούν για να κάνουν τη γη να βγάλει λίγους καρπούς. Γι’ αυτό και οι κάτοικοι ήταν μικρόσωμοι και νευρώδεις, ελαφροί και ευκίνητοι, εργάζονταν επί μισθώ άνδρες και γυναίκες μαζί, ενώ οι απολαύσεις και οι αργίες τούς ήταν ξένες. (Διόδ. 20.1-2)

Εκεί που πολλές γενιές αργότερα ιδρύθηκε η Ρώμη, στον Παλατίνο λόφο, κατοικούσαν μερικοί ντόπιοι, ανάμεσά τους και οι επιφανείς Κάκιος και Πινάριος που φιλοξένησαν με όλες τις τιμές τον Ηρακλή. Κι εκείνος σε ανταπόδοση έταξε ευτυχισμένη ζωή σε όσους αφιερώνουν το δέκατο της περιουσίας τους στον Ηρακλή μετά τη ματάστασή του στους θεούς. (Διόδ. 21.1-3)

 

Στην πεδιάδα της Κύμης συνάντησε άνδρες που φημίζονταν για τη σωματική τους ρώμη και για την παρανομία τους. Ονομάζονταν γίγαντες και κατοικούσαν στη Φλεγραία πεδιάδα, που ονομάστηκε έτσι από τον λόφο που τα παλιά χρόνια ξερνούσε φωτιές και που αργότερα ονομάστηκε Βεζούβιος. Η σύγκρουση ανάμεσα στους γίγαντες και τον Ηρακλή ήταν φοβερή, λεγόταν μάλιστα ότι ο Ηρακλής συμμάχησε με τους θεούς για να επικρατήσει. Σκότωσε τους περισσότερους και επέβαλε χρηστά ήθη στην περιοχή.

 

Από το Φλεγραίο πεδίο κατέβηκε προς τη θάλασσα και έκανε έργα στη λίμνη που λεγόταν Άορνος, μεταξύ Μισηνού και Δικαιαρχείων, και θεωρούνταν ιερή της Περσεφόνης. Η λίμνη ήταν μεγάλη και βαθιά, τα νερά της πεντακάθαρα και το χρώμα τους κυανό λόγω του μεγάλου βάθους. Η λίμνη είχε άνοιγμα προς τη θάλασσα αλλά ο Ηρακλής παράχωσε την εκροή και κατασκεύασε δρόμο παράλληλα με τη θάλασσα, που πήρε το όνομά του: Ηράκλειος δρόμος. (Διόδ. 22.1-2)

 

Από εκεί έφτασε στην περιοχή ανάμεσα στη Ρηγίνη και τη Λοκρίδα, όπου και έκατσε να ξεκουραστεί, όμως τα τζιτζίκια δεν τον άφηναν να ξεκουραστεί. Προσευχήθηκε λοιπόν στους θεούς να εξαφανίσουν τα ενοχλητικά έντομα, κάτι που οι θεοί έκαναν, και μάλιστα όχι μόνο για εκείνη την ώρα αλλά και για χρόνια μετά. (Διόδ. 22.5)

Στη Σικελία

Από το στενότερο σημείο του πορθμού, πέρασε το κοπάδι στη Σικελία, ενώ ο ίδιος πέρασε απέναντι πιασμένος στο κέρατο ενός ταύρου. (Διόδ. 22.6) Άλλοι πάλι λένε ότι ένας ταύρος τού ξέφυγε στο Ρήγιο της Καλαβρίας, ότι διέσχισε κολυμπώντας τον πορθμό που χωρίζει την Ιταλία από τη Σικελία και ότι από αυτό το μοσχάρι (=vitulus) ονομάστηκε η Ιταλία. Και θέλησε να κάνει τον γύρο της Σικελίας από την Πελωριάδα μέχρι τον Έρυκα, δηλαδή από το ανατολικό άκρο της βορεινής ακτής μέχρι το δυτικό. [Εικ. 408] Προχωρούσε παράλληλα προς τις ακτές του νησιού και οι Νύμφες, για να τον ξεκουράσουν από την ταλαιπωρία του, έκαναν να αναβλύσουν θερμά λουτρά, που ήταν διπλά και ονομάστηκαν από την τοποθεσία που ήταν το καθένα Ιμεραία λουτρά και Εγεσταία. Πλησιάζοντας στο όρος Έρυκα, προκλήθηκε σε αγώνα πάλης από τον Έρυκα, γιο της Αφροδίτης και του βασιλιά του τόπου Βούτα ή του Ποσειδώνα. Αφορμή για την πάλη υπήρξε το γεγονός ότι ένα από τα βόδια του Γηρυόνη ανακατεύτηκε με τα κοπάδια του Έρυκα. Όταν ο Ηρακλής το ζήτησε πίσω, ο Έρυκας τον προσκάλεσε σε πάλη. Τότε ο Ηρακλής όρισε ως έπαθλο για τον εαυτό του σε περίπτωση που νικούσε όλη τη χώρα του Έρυκα· αν έχανε έπαθλο για τον Έρυκα θα ήταν τα γελάδια για τα οποία τόσο είχε αγωνιστεί ο Ηρακλής. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε, γιατί θεώρησε ότι τα έπαθλα δεν ήταν ίσης αξίας —μια ολόκληρη χώρα για μερικά γελάδια— όμως ο Ηρακλής τού εξήγησε πως η απώλειά τους θα σήμαινε για εκείνον στέρηση της αθανασίας. Ο Έρυκας συμφώνησε, πάλεψε με τον Ηρακλή, αλλά νικήθηκε και έχασε τη χώρα. Στο μεταξύ, τα υπόλοιπα ζώα του κοπαδιού τα φύλαξε ο ίδιος ο Ήφαιστος. Ο Ηρακλής την παραχώρησε στους ντόπιους και από αυτήν θα έπαιρναν τους καρπούς, μέχρι που θα έφτανε κάποιος από τους απογόνους του εκεί και θα την απαιτούσε. Πολλές γενιές αργότερα, ο Δωριέας ο Λακεδαιμόνιος την πήρε πίσω και ίδρυσε πόλη με το όνομα Ηράκλεια. Στο μεταξύ, ο Ηρακλής συνέχισε τον γύρο του νησιού και έφτασε στις Συρακούσες. Εκεί έμαθε τα μυθολογούμενα για την αρπαγή της Κόρης από τον Πλούτωνα και αποφάσισε να προσφέρει μεγαλοπρεπείς θυσίες στις θεές, τη Δήμητρα και την Κόρη, αφιερώνοντας τον ωραιότερο ταύρο της αγέλης, αφού πρώτα τον εξάγνισε στην πηγή Κυάνηέξω. Και πρόσταξε τους ντόπιους να τελούν κάθε χρόνο αντίστοιχες θυσίες και να κάνουν προς τιμή της Κυάνης μεγάλο πανηγύρι. Ύστερα διασχίζοντας την ενδοχώρα του νησιού, δέχτηκε επιθέσεις από ντόπιους που συσπειρώθηκαν εναντίον του. Όμως στη μάχη τούς νίκησε και σκότωσε αρκετούς από τους σπουδαίους στην τέχνη του πολέμου αρχηγούς τους, που για πολύ καιρό μετά οι ντόπιοι τους τιμούσαν με τιμές ηρώων, ανάμεσά τους τον Λεύκασπη, τον Πεδιακράτη, τον Βουφόνα και τον Γλυχάτα, τον Βυταία και τον Κρυτίδα. (Διόδ. 24).

 

Στην πεδιάδα των Λεοντίνων, λίγο πιο πάνω από τις Συρακούσες, στην πόλη των Αγυριναίων (γενέτειρα του Διόδωρου Σικελιώτη) ο Ηρακλής για πρώτη φορά συγκατένευσε να τιμάται όπως οι Ολύμπιοι, με πανηγύρεις και θυσίες, σαν να του προμηνούσαν οι θεοί την αθανασία του. Πιο συγκεκριμένα: Κοντά στην πόλη υπήρχε δρόμος βραχώδης· επάνω τους, σαν να ήταν από κερί, έμεναν τα αποτυπώματα από τα γελάδια, όπως και του Ηρακλή. Και καθώς ο δέκατος άθλος φαινόταν να ολοκληρώνεται, θεώρησε πως άρχισε να αγγίζει την αθανασία, και γι’ αυτό δέχτηκε τις θυσίες που τελούσαν κάθε χρόνο προς τιμή του οι ντόπιοι. Σε ανταπόδοση των τιμών που του αποδίδονταν, κατασκεύασε πριν από την πόλη μεγάλη λίμνη που πήρε το όνομά του, όπως και τα αποτυπώματα των βοδιών στον βράχο. Ίδρυσε τέμενος προς τιμή του Γηρυόνη και ένα άλλο προς τιμή του ανεψιού του Ιόλαου που τον ακολουθούσε στις εκστρατείες. Και οι ντόπιοι τελούσαν θυσίες προς τιμή του και, ακόμη, άφηναν τα μαλλιά τους άκοπα από τη στιγμή της γέννησής τους, για να τα αφιερώσουν στον Ιόλαο, όταν θα κατάφερναν με μεγαλοπρεπείς θυσίες να εξευμενίσουν τον θεό. Και τα αγόρια που δεν τελούσαν τα καθιερωμένα, έχαναν τη λαλιά τους και έμοιαζαν με πεθαμένα. Αλλά αν κάποιο έταζε πως θα κάνει τα νενομισμένα και ότι θα άφηνε ως ενέχυρο της θυσίας τα μαλλιά του στον θεό, γινόταν αμέσως καλά. Και οι ντόπιοι την πύλη στην οποία έλεγαν ότι συνάντησαν τον θεό και του πρόσφεραν τις θυσίες την ονόμασαν Ηράκλεια και εκεί οργάνωναν γυμναστικούς και ιππικούς αγώνες. Και ήταν τόση η αποδοχή του ως θεού που ορίστηκε και οι υπηρέτες να τον τιμούν με χωριστούς θιάσους, με συμπόσια και θυσίες.

