Αρχαία ελληνική μυθολογία

Μειξογενείς θνητές οντότητες – Τέρατα – Αυτόματα

ΚΥΚΛΩΠΕΣ

ΟΥΡΑΝΙΟΙ (γίγαντες μονόφθαλμοι)-ΣΙΚΕΛΟΙ (γίγαντες μονόφθαλμοι)-ΘΡΑΚΕΣ (γίγαντες)


Ο Ήφαιστος και οι Κύκλωπες σφυρηλατούν τα βέλη του Έρωτα. Fagiuoli, Girolamo, περίπου 1530-1573



 

ΚΥΚΛΩΠΕΣ ΟΥΡΑΝΙΟΙ (γίγαντες μονόφθαλμοι)

1 2 3 4 5 6 7

Σύμφωνα με την κοσμογονία του Απολλόδωρου, τα πρώτα παιδιά που απέκτησε ο Ουρανός από τη Γη ήταν οι τρεις Εκατόγχειρες, γιγαντόσωμοι και πολύ δυνατοί, με εκατό χέρια και πενήντα κεφάλια ο καθένας. Αμέσως μετά η Γη έφερε στον κόσμο τους τρεις Κύκλωπες, τον Άργη, τον Στερόπη, τον Βρόντη, εναλλακτικά ονομάζονται Αργίλιππος (=λευκός), Πυράκμων και Ακμωνίδης (< άκμων = μετεωρικός λίθος, κεραυνός· το αμόνι του σιδηρουργού· ακμονίδαι = ουρανίδαι).

Αν και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τους ομηρικούς Κύκλωπες, ένα μόνο μάτι στο μέτωπο, ωστόσο δεν ταυτίζονται με αυτούς. Το όνομά τους μαρτυρεί θεότητες της φύσης: Βρόντης είναι η βροντή, το όνομα του δεύτερου Κύκλωπα προέρχεται από τη λέξη στεροπή (αστεροπή, αστραπή) που σημαίνει αστραπή, ενώ του τρίτου σημαίνει λευκός (< αργός, αργήεις, αργής, αργινόεις) και υποδηλώνει τον κεραυνό από τη λευκή του λάμψη. Σε αυτή την άποψη συντείνει και μια αναφορά του Παυσανία σε ιερό παλιό προς τιμή τους, τον βωμό των Κυκλώπων, ο οποίος βρισκόταν στον ιερό περίβολο του ναού του Ποσειδώνα στον Ισθμό και στον οποίο τελούνταν θυσίες προς τιμή τους (2.2.1).

Ο Ουρανός τους έδεσε και τους έριξε στον Τάρταρο (είναι τόπος σκοτεινός αυτός στον Άδη, που τόσο απέχει από την επιφάνεια της γης όσο η γη από τον ουρανό) [1], και απέκτησε πάλι από τη Γη γιους και κόρες, επτά Τιτάνες και επτά Τιτανίδες. Ο γιος του Τιτάνα Κρόνου, ο Δίας, όταν μεγάλωσε και ανδρώθηκε, συνεργάστηκε με την Ωκεανίδα Μήτιδα [2], η οποία έδωσε στον Κρόνο να πιει ένα φάρμακο που τον ανάγκασε να ξεράσει πρώτα την πέτρα, ύστερα τα παιδιά που είχε καταπιεί. Μαζί τους ο Δίας σήκωσε πόλεμο εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων. Πολεμούσαν ήδη δέκα χρόνια, όταν η Γη προφήτεψε στον Δία ότι θα νικήσει, αν έχει μαζί του συμμάχους αυτούς που ήταν φυλακισμένοι στον Τάρταρο· και αυτός σκότωσε την Κάμπη, που τους φρουρούσε στη φυλακή τους, και τους ελευθέρωσε. Οι Κύκλωπες τότε χάρισαν στον Δία τη βροντή και την αστραπή και τον κεραυνό, στον Πλούτωνα δερμάτινη περικεφαλαία [3] και στον Ποσειδώνα την τρίαινα· έτσι οπλισμένοι, νίκησαν τους Τιτάνες, τους έκλεισαν στον Τάρταρο και έβαλαν τους Εκατόγχειρες να τους φυλούν.

