Αρχαία ελληνική μυθολογία

Μειξογενείς θνητές οντότητες – Τέρατα – Αυτόματα

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ (Κύκλωπας)


Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του τυφλώνουν τον Πολύφημο. Θραύσμα κρατήρα, περίπου 700 π.Χ.



 

11 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44

Μία φορά συναντάμε τον αγροίκο ανθρωποφάγο κύκλωπα Πολύφημο στην Οδύσσεια (βλ. Κύκλωπες) και μία ερωτευμένο με τη Νηρηίδα Γαλάτεια στα Ειδύλλια του ποιητή της ελληνιστικής περιόδου Θεόκριτου και στις Μεταμορφώσεις του λατίνου ποιητή Οβίδιου.

1. Όταν ο Οδυσσέας με δώδεκα συντρόφους του βγήκε και παρακάλεσε τον Πολύφημο, γιο της Νύμφης Θόωσας, κόρης του Φόρκη, να τους συνδράμει τηρώντας τους νόμους της φιλοξενίας και της ικεσίας, ο Πολύφημος αποκάλυψε την άγρια φύση του γένους τους (Ομ., Οδ. ι 105-110δεσμός, 259-307δεσμός). Σε αυτήν ο Οδυσσέας αντέταξε τον νου και την ευφυΐα προσφέροντας στον μονόφθαλμο το γλυκόπιοτο κρασί του ιερέα του Απόλλωνα Μάρωναδεσμός στην Ίσμαρο της Θράκης. Το είχε προσφέρει στον Οδυσσέα ως αντίδωρο για την προστασία που πρόσφερε στον ίδιο και στην οικογένειά του, όταν εκείνος με τους συντρόφους του πολιόρκησε την πόλη, τη λεηλάτησε και άρπαξε τις γυναίκες. Το κρασί ήταν δυνατό και γλυκόπιοτο και ο άμαθος στην κατανάλωση κρασιού Πολύφημος μέθυσε και αποκοιμήθηκε (Όμ., Οδ. ι 343-374δεσμός) [1]. Τότε ο Οδυσσέας και όσοι σύντροφοί του είχαν γλυτώσει από τις ανθρωποφαγικές ορέξεις του Κύκλωπα, τον τύφλωσαν με ένα πυρακτωμένο παλούκι από ξύλο ελιάς που μάτωσε από το αίμα που ανάβλυσε από την πληγή στο μέτωπο (Όμ., Οδ. ι 371-390δεσμός). Ωστόσο, η σωτηρία τους δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, μια και ήταν κλεισμένοι στη σπηλιά. Το πρωί όμως που ο Πολύφημος έπρεπε να βγάλει τα ζώα έξω να βοσκήσουν, δέθηκαν στην κοιλιά τους (Όμ., Οδ. ι 425-435δεσμός). Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να σωθούν και να φτάσουν στο καράβι τους. Ο Πολύφημος ζήτησε τη βοήθεια των αδελφών του, όμως εκείνοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τι ακριβώς του είχε συμβεί, καθώς εκείνος φώναζε ότι τον είχε τυφλώσει ο Ουτις, ο Κανένας –έτσι του είχε συστηθεί ο Οδυσσέας. Μάλιστα το εξέλαβαν σαν ένα αστείο του αδελφού τους και απομακρύνθηκαν γελώντας. Ο Οδυσσέας, με τη σειρά του, την ώρα που απομακρυνόταν με τα καράβια του από την επικίνδυνη γη των Κυκλώπων, την ώρα που ο Πολύφημος σήκωνε βράχους ολόκληρους και τους πετούσε καταπάνω τους, του φώναξε το πραγματικό του όνομα, Οδυσσέας Λαερτιάδης από την Ιθάκη, γιατί «θέλει ο Κύκλωπας να ξέρει από ποιον και γιατί τιμωρήθηκε, προκειμένου ο ίδιος να νιώσει την ικανοποίηση της εκδίκησης [...]. Μέσω των λόγων αυτών ο Οδυσσέας συμπληρώνει την εκδίκησή του, που θα ήταν ατελής, αν ο Πολύφημος αγνοούσε το αληθινό όνομα του εχθρού του» [2]. Έτσι, εκπληρώθηκε η μαντεία του μάντη Τήλεμου για την τύφλωση του Πολύφημου. Το μόνο που απέμενε στον Κύκλωπα ήταν να καταραστεί τον Οδυσσέα, να παρακαλέσει τον πατέρα του Ποσειδώνα να εκδικηθεί την τύφλωσή του, να μην τον αφήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του αλλά κι αν επιστρέψει να είναι μόνος, με ξένο καράβι και συμφορές να τον περιμένουν και εκεί (Όμ., Οδ. ι 526-535δεσμός) [3]. [Εικ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21]