Στην Ιταλία και πάλι

Ο Ηρακλής με τις αγελάδες πέρασε στην Ιταλία και προχωρούσε και εδώ κατά μήκος της παραλίας. Εκεί σκότωσε τον Λακίνιο που πήγε να κλέψει τις αγελάδες. Σκότωσε όμως άθελά του και τον Κρότωνα, γι’ αυτό τον έθαψε με μεγαλοπρέπεια και του έκτισε τάφο. Και προείπε στους ντόπιους ότι στα κατοπινά χρόνια θα ιδρυόταν πόλη ονομαστή με το όνομα του πεθαμένου.

Ολοκλήρωση του άθλου: Πώς οι δέκα άθλοι έγιναν δώδεκα

Ο Ηρακλής έκανε τον γύρο της Αδριατικής και αφού διέτρεξε με τα πόδια ολόκληρη την περίμετρο του κόλπου, έφτασε στην Ήπειρο· από εκεί τράβηξε για την Πελοπόννησο. Άλλοι πάλι μυθολογούν ότι βρέθηκε στη Θράκη, όπου δέχτηκε επίθεση από οἴστρους, δηλαδή βοϊδόμυγες που τις είχε στείλει η Ήρα στις πλαγιές των βουνών. Ο Ηρακλής κυνήγησε τα ζώα αλλά δεν βρήκε παρά ένα τμήμα τους. Τα υπόλοιπα παρέμειναν σε άγρια κατάσταση και σε αυτά αποδίδουν την καταγωγή των κοπαδιών που περιφέρονταν στις πεδιάδες της Σκυθίας. Ο Ηρακλής κατηγόρησε τον Στρυμόνα, ποταμό αρχικά πλωτό, ότι δυσκόλεψε το έργο του να συγκεντρώσει τις αγελάδες. Τον γέμισε λοιπόν με πέτρες, και από τότε ο ποταμός έπαψε να είναι πλωτός. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, ο Ηρακλής δεν μπορούσε να διασχίσει τον ποταμό επειδή δεν υπήρχε πέρασμα. Έριξε λοιπόν τεράστιους βράχους εμποδίζοντας τα πλοία να τον διαπλέουν.

Οκτώ χρόνια και έναν μήνα από τον πρώτο άθλο, τελείωσε και τον δέκατο, τα παρέδωσε στον Ευρυσθέα και εκείνος τα θυσίασε στην Ήρα. Επειδή όμως ο Ευρυσθέας δεν προσμέτρησε σε αυτούς ούτε αυτόν με τα κοπάδια του Αυγεία ούτε με τη Λερναία Ύδρα, του επέβαλε έναν ενδέκατο άθλο, να φέρει τα χρυσά μήλα από τις Εσπερίδες. Και ύστερα έναν ακόμη: να φέρει τον σκύλο του Κάτω Κόσμου στον επάνω.42

Τα μήλα των Εσπερίδων

Πάλη με Κύκνο (Εχέδωρος ποταμός), Νηρέα (Ηριδανός ποταμός), Ανταίο (Λιβύη), Βούσιρη (Αίγυπτος), Ημαθίωνα (Αραβία), έναν αετό (Καύκασος), τον Λυκάονα, τον Άτλαντα (χώρα Υπερβορείων). Πέρασμα από τη Ρόδο. Άθλος και πάρεργα

Συνήθως, ο κήπος των Εσπερίδων τοποθετείται δυτικά. Έτσι, στη Θεογονία του Ησιόδου (στ. 337-345) ο ήλιος βυθίζεται μέσα σε χρυσό κύπελλο στα κυκλικά νερά του Ωκεανού —εκτείνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα περιβάλλοντας τη γη— και αφού τα διασχίσει από τον κήπο των Εσπερίδων μέχρι τη γη των Αιθιόπων φτάνει πάλι στην ανατολή λίγο πριν την αυγή. Ο Απολλόδωρος πάλι υποστηρίζει ότι ο κήπος δεν βρίσκεται στη Λιβύη αλλά στη χώρα του Άτλαντα, στους Υπερβόρειους. Όπου και να βρισκόταν ο κήπος, τα μήλα ήταν το γαμήλιο δώρο της Γης στους γάμους του Δία με την Ήρα. Και η Ήρα τα βρήκε τόσο ωραία που τα έδωσε να τα φυτέψουν στους κήπους της κοντά στο όρος Άτλαντα. Και επειδή οι Ατλαντίδες κόρες του Άτλαντα ρήμαζαν τον κήπο της, η Ήρα ανέθεσε τη φύλαξή τους σε έναν αθάνατο δράκοντα με εκατό κεφάλια, γιο του Τυφώνα και της Έχιδνας· αυτός έβγαζε όλων των ειδών τις φωνές. Μαζί του παραφύλαγαν και οι Εσπερίδες νύμφες, η Αίγλη, η Ερύθεια, η Εσπερία, η Αρέθουσα, δηλαδή η λαμπερή, η κόκκινη και η Αρέθουσα του ηλιοβασιλέματος.43

Πάλη με Κύκνο και Νηρέα

Ο Ηρακλής έπρεπε να μάθει τον δρόμο προς τη χώρα των Εσπερίδων. Πήγε βόρεια, προς τη Μακεδονία. Εκεί, στον ποταμό Εχέδωρο ο Κύκνος, γιος του Άρη και της Πυρήνης, τον προκάλεσε σε μονομαχία.44 Και καθώς ο Άρης προστάτευε τον γιο του και μπήκε στον αγώνα, έπεσε κεραυνός ανάμεσά τους και διέλυσε τη μάχη. [Εικ. 409 410 411 412 413 414 415 416 417 418 419 420 421 422 423 424 425 426 427 428] Ταξιδεύοντας μέσα από τη χώρα των Ιλλυριών προς τον Ηριδανό ποταμό, βρήκε κάποιες νύμφες, κόρες του Δία και της Θέμιδας. Αυτές του μίλησαν για τον Νηρέα. Τον βρήκε να κοιμάται και, αφού εκείνος άλλαξε πολλές μορφές, τον έδεσε και δεν τον έλυσε προτού μάθει από αυτόν πού βρίσκονταν τα μήλα και οι Εσπερίδες. [Εικ.  429 430 431 432 433 434 435 436 437 438 439] (Η σκηνή παραπέμπει στον τρόπο που συνέλαβε ο Πηλέας τη Νηρηίδα κόρη του γέροντα, τη Θέτιδα.) Στην αγγειογραφία ο Νηρέας εμφανίζεται να παρακολουθεί τη διαμάχη του Ηρακλή με τον Τρίτωνα. [Εικ. 440 441 442 443 444 445 446 447 448 449 450 451 452 453 454]

Ηρακλής και Ανταίος – Ηρακλής και Πυγμαίοιι

Αφού έμαθε αυτό που ήθελε, ο Ηρακλής διέσχισε τη Λιβύη. Σε αυτήν βασίλευε ο γιος του Ποσειδώναέξω Ανταίος, που ανάγκαζε τους ξένους να παλεύουν μαζί του και τους σκότωνε. Με τα κρανία των σκοτωμένων θα έχτιζε ναό στον πατέρα του, τον Ποσειδώνα, ή θα τον στόλιζε, όπως και ο Κύκνος σκόπευε με κρανία να χτίσει ναό για τον δικό του πατέρα, τον Απόλλωναέξω. Ο Ανταίος ήταν άτρωτος όταν άγγιζε τη Γη, γι’ αυτό και θεωρήθηκε γιος της. Με αυτόν αναγκάστηκε να παλέψει ο Ηρακλής, τον έπιασε στα μπράτσα του και τον σήκωσε ψηλά στον αέρα, του τσάκισε τα κόκαλα και τον σκότωσε. [Εικ.  456 457 458 459 460 461 462 463 464 465 466 467 468 469 470 471 472 473] Σύμφωνα με τον Στράβωνα (17.3.8), ο τάφος του βρισκόταν στη Λίγγη της Βόρειας Αφρικής. Τον άνοιξε ο Σερτώριοςέξω και βρήκε έναν σκελετό τριάντα μέτρα μάκρος. Τρόμαξε τόσο πολύ που ξανασκέπασε τον τάφο. Ο Πλούταρχος ονομάζει την πόλη Τίγγη και προσθέτει ότι μετά τον θάνατο του Ανταίου η γυναίκα του νεκρού Γίγαντα, η Τίγγη, ενώθηκε με τον Ηρακλή και γέννησε έναν γιο που τον ονόμασε Σόφακα. Αυτός, για να τιμήσει τη μητέρα του, ίδρυσε πόλη με το όνομά της και είναι η σημερινή Ταγγέρη (Πλούτ., Σερτώρ. 9). Ο Σόφακας γέννησε τον Διόδωρο που έγινε άρχοντας του τόπου και πρόγονος των Μαυριτανών. Άλλη εκδοχή θέλει τη γυναίκα του Ανταίου να ονομάζεται Ιφινόη και να αποκτά από τον Ηρακλή τον Παλαίμονα (Τζέτζ. Σχόλ. Λυκόφρ. Αλεξ. 663).

