Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Οδύσσεια


16η ενότητα: κ, λ (περίληψη) – λ 99-249/<90-224> (ανάλυση)

15η 16η 17η

 

 

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

● Oι περιπέτειες του Oδυσσέα στο νησί του Aιόλου, στη χώρα των Λαιστρυγόνων, στο παλάτι της Kίρκης και στον Άδη

● Συνάντηση του Oδυσσέα με τον μάντη Tειρεσία και τη μητέρα του

Η Οδύσσεια διαρκεί 41 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την 33η ημέρα:

 

Α1. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας κ:
Ἀλκίνου Ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Αἴολον, Λαιστρυγόνας καὶ Κίρκην

 

Επόμενος σταθμός μας ήταν η Αιολία, το πλωτό νησί του Αιόλου, του θεού των ανέμων, που μας φιλοξένησε έναν μήνα. Κατά την αναχώρηση, ο θεός μού δώρισε έναν ασκό, όπου είχε κλείσει όλους τους ενάντιους ανέμους, και έπειτα από ταξίδι εννέα ημερών αντικρίσαμε την πατρίδα. Με συνεπήρε τότε ύπνος γλυκός και οι σύντροφοι, νομίζοντας ότι ο ασκός έκρυβε θησαυρό, τον άνοιξαν· αμέσως ξεχύθηκαν οι άνεμοι και ξέσπασε τρικυμία που μας γύρισε πάλι στον Αίολο· εκείνος όμως με έδιωξε ως θεομίσητο. 1

 

 

Έπειτα από έξι μέρες φτάσαμε στη χώρα των Λαιστρυγόνων, γιγάντων ανθρωποφάγων, που πετροβολώντας κατέστρεψαν αύτανδρα* τα έντεκα καράβια μου. Σώθηκε μόνο το δικό μου, που, προνοώντας, το είχα δέσει έξω από το λιμάνι.

 

Λαιστρυγόνες Ο Οδυσσέας στη χώρα των Λαιστρυγόνων Οι Λαιστρυγόνες πετούν βράχους εναντίον των πλοίων του Οδυσσέα.

 

Με μόνο πια αυτό το καράβι φτάσαμε στην Αία, όπου κατοικούσε η μάγισσα θεά Κίρκη. Χώρισα τότε τους συντρόφους 2 σε δύο ομάδες (από είκοσι δύο άντρες καθεμιά) με επικεφαλής στη μία εμένα και στην άλλη τον Ευρύλοχο· η δεύτερη ομάδα κληρώθηκε να πάει για εξερεύνηση.

 

Όταν έφτασαν στο παλάτι της Κίρκης, εκείνη τους πρόσφερε μαγικό κυκεώνα, 3 για να ξεχάσουν την πατρίδα, και με το μαγικό ραβδί της τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Μόνο ο Ευρύλοχος έμεινε απέξω και μου έφερε την τρομερή είδηση.

 

Έσπευσα τότε αμέσως εκεί, παρά την αποτροπή του Ευρύλοχου, κατά τη διαδρομή όμως ο Ερμής με εφοδίασε με μαγικό αντιβότανο και συμβουλές για την αντιμετώπιση της μάγισσας. Έτσι, όχι μόνο δεν κατάφερε να με μεταμορφώσει, αλλά την ανάγκασα να ξαναδώσει στους συντρόφους την ανθρώπινη μορφή και να προσκαλέσει και τους άλλους στο παλάτι της, όπου φιλοξενηθήκαμε έναν χρόνο. Θυμηθήκαμε τότε τον νόστο – οι σύντροφοι πρώτοι – και η Κίρκη δεν έφερε αντίρρηση· ράγισε όμως η καρδιά μου, όταν μου είπε ότι είναι ανάγκη να κατεβώ πρώτα στον Άδη, για να μου δείξει ο νεκρός πια μάντης Τειρεσίας τον δρόμο του νόστου· αναθάρρησα, ωστόσο, με τις πληροφορίες και τις οδηγίες 4 που μου έδωσε για το ταξίδι. Κατά την αναχώρηση, ο σύντροφος Ελπήνορας – «μήτε [...] πολύ γενναίος, μήτε [...] τόσο γνωστικός» – ζαλισμένος από το πολύ κρασί, έπεσε από το δώμα και σκοτώθηκε, πάνω δε στη βιασύνη μας τον αφήσαμε άταφο.

 

Κίρκη
Κίρκη-Οδυσσέας

 

 

λαιστρυγόνες

 

Oι Λαιστρυγόνες πετροβολούν τα πλοία του Oδυσσέα.

Pωμαϊκή τοιχογραφία του 1ου αι. π.X. (Pώμη, Bατικανό)

 

Κίρκη

H Kίρκη ανακατεύει τον κυκεώνα.

Λήκυθος λευκού βάθους του Ζωγράφου της Αθηνάς, περίπου 490–480 π.Χ. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

 

 

Α.2. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας λ: Ἀλκίνου Ἀπόλογοι:
Νέκυια 5 (Ο Οδυσσέας διηγείται την περιπέτεια του στον Άδη)

 

Ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, φτάσαμε στον Ωκεανό 6 και προχωρώντας στο ρεύμα του συναντήσαμε το βράχο όπου δυο ποτάμια «σμίγοντας μεταξύ τους» χύνονται στον Αχέροντα, τον ποταμό του Άδη. Στο χάσμα αυτό χωθήκαμε και βγήκαμε στην είσοδο του Κάτω Κόσμου. Πρόσφερα εκεί χοές στους νεκρούς και θυσίασα πρόβατα στον άρχοντα του Άδη, τον Πλούτωνα. Γύρω από τα σφάγια μαζεύτηκε πλήθος νεκρών, που γύρευαν να πιουν αίμα, για να θυμηθούν τον Επάνω Κόσμο και να μιλήσουν. Πρώτη είδα την ψυχή του άταφου Ελπήνορα, που μου ζήτησε να κάψω το σώμα του 7 και να του υψώσω τύμβο με καρφωμένο επάνω το κουπί του, για να μην ξεχαστεί από τους ανθρώπους.

