Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Οδύσσεια


16η ενότητα: κ, λ (περίληψη) – λ 99-249/<90-224> (ανάλυση)

15η 16η 17η

 

 

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

● Oι περιπέτειες του Oδυσσέα στο νησί του Aιόλου, στη χώρα των Λαιστρυγόνων, στο παλάτι της Kίρκης και στον Άδη

● Συνάντηση του Oδυσσέα με τον μάντη Tειρεσία και τη μητέρα του

Η Οδύσσεια διαρκεί 41 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την 33η ημέρα:

 

Α1. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας κ:
Ἀλκίνου Ἀπόλογοι: Τὰ περὶ Αἴολον, Λαιστρυγόνας καὶ Κίρκην

 

Επόμενος σταθμός μας ήταν η Αιολία, το πλωτό νησί του Αιόλου, του θεού των ανέμων, που μας φιλοξένησε έναν μήνα. Κατά την αναχώρηση, ο θεός μού δώρισε έναν ασκό, όπου είχε κλείσει όλους τους ενάντιους ανέμους, και έπειτα από ταξίδι εννέα ημερών αντικρίσαμε την πατρίδα. Με συνεπήρε τότε ύπνος γλυκός και οι σύντροφοι, νομίζοντας ότι ο ασκός έκρυβε θησαυρό, τον άνοιξαν· αμέσως ξεχύθηκαν οι άνεμοι και ξέσπασε τρικυμία που μας γύρισε πάλι στον Αίολο· εκείνος όμως με έδιωξε ως θεομίσητο. 1

 

 

Έπειτα από έξι μέρες φτάσαμε στη χώρα των Λαιστρυγόνων, γιγάντων ανθρωποφάγων, που πετροβολώντας κατέστρεψαν αύτανδρα* τα έντεκα καράβια μου. Σώθηκε μόνο το δικό μου, που, προνοώντας, το είχα δέσει έξω από το λιμάνι.

 

Λαιστρυγόνες Ο Οδυσσέας στη χώρα των Λαιστρυγόνων Οι Λαιστρυγόνες πετούν βράχους εναντίον των πλοίων του Οδυσσέα.

 

Με μόνο πια αυτό το καράβι φτάσαμε στην Αία, όπου κατοικούσε η μάγισσα θεά Κίρκη. Χώρισα τότε τους συντρόφους 2 σε δύο ομάδες (από είκοσι δύο άντρες καθεμιά) με επικεφαλής στη μία εμένα και στην άλλη τον Ευρύλοχο· η δεύτερη ομάδα κληρώθηκε να πάει για εξερεύνηση.

 

Όταν έφτασαν στο παλάτι της Κίρκης, εκείνη τους πρόσφερε μαγικό κυκεώνα, 3 για να ξεχάσουν την πατρίδα, και με το μαγικό ραβδί της τους μεταμόρφωσε σε χοίρους. Μόνο ο Ευρύλοχος έμεινε απέξω και μου έφερε την τρομερή είδηση.

 

Έσπευσα τότε αμέσως εκεί, παρά την αποτροπή του Ευρύλοχου, κατά τη διαδρομή όμως ο Ερμής με εφοδίασε με μαγικό αντιβότανο και συμβουλές για την αντιμετώπιση της μάγισσας. Έτσι, όχι μόνο δεν κατάφερε να με μεταμορφώσει, αλλά την ανάγκασα να ξαναδώσει στους συντρόφους την ανθρώπινη μορφή και να προσκαλέσει και τους άλλους στο παλάτι της, όπου φιλοξενηθήκαμε έναν χρόνο. Θυμηθήκαμε τότε τον νόστο – οι σύντροφοι πρώτοι – και η Κίρκη δεν έφερε αντίρρηση· ράγισε όμως η καρδιά μου, όταν μου είπε ότι είναι ανάγκη να κατεβώ πρώτα στον Άδη, για να μου δείξει ο νεκρός πια μάντης Τειρεσίας τον δρόμο του νόστου· αναθάρρησα, ωστόσο, με τις πληροφορίες και τις οδηγίες 4 που μου έδωσε για το ταξίδι. Κατά την αναχώρηση, ο σύντροφος Ελπήνορας – «μήτε [...] πολύ γενναίος, μήτε [...] τόσο γνωστικός» – ζαλισμένος από το πολύ κρασί, έπεσε από το δώμα και σκοτώθηκε, πάνω δε στη βιασύνη μας τον αφήσαμε άταφο.