Τον θάνατο του Ανταίου θέλησαν να εκδικηθούν οι μικρόσωμοι γιοι της Γαίας, επομένως αδελφοί του Ανταίου, Πυγμαίοι που κατοικούσαν στα σύνορα Αιγύπτου και Λιβύης. Επιτέθηκαν στον Ηρακλή την ώρα που κοιμόταν και προσπάθησαν να τον σκοτώσουν. Όπως ήταν φυσικό, η επίθεσή τους ξύπνησε τον Ηρακλή που γελώντας με τους ασήμαντους για το μέγεθος και τη δύναμή του Πυγμαίους τους άρπαξε με το ένα του χέρι, τους έκλεισε στη λεοντή του και τους έφερε στον Ευρυσθέα.

Ηρακλής και Βούσιρης

Μετά τη Λιβύη τράβηξε για την Αίγυπτο. Εκεί βασιλιάς ήταν ο Βούσιρης, γιος του Ποσειδώνα και της Λυσιάνασσας, κόρης του Έπαφου. Αυτός, ακολουθώντας έναν χρησμό, θυσίαζε στον βωμό του Δία στη Μέμφιδα τους ξένους· όταν, δηλαδή, κάποτε για εννέα χρόνια στην Αίγυπτο είχε πέσει αφορία, ο Φράσιος, που κατείχε την τέχνη της μαντικής και είχε έλθει από την Κύπρο, είπε ότι θα πάψει η αφορία εάν σφάζουν κάθε χρόνο έναν ξένο άνδρα προς τιμή του Δία.45 Και ο Βούσιρης έσφαξε πρώτα εκείνον τον μάντη και στη συνέχεια έσφαζε τους ξένους που έφταναν εκεί. Λέγεται μάλιστα ότι έκοβε κομμάτια από τα θύματα και τα έτρωγε. Πιάστηκε, λοιπόν, και ο Ηρακλής και οδηγήθηκε στους βωμούς, όμως έσπασε τα δεσμά του και σκότωσε και τον Βούσιρη και τον γιο του Αμφιδάμαντα.46 Όχι μόνο ήταν ο πρώτος που ξέφυγε από τον κύκλο των θυσιών αλλά έθεσε τέρμα και στο έθιμο αυτό (Απολλόδ. 2.5.11 και Ισοκράτης, Βούσιρις 36-37, ο οποίος αμφισβητεί το κατόρθωμα αυτό του Ηρακλή, γιατί ο ήρωας θεωρούνταν κατά τέσσερις γενιές μεγαλύτερος από τον Βούσιρη). [Εικ.  474 475 476 477 478 479 480 481 482 483 484 485]

Έργα εκπολιτισμούμού: Μετά τον θάνατο του Ανταίου και του Βούσιρη, διέσχισε την άνυδρη περιοχή της Λιβύης και όταν έφτασε σε μια χώρα εύφορη με άφθονα νερά, έκτισε μια πόλη θαυμαστή για το μέγεθός της που την ονόμασε Εκατόμπυλο από το πλήθος των πυλών της. Και η ευδαιμονία αυτής της πόλης διατηρήθηκε ως τα νεότερα χρόνια, οπότε οι Καρχηδόνιοι με αξιόλογο στρατό και ικανούς στρατηγούς εξεστράτευσαν εναντίον της και την κυρίευσαν. (Διόδ. 4.18.1)

Θυσία και κατάρες

Ύστερα, πέρασε στην Ασία και πλησίασε στις Θερμυδρές, λιμάνι των Λινδίων. Και αφού έλυσε τον ένα από τους δύο ταύρους ενός που οδηγούσε άμαξα, τον θυσίασε και στη συνέχεια κάθισε να φάει. Ο αμαξάς, ανήμπορος να βοηθήσει τον εαυτό του, στάθηκε πάνω σ’ ένα βουνό και ξέσπασε σε κατάρες. Γι’ αυτό και τώρα, κάθε φορά που θυσιάζουν στον Ηρακλή, το κάνουν ξεστομίζοντας κατάρες.

Φόνος του Ημαθίωνα, απελευθέρωση του Προμηθέα

Όταν περνούσε την Αραβία, συγκρούστηκε με τον βασιλιά τους Ημαθίωνα, τον γιο του Τιθωνού και της Ηούς, αδελφό του Μέμνονα. Καθώς ο Ηρακλής ανέβαινε την κοιλάδα του Νείλου, ο Ημαθίωνας του επιτέθηκε, όμως ηττήθηκε και σκοτώθηκε. Λέγεται ότι ο Ημαθίωνας προσπάθησε να εμποδίσει τον Ηρακλή, ώστε να μην φτάσει στον κήπο και κλέψει τα μήλα. Άλλοι πάλι λένε ότι ο φόνος έγινε κατά την επιστροφή του Ηρακλή, τη στιγμή που ήταν έτοιμος να επιβιβαστεί στο κύπελλο του Ήλιου και να ταξιδέψει ανατολικά προς την περιοχή του Καυκάσου. Εμπιστεύτηκε μάλιστα το ακέφαλο πια βασίλειο στον Μέμνονα. Αποκλίνουσα παράδοση αποδίδει στον Ημαθίωνα την πατρότητα του Ρέμου, οπότε εκλαμβάνεται και ως ιδρυτής της Ρώμης. Αναφέρεται και ως πατέρας του Ατύμνιου από τη νύμφη Πηγασίδα (Κόιντ. Σμ. 3.300).

Διασχίζοντας τη Λιβύη έφτασε στην έξω θάλασσα, δηλαδή στον Ατλαντικό ωκεανό, και πήρε από τον Ήλιο το κύπελλο. Σε αυτό το σημείο, δηλαδή προς το τέλος της δουλικής υπηρεσίας προς τον Ευρυσθέα, όταν ο ήρωας επιτελεί άθλους που σχετίζονται με τον θάνατο και την αθανασία, τοποθετεί ο Απολλόδωρος το επεισόδιο της απελευθέρωσης του Προμηθέα από το μαρτύριό του και από τα δεσμά του στον Καύκασο [Εικ. 247, 248 249 250 251 252 253 243 255] και όχι μετά τον άθλο του κρητικού ταύρου και πριν φύγει για να φέρει τα άλογα του Διομήδη, όπως το κάνει ο Διόδωρος (βλ. εδώ). Η σειρά που ακολουθεί ο Απολλόδωρος έχει μια λογική, καθώς προσδίδει εσωτερική συνοχή σε άθλους και έργα με κοινή θεματική.

Ηρακλής και Λυκάονας

Δίπλα στον ποταμό Εχέδωρο της Μακεδονίας, βασίλευε στη φυλή των Κρηστωναίων ο Λυκάονας, ο γιος του Άρη και της Πυρήνης, επομένως αδελφός του Διομήδη και του Κύκνου —και τους τρεις τους εξόντωσε ο Ηρακλής. Η χώρα ονομαζόταν Ευρώπη από το όνομα του προπάππου του Εύρωπα από την πλευρά της μητέρας του. Όταν ο Ηρακλής, περνώντας από την περιοχή στο ταξίδι του προς την Εσπερία, για να πάρει τα μήλα, διέσχισε το ιερό άλσος της Πυρήνης, αφιερωμένο στη μητέρα του βασιλιά. Γι’ αυτή του την ιερόσυλη ενέργεια ο Λυκάονας προσέβαλε τον Ηρακλή και τον κάλεσε σε μονομαχία. Με πολύ μεγάλη προσπάθεια ο Ηρακλής κατέβαλε τον δυνατό μαχητή (Ευρ., Άλκ. 499 κ.ε.).

Ηρακλής και Άτλαντας

Ο Άτλαντας ήταν γιος του Ιαπετού και της Ωκεανίδας Κλυμένης (ή της Ωκεανίδας Ασίας), αδελφός του Μενοίτιου, του Προμηθέα και του Επιμηθέα, σύζυγος της Εσπερίδας. Τιμωρήθηκε από τον Δία, όπως και οι άλλοι τρεις Ιαπετίδες αδελφοί του:

Κι ο Άτλας τον πλατύ ουρανό βαστά με το κεφάλι και τα χέρια του τ’ ακάματα

σε κρατερή ανάγκη υποταγμένος, στα πέρατα στέκοντας της γης,

μπροστά απ' τις Εσπερίδες τις γλυκόφωνες.

