είσαι
στη ραψ.

Α

307-431

 


Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Ιλιάδα

Ιλιάδα, Α 307-431α

Η Ιλιάδα διαρκεί 51 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε τις παρακάτω μέρες:

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34

35

36

37

38

39

40

41

42

43

44

45

46

47

48

49

50

51

 

αρχική

   
 

 
  Διαθέσιμο και σε μετάφραση Θ. Μαυρόπουλου  
  Επαναληπτική άσκηση  

Α' Κείμενο

Β' Παράλληλα κείμενα
Γ΄ Θέματα για συζήτηση

Δ' Κείμενα από τη Βιβλιογραφία

Η Χρυσηίδα επιστρέφει στην πατρίδα της
Η Βρισηίδα οδηγείται στον Αγαμέμνονα
Η συνάντηση Αχιλλέα – Θέτιδας

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

  • Ο Αχιλλέας ετοιμάζει την εκδίκησή του

  • Το αίτημα του Αχιλλέα στη μητέρα του

  • Η υπόσχεση της Θέτιδας

Στόχοι:

  • Κατανόηση της αξίας της τιμής στην ομηρική κοινωνία και τη σχέση της με την ανδρεία.

  • Γνωριμία με τις άλλες πλευρές του χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα του έπους, του Αχιλλέα.

  • Κατανόηση ότι η συνάντηση του στρατιώτη-ήρωα (Αχιλλέα) με τη μητέρα του (Θέτιδα) εξυπηρετεί την εξέλιξη της πλοκής του μύθου και να χαρούν αυτή την πολύ ανθρώπινη και τρυφερή σκηνή που εκτυλίσσεται μέσα σ' ένα καθαρά πολεμικό περιβάλλον.

  • Εμβάθυνση στο θέμα της θεολογίας του έπους (ανθρωπομορφισμός, σχέσεις μεταξύ θεών, προομηρικές τερατόμορφες θεότητες, σχέσεις θεών και ανθρώπων -προσευχή).

  • Καλύτερη επισήμανση και κατανόηση των αφηγηματικών τεχνικών: α) επανάληψη (γεγονότων της δράσης που είναι ήδη γνωστά), β) προοικονομία, γ) επιβράδυνση, και το λειτουργικό τους ρόλο.

Αχιλλέας

 

Α' Κείμενο     Δες το αρχαίο κείμενο

 

Η ιστορία της Χρυσηίδας τελειώνει

Στες πρύμνες του και στες σκηνές εγύρισ' ο Πηλείδης
και οι σύντροφοί του οπίσω του με τον Μενοιτιάδη·
κι έριξ' ο Ατρείδης γρήγορο στην θάλασσαν καράβι
με κουπηλάτες είκοσι κι επάνω εκατόμβην
310 προς τον θεόν και ανέβασε την κόρην Χρυσηίδα·
και αρχηγός ο συνετός ανέβηκε Οδυσσέας.

Αχιλλέας Βρισηίδα
Αχιλλέας

Βρισηίδα

Βρισηίδα

 

Βρισηίδα


Ο Ευρυβάτης και ο Ταλθύβιος οδηγούν τη Βρισηίδα μακριά από τον Αχιλλέα

Αχιλλέας

Η απομάκρυνση της Βρισηίδας

Βρισηίδα

Βρισηίδα

Απομάκρυνση της Βρισηίδας.

Απομάκρυνση της Βρισηίδας

Βρισηίδα
Αχιλλέας Θέτιδα
Αχιλλέας

 

Θέτιδα

 

Θέτιδα

Θέτιδα


Η Θέτιδα παρηγορεί τον Αχιλλέα.

Καθαρμοί στο αχαϊκό στρατόπεδο

Κι ενώ στα πλάτη αρμένιζαν εκείνοι της θαλάσσης,
ο Ατρείδης να καθαρισθούν παράγγειλε τα πλήθη·
315 κι εκείνοι εκαθαρίζονταν και τ' αποπλύματ' όλα
έριχναν μες στην θάλασσαν, και τέλειες εκατόμβες
ταύρων κι ερίφων έκαιαν ακρόγιαλα του Φοίβου
και ανέβαιν' ως τον ουρανόν καπνός ευωδιασμένος.

Η Βρισηίδα

Τούτα ενεργούσαν στον στρατόν, και ασάλευτος ο Ατρείδης
320 σ' ό,τι εφοβέρισε απ' αρχής να κάμει του Αχιλλέως
είπε προς τον Ταλθύβιον και προς τον Ευρυβάτην,
που ήσαν αυτοί κήρυκες και ακόλουθοι δικοί του:
«Εις του Πηλείδη την σκηνήν αμέτε, του Αχιλλέως,
και από το χέρι πάρετε την κόρην Βρισηίδα,
325 και αν δεν την δώσει, με πολλούς θα έλθω να την πάρω
εγώ· μ' αυτό χειρότερα θα ταραχθεί η ψυχή του».
Είπε και τους ξαπόστειλε με δυνατές φοβέρες·
άθελα εκείνοι παίρνοντας την άκραν της θαλάσσης
στων Μυρμιδόνων τες σκηνές και τα καράβια φθάσαν.
330 Καθήμενον εις την σκηνήν σιμά και στο καράβι
τον ήβραν και να τους ιδεί δεν χάρηκε ο Πηλείδης.
Τότε από φόβον κι εντροπήν εμπρός στον βασιλέα
εκείνοι εμέναν άφωνοι και δεν τον ερωτούσαν·
τους νόησε και «χαίρετε, ω κήρυκες», τους είπε,
335 «αγγελιοφόροι του Διός και των θνητών ανθρώπων·
ελάτ' εμπρός, δεν φταίτε σεις, ο Αγαμέμνων φταίει
πόστειλε σας να πάρετε την κόρην του Βρισέως.
Πάτροκλε διογέννητε, την κόρην έξω βγάλε
και να την πάρουν δώσε την και ας είναι αυτοί μαρτύροι
340 προς τους θεούς, προς τους θνητούς και προς τον βασιλέα
εκείνον τον σκληρόψυχον, αν ποτέ φθάσει ανάγκη
από αχρείον όλεθρον να σώσω εγώ τους άλλους·
τωόντι αυτός λυσσομανεί με λογικά χαμένα
και δεν γνωρίζει τα εμπρός να ιδεί και τα κατόπι,
345 πώς να του μάχοντ' οι Αχαιοί γεροί σιμά στα πλοία».
Και απ' την σκηνήν ο Πάτροκλος την κόρην Βρισηίδα
έβγαλε και την έδωκε στα χέρια των κηρύκων,
κι ευθύς εκείνοι γύρισαν στων Αχαιών τα πλοία,
κι η ωραία κόρη εβάδιζε κατόπι λυπημένη·

