Αρχαία ελληνική μυθολογία

Μειξογενείς θνητές οντότητες – Τέρατα – Αυτόματα

ΤΙΤΥΟΣ (Γίγαντας)


Τιτυός. Martínez, Gregorio, 1590-1596



1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19


Ο γιγαντόσωπος Τιτυός ήταν γιος του Δία και της Ελάρας, κόρης του Ορχομενού ή του Μινύα, και μητρωνυμικά τον αποκαλούσαν Ελαρείδη. Μόλις η Ελάρα έμεινε έγκυος, ο Δίας την έκρυψε κάτω από τη γη, επειδή φοβήθηκε ότι η ζηλότυπη Ήρα θα έκαμνε ζημιά στη μάνα και στο παιδί. Όμως το βρέφος που κυοφορούσε η Ελάρα ήταν τόσο γιγαντόσωμο που πέθανε και το τεράστιο αγόρι το έφερε στο φως η Γαία· γι’ αυτό και στην Οδύσσεια ο Τιτυός θεωρούνταν γέννημα δικό της (η 324) –γηγενής, Γαιήιος υἱός [1]. Ονόμασαν το παιδί Τιτυό, ίσως γιατί έμοιαζε με τους Τιτάνες. Ο Τιτυός απέκτησε μια κόρη, την Ευρώπη, που από τον Ποσειδώνα γέννησε τον Εύφημο, ή τη Δωρίδα που γέννησε τον Εύφημο.

Τον σκότωσε ο Απόλλωνας, σε συνεργασία με την αδελφή του Άρτεμη, λίγο μετά τον φόνο του Πύθωνα κάτω από τις εξής συνθήκες: Όταν κάποτε η Λητώ πήγε στην Πυθώ [2], ο Γίγαντας την είδε, την πόθησε –πόθῳ κατασχεθείς– και την άρπαξε στην αγκαλιά του· εκείνη κάλεσε σε βοήθεια τα παιδιά της που τον σκότωσαν με τα βέλη τους. [Εικ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19] Όμως η τιμωρία του, γνωστή και στον Όμηρο, συνεχίζεται και στον Άδη, όπου γύπες του τρώνε την καρδιά:

Τον Τιτυό, της Γης το Γιο της δοξασμένης είδα,
εννιά να πιάνει στρέμματα στο χώμα ξαπλωμένος
και δυο καρτάλια δίπλα του τον τρώγαν το συκώτι
τα σωθινά του ψάχνοντας μήτε έβρισκε βοήθεια,
γιατί είχε απλώσει στη Λητώ, του Δία τη συγκοιμήτρα,
για την Πυθώ όταν πήγαινε, το Πανοπιό περνώντας.

(Όμ., Οδ. λ 576-581, μετ. Ζ. Σίδερης)

Αυτή η εκδοχή της τιμωρίας παριστάνεται σε τοιχογραφία από σπίτι στον λόφο Esquilino στη Ρώμη, γύρω στο 40 π.Χ.

Τα εννιά πλέθρα που αναφέρει ο Όμηρος είναι πάνω από διακόσια εξήντα έξι μέτρα. Ο Παυσανίας όμως λέει ότι τα εννέα πλέθρα γης δεν αναφέρονται στο μέγεθος του Γίγαντα αλλά στον τόπο όπου βρισκόταν ο τάφος του και ονομαζόταν Πλέθρα εννέα (10.4.5-6).

Εκτός από την εκδοχή που θέλει τα δύο αδέλφια να σκοτώνουν τον Τιτυό, υπάρχουν και άλλες τρεις: τον σκότωσε μόνη της η Άρτεμη ή μόνος του ο Απόλλωνας ή ο Δίας. Πιο συγκεκριμένα:

1. Τον σκότωσε η Άρτεμη για να μάθουν οι άνθρωποι πως δεν πρέπει να αγγίζουν ό,τι δεν τους επιτρέπεται:

Αλλ᾽ όμως και τον Τιτυό με μια γοργή σαγίτα,
που την επήρε απ᾽ την ανίκητη φαρέτρα της,
τον πέτυχε η Αρτέμιδα, για να μην κυνηγά κανείς
έρωτες που δεν είναι στη δύναμή του.»

(Πίνδαρος Π. 4.90-93, μετ. Γ. Οικονομίδης)

2. Τον κεραυνοβόλησε ο Δίας για το ατόπημά του και στη χώρα των νεκρών, στον Άδη, ένα φίδι του κατάτρωγε το συκώτι που ξαναγινόταν με κάθε νέο φεγγάρι (Υγίνος 55).

3. Τον Τιτυό, που ήταν θρυσύς και βίαιος εξουσιαστής του βοιωτικού Πανοπέα, τον σκότωσε ο Απόλλωνας πηγαίνοντας στους Δελφούς (Στράβ. 9.3.12).

Στην Εύβοια, απ’ όπου λεγόταν ότι καταγόταν και όπου τον είχε επισκεφθεί ο Ραδάμανθυς, υπήρχε το Ἐλάριον σπήλαιον, από το όνομα της μητέρας του, καθώς και ένα ηρώο προς τιμή του:

Ὅμηρος δέ φησιν ὅτι οἱ Φαίηκες τὸν Ῥαδάμανθυν εἰς Εὔβοιαν ἤγαγον, "ὀψόμενον Τιτυὸν γαιήϊον υἱόν." καὶ Ἐλάριόν τι σπήλαιον ἀπὸ τῆς Τιτυοῦ μητρὸς Ἐλάρας δείκνυται κατὰ τὴν νῆσον καὶ ἡρῷον τοῦ Τιτυοῦ καὶ τιμαί τινες.

(Στράβ. 9.3.14)

Ανάμεσα στα αναθήματα των Κνιδίων στους Δελφούς μνημονεύεται και ένα πλαστικό έργο με τον Απόλλωνα και την Άρτεμη να τοξεύουν τον Τιτυό, ήδη πληγωμένο από τα βέλη τους:

Κνίδιοι δὲ ἐκόμισαν ἀγάλματα ἐς Δελφοὺς [...] καὶ Λητὼ καὶ Ἀπόλλωνά τε καὶ Ἄρτεμιν ἀφιέντας τῶν βελῶν ἐπὶ Τιτυόν· ὁ δὲ καὶ τετρωμένος ἐστὶν ἤδη τὸ σῶμα.

(Παυσ. 10.11.1).


Σχετικά λήμματα

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣδεσμός, ΑΡΤΕΜΗδεσμός, ΗΡΑ, ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣδεσμός, ΠΥΘΩΝΑΣ, ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣδεσμός




1. Και στην αφήγηση αυτή αντανακλώνται λατρείες και τελετουργίες αγροτικού χαρακτήρα για το κρύψιμο του σπόρου στη γη και την απόδοση καρπού στη συνέχεια.

2. «Παλαιότατον όνομα του μέρους εκείνου της Φωκίδος κατά τους πρόποδας του Παρνασσού, ένθα έκειτο η πόλις των Δελφών […]· ωσαύτως το αρχαιότατον όνομα αυτών των Δελφών». (Liddel - Scott)