Ιστοσελίδα της Λυσσαρέας Αρκαδίας

Home Δημοτικό Τραγούδι Αρχαία Ηραία Μαθητικό Βήμα Παραδοσιακή Μαγειρική Συνδέσεις

 






Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ
«ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΟΥΡΗ»
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:  ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΖΟΜΕΝΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ
(σε πολυτονικό σύστημα με γραμματοσειρές
«palatino linotype»)
 



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Α.       ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΜΥΝΑ

Το Ἁμόριον τῆς Βορειοανατολικῆς Φρυγίας βρισκόταν σε μιά ἀπ' τίς σημαντικότερες για τή Μικρά Ἀσία στρατηγικές θέσεις, στο  σταυροδρόμι  τῶν ἐμπορικῶν δρόμων προς Νότον (Ἀττάλεια), προς Ἀνατολάς (Ἄγκυρα - Καππαδοκία), πρός βορά (Κωνσταντινούπολη) καί πρός Δυσμάς (Τροία - Σμύρνη). Τά ἐρείπια τοῦ Ἁμορίου οἱ ἀρχαιολόγοι τά τοποθετοῦν κοντά στό Σεργιάν Καλέ μεταξύ  Δορυλαίου (Ἐσκί Σεχίρ) καί Πεσσινοῦντος (στό δρόμο πρός τήν Ἄγκυρα). Οἱ πόλεις καί τά χωριά τῆς περιοχῆς ἀκόμη καί σήμερα ἔχουν τήν κατάληξη - σεχίρ (ὀχυρό) ἤ -χισάρ (Ἀκρόπολις). Ἡ κατοχή τῶν ὀχυρῶν καί ἰδίως  τοῦ Ἁμορίου καί τοῦ Δορυλαίου ἥταν ἀπαραίτητη γιά τόν ἔλεγχο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Τή στρατηγηκή σημασία τῶν ὀχυρῶν τῆς Β.Α. Φρυγίας γνώριζαν και οἱ Ἄραβες τόν 7ο αι. Τό 667 ὁ χαλίφης τῶν Ἀράβων Μωαβιά πρίν ξεκινήσει τήν πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης ἔστειλε στρατό, κατέλαβε τό Ἁμόριον και τοποθέτησε φρουρά ἀπό 5.000 ἄνδρες. Μόλις ἡ εἴδηση ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη, ὁ Αὐκρατωρ Κώνστας Β΄ ἔστειλε τον στρατηγό Ἀνδρέα ὁ ὁποῖος μπῆκε στο Ἁμόριο και σκότωσε ὅλους τους Ἄραβες φρουρούς. Ποτέ πιά ὁ Μωαβιά δέν μπόρεσε να ἐπικρατήσει στή Μικρά Ἀσία. Καί ὅταν προσπάθησε νά πολιορκήσει τήν Κωνσταντινούπολη χωρίς ἔλεγχο τῶν περασμάτων τῆς Φρυγίας πρός τήν Ἄγκυρα, ἀπέτυχε παταγωδῶς. 

Ὁ τόπος εἶναι ἄγονος καί πτωχός γεμάτος φαράγγια και κακοτοπιές. Γι' αὐτό πολλοί νέοι ἀπό τό Ἁμόριον τῆς Φρυγίας προτιμοῦσαν τή στρατιωτική σταδιοδρομία από κάθε ἄλλη ἀσχολία. Κάποιοι ἔφθασαν σε μεγάλα ἀξιώματα. Ὅπως ὁ Μιχαήλ ὁ ἐπονομαζόμενος Τραυλός πού ὑπηρέτησε στό στρατηγεῖο τῆς περιοχῆς καί παντρεύτηκε τήν θυγατέρα τοῦ στρατηγοῦ. Άργότερα (τό 820) ὁ Μιχαήλ κατόρθωσε νά στεφθεί αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου ὡς Μιχαήλ Β΄.  



Β.   ΑΛΩΣΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ

Ὅλα ἄρχισαν ὅταν ὁ γιος τοῦ Μιχαήλ Β΄,αυτοκράτωρ Θεόφιλος, μαχόμενος στά ἀνατολικά σύνορα τῆς αὐτοκρατορίας,  διέταξε  τά βυζαντινά στρατεύματα νά εἰσβάλουν στήν πατρίδα τοῦ Ἄραβα χαλίφη Άλ Μοτασσέμ, τήν Σωζόπετρα (πόλη στίς ὄχθες τοῦ Εὐφράτη) Κατά τήν εἰσβολή διαπράχθηκαν ωμότητες (γενική σφαγή και λεηλασία).