Δέηση του Αχιλλέα
και εμφάνιση της μητέρας του

 

Θέτις και Πηλεύς, Εγγονόπουλος

350 τότε ο Πηλείδης έκλαιγε και στ' ακρογιάλι μόνος     1
καθήμενος εκοίταζε τ' απέραντα πελάγη
και θερμοευχήθη της μητρός απλώνοντας τα χέρια:
    2
«Μητέρ', αφού κοντόχρονον με έχεις γεννημένον,
έπρεπε καν ο βροντητής να μου χαρίσει ο Δίας
355 τιμήν και αντίς ολότελα δεν μ' έχει αυτός τιμήσει
ιδού τώρα με ατίμασεν ο μέγας Αγαμέμνων,
ότι μου άρπαξεν αυτός το δώρο μου και το 'χει».
Είπε με δάκρυα και η σεπτή τον άκουσε μητέρα
στα βάθη όπ' έμενε σιμά στον γέροντα γονέα
360 και σαν ομίχλη ανέβηκε μέσ' από τ' άσπρο κύμα.
Στο πλάγι αυτού που έκλαιεν εκάθισεν η θεία,
τον χάιδεψε, κατ' όνομα τον έκραξε και του 'πε:
«Τι κλαις, παιδί μου, στην καρδιά ποια λύπη σ' ήβρε; Ειπέ μου
ευθύς, μην το 'χεις μυστικό, κι εγώ να το γνωρίσω»

Ο Αχιλλέας παραπονείται

365 Κι ο Αχιλλεύς στενάζοντας της είπε: «Τα γνωρίζεις,
τι απ' αρχής να σου τα ειπώ; Την πόλιν την αγίαν
την Θήβην, που εβασίλευσεν ο μέγας Ηετίων,
πατήσαμε, κι εφέραμεν εδώ τα λάφυρά της·
κι ως έπρεπεν οι Αχαιοί τα μοιρασθήκαν όλα
370 και του Ατρείδη εδιάλεξαν την κόρην Χρυσηίδα·
ο ιερέας έπειτα του μακροβόλου Φοίβου
ο Χρύσης ήλθε στα γοργά των Αχαιών καράβια
με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρην του να λύσει,
και του θεού στο χέρι του τα στέφανα κρατώντας
375 στο σκήπτρο επάνω το χρυσό επρόσπεσεν εις όλους
τους Αχαιούς, αλλ' έξοχα στους βασιλείς Ατρείδες·
τότ' είπαν όλοι οι Αχαιοί τον γέροντ' ιερέα
να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν·
αλλά τούτο δεν έστερξεν ο Ατρείδης Αγαμέμνων,
380 και τον απόδιωξε κακά με δυνατές φοβέρες·
έφυγε ο γέρος με χολήν και τες ευχές του ο Φοίβος
άκουσ' ευθύς, ότι ο θεός πολύ τον αγαπούσε·
και στους Αργείους έριξε βέλος κακό, κι επέφταν
σωρός τα πλήθη, ως του θεού τα βέλη ολού πετούσαν

385 στο απέραντο στρατόπεδο των Αχαιών, και ο μάντις
ο γνώστης μάς φανέρωσεν ό,τι του είπε ο Φοίβος·

τότε ο θεός να ιλεωθεί συμβούλευσα εγώ πρώτος·
με τούτο σφόδρα εθύμωσεν ο Ατρείδης κι εσηκώθη
και λόγον είπε φοβερόν, που είναι τελειωμένος.
390 Κι οι Αχαιοί προβόδησαν με γρήγορο καράβι
και προσφορές για τον θεόν την κόρην εις την Χρύσην,
αλλ' από τώρ' απ' την σκηνήν την κόρην του Βρισέως,
δώρο σ' εμέ των Αχαιών, οι κήρυκες μου επήραν·
και, αν δύνασαι, προστάτευσε συ το καλό παιδί σου·
395 ανέβα ευθύς στον Όλυμπον και πρόσπεσε στον Δία,
αν χάριν του 'καμες ποτέ με λόγον ή με έργον·
συχνά στο σπίτι του πατρός σ' άκουσα να καυχάσαι
    3
ότι τον μαυροσύννεφον Κρονίδην εσύ μόνη
των αθανάτων έσωσες απ' όλεθρον αχρείον,

400 όταν οι άλλοι Ολύμπιοι επήγαν να τον δέσουν,
η Ήρα με την Αθηνάν και ο Ποσειδών ακόμη,
και συ, θεά, τον λύτρωσες που φώναξες αμέσως
τον μέγαν εκατόγχειρον στες κορυφές του Ολύμπου·
απ' τους θεούς Βριάρεως, και απ' τους θνητούς Αιγαίων
405 λέγεται και στην δύναμιν περνά και τον πατέρα·
μ' έπαρσιν κάθισεν αυτός στο πλάγι του Κρονίδη,
και από τον φόβον του οι θεοί δεν έδεσαν τον Δία.
Τα γόνατά του αγκάλιασε και τούτα ενθύμισέ του,
στους Τρώας ίσως βοηθός θελήσει αυτός να γίνει,
    4
410 και ακρόγιαλα τους Αχαιούς να κλείσει προς τες πρύμνες
να σφάζονται για να χαρούν τον βασιλιά τους όλοι.
Να μάθει και ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων
πόσο ετυφλώθη ν' αψηφά των Αχαιών τον πρώτον».     5