Αυτοί οι ουράνιοι Κύκλωπες ανήκουν στην πρώτη θεϊκή γενιά, ωστόσο δεν είναι αθάνατοι. Βρίσκουν τον θάνατο από το βέλος του Απόλλωνα, γιατί ο κεραυνός που σφυρηλάτησαν και έδωσαν στον Δία υπήρξε το όργανο με το οποίο ο θεϊκός αρχηγός των Ολυμπίων προκάλεσε τον θάνατο του γιου του θεού της μουσικής και της μαντείας Ασκληπιού, γιατί, ως γιατρός, διατάρασσε την κοσμική ισορροπία με την παράταση της ζωής των θνητών με τις διάφορες θεραπείες που εφάρμοζε. Με τη σειρά του ο Απόλλωνας τιμωρήθηκε από τον Δία για τον φόνο των αμέτοχων στον θάνατο του Ασκληπιού Κυκλώπων (Απολλόδ. 3.10.4δεσμός). Στο μεταξύ είχε προλάβει να καταστερίσει το βέλοςδεσμός με το οποίο τόξευσε τους Κύκλωπες.

Ένα βήμα ακόμη γίνεται με την αλεξανδρινή ποίηση προς την «αποθεοποίηση» των Κυκλώπων και τον υποβιβασμό τους σε δαίμονες σιδηρουργούς, φοβερούς στην όψη με το ένα τους μάτι, και σε μπαμπούλες που οι μητέρες επικαλούνται για να φοβίσουν τα κορίτσια τους. Με την ιδιότητά τους των σιδηρουργών υπο-τάσσονται στον Ήφαιστο και καθοδηγούνται από αυτόν στην κατασκευή των όπλων όλων των θεών, όχι μόνο του Δία, λ.χ. του τόξου και των βελών του Απόλλωνα και της Άρτεμης, ή μιας ποτίστρας για τα άλογα του Ποσειδώνα. Κατοικούν στο νησί του Αιόλου ή στη Σικελία, δουλεύουν σε υπόγειο σιδηρουργείο, και όπως σε όλα τα σιδηρουργεία έτσι και στο δικό τους υπάρχει πολύς θόρυβος από τα φυσερά και τα αμόνια τους, που ακούγεται σε όλη την Τρινακρία (Σικελία), την Ιταλία και την Κορσική, ενώ φλόγες και καπνοί εκλύονται από αυτό φτάνοντας μέχρι την κορυφή της Αίτνας. Την όψη τους και τον θόρυβο δεν άντεξαν οι Ωκεανίδες που συνόδευαν την Άρτεμη, όχι όμως και η ίδια η Άρτεμη που θαρρετά στάθηκε απέναντί τους ζητώντας να της κατασκευάσουν τα όπλα της (Καλλίμαχος, Ύμνος στην Άρτεμη, στ. 46-86δεσμός). Η τοποθέτηση του σιδηρουργείου των Κυκλώπων στα έγκατα της γης εύλογα οδήγησε στη σύγχυση ότι οι Σικελοί Κύκλωπες είναι οι Γίγαντες που ο Δίας φυλάκισε κάτω από τα βουνά και ταράζουν τον φλοιό της γης με τα κουνήματά τους. [Εικ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7]

Ο Παυσανίας παραδίδει ότι στην Κόρινθο ἱερόν ἐστιν ἀρχαῖον Κυκλώπων καλούμενος βωμός, καὶ θύουσιν ἐπ᾽ αὐτῷ Κύκλωψι (2.2.1.7).