Φαίνεται ὅτι ὁ χαλίφης Άλ Μοτασσέμ, εἶχε στείλει ἐπιστολή προς τον Θεόφιλο και  παρακαλοῦσε να σεβαστεί τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Πρότεινε εἰρήνη με εὐνοϊκούς ὅρους για τους Βυζαντινούς. Ὅμως ὁ Θεόφιλος ἀγνόησε την ἐπιθυμία τοῦ χαλίφη, δεν εξέτασε τήν πρόταση για εἰρήνη. Ἰσοπέδωσε τήν  Σωζόπετρα και πούλησε στα δουλοπάζαρα ὅσους κατοίκους διέφυγαν τή σφαγή. Τόν  χειμώνα ὁ Θεόφιλος ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη ὅπου, προκαλώντας τήν ὀργή τοῦ Ἀλ Μοτασσέμ τέλεσε θρίαμβο στόν ἱππόδρομο για να γιορτάσει τη νίκη ἐναντίον τῶν Ἀράβων.

Ὁ χαλίφης ὀρκίστηκε ἐκδίκηση. Διέταξε γενική ἐπιστράτευση ὅλο τό ἔτος 837. Συμβολικά στρατοπέδευσε στήν ἀρχαία Βαβυλώνα  (που ἥταν κάποτε πρωτεύουσα τοῦ Βαβυλωνιακοῦ Κράτους). Ἄν πιστέψουμε τόν Ἄραβα χρονογράφο Ἀμπού - Τεμμάμ - Έτ - Ταβί, συγκέντρωσε 130.000 ἱππεῖς ἀπό  τήν Κιλικία, την Παλαιστίνη, την Αἴγυπτο και τή Συρία. Στις ἀσπίδες και στά "φλάμμουρα" οἱ Ἄραβες στρατιῶτες εἴχαν γράψει τή λέξη ΑΜΟΡΙΟΝ (πάσῃ θυσίᾳ ἔπρεπε νά καταστρέψουν τήν πατρίδα τοῦ αὐτοκράτορα)
1

Τόν Αὔγουστο τοῦ 838 μπῆκαν στό βυζαντινό ἔδαφος, κατέλαβαν τήν Ἄγκυρα στις ὄχθες τοῦ Σαγκάριου ποταμοῦ και ἔκαψαν το Ἁμόριο (πατρίδα τοῦ Αὐτοκράτορα)
2
.  Πολλά λάφυρα (μεταξύ αὐτῶν, ἱερά σκεύη χρυσά και ἀσημένια) ὁ χαλίφης Ἄλ Μοτασσέμ τα μοίρασε στούς ἀξιωματικούς του. Λέγεται ὅτι  ἡ μεγαλόπρεπη Πύλη στα Ἀνάκτορα τῆς Βαγδάτης (γνωστή ὡς "Πύλη τοῦ Λαοῦ") μεταφέρθηκε ἀπό τό Ἁμόριο για να θυμίζει στούς Ἄραβες τό κατόρθωμά τους.

Ὁ γιός τοῦ Θεοφίλου, ὁ αὐτοκράτωρ Μιχήλ Γ΄ ὁ ὁποῖος γεννήθηκε το 838 (τη χρονιά που καταστράφηκε τό Ἁμόριο), πῆρε ἐκδίκηση ἀργότερα (το 858)  με σκληρό κτύπημα ἐναντίον τῶν Ἀράβων
3
.



Γ.   Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ἡ ἐκστρατεία τοῦ χαλίφη Ἀλ  Μοτασσέμ καί ἡ ἅλωσις τοῦ φρουρίου τοῦ Ἁμορίου ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση τόσο στόν Ἰσλαμικό ὅσο καί στόν Χριστιανικό λαό ὅλης τῆς  Ἀσίας. Μεταξύ τῶν πολλῶν χρονογραφιῶν πού περιγράφουν τήν ἅλωση, διακρίνονται ὡς περισσοτερο ἀξιόπιστες ἡ χρονογραφία τοῦ Ὀρθοδόξου πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Εὐτυχίου (στά ἀραβικά) καί ἡ χρονογραφία τοῦ Μονοφυσίτη ἐπισκόπου Ἀμπτούλ - Φαράντ (Βαραδαίου) στή συριακή γλώσσα
4
.

Ἀλλά καί στήν ἱστοριογραφία τοῦ Ἰσλάμ ἡ Ἅλωσις τοῦ Ἁμορίου ἄφησε ἔντονα ἴχνη.  Περιγραφή τῶν γεγονότων μᾶς παραδίδει ὁ Ἁλή - Μπέν - Ταμπατέμ προσθέτοντας ὅτι κάποιος "Ρούμ" (Ρωμιός) ἔπεσε στα χέρια τῶν Ἀράβων καί "πληροφόρησε"  τόν χαλίφη για τήν κατάσταση στήν "Αμουρεΐα" (στο  κάστρο τοῦ Ἁμορίου).

