Ιστοσελίδα της Λυσσαρέας Αρκαδίας
Home Δημοτικό Τραγούδι Αρχαία Ηραία Μαθητικό Βήμα Παραδοσιακή Μαγειρική Συνδέσεις

 







Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ
«ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΟΥΡΗ»
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:  ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΖΟΜΕΝΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ
(σε πολυτονικό σύστημα με γραμματοσειρές
«palatino linotype»)
 


 



  ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
 

Α.        Χειρόγραφη Παράδοση – Εκδόσεις του Κειμένου       
     
Το ’σμα του Αρμούρη στους χειρόγραφους κώδικες 15ου αι. που το παραδίδουν[1] φέρει τίτλο «Του Υιού του Αρμούρη». Αποτελείται από 201[2] δεκαπεντασύλλαβους. Ο Σ. Λάμπρος[3] το χαρακτήρισε «περίεργον περί Αρμούρη επύλλιον[4]» (μικρό επικό άσμα),. Εξιστορεί τη «θαυμαστή περιπέτεια του Αρμουρόπουλου (γιου του Αρμούρη) να ελευθερώσει από αιχμαλωσία τον πατέρα του, την κατά διαταγή του Αμιρά αποφυλάκιση του Αρμούρη και τέλος τη συμφιλίωση με τους Σαρακηνούς»[5]. Πτώτος το εξέδωσε (1877) ο Γαβριήλ Δεστούνης[6]. Το αναφέρουν ο Φαίδων Κουκουλές (το στ. 35)[7] και ο Λίνος Πολίτης[8]. H επανέκδοση Κυριακίδη[9] επέφερε πολλές διορθώσεις στην έκδοση Δεστούνη. Στην Ευρώπη έγινε γνωστό από Αγγλικές μεταφράσεις (D. Ricks το 1990[10], Guy Smoot το 2010)[11]. Το σύνολο σχεδόν των ερευνητών το συνεξετάζουν με το Έπος Διγενής Ακρίτας επισημαίνοντας όμως γλωσσικές διαφορές που δείχνουν ότι γράφτηκε πριν από το Έπος του Διγενή. Κατά μία εκδοχή το ’σμα του Αρμούρη αρχικά κυκλοφόρησε προφορικά (το τραγουδούσαν σε εκδηλώσεις για τόνωση του ηθικού του στρατού, όταν ακόμη τα θλιβερά γεγονότα του 838 ήταν πολύ νωπά στη μνήμη της αυτοκρατορίας). Η έρευνα τείνει να δεχτεί την άποψη του Στίλπωνα Κυριακίδη[12] ότι η γραπτή του μορφή φθάνει αρχές του 10ου αι. [13].  


  Β.         Ιστορικό – Γεωγραφικό Υπόβαθρο     
Ήρωες του ποιήματος είναι από τη μια πλευρά ο Αρμουρόπουλος, ο Αρμούρης – «πατέρας» φυλακισμένος από Σαρακινούς, η «μάννα», τα «αδέλφια» και οι ’ρχοντες. Από την άλλη ο Σαρακηνός, τα φουσάτα των Σαρακηνών. ο «Κουτζοχέρης - Σαρακηνό σκυλί», ο Αμιράς και οι ’ρχοντες των Σαρακηνών. Κινούνται μεταξύ Καππαδοκίας, Βαβυλωνίας, «Αφράτη» [=Ευφράτη], «έως της Συρίας την πόρταν». Ο ιστορικός χρόνος θα μπορούσε να είναι μεταξύ 7ου–9ου αι. και το όνομα Αρμούρης θα μπορούσε να παραπέμπει στο Αρμένης (ο Ευφράτης και η Καππαδοκία είναι στα όρια της Αρμενίας). Αμιράς στη δημώδη ήταν ο «α΅ερα΅νουνής»[14] των χρονογράφων[15] (’ραβας στρατιωτικός διοικητής ή χαλίφης). Οι «άρχοντες» (στίχοι 21,22,27) θα μπορούσαν να ταυτιστούν με Αρμένηδες Ευγενείς – συμβούλους της «μάννας» (που θα μπορούσε να ήταν σύζυγος αξιωματικού ή Αρμένισσα πριγκίπισσα). Οι «άρχοντες» των στίχων 105,106,134111,185,186,189 εκπροσωπούν ’ραβες γαιοκτήμονες ή αξιωματούχους, συμβούλους του Αμιρά. Ο Αρμουρόπουλος με ψηλό σπίτι (στίχος 16), με άλογο και όπλα, θα μπορούσε να είναι γιος αξιωματικού ή πρίγκιπας (σύμφωνα με το στίχο 2 είναι ένα από τα «αρχοντόπουλα»).           
            Ο «Αμιράς» και οι άρχοντές του σε Συριακά εδάφη απολαμβάνουν πλούσια τράπεζα με εκλεκτό «οινάριν»
[16] (στίχοι 108, 113)και τα φουσάτα των Σαρακηνών επιχειρούν επιθέσεις σε ελληνικά εδάφη (πριν την τελική ταπείνωσή τους από το Βαςὀλειο Α΄). Ο Αρμουρόπουλος αν και έφηβος (αρχοντόπουλο) είναι αρκετά γυμνασμένος για να τους αντιμετωπίσει σε φαράγγια και δύσβατους τόπους.  Η μάννα του, τα αδέλφια «τα μαύρα φορεμένα» και τα «οσπίτια διπλομανταλωμένα» (στίχοι 177-179) του θυμίζουν πρόσφατες συμφορές και φρικτές σφαγές και το ιερό χρέος για εκδίκηση (στίχοι 84,152: «από το γένος του διαβώ αν σας αλησμονήσω») . Ο αγώνας του πατέρα με το γιο (στίχοι 169-183) θα μπορούσε να ήταν διαπραγματεύσεις για αιχμαλώτους. Ο Αμιράς φέρεται στους αιχμαλώτους αξιωματικούς φιλικά και με σεβασμό (στίχος 107 «Αν εν το γιόμα του κακόν να φάγη εκ το δικό μου», στίχος 192 «…εις τον αμιράν εδιάβησαν κι εγεύθη μετ’ εκείνον»). Συνομιλώντας ο Αρμουρόπουλος με Σαρακηνούς τους ονομάζει σκυλιά και «της σκύλας γιούς». ’ραγε μπορεί να ταυτιστεί ο «Κουτζοχέρης –κακό σκυλί» (στίχοι 96, 125, 126) με το Χρυσοχέρη – Παυλικιανό διοικητή της Μαλάτιας που νικήθηκε από το Βασίλειο;           