Ο Απόλλωνας σκοτώνει τους Κύκλωπες εκδικούμενος το θάνατο του Ασκληπιού. Rietti, Domenico da Figline ο λεγόμενος Zaga, τοιχογραφία, περίπου 1545-1546

ΚΥΚΛΩΠΕΣ ΣΙΚΕΛΟΙ (γίγαντες μονόφθαλμοι)

Η γεωγραφία της Οδύσσειας έχει τρία επίπεδα: ένα αληθοφανές, ένα πλασματικό και ένα θείο. Στο πρώτο εντάσσονται οι γνωστοί τόποι (Ιθάκη, Πύλος κτλ.), στο δεύτερο οι ξένοι τόποι (Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες κτλ), στο τρίτο ουράνιες περιοχές και θεότητες (Όλυμπος), επίγειες (Κίρκη, Καλυψώ) και καταχθόνιες (χώρα Κιμμερίων, Άδης, Περσεφόνη). Οι γνωστοί τόποι αναφέρονται από τον Όμηρο/αφηγητή, οι ξένοι περιλαμβάνονται στις διηγήσεις του Οδυσσέα. Είναι, λοιπόν ο ίδιος ο Οδυσσέας που αφηγείται την περιπέτειά του στο νησί των Κυκλώπων (ι 105 κ.ε.).

Οι Σικελοί Κύκλωπες είναι γιοι του Ποσειδώνα, μονόφθαλμοι όπως και οι Ουράνιοι Κύκλωπες, γιγάντιοι, άγριοι, δυνατοί, όπως πολλοί γιοι του Ποσειδώνα. Η κοινωνία τους αντιδιαστέλλεται στις οργανωμένες πολιτικά κοινωνίες της Πύλου, της Σπάρτης, της Ιθάκης, όπου υπάρχουν εξειδικευμένες τέχνες και καλλιέργειες, αλλά και αργότερα της δημοκρατικής Αθήνας, στην οποία οι πολίτες γνώριζαν την τέχνη και τους κανόνες του συμποσίου ως άσκηση και έκφραση των αρχών της δημοκρατίας. Αντίθετα, η κοινωνία των Κυκλώπων είναι οικογενειακή, κτηνοτροφική (εκτρέφουν κυρίως πρόβατα που αποτελούν και τη μοναδική τους περιουσία), καρποσυλλεκτών και ανθρωποφάγων, χωρίς κατοικίες (μένουν σε σπήλαια) και θεσμούς (για παράδειγμα, της ικεσίας και της φιλοξενίας). Η περιπέτεια του Οδυσσέα στη γη των Κυκλώπων στα Φλεγραία πεδία κοντά στη Νάπολη καταγράφει τη διαφορετικότητα αυτή.