Η Θέτιδα θα μεσολαβήσει
στον Δία

Και δάκρυα χύνοντας πολλά του απάντησεν η Θέτις:
415 «Υιέ μου, τι σ' ανάσταινα τον πικρογεννημένον;
Άλυπος καν και αδάκρυτος να κάθοσουν στες πρύμνες,
αφού δεν θέλ' η μοίρα σου πολύν καιρόν να ζήσεις·
αλλ' είσαι και ολιγόζωος και πίκρες ποτισμένος
σαν κανείς άλλος· άμοιρα στο σπίτι σ' εγεννούσα·
420 κι εγώ τον λόγον σου να ειπώ του βροντοφόρου Δία,
στον χιονισμένον Όλυμπον θα υπάγω, αν θα μ' ακούσει·
συ ωστόσο από τον πόλεμον τραβήξου και στες πρύμνες
425 ησύχαζε, των Αχαιών να δείξεις τον θυμόν σου·
και ο Δίας στον Ωκεανόν, που τον καλούν οι θείοι
Αιθίοπες κατέβη χθες και όλ' οι θεοί μαζί του·
και μετά ημέρες δώδεκα στον Όλυμπον θα γύρει,
και τότε στα χαλκόστρωτα θ' ανέβω δώματά του,
430 να του προσπέσω ταπεινά κι ελπίζω να μ' ακούσει.
Είπε κι εκεί τον άφησε περίσσια χολωμένον,
οπού την ομορφόζωνην του επήραν κορασίδα
δυναστικώς.

 

 

 

 

 

Σημειώσεις

 
 

στ. 350-352 Μετά την αποχώρηση της Βρισηίδας ο Αχιλλέας απομακρύνεται μόνος στην άκρη της θάλασσας, όπου θρηνώντας επικαλείται τη μητέρα του.

στ. 350-357 συμπληρωματικά σχόλια: Επισημαίνουμε ότι η προσευχή γίνεται στο ακρογιάλι και απευθύνεται στην κοντινότερη θεότητα αυτού που προσεύχεται. Το ίδιο παρατηρούμε στην προσευχή του Χρύση (Α στ. 35-46) ή του Τηλέμαχου στην Οδύσσεια (β 260-269, μτφρ. Ζ. Σίδερη). Το σκηνικό («μόνος στ' ακρογιάλι... εκοίταζε τ' απέραντα πελάγη») δικαιολογείται από την ιδιαίτερη σχέση του Έλληνα της ομηρικής (αλλά και κάθε) εποχής με τη θάλασσα, στην οποία απέδιδε διάφορες ιδιότητες (π.χ. καθαρτικές) και την οποία θεωρούσε κατοικία πολλών θεοτήτων. Το γεγονός μάλιστα ότι η προσευχή του ήρωα απευθύνεται σε θαλάσσια θεότητα είναι ένας ακόμη λόγος για να γίνει στην ακρογιαλιά. Αξίζει ακόμη να σημειώσουμε ότι και στις τρεις προσευχές που αναφέρθηκαν η θεότητα ανταποκρίνεται αμέσως, είτε υλοποιώντας το αίτημα που της υποβλήθηκε (Απόλλωνας -προσευχή Χρύση) είτε με την εμφάνισή της (Αθηνά στον Τηλέμαχο με ενανθρώπιση και Θέτιδα στον Αχιλλέα με επιφάνεια).

στ. 353 κοντόχρονον: σύμφωνα με το μύθο, ο Αχιλλέας θα πέθαινε νέος, πριν από τη λήξη του Τρωικού πολέμου. Αντιστάθμισμα για τον πρόωρο θάνατο ήταν η τιμή που θα κέρδιζε ο ήρωας (βλ. στ. 354-355).

στ. 353 συμπληρωματικά σχόλια: Ο Αχιλλέας δε γνωρίζει ότι θα πεθάνει πριν από το τέλος του Τρωικού πολέμου. Ο ποιητής όμως διαμορφώνει τη μελλοντική εξέλιξη και υποβάλλει τη σχετική γνώση στον Αχιλλέα. Μόνο έτσι δικαιολογείται αυτή η προαίσθηση. Η βραχύτητα της ζωής, ωστόσο, έπρεπε να συνοδεύεται από μια τιμημένη ζωή. Η αντίληψη αυτή έχει συνδεθεί με μιαν άλλη, που υποστηρίζει ότι όποιον τον αγαπάει ο θεός πεθαίνει νέος (νέος ἀπόλλυται ὅντινα θεός φιλεῖ). Το θέμα του πρόωρου θανάτου του ήρωα θα επαναλαμβάνεται σ' όλη τη διάρκεια του έπους (πρβ. Α στ. 417). Στη ραψωδία Ι βέβαια, για λόγους που εξυπηρετούν τη σκηνή της «πρεσβείας», ο Αχιλλέας παρουσιάζεται να έχει το δικαίωμα να διαλέξει ανάμεσα σε μια ήσυχη και μακροχρόνια αλλά στερημένη από δόξα ζωή και σε έναν πρόωρο, ένδοξο και τιμημένο θάνατο (1410-416). Αυτόν το θάνατο θα διαλέξει βέβαια στο Σ97 κ.εξ., θέλοντας να εκδικηθεί το θάνατο του Πάτροκλου.

στ. 354 βροντητής: παραδοσιακό επίθετο του Δία, του θεού που κρατούσε τον κεραυνό. Πρβ. Βροντοφόρος (στ. 590), όπου το επίθετο χρησιμοποιείται ουσιαστικοποιημένο.