Η απόδραση. Αττικός μελανόμορφος κιονωτός κρατήρας, περίπου 550 π.Χ.

2. Ερωτευμένος ο άσχημος Πολύφημος με την όμορφη Γαλάτεια, κόρη του Νηρέα και μιας θαλάσσιας θεότητας, στέκεται στις ακρογιαλιές και τραγουδά τον έρωτά του. Μη μπορώντας να αρνηθεί την ασχήμια του, το τριχωτό του φρύδι σ' όλο το μέτωπο μου / που αρχίζει απ' τώνα μου τ' αυτί και φθάνει ίσα με τάλλο, ούτε ότι έχει ένα μάτι μοναχά κατ' απ' το φρύδι εκείνο, ούτε ότι η μύτη του πέφτει πλατειά κατά το στόμ' απάνω (Θεόκρ., Κύκλωψ στ. 31-33δεσμός, μετ. Ι. Πολέμης), προβάλλει τα πλούτη του σε μια προσπάθεια να προσελκύσει την κόρη, την ικανότητά του στη φλογέρα, το όμορφο σπιτικό του με το θαλλερό περιβάλλον που πολύ θυμίζει τη σπηλιά της Καλυψώς:

Εκεί είνε δάφνες φουντωτές, κισσός σκοτεινιασμένος
και κυπαρίσσια λυγερά, εκεί είνε και τ' αμπέλι
που κάνει γλυκοστάφυλα, εκεί το κρύο νεράκι
που μου το στέλνει από ψηλά η δασωμένη η Αίτνα
βγαλμένο από τα χιόνια της, γάργαρο και δροσάτο.

(Θεόκρ., Κύκλωψ στ. 45-48, μετ. Ι. Πολέμης)

Και υπόσχεται πως και κολύμπι θα μάθει, προκειμένου να φτάσει στο δικό της σπιτικό και να τη συναντήσει, και ότι και στη φωτιά θα πέσει ακόμη, αν εκείνη αρνηθεί τον έρωτά του. (Θεόκρ., Κύκλωψ)

Σύμφωνα με μια παράδοση, όχι άμεση, θέλει την πεντάμορφη να θέλγεται από το τέρας και να κάνουν μαζί τρία παιδία, τον Γάλαντα, τον Κελτό, τον Ιλλυριό, επώνυμους ήρωες των Γαλατών, των Κελτών και των Ιλλυριών. Άλλες πηγές όμως θέλουν την κόρη ερωτευμένη με τον Άκη, γιο του θεού Πάνα (ή του Φαύνου στη λατινική παράδοση) και μιας Νύμφης. Μια μέρα που η κόρη με το κατάλευκο δέρμα ακουμπούσε στο στήθος του αγαπημένου της στην ακρογιαλιά, ο Πολύφημος τους είδε και κυνήγησε τον ωραίο Άκη που προσπάθησε να ξεφύγει. Τότε ο Κύκλωπας εκσφενδόνισε βράχο εναντίον του που τον συνέθλιψε. Και η Γαλάτεια, από έρωτα για εκείνον, του έδωσε τη φύση της Νύμφης μητέρας του και τον έκανε ποταμό με καθαρά νερά. [Εικ. 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44]