Ἐκτός ἀπό τά ἱστορικά κείμενα, σώζονται και Συναξάρια - ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικοί ὕμνοι - πού περιγράφουν ἤ ὑπαινίσσοντια τίς δραματικές στιγμές πού ἔζησαν ὁ Ἐπίσκοπος καί οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁμορίου.

Ἕνα σωρό Δημοτικά Τραγούδια ἔχουν το ἴδιο περιεχόμενο. Ὁ Κωνσταντίνος Σάθας
5,βρήκε σε βιβλιοθήκες "θρήνους" και "ακολουθίες"που γράφτηκαν για να τιμήσουν τούς ὑπερασπιστές τοῦ Ἁμορίου ὡς "μάρτυρες πού ἔπεσαν ὑπέρ πίστεως τόν Αὔγουστο τοῦ 838". Στή Καππαδοκία ἀκουγόταν μέχρι τό 1922 ἕνα θρηνητικό δημοτικό τραγοῦδι μέ τίτλο "Τό Κάστρο τῆς Μαροῦς". Εἶχε ὡς ὑπόθεση τή ζωή μέσα στό φρούριο τοῦ Ἁμορίου καί τή δραματική πτώση και καταστροφή του. Τήν ἴδια ὑπόθεση ἔχει  καί ὁ κύκλος δημοτικῶν τραγουδιῶν με τόν τίτλο "Το Κάστρο τῆς Ὡρῃᾶς" πού κυκλοφοροῦσε ὅλη τήν Ὑστεροβυζαντική Ἐποχή στόν Πόντο (Τραπεζούντα) και σέ πολλές παραλλαγές στήν Καππαδοκία (Σεβάστεια) και σέ ἄλλες περιοχές τῆς Ἑλλάδος, ἀκόμη και στήν Ἥπειρο καί στή Ρόδο. Ὁ  Σάθας πιστεύει ὅτι ἡ φράση "τό κάστρο τῆς Ὡρηά" εἶναι παραφθορά (ἤ κακή ποιητική ἀπόδοση) τῆς σωστῆς φράσης "τό κάστρο τῆς Ὡραίας"  δηλαδή τῆς ὡραίας Μαροῦς. (Ἅρα καί ὁ κύκλος τῆς Τρπεζοῦντος φαίνεται νά εἶναι παραλλαγή τοῦ κύκλου τῆς Καππαδοκίας) .

Τέλος τό ἑπικό ἀραβικό ποίημα  Ἄλ Μπααχγιά πού ἀποδίδεται στόν χρονογράφο Ἀμπού Τεμμάκ Έλ Ταμπί,  γράφηκε για να ἐξυμνήσει τά κατορθώματα τοῦ χαλίφη Ἀλ Μοτασσέμ ἰδίως στήν πολιορκία τῆς Ἄγκυρας καί τοῦ Ἁμορίου. Ὁ ίιδιος ὁ Ταμπιί το χαρακτηρίζει "επικό ποίημα". Ξεκινᾶ με τη φράση: "Το ξίφος εῑναι προτιμότερο ἀπό τά βιβλία". Ἀπό αὐτή τήν πρώτη φράση τοῦ ποιήματος, καταλαβαίνει κανείς ὅτι οἱ Ἄραβες στρατιῶτες ἐκτός ἀπό τή μεγάλη σφαγή και τις ἱερόσυλίες που διέπραξαν στό Ἁμόριο και στην Ἄγκυρα, κατέστρεψαν και βιβλιοθήκες.


Δ.   ΤΟ "ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΟΥΡΗ" ΩΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ πρῶτος ἐκδότης Ἑρρίκος Γκρεγκουάρ, τό "Ασμα τοῦ Ἁρμούρη" ἀνήκει καί αὐτό στόν κύκλο τῶν τραγουδιῶν που περιγράφουν τά κατορθώματα τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ Ἅμορίου τῆς Φρυγίας. Μέ τή διαφορά ὅτι ἀναφέρεται κυρίως στήν ἐκδίκηση τοῦ Μιχαήλ Γ΄ (ὅταν ἀνέκτησε τό "κάστρο" του Ἁμορίου και ἔδιωξε τους Ἄραβες περα ἀπό τόν Εὐφράτη). Ὁ Ἑρρίκος Γκρεγκουάρ πού τό δημοσίευσε  ὑποστηρίζει ὅτι είναι το μόνο τραγούδι που σώθηκε ὁλόκληρο στη γραπτή παράδοση. Πράγματι, ἔχουμε χειρόγραφα που παραδίδουν το ποίημα στην Κάρπαθο και στήν Κύπρο ἐνῶ βρέθηκε ἕνα Ἑλληνικό χειρόγραφο του 15ου αι. στη Μόσχα που περιέχει ὁλόκληρο το ποίημα.  