Εμφανίστηκε έπειτα ο μάντης Τειρεσίας και μου προφήτεψε όσα μπορεί να μας συμβούν στο νησί του Ήλιου, αλλά και στην Ιθάκη, και τι πρέπει να κάνω μετά τον νόστο μου.

Τρίτη μίλησε η μητέρα μου, η Αντίκλεια: μου έδωσε πληροφορίες για τη γυναίκα μου, τον γιο και τον πατέρα μου, καθώς και για την αιτία του θανάτου της. θέλησα να την αγκαλιάσω, αλλά η ψυχή της, μια άσαρκη σκιά, πέταξε μέσα απ’ τα χέρια μου. Είδα μετά ένα πλήθος γυναικών, συζύγων και θυγατέρων διάσημων ηρώων· έπινε καθεμιά τους αίμα και «εξιστορούσε το γένος της». Πρέπει όμως να σταματήσω· ώρα να κοιμηθούμε.

Οι Φαίακες άκουγαν τον Οδυσσέα βουβοί, σαν μαγεμένοι, και του ζήτησαν να συνεχίσει την εξιστόρηση.

Είδα λοιπόν τον Αγαμέμνονα, συνέχισε, που κλαίγοντας μού διηγήθηκε τα καθέκαστα της άγριας δολοφονίας του. Παραπονέθηκε για την απιστία της Κλυταιμνήστρας και με καλοτύχισε για τη συνετή γυναίκα μου, την Πηνελόπη. Με συμβούλεψε, ωστόσο, να είμαι προσεχτικός και να μην εμπιστεύομαι τις γυναίκες.

Με πλησίασε, έπειτα, ο Αχιλλέας και είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του.

Ο Αίαντας μόνο, οργισμένος ακόμη για τη νίκη μου κατά την κρίση των όπλων του νεκρού Αχιλλέα, 8 κρατούσε απόσταση. Εγώ προσπάθησα να συμφιλιωθώ μαζί του, εκείνος όμως με προσπέρασε αμίλητος.

Είδα και άλλους γνωστούς ήρωες και τελευταίο τον Ηρακλή, που μου μίλησε για τον άθλο του να κατεβεί κι αυτός στον Άδη ζωντανός, για να φέρει επάνω τον σκύλο Κέρβερο. Στο μεταξύ, τα πλήθη των νεκρών θορυβούσαν κι εμείς, φοβισμένοι, επιστρέψαμε αμέσως στο καράβι και πήραμε τον δρόμο για τον Επάνω Κόσμο.

text text

 

 

γη εκαταίου

 

H Γη όπως την αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι κατά την ομηρική εποχή (8ος αι. π.X.).

Oι ομηρικοί άνθρωποι θεωρούσαν τη Γη σαν έναν επίπεδο σχεδόν δίσκο περιβαλλόμενο από τον Ωκεανό. Πάνω από τη Γη υψωνόταν ο ουρανός σαν μια αναποδογυρισμένη κούπα. Kάτω από τη Γη βρισκόταν ο Άδης. H μυθική αυτή εικόνα παράσταινε ένα σύμπαν με τρία επίπεδα: το ουράνιο (χώρο των ολύμπιων θεών), το επίγειο (χώρο των θνητών) και το υπόγειο (χώρο των νεκρών και των θεών του Άδη). Ήταν ένας κόσμος με ορόφους και οι θνητοί δεν μπορούσαν να περάσουν από τον έναν στον άλλο, παρά μόνο σε ειδικές συνθήκες. Aς σημειωθεί, ακόμη, ότι οι ομηρικοί άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι κυρίως με τον ελλαδικό και τον μικρασιατικό χώρο και τα κοντινά τους νησιά.

 

 

Α3 ΚΕΙΜΕΝΟ λ 99-249/<90-224> (ανάλυση)
Συνάντηση του Οδυσσέα με τον μάντη Τειρεσία και με τη μητέρα του
Συνομιλία του Οδυσσέα με το μάντη

Οδυσσέας και Τειρεσίας


Ο Οδυσσέας καλεί τις ψυχές των νεκρών.

Ο Οδυσσέας καλεί τις ψυχές των νεκρών.





Ο Οδυσσέας συζητά με τις ψυχές του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα.

»Κι ήλθε και του Θηβαίου Τειρεσία η ψυχή· κρατούσε
100
το χρυσό του σκήπτρο, αμέσως μ’ αναγνώρισε [... και αφού ήπιε αίμα]
110
[...] έτσι μου μίλησε ο τέλειος μάντης:
«Τον νόστο σου γυρεύεις, γλυκόν σαν μέλι, Οδυσσέα περίφημε.
Όμως κάποιος θεός θα σου σταθεί στον δρόμο σου φραγμός, γιατί
δεν το πιστεύω πως θα ξεχάσει ο Κοσμοσείστης εκείνη την οργή
που άναψε μέσα του, όταν χολώθηκε μαζί σου, που τύφλωσες
115
τον ίδιο του τον γιο.
Παρ’ όλα αυτά, έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε,
φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου,
όταν θ’ αράξεις κάποτε με το καράβι σου γερό
στης Θρινακίας το νησί, γλιτώνοντας από το μπλάβο πέλαγο.
120
θα βρείτε εκεί βόδια να βόσκουν θηλυκά, πρόβατα μαλλιαρά –
στον Ήλιο ανήκουν, που τα πάντα βλέπει από ψηλά, τα πάντα ακούει.
Ανίσως και δεν τα πειράξεις, στον νόστο σου προσηλωμένος
μπορεί, έστω με βάσανα και πάθη, να φτάσετε και στην Ιθάκη·
αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο,
125
για το καράβι σου και τους συντρόφους· αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις,
λέω πως αργά κι άσχημα θα γυρίσεις πίσω, θα χάσεις όλους τους συντρόφους,
θα ταξιδέψεις σε καράβι ξένο· όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν
άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου,
που θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους,
130
τάζοντας δώρα για τη νύφη –
και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς την αδικία αυτή.
Όταν ωστόσο τους μνηστήρες, στο παλάτι,
με τον χαλκό που κόβει τους σκοτώσεις, είτε με δόλο ή και φανερά,
τότε πιάσε στο χέρι σου κουπί καλά αρμοσμένο
135
και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ’ ανθρώπους
που δεν είδαν θάλασσα,
που αλατισμένο δεν τρων το φαγητό τους·
δεν ξέρουν καν τα πλοία, βαμμένα κόκκινα στα μάγουλά τους,
ή τα καλά κουπιά, που γίνονται φτερά των καραβιών.
Και θα σου πω κι άλλο σημάδι πεντακάθαρο – μην το ξεχάσεις·
140
όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος
να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον όμορφο ώμο σου,
τότε κι εσύ μπήξε στο χώμα το καλάρμοστο κουπί,
και πρόσφερε θυσίες καλές στον μέγα Ποσειδώνα [...].  9
145
Ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε
μιαν εκατόμβη στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν [...].
148
Ο θάνατος σου λέω θα σε βρει απόμακρα απ’ τη θάλασσα,
149-50
ήσυχος και γλυκός [...] / σε βαθιά, μεστά γεράματα· και γύρω σου λαοί,
151-52
όλοι θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτός ο λόγος μου, / αλάνθαστος κι αληθινός.» [...]