Όταν ο Οδυσσέας με δώδεκα συντρόφους του βγήκε και παρακάλεσε τον Πολύφημο, γιο της Νύμφης Θόωσας, κόρης του Φόρκη, να τους συνδράμει τηρώντας τους νόμους της φιλοξενίας και της ικεσίας, ο Πολύφημος αποκάλυψε την άγρια φύση του γένους τους (Ομ., Οδ. ι 105-110δεσμός, 259-307δεσμός). Σε αυτήν ο Οδυσσέας αντέταξε τον νου και την ευφυΐα προσφέροντας στον μονόφθαλμο το γλυκόπιοτο κρασί του ιερέα του Απόλλωνα Μάρωναδεσμός στην Ίσμαρο της Θράκης. Το είχε προσφέρει στον Οδυσσέα ως αντίδωρο για την προστασία που πρόσφερε στον ίδιο και στην οικογένειά του, όταν εκείνος με τους συντρόφους του πολιόρκησε την πόλη, τη λεηλάτησε και άρπαξε τις γυναίκες. Το κρασί ήταν δυνατό και γλυκόπιοτο και ο άμαθος στην κατανάλωση κρασιού Πολύφημος μέθυσε και αποκοιμήθηκε (Όμ., Οδ. ι 343-374δεσμός) [4]. Τότε ο Οδυσσέας και όσοι σύντροφοί του είχαν γλυτώσει από τις ανθρωποφαγικές ορέξεις του Κύκλωπα, τον τύφλωσαν με ένα πυρακτωμένο παλούκι από ξύλο ελιάς που μάτωσε από το αίμα που ανάβλυσε από την πληγή στο μέτωπο (Όμ., Οδ. ι 371-390δεσμός). Ωστόσο, η σωτηρία τους δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί, μια και ήταν κλεισμένοι στη σπηλιά. Το πρωί όμως που ο Πολύφημος έπρεπε να βγάλει τα ζώα έξω να βοσκήσουν, δέθηκαν στην κοιλιά τους (Όμ., Οδ. ι 425-435δεσμός). Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να σωθούν και να φτάσουν στο καράβι τους. Ο Πολύφημος ζήτησε τη βοήθεια των αδελφών του, όμως εκείνοι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τι ακριβώς του είχε συμβεί, καθώς εκείνος φώναζε ότι τον είχε τυφλώσει ο Ούτις, ο Κανένας –έτσι του είχε συστηθεί ο Οδυσσέας. Μάλιστα το εξέλαβαν σαν ένα αστείο του αδελφού τους και απομακρύνθηκαν γελώντας. Ο Οδυσσέας, με τη σειρά του, την ώρα που απομακρυνόταν με τα καράβια του από την επικίνδυνη γη των Κυκλώπων, την ώρα που ο Πολύφημος σήκωνε βράχους ολόκληρους και τους πετούσε καταπάνω τους, του φώναξε το πραγματικό του όνομα, Οδυσσέας Λαερτιάδης από την Ιθάκη, γιατί «θέλει ο Κύκλωπας να ξέρει από ποιον και γιατί τιμωρήθηκε, προκειμένου ο ίδιος να νιώσει την ικανοποίηση της εκδίκησης [...]. Μέσω των λόγων αυτών ο Οδυσσέας συμπληρώνει την εκδίκησή του, που θα ήταν ατελής, αν ο Πολύφημος αγνοούσε το αληθινό όνομα του εχθρού του» [5]. Έτσι, εκπληρώθηκε η μαντεία του μάντη Τήλεμου για την τύφλωση του Πολύφημου. Το μόνο που απέμενε στον Κύκλωπα ήταν να καταραστεί τον Οδυσσέα, να παρακαλέσει τον πατέρα του Ποσειδώνα να εκδικηθεί την τύφλωσή του, να μην τον αφήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του αλλά κι αν επιστρέψει να είναι μόνος, με ξένο καράβι και συμφορές να τον περιμένουν και εκεί (Όμ., Οδ. ι 526-535δεσμός) [6].

Εκτός από τον Πολύφημο άλλοι συγγραφείς ονομάζουν και άλλους Κύκλωπες: Ευρύαλος (άλως = αλώνι ή αλς = θάλασσα), Ελατρεύς (= αυτός που τρίτος πυρώνει το σίδερο· όρος των μεταλλουργών), Τράχιος (=τραχύς, πετρώδης, απότομος αλλά και αυτός που κινείται γρήγορα), Αλιμήδης (άλς = θάλασσα, μήδομαι = σκέφτομαι, αποφασίζω, σχεδιάζω).