Σχετικά λήμματα

ΑΚΗΣ-ΓΑΛΑΤΕΙΑδεσμός, ΑΠΟΛΛΩΝΑΣδεσμός, ΚΥΚΛΩΠΕΣ, ΜΑΡΩΝΑΣ, ΤΗΛΕΜΟΣδεσμός, ΠΑΝΑΣ, ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣδεσμός




1. Στο συμπόσιο εμπεριέχονται: α) η λελογισμένη και πειθαρχημένη κατανάλωση οίνου, ώστε να παραχθεί μια ισορροπημένη έκφραση των ατομικών ψυχολογικών δυναμικών μέσα σε μία κοινωνική συνάθροιση . β) ο συμποτικός λόγος. γ) ο έρως· δ) η διαρκής παρουσία των θεών, κυρίως του Διόνυσου, η εποπτεία του οποίου, μαζί με την τήρηση αρχών και κανόνων, αφενός καθιστά το συμπόσιο πράξη τελετουργική, αφετέρου άσκηση δημοκρατικού βίου, όπου όλοι ελεύθερα υπάγονται σε κανόνες. Γι’ αυτό και ο Πλάτων υπερτονίζει τους συμποτικούς κανόνες (Νόμ. 640 κ.ε.), πόσο μάλλον που στις Συρακούσες διαπίστωσε την έκπτωση του θεσμού με την έμφαση στο διασκεδαστικό και όχι ψυχ-αγωγικό μέρος του συμποσίου. Θα λέγαμε δηλαδή ότι το κυρίως μέρος του συμποσίου που είναι ο μετά πόσεως διάλογος παραγκωνίσθηκε, ενώ τονίστηκαν το πρώτο μέρος του φαγητού, τοδείπνον ή σύνδειπνον, το «τρίτο» μέρος με την παρουσία καλλιτεχνών, το «τέταρτο», όταν, μετά το πέρας του συμποσίου, κάποιοι, μεθυσμένοι, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, κατέληγαν σε σπίτια άλλων, όπου επίσης τελούνταν συμπόσιο, ή παρέμεναν στον δρόμο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πρβλ. Δ. Μήττα, «Πότος και συμπόσιο στα πλαίσια του διονυσιασμού», Ο πολιτισμός στο τραπέζι. Θεσσαλονίκη: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, 2010, σ. 51-68.

2. Φωτεινή Γ. Σαραντοπούλου, Ο Αριστοτέλης ως λογοτεχνικός κριτικός του αρχαϊκού έπους και της λυρικής ποίησης. Διδακτορική Διατριβή. Πάτρα 2010, σ. 108.

3. Πολλά έργα των εικαστικών τεχνών αφορμώνται από τον μύθο του σικελού Κύκλωπα. Εδώ ενδεικτικά παραθέτουμε ένα ποίημα του Απόστολου Λυκεσά από τη συλλογή του Τωι αγνώστωι, Σκόπελος: Νησίδες, 2001.

Η οργή του Μονόφθαλμου

Άντεξε.
Ό,τι τον τάισαν, έφαγε.
Ό,τι τον πότισαν ήπιε και μέθυσε, αλλά τώρα
εύστοχα κι αλύπητα τους πετυχαίνει στα άκρα
με Πολύφημους βράχους
Δεν θα ξεφύγουν αυτή τη φορά, τυφλοί δεν θα οδηγήσουν άλλον σε ταξίδια.

Κάλλιο κανείς να μη δει την Πηνελόπη.
Γέμισε ο κόσμος τυφλούς που ταξιδεύουν χωρίς σκοπό
και περηφανεύονται ότι τύφλωσαν τον Μονόφθαλμο,
αυτοί, ο Κανένας.

Σήμερα θα τους ποτίσει και θα τους ταΐσει.
Ας περιμένουν μάταια οι γυναίκες τους να μάθουν την κατάληξη
μιας ζωής που την ύφαναν άλλοι
στα μέτρα των πρησμένων τους ποδιών.