    Γ.         Από τις  σφαγές της Σωζόπετρας στην ’λωση του Αμορίου   
     Ο Βέλγος βυζαντινολόγος Ανρί Γκρεγκουάρ βλέπει στο ’σμα του Αρμούρη τον απόηχο των κατορθωμάτων των υπερασπιστών του Αμορίου [17] της Μεγάλης Φρυγίας. εναντίον των Σαρακηνών[18] όταν η πόλη ήταν έδρα του Θέματος των Ανατολικών[19] και οι ’ραβες επιχειρούσαν συχνές επιδρομές στις «κλεισούρες»[20] της Φρυγίας. Ο Γκρεγκουάρ πρόσεξε στους στίχοους 176 –183 (όρκος του Αρμουρόπουλου) την απειλή για ανταπόδοση μιας ταπείνωσης και την εκδίκηση για μια σφαγή που έγινε στο παρελθόν. Το συνδέει με τα πολεμικά γεγονότα του 838 (’λωση του Αμορίου). Το φυλακισμένο Αρμούρη τον ταυτίζει με αιχμαλώτους που σύρθηκαν από Σαρακινούς σε σκλαβοπάζαρα της Συρίας ενώ στον Αρμουρόπουλο[21]  βλέπει «γιους ή επίγονους των αξιωματικών που ονειρεύτηκαν από το 840 έως το 872 να διασχίσουν τον Ευφράτη, να εκδικηθούν την αιχμαλωσία του πατέρα τους»[22]. Τέλος ο Guy Smoot δέχεται ως σωστή την υπόθεση που κάνει ο Γκρεγκουάρ ότι το όνομα Αρμούρης παραπέμπει όχι μόνο στο Αμόριο της Φρυγίας, αλλά και στην Αρμενικής καταγωγής βασιλική οικογένεια του Μιχαήλ Β΄[23] (που γεννήθηκε στο Αμόριο, παντρεύτηκε τη Θέκλα θυγατέρα του Αρμένιου στρατηγού[24], διαδέχτηκε στο θρόνο τον Αρμένιο[25] Λέοντα Ε΄ ενώ και η Θεοδώρα σύζυγος του Θεόφιλου ήταν αρμενικής καταγωγής[26]).           
            Η ’λωση του Αμορίου συνέβη μετά από
σειρά στρατηγικών λαθών[27] που την προετοίμασαν. Η καταστροφή ήρθε όταν ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος παίρνοντας θάρρος από τις νίκες του και αψηφώντας τις βάσιμες πληροφορίες για πιθανή προδοσία[28] εισέβαλε στη Σωζόπετρα στις όχθες του Ευφράτη πατρίδα του ’ραβα χαλίφη Αλ Μουτασσίμ[29]. Κατά την εισβολή διαπράχθηκαν από τους Βυζαντινούς ωμότητες (γενική σφαγή και λεηλασία)[30]. Φαίνεται ότι ο Αλ Μουτασσίμ είχε στείλει επιστολή στο Θεόφιλο  παρακαλώντας να σεβαστεί την ιδιαίτερη πατρίδα του προτείνοντας συγχρόνως ειρήνη με ευνοϊκούς όρους για τους Βυζαντινούς. Ο Θεόφιλος αγνόησε την επιθυμία του χαλίφη και επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη τέλεσε θρίαμβο στον ιππόδρομο να γιορτάσει τη νίκη του προκαλώντας έτσι την οργή του Αλ Μοτασσέμ. Ο χαλίφης ορκίστηκε εκδίκηση. Συμβολικά στρατοπέδευσε έξω από τη Βαγδάτη στο χώρο της αρχαίας Βαβυλώνας και διέταξε γενική επιστράτευση. Κατά τον ’ραβα χρονογράφο Αμπού - Τεμμάμ Έτ Ταβί, συγκέντρωσε 130.000 ιππείς από  Κιλικία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Συρία. Στις ασπίδες και στα φλάμμουρα (πολεμικές σημαίες) είχαν γράψει τη λέξη ΑΜΟΡΙΟΝ[31].Η «προδοσία»  που οι πληροφορίες προέβλεπαν εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του 838 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας από μαθητή του Λέοντα Φιλοσόφου[32]. Δεν είναι ξεκάθαρο αν οι προδότες είχαν θρησκευτικά ή αντιπολιτευτικά κίνητρα ούτε στο «’σμα του Αρμούρη» υπάρχει κάποιος υπαινιγμός όμως στο λόφο όπου κτίστηκε το Αμόριο υπήρχε και η Αργαούς πόλη των Παυλικιανών που είχαν φιλικές σχέσεις με τον εχθρό[33]. Ο ’ραβας ποιητής Αμπού Τεμμάμ[34] χαρακτηρίζει τη νίκη του Αλ Μοτασσέμ στο Αμόριο «άλωση αλώσεων» όπως οι νεοφώτιστοι μουσουλμάνοι άλλοτε είχαν ονομάσει την άλωση της Μέκκας. Στρατιωτικό εξοπλισμό και πολλά λάφυρα (μεταξύ αυτών ιερά σκεύη χρυσά και ασημένια) ο χαλίφης Αλ Μοτασσέμ τα μοίρασε στους αξιωματικούς του.[35].            
            Θεωρώ ότι
στους στίχους 11, 120, 125 του ’σματος η «Βαβυλώνα» και τα όπλα θυμίζουν λάφυρα που μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη (πρωτεύουσα–σύμβολο των Σαρακηνών, βόρεια της αρχαίας Βαβυλώνας) «Της Συρίας η πόρτα» (στίχοι 98, 164) θυμίζει τη μεγαλόπρεπη Πύλη του Αμορίου που λέγεται ότι μεταφέρθηκε στα ανάκτορα της Βαγδάτης (γνωστή ως Πύλη του Λαού). Ο Αλ Μουτασσέμ αρνήθηκε τα λύτρα που του πρόσφερε ο Θεόφιλος για τους ομήρους και τους οποίους εκτέλεσε.        
            Ο Γκρεγκουάρ ταυτίζει τον Αρμουρόπουλο με το γιό του Θεοφίλου, αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ που γεννήθηκε το 838 χρονιά που καταστράφηκε το Αμόριο. Θεωρώ ότι η άποψη του Γκρεγκουάρ είναι αστήρικτη αφού ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ είκοσι έτη μετά το θάνατο του Θεοφίλου (το 858) έστειλε το θείο του, τον κλεισουράρχη Πετρωνά που με υποστήριξη των μοναστηριών της Φρυγίας (του έδιναν σωστές πληροφορίες), κατατρόπωσε τις δυνάμεις του Σαρακηνού ’μερ
[36] ενώ ο Αρμουρόπουλος μόνος του ηρωικά και με υπεράνθρωπες προσπάθειες απελευθερώνει τον πατέρα του που είναι όμηρος στη φυλακή του αμιρά. Η λήξη των αραβικών πολέμων και η «συμφιλίωση» στα λόγια του αμιρά είναι ακόμη όραμα. Οι στίχοι 200-201 («καὶ ἂν λάχῃ κέρδος τίποτες, ἀντάμα να το μοιράζουν, και νάναι αγαπημένοι») δείχνουν ότι το «’σμα του Αρμούρη» δημιουργήθηκε πολύ πριν το Έπος του Διγενή και άλλα «τραγούδια» του Ακριτικού Κύκλου στα οποία οι Έλληνες Ακρίτες και οι Σαρακινοί ζουν ειρηνικά.