 

(Ησ. Θεογ. 507-519, μετ. Σ. Γκιργκένης)

 

Κατά τον Απολλόδωρο ο Άτλαντας δεν σήκωνε τον ουρανό στη Δύση, στην Εσπερία αλλά στη χώρα των Υπερβορείων. Εκεί πήγε και τον βρήκε ο Ηρακλής, ενώ νωρίτερα είχε περάσει από τον Καύκασο, το άλλο όριο του κόσμου, το ανατολικό. Εκεί, ο άλλος τιμωρημένος αδελφός, ο Προμηθέας, [Εικ. 486] από ευγνωμοσύνη στον ήρωα που τον απάλλαξε από τον αετό που του έτρωγε το συκώτι, του υπέδειξε να πείσει τον Άτλαντα να πάρει για λογαριασμό του τα μήλα των Εσπερίδων, λέγοντάς του ότι θα κρατούσε στη θέση του το στερέωμα του ουρανού όσο θα κρατούσε το εγχείρημά του. Και ο Άτλαντας πήγε στον κήπο των Εσπερίδων, έκοψε τρία μήλα και τα έφερε στον Ηρακλή. Όμως δεν ήθελε πια να κρατά τον ουρανό και σκόπευε να τον αφήσει στους ώμους του Ηρακλή. Αλλά εκείνος τον ξεγέλασε με τέχνασμα· του είπε να κρατήσει μόνο στιγμή τον ουρανό, ώστε να βάλει στο κεφάλι του μια κουλούρα ύφασμα για να τον σηκώνει πιο εύκολα. Ο Άτλαντας άφησε κάτω τα μήλα και παρέλαβε τον ουρανό· τότε ο Ηρακλής τα άρπαξε και έφυγε. Κάποιοι λένε ότι δεν τα πήρε από τον Άτλαντα, αλλά ότι ο ίδιος τα έκοψε, αφού πρώτα σκότωσε το φίδι που τα φύλαγε. [Εικ. 258 487 488 489 490 491 492 493 494 495 496 497 498 499 500 501] Περισσότερα για τον Άτλαντα, εδώέξω.

 

Ορθολογιστική προσέγγιση: Στη χώρα που είναι γνωστή με το όνομα Εσπερίτις, γράφει ο Διόδωρος, υπήρχαν δύο αδέλφια, ο Έσπερος και ο Άτλας. Είχαν πρόβατα που διακρίνονταν για την ομορφιά τους και είχαν ένα χρώμα ξανθό και χρυσαφί. Ο Έσπερος πάντρεψε την κόρη του Εσπερίδα με τον αδελφό του και από αυτή ονόμασε και τη χώρα τους. Ο Άτλας και η Εσπερίδα απέκτησαν επτά κόρες, τις Ατλαντίδες ή Εσπερίδες από το όνομα του πατέρα τους ή της μητέρας τους αντίστοιχα. Καθώς διακρίνονταν για την ομορφιά και τη σωφροσύνη τους, ο βασιλιάς της Αιγύπτου Βούσιρης θέλησε να τις υποτάξει· έστειλε λοιπόν πειρατές της θάλασσας για να τις αρπάξουν και να του τις παραδώσουν. Την ώρα λοιπόν που εκείνες έπαιζαν σε έναν κήπο, τις άρπαξαν, τις πήγαν στα πλοία και απέπλευσαν. Ο Ηρακλής τούς επιτέθηκε την ώρα που δειπνούσαν στην ακτή, τους σκότωσε και οδήγησε τις κοπέλες ξανά πίσω με ασφάλεια. Σε ανταπόδοση της ευεργεσίας ο Άτλαντας του παρέσχε την απαιτούμενη βοήθεια για την εκτέλεση του άθλου και του δίδαξε τη γνώση της αστρολογίας. Και επειδή ο Άτλας είχε ανακαλύψει τη σφαιρική φύση των άστρων, επικράτησε η αντίληψη ότι αυτός βαστάζει στους ώμους του τον κόσμο ολόκληρο. Αντίστοιχα και ο Ηρακλής, που δίδαξε στους Έλληνες τη θεωρία του σφαιρικού σύμπαντος, απέκτησε δόξα σαν να είχε αναλάβει αυτός το φορτίο του στερεώματος που βάσταζε ο Άτλας. Με αυτόν τον αινιγματικό τρόπο υποδήλωναν οι άνθρωποι αυτό που είχε συμβεί. (Διόδ. 27.5)

Ολοκλήρωση του άθλου

Το φίδι με τα εκατό κεφάλια, που φυλούσε τα μήλα των Εσπερίδων, ήταν ο Λάδωναςέξω, ο τελευταίος γόνος των ερωτικών ενώσεων της Κητώς με τον Φόρκη ή του Τυφώνα και της Έχιδνας ή της Γης — φίδι δεινό που στης γης της σκοτεινής τα βάθη, / στα μακρινά τα πέρατα, τα ολόχρυσα φυλάγει μήλα (Ησ., Θεογ. 333-335, μετ. Στ. Γκιργκένης). Υπάρχει όμως και η παραλλαγή σύμφωνα με την οποία δεν έφερε ο Άτλαντας τα μήλα στον Ηρακλή αλλά του έδειξε το δρόμο, για να τα πάρει μόνος του. Έτσι, ο Ηρακλής έφτασε στον κήπο κι εκεί έπρεπε να αντιμετωπίσει το φίδι που τα φυλούσε. Κι εδώ όμως υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη ο Ηρακλής σκότωσε το φίδι και πήρε τα μήλα και οι Εσπερίδες από τη θλίψη τους μεταμορφώθηκαν σε δένδρα, λεύκη, φτελιά και ιτιά. Σύμφωνα με τη δεύτερη, δε σκότωσε το φίδι, επειδή ήταν αθάνατο, αλλά απλώς το κοίμισε, κι έτσι πήρε τα μήλα και τα παρέδωσε στον Ευρυσθέα. [Εικ.  502 503 504 505 506 507 508 509 510 511 512 513 514 515 516 517 518 519 520 521 522 523 524 525 526 527] Κι εκείνος τα πήρε και τα δώρισε στον Ηρακλή· απ’ αυτόν πάλι τα πήρε η Αθηνά και τα έβαλε στη θέση τους· γιατί δεν ήταν σύμφωνο με τους θείους νόμους να βρίσκονται σε κάποιον άλλον τόπο. Και η Ήρα περιέλαβε τον δράκοντα στους αστερισμούς, αειφανής όπως ήταν και στη «ζωή» του, άγρυπνος. Γι’ αυτό και ο αστερισμός που βρίσκεται κάτω από τον Λάδωνα και πάνω από τη Λερναία Ύδρα και μοιάζει με μορφή γονατισμένη ταυτίστηκε από τον Ερατοσθένη με τον Ηρακλή που είχε επιφέρει τον θάνατό τους στα πλαίσια της επιτέλεσης των άθλων του. Και επειδή μοιάζει γονατισμένη αποκαλείται ὁ ἐν γόνασιι (Ίππαρχος, Πτολεμαίος), ἐν γούνασι (Εύδοξος), ὀκλάζων = ο γονατιστός (Άρατος).

 

Ορθολογιστικές ερμηνείες

Ο Διόδωρος παραδίδει την εκδοχή ότι οι Εσπερίδες είχαν κοπάδια πρόβατα εξαιρετικής ομορφιάς και ότι ονομάστηκαν χρυσά μῆλα (= πρόβατα) ποιητικά, για την ομορφιά τους, όπως η Αφροδίτη λεγόταν χρυσή για τον ίδιο λόγο. Άλλοι πάλι αποδίδουν την ονομασία αυτή στο ιδιότυπο χρώμα των προβάτων, παρόμοιο με το χρυσάφι. Φύλακας αυτών των κοπαδιών ήταν ένας Δράκος που διακρινόταν για τη σωματική του ρώμη και το θάρρος του, φύλαγε τα πρόβατα και σκότωνε τους θρασείς που επιχειρούσαν να τα κλέψουν. Αλλά γι’ αυτό το θέμα ας δεχτεί καθένας την εκδοχή που θεωρεί πιθανότερη (Διόδ. 26.2-3).

 

Ο Ιωάννης Πεδιάσιμος (1250-αρχές 14ου αιώνα) ή Πόθος ή Γαληνός, βυζαντινός πολυμαθής λόγιος (αστρονόμος, ποιητής, κληρικός, μαθηματικός, μουσικός, φυσικός φιλόσοφος...) που έζησε και δίδαξε σε Κωνσταντινούπολη, Οχρίδα, Θεσσαλονίκη, έδωσε μια φυσιοκρατική ερμηνεία του μύθου του Λάδωνα και των γονιών του· ότι η Κητώ είναι αναθυμιάσεις που ο αέρας στέλνει πολύ μακριά (στην Εσπερία), ο Φόρκυς είναι η περιφορά των υδάτων από την οποία, προς το τέλος του καλοκαιριού, δημιουργούνται νέφη (ο δράκων), που φτάνουν στα πιο βαθιά κοιλώματα της γης και κρύβουν τα λάμποντα και ορατά αστέρια (χρυσά μήλα των Εσπερίδων) (Ιωάννης Γαληνός, Εις την Ησιόδου Θεογονίαν αλληγορίαι, 321-322).

 

Ο Κέρβερος

Δεύτερο γέννησε [η Έχιδνα] τον ακαταμάχητο, τον ακατανόμαστο, τον σαρκοβόρο Κέρβερο, τον σκύλο του Άδη τον χαλκόφωνο, με τα πενήντα κεφάλια, ανήλεο και κρατερό. (Ησ., Θεογ. 310-311)

 

Για τελευταίο άθλο ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του φέρει τον σκύλο του Άδη Κέρβερο.