Το σύνολο τῶν ἐρευνητῶν που ἐπεξεργάστηκαν τό  ποίημα φιλολογικά συμφωνοῦν πώς γράφτηκε τόν ἕννατο αἰώνα, μετά τό 858 - δηλαδή  μετά την ἀνακατάληψη τοῦ Ἁμορίου ἀπό τα αὐτοκρατορικά στρατεύματα τοῦ  Μιχαήλ Γ΄. Ἡ γενική αὐτή ἄποψη ὅτι τό ἅσμα ἔχει σχέση μέ τό Ἁμόριον ἴσως στηρίζεται στόν τίτλο  (πού θυμίζει Ἁμόριον - και τόν καταγόμενο ἀπό τό Ἁμόριον). Ἅρα καί τό ὅνομα Ἁρμουρόπουλος (στίχοι 75 και 143) παραπέμπει στό γιό τοῦ καταγόμενου ἀπό τό Ἁμόριον.


Ἄν καί το ποίημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα πού αὐτόπτης μάρτυς (κάποιος στρατιώτης ἴσως), ἀφηγήθηκε ἀργότερα, ὅμως δέν εἶναι βέβαιο ἄν φράσεις ὅπως
«Τοῦ κὐρ - Ἁρμούρη ὁ υἱὀς» και «τό Ἁρμουρόπουλον» ὑπονοοῦν τόν ἴδιο το γιο τοῦ Θεόφιλου τον Μιχαήλ Γ΄ . Παρατηροῦμε ὅτι:
        α.   Ὁ
«Ἁρμουρόπουλος» (ὁ γιός τοῦ Ἁρμούρη) δεν μάχεται στό Ἁμόριο οὔτε μπαίνει στο κάστρο ἀλλά καταδιώκει τούς «Σαρακηνούς» πέρα ἀπό τόν Εὐφράτη. 
         β.    Ὁ
«Ἁρμουρόπουλος» περνά τόν   Εὐφράτη καί  ἀπελευθερώνει  τόν πατέρα του  που  ἥταν φυλακισμένος στή   Βαβυλώνα (στίχοι 101 κ.ἑ). Εἶναι ὅμως γνωστό ὅτι οὔτε ὁ Αὐτοκράτωρ Θεόφιλος οὔτε ὁ γιος του πιάστηκαν αἰχμάλωτοι τοῦ «αμιρά» (τοῦ Ἄραβα διοικητῆ). Ἴσως τό ποίημα περιγράφει ἑτεροχρονισμένα τίς ἀγωνιώδεις διαπραγματεύσεις τοῦ Θεόφιλου για ἀνταλλαγή τοῦ στρατηγοῦ Μελησσινοῦ μέ Ἄραβες αἰχμαλώτους.
         γ.         Ἡ τελική συμφιλίωση τοῦ "Ἀμιρᾶ" μέ τόν Ἁρμούρη ἐπισφραγίζεται μέ γάμο τοῦ γιού του, μέ τήν "θυγατέρα"  τοῦ Ἀμιρᾶ (στίχοι 194 - 197)


Ἡ Ἰστοσελίδα μας ἔχει τήν τιμή να παραδώσει στούς φίλους ἐπισκέπτες ὁλόκληρο τό κείμενο, ἀπό τό χειρόγραφο τῆς Μόσχας.