       Δ.         Η ’λωση του Αμορίου στη ΛογοτεχνPDFκή PDF PDFΠαράδοση    τη Λογοτεχνική Παράδοση   
 
       Στη Δημοτική ποίηση, τα τραγούδια «της Μαρούς το Κάστρο» και «το Κάστρο της Ωρηάς» (παραλλαγές Καππαδοκίας και Τραπεζούντος), λέγεται ότι απηχούν τη ζωή στο Αμόριο τις μέρες της πολιορκίας[37]. Τους 42 αξιωματούχους που ο Αλ Μοτασσέμ εκτέλεσε μετά την άλωση[38], τους τιμούσαν ήδη τον 9ο αι. ως νεομάρτυρες. Παράλληλα με τις περιγραφές των χρονογράφων[39] κυκλοφορούσε «ακολουθία» (αποδίδεται στο σύγχρονό τους Ιωσήφ Υμνογράφο) ψαλλόμενη στις 6 Μαρτίου  και «Μαρτύριο» γραμμένο από το Μιχαήλ Σύγκέλλο (σώζεται σε χειρόγραφα Μεγίστης Λαύρας Μονής Ιβήρων τα οποία αξιοποίησαν ο Μακάριος Κορίνθου[40] και ο Νικόδημος Αγιορείτης[41]). Από το Συναξαριστή Νικοδήμου το «μαρτύριο» το μετέφρασε στα Λατινικά ο Vasilievskiy[42]. ’ραβες ποιητές περιγράφουν την ’λωση ως τιμωρία του Αλλάχ με το χέρι του πιστού τέκνου του Αλ Μουτασσέμ[43] και μιλούν υβριστικά για το Θεόφιλο[44] και τους υπερασπιστές του Αμορίου. Έτσι το ’σμα του Αρμούρη μπορεί να θεωρηθεί μια απάντηση σ’ αυτούς τους υβριστικούς στίχους. Και εδώ ο «καλός Θεός» (στίχοι 47-52) βοηθά τον Αρμουρόπουλο να συντρίψει τους Σαρακινούς. Το έπος στο τέλος 9ου αι.  άρχισε γρήγορα να διαδίδεται τονώνοντας το ηθικό του βυζαντινού στρατού. Παράλληλα με τη γραπτή μορφή, είναι γνωστά τραγούδια – παραλλαγές που από στόμα σε στόμα έφθασαν μέχρι τις μέρες μας.  
            Το 1891 ο «Ζωγράφειος Αγών» δημοσίευσε
[45] παραλλαγή του ’σματος του Αρμούρη που τραγουδούσαν στην Κάρπαθο (28 15σύλλαβοι τους οποίους ο Σπυριδάκης επανεκδίδει το 1962[46] σε Συλλογή της Ακαδημίας Αθηνών που επιμελήθηκε η Κ. Καμηλάκη). Ο Αρμουρόπουλος εδώ λέγεται του Καλομούρου ο καλογιός. Ο 15σύλλαβος στίχος δείχνει ότι η παραλλαγή αυτή έπεται του χειρογράφου της Πετρουπόλεως. Μία εκδοχή της παραλλαγής Καρπάθου δημοσίευσε ο Μιχαηλίδης Νουάρος [47] το 1928 από προφορική παράδοση ενώ η Δόμνα Σαμίου περιέλαβε το τραγούδι με τίτλο «ο Καλομοίρης κι ο Σαρακηνός» στο δίσκο «Των Ακριτών και των Αντρειωμένων» που κυκλοφόρησε από τον «Σύλλογο Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου το 2012.               
            Το 1935 η Αυστριακή
Hedwig Lüdeke άκουσε και κατέγραψε
[48] τέσσερις παραλλαγές σε κυπριακή διάλεκτο (τη μία τραγουδούσε στα Λεύκαρα της Κύπρου, μπρος στον αργαλειό μια αγράμματη 84χρονη γιαγιά). Το Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών (το διηύθυνε ο Γ. Μέγας) δημοσίευσε τη μία από αυτές τις παραλλαγές (την αναδημοσίευσε ο Σπυριδάκης στη Συλλογή που επιμελήθηκε η Καμηλάκη το 1962). Η παραλλαγή αποτελείται από 205 15σύλλαβους στίχους και ο Αρμούρης  ονομάζεται «Αζγουρής ο φρόνιμος». Υπάρχει εκτενής πρόλογος, και περιττές λεπτομέρειες (ο Αζγουρής πριν συλληφθεί από τους Σαρακηνούς συμμετείχε σε συμπόσιο στο παλάτι του «βασιλιά» των Σαρακηνών – ενώ στην αρχική μορφή, που σώζει το χειρόγραφο της Πετρούπολης το συμπόσιο προτάθηκε από τον Αμιρά όταν ο γιος ήρθε να απελευθερώσει τον Αρμούρη). Αυτές οι κυπριακές παραλλαγές είναι πολύ μεταγενέστερες αφού η ιστορική άγνοια περιέπλεξε στο μύθο και «Φράγκους». 


 ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΡΜΟΥΡΗ

Α.     Ο  ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ


  Σήμερον ἄλλος οὐρανός, σήμερον ἄλλη ἡμέρα,
  σήμερον τὰ ἀρχοντόπουλα θέλουν καβαλλικεύσει·
  μόνον τοῦ κὺρ Ἀρμούρη ὁ υἱὸς οὐδὲν καβαλλικεύει.
  Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει:
5 «Μάννα, νὰ πιχαρῇς τ᾿ ἀδέλφια μου,
  νὰ ἰδῇς καὶ τὸν πατέρα μου, μάννα, ἂς καββαλικεύσω».
  Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα τοῦ Ἀρμούρην συντυχαίνει:
  «Ἐσὺ μικρὸς καὶ ἀνέλικον, καβάλλα δὲν σὲ πρέπει.
  Ἀμμὴ ἂν θέλῃς, υἱὲ καλέ, διὰ νὰ καβαλλικεύσῃς,
10 ἀπάνω κρέμεται τὸ κοντάριν τοῦ πατρός σου,
  τὸ ἅρπαξεν ὁ κύρης σου ἐκ τὴν Βαβυλωνίαν,
  ἀπάνω κάτω ὁλόχρυσον διὰ λίθου μαργαριτάρι·
  καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς μιὰν φοράν, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς δύο,
  καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεῖς φορές, τότε νὰ καβαλλικεύσῃς».
15 Καὶ τότε πάλε τὸ παιδίν, τὸ μικρὸν Ἀρμουροπούλιν,
  κλαίοντας ἀνεβαίνει τὴν σκάλαν, γελῶντας κατεβαίνει.
  Προτοῦ τὸ πιάσῃ ἐπιάνετον, προτοῦ τὸ σείσῃ ἐσειέτον,
  εἰς τὸν βραχίονα του τό ῾δεσεν, ἐσείστη, ἐλυγίστη.
  Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει.
20 «Θέλεις, θέλεις, μάννα μου, ὀμπρός σου νὰ τὸ τσακίσω;»
  Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα του τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
  «Ἄμετε, ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, καὶ στρώσετε τὸν μαῦρον·
  στρώσετε, χαλινώσετε, τὸν μαῦρον τοῦ πατρός του,
  ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, σιμὰ εἰς νερὸν οὐδὲν ἐπῆε,
25 ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, οὐδὲν καβαλλικεύθη,
  καὶ τρώγει τὸ καρφοπέταλον, στέκει παλουκουμένον».
  Ἐδιέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ στρώνουν του τὸν μαῦρον,
  ἔδωκεν εἰς τοὺς βραχίονες του καὶ εὑρέθη καβαλλάρης.
  Ὥστε νὰ εἰπῇ «ἔχετε ὑγείαν», ἐδιέβη τριάντα μίλια,
30 ὥστε νὰ τὸν ἐπιλογηθοῦν, ἐδιέβη ἑξῆντα πέντε.
 


Β.     ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΥΦΡΑΤΗ
 

  Ἐκεῖ ἐδιὲ καὶ ἀνεβοκατέβαινε ἀντίπερα τὸν Ἀφράτην,
  ἀνέβη καὶ ἐκατέβη τον, καὶ πόρον οὐδὲν εὑρίσκει.
  Σαρακηνὸς ἐστέκετον, στέκει, ἀναγελᾷ τον:
  «Σαρακηνοὶ ἔχουσιν φαρία, ὁποὺ διώχνουν τοὺς ἀέρες,
35 τὴν φάσαν καὶ τὴν πέρδικα ἀπὸ πτεροῦ τὴν παίρνουν,
  καὶ τὸν λαγὸν εἰς τὸν ἀνήφορον ἀπὸ δρομοῦ τὸν σώνουν,
  κρατοῦν καὶ κολακεύουν τα καὶ ἐλεύθερα τὰ ἀφίνουν,
  καὶ πάλε δὲ ὅταν τοὺς φανῇ, τρέχουσιν, πιάνουσίν τα,
  καὶ τὸν Ἀφράτην ποταμὸν οὐκ ἠμποροῦν περᾶσαι,
40 καὶ ἐσὺ μὲ τὸ παρίππιν σου θέλεις νὰ τὸν περάσῃς;»
  Τὸ νὰ τ᾿ ἀκούσῃ ὁ νεώτερος πολλὴν μανίαν ἐπῆρεν·
  πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, διὰ νὰ περάσῃ πέρα.
  Ἦταν ὁ Ἀφράτης δυνατός, ἦτον καὶ βουρκωμένος,
  εἶχεν καὶ κύματα βαθέα, ἦτον καὶ ἀποχυμένος,
45 πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του κρούει τον καὶ ὑπάγει,
  στριγγιὰν φωνὴν ἀνέσυρεν, ὅσην καὶ ἂν ἐδυνέτον:
  «Εὐχαριστῶ σε, Θεὲ καλέ, καὶ μυριοευχαριστῶ σε,
  ἐσὺ μὲ ἐδῶκες τὴν ἀνδρείαν καὶ μὲ τὴν παίρνεις τώρα».
  Τοῦ ἦλθε φωνὴ ἀγγελικὴ ἐξ οὐρανοῦ ἀπάνω:
50 «Καὶ μπῆξε τὸ κοντάρι σου εἰς τὴν φοινικέαν τὴν ρίζαν,
  καὶ μπῆξε καὶ τὰ ροῦχα σου ὀμπρὸς εἰς τὸ μπροστοκούρβιν,
  κέντεσε καὶ τὸν μαῦρον σου καὶ νὰ περάσῃς πέρα».
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του κ᾿ ἐπέρασέ τον πέρα.
  Ν᾿ ἀφήσῃ καν τὰ ροῦχα του ὁ νέος νὰ στεγνώσουν,
55 πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, εἰς τὸν Σαρακηνὸν ὑπάγει,
  καὶ σφόνδυλον τὸν ἔδωσε καὶ ἐξεσαγόνιασέ τον:
  «Εἰπέ, μωρὲ Σαρακηνέ, ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα;»
  Καὶ τότε ὁ Σαρακηνὸς τοῦ Ἀρμούρη συντυχαίνει:
  «Θεέ μου, σαλὰ ρωτήματα, τὰ ἔχουν οἱ ἀνδρειωμένοι,
60 πρῶτα νὰ κροῦν τὲς σφονδυλεὲς καὶ τότε νὰ ρωτοῦσιν.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,
  ἐψὲς ἐξεδιαλέχθημεν κἂν ἑκατὸν χιλιάδες,
  ὅλοι καλοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ πρασινοσκουταρᾶτοι,
  ἔναι καὶ ἄνδρες δυνατοὶ οὐδὲ χιλίους φοβοῦνται,
65 οὐδὲ χιλίους, οὐδὲ μυρίους, οὐδὲ ὅσοι τοὺς ἀπαντήσουν».
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἄνω εἰς βουνὶν ἀνέβη,
  φουσσᾶτον εἶδεν κ᾿ ἐγνώμιασεν ἀριφνισμὸν οὐκ ἔχει.
 