Συνομιλία του Oδυσσέα με τη μητέρα του

166 Αυτά μου μήνυσε η ψυχή του μάντη Τειρεσία, και πίσω κίνησε
για το παλάτι του Άδη, αφού τα θέσφατα προφήτεψε. 10
Όσο για μένα, ακίνητος στεκόμουν. Οπότε η μάνα μου
πλησίασε, ήπιε το μαύρο αίμα, κι αμέσως με αναγνώρισε,
170
ολοφυρόμενη πήρε να μου μιλά και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:  11
«Γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ’ αυτό το ζοφερό σκοτάδι; αρχ
Δύσκολο όσοι ζουν να δουν τον κόσμο μας, και πώς!
Μεγάλοι μας χωρίζουν ποταμοί, φριχτά νερά,
ο ίδιος ο Ωκεανός, που ένας πεζός δεν το μπορεί
175
να τον περάσει, εκτός κι αν έχει πλοίο ακαταμάχητο.
Ή μήπως έρχεσαι στον κάτω κόσμο από την Τροία,
χρόνια ολόκληρα παραδαρμένος, με το καράβι σου
και τους συντρόφους; ίσως δεν πήγες στην Ιθάκη καν·
δεν είδες τη γυναίκα σου στο αρχοντικό σου;»
180
Ρωτούσε εκείνη, κι εγώ της αποκρίθηκα:
«Μάνα, το χρέος μ’ έφερε κάτω στον Άδη, αρχ
χρησμό γυρεύοντας απ’ του Θηβαίου Τειρεσία την ψυχή.
Όχι, ακόμη δεν ακούμπησα των Αχαιών τη χώρα, μήτε και πάτησα
το χώμα της πατρίδας· χρόνια πολλά
185
παραδαρμένος, στη συμφορά μου βυθισμένος ζω [...].
188
Άλλο γυρεύω τώρα να μου πεις, μην κρύψεις την αλήθεια·
ποια μοίρα τάχα να σε δάμασε αμείλικτου θανάτου;
190
αρρώστια που δεν έχει τελειωμό; η Άρτεμη, που ξέρει πυκνά τα βέλη της
να ρίχνει, σε βρήκε και σε σκότωσε; 12
Πες μου ακόμη και για τον πατέρα μου, τον γιο μου που εγκατέλειψα· αρχ
τη βασιλεία μου κρατούν ακόμη εκείνοι; ή μήπως κιόλας έπεσε
σε ξένα χέρια, που λεν πως πια δεν θα γυρίσω πίσω.
195
Πες και για τη γυναίκα που παντρεύτηκα, μίλησε για το φρόνημα
και τη βουλή της· στέκει στο πλάι του γιου της, φύλακας σταθερός
των αγαθών μου; ή μήπως την πήρε κιόλας άλλος στο κρεβάτι του,
από τους Αχαιούς ο πιο καλός κι ωραίος;»
Αυτά τη ρώτησα, κι ευθύς μου απάντησε η σεβαστή μου μάνα:
200
«Ησύχασε, εκείνη μένει εκεί, και κάνει υπομονή,
στο σπίτι σου κλεισμένη· στη θλίψη
202-3
σβήνουν, χάνονται οι μέρες όλες κι όλες της οι νύχτες, / πνίγεται στο κλάμα.
Για τη βασιλική τιμή σου· όχι, κανείς ακόμη δεν την άρπαξε·
205
ήσυχος ο Τηλέμαχος ορίζει τα μετόχια και στα τραπέζια παίρνει  13
άρτιο το μερτικό του, όπως ταιριάζει σ’ όποιον το δίκιο κρίνει και μοιράζει [...].
208
Όσο για τον πατέρα σου, αυτός αδιάκοπα μένει έξω στα χωράφια· [...]
216
Κείτεται εκεί περίλυπος, το πένθος μέσα του
μέρα τη μέρα μεγαλώνει, ποθώντας τον δικό σου νόστο,
και τον βαραίνουν τα γεράματα. 14
Έτσι κι εμένα χάθηκε η ζωή μου, έτσι με βρήκε ο θάνατος.
220
Όχι, μες στο παλάτι δεν με πέτυχε η θεά
που, σημαδεύοντας καλά, βρίσκει παντού τον στόχο της·
δεν πήγα απ’ τα πυκνά δικά της βέλη, μήτε κι έπεσε πάνω μου
αρρώστια μισητή, αυτή που μαραζώνει το κορμί του ανθρώπου
και βγάζει την ψυχή του.
225
Μόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, λαμπρέ Οδυσσέα,
226-7
για την ευγενική σου καλοσύνη – αυτά μου στέρησαν / τη γλύκα της ζωής.»
Τόσα μου είπε, όμως κι εγώ, μέσα μου ταραγμένος,
θέλησα τον ίσκιο της ν’ αγκαλιάσω, της πεθαμένης μάνας μου·
230
όρμησα τρεις φορές, ποθώντας να τη σφίξω επάνω μου,
και τρεις φορές μέσα απ’ τα χέρια, σαν τη σκιά, σαν όνειρο,
μου πέταξε. Κάθε φορά και πιο πολύ έσφαζε ο πόνος την καρδιά μου,
ώσπου της μίλησα φωνάζοντας, με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Μάνα μου, πώς δεν στέκεις να σε πιάσω, που σε λαχταρώ;
235
Έλα, κι εδώ στον Άδη, δένοντας χέρια να σφιχταγκαλιαστούμε
οι δυο μας, παρηγοριά να βρούμε στον φριχτό μας θρήνο. [...]»
239
Έτσι της μίλησα, κι η σεβαστή μου μάνα τότε μου αποκρίθηκε:
240
«Αλίμονο, παιδί μου δύσμοιρο όσο κανείς άλλος στον κόσμο [...].
242
Αυτή είναι η μοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει:
δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες καιτα κόκαλά του·
όλα τους τα δαμάζει το μένος της πυράς
245
που λαμπαδιάζει, αφού η ζωή του φύγει κι αφήσει τα λευκά του οστά–
μόνο η ψυχή πάει, πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει.
Ωστόσο είναι πια καιρός το φως να επιθυμήσεις,
και μην αργείς· μάθε κι αυτά, όλα που βλέπεις γύρω σου,
για να μπορείς να τα ιστορήσεις κάποτε στη γυναίκα σου.»