Ο σκύλος του Άδη Κέρβερος θεωρείται γιος της Έχιδνας και του Τυφώνα, αδελφός του τερατόμορφου σκύλου Όρθρου, της Λερναίας Ύδρας, του Λιονταριού της Νεμέας. Είχε τρία σκυλίσια κεφάλια —ο Ευριπίδης τον αποκαλεί τρισώματον και τρίκρανον—, ή πενήντα, ή εκατό, τα τρία μπροστά ήταν σκυλίσια, τα υπόλοιπα στη ράχη του διαφόρων ζώων, η ουρά ήταν φαρμακερού φιδιού. Αλυσοδεμένος στην είσοδο του Κάτω Κόσμου, έτρωγε ωμό κρέας, τρομοκρατούσε τις ψυχές κατά την είσοδό τους και απαγόρευε την είσοδο σε οποιοδήποτε ζωντανό,47 κυρίως όμως την έξοδο στον πάνω κόσμο. [Εικ. 528 529 ] Μόνο ο Ορφέας τον μάγεψε με τη μουσική του, όταν κατέβηκε στον κάτω κόσμο αναζητώντας τη γυναίκα του Ευρυδίκη. [Εικ. 530 531] Αυτόν, λοιπόν, τον σκύλο ζήτησε ο Ευρυσθέας να του φέρει ο Ηρακλής μέσα στα πλαίσια της δουλικής υπηρεσίας απέναντί του για τον ακούσιο φόνο των παιδιών που είχε αποκτήσει από τη Μεγάρα. [Εικ.  532 533 534 535 536]

Ο Ηρακλής, πριν αναχωρήσει για το ακρωτήριο Ταίναρο της Λακωνίας (κατά άλλους για την Ηράκλεια του Πόντου), όπου βρισκόταν το στόμιο που οδηγεί στον Άδη, πήγε στην Ελευσίνα, για να εξαγνιστεί από τον φόνο των Κενταύρων και μετά να μυηθεί στα μυστήρια που δίδασκαν τους τρόπους να φτάσει κανείς με ασφάλεια στον Κάτω Κόσμο μετά τον θάνατό του. Καθαρμένος και μυημένος άρχισε την κατάβαση στον Κάτω Κόσμο. Με εντολή του Δία τού παραστέκονταν ο Ερμής και η Αθηνά. Ο Ηρακλής συνάντησε διάφορους νεκρούς που στο πέρασμά του εξαφανίζονταν, εκτός από τη Γοργόνα Μέδουσαέξω και τον Μελέαγρο. Τράβηξε το σπαθί του εναντίον της Μέδουσας και θέλησε να τοξεύσει τον Μελέαγρο. Για την πρώτη ο Ερμής τον προειδοποίησε ότι επρόκειτο απλώς για σκιά. Ο δεύτερος τον πλησίασε και με τη συγκινητική του ιστορία για τη ζωή και τον θάνατό του αφόπλισε τον Ηρακλή που δάκρυσε. Τότε ήταν που του υποσχέθηκε ότι θα παντρευόταν μια αδελφή του, αν υπήρχε καμία ζωντανή. Έτσι δεσμεύτηκε να παντρευτεί τη Δηιάνειρα. Στη σκοτεινιά του Κάτω Κόσμου συνάντησε και τους ζωντανούς αιχμάλωτους Θησέα [Εικ. 537] και Πειρίθοο και τον μαρτυριάρη Ασκάλαφοέξω που τον απάλλαξε από το μαρτύριο που του είχε επιβάλει η Δήμητρα για τιμωρία, να είναι δηλαδή φυλακισμένος κάτω από έναν πελώριο βράχο, κυλώντας τον πέρα (Απολλόδ. 1.5.3). Συνάντησε και τον βοσκό των κοπαδιών του Κάτω Κόσμου Μενοίτη που θα τον σκότωνε αν δεν μεσολαβούσε η Περσεφόνη. Και θα τον σκότωνε, γιατί ο Μενοίτης προσπάθησε να τον εμποδίσει από το να σφάξει μερικά ζώα από τα κοπάδια του Άδη, για να δώσει λίγη ζωή στους νεκρούς με το αίμα που θα χυνόταν και θα έπιναν οι νεκροί — όπως είχε κάνει ο Οδυσσέας (Οδ. λ-Νέκυια). Ο Μενοίτης τη γλύτωσε με σπασμένα αρκετά από τα πλευρά του.

Όταν έφτασε μπροστά στον Πλούτωνα, του ζήτησε τον Κέρβερο, κι εκείνος του επέτρεψε να τον πάρει, με την προϋπόθεση να τον δαμάσει χωρίς να χρησιμοποιήσει ασπίδα ή σιδερένια όπλα, φορώντας μόνο τον θώρακα και τη λεοντή του. Ο ήρωας βρήκε τον Κέρβερο στις πύλες του Αχέρονταέξω και, προφυλαγμένος καλά από τον θώρακά του και τυλιγμένος καλά με τη λεοντή σαν ασπίδα, τύλιξε τα μπράτσα του γύρω από το κεφάλι του σκύλου και δεν σταμάτησε να το κρατά και να το σφίγγει, μέχρι που κατέβαλε τον σκύλο, αν και δεχόταν φοβερές τσιμπιές από το φίδι που βρισκόταν στην ουρά του Κέρβερου, σαν σκορπιός. Αφού, λοιπόν, τον έπιασε, κουβάλησε το λάφυρό του επιχειρώντας, με τη βοήθεια της Αθηνάς, την ανάβαση από την Τροιζήνα ή από το ιερό του Κλύμενου στην Ερμιόνη της Αργολίδας ή στο Λαφύστιο όρος της Βοιωτίας ή από ένα στόμιο στη χερσόνησο Αχερουσιάδα στην Ποντική Ηράκλεια. Και καθώς ο Κέρβερος ήταν συνηθισμένος μόνο στα σκοτάδια, μόλις βγήκαν έξω, θαμπώθηκε από τον ήλιο και έβγαλε από το στόμα του χολή που έπεσε στη γη· σ’ εκείνο το σημείο φύτρωσε το δηλητηριώδες φυτό ακόνιτο. Επιπλέον, στην Ολυμπία έλεγαν πως ο Ηρακλής έφερε από τον Άδη την άσπρη λεύκα, το μοναδικό ξύλο που επιτρεπόταν στις θυσίες για τον Δία. [Εικ. 258, 537 538 539 540 541 542 543 544 545 546 547 548 549 550 551 552 553 554 555 556 557 558 559 560 561]

Μέχρι τις Μυκήνες, απ’ όπου περνούσε ο Ηρακλής με τον Κέρβερο, γυναίκες και παιδιά τρόμαζαν από το τέρας με τα μάτια που πετούσαν αστραπές. Τόσο τρόμαξε και ο Ευρυσθέας στη θέα του σκύλου που κρύφτηκε μέσα στο χάλκινο πιθάρι που το είχε για καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου — εκεί κατέφυγε και όταν ο Ηρακλής τού έφερε τον Ερυμάνθιο κάπρο. [Εικ.  562 563] Και είτε ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να επιστρέψει τον Κέρβερο πίσω στον Άδη είτε το αποφάσισε μόνος του ο ήρωας, γιατί δεν ήξερε τι να τον κάνει. Άλλοι λένε ότι ελευθέρωσε τον Κέρβερο στην πηγή Κυνάδρα, στον δρόμο από το Ηραίο προς τις Μυκήνες, και μόνος του ο Σκύλος του Άδη κατέβηκε στον τόπο του. Από τότε η πηγή ονομάστηκε ὕδωρ ἐλευθέριον απ’ όπου έπιναν οι δούλοι που απελευθερώνονταν (Ησύχιος). Και ο Παυσανίας (2.17.1): Μυκηνῶν δὲ ἐν ἀριστερᾷ πέντε ἀπέχει καὶ δέκα στάδια τὸ Ἡραῖον. ῥεῖ δὲ κατὰ τὴν ὁδὸν ὕδωρ Ἐλευθέριον καλούμενον: χρῶνται δὲ αὐτῷ πρὸς καθάρσια αἱ περὶ τὸ ἱερὸν καὶ τῶν θυσιῶν ἐς τὰς ἀποῤῥήτους [Ύστερα από δεκαπέντε στάδια, αριστερά από τις Μυκήνες, βλέπει κανείς το Ηραίοέξω. Δίπλα στον δρόμο κυλά μικρό ποτάμι που λέγεται Ελευθέριο. Οι ιέρειες χρησιμοποιούν τα νερά του για καθαρμούς και για τις θυσίες που είναι απόρρητες].

Αυτός ήταν ο ένατος άθλος του Ηρακλή και αναφέρεται ήδη στον Όμηρο (Ιλ. Θ 366 κ.ε., Οδ. λ 623 κ.ε.).