Γιῶργος Ἰωαννίδης


 ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΟΥΡΗ

Α.     Ο  ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ


  Σήμερον ἄλλος οὐρανός, σήμερον ἄλλη ἡμέρα,
  σήμερον τὰ ἀρχοντόπουλα θέλουν καβαλλικεύσει·
  μόνον τοῦ κὺρ Ἀρμούρη ὁ υἱὸς οὐδὲν καβαλλικεύει.
  Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει:
5 «Μάννα, νὰ πιχαρῇς τ᾿ ἀδέλφια μου,
  νὰ ἰδῇς καὶ τὸν πατέρα μου, μάννα, ἂς καββαλικεύσω».
  Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα τοῦ Ἀρμούρην συντυχαίνει:
  «Ἐσὺ μικρὸς καὶ ἀνέλικον, καβάλλα δὲν σὲ πρέπει.
  Ἀμμὴ ἂν θέλῃς, υἱὲ καλέ, διὰ νὰ καβαλλικεύσῃς,
10 ἀπάνω κρέμεται τὸ κοντάριν τοῦ πατρός σου,
  τὸ ἅρπαξεν ὁ κύρης σου ἐκ τὴν Βαβυλωνίαν,
  ἀπάνω κάτω ὁλόχρυσον διὰ λίθου μαργαριτάρι·
  καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς μιὰν φοράν, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς δύο,
  καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεῖς φορές, τότε νὰ καβαλλικεύσῃς».
15 Καὶ τότε πάλε τὸ παιδίν, τὸ μικρὸν Ἀρμουροπούλιν,
  κλαίοντας ἀνεβαίνει τὴν σκάλαν, γελῶντας κατεβαίνει.
  Προτοῦ τὸ πιάσῃ ἐπιάνετον, προτοῦ τὸ σείσῃ ἐσειέτον,
  εἰς τὸν βραχίονα του τό ῾δεσεν, ἐσείστη, ἐλυγίστη.
  Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει.
20 «Θέλεις, θέλεις, μάννα μου, ὀμπρός σου νὰ τὸ τσακίσω;»
  Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα του τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
  «Ἄμετε, ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, καὶ στρώσετε τὸν μαῦρον·
  στρώσετε, χαλινώσετε, τὸν μαῦρον τοῦ πατρός του,
  ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, σιμὰ εἰς νερὸν οὐδὲν ἐπῆε,
25 ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, οὐδὲν καβαλλικεύθη,
  καὶ τρώγει τὸ καρφοπέταλον, στέκει παλουκουμένον».
  Ἐδιέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ στρώνουν του τὸν μαῦρον,
  ἔδωκεν εἰς τοὺς βραχίονες του καὶ εὑρέθη καβαλλάρης.
  Ὥστε νὰ εἰπῇ «ἔχετε ὑγείαν», ἐδιέβη τριάντα μίλια,
30 ὥστε νὰ τὸν ἐπιλογηθοῦν, ἐδιέβη ἑξῆντα πέντε.

Β.     ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΥΦΡΑΤΗ

  Ἐκεῖ ἐδιὲ καὶ ἀνεβοκατέβαινε ἀντίπερα τὸν Ἀφράτην,
  ἀνέβη καὶ ἐκατέβη τον, καὶ πόρον οὐδὲν εὑρίσκει.
  Σαρακηνὸς ἐστέκετον, στέκει, ἀναγελᾷ τον:
  «Σαρακηνοὶ ἔχουσιν φαρία, ὁποὺ διώχνουν τοὺς ἀέρες,
35 τὴν φάσαν καὶ τὴν πέρδικα ἀπὸ πτεροῦ τὴν παίρνουν,
  καὶ τὸν λαγὸν εἰς τὸν ἀνήφορον ἀπὸ δρομοῦ τὸν σώνουν,
  κρατοῦν καὶ κολακεύουν τα καὶ ἐλεύθερα τὰ ἀφίνουν,
  καὶ πάλε δὲ ὅταν τοὺς φανῇ, τρέχουσιν, πιάνουσίν τα,
  καὶ τὸν Ἀφράτην ποταμὸν οὐκ ἠμποροῦν περᾶσαι,
40 καὶ ἐσὺ μὲ τὸ παρίππιν σου θέλεις νὰ τὸν περάσῃς;»
  Τὸ νὰ τ᾿ ἀκούσῃ ὁ νεώτερος πολλὴν μανίαν ἐπῆρεν·
  πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, διὰ νὰ περάσῃ πέρα.
  Ἦταν ὁ Ἀφράτης δυνατός, ἦτον καὶ βουρκωμένος,
  εἶχεν καὶ κύματα βαθέα, ἦτον καὶ ἀποχυμένος,
45 πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του κρούει τον καὶ ὑπάγει,
  στριγγιὰν φωνὴν ἀνέσυρεν, ὅσην καὶ ἂν ἐδυνέτον:
  «Εὐχαριστῶ σε, Θεὲ καλέ, καὶ μυριοευχαριστῶ σε,
  ἐσὺ μὲ ἐδῶκες τὴν ἀνδρείαν καὶ μὲ τὴν παίρνεις τώρα».
  Τοῦ ἦλθε φωνὴ ἀγγελικὴ ἐξ οὐρανοῦ ἀπάνω:
50 «Καὶ μπῆξε τὸ κοντάρι σου εἰς τὴν φοινικέαν τὴν ρίζαν,
  καὶ μπῆξε καὶ τὰ ροῦχα σου ὀμπρὸς εἰς τὸ μπροστοκούρβιν,
  κέντεσε καὶ τὸν μαῦρον σου καὶ νὰ περάσῃς πέρα».
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του κ᾿ ἐπέρασέ τον πέρα.
  Ν᾿ ἀφήσῃ καν τὰ ροῦχα του ὁ νέος νὰ στεγνώσουν,
55 πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, εἰς τὸν Σαρακηνὸν ὑπάγει,
  καὶ σφόνδυλον τὸν ἔδωσε καὶ ἐξεσαγόνιασέ τον:
  «Εἰπέ, μωρὲ Σαρακηνέ, ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα;»
  Καὶ τότε ὁ Σαρακηνὸς τοῦ Ἀρμούρη συντυχαίνει:
  «Θεέ μου, σαλὰ ρωτήματα, τὰ ἔχουν οἱ ἀνδρειωμένοι,
60 πρῶτα νὰ κροῦν τὲς σφονδυλεὲς καὶ τότε νὰ ρωτοῦσιν.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,
  ἐψὲς ἐξεδιαλέχθημεν κἂν ἑκατὸν χιλιάδες,
  ὅλοι καλοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ πρασινοσκουταρᾶτοι,
  ἔναι καὶ ἄνδρες δυνατοὶ οὐδὲ χιλίους φοβοῦνται,
65 οὐδὲ χιλίους, οὐδὲ μυρίους, οὐδὲ ὅσοι τοὺς ἀπαντήσουν».
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἄνω εἰς βουνὶν ἀνέβη,
  φουσσᾶτον εἶδεν κ᾿ ἐγνώμιασεν ἀριφνισμὸν οὐκ ἔχει.