 
 Γ.     ΟΙ  ΣΑΡΑΚΙΝΟΙ  ΝΙΚΩΝΤΑΙ
 

  Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν ανανογᾶται, λέγει:
  «Ἂν τοὺς πηδήσω ἀρμάτωτους, πάντα καυχᾶσθαι θέλουν,
70 ὅτι τοὺς ηὗρα ἀρμάτωτους καὶ ἐπῆρα τους τὴ πρόβαν».
  Στριγγιὰν φωνὴν ἐλάλησεν, ὅσον καὶ ἂν ἐδύνετον:
  «Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλιὰ μαγαρισμένα,
  λουρικωθῆτε γλήγορα,
  εἰς ἀπιστίαν μὴ τό ῾χετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης
75 ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρεύστης, ὁ ἀνδρειωμένος»
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,
  ὅσ᾿ ἄστρη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,
  οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.
  Ἔστρωσαν καὶ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.
80 Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.
  Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπὸ ἀργυρὸν φηκάριν,
  εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ δέχθη.
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:
  «Ἀπὸ τὸ γένος διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω».
85 Καὶ συγκροτάει πόλεμου κοντά, ἀνδρειωμένα,
  τὲς ἄκρες, ἄκρες ἔκοπτε, ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,
  ὅλη μέρα τοὺς ἔκοπτε τὴν ἀνωποταμία,
  καὶ ὅλη νύκτα τοὺς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.
90 Ἔθεσε καὶ ἀποθέσεν τους, κανέναν δὲν ἀφῆκε.
  Ἀπέζεψε ὁ νεώτερος νὰ τὸν βαρήσῃ ὁ ἀέρας,
  καὶ ἕνα Σαρακηνὸ σκυλίν, σκυλὶν μαγαρισμένον,
  ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλεν καὶ ἐπῆρε του τὸν μαῦρον,
  ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλε καὶ ἐπῆρε τὸ ραβδίν του.
95 Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,
  σαράντα μίλια τὸν ἐδίωχνε πεζὸς μὲ τὰ γονάτια,
  καὶ ἄλλα σαράντα τέσσαρα πεζὸς μὲ τὸ λουρίκιμ,
  ἐκεῖ τὸν ἐκατέφθασε εἰς τῆς Συρίας τὴν πόρταν,
  καὶ ἐβγαίνει τὸ σπαθίτσι του καὶ παίρνει του τὸ χέριν:
100 «Ἄμε καὶ σύ, Σαρακηνέ, νὰ πῇς κ᾿ ἐσὺ μαντᾶτο».
 


Δ.     Ο
  ΑΜΙΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ
 

Ὁ κύρης του ἔξω κάθητο εἰς τῆς φυλακῆς τὴν πόρταν,
  τὸν μαῦρον του ἀνεγνώρισεν καὶ τὸ ραβδὶν τοῦ υἱοῦ του,
  τὸν καβαλλάρην οὐδὲν θωρεῖ καὶ πὰ νὰ βγῇ ἡ ψυχή του.
  Βαρέα βαρέα ἀναστέναξεν καὶ ἐσείστη ὁ πύργος ὅλος.
105 Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τοὺς ἄρχοντες ἐλάλει:
  «Ἄμετ᾿ ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, τί ἔχει καὶ ἀναστενάζει;
  Ἂν ἔν τὸ γιόμα του κακόν, νὰ φάγῃ ἐκ τὸ δικό μου,
  εἴτ ἔναι τὸ οἰνάριν του, νὰ πίῃ ἐκ τὸ δικό μου,
  εἴτε βρωμᾷ ἡ φυλακή, νὰ τὴν μοσχοκαπνίσουν,
110 εἴτ᾿ εἶναι βαρέα τὰ σίδερα, νὰ τὰ λαφροκοπήσουν».
  Καὶ τότε πάλε ὁ Ἀρμούρης τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
  «Οὐδ᾿ ἔν τὸ γιόμα μου κακόν, νὰ φάγω ἐκ τὸ δικόν του,
  οὐδὲ τὸ οἰνάριν μου κακόν, νὰ πίω ἐκ τὸ δικόν του,
  οὐδ᾿ ἔν βαρέα τὰ σίδερα, νὰ τὰ λαφροκοπήσουν.
115 Τὸν μαῦρον ἀνεγνώρισα καὶ τὸ ραβδὶν τοῦ υἱοῦ μου,
  τὸν καβαλλάρην οὐδὲν θωρῶ καὶ ὑπὰ νὰ ἐβγῇ ἡ ψυχή μου».
  Καὶ τότε πάλε ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
  «Καρτέρεσε, Ἀρμούρη μου, καρτέρεσε ὀλίγον,
  νὰ δώσουν τὰ ὄργανα βαρέα, τὰ βούκινα μεγάλα,
120 νὰ μαζωχθῇ ἡ Βαβυλωνιὰ καὶ ὅλη ἡ Καππαδοκία,
  καὶ ὅπου καὶ ἂν ἔνι ὁ υἱόκας σου
  πιστάγκωνα καὶ ἐξάγκωνα ὀμπρός σου νὰ τὸν φέρουν.
  Ἀνέμενε, ὁ Ἀρμούρης μου, ἀνέμενε ἄλλον ὀλίγον».
  Καὶ ἔδωσαν τὰ ὄργανα βαρέα, τὰ βούκινα μεγάλα,
125 νὰ μαζωχθῇ ἡ Βαβυλωνία καὶ ἡ Καππαδοκία·
 