Μια πιο ορθολογιστική ερμηνεία θέλει τον Κέρβερο πραγματικό σκύλο που μαζί με τον άλλο σκύλο, τον Όρθρο φύλαγαν τα κοπάδια του Γηρυόνη. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Όρθρο και παρέδωσε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα. Του τον ζήτησε ένας γείτονάς του, ο Μολοττός, αλλά ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να του τον δώσει. Γι’ αυτό και εκείνος έβαλε τους βοσκούς του να τον κλέψουν και να τον κλείσουν σε σπηλιά του βουνού στο Ταίναρο μαζί με σκύλες θηλυκές για να αναπαραχθεί. Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του βρει τον πολύτιμο σκύλο. Εκείνος περιπλανήθηκε σε όλη την Πελοπόννησο μέχρι που τον βρήκε, κατέβηκε στο σπήλαιο και μετά ανέβηκε μαζί με τον Κέρβερο και τον παρέδωσε στον κύριό του — ἔλεγον οὖν οἱ ἄνθρωποι "διὰ τοῦ ἄντρου καταβὰς εἰς Ἅιδου Ἡρακλῆς ἀνήγαγε τὸν κύνα" (Παλαίφατος 39).

Ο Παυσανίας, μεταφέροντας και απόψεις άλλων, δίνει επίσης ορθολογιστική ερμηνεία στον μύθο αλλά διαφορετική: Σε κάποια ελληνικά ποιήματα αναφέρεται ότι ο Ηρακλής έβγαλε σε αυτό το μέρος [Ταίναρο] στην επιφάνεια τον σκύλο του Άδη, αν και δεν υπάρχει στη σπηλιά ούτε πέρασμα που να οδηγεί κάτω από το έδαφος, ούτε είναι εύκολο να πεισθεί κανείς πως υπάρχει κάποιος υποχθόνιος χώρος, όπου συγκεντρώνονται οι ψυχές. Όμως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος βρήκε μια λογικοφανή ερμηνεία διατεινόμενος πως υπήρχε στο Ταίναρο ένα φοβερό φίδι που είχε ονομασθεί Σκύλος του Άδη, γιατί όποιον δάγκωνε πέθαινε κεραυνοβόλα από το δηλητήριο. Λέει πως αυτό το φίδι έφερε στον Ευρυσθέα ο Ηρακλής. Ο Όμηρος, ο οποίος ονόμασε πρώτος Σκύλο του Άδη το πλάσμα που έφερε ο Ηρακλής, ούτε ιδιαίτερο όνομα του έδωσε ούτε το παρουσίασε σαν πολλαπλό ον, όπως η Χίμαιρα. Κέρβερο τον ονόμασαν οι μεταγενέστεροι και, ενώ κατά τα άλλα το παρουσίασαν σαν σκύλο, είπαν πως ήταν τρικέφαλος. Ο Όμηρος δεν το προσδιόρισε σαν σκύλο, τον σύντροφο του ανθρώπου, αλλά θα μπορούσε να είναι και φίδι που το ονόμασε απλώς Σκύλο του Άδη. (Παυσ. 3.25.5-6)

Συναντήσεις στον Κάτω Κόσμο

Όταν ο Ηρακλής έφτασε κοντά στις πύλες του Άδη, βρήκε τον Θησέα και τον Πειρίθοο που ζωντανοί είχαν κατεβεί στον Κάτω Κόσμο. Και τούτο έγινε γιατί οι δυο φίλοι είχαν ορκιστεί να δώσουν ο ένας στον άλλο για γυναίκα του μια κόρη του Δία. Έτσι, ο Πειρίθοος βοήθησε τον Θησέα να απαγάγει τη δωδεκαετή Ελένη και σε ανταπόδοση ο Θησέας συνόδευσε τον φίλο του στο σπίτι της κόρης που είχε ποθήσει — την Περσεφόνη, κόρη του Δία και της Δήμητρας, βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Όμως μόλις κατέβηκαν, βρέθηκαν δεμένοι χωρίς ελπίδα καμιά να σωθούν κάποτε. Μόλις, λοιπόν, αναπάντεχα αντίκρισαν τον ζωντανό Ηρακλή, άνοιξαν τα χέρια τους, για να τους σηκώσει με τη δύναμή του. Και αυτός, πιάνοντας τον Θησέα από το χέρι, τον σήκωσε, όταν όμως θέλησε να σηκώσει τον Πειρίθοο, σείστηκε η γη και τον άφησε. Κύλησε πέρα και τον βράχο του μαρτυριάρη Ασκάλαφουέξω, που η Δήμητρα του είχε βάλει επάνω του για τιμωρία. (Απολλόδ. 2.5.12 και 1.5.3)

 

Β. ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ

 

Ο Ηρακλής στο συμπόσιο του Εύρυτου. Ο Ηρακλής στο συμπόσιο του Εύρυτου. Απόλλωνας και Άλκηστη. Απόλλωνας και Άλκηστη. Άδμητος και Άλκηστη. Άδμητος και Άλκηστη. Ο Άδμητος και ο πατέρας του (;) κάθονται λυπημένοι, ενώ πετά η ψυχή της Άλκηστης. Θάνατος της Άλκηστης. Η Άλκηστη ανάμεσα στον Θάνατο και στον Ερμή. Ο αποχαιρετισμός του Άδμητου και της Άλκηστης με την Εστία. Πλύσιμο των ποδιών. Η Άλκηστη προετοιμάζεται να πεθάνει. Ο θάνατος της Άλκηστης ή Ο ηρωισμός της συζυγικής αγάπης. Θάνατος της Άλκηστης. Ο Άδμητος θρηνεί το θάνατο της Άλκηστης. Ο Ερμής και ο Ηρακλής μεταφέρουν την Άλκηστη από τον Άδη. Ο Ηρακλής, η Άλκηστη και ο Ερμής. Ο Ηρακλής σώζει την Άλκηστη από τον θάνατο. Ο Ηρακλής φέρνει πίσω την Άλκηστη από τον Κάτω Κόσμο. Ο Ηρακλής παλεύει με τον θάνατο για το σώμα της Άλκηστης. Ο Ηρακλής αποδίδει την Άλκηστη στον σύζυγό της. Ο Ηρακλής σκοτώνει τον Ίφιτο. Ο Ηρακλής μάχεται με τους γιους του Εύρυτου. Διαμάχη του Ηρακλή με τον Απόλλωνα για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Ο Απόλλωνας και ο δελφικός τρίποδας. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα. Διαμάχη Απόλλωνα και Ηρακλή για τον δελφικό τρίποδα.

Η δεύτερη φάση της ζωής του Ηρακλή παρουσιάζει διαφορές από συγγραφέα σε συγγραφέα. Άλλοι θεωρούν ότι ο Ηρακλής παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα και αργότερα είδε την Ιόλη, κόρη του βασιλιά της Οιχαλίας Εύρυτου και θέλησε να την αποκτήσει, άλλοι πάλι, για παράδειγμα ο Απολλόδωρος, αναφέρει ότι πρώτη προτεραιότητα του Ηρακλή ήταν η Ιόλη, δεν μπόρεσε να την αποκτήσει, μπλέχτηκε σε μια σειρά περιπετειών, παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα, απέκτησε μαζί της παιδιά και μετά ένιωσε πόθο για την Ιόλη, κάτι που οδήγησε και τους δυο συζύγους, τον Ηρακλή και τη Δηιάνειρα, στον θάνατο. Εμείς θα παραθέσουμε την εκδοχή του Απολλόδωρου, ακολουθώντας το κείμενό του και δίνοντας εμβόλιμα περισσότερες πληροφορίες.

Αγώνας τοξοβολίας στην Οιχαλία για μια γυναίκα

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Απολλόδωρο (2.6), ο Ηρακλής, αφού πραγματοποίησε τους άθλους του, πήγε στη Θήβα, όπου έδωσε τη Μεγάρα στον ανεψιό του Ιόλαο, γιατί, σύμφωνα με τον Διόδωρο (31.1), φοβόταν να τεκνοποιήσει μαζί της εξαιτίας της συμφοράς που τους βρήκε όταν σε κατάσταση μανίας σκότωσε τα παιδιά τους. Ζητούσε, λοιπόν, μια γυναίκα με την οποία θα μπορούσε να κάνει μαζί της παιδιά χωρίς να φοβάται. Τότε ήταν που πληροφορήθηκε ότι ο Εύρυτος, βασιλιάς της Οιχαλίας στην Εύβοια, είχε ορίσει ως έπαθλο την κόρη του Ιόλη γι’ αυτόν που θα νικούσε τον ίδιο και τα παιδιά του σε αγώνα τόξου. Ο ήρωας έφτασε στην Οιχαλία, πήρε μέρος στον αγώνα τοξοβολίας και αποδείχθηκε καλύτερος από αυτούς. Και ενώ η νίκη του, σύμφωνα με την εικαστική παράδοση,48 γιορτάστηκε με ένα συμπόσιο, ο γάμος δεν έγινε, επειδή ο Εύρυτος και οι γιοι του, εκτός από τον μεγαλύτερο, τον Ίφιτο, αρνούνταν από φόβο μήπως ο Ηρακλής σκοτώσει τα παιδιά που θα αποκτούσαν όπως είχε κάνει και με τα παιδιά του από τη Μεγάρα. [Εικ. 564 565]