Με αφορμή την περιπέτεια του Οδυσσέα ο Ευριπίδης συνέγραψε το σατυρικό δράμα Κύκλωψ, το μοναδικό ακέραια σωζόμενο σατυρικό δράμα. Κατά πάσα πιθανότητα το έργο γράφτηκε ανάμεσα στο 415 με 410 π.Χ., ενώ δεν είναι γνωστό σε ποια τετραλογία ανήκε. Στο έργο, ο Σιληνός και οι γιοι του, οι Σάτυροι, βγαίνουν στο πέλαγος για να κυνηγήσουν τους Τυρρηνούς ληστές που είχαν απαγάγει τον Διόνυσο, αλλά ναυαγούν στο νησί των Κυκλώπων. Έτσι, από υπηρέτες του Βάκχου γίνονται βοσκοί και οικονόμοι του Πολύφημου. Η ζωή τους κυλάει βασανιστικά, μέχρι που εμφανίζεται στην ακτή ένα ελληνικό καράβι, με τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Ο Σιληνός υποδέχεται θερμά τους ταξιδιώτες και ανταλλάσσει με κρασί τα τυριά και τα κρέατα του αφέντη του. Όμως, μπροστά στον Πολύφημο, ο Σιληνός θα ισχυριστεί πως έχει πέσει θύμα κλοπής και άγριου ξυλοδαρμού από τους Έλληνες. Μάταια ο Οδυσσέας θα προσπαθήσει να πείσει τον Πολύφημο για το αντίθετο, ζητώντας του να σεβαστεί τους νόμους της φιλοξενίας. Ο Κύκλωπας θα οδηγήσει τους ξένους στην σπηλιά του και θα καταβροχθίσει δύο από αυτούς. Ο Οδυσσέας, μπροστά στον κίνδυνο, οργανώνει ένα σχέδιο εκδίκησης, που καταλήγει στην τύφλωση του Πολύφημου. Ο Κύκλωπας, τυφλός πια, βγαίνει από τη σπηλιά απειλώντας να σκοτώσει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, που έχουν ήδη σαλπάρει παίρνοντας μαζί τους και τους Σατύρους [7].

Ο παραδοξογράφος Ηράκλειτος (περί απίστων 11) δίνει μια φιλοσοφική ερμηνεία στον μύθο του Κύκλωπα, θεωρώντας ότι ο Οδυσσέας νίκησε με τη σοφία του αυτόν που ζούσε στις ερημίες και προσλάμβανε και αντιλαμβανόταν τον κόσμο μέσα από μία μόνο αίσθηση, την όραση.

Πώς όμως στο φαντασιακό των ανθρώπων διαμορφώθηκε η μορφή του Κύκλωπα; Στη βιβλιογραφία ως συνοφθαλμία ή κυκλωπία ή κυκλωπισμός ορίζεται η αδυναμία να σχηματιστούν οι δύο οφθαλμικές κοιλότητες. Η εξωτερική δυσμορφία αντικατοπτρίζει λάθη κατά την εμβρυογένεση όσον αφορά τη δομή κρανίου και εγκεφάλου. Μήπως, λοιπόν, το φανταστικό ον που λέγεται Κύκλωπας εδράζεται σε εμπειρίες των ανθρώπων, τόσο σε επίπεδο πραγματικής ζωής όσο και στο επίπεδο της ανεύρεσης κρανίων με τη γενετική αυτή ανωμαλία;

ΚΥΚΛΩΠΕΣ ΘΡΑΚΕΣ (γίγαντες)

Πρόκειται για εξαιρετικούς τεχνίτες που ονομάστηκαν έτσι από τον βασιλιά τους Κύκλωπα. Μετανάστευσαν στη χώρα των Κουρήτων, στην Εύβοια ή την Κρήτη, ή είχαν μεταβεί στη Λυκία, απ’ όπου κλήθηκαν ως ειδικοί γαστρόχειρες ή χειρογάστορες, δηλαδή χειρώνακτες, στην υπηρεσία μυθικών ηρώων να χτίσουν μνημεία στην Ελλάδα και στη Σικελία κατασκευασμένα από ογκόλιθους μεγάλους και βαρείς τόσο που στους μεταγενέστερους φάνηκε σαν οι χτίστες αυτοί να είχαν υπεράνθρωπες δυνάμεις. Εξάλλου, το επίθετο χειρογάστορες (=αυτοί που με τα έργα των χεριών τους πορίζονται την τροφή της κοιλιάς, χειροβοίωτοι) θύμιζε τους Γίγαντες με τα εκατό χέρια, τους Εκατόγχειρες, αδελφούς των Ουρανίων Κυκλώπων [8].