Ε.     Ο
  ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
 

  τινὰς οὐκ ἠμαζώνετον, μόνον ὁ κουτζοχέρης.
  Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τοῦ κουτζοχέρη ἐλάλει:
  «Εἰπές, μωρὲ Σαρακηνέ, ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα;»
  Καὶ τότε ὁ Σαρακηνὸς τὸν ἀμιρᾶν ἐλάλει:
130 «Ἀνέμενε, ὁ αὐθέντης μου, ἀνέμενε ἄλλον ὀλίγον,
  νὰ φέρουν φῶς τὰ ὀμμάτια μου καὶ τῆς ψυχῆς μου ἀέρα,
  νὰ μαχθῇ τὸ αἷμα μου εἰς τὸ καλόν μου χέριν,
  καὶ τότε νὰ σ᾿ ἀφηγηθῶ τὸ ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα.
  Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄρχοντες, ἄστοχα σᾶς τὸ λέγω.
135 Ὀψὲς ἐξεδιαλέχθημεν κἂν ἑκατὸν χιλιάδες,
  ὅλοι καλοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ πρασινοσκουταρᾶτοι,
  ἦσαν καὶ τέτοιοι ἀπὸ ἐκείνους, χιλίους οὐδὲν ἐφοβοῦνταν,
  οὐδὲ χιλίους, οὐδὲ μυρίους, οὐδὲ ὅσοι τοὺς ἀπαντοῦσαν.
  Μικρὸν παιδὶν ἐφάνηκεν ἀπάνω εἰς ἄγριον ὄρος,
140 στριγγίαν φωνὶτζαν ἔσυρεν, ὅσην καὶ ἂν ἐδυνέτον:
  «Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλία, λουρικωθῆτε,
  εἰς ἀπιστίαν μὴ τὸ ἔχετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης,
  ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρέστης, ὁ ἀνδρειωμένος».
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
145 ὅσα ἄστρα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,
  οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.
  Ἔστρωσαν κ᾿ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.
  Καὶ τότε πάλι τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.
  Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπ᾿ ἀργυρὸν φηκάριν,
150 'ς τὸν οὐρανὸν τ᾿ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ ἐδέχθη.
  Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:
  «Ἀπὸ τὸ γένος του διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω.»
  Τὲς ἄκρες ἄκρες ἔκοπτεν καὶ ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
155 ὅλη μέρα μᾶς ἔκοπτεν τὴν ἀνωποταμίαν,
  καὶ ὅλη νύκτα μᾶς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.
  Ἔθεσε καὶ ἀπόθεσεν μας, κανέναν οὐδὲν ἀφίνει.
  Καὶ ἐπέζευσεν ὁ νεώτερος διὰ νὰ τὸν δώσῃ ὁ ἀέρας,
  καὶ ἐγὼ ὡς καλὸς καὶ φρόνιμος ἐγκρύμματα τὸν βάνω,
160 ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλα καὶ ἐπῆρα του τὸν μαῦρον.
  Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
  σαράντα μίλια μὲ ἐδίωχνεν πεζὸς μὲ τὰ γονάτια,
  καὶ ἄλλα σαράντα τέσσαρα πεζὸς μὲ τὸ λουρίκιν.
  Ἐδῶ κοντὰ μὲ ἔφθασεν εἰς τῆς Συρίας τὴν πόρταν,
165 καὶ σύρνει τὸ σπαθίτσιν του καὶ παίρνει μου τὸ χέριν:
  «Ἄμε καὶ ἐσύ, Σαρακηνέ, νὰ εἰπῇς κ᾿ ἐσὺ μαντᾶτον».
 


ΣΤ.    
ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ
 

  Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
  «Καλὰ εἶναι αὐτά, ὁ Ἀρμούρης μου, τὰ κάμνει ὁ υἱός σου;»
  Καὶ τότε πάλιν ὁ Ἀρμούρης μου ὡραῖον χαρτίτζιν γράφει,
170 μὲ τὸ πουλὶν τὸ ἔστειλεν, τ᾿ ὡραῖον χιλιδονάκι:
  «Εἰπὲ τῆς σκύλας τὸν υἱόν, τῆς ἀνομίας τὸ τέκνον,
  ὅπου εὕρῃ Σαρακηνὸν νὰ τὸν ἐλεημονᾶται,
  μὴ λάχῃ εἰς τὰς χεῖρας τους καὶ ἐλεημοσύν᾿ οὐκ ἔχει».
  Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν ὡραῖον χαρτίτζιν γράφει,
175 μὲ τὸ πουλὶν τὸ ἔστειλεν, τὸ ὡραῖον χιλιδονάκιν:
  «Εἰπέτε τὸν αὐθέντη μου καὶ τὸν γλυκύν μου κύρην,
  ἕως οὗ βλέπω τὰ ὁσπίτια μου διπλομανταλωμένα,
  ἕως οὗ βλέπω τὴν μάνναν μου τὰ μαῦρα φορεσμένην,
  καὶ ἐβλέπω καὶ τὰ ἀδέλφια μου τὰ μαῦρα φορεμένα,
180 ὅπου καὶ ἂν εὕρω Σαρακηνὸν τὸ αἷμα του νὰ πίνω.
  Καὶ ἂν μὲ παραμανιώσουσιν, εἰς τὴν Συρίαν νὰ πέσω,
  τὰ στενορύμια τῆς Συρίας κεφάλια νὰ γεμίσω,
  τὰ ξηρορυάκια τῆς Συρίας αἷμα νὰ τὰ γεμίσω».
  Τὸ νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ ἀμιρᾶς, πολλὰ τὸν ἐφοβήθη.
185 Καὶ τότε πάλε ὁ ἀμιρᾶς τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
  «Ἀμέτε, ἀμέτε, οἱ ἄρχοντες, ἐβγάλετε τὸν Ἀρμούρην,
  καὶ ἀμέτε τον εἰς τὸ λουτρόν, διὰ νὰ λουστῇ ν᾿ ἀλλάξῃ,
  εἰς τὸ γιόμαν μου τὸν φέρετε, νὰ φάγῃ μετ᾿ ἐμένα».
  Ἐδιέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ ἐβγάνουν τὸν Ἀρμούρην,
190 ἐβγάνουν τον ἐκ τὰ σίδερα καὶ ἐκ τὰ βαρέα χερόψια,
  εἰς τὸ λουτρὸν ἐδιάβησαν κ᾿ ἐλούστη καὶ ἀλλάσσει,
  εἰς τὸν ἀμιρᾶν ἐδιάβησαν κ᾿ ἐγεύθη μετ᾿ ἐκεῖνον.
  Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
  «Ἄμε, ἄμε, ὁ Ἀρμούρης μου, ἄμε εἰς τὰ γονικά σου,
195 καὶ παίδευε καὶ τὸ παιδίν, γαμπρὸν τὸν θέλω πάρει,
  οὐδὲ εἰς τὴν ἀνεψίαν μου, οὐδὲ εἰς τὴν ἐξαδέλφην,
  μόνον εἰς τὴν θυγατέρα μου, τὴν ἔχω φῶς καὶ μάτια.
  Καὶ παίδευέ το τὸ παιδίν
  ὅπου καὶ ἂν εὕρῃ Σαρακηνόν, νὰ τὸν ἐλεημονᾶται,
200 καὶ ἂν λάχῃ κέρδος τίποτες, ἀντάμα νὰ τὸ μοιράζουν,
  καὶ νά ῾ναι ἀγαπημένοι».
 