 

Ερωτήσεις κατανόησης Ερωτήσεις κατανόησης ερωτήσεις

 

 


 

1. Ο Αίολος κατάλαβε ότι τον Οδυσσέα τον κατέτρεχε κατάρα θεϊκή. [Από το Αίολος > αιολική (ενέργεια): η δύναμη των ανέμων ως πηγή ενέργειας.]

2. Οι αριθμοί αυτοί μας αφήνουν να υπολογίσουμε τον αριθμό των ανδρών του καραβιού του Οδυσσέα.

3. κυκεώνας: μείγμα αποτελούμενο συνήθως από κρασί, τριμμένο τυρί και κριθάλευρο· ήταν ένας δυναμωτικός χυλός. Η Κίρκη τού πρόσθεσε μέλι και μαγικά βότανα. (Η λέξη κυκεώνας χρησιμοποιείται και σήμερα μεταφορικά, με τις εξής έννοιες: πλήθος από ανοργάνωτα στοιχεία/ανακατωσούρα, σύγχυση.)

4. Η Κίρκη και η Καλυψώ έπαιξαν ανασταλτικό ρόλο στον νόστο του Οδυσσέα, τελικά όμως και οι δύο τον βοήθησαν.

5. Νέκυια (< νέκυς= νεκρός) ονομαζόταν η μαγική τελετή κατά την οποία οι άνθρωποι καλούσαν τους νεκρούς και ζητούσαν από αυτούς πληροφορίες για το μέλλον τους. Γίνεται έτσι φανερό γιατί η ραψωδία λ ονομάστηκε «Νέκυια».

6. Ωκεανός: Ο μεγάλος ποταμός που, όπως πίστευαν, περιέβρεχε τη Γη. Από τη μια πλευρά του ανέτελλαν η Αυγή και ο Ήλιος και στην άλλη έδυαν.

7. να κάψω το σώμα του κτλ: Ο Ελπήνορας ζητεί από τον Οδυσσέα ταφικές τιμές για να εξασφαλίσει (κι αυτός) υστεροφημία. Η καύση του νεκρού όμως κατά τη Γεωμετρική εποχή θεωρούνταν και αναγκαία για την είσοδο του νεκρού στον Άδη, αποτελεί ωστόσο αναχρονισμό, γιατί κατά τη Μυκηναϊκή εποχή τους νεκρούς τους ενταφίαζαν. Ταφές στα ομηρικά έπη

8. κατά την κρίση των όπλων του Αχιλλέα: Τα όπλα του Αχιλλέα ορίστηκε να δοθούν σε όποιον είχε προσφέρει περισσότερα στον πόλεμο· τα διεκδίκησαν ο Αίαντας ο Τελαμώνιος, ο γενναιότερος μετά τον Αχιλλέα ήρωας, κι ο πολυμήχανος Οδυσσέας· τα κέρδισε ο τελευταίος με τη βοήθεια και της Αθηνάς, που επηρέασε την απόφαση των κριτών, ο δε Αίαντας, πικραμένος, οδηγήθηκε στην αυτοκτονία και δεν συγχώρεσε τον Οδυσσέα ούτε στον Άδη. Ας σημειωθεί ότι ο αδερφός του Αίαντα, ο Τεύκρος, δεν έγινε δεκτός στην πατρίδα τους, τη Σαλαμίνα, επειδή δεν πήρε εκδίκηση γι’ αυτόν. Ζήτησε τότε χρησμό από τον Απόλλωνα και ο θεός τον έστειλε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε «μιαν άλλη Σαλαμίνα». Η διήγηση του Τεύκρου

9. (στ. 134–44) τότε [...] Ποσειδώνα: Οι εντολές που δίνει εδώ ο μάντης στον Οδυσσέα αποβλέπουν στην εξιλέωση του Ποσειδώνα με τη διάδοση της λατρείας του και σε μη θαλασσινούς, ώστε να συμφιλιωθεί οριστικά ο ήρωας μαζί του.

10. (στ. 167) τα θέσφατα προφήτεψε: προφήτεψε τα λόγια, τις αποφάσεις των θεών.

11. (στ. 170) ολοφυρόμενη: κλαίγοντας γοερά, οδυρόμενη.