Η σωτηρία της Άλκηστης

Όταν ο Άδμητος, ο γιος του Κρηθέα, βασίλευε στις Φερές, ο Απόλλωνας μπήκε στη δούλεψή του, ακριβώς την εποχή που εκείνος επιδίωκε να παντρευτεί την κόρη του Πελία Άλκηστη. Και τα κατάφερε χάρη στη βοήθεια του θεού. Τελώντας, όμως, τις γαμήλιες θυσίες, λησμόνησε να θυσιάσει και προς τιμή της Άρτεμης· γι’ αυτό, μόλις άνοιξε τον νυφικό θάλαμο, τον βρήκε γεμάτο από κουλουριασμένα φίδια. Τότε ο Απόλλωνας του είπε να εξευμενίσουν τη θεά και ζήτησε από τις Μοίρες, όταν πλησιάζει η ώρα ο Άδμητος να πεθάνει, να γλιτώσει τον θάνατο, αν κάποιος επιλέξει με τη θέλησή του να πεθάνει αντί γι’ αυτόν. Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα του να πεθάνει, και καθώς ούτε ο πατέρας του ούτε η μητέρα του ήθελαν να προσφέρουν τη ζωή τους για χάρη του, στη θέση του πέθανε η Άλκηστη. Την έστειλε, όμως, πάλι πίσω η Κόρη ή, όπως λένε μερικοί, την έφερε πάλι πίσω σ’ αυτόν ο Ηρακλής είτε γιατί λυπήθηκε τον Άδμητο που έλιωνε από τη θλίψη του, οπότε κατέβηκε στον Άδη και την έφερε πίσω· είτε πάλεψε με τον ίδιο τον Θάνατο και κατάφερε να την κρατήσει. Αυτό το τελευταίο επεισόδιο έγινε ως εξής, σύμφωνα με τον Ευριπίδη: Ο Ηρακλής έφτασε στο παλάτι την ώρα που όλοι θρηνούσαν τη νεκρή βασίλισσα. Ο βασιλιάς, θέλοντας να κρατήσει τους νόμους της φιλοξενίας, ζήτησε από τους υπηρέτες του να μην πουν τίποτε στον ξένο και να τον περιποιηθούν. Αυτός, τρώγοντας και πίνοντας, έκανε παράταιρη φασαρία και προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των δούλων που αγαπούσαν τη βασίλισσά τους. (Ευρ., Άλκ. 747-772) Όταν ο Ηρακλής κατάλαβε τι συνέβαινε στο παλάτι, πάλεψε με τον Θάνατο και έσωσε την Άλκηστη. (Ευρ., Άλκ. 840-860) [Εικ.  566 567 568 569 570 571 572 573 574 575 576 577 578 579 580 581 582 583]

Ο φόνος του αδελφού της νύφης.
Αγώνας για τον καθαρμό
(Πύλος, Αμύκλες, Δελφοί – Νηλέας, Δηίφοβος, Απόλλωνας)

 Μετά από λίγο καιρό, όταν κλάπηκαν μερικά βόδια στην Εύβοια από τον Αυτόλυκο, ο Εύρυτος υποψιάστηκε τον Ηρακλή· ο Ίφιτος όμως δεν το πίστεψε και πήγε στον Ηρακλή, τον οποίο συνάντησε κατά την επιστροφή του από τις Φερές, αφού είχε σώσει την Άλκηστη που είχε πεθάνει στη θέση του Άδμητου, και του ζήτησε να ψάξουν μαζί για τα βόδια. Και ο Ηρακλής το υποσχέθηκε και τον φιλοξένησε· επειδή όμως καταλήφθηκε πάλι από μανία, τον έριξε από τα τείχη της Τίρυνθας.49 [Εικ. 584 585] Και επειδή ήθελε να εξαγνιστεί από τον φόνο, πήγε στον Νηλέα, τον βασιλιά της Πύλου, φίλο του Εύρυτου. Αυτός ακριβώς λόγω της φιλίας του με τον βασιλιά της Οιχαλίας, αρνήθηκε να αναλάβει τον καθαρμό του Ηρακλή και τον έδιωξε. Κι εκείνος κατέφυγε στις Αμύκλες, όπου εξαγνίστηκε από τον Δηίφοβο, τον γιο του Ιππόλυτου. Όμως ο καθαρμός αυτός δεν τον απάλλαξε από τον φόνο του υποστηρικτή και φίλου του Ίφιτου, μάλιστα καταλήφθηκε από φοβερή αρρώστια. Έτσι, πήγε στους Δελφούς προκειμένου να ζητήσει χρησμό πώς θα μπορούσε να απαλλαχτεί από τη νόσο. Και επειδή η Πυθία δεν του έδινε χρησμό, ο Ηρακλής, που σε κανονικές συνθήκες τιμούσε τον αδελφό του τον Απόλλωνα, εκτελούσε τις εντολές του και σεβόταν το μαντείο του, θέλησε να λαφυραγωγήσει τον ναό, να αρπάξει τον ιερό τρίποδα και να φτιάξει δικό του μαντείο στη Φενεό της Αρκαδίας. Εκεί τον περίμενε ο Απόλλωνας, και καθώς τα δύο αδέλφια από τον ίδιο θεϊκό πατέρα μονομαχούσαν μεταξύ τους,50 ο Δίας έριξε ανάμεσά τους κεραυνό, όπως είχε κάνει και στη διαμάχη του Ηρακλή με τον Κύκνο. [Εικ.  586 587 588 590 591 592 593 594 595 596 597 598 599 600 601 602 603 604] Έτσι σταμάτησαν την αμάχη μεταξύ τους και ο Ηρακλής πήρε τον χρησμό που ήθελε, σύμφωνα με τον οποίο θα απαλλασσόταν από τη νόσο, αν τον πωλούσαν δούλο και υπηρετούσε δουλικά για τρία χρόνια, όπως είχε υπηρετήσει τον Ευρυσθέα. Το αντίτιμο από την πώλησή του έπρεπε να δοθεί στον Εύρυτο ως ικανοποίηση για τον φόνο του Ίφιτου — ο βασιλιάς πατέρας είχε ζητήσει τριάντα τάλαντα. Όταν όμως πήγαν στον Εύρυτο τα χρήματα, εκείνος δεν τα δέχτηκε. Την πώληση ανέλαβε ο Ερμής· τον αγόρασε η Ομφάλη, κόρη του Ιάρδανου και βασίλισσα των Λυδών, που τότε λέγονταν Μαίονες, στην οποία άφησε την εξουσία, πεθαίνοντας, ο άνδρας της, ο Τμώλος· σύμφωνα με άλλους μυθογράφους η Ομφάλη ήταν ανύπαντρη.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Ηρακλής πουλήθηκε ως δούλος στον Συλέα για να εξιλεωθεί για τον φόνο του Ίφιτου και όχι στην Ομφάλη..

Υπηρετώντας την Ομφάλη

Ομφάλη Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη Ομφάλη Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ο Ηρακλής με λεοντοκεφαλή και μπούστο της Ομφάλης. Ηρακλής και Ομφάλη με Έρωτα. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ηρακλής και Ομφάλη. Ο Ηρακλής μεταφέρει τους Κέρκωπες. Ο Ηρακλής μεταφέρει τους Κέρκωπες. Ο Ηρακλής μεταφέρει τους Κέρκωπες. Ο Κάνδαυλος και ο Άτλαντας μεταμορφώνονται σε πιθήκους. Ο Κάνδαυλος και ο Άτλαντας μεταμορφώνονται σε πιθήκους. Ο Ηρακλής σκοτώνει τον Συλέα. Ο Ηρακλής σκοτώνει τον Συλέα.

Την περίοδο που ο Ηρακλής υπηρετούσε την Ομφάλη, συχνά οι δυο τους άλλαζαν τα ρούχα τους, εκείνη φορούσε τη λεοντή και κρατούσε το ρόπαλο, εκείνος πάλι ντυνόταν με γυναικεία ρούχα (η ανταλλαγή αυτή έχει τις ρίζες της σε παλιές λατρείες σχετικές με την ευγονία). Και λεγόταν ότι, όταν η Ομφάλη έμαθε την καταγωγή και την ταυτότητά του, ενθουσιασμένη μαζί του και γιατί απάλλαξε τη χώρα της από κακοποιά στοιχεία και από γείτονες λαούς που συχνά έκαναν επιθέσεις και λεηλατούσαν τη Λυδία, τον παντρεύτηκε και έκαναν μαζί έναν γιο, τον Λάμο. Αλλά βέβαια, στα τρία χρόνια της υπηρεσίας του ο Ηρακλής δεν περιορίστηκε μόνο σε ερωτικές περιπτύξεις με τη βασίλισσα ή και με άλλες γυναίκες , από κάποιες από τις οποίες απέκτησε και παιδιά, λ.χ. τον Κλεόδαιο από μια δούλη. Το βιογραφικό του Ηρακλή την περίοδο αυτή εμπλουτίζεται και με άλλα κατορθώματα. [Εικ. 605 606 607 608 609 610 611 612 613 614 615 616 617 618 619 620 621 622 623 624 625 626 627 628 629 630 631 632 633 634 635 636 637 638 639 640 641 642 643 644 645 646 647 648 649 650 651 652 653 654 655 656 657 658 659]