στ. 355 αντίς: η πρόθεση αντί, που συντάσσεται με όνομα, έχει μετατραπεί από το μεταφραστή σε επίρρημα (= αντίθετα) και συντάσσεται με ρήμα: «τώρα όμως, αντίθετα, αυτός δε με έχει τιμήσει καθόλου».

στ. 350-357: συμπληρωματικά σχόλια: Επισημαίνουμε ότι η προσευχή γίνεται στο ακρογιάλι και απευθύνεται στην κοντινότερη θεότητα αυτού που προσεύχεται. Το ίδιο παρατηρούμε στην προσευχή του Χρύση (Α στ. 35-46) ή του Τηλέμαχου στην Οδύσσεια (β 260-269, μτφρ. Ζ. Σίδερη). Το σκηνικό («μόνος στ' ακρογιάλι... εκοίταζε τ' απέραντα πελάγη») δικαιολογείται από την ιδιαίτερη σχέση του Έλληνα της ομηρικής (αλλά και κάθε) εποχής με τη θάλασσα, στην οποία απέδιδε διάφορες ιδιότητες (π.χ. καθαρτικές) και την οποία θεωρούσε κατοικία πολλών θεοτήτων. Το γεγονός μάλιστα ότι η προσευχή του ήρωα απευθύνεται σε θαλάσσια θεότητα είναι ένας ακόμη λόγος για να γίνει στην ακρογιαλιά. Αξίζει ακόμη να σημειώσουμε ότι και στις τρεις προσευχές που αναφέρθηκαν η θεότητα ανταποκρίνεται αμέσως, είτε υλοποιώντας το αίτημα που της υποβλήθηκε (Απόλλωνας -προσευχή Χρύση) είτε με την εμφάνισή της (Αθηνά στον Τηλέμαχο με ενανθρώπιση και Θέτιδα στον Αχιλλέα με επιφάνεια).

στ. 359 Η Θέτιδα ήταν μια από τις Νηρηίδες, τις θυγατέρες του Νηρέα, του γέροντα της θάλασσας. Η θεά μετά τη γέννηση του Αχιλλέα εγκατέλειψε το θνητό σύζυγό της, τον Πηλέα, και ζούσε με τη θεϊκή υπόστασή της στα βάθη της θάλασσας. Όταν όμως η ποιητική ανάγκη το απαιτεί (π.χ. στ. 397) ο ποιητής τοποθετεί τη Θέτιδα στο παλάτι του Πηλέα στη Φθία.

στ. 360 σαν ομίχλη: παραμυθικό μοτίβο. Οι μορφές των παραμυθιών έρχονται στον πραγματικό κόσμο σαν ομίχλη και σιγά σιγά παίρνουν ανθρώπινη μορφή. Το ίδιο συμβαίνει και στα παραμύθια της Ανατολής (π.χ. στο λυχνάρι του Αλαντίν). Εδώ χρησιμοποιείται η ομίχλη για τον πρόσθετο λόγο ότι πρόκειται για θεότητα της θάλασσας και επειδή οι υδρατμοί που ανεβαίνουν από τη θάλασσα δίνουν την εντύπωση ανθρώπινης μορφής σε κάποιον που βρίσκεται σε απόσταση.

στ. 367 Θήβη: πόλη της Μυσίας κοντά στην Τροία. Βασιλιάς της ήταν ο Ηετίωνας, ο πατέρας της Ανδρομάχης, γυναίκας του Έκτορα. Την πόλη κυρίευσε ο Αχιλλέας, σκοτώνοντας το βασιλιά και τους εφτά γιους του (βλ. Ζ 395 κ.εξ. και Ζ 413 κ.εξ.). Τότε αιχμαλωτίστηκε και η Χρυσηίδα, που ήταν σε επίσκεψη στη Θήβα (πρβ. σχόλ. στ. 185).

στ. 376 έξοχα: κυρίως, πιο πολύ.

στ. 383-384 βέλος κακό... τα βέλη ολού πετούσαν: ο λοιμός, που τον προκαλούσαν τα βέλη του θεού, απλωνόταν παντού, σε όλες τις κατευθύνσεις του στρατοπέδου.

στ. 385-386 ο μάντις... ό,τι του είπε ο Φοίβος: ο ομηρικός άνθρωπος πίστευε ότι ο θεός αποκάλυπτε στο μάντη το θέλημά του και εκείνος το εξηγούσε στη συνέχεια με το χρησμό του.

στ. 387 να ιλεωθεί: να εξευμενιστεί ο θεός (πρβ. σχόλ. στ. 101).

στ. 397 κ.εξ. Η Ήρα, η Αθηνά και ο Ποσειδώνας, οι οποίοι είναι τώρα με το μέρος των Αχαιών, είχαν συνωμοτήσει κάποτε εναντίον του Δία. Ο μύθος αυτός δεν παραδίδεται από άλλη πηγή και μάλλον δημιουργείται εδώ από τον ποιητή, ώστε ο Δίας να χρωστά ευγνωμοσύνη στη Θέτιδα.

στ. 397 συμπληρωματικά σχόλια: Ο στίχος συμπυκνώνει την οικογενειακή ατμόσφαιρα που προσπαθεί να δημιουργήσει ο ποιητής σε όλη αυτήν τη σκηνή· εδώ ενώνονται τα τρία μέλη της οικογένειας που ζουν σε διαφορετικούς τόπους: ο πατέρας στη Φθία, η μητέρα στο βυθό της θάλασσας και ο γιος στην τρωική πεδιάδα.

στ. 398 μαυροσύννεφον: επίθετο του Δία (= αυτός που τον καλύπτουν μαύρα σύννεφα). Αλλού νεφελοσυνάκτης (στ. 512, 561 κ.α., πρβ. σχόλ. στ. 354).