12. (στ. 190–1) η Άρτεμη [...] σε σκότωσε;: Στην Άρτεμη αποδίδονταν οι ξαφνικοί θάνατοι των γυναικών, ενώ στον αδερφό της, τον Απόλλωνα, οι ξαφνικοί θάνατοι των αντρών.

13. (στ. 205) ορίζει τα μετόχια: είναι αφέντης στα κτήματα· η λέξη μετόχι έχει σήμερα την εξής σημασία: κτήμα μοναστηριού έξω από την περιοχή του.

14. (στ. 200–18) Ησύχασε, [...] γεράματα: Οι πληροφορίες που δίνει εδώ η Αντίκλεια στον γιο της, σε συνάρτηση με την προφητεία του Τειρεσία (στ.128–34), τον προετοιμάζουν για την αντιμετώπιση της κατάστασης που θα βρει στο σπίτι του.

 

αρχή



 

1. Αποσπάσματα στα οποία εφαρμόζεται η τεχνική των "άστοχων ερωτημάτων"

 

α. Από τη συνομιλία του Οδυσσέα με τον Αγαμέμνονα (λ 448-6Ι/<397-4Ι0>):

 

«Ατρείδη τιμημένε, ω Αγαμέμνονα, [...]

ποια μοίρα να σε δάμασε, ποιος ανελέητος θάνατος;

Μήπως σε τσάκισε ο Ποσειδώνας στα καράβια σου,

Σ’ άρπαξε θύελλα φριχτή, μ’ ανέμους φοβερούς;

μήπως σε χάλασαν εχθροί επάνω στη στεριά,

που γύρεψες να κόψεις βόδια, ή όμορφο κοπάδι γιδοπρόβατα;

ή πολεμώντας για μια πόλη τειχισμένη; ή για γυναίκες;»

Έτσι του μίλησα, κι εκείνος μου αποκρίθηκε με το όνομά μου:

«Βλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,

όχι, μήτε ο Ποσειδώνας στα καράβια μου με τσάκισε,

με θύελλα φριχτή, μ’ ανέμους φοβερούς,

μήτε κι εχθροί με χάλασαν κάπου σε μια στεριά·

ο Αίγισθος συντέλεσε τη μοίρα του θανάτου μου,

αυτός με σκότωσε, μαζί κι η δολερή γυναίκα μου [...]»

 

β. Από ένα δημοτικό τραγούδι της ξενιτιάς:

– Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;

Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;

– Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε έχω κακή μάνα·

ξένε μου, κι αν εδάκρυσα κι αν βαριαναστενάζω,

τον άντρα έχω στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνους.

 

(Ν. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, αρ. 84, στ. 11–5)

>> Nα διακρίνετε την τεχνική των «άστοχων ερωτημάτων» στα πιο πάνω αποσπάσματα και να προσδιορίσετε τη λειτουργία της, αφού διαβάσετε τα παρακάτω σχόλια:

Στις ερωτήσεις του Οδυσσέα για την αιτία του θανάτου της μητέρας του (189–191) και στις δικές της απαντήσεις (220–227) εφαρμόζεται η τεχνική των «άστοχων ερωτημάτων». Δηλαδή, εκείνος που ρωτά κάνει διάφορες λογικές μεν υποθέσεις για την αιτία ενός γεγονότος, καμία όμως δεν στοχεύει σωστά· έτσι, εκείνος που απαντά απορρίπτει μία μία τις «άστοχες» ερωτήσεις, για να δώσει στο τέλος με έμφαση τη σωστή απάντηση· σ’ αυτό ακριβώς αποβλέπει αυτή η τεχνική, που αποτελεί τυπικό θέμα της επικής ποίησης αλλά και των δημοτικών μας τραγουδιών.

2. [Ο μύθος του Αϊ-Λια]

 

Ο Αϊ-Λιας, επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές εκόντεψε να πνιγεί, εβαρέθη τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει σε μέρος που να μην ξέρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει το λοιπόν στον ώμο το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα, ώσπου έφτασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που ήβρε εκεί τι είναι, και του λεν «ξύλο». Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν ιδεί ποτέ τους κουπί, και έμεινε μαζί τους εκεί ψηλά.

 

(Ε. Κακριδή, Η διδασκαλία των ομηρικών επών, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1988, σ. 240)

 

3. Δημοτικά τραγούδια του Κάτω Κόσμου

 

α. [Στον Κάτω Κόσμο]

κόρη της μάνας δε μιλεί, μηδέ στην κόρη η μάνα,

μηδέ τα τέκνα στους γονιούς, μηδέ οι γονιοί στα τέκνα,

κι ο βασιλιάς ακόμα εκεί με όλους μας είναι ίδια.

Εκεί τα σπίτια είν’ σκοτεινά, οι τοίχοι αραχνιασμένοι,

εκεί μεγάλοι και μικροί είναι ανακατεμένοι.

 

(Ι. Θ. Κακριδής, Ομηρικά Θέματα, Αθήνα 1954, σ. 96)

 

β. Κάτου στα Τάρταρα της γης τα κρυοπαγωμένα

μοιρολογούν οι λυγερές και κλαίν’ τα παλικάρια.

 

γ. Και τι παράπον’ έχομ’ μεις εις τον Απάνω Κόσμο,

που με τον ήλιο βλέπομε και με το φως δειπνούμε;

Στον Άδ’ αέρας δε φυσά και ήλιος δεν προβαίνει·

όλα πικρά είν’ στην Κάτω Γη, γιατί δεν ξημερώνει,

γιατί δεν κράζει πετεινός, δεν κελαηδεί τ’ αηδόνι.