Γ.     ΟΙ  ΣΑΡΑΚΙΝΟΙ  ΝΙΚΩΝΤΑΙ

  Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν ανανογᾶται, λέγει:
  «Ἂν τοὺς πηδήσω ἀρμάτωτους, πάντα καυχᾶσθαι θέλουν,
70 ὅτι τοὺς ηὗρα ἀρμάτωτους καὶ ἐπῆρα τους τὴ πρόβαν».
  Στριγγιὰν φωνὴν ἐλάλησεν, ὅσον καὶ ἂν ἐδύνετον:
  «Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλιὰ μαγαρισμένα,
  λουρικωθῆτε γλήγορα,
  εἰς ἀπιστίαν μὴ τό ῾χετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης
75 ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρεύστης, ὁ ἀνδρειωμένος»
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,
  ὅσ᾿ ἄστρη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,
  οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.
  Ἔστρωσαν καὶ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.
80 Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.
  Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπὸ ἀργυρὸν φηκάριν,
  εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ δέχθη.
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:
  «Ἀπὸ τὸ γένος διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω».
85 Καὶ συγκροτάει πόλεμου κοντά, ἀνδρειωμένα,
  τὲς ἄκρες, ἄκρες ἔκοπτε, ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,
  ὅλη μέρα τοὺς ἔκοπτε τὴν ἀνωποταμία,
  καὶ ὅλη νύκτα τοὺς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.
90 Ἔθεσε καὶ ἀποθέσεν τους, κανέναν δὲν ἀφῆκε.
  Ἀπέζεψε ὁ νεώτερος νὰ τὸν βαρήσῃ ὁ ἀέρας,
  καὶ ἕνα Σαρακηνὸ σκυλίν, σκυλὶν μαγαρισμένον,
  ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλεν καὶ ἐπῆρε του τὸν μαῦρον,
  ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλε καὶ ἐπῆρε τὸ ραβδίν του.
95 Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,
  σαράντα μίλια τὸν ἐδίωχνε πεζὸς μὲ τὰ γονάτια,
  καὶ ἄλλα σαράντα τέσσαρα πεζὸς μὲ τὸ λουρίκιμ,
  ἐκεῖ τὸν ἐκατέφθασε εἰς τῆς Συρίας τὴν πόρταν,
  καὶ ἐβγαίνει τὸ σπαθίτσι του καὶ παίρνει του τὸ χέριν:
100 «Ἄμε καὶ σύ, Σαρακηνέ, νὰ πῇς κ᾿ ἐσὺ μαντᾶτο».