στ. 403-404 Οι εκατόγχειρες ήταν τρεις, ο Βριάρεως, ο Γύης και ο Κόττος. Συχνά αναφέρονται στο έπος διαφορές στα ονόματα που έδιναν οι θεοί και σε εκείνα που έδινε η γλώσσα των ανθρώπων: π.χ. τον ποταμό της τρωικής πεδιάδας οι θεοί τον ονόμαζαν Ξάνθο, ενώ οι άνθρωποι Σκάμανδρο (Υ 73-74). Ίσως η διαφοροποίηση αυτή δείχνει μια τάση διαχωρισμού του θεϊκού από τον ανθρώπινο κόσμο και τρόπο σκέψης.

στ. 408 τα γόνατά του αγκάλιασε: στην τυπική στάση ικεσίας ο ικέτης με το ένα χέρι του άγγιζε το πηγούνι του προσώπου που ικέτευε και με το άλλο τού αγκάλιαζε τα γόνατα (πρβ. στ. 501 κ.εξ.).

στ. 409-411 συμπληρωματικά σχόλια: Η βοήθεια του Δία προς τον Αχιλλέα θα ήταν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε οι Τρώες να στριμώξουν τους Αχαιούς στην άκρη της θάλασσας, κολλητά στις πρύμνες των πλοίων· αυτό οι Αχαιοί θα το οφείλουν στο καταστροφικό πείσμα του Αγαμέμνονα. Ο ειρωνικός τόνος της φράσης «για να χαρούν τον βασιλιά τους όλοι» είναι έκδηλος, ενώ η ενοχοποίηση όλων των Αχαιών συνεχίζεται από τον Αχιλλέα.

Ο ρόλος της Θέτιδας σ' αυτόν το μύθο δείχνει ότι αυτή είναι η καταλληλότερη θεότητα για να μεταφέρει το αίτημα του Αχιλλέα στο Δία· δεν είναι μόνο η μητέρα του αδικημένου ήρωα, αλλά και εκείνη που κάποτε έσωσε με τις ενέργειές της τον πατέρα των θεών από βέβαιο κίνδυνο. Υποβάλλοντας λοιπόν το αίτημά της δεν θα επικαλεστεί μόνο το δίκιο του γιου της, αλλά και τη χάρη που της χρωστά από παλιά ο Δίας (δίκαιο της προσφοράς - ανταπόδοσης). Ο Αχιλλέας υποδεικνύει επίσης στη μητέρα του να πάρει την τυπική στάση της ικεσίας (στ. 408· πρβ. στ. 395), ώστε η μεσολάβησή της να είναι αποτελεσματική.

στ. 413 συμπληρωματικά σχόλια: Διαπιστώνουμε επίσης ότι στην προσευχή του Πηλείδη κυριαρχεί η έννοια της τιμής (τιμήν, τιμήσει στ. 355· ατίμασεν στ. 356)· ο ήρωας μάλιστα παρουσιάζει την τιμή σαν κάτι που του το οφείλουν οι θεοί (ο Δίας, στ. 354), σαν αντιστάθμισμα στο γεγονός ότι θα πεθάνει νέος (κοντόχρονον, στ. 353). Εκείνο που θλίβει τον Αχιλλέα δεν είναι η σύντομη ζωή (μία μόνο αναφορά, στ. 353), αλλά η ηθική μείωση και η ατίμωση (τέσσερις αναφορές, στ. 355α, 355β, 356, 357) που υφίσταται με τη βίαιη αφαίρεση του δώρου του («άρπαξεν το δώρο», στ. 357). Το δώρο (γέρας) για τον ομηρικό ήρωα ήταν η ανταμοιβή και η αναγνώριση της ανδρείας του στη μάχη. Και η τιμή, αποτέλεσμα της ανδρείας του, δεν ήταν αξία ιδεατή, αλλά είχε και το υλικό της αντίκρισμα, που εκφραζόταν ως έμπρακτη αναγνώριση από την κοινωνία των συμπολεμιστών και ως υλικό όφελος (αριστείον, γέρας).

στ. 415 κ.εξ. Η Θέτιδα ως θεά γνωρίζει ότι για τον Αχιλλέα είναι δοσμένο από τη μοίρα του να ζήσει λίγο (βλ. σχόλ. στ. 353), γι' αυτό τον χαρακτηρίζει πικρογεννημένον (= γεννημένος για να δοκιμάζει πίκρες). Ως αντάλλαγμα, λοιπόν, για τη λίγη ζωή που του έχει δοθεί από την κακή μοίρα του (άμοιρα, στ. 419) θα έπρεπε να κάθεται στα καράβια του χωρίς λύπες και χωρίς δάκρυα.

στ. 420 βροντοφόρος: στο πρωτότυπο τερπικέραυνος = αυτός που τέρπεται, που χαίρεται με τους κεραυνούς (πρβ. σχόλ. στ. 354).

στ. 425 Αιθίοπες: οι Αιθίοπες ήταν μυθικός λαός που, όπως μαρτυρεί και το όνομά τους, ήταν μελαψοί. Κατοικούσαν στα δύο άκρα της γης (βλ. Οδύσσεια, α 27 κ.εξ.), κοντά στον Ωκεανό, αφού σύμφωνα με την ομηρική αντίληψη η γη ήταν επίπεδη και την περιέβαλλε ο ποταμός Ωκεανός. Οι Αιθίοπες ήταν ευσεβείς και αγαπητοί στους θεούς, γι' αυτό χαρακτηρίζονται θείοι (στ. 424).

στ. 426 ημέρες δώδεκα: υπολογίζονται από τη μέρα που μιλάει η Θέτιδα. Ο αριθμός είναι τυπικός (βλ. σχόλ. στ. 54).

στ. 429 χαλκόστρωτα: στο παλάτι του Δία το πάτωμα είχε επένδυση από χαλκό, όπως και το ανάκτορο του Αλκίνοου (Οδύσσεια, η 38 κ.εξ.). Το επίθετο είναι κοσμητικό και θέλει να δηλώσει τον πλούτο και την πολύτιμη κατασκευή.