    
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 

[1]     Ο Κώδικας P gr. CC11 στη Συνοδική Βιβλιοθήκη του Κρεμλίνου. (βλ. κατάλογο (Ιακώβου Βατοπεδινού, Η εν Μόσχα συνοδική βιβλιοθήκη των χειρογράφων).  Ο Κώδικας C φυλάσσεται στο Top kapı στην Κωνσταντινούπολη. (Smoot, σε. 1).

[2]     Μία παράβλεψη του Ι. Μ. Χατζηφώτη ήταν αιτία, να γράφεται «200 στίχοι» αντί  «201» (Χατζηφώτης. σελ. 474.

[3]     Λάμπρος, [1881] σελ. 249.

[4]     Επύλλιον = μικρό επικό άσμα. (Στο Λεξικό Σουΐδα βρίσκουμε τη φράση «επύλλια ξυλλέγω»).

[5]      Χατζηφώτης, σελ.474.

[6]    «Του Αρμούρη ’σμα δημοτικόν της βυζαντινής εποχής, εκδοθέν ῥωσιστί μεταφρασθέν και διερμηνευθέν παρά Γαβριήλ Δεστούνη, εν Πετρουπόλει 1877». Ο Γαβριήλ Δεστούνης ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου Πετροπόλεως.

[7]    «Την από πτερού θήραν αναφέρει και το υπό του Γαβριήλ Δεστούνη εκδοθέν ποίημα του Αρμούρη». Κουκουλές, σελ. 16.

[8]     Λίνος Πολίτης, Ιστορία  της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜIET, ΣΤ΄ Έκδοση, Αθήνα 1991, σελ. 26 και 109.

[9]     Κυριακίδης σελ. 119-129.

[10]     D. Ricks, Byzantine Heroic Poetry. University of Bristol Classical press, 1990.

[11]    Guy Smoot Ἄσμα τοῦ Ἀρμούρη (2010), ό.π.

[12]    Στίλπων Κυριακίδης ό. π. σελ. 120.

[13]     «Από αυτό εμπνεύστηκαν αργότερα πολλοί [λαϊκοί] ποιητές ηρωικών - ακριτικών τραγουδιών».  Saunier, σελίδα 246.

[14]    المؤمنين أمير (Α΅ίρ Αλ-Μου΅ενίν) (= πρίγκιπας των πιστών). Hesham M. Hassan, Το Ποίημα του Αμπού Ταμμάμ για την ’λωση του Αμορίου το 838 ΅.Χ. Journal of Oriental and African Studies 13 (2004), σελ. 57, υποσημ. 60.

[15]   Γενέσιος Βασιλειών Γ,11.7, Συνεχιστής Θεοφάνους Λόγος Γ΄ κβ΄. Migne 109, 128.

[16]   Στο Κοράνιο η οινοποσία χαρακτηρίζεται «πολύ βλαβερό αλλά και ωφέλημο». (Ιερόν Κοράνιον, 2η  Σούρα Ελ Μακαρά, 219). Η γενική απαγόρευση οφείλεται σε μεταγενέστερη ερμηνεία από τους Σουνίτες: «Sarhoşluk veren her şey hamr ve sarhoşluk veren her şey haram» (το κρασί φέρνει μέθη και καθετί που φέρει μέθη απαγορεύεται από τη θρη­σκεία).

[17]   Το 1836 ο W. Hamilton βρήκε τα ερείπια του Αμορίου στο Σεργιάν Καλέ του Χισάρ Κιοΐ.Σάθας σελ. 312. Γνωστό στο (Στράβωνα, (ιβ, 8.13.6) και στον Πτολεμαίο (Ε 2.23.2). Οι Πέρσες το έλεγαν «Αμουρέjjα». Το διοικητή οι Πέρσες τον έλεγαν «Καϊζάρ του Ρουμ») (Φιρδούση, στίχοι 46 κ.ε.). Ο Ζήνων το ενίσχυσε με ισχυρό φρούριο. (Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, τόμος 1, σελ. 615).

[18]    Grégoire [1932]1, σελ.377.

[19]   Το 667 ο Μωαβιά (Μουαουίγια ιμπν Αμπί Σουφυάν - معاوية ابن أبي سفيان) πριν πολιορκήσει της Κωνσταντινούπολης κατέλαβε το Αμόριο και τοποθέτησε φρουρά 5.000 ανδρών. Ο Κώνστας Β΄ έστειλε το στρατηγό Ανδρέα που σκότωσε τους ’ραβες φρουρούς του Αμορίου. (Κεδρηνός ό.π. 1.763. 3-11). Ο Μωαβιά  έχασε τη Μ. Ασία.

[20]   «Κλεισοῦραι: Οὕτω καλοῦνται τά ὀχυρώματα τῶν διαβάσεων τῇ πατρίῳ τῶν Ῥωμαίων φωνῇ»  (Λεξικό Σουίδα. Κάππα, 1761.1-2)

[21]    Ο Αρμουρόπουλος έχει κοινά στοιχεία με το Χαρζανή υπερασπιστή του θέματος Χαρσιανών, τον Πορφύρα κ.ά. Grégoire [1932]2. σελ.431

[22]    Grégoire [1932]2. σελ. 431.

[23]    Guy Smoot, σελ. 19.

[24]    Μιχαήλ Αντιοχείας, σελ. 72.

[25]   «Πατρίς μέν οὕν τοῦ Λέοντος Αρμενία..»  (Συνεχιστής Θεοφάνους. Λόγος Α΄ α. Migne 109, 20).

[26]    Συνεχιστής Θεοφάνους Λόγος Δ΄ α. Migne 109, 24).

[27]    Τα σωζόμενα χρονικά παρουσιάζουν βυζαντινούς αυτοκράτορες του 9ου αι. όπως ο Λέων Ε΄ να μη δείχνουν ενδιαφέρον στην τόσο σημαντική αυτή θέση Συνεχιστής Θεοφάνους, 11. 10-11 Λόγος Α΄ δ. Migne 109, 24.

[28]   Οι πληροφορίες έλεγαν ότι οι Σαρακηνοί ετοίμαζαν εισβολή στην πόλη και προειδοποιούσαν για πιθανή  προδοσία Τελικά αποδείχθηκε αληθινές. ΨευδοΣυμεών Μάγιστρος, Migne PG 109, 701. Συνεχιστής Θεοφάνους, Λόγος Γ΄ λ΄. Migne 109, 140.