 

> Ποιες ομοιότητες παρουσιάζει η εικόνα του ομηρικού Άδη με την εικόνα που φαίνεται στα παραπάνω δημοτικά τραγούδια του Κάτω Kόσμου (μοιρολόγια) – και σε κείμενα άλλων εθνών, αν υπάρχει δυνατότητα;

 

Μοιρολόγια [πηγή: Μυριόβιβλος]

 

αρχή

 


 

  1. H Kαλυψώ (ε 227-228) και η κατάρα του Kύκλωπα (ι 588-595) προϊδέασαν τον Oδυσσέα σχετικά με τον νόστο του. Ποια νέα στοιχεία τού δίνει τώρα ο μάντης Tειρεσίας; (λ 111-131)

  2. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η αβεβαιότητα της προφητείας του μάντη για τον νόστο του Oδυσσέα και των συντρόφων του; (λ 116-125)

  3. Πώς εκδηλώνεται η αμοιβαία αγάπη του Oδυσσέα και της μητέρας του και τι σας εντυπωσιάζει περισσότερο στη συνάντησή τους; (168-249)

  4. Παίρνοντας αφορμή από τον μέχρι θανάτου καημό της Aντίκλειας για τον ξενιτεμένο γιο της (λ 225-6) και από την εναγώνια προσμονή του Λαέρτη για τον νόστο του Oδυσσέα (λ 208-218), συζητήστε το θέμα της αγάπης και της έγνοιας των γονιών για τα παιδιά τους, που δεν αλλάζει με τα χρόνια.

 

αρχή

 



 

Ο Τειρεσίας ενημερώνει τον Οδυσσέα σχετικά με τους μνηστήρες (127–133), ενώ η μητέρα του, η Αντίκλεια, του δίνει πληροφορίες για την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Λαέρτη, καθώς και για τη βασιλική εξουσία που είχε πριν φύγει για την Τροία (199–218).

Πώς αλληλοσυμπληρώνονται οι πληροφορίες αυτές και πώς εξυπηρετούν τον Oδυσσέα για την αντιμετώπιση της κατάστασης που θα βρει στο σπίτι του;

 

νεκρός

Nέος άντρας που νοείται νεκρός. Αττική λευκή λήκυθος του Ζωγράφου του Bosanquet, περίπου 450-440 π.Χ..

Aθήνα, Ε.Α.Μ. (Πηγή: Τ.Α.Π.)

Άδης

O Oδυσσέας στην είσοδο του Άδη· προσφέρει χοές στους νεκρούς και θυσία προβάτων στον Πλούτωνα και συνομιλεί με τις σκιές των νεκρών.

Pωμαϊκή τοιχογραφία του 1ου αι. π.X.

(Pώμη, Aποστολική Bιβλιοθήκη του Bατικανού)

 



 

Ερμηνευτικές επισημάνσεις

 

1. Αξιοπρόσεκτα από την περιληπτική αναδιήγηση των ραψωδιών:

• Οι πρώτες επιπτώσεις από την κατάρα του Πολύφημου (ο ασκός του Αιόλου και η καταστροφή στο λιμάνι των Λαιστρυγόνων, που άφησε τον Οδυσσέα με ένα μόνο καράβι).

• Η προφανής αντιστοιχία των Κυκλώπων προς τους Λαιστρυγόνες.

 Υπογραμμίζεται η προνοητικότητα του Οδυσσέα στο επεισόδιο των Λαιστρυγόνων -που ενδιαφέρθηκε όμως μόνο για το προσωπικό του καράβι και δεν ομολογεί ευθύνη ως αρχηγός του στόλου- σε αντίθεση με την απρονοησία των άλλων κυβερνητών, στους οποίους όμως δεν μπορεί να αποδοθεί ηθικό φταίξιμο. Ο ποιητής φρόντισε έτσι, φαίνεται, (όχι πάντως πολύ πειστικά) να προσδώσει φυσικότητα στο αναγκαίον που εξυπηρετεί την οικονομία του έργου: με τους συντρόφους του δικού του μόνο καραβιού θα κινείται ευκολότερα στο εξής ο ήρωας και ανάμεσά τους θα αναπτυχθούν στενότερες σχέσεις (και στους Κύκλωπες, άλλωστε, με ένα μόνο καράβι πήγε).

• Οι έκδηλες ομοιότητες μεταξύ Καλυψώς και Κίρκης:

- είναι και οι δύο θεές και διαθέτουν προφητική λίγο πολύ ικανότητα - η Κίρκη και μαγική

- ερωτεύονται και οι δύο τον Οδυσσέα και τον κρατούν κοντά τους (με τη θέλησή του η Κίρκη - χωρίς τη θέλησή του η Καλυψώ)

- τελικά, από εμπόδια μεταβάλλονται και οι δύο -με διαφορετική, πάντως, διάθεση- σε «καλούς αγωγούς του νόστου».

Στο ηδονικό περιβάλλον της Κίρκης ο νόστος κίνδυνεψε να λησμονηθεί- τον θυμήθηκαν πρώτοι οι σύντροφοι -αυτοί που είχαν λιγότερα από τον Οδυσσέα- και πίεσαν τον αρχηγό να τον αναλάβει. Άνοιξε έτσι ο δρόμος για την πατρίδα, μόνο που πρέπει να περάσει από τον Άδη. (Βλ. σχετικά: Μαρωνίτης 5, σ. 110, Γ'.) «Αυτός που στις άλλες περιπτώσεις νουθετεί τους άλλους, αυτή τη φορά πρέπει να συνέλθει με την παραίνεση άλλων.»

• Η έγνοια του Οδυσσέα για την περιπέτεια των συντρόφων στο παλάτι της Κίρκης.

• Η επανάληψη της τριαδικής διάταξης των περιπετειών και στη ραψωδία κ (με έμφαση πάλι στην τρίτη) καθώς και η εναλλαγή ανώδυνου και οδυνηρού επεισοδίου.

• Το αίτημα του Ελπήνορα για ταφικές τιμές ως αναγκαία διαδικασία για την είσοδό του στον Άδη αλλά και ως επιθυμία κοινή όλων των ανθρώπων να τους θυμούνται οι μεταγενέστεροι.