στ. 431 δυναστικώς: με τη βία, χωρίς τη θέλησή του.

 

 

Β' Παράλληλα Κείμενα

 
 

 

 Η προσευχή του Τηλέμαχου

 

«Τράβηξε κι ο Τηλέμαχος αλάργα στ' ακρογιάλι
κι αφού στο κύμα νίφτηκε στην Αθηνά δεόνταν ·
"Άκου με, αθάνατη θεά, που χτες στο σπίτι μου ήρθες
και μου 'πες στο θαμπό γιαλό να τρέξω με καράβι,
να μάθω του πατέρα μου το γυρισμό, που λείπει
χρόνια στα ξένα. Κι οι Αχαιοί μου φέρνουν όλο εμπόδια
κι οι φαντασμένοι πιο πολύ μνηστήρες απ' τους άλλους".
Έτσι δεήθη κι ήρθε ευτύς η Αθηνά κοντά του
μοιάζοντας με το Μέντορα σ' όλα, φωνή και σώμα,
κι έτσι με λόγια πεταχτά του 'δωσε θάρρος κι είπε».

(Οδύσσεια β 260-269, μτφρ. Ζ. Σίδερης, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα χ.χ.)

 

Η στέρηση του πολεμικού βραβείου είχε ως συνέπεια την ατίμωση του ήρωα


Αίας: Αι, αι - ποιος θα το πίστευε πως έτσι
βαλμένο στ' όνομά μου θα ταιριάζει
στα πάθη μου· τι δυο φορές μου πρέπει
και τρεις να κράζω αιαι, μια και με βρήκαν
χαλασμοί τέτοιοι, εμένα που ο γονιός μου
πήρε απ' αυτήν εδώ τη γη της Ίδης,
πρώτος μες σ' όλο το στρατό, τα πρώτα
βραβεία και φορτωμένος λαμπρή δόξα
γύρισε στην πατρίδα του- κι ο γιος του
εγώ, στον ίδιο τόπο της Τρωάδας
φτασμένος ύστερα κι όχι πιο λίγη
δείχνοντας απ' αυτόν αντρεία κι έργα
μικρότερα καθόλου, ντροπιασμένος
χάνομαι απ' τους Αργείους. Όμως έχω
τη γνώμη πως καλά το ξέρω ετούτο.
Αν ζούσ' ο Αχιλλέας κι ήταν να κρίνει
ποιος θ' άξιζε για την παλικαριά του
τα όπλα του να λάβει, κανείς άλλος
εξόν εμένα δε θα τα 'παιρνε- μα τώρα
σ' έναν πανούργο τα 'δωσαν οι Ατρείδες,
καταφρονώντας τη δικιά μου αξία. [...]
Πίσω να φύγω στην πατρίδα μου, το Αιγαίο
πέλαγο να περάσω, τους Ατρείδες
μόνους και το καραβοστάσι παρατώντας;
Και με τι μάτια το γονιό μου Τελαμώνα
θα δω; Πώς η καρδιά τον θα βαστάξει
να μ' αντικρίσει μπρος τον μ' άδεια χέρια
δίχως βραβεία παλικαριάς, που εκείνος
πήρε γι' αυτά λαμπρό στεφάνι δόξας;
Όχι, δεν το μπορώ.


(Σοφοκλής, Αίας, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, στ. 509-529, 545-554 [430-446, 460-466 στο πρωτότυπο], ΟΕΔΒ, Αθήνα 2000)

 

 

Γ' Θέματα για συζήτηση

 
 

1. Ποιο είναι το αίτημα του Αχιλλέα και γιατί η Θέτιδα είναι η πιο κατάλληλη θεότητα για να το μεταφέρει στον Δία; Πώς αντιδρά η Θέτιδα στο αίτημα του γιου της, τι του υπόσχεται και τι τον προτρέπει να κάνει; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας με στοιχεία από το κείμενο.

2. Συγκρίνοντας την εικόνα που παρουσιάζει ο Αχιλλέας στη συνάντηση με τη μητέρα του (στ. 350-430) με την εικόνα που σχηματίσατε γι' αυτόν κατά τη φιλονικία του με τον Αγαμέμνονα στη συνέλευση των Αχαιών (στ. 122 κ.εξ.), ποιες διαφορές παρατηρείτε; Να στηρίξετε την απάντησή σας με χωρία του κειμένου.

3. Μελετώντας τους λόγους του Αχιλλέα (στ. 353-357 και 365-413), τι συμπεραίνετε για την αξία της τιμής στην ομηρική κοινωνία; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.

4. Προσέξτε την παρουσία της Θέτιδας στο πλαίσιο της αντίληψης περί ανθρωπομορφισμού των θεών (βλ. ερώτηση 4 στην προηγούμενη ενότητα) και σημειώστε ποια στοιχεία της συμπεριφοράς της είναι ανθρώπινα και ποιες ιδιότητές της παραμένουν θεϊκές. Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

5. Σε ποια σημεία της ενότητας ο ποιητής χρησιμοποιεί τις αφηγηματικές τεχνικές της προοικονομίας (τι προοικονομείται κάθε φορά;) και της επιβράδυνσης; Τι πετυχαίνει με τη χρήση τους απέναντι στον Αχιλλέα και απέναντι στον ακροατή του έπους;

6. Να συγκρίνετε τις προσευχές του Αχιλλέα (στ. 353-357), του Χρύση (στ. 37-42) και του Τηλέμαχου (βλ. Παράλληλο κείμενο). Προσέξτε επίσης το σκηνικό χώρο όπου γίνονται οι προσευχές και τι ακολουθεί αμέσως μετά. Να σημειώσετε τις ομοιότητες και να δικαιολογήσετε τις διαφορές. Τι παρατηρείτε;

 

 
 

 

 