[29]   معاوية ابن أبي سفيان  (al-Mu’taşim, 833-242). Το πλήρες όνομά του: Αμπού Ισάκ Αμπάς Αλ Μουτασίμ ίμπν Χαρούν. Χρυσό δηνάριο με το όνομά του εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο (αριθμός 1854,0819.39).

[30]   Γενέσιος, Βασιλειών Γ, 11.7 κ.ε. Είναι χαρακτηριστικό ένα τετράστιχο στα Αραβικά: «Ω Αλλάχ! .. Ξεσηκώσου να εκδικηθείς τις βιασμένες γυναίκες. Σκέψου τους άνδρες που σκοτώθηκαν στα τείχη της Σωζόπετρας και τα μωρά που σφάχτηκαν!»(Αλ-Χα΅ύρι, σ. 285).

[31]   Γενέσιος, Migne 109, 140.

[32]    Ο ΨευδοΣυμεών παραδίδει και δύο άλλους προδότες, τον Βουδίτζη και τον Μανικοφάνη (ό.π. 638. 20).

[33]    Σάθας, σελ. 313.

[34]    Α΅πού Τα΅΅ά΅ στίχος 11. σελίδα 41. (και το σχόλιο στη σελίδα 51).

[35]   Συνεχιστής Θεοφάνους, Λόγος Γ΄ λ΄. Migne 109, 140.

[36]    Συνεχιστής Θεοφάνους, Λόγος Δ΄ κε. Migne 109, 196.

[37]   Κων. Σάθα, Η Δημοτική Ποίησις και το κάστρον της Ωρηάς. Εστία έτος ε΄[1880], αριθ. 229, σελ. 311 και 313. Εν μέρει συμφωνεί ο Π. Καρολίδης.  σελ. 14. Αντιρρήσεις εκφράζει ο Πολίτης, σελ. 724-725).

[38]   42 όμηροι εκτελέστηκαν με αποκεφαλισμό και ρίχτηκαν στον ποταμό: ο Πατρίκιος Θεόφιλος, οι στρατηγοί Μελισσηνός και Αέτιος, ο πρωτοσπαθάριος Θεόδωρος, ο ευνούχος Κρατερός, ο τουρμάρχης (ίλαρχος) Κάλλιστος, ο δρουγγάριος (στρατοπεδάρχης) Κωνσταντίνος, ο «δρομεύς» Βασόης και 34 «άρχοντες των ταγμάτων». ΨευδοΣυμεών Μάγιστρος, Χρονογραφία, Migne 109, 701.

[39]    ΨευδοΣυμεών Μάγιστρος, Χρονογραφία, Migne 109, 701.

[40]    Μαρτύριον των Αγίων Τεσσαράκοντα Δύο Μαρτύρων των εν Αμορίω αιχμαλωτισθέντων υπό των Σαρακηνῶν. (Νέον Λειμωνάριον, έκδ. 1873 εν Αθήναις, σελ. 62-75).

[41]   Στο Συναξαριστής Νικοδήμου, (τόμος β΄, σελ. 15) μαζί με τις άλλες ανακρίβειες γράφτηκε λάθος χρονολογία μαρτυρίου 1049. Acta Sanctorum Vollandiana vol. 7, 456-459.

[42]   Vasilevskiy, σελ. 27

[43]   «Με σένα [τον Αλ Μουτασσέμ] ο Αλλάχ σημάδεψε τους δύο της πύργους κι αμέσως τους κατέστρεψε. Κι αν άλλος ήταν εκτός από Αυτόν, δεν θα πετύχαινε». Ποίημα του Α΅πού Τα΅΅ά΅ για την ’λωση του Αμορίου,  στίχος 41. στο Η. M. Hassan ό.π. σελίδα 41.

[44]   «Κι άφησε τους εταίρους του στη μοίρα τους, δραπέτευσε ψάχνοντας τη σωτηρία του στη φυγή». Α΅πού Τα΅΅ά΅, ό.π.  στίχος 56.

[45]   Ανωνύμου, σελ. 295-296 (αριθμός 8)

[46]   Σπυριδάκης, σελ. 44-51. 

[47]   Μιχαηλίδης Νουάρος, σ. 57.Το κείμενο αναδημοσιεύεται στην ιστοσελίδα https://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.songs&id=642

[48]   Grégoire – Lüdeke σελ. 239.





ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
 

 
Ανύτης της Τεγεάτιδος
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ
Εισαγωγικό Σημείωμα
Κείμενο - Μετάφραση




Λειτουργικό Δράμα
Προσεγγίσεις
στο Βυζαντινό
Θρησκευτικό Θέατρο




Η ΕΙΚΟΝΑ
ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κατακόμβες
Βυζάντιο
Δυτική Ευρώπη
Έκδοση Δεύτερη




Η Ενδυμασία
Των Βυζαντινών
Μέσα από τα κείμενα
και τις εικόνες




Η Άλωση του Αμορίου
και το Άσμα του Αρμούρη
Εισαγωγικό Σημείωμα
Κείμενο
Από το σωζόμενο
Χειρόγραφο της Μόσχας




Το Χρονικό της Μονεμβασίας και η Κάθοδος των Σλάβων στα Βαλκάνια



Η Πολιορκία
της Κωνσταντινούπολης
και ο Ακάθιστος Ύμνος




Η Άλωση της Πόλης
από τους Οθωμανούς
Όπως την περιγράφει
ο Μιχαήλ Δούκας
και τα νέα όπλα
που χρησιμοποίησε
ο Μωάμεθ Β΄




Σκόρπιες ειδήσεις
για το Μπουγιάτι
(Λυσσαρέα Ηραίας)




">Η Αλληλογραφία
Του Επισκόπου Γορτύνης
Προκοπίου Α΄ (1843)
Από το Βιβλίο Εξερχομένων
του Επισκοπίου
Δημητσάνας




Λόρδος Μπάυρον
Ο Ποιητής
Ο Φιλέλληνας












ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΜΕ

ΑΥΡΙΟ ΕΧΟΥΜΕ

ΠΗΓΗ:Λογισμικό "Σήμερα"



Στείλτε το μήνυμά σας στην Ηλεκτρονική Διεύθυνση geioanni@sch.gr 
Copyright © Οκτώβριος 2005
Η Ιστοσελίδα μας ενημερώνεται τακτικά (τουλάχιστον κάθε μήνα)

< >Τελευταία Ενημέρωση  της  Ιστοσελίδας</ > 13-Οκτ-2020