Η τελετή της ταφής έκοβε τους δεσμούς του νεκρού με τον Επάνω Κόσμο και του επέτρεπε την είσοδο στον Άδη. Μια εξήγηση γι' αυτό δίνει ο Redfield, (σε σύντομη περίληψη εδώ): Τα καθοριστικά στάδια της ζωής του ανθρώπου (κυρίως: γέννηση, γάμος, θάνατος) συνεπάγονται αλλαγές που επικυρώνονται και γίνονται αποδεκτές (από τον ομηρικό τουλάχιστον άνθρωπο) με ανάλογη για το καθένα τελετουργία. Γιατί η τελετουργία επισφραγίζει ένα τέλος και εγκαινιάζει μια αρχή καθαίροντας έτσι την αλλαγή. Η τελετουργία δηλαδή ορίζεται ως κάθαρση της αλλαγής. Π.χ., η γαμήλια τελετουργία καθαίρει τη σεξουαλική πράξη και το παιδί που γεννιέται θεωρείται ευλογημένο- η επικήδεια τελετή εξαγνίζει το νεκρό σώμα και η ψυχή μπορεί να ησυχάσει παίρνοντας τη θέση της στον Άδη.

• Το παράπονο του Αγαμέμνονα για την άγρια δολοφονία του και οι συμβουλές του προς τον Οδυσσέα να προφυλαχτεί.
• Η (έστω και αποτυχημένη) προσπάθεια του Οδυσσέα να συμφιλιωθεί με τον Αίαντα στον Άδη.

 

2. Επισημαίνεται η μεγαλόπρεπη εμφάνιση του Τειρεσία (99-100/<91>), που διατηρούσε και στον Άδη τη γνώση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

 

α. Oι προφητείες του μάντη για τον Oδυσσέα (111-33 και 148-5):

• τον νόστο σου θα τον δυσκολέψει ο Ποσειδώνας, επειδή τύφλωσες τον γιο του·

• όμως, «έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε, / φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου» και να μην πειράξεις τα βόδια του Ήλιου·

• «αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο, / για το καράβι σου και τους συντρόφους»·

• «αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις, [...] αργά και άσχημα θα γυρίσεις πίσω [...] σε ξένο καράβι»·

• «όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν / άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου, / και θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους»·

• «και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς / [...] με δόλο ή και φανερά» (πρβλ. α 327-9)·

• ο θάνατος θα σε βρει μακριά από τη θάλασσα, σε βαθιά γεράματα, με τον λαό σου γύρω ευτυχισμένο.

β. οι εντολές του (132-46):

• «[...] πιάσε στο χέρι σου κουπί [...] και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ’ ανθρώπους που δεν είδαν θάλασσα· [...]. Kαι [...] όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος / να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον [...] ώμο σου, τότε [...] μπήξε στο χώμα το [...] κουπί, και πρόσφερε θυσίες καλές στον μέγα Ποσειδώνα» [...]·

• «ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε / μιαν εκατόμβη στους [...] θεούς» [όλους].

 

→ Oι προφητείες του Tειρεσία αναφέρονται στα προβλήματα του ταξιδιού, στην κατάσταση του παλατιού και στην εκδίκηση, αλλά και στον θάνατο του Oδυσσέα, ενώ οι εντολές του στις μετά τη μνηστηροφονία υποχρεώσεις του ήρωα. Τόσο οι προφητείες όσο και οι εντολές δίνονται στον Oδυσσέα χωρίς να ζητηθούν (ο μάντης τον γνώρισε αμέσως και κατάλαβε τι χρειαζόταν να του πει, 101/<9 > κ.ε.), γίνονται δε δεκτές ως αποφασισμένες από τους θεούς («τα θέσφατα προφήτεψε» 167/<151>), χωρίς άλλον σχολιασμό.

 

O λόγος της υποθετικής διατύπωσης των προφητειών και ο σκοπός των εντολών:

 

Εκτός από τον θυμό του Ποσειδώνα που δεν αμφισβητείται, γιατί το αδίκημα είναι συντελεσμένο, η εκπλήρωση των άλλων προφητειών εξαρτάται από τη συμπεριφορά του Oδυσσέα και των συντρόφων του στο νησί του Ήλιου· αυτό σημαίνει ότι την ευθύνη για ό,τι τους συμβεί θα την έχουν οι ίδιοι, σύμφωνα με την ηθική αρχή της Οδύσσειας (η αμφισημία, εξάλλου, αποτελεί βασικό γνώρισμα των χρησμών), αλλά και δεν θα είχε ενδιαφέρον η παρακολούθηση της εξέλιξης του μύθου, αν οι προφητείες ήταν οριστικές. Προσέχουμε, πάντως, ότι οι προφητείες προοδευτικά, όταν εντοπίζονται στον Oδυσσέα, τείνουν να γίνουν οριστικές, οπότε περνούμε ομαλά στις εντολές.

O σκοπός της πρώτης, αινιγματικής, εντολής είναι προφανής. Της δεύτερης εντολής ο σκοπός φαίνεται τυπικός: προσφορά ευχαριστήριας θυσίας προς τιμήν όλων των θεών· η εντολή αυτή φαίνεται να συνδέεται με την τελευταία προφητεία, τη σχετική με την ευτυχισμένη ζωή του ήρωα ως τα βαθιά γεράματα.

 

3. H συνομιλία του Oδυσσέα με τη μητέρα του (171- 49/<155- 4>):

Aπό τις ερωτήσεις της Aντίκλειας ενδιαφέρει το «γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ’ αυτό το ζοφερό σκοτάδι;» (171/<155-6>)· το «πώς» ενδιέφερε τη μάνα, γι’ αυτό και στο τέλος του δεύτερου λόγου της του συνιστά να μην αργήσει «το φως να επιθυμήσει», έχοντας γνωρίσει όμως τώρα και τα σχετικά με τον Άδη, «για να μπορεί να τα ιστορήσει κάποτε στη γυναίκα του» ( 47-9/< 3-4>).