Τους αποδίδονταν τα οχυρωματικά έργα της Τίρυνθας, του Άργους, της Κορίνθου για λογαριασμό του Προίτου, του Περσέα, του Βελλεροφόντη αντίστοιχα. Ειδικά για τα οχυρωματικά έργα της Τίρυνθας παραδίδεται ότι ο Προίτος, ο γιος του Άβαντα, κάλεσε από τη Λυκία επτά, ή τρεις, τεχνίτες Κύκλωπες. Γνώριζε την ύπαρξη και τη μαστοριά τους, γιατί είχε παντρευτεί την κόρη του βασιλιά της Λυκίας Ιοβάτη (ή Αμφιάνακτα), όταν κάποτε κατέφυγε εκεί διωγμένος από το Άργος από τον αδελφό του Ακρίσιο.

Στις Μυκήνες η περίμετρος του τείχους στη σημερινή του μορφή είναι 900 μέτρα και οχυρώνει μια έκταση 30.000 τ.μ., με μέγιστο σωζόμενο ύψος 8,25μ. περίπου και μέσο όρο πλάτους 5,50-6μ., που όμως σε κάποια σημεία φτάνει και τα 8μ. Οι τέσσερις μονόλιθοι που πλαισιώνουν την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες, που έχει ύψος πάνω από 3 μέτρα και άλλο τόσο φάρδος και βάθος, ζυγίζουν περί τους 120 τόνους. Και λεγόταν ότι ακόμη και δυο μουλάρια μαζί ήταν αδύνατο να ματακινήσουν και την παραμικρή πέτρα. Τα νούμερα που δόθηκαν παραπάνω είναι ενδεικτικά μόνο των δυνατοτήτων των περίφημων μαστόρων και δικαιολογούν τη μυθοποίησή τους.


Σχετικά λήμματα

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣδεσμός, ΑΡΓΗΣ, ΑΡΤΕΜΗδεσμός, ΑΣΚΛΗΠΙΟΣδεσμός, ΒΡΟΝΤΗΣ, ΓΙΓΑΝΤΕΣ, ΕΚΑΤΟΓΧΕΙΡΕΣ, ΚΑΜΠΗ, ΚΙΡΚΗδεσμός, ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΕΣ, ΜΑΡΩΝΑΣ, ΠΕΡΣΕΑΣ, ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ, ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣδεσμός, ΠΡΟΙΤΟΣδεσμός, ΣΑΤΥΡΟΙ, ΣΕΙΛΗΝΟΣ, ΣΤΕΡΟΠΗΣ, ΤΗΛΕΜΟΣδεσμός




1. Με το βάθος που του αποδίδεται στα ομηρικά ποιήματα και τη Θεογονία ο Τάρταρος είναι τα ίδια τα θεμέλια του σύμπαντος. Εκεί φυλάκισαν διαδοχικά οι διάφορες θεϊκές γενιές τους αντιπάλους τους. Σταδιακά ταυτίστηκε με τον κυρίως Άδη, που βρισκόταν πιο ψηλά, όπου τιμωρούνταν οι μεγάλοι εγκληματίες. Από αυτή την άποψη, ο Τάρταρος αντιτίθεται στον τόπο διαμονής των Μακάρων, δηλαδή τα Ηλύσια Πεδία (Όμ., Θ 13 κ.ε. Ησ., Θεογ. 119 κ.ε., 722 κ.ε., 820 κ.ε. Παυσ. 9,27,2.

2. Εδώ υπεισέρχεται ένα καινούριο στοιχείο στη διαμάχη, που διαφοροποιείται από την άλογη και διαρκή δράση και ενέργεια· είναι η σκέψη, το οργανωμένο σχέδιο, η πανουργία, μέσω των οποίων επιβάλλεται μια βούληση.

3. Στο πρωτότυπο αναφέρεται ότι χάρισε στον Πλούτωνα κυνέην (εξυπακούεται το ουσιαστικό δοράν). Η κυνή (συνηρημένος τύπος του κυνέη) ήταν το δέρμα του σκύλου που χρησίμευε στην κατασκευή στρατιωτικών πιλιδίων (=περικεφαλαιών ή πεδίλων). Η κυνή δορά ήταν δερμάτινο κάλυμμα της κεφαλής, όχι απαραίτητα σκύλου, που διαφοροποιείται από την κόρυθα στο εξής: η κόρυς ήταν δερμάτινη αλλά καλυμμένη ή διακοσμημένη με μέταλλο.