Δ Κείμενα από τη Βιβλιογραφία

 
 

1. Η εμφάνιση της Θέτιδας

 

«Η ακόλουθη σκηνή ανάμεσα στον Αχιλλέα και τη μητέρα του τη Θέτιδα έχει μεγάλη σημασία για την πλοκή του ποιήματος, καθώς οδηγεί κατευθείαν στην ήττα των Ελλήνων και στο θάνατο του Πατρόκλου. Η σημασία της έγκειται επίσης στο ότι παρουσιάζει για πρώτη φορά ένα από τα σπουδαιότερα θέματα του ποιήματος, την αγανάκτηση και τη θλίψη που νιώθει ο άνθρωπος απέναντι στο απώτατο για το ανθρώπινο γένος όριο, το θάνατο. Ο Αχιλλέας, θλιμμένος, πηγαίνει στην έρημη ακρογιαλιά και καλεί τη μάνα του, τη θαλασσινή θεά. Στην προσευχή του η συνήθης διεκδίκηση της θείας εύνοιας προσλαμβάνει (περίπτωση μοναδική σ' όλο το ποίημα) τη μορφή μιας επίκλησης βασισμένης στο γεγονός ότι η ζωή του θα είναι τόσο σύντομη. Η Θέτις αναδύεται από τα ύδατα σαν αχλή, σε μια δραστικά αόριστη σύμφυρση παρομοίωσης και μεταμόρφωσης — δεν πρέπει να φαντασθούμε μιαν ανθρωπόμορφη οντότητα να ξεπετιέται από τα κύματα, αλλά μια θαλασσινή αχλή που βαθμιαία συμπυκνώνεται σε ανθρώπινη μορφή πλάι στο δακρυσμένο ήρωα. Μιλεί για τα πάθη του ώρα πολλή, αφού πρέπει να νιώσομε το μέγεθος του πόνου του, προτού να εξαφανισθεί στα παρασκήνια για πάρα πολλές ραψωδίες- στο ανθρώπινο επίπεδο, εξάλλου, είναι απόλυτα δικαιολογημένο, από ψυχολογική άποψη, να ιστορήσει τα πάθη του στη στοργική του μητέρα. Τέλος, της ζητεί να εξασφαλίσει τη βοήθεια του Διός, προκειμένου να ηττηθούν οι Έλληνες όσο εκείνος θα λείπει. Εκείνη συμφωνεί, και τα πρώτα-πρώτα λόγια της επιτείνουν την τραγικότητα της κατάστασής του, καθώς επαναλαμβάνει ότι ο γιος της δεν είναι μονάχα θνητός σαν όλους τους ανθρώπους, αλλά και σημαδεμένος από τη μοίρα να πεθάνει νέος (στ. 417-418). Εκείνη φεύγει- μα τα λόγια του ποιητή δεν μας οδηγούν να την ακολουθήσομε στο δρόμο της επιστροφής της, όπως συνήθως συμβαίνει στο τέλος των πιο πολλών από τις επισκέψεις θεοτήτων, αλλά μας κρατούν εκεί, στην ακρογιαλιά, πλάι στο θλιμμένο Αχιλλέα» (Edwards M.W., σελ. 251-252).

 

 

2. Ο θρήνος του Αχιλλέα

 

«[...] Στην ομηρική Ιλιάδα οι ήρωες θρηνούν και δεν νιώθουν καθόλου την ανάγκη να δικαιολογηθούν γι' αυτό. Η χειρότερη βρισιά για έναν ομηρικό ήρωα ήταν να τον αποκαλέσουν γυναίκα- συμβαίνει μάλιστα σε κάποια σκηνή τον ιλιαδικού έπους ένας Αχαιός να επιπλήξει τους συμπολεμιστές του για τη συμπεριφορά τους, αποκαλώντας τους "Αχαΐδες" (για παράδειγμα ο Μενέλαος στο Η 96- πρβ. Β 235 και Θ 163), ποτέ όμως η μομφή αυτή δεν οφείλεται στα δάκρυά τους.

Όταν ο Αχιλλέας παρομοιάζει τον Πάτροκλο, που κλαίει, με μικρό κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μητέρα του (Π 7 κ.εξ.), ο φίλος του ήρωα δεν αντιδρά αρνητικά σ' αυτά τα λόγια και τα προσπερνά χωρίς καν να τα σχολιάσει, γεγονός που δείχνει ότι τα αντιλαμβάνεται σαν έκφραση στοργής και τρυφερότητας. Όταν πάλι στη συνέλευση των Αχαιών ο Αγαμέμνονας, «χύνοντας δάκρυα σα βρύση», προτείνει να πάρουν το δρόμο της επιστροφής άπρακτοι, δέχεται την επίθεση του Διομήδη που τον κατηγορεί για δειλία, όχι όμως εξαιτίας των θρήνων του, αλλά για την ηττοπάθεια που δείχνει η πρότασή του (19 κ.εξ.).

Φαίνεται λοιπόν πως το κλάμα δεν είναι υποτιμητικό για τον ομηρικό ήρωα – αυτός μπορεί να αφήσει τα δάκρυά του να κυλήσουν ελεύθερα είτε σε μια ιδιωτική σκηνή μ' ένα φίλο είτε μπροστά στους συντρόφους στη μάχη, ακόμη και στη συνέλευση του στρατού, έστω και αν είναι ο αρχιστράτηγος, χωρίς να φοβάται ότι θα του προσάψουν γι' αυτό δειλία και έλλειψη ανδρείας. Στην Ιλιάδα τα δάκρυα ρέουν άφθονα- η ίδια η ομηρική μάχη εξάλλου δεν είναι μόνο κυδιάνειρα αλλά και δακρυόεσσα (Ν 765), αφού κλείνει μέσα της τόσο κλέος όσους και θρήνους-και ο πόλεμος, είτε λέγεται με τ' όνομά του είτε μετωνυμικά "Άρης", χαρακτηρίζεται δακρυόεις και πολύδακρυς δηλαδή πρόξενος πολλών δακρύων (π.χ. Ε 737, Θ 388 και Τ 318).

[...] Παράδειγμα ο Αχιλλέας, ο αντιπροσωπευτικότερος ομηρικός ήρωας, πρότυπο ηρωισμού και ανδρείας, του οποίου τα δάκρυα μνημονεύονται από την αρχή ως το τέλος της Ιλιάδας πλάι στα κατορθώματά του, έτσι που ο λόγος της μητέρας του στην αρχή του έπους (Α 415), ότι ο γιος της, αν και "λιγόζωος , ωκύμορος, δεν μένει ποτέ αδάκρυτος και απήμων, να ηχεί σαν τραγική προσήμανση που βγαίνει αληθινή. Πράγματι, αν η Ιλιάδα είναι το έπος της οργής του Αχιλλέα, είναι ταυτόχρονα και το έπος του πόνου του, που εκφράζεται με θρήνους. Όταν ο Αγαμέμνονας του αφαιρεί βίαια το τιμητικό γέρας του, τη Βρισηίδα, ο ήρωας κλαίει στην άκρη της θάλασσας (Α 349 κ.εξ.). [...] Στον κόσμο του Ομήρου, λοιπόν, τα δάκρυα δεν "ανατίθενται" στους "κατώτερους ανθρώπους" ούτε στις λιγότερο "σπουδαίες" γυναίκες, αλλά ο ποιητής τα δίνει απλόχερα στους εξοχότερους και ευγενέστερους, και μάλιστα στους πιο ανδρείους. [...]

Ο σκηνικός χώρος του ηρωικού θρήνου. [...] Οι άνδρες, όπως είναι φυσικό, κλαίνε έξω, στο χώρο δράσης του αρσενικού. Βρέχουν με τα δάκρυά τους το πεδίο της μάχης, το οποίο κάποια άλλη στιγμή θα το ποτίσουν με το αίμα τους- είναι και αυτό ακόμη μια ένδειξη ότι οι ήρωες δεν ντρέπονται για τα δάκρυά τους. Ο Αχιλλέας, όταν χάνει το αγαπημένο του τιμητικό δώρο, τη Βρισηίδα, κλαίει θίν' ἐφ' ἁλός πολιῆς, ὁρόων ἐπ' ἀπείρονα πόντον, και όταν ο αγαπημένος του εταίρος κείτεται στο νεκροκρέβατο, ο ίδιος ο ήρωας και οι σύντροφοί του βρέχουν με τα δάκρυά τους την άμμο (Ψ 15-16). Ο πολεμιστής πρέπει να κλάψει έξω, πάνω στα όπλα του (Ψ 15-16), δίπλα σ' αυτούς που τον συντροφεύουν στη μάχη, πλησιάζοντας το νεκρό με τα άλογα και τα άρματα της μάχης (Ψ 8)- και αυτή η εικόνα δημιουργεί την εντύπωση ότι θρήνος και μάχη συγγενεύουν για τον ομηρικό ήρωα. Ακόμη και όταν ο θρήνος γίνεται στον εσωτερικό χώρο μιας σκηνής (Τ 303 κ.εξ.), αυτό το εσωτερικό αποτελεί μέρος του ευρύτερου εξωτερικού ανοικτού χώρου του στρατοπέδου, που αποτελεί πεδίο δράσης του ήρωα. Στο παλάτι του Πριάμου, το οποίο βρίσκεται έξω από τα όρια του στρατοπέδου, στον περίκλειστο χώρο της πόλεως, ο γέροντας βασιλιάς και οι γιοι του θρηνούν τον Έκτορα έξω στον αυλόγυρο (Ω 161 κ.εξ.), ενώ οι κόρες και οι νύφες του θρηνούσαν μέσα στο παλάτι (Ω 166). Ο ομηρικός ήρωας εκθέτει το θρήνο του στο φως, στο γνώριμο χώρο της δράσης του, σε αντίθεση με τη γυναίκα που κλαίει στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού. [...]

[...] Τα δάκρυα των ομηρικών ηρώων είναι πολλά, χωρίς όμως να είναι ένδειξη αδυναμίας ή μικροψυχίας- αντίθετα, εκφράζουν δυναμισμό και ζωντάνια και μάλιστα υπαγορεύονται από τις ίδιες αξίες που αποτελούν την καύσιμη ύλη του "ηρωικώς δραν". Στο θρήνο, όπως και στον πόλεμο, η συμπεριφορά του ήρωα ρυθμίζεται από τους κανόνες και τις αξίες του επικού ηρωικού κώδικα, στον οποίο την πρωτοκαθεδρία κατέχει η τιμή. Ο τρόπος, εξάλλου, με τον οποίο παριστάνει ο ποιητής τον ηρωικό θρήνο, χαρακτηρίζεται από την ενεργητικότητα και την αρρενωπότητα που ταιριάζει στο ηρωικό επικό πρότυπο. Ο πολεμιστής που κλαίει είναι σαν να διπλασιάζεται: η δύναμη και η ενέργεια που απελευθερώνονται και εξωτερικεύονται μέσω των δακρύων του εγγράφονται στο κορμί του, εκφράζονται σωματικά, όπως η πολεμική ορμή που δείχνει στη μάχη. Τέτοιους θρήνους και οδύνες μόνο ήρωες μπορούν να υποφέρουν και να εκφράσουν· και μάλιστα οι ομηρικοί ήρωες, οι οποίοι δεν είναι μέσες μορφές, αλλά, κατά την αριστοτελική έκφραση, ακρότητες ως προς την τελειότητα: ακρότητες τόσο ως προς την αρετή-ανδρεία, όσο και ως προς την έκφραση των συναισθημάτων τους.»

(Πανούσης Γ.Α., «Θρήνοι ηρώων...., σελ. 43-51)