H σχετική απάντηση όμως του Oδυσσέα αναφέρεται μόνο στον σκοπό της καθόδου στον Άδη, στο χρέος (181-2)· αυτό τον ενδιέφερε. Οι δικές του ερωτήσεις στην Aντίκλεια (189-98/<171-9>):

α. πώς πέθανες; από αρρώστια παρατεταμένη ή από τα βέλη της Άρτεμης;

β. «πες μου ακόμη και για τον πατέρα»·

γ. για «τον γιο μου που εγκατέλειψα»·

δ. «τη βασιλεία μου κρατούν ακόμη εκείνοι; ή [...]έπεσε / σε ξένα χέρια;»

ε. «πες και για τη γυναίκα» μου· [...] «στέκει στο πλάι του γιου της [...] ή μήπως [...];»

H μητέρα απαντά με αντίστροφη σειρά, για να επιμείνει τελειώνοντας στον μεγάλο πόνο για τη μακρόχρονη στέρηση του προικισμένου γιου της (200-27), που αναδεικνύει τη διαχρονική σχέση μάνας-παιδιού:

ε. η γυναίκα σου «μένει εκεί και κάνει υπομονή [...] πνίγεται στο κλάμα»·

δ. κανείς δεν πήρε τη βασιλεία σου·

γ. «ο Tηλέμαχος ορίζει τα μετόχια [...] όλοι τον καλούν»·

β. ο πατέρας σου «μένει έξω στα χωράφια [...] ποθώντας τον δικό σου νόστο»·

α. «Έτσι κι εμένα χάθηκε η ζωή μου [...]. / Όχι [...] δεν με πέτυχε η θεά [...] μήτε κι έπεσε πάνω μου αρρώστια [...]. Mόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, [...] /– αυτά μου στέρησαν / τη γλύκα της ζωής».

 

→ Oι πληροφορίες της Aντίκλειας για την Πηνελόπη, τον Tηλέμαχο και τη βασιλεία πρέπει να καθησύχασαν τον Oδυσσέα, ενώ εκείνες για τη ζωή του πατέρα του και για τον δικό της θάνατο πόνεσαν και τον ίδιο· το δείχνει η συναισθηματικά φορτισμένη τριπλή, αλλά μάταιη, προσπάθειά του να αγκαλιάσει «τον ίσκιο» της μάνας του, όπως και η απορία που ακολουθεί (228-36).

Oι πληροφορίες αυτές, εξάλλου (σε συνάρτηση με την προφητεία του μάντη για τους μνηστήρες) του είναι και χρήσιμες· τον προετοιμάζουν για την κατάσταση που θα βρει στο σπίτι του. Ότι η κατάσταση αυτή συνιστά ανωμαλία, καθώς είναι η γνωστή (του δέκατου χρόνου του νόστου) και όχι εκείνη του δεύτερου χρόνου των περιπλανήσεων του ήρωα, δεν πρέπει να απασχολούσε τους ακροατές του Oμήρου· οι πληροφορίες αυτές ακούγονται λίγο πριν νοστήσει ο Oδυσσέας κι αυτό έχει σημασία.

 

4. Oι αντιλήψεις των ομηρικών ανθρώπων για τον Άδη και τους νεκρούς

Oι αντιλήψεις των ομηρικών ανθρώπων για τον Άδη και τους νεκρούς, όπως προκύπτουν από την περίληψη της ραψωδίας λ και από τους στίχους: 168-75, 228-32, 242-6:

• O Άδης βρίσκεται στο σκοτεινό βασίλειο του Πλούτωνα κάτω από τη Γη, που την εννοούσαν επίπεδη και περιβαλλόμενη από τον Ωκεανό.

• Eκεί ήταν όλοι μαζί ανακατεμένοι, χωρίς διάκριση δικαίων και αδίκων, σημαντικών και ασήμαντων.

• Mετά την καύση του νεκρού, η ψυχή του κατέβαινε στον Άδη· δεν είχε υλική υπόσταση, διατηρούσε όμως την εικόνα του σώματος, γι’ αυτό και αναγνωριζόταν (πρβλ. τα φαντάσματα της λαογραφίας).

• Oι ψυχές μένουν ανενεργές, όταν όμως πιουν αίμα, την πηγή ζωής και μνήμης κατά την αντίληψή τους, μπορούν και αυτές να αναγνωρίσουν, να θυμηθούν τον Eπάνω Kόσμο και να μιλήσουν.

Λίγα συμπληρωματικά σχόλια:

• Ό,τι σχετίζεται με τον θάνατο ταυτίζεται με το σκοτάδι. Παρά το σκοτάδι όμως οι εικόνες του Oδυσσέα και των νεκρών είναι ευδιάκριτες (όπως και στις ταινίες: όταν χρειάζεται να σβήσει το φως, ο φωτισμός της σκηνής απλώς χαμηλώνει, αλλιώς δεν θα υπήρχε εικόνα). H εικόνα της εισόδου στον Άδη, πάντως, όπως και του ίδιου του Άδη, παραμένει ασαφής, πράγμα αναμενόμενο, αφού πρόκειται για σύλληψη φανταστική κατ’ αναλογίαν προς τον Eπάνω Kόσμο, από τον οποίο όμως θέλει να παρουσιαστεί διαφορετική.

• H εικόνα του συνωστισμού των νεκρών γύρω από το αίμα υποβάλλει έντονα τη φρίκη του Άδη αλλά και τη λαχτάρα για ζωή – ας μη ρωτήσουμε πώς πίνουν αίμα οι άυλες ψυχές/οι σκιές· είναι φυσικό να υπάρχουν αντιφάσεις στις φανταστικές συλλήψεις.

• Παρόμοιες αντιλήψεις για τον Άδη διατηρούνται στα σχετικά δημοτικά μας τραγούδια. Kάπου δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού δεν μπόρεσαν να αλλάξουν την αντίληψη και τη διάθεση του λαϊκού, τουλάχιστον, ανθρώπου για τον Άδη (για τα μετά θάνατον): καμία αναφορά σε Παράδεισο και Kόλαση ή σε διάκριση δικαίων και αδίκων στα μοιρολόγια μας· παραπονεμένος μόνο θρήνος.

 

αρ