Δ.     Ο  ΑΜΙΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

Ὁ κύρης του ἔξω κάθητο εἰς τῆς φυλακῆς τὴν πόρταν,
  τὸν μαῦρον του ἀνεγνώρισεν καὶ τὸ ραβδὶν τοῦ υἱοῦ του,
  τὸν καβαλλάρην οὐδὲν θωρεῖ καὶ πὰ νὰ βγῇ ἡ ψυχή του.
  Βαρέα βαρέα ἀναστέναξεν καὶ ἐσείστη ὁ πύργος ὅλος.
105 Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τοὺς ἄρχοντες ἐλάλει:
  «Ἄμετ᾿ ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, τί ἔχει καὶ ἀναστενάζει;
  Ἂν ἔν τὸ γιόμα του κακόν, νὰ φάγῃ ἐκ τὸ δικό μου,
  εἴτ ἔναι τὸ οἰνάριν του, νὰ πίῃ ἐκ τὸ δικό μου,
  εἴτε βρωμᾷ ἡ φυλακή, νὰ τὴν μοσχοκαπνίσουν,
110 εἴτ᾿ εἶναι βαρέα τὰ σίδερα, νὰ τὰ λαφροκοπήσουν».
  Καὶ τότε πάλε ὁ Ἀρμούρης τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
  «Οὐδ᾿ ἔν τὸ γιόμα μου κακόν, νὰ φάγω ἐκ τὸ δικόν του,
  οὐδὲ τὸ οἰνάριν μου κακόν, νὰ πίω ἐκ τὸ δικόν του,
  οὐδ᾿ ἔν βαρέα τὰ σίδερα, νὰ τὰ λαφροκοπήσουν.
115 Τὸν μαῦρον ἀνεγνώρισα καὶ τὸ ραβδὶν τοῦ υἱοῦ μου,
  τὸν καβαλλάρην οὐδὲν θωρῶ καὶ ὑπὰ νὰ ἐβγῇ ἡ ψυχή μου».
  Καὶ τότε πάλε ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
  «Καρτέρεσε, Ἀρμούρη μου, καρτέρεσε ὀλίγον,
  νὰ δώσουν τὰ ὄργανα βαρέα, τὰ βούκινα μεγάλα,
120 νὰ μαζωχθῇ ἡ Βαβυλωνιὰ καὶ ὅλη ἡ Καππαδοκία,
  καὶ ὅπου καὶ ἂν ἔνι ὁ υἱόκας σου
  πιστάγκωνα καὶ ἐξάγκωνα ὀμπρός σου νὰ τὸν φέρουν.
  Ἀνέμενε, ὁ Ἀρμούρης μου, ἀνέμενε ἄλλον ὀλίγον».
  Καὶ ἔδωσαν τὰ ὄργανα βαρέα, τὰ βούκινα μεγάλα,
125 νὰ μαζωχθῇ ἡ Βαβυλωνία καὶ ἡ Καππαδοκία·

Ε.     Ο  ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ

  τινὰς οὐκ ἠμαζώνετον, μόνον ὁ κουτζοχέρης.
  Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τοῦ κουτζοχέρη ἐλάλει:
  «Εἰπές, μωρὲ Σαρακηνέ, ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα;»
  Καὶ τότε ὁ Σαρακηνὸς τὸν ἀμιρᾶν ἐλάλει:
130 «Ἀνέμενε, ὁ αὐθέντης μου, ἀνέμενε ἄλλον ὀλίγον,
  νὰ φέρουν φῶς τὰ ὀμμάτια μου καὶ τῆς ψυχῆς μου ἀέρα,
  νὰ μαχθῇ τὸ αἷμα μου εἰς τὸ καλόν μου χέριν,
  καὶ τότε νὰ σ᾿ ἀφηγηθῶ τὸ ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα.
  Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄρχοντες, ἄστοχα σᾶς τὸ λέγω.
135 Ὀψὲς ἐξεδιαλέχθημεν κἂν ἑκατὸν χιλιάδες,
  ὅλοι καλοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ πρασινοσκουταρᾶτοι,
  ἦσαν καὶ τέτοιοι ἀπὸ ἐκείνους, χιλίους οὐδὲν ἐφοβοῦνταν,
  οὐδὲ χιλίους, οὐδὲ μυρίους, οὐδὲ ὅσοι τοὺς ἀπαντοῦσαν.
  Μικρὸν παιδὶν ἐφάνηκεν ἀπάνω εἰς ἄγριον ὄρος,
140 στριγγίαν φωνὶτζαν ἔσυρεν, ὅσην καὶ ἂν ἐδυνέτον:
  «Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλία, λουρικωθῆτε,
  εἰς ἀπιστίαν μὴ τὸ ἔχετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης,
  ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρέστης, ὁ ἀνδρειωμένος».
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
145 ὅσα ἄστρα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,
  οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.
  Ἔστρωσαν κ᾿ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.
  Καὶ τότε πάλι τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.
  Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπ᾿ ἀργυρὸν φηκάριν,
150 εἰς τὸν οὐρανὸν τ᾿ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ ἐδέχθη.
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:
  «Ἀπὸ τὸ γένος του διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω.»
  Τὲς ἄκρες ἄκρες ἔκοπτεν καὶ ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
155 ὅλη μέρα μᾶς ἔκοπτεν τὴν ἀνωποταμίαν,
  καὶ ὅλη νύκτα μᾶς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.
  Ἔθεσε καὶ ἀπόθεσεν μας, κανέναν οὐδὲν ἀφίνει.
  Καὶ ἐπέζευσεν ὁ νεώτερος διὰ νὰ τὸν δώσῃ ὁ ἀέρας,
  καὶ ἐγὼ ὡς καλὸς καὶ φρόνιμος ἐγκρύμματα τὸν βάνω,
160 ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλα καὶ ἐπῆρα του τὸν μαῦρον.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
  σαράντα μίλια μὲ ἐδίωχνεν πεζὸς μὲ τὰ γονάτια,
  καὶ ἄλλα σαράντα τέσσαρα πεζὸς μὲ τὸ λουρίκιν.
  Ἐδῶ κοντὰ μὲ ἔφθασεν εἰς τῆς Συρίας τὴν πόρταν,
165 καὶ σύρνει τὸ σπαθίτσιν του καὶ παίρνει μου τὸ χέριν:
  «Ἄμε καὶ ἐσύ, Σαρακηνέ, νὰ εἰπῇς κ᾿ ἐσὺ μαντᾶτον».