 

Κίρκη
Κίρκη-Οδυσσέας

 

 

λαιστρυγόνες

 

Oι Λαιστρυγόνες πετροβολούν τα πλοία του Oδυσσέα.

Pωμαϊκή τοιχογραφία του 1ου αι. π.X. (Pώμη, Bατικανό)

 

Κίρκη

H Kίρκη ανακατεύει τον κυκεώνα.

Λήκυθος λευκού βάθους του Ζωγράφου της Αθηνάς, περίπου 490–480 π.Χ. (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

 

 

Α.2. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας λ: Ἀλκίνου Ἀπόλογοι:
Νέκυια 5 (Ο Οδυσσέας διηγείται την περιπέτεια του στον Άδη)

 

Ακολουθώντας τις οδηγίες της Κίρκης, φτάσαμε στον Ωκεανό 6 και προχωρώντας στο ρεύμα του συναντήσαμε το βράχο όπου δυο ποτάμια «σμίγοντας μεταξύ τους» χύνονται στον Αχέροντα, τον ποταμό του Άδη. Στο χάσμα αυτό χωθήκαμε και βγήκαμε στην είσοδο του Κάτω Κόσμου. Πρόσφερα εκεί χοές στους νεκρούς και θυσίασα πρόβατα στον άρχοντα του Άδη, τον Πλούτωνα. Γύρω από τα σφάγια μαζεύτηκε πλήθος νεκρών, που γύρευαν να πιουν αίμα, για να θυμηθούν τον Επάνω Κόσμο και να μιλήσουν. Πρώτη είδα την ψυχή του άταφου Ελπήνορα, που μου ζήτησε να κάψω το σώμα του 7 και να του υψώσω τύμβο με καρφωμένο επάνω το κουπί του, για να μην ξεχαστεί από τους ανθρώπους.

Εμφανίστηκε έπειτα ο μάντης Τειρεσίας και μου προφήτεψε όσα μπορεί να μας συμβούν στο νησί του Ήλιου, αλλά και στην Ιθάκη, και τι πρέπει να κάνω μετά τον νόστο μου.

Τρίτη μίλησε η μητέρα μου, η Αντίκλεια: μου έδωσε πληροφορίες για τη γυναίκα μου, τον γιο και τον πατέρα μου, καθώς και για την αιτία του θανάτου της. Θέλησα να την αγκαλιάσω, αλλά η ψυχή της, μια άσαρκη σκιά, πέταξε μέσα απ’ τα χέρια μου. Είδα μετά ένα πλήθος γυναικών, συζύγων και θυγατέρων διάσημων ηρώων· έπινε καθεμιά τους αίμα και «εξιστορούσε το γένος της». Πρέπει όμως να σταματήσω· ώρα να κοιμηθούμε.

Οι Φαίακες άκουγαν τον Οδυσσέα βουβοί, σαν μαγεμένοι, και του ζήτησαν να συνεχίσει την εξιστόρηση.

Είδα λοιπόν τον Αγαμέμνονα, συνέχισε, που κλαίγοντας μού διηγήθηκε τα καθέκαστα της άγριας δολοφονίας του. Παραπονέθηκε για την απιστία της Κλυταιμνήστρας και με καλοτύχισε για τη συνετή γυναίκα μου, την Πηνελόπη. Με συμβούλεψε, ωστόσο, να είμαι προσεχτικός και να μην εμπιστεύομαι τις γυναίκες.

Με πλησίασε, έπειτα, ο Αχιλλέας και είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του.

Ο Αίαντας μόνο, οργισμένος ακόμη για τη νίκη μου κατά την κρίση των όπλων του νεκρού Αχιλλέα, 8 κρατούσε απόσταση. Εγώ προσπάθησα να συμφιλιωθώ μαζί του, εκείνος όμως με προσπέρασε αμίλητος.

Είδα και άλλους γνωστούς ήρωες και τελευταίο τον Ηρακλή, που μου μίλησε για τον άθλο του να κατεβεί κι αυτός στον Άδη ζωντανός, για να φέρει επάνω τον σκύλο Κέρβερο. Στο μεταξύ, τα πλήθη των νεκρών θορυβούσαν κι εμείς, φοβισμένοι, επιστρέψαμε αμέσως στο καράβι και πήραμε τον δρόμο για τον Επάνω Κόσμο.

text text

 

 

γη εκαταίου

 

H Γη όπως την αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι κατά την ομηρική εποχή (8ος αι. π.X.).

Oι ομηρικοί άνθρωποι θεωρούσαν τη Γη σαν έναν επίπεδο σχεδόν δίσκο περιβαλλόμενο από τον Ωκεανό. Πάνω από τη Γη υψωνόταν ο ουρανός σαν μια αναποδογυρισμένη κούπα. Kάτω από τη Γη βρισκόταν ο Άδης. H μυθική αυτή εικόνα παράσταινε ένα σύμπαν με τρία επίπεδα: το ουράνιο (χώρο των ολύμπιων θεών), το επίγειο (χώρο των θνητών) και το υπόγειο (χώρο των νεκρών και των θεών του Άδη). Ήταν ένας κόσμος με ορόφους και οι θνητοί δεν μπορούσαν να περάσουν από τον έναν στον άλλο, παρά μόνο σε ειδικές συνθήκες. Aς σημειωθεί, ακόμη, ότι οι ομηρικοί άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι κυρίως με τον ελλαδικό και τον μικρασιατικό χώρο και τα κοντινά τους νησιά.

 

 

Α3 ΚΕΙΜΕΝΟ λ 99-249/<90-224> (ανάλυση)
Συνάντηση του Οδυσσέα με τον μάντη Τειρεσία και με τη μητέρα του

Συνομιλία του Οδυσσέα με το μάντη

Οδυσσέας και Τειρεσίας


Ο Οδυσσέας καλεί τις ψυχές των νεκρών.

Ο Οδυσσέας καλεί τις ψυχές των νεκρών.





Ο Οδυσσέας συζητά με τις ψυχές του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα.

»Κι ήλθε και του Θηβαίου Τειρεσία η ψυχή· κρατούσε
100
το χρυσό του σκήπτρο, αμέσως μ’ αναγνώρισε [... και αφού ήπιε αίμα]
110
[...] έτσι μου μίλησε ο τέλειος μάντης:
«Τον νόστο σου γυρεύεις, γλυκόν σαν μέλι, Οδυσσέα περίφημε.
Όμως κάποιος θεός θα σου σταθεί στον δρόμο σου φραγμός, γιατί
δεν το πιστεύω πως θα ξεχάσει ο Κοσμοσείστης εκείνη την οργή
που άναψε μέσα του, όταν χολώθηκε μαζί σου, που τύφλωσες
115
τον ίδιο του τον γιο.
Παρ’ όλα αυτά, έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε,
φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου,
όταν θ’ αράξεις κάποτε με το καράβι σου γερό
στης Θρινακίας το νησί, γλιτώνοντας από το μπλάβο πέλαγο.
120
θα βρείτε εκεί βόδια να βόσκουν θηλυκά, πρόβατα μαλλιαρά –
στον Ήλιο ανήκουν, που τα πάντα βλέπει από ψηλά, τα πάντα ακούει.
Ανίσως και δεν τα πειράξεις, στον νόστο σου προσηλωμένος
μπορεί, έστω με βάσανα και πάθη, να φτάσετε και στην Ιθάκη·
αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο,
125
για το καράβι σου και τους συντρόφους· αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις,
λέω πως αργά κι άσχημα θα γυρίσεις πίσω, θα χάσεις όλους τους συντρόφους,
θα ταξιδέψεις σε καράβι ξένο· όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν
άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου,
που θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους,
130
τάζοντας δώρα για τη νύφη –
και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς την αδικία αυτή.
Όταν ωστόσο τους μνηστήρες, στο παλάτι,
με τον χαλκό που κόβει τους σκοτώσεις, είτε με δόλο ή και φανερά,
τότε πιάσε στο χέρι σου κουπί καλά αρμοσμένο
135
και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ’ ανθρώπους
που δεν είδαν θάλασσα,
που αλατισμένο δεν τρων το φαγητό τους·
δεν ξέρουν καν τα πλοία, βαμμένα κόκκινα στα μάγουλά τους,
ή τα καλά κουπιά, που γίνονται φτερά των καραβιών.
Και θα σου πω κι άλλο σημάδι πεντακάθαρο – μην το ξεχάσεις·
140
όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος
να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον όμορφο ώμο σου,
τότε κι εσύ μπήξε στο χώμα το καλάρμοστο κουπί,
και πρόσφερε θυσίες καλές στον μέγα Ποσειδώνα [...].  9
145
Ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε
μιαν εκατόμβη στους αθάνατους θεούς που τον πλατύ ουρανό κατέχουν [...].
148
Ο θάνατος σου λέω θα σε βρει απόμακρα απ’ τη θάλασσα,
149-50
ήσυχος και γλυκός [...] / σε βαθιά, μεστά γεράματα· και γύρω σου λαοί,
151-52
όλοι θα ζουν ευτυχισμένοι. Αυτός ο λόγος μου, / αλάνθαστος κι αληθινός.» [...]

Συνομιλία του Oδυσσέα με τη μητέρα του

166 Αυτά μου μήνυσε η ψυχή του μάντη Τειρεσία, και πίσω κίνησε
για το παλάτι του Άδη, αφού τα θέσφατα προφήτεψε. 10
Όσο για μένα, ακίνητος στεκόμουν. Οπότε η μάνα μου
πλησίασε, ήπιε το μαύρο αίμα, κι αμέσως με αναγνώρισε,
170
ολοφυρόμενη πήρε να μου μιλά και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:  11
«Γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ’ αυτό το ζοφερό σκοτάδι; αρχ
Δύσκολο όσοι ζουν να δουν τον κόσμο μας, και πώς!
Μεγάλοι μας χωρίζουν ποταμοί, φριχτά νερά,
ο ίδιος ο Ωκεανός, που ένας πεζός δεν το μπορεί
175
να τον περάσει, εκτός κι αν έχει πλοίο ακαταμάχητο.
Ή μήπως έρχεσαι στον κάτω κόσμο από την Τροία,
χρόνια ολόκληρα παραδαρμένος, με το καράβι σου
και τους συντρόφους; ίσως δεν πήγες στην Ιθάκη καν·
δεν είδες τη γυναίκα σου στο αρχοντικό σου;»
180
Ρωτούσε εκείνη, κι εγώ της αποκρίθηκα:
«Μάνα, το χρέος μ’ έφερε κάτω στον Άδη, αρχ
χρησμό γυρεύοντας απ’ του Θηβαίου Τειρεσία την ψυχή.
Όχι, ακόμη δεν ακούμπησα των Αχαιών τη χώρα, μήτε και πάτησα
το χώμα της πατρίδας· χρόνια πολλά
185
παραδαρμένος, στη συμφορά μου βυθισμένος ζω [...].
188
Άλλο γυρεύω τώρα να μου πεις, μην κρύψεις την αλήθεια·
ποια μοίρα τάχα να σε δάμασε αμείλικτου θανάτου;
190
αρρώστια που δεν έχει τελειωμό; η Άρτεμη, που ξέρει πυκνά τα βέλη της
να ρίχνει, σε βρήκε και σε σκότωσε; 12
Πες μου ακόμη και για τον πατέρα μου, τον γιο μου που εγκατέλειψα· αρχ
τη βασιλεία μου κρατούν ακόμη εκείνοι; ή μήπως κιόλας έπεσε
σε ξένα χέρια, που λεν πως πια δεν θα γυρίσω πίσω.
195
Πες και για τη γυναίκα που παντρεύτηκα, μίλησε για το φρόνημα
και τη βουλή της· στέκει στο πλάι του γιου της, φύλακας σταθερός
των αγαθών μου; ή μήπως την πήρε κιόλας άλλος στο κρεβάτι του,
από τους Αχαιούς ο πιο καλός κι ωραίος;»
Αυτά τη ρώτησα, κι ευθύς μου απάντησε η σεβαστή μου μάνα:
200
«Ησύχασε, εκείνη μένει εκεί, και κάνει υπομονή,
στο σπίτι σου κλεισμένη· στη θλίψη
202-3
σβήνουν, χάνονται οι μέρες όλες κι όλες της οι νύχτες, / πνίγεται στο κλάμα.
Για τη βασιλική τιμή σου· όχι, κανείς ακόμη δεν την άρπαξε·
205
ήσυχος ο Τηλέμαχος ορίζει τα μετόχια και στα τραπέζια παίρνει  13
άρτιο το μερτικό του, όπως ταιριάζει σ’ όποιον το δίκιο κρίνει και μοιράζει [...].
208
Όσο για τον πατέρα σου, αυτός αδιάκοπα μένει έξω στα χωράφια· [...]
216
Κείτεται εκεί περίλυπος, το πένθος μέσα του
μέρα τη μέρα μεγαλώνει, ποθώντας τον δικό σου νόστο,
και τον βαραίνουν τα γεράματα. 14
Έτσι κι εμένα χάθηκε η ζωή μου, έτσι με βρήκε ο θάνατος.
220
Όχι, μες στο παλάτι δεν με πέτυχε η θεά
που, σημαδεύοντας καλά, βρίσκει παντού τον στόχο της·
δεν πήγα απ’ τα πυκνά δικά της βέλη, μήτε κι έπεσε πάνω μου
αρρώστια μισητή, αυτή που μαραζώνει το κορμί του ανθρώπου
και βγάζει την ψυχή του.
225
Μόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, λαμπρέ Οδυσσέα,
226-7
για την ευγενική σου καλοσύνη – αυτά μου στέρησαν / τη γλύκα της ζωής.»
Τόσα μου είπε, όμως κι εγώ, μέσα μου ταραγμένος,
θέλησα τον ίσκιο της ν’ αγκαλιάσω, της πεθαμένης μάνας μου·
230
όρμησα τρεις φορές, ποθώντας να τη σφίξω επάνω μου,
και τρεις φορές μέσα απ’ τα χέρια, σαν τη σκιά, σαν όνειρο,
μου πέταξε. Κάθε φορά και πιο πολύ έσφαζε ο πόνος την καρδιά μου,
ώσπου της μίλησα φωνάζοντας, με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
«Μάνα μου, πώς δεν στέκεις να σε πιάσω, που σε λαχταρώ;
235
Έλα, κι εδώ στον Άδη, δένοντας χέρια να σφιχταγκαλιαστούμε
οι δυο μας, παρηγοριά να βρούμε στον φριχτό μας θρήνο. [...]»
239
Έτσι της μίλησα, κι η σεβαστή μου μάνα τότε μου αποκρίθηκε:
240
«Αλίμονο, παιδί μου δύσμοιρο όσο κανείς άλλος στον κόσμο [...].
242
Αυτή είναι η μοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει:
δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες και τα κόκαλά του·
όλα τους τα δαμάζει το μένος της πυράς
245
που λαμπαδιάζει, αφού η ζωή του φύγει κι αφήσει τα λευκά του οστά–
μόνο η ψυχή πάει, πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει.
Ωστόσο είναι πια καιρός το φως να επιθυμήσεις,
και μην αργείς· μάθε κι αυτά, όλα που βλέπεις γύρω σου,
για να μπορείς να τα ιστορήσεις κάποτε στη γυναίκα σου.»

 

Ερωτήσεις κατανόησης Ερωτήσεις κατανόησης ερωτήσεις

 

 

 


 

1. Ο Αίολος κατάλαβε ότι τον Οδυσσέα τον κατέτρεχε κατάρα θεϊκή. [Από το Αίολος > αιολική (ενέργεια): η δύναμη των ανέμων ως πηγή ενέργειας.]

2. Οι αριθμοί αυτοί μας αφήνουν να υπολογίσουμε τον αριθμό των ανδρών του καραβιού του Οδυσσέα.

3. κυκεώνας: μείγμα αποτελούμενο συνήθως από κρασί, τριμμένο τυρί και κριθάλευρο· ήταν ένας δυναμωτικός χυλός. Η Κίρκη τού πρόσθεσε μέλι και μαγικά βότανα. (Η λέξη κυκεώνας χρησιμοποιείται και σήμερα μεταφορικά, με τις εξής έννοιες: πλήθος από ανοργάνωτα στοιχεία/ανακατωσούρα, σύγχυση.)

4. Η Κίρκη και η Καλυψώ έπαιξαν ανασταλτικό ρόλο στον νόστο του Οδυσσέα, τελικά όμως και οι δύο τον βοήθησαν.

5. Νέκυια (< νέκυς= νεκρός) ονομαζόταν η μαγική τελετή κατά την οποία οι άνθρωποι καλούσαν τους νεκρούς και ζητούσαν από αυτούς πληροφορίες για το μέλλον τους. Γίνεται έτσι φανερό γιατί η ραψωδία λ ονομάστηκε «Νέκυια».

6. Ωκεανός: Ο μεγάλος ποταμός