Η σύλληψη των Κερκώπων

Οι Κέρκωπες ήταν τα αδέλφια Ευρύβατος ή Ευρυβάτης ή Ώλος, Φρυνώνδας ή Σίλλος, Τριβαλός ή Πάσσαλος, Άκμων (παλούκι και αμόνι) ή Κάνδαυλος και Άτλαντας. Ήταν γιοι του Ωκεανού και της κόρης του Ουρανού Θείας, ή της ηρωίδας Μεμνονίδας ή της Λίμνης ή της Κερκώπης. Κατάγονταν από την Οιχαλία (σύμφωνα με το ποίημα Κέρκωπες που αποδίδεται στον Όμηρο) αλλά ζούσαν συνήθως στη Βοιωτία —οι Θερμοπύλες ονομάζονταν ἕδραι Κερκώπων (Ηρόδ. 7.216)— ή στην Έφεσο. Ήταν μεγαλόσωμοι και δυνατοί, εξαπατούσαν, έκλεβαν, λήστευαν τους ταξιδιώτες και μετά τους σκότωναν. Και αυτούς τους εξουδετέρωσε ο Ηρακλής. Αυτό έγινε με τον εξής κωμικό τρόπο: Την περίοδο που ο Ηρακλής ήταν στην υπηρεσία της βασίλισσας της Λυδίας Ομφάλης, έτυχε να περνά από τα μέρη τους. Κουρασμένος, ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο στην άκρη του δρόμου, όπου και τον βρήκαν τα δυο αδέλφια να κοιμάται. Θέλοντας να τον γυμνώσουν από τα περίφημα όπλα του, που ο ήρωας είχε ακουμπήσει στο πλάι του, έσκυψαν από πάνω του. Όμως ο Ηρακλής ξύπνησε, τους έπιασε και τους έδεσε από τα πόδια· στη συνέχεια τους κρέμασε με το κεφάλι προς κάτω σ’ ένα μακρύ ξύλο που το φορτώθηκε στους ώμους του — όπως ακριβώς συνηθιζόταν με τα ζώα που οι άνθρωποι μετέφεραν στην αγορά, για να τα πουλήσουν. Βλέποντας αυτοί τα τριχωτά οπίσθια του Ηρακλή κατάλαβαν την προειδοποίηση της μητέρας τους Θείας να φυλάγονται από τον Μελάμπυγο, από αυτόν δηλαδή που έχει μαύρα οπίσθια. Τα έξυπνα και νόστιμα αστεία των δύο μεγαλόσωμων αδελφών έκαναν τον ήρωα να γελάσει τόσο πολύ που αποφάσισε να δεχτεί το αίτημά τους και να τους αφήσει ελεύθερους. Κατά άλλους, ο Ηρακλής σκότωσε τους Κερκωπίδες, που ήταν περισσότεροι από δύο· άλλους τους συνέλαβε και τους οδήγησε αλυσοδεμένους στην Ομφάλη. Όπως και να έχει, οι δύο Κερκωπίδες ή οι άλλοι που επέζησαν συνέχισαν να εξαπατούν τους ανθρώπους. Οργισμένος ο Δίας από τη διαγωγή τους, τους μεταμόρφωσε σε πέτρες και τους τοποθέτησε σαν νησάκια στον κόλπο της Νάπολης· ή σε πιθήκους —εξάλλου, το όνομά τους σημαίνει μικρή ουρά— και τους μετάφερε στα δύο νησιά, όσα και τα αδέλφια, που κλείνουν τον κόλπο της Νάπολης. Από αυτούς ονομάστηκαν Πιθηκοῦσαι, δηλαδή νησιά των πιθήκων. [Εικ.  660 661 662 663 664]

Τα «κατορθώματα» των Κερκώπων και το επεισόδιο με τον Ηρακλή αποτελούν το θέμα κωμωδιών διαφόρων ποιητών, του Εύβουλου, του Έρμιππου, του Πλάτωνα. Το όνομά τους έγινε συνώνυμο του απατεώνα (κερκωπίζειν), ενώ στην Αθήνα Κέρκωπες ή Κερκώπων ἀγορά αποκαλούνταν η αγορά των πανούργων (Διογ. Λ., 9.114· Ευστάθ. 1430.25).51

 

Ο φόνος του Λιτυέρση

Ο Λιτυέρσης ή Λιτυέρσας ήταν, σύμφωνα με μια παλιά εκδοχή (αρχαιότερη της συνάντησής του με τον Ηρακλή) νόθος γιος του βασιλιά Μίδα, βασιλιάς των Κελαινών και εξαιρετικός θεριστής. Υποχρέωνε όσους περνούσαν από τη χώρα του να θερίζουν ή να παίρνουν μέρος σε διαγωνισμό θερισμού μαζί του. Τους νικούσε και ύστερα τους αποκεφάλιζε και φύλαγε τα ακέφαλα σώματα σε δέσμη από στάχυα. Ο Ηρακλής, τα χρόνια που υπηρετούσε την Ομφάλη, πέρασε από τη χώρα του Λιτυέρση, σύμφωνα με μια εκδοχή για να ελευθερώσει τον Δάφνη, έναν ποιμένα που κρατούσαν εκεί ως δούλο. Εκεί δέχθηκε την πρόκληση/πρόσκληση του διαγωνισμού, νίκησε τον Λιτυέρση και του έκοψε το κεφάλι, αφού πρώτα τον αποκοίμισε με κάποιο τραγούδι. Άλλοι παραδίδουν ότι ο Ηρακλής πέταξε τον Λιτυέρση στον ποταμό Μαίανδρο, κάτι που θυμίζει ένα έθιμο σύμφωνα με το οποίο πετιόντουσαν μέσα στο νερό τα τελευταία δεμάτια από στάχυα, που έχουν σχήμα ανθρώπινου σώματος. Όπως και να έχει, οι θεριστές της Φρυγίας συνήθιζαν από τότε να τραγουδούν στην εργασία τους ένα τραγούδι στο οποίο εξυμνούσαν τη θεριστική δεινότητα του Λιτυέρση.

Ο φόνος του Συλέα

Ο Συλέας ήταν αμπελουργός που ζούσε στην Αυλίδα της Βοιωτίας ή στην περιοχή των Θερμοπυλών ή του Πηλίου στη Θεσσαλία ή στη Λυδία. Αυτός εξανάγκαζε τους περαστικούς να σκάβουν τα αμπέλια του και ύστερα τους σκότωνε. Ο Ηρακλής μπήκε στην υπηρεσία του Συλέα, όμως δεν έσκαψε τα χωράφια, μόνο τα κατέσκαψε, ξερίζωσε τα αμπέλια, τα έκαψε σύρριζα και ύστερα σκότωσε τον πονηρό αμπελουργό χτυπώντας τον με την τσάπα ή την αξίνα του. Μαζί σκότωσε και την κόρη του Συλέα Ξενοδόκη.

Άλλη παράδοση θέλει τον Συλέα γιο του Ποσειδώνα και αδελφό του Δικαίου, με κυριότερο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του την ιδιότητα του ονόματός του (συλάω και συλεύω = λαφυραγωγώ, αφαιρώ, αποστερώ, απογυμνώνω, εξαπατώ με τεχνάσματα) —ήταν δηλαδή το ακριβώς αντίθετο του δίκαιου αδελφού του. Τα δυο αδέλφα ζούσαν στο Πήλιο. Όταν ο Ηρακλής σκότωσε τον Συλέα, πήγε στον Δίκαιο, όπου γνώρισε την κόρη του Συλέα —σε αυτή την εκδοχή δεν ονομάζεται—, την οποία είχε αναθρέψει ο θείος της και με την οποία πλάγιασε ο ήρωας τιμωρός του πατέρα της. Όμως ο Ηρακλής έφυγε, και παρόλο που της υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε, εκείνη πέθανε από τη θλίψη της για την απουσία του αγαπημένου της. Κι εκείνος, που γύρισε αμέσως μετά την κηδεία της, θέλησε να πέσει στην πυρά της και να καλεί μαζί της, όμως οι παριστάμενοι τον εμπόδισαν, τον παρηγόρησαν και ανήγειραν αντί για μνήμα της κόρης ένα ιερό του Ηρακλή.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Ηρακλής πουλήθηκε ως δούλος στον Συλέα για να εξιλεωθεί για τον φόνο του Ίφιτου και όχι στην Ομφάλη.

Η πρωιμότερη φιλολογική μαρτυρία της πρώτης εκδοχής του μύθου, μεταγενέστερη όμως της εικονογραφικής, κυρίως ή μόνο της αττικής αγγειογραφίας, είναι τα αποσπάσματα από το ομώνυμο σατυρικό δράμα του Ευριπίδη, όπου ο Ηρακλής εμφανίζεται να καταστρέφει την πόρτα του σπιτιού του Συλέα. Στην εικαστική απόδοση του θέματος σε ερυθρόμορφο αμφορέα του ζωγράφου του Οιονοκλή (475-450 π.Χ.) ο Ηρακλής καταστρέφει με πέλεκυ μια κολόνα του σπιτιού (Λούβρο, G 210), ενώ σε ερυθρόμορφη στάμνο (490-460 π.Χ.), με αξίνα στο χέρι, αντιμετωπίζει μάλλον ήρεμα τον Συλέα παρουσία της Αθηνάς· ανάμεσα στους δύο άνδρες προβάλλουν τα αμπέλια (Κοπεγχάγη, Nationalmuseet, 3239). [Εικ.  665