4. Στο συμπόσιο εμπεριέχονται: α) η λελογισμένη και πειθαρχημένη κατανάλωση οίνου, ώστε να παραχθεί μια ισορροπημένη έκφραση των ατομικών ψυχολογικών δυναμικών μέσα σε μία κοινωνική συνάθροιση . β) ο συμποτικός λόγος. γ) ο έρως· δ) η διαρκής παρουσία των θεών, κυρίως του Διόνυσου, η εποπτεία του οποίου, μαζί με την τήρηση αρχών και κανόνων, αφενός καθιστά το συμπόσιο πράξη τελετουργική, αφετέρου άσκηση δημοκρατικού βίου, όπου όλοι ελεύθερα υπάγονται σε κανόνες. Γι’ αυτό και ο Πλάτων υπερτονίζει τους συμποτικούς κανόνες (Νόμ. 640 κ.ε.), πόσο μάλλον που στις Συρακούσες διαπίστωσε την έκπτωση του θεσμού με την έμφαση στο διασκεδαστικό και όχι ψυχ-αγωγικό μέρος του συμποσίου. Θα λέγαμε δηλαδή ότι το κυρίως μέρος του συμποσίου που είναι ο μετά πόσεως διάλογος παραγκωνίσθηκε, ενώ τονίστηκαν το πρώτο μέρος του φαγητού, το δείπνον ή σύνδειπνον, το «τρίτο» μέρος με την παρουσία καλλιτεχνών, το «τέταρτο», όταν, μετά το πέρας του συμποσίου, κάποιοι, μεθυσμένοι, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, κατέληγαν σε σπίτια άλλων, όπου επίσης τελούνταν συμπόσιο, ή παρέμεναν στον δρόμο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πρβλ. Δ. Μήττα, «Πότος και συμπόσιο στα πλαίσια του διονυσιασμού», Ο πολιτισμός στο τραπέζι. Θεσσαλονίκη: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, 2010, σ. 51-68.

5. Φωτεινή Γ. Σαραντοπούλου, Ο Αριστοτέλης ως λογοτεχνικός κριτικός του αρχαϊκού έπους και της λυρικής ποίησης. Διδακτορική Διατριβή. Πάτρα 2010, σ. 108.

6. Πολλά έργα των εικαστικών τεχνών αφορμώνται από τον μύθο του σικελού Κύκλωπα. Εδώ ενδεικτικά παραθέτουμε ένα ποίημα του Απόστολου Λυκεσά από τη συλλογή του Τωι αγνώστωι, Σκόπελος: Νησίδες, 2001.

Η οργή του Μονόφθαλμου

Άντεξε.
Ό,τι τον τάισαν, έφαγε.
Ό,τι τον πότισαν ήπιε και μέθυσε, αλλά τώρα
εύστοχα κι αλύπητα τους πετυχαίνει στα άκρα
με Πολύφημους βράχους
Δεν θα ξεφύγουν αυτή τη φορά, τυφλοί δεν θα οδηγήσουν άλλον σε ταξίδια.

Κάλλιο κανείς να μη δει την Πηνελόπη.
Γέμισε ο κόσμος τυφλούς που ταξιδεύουν χωρίς σκοπό
και περηφανεύονται ότι τύφλωσαν τον Μονόφθαλμο,
αυτοί, ο Κανένας.

Σήμερα θα τους ποτίσει και θα τους ταΐσει.
Ας περιμένουν μάταια οι γυναίκες τους να μάθουν την κατάληξη
μιας ζωής που την ύφαναν άλλοι
στα μέτρα των πρησμένων τους ποδιών.

7. Απόσπασμα του έργου σε μετάφραση Παναγή Λεκατσά βλ. εδώ.

8. Χειρογάστορες είναι και ο τίτλος δράματος του Νικοφώντα, κωμικού ποιητή της εποχής του Αριστοφάνη.