ΣΤ.     ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ

  Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
  «Καλὰ εἶναι αὐτά, ὁ Ἀρμούρης μου, τὰ κάμνει ὁ υἱός σου;»
  Καὶ τότε πάλιν ὁ Ἀρμούρης μου ὡραῖον χαρτίτζιν γράφει,
170 μὲ τὸ πουλὶν τὸ ἔστειλεν, τ᾿ ὡραῖον χιλιδονάκι:
  «Εἰπὲ τῆς σκύλας τὸν υἱόν, τῆς ἀνομίας τὸ τέκνον,
  ὅπου εὕρῃ Σαρακηνὸν νὰ τὸν ἐλεημονᾶται,
  μὴ λάχῃ εἰς τὰς χεῖρας τους καὶ ἐλεημοσύν᾿ οὐκ ἔχει».
  Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν ὡραῖον χαρτίτζιν γράφει,
175 μὲ τὸ πουλὶν τὸ ἔστειλεν, τὸ ὡραῖον χιλιδονάκιν:
  «Εἰπέτε τὸν αὐθέντη μου καὶ τὸν γλυκύν μου κύρην,
  ἕως οὗ βλέπω τὰ ὁσπίτια μου διπλομανταλωμένα,
  ἕως οὗ βλέπω τὴν μάνναν μου τὰ μαῦρα φορεσμένην,
  καὶ ἐβλέπω καὶ τὰ ἀδέλφια μου τὰ μαῦρα φορεμένα,
180 ὅπου καὶ ἂν εὕρω Σαρακηνὸν τὸ αἷμα του νὰ πίνω.
  Καὶ ἂν μὲ παραμανιώσουσιν, εἰς τὴν Συρίαν νὰ πέσω,
  τὰ στενορύμια τῆς Συρίας κεφάλια νὰ γεμίσω,
  τὰ ξηρορυάκια τῆς Συρίας αἷμα νὰ τὰ γεμίσω».
  Τὸ νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ ἀμιρᾶς, πολλὰ τὸν ἐφοβήθη.
185 Καὶ τότε πάλε ὁ ἀμιρᾶς τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
  «Ἀμέτε, ἀμέτε, οἱ ἄρχοντες, ἐβγάλετε τὸν Ἀρμούρην,
  καὶ ἀμέτε τον εἰς τὸ λουτρόν, διὰ νὰ λουστῇ ν᾿ ἀλλάξῃ,
  εἰς τὸ γιόμαν μου τὸν φέρετε, νὰ φάγῃ μετ᾿ ἐμένα».
  Ἐδιέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ ἐβγάνουν τὸν Ἀρμούρην,
190 ἐβγάνουν τον ἐκ τὰ σίδερα καὶ ἐκ τὰ βαρέα χερόψια,
  εἰς τὸ λουτρὸν ἐδιάβησαν κ᾿ ἐλούστη καὶ ἀλλάσσει,
  εἰς τὸν ἀμιρᾶν ἐδιάβησαν κ᾿ ἐγεύθη μετ᾿ ἐκεῖνον.
  Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
  «Ἄμε, ἄμε, ὁ Ἀρμούρης μου, ἄμε εἰς τὰ γονικά σου,
195 καὶ παίδευε καὶ τὸ παιδίν, γαμπρὸν τὸν θέλω πάρει,
  οὐδὲ εἰς τὴν ἀνεψίαν μου, οὐδὲ εἰς τὴν ἐξαδέλφην,
  μόνον εἰς τὴν θυγατέρα μου, τὴν ἔχω φῶς καὶ μάτια.
  Καὶ παίδευέ το τὸ παιδίν
  ὅπου καὶ ἂν εὕρῃ Σαρακηνόν, νὰ τὸν ἐλεημονᾶται,
200 καὶ ἂν λάχῃ κέρδος τίποτες, ἀντάμα νὰ τὸ μοιράζουν,
  καὶ νά ῾ναι ἀγαπημένοι».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.   Ιώσηπος Γενέσιος, Βασιλειών Α1, 3.11.13 κ.ε.
2.   Συνεχιστής Θεοφάνους, Χρονικόν 805,7 κ.ε.
3.   (Ψευδο)Σιμεών Μάγιστρος, Ιστορική Χρονογραφία 638, 12 και 638, 18
4.    
Κων. Παπαρρηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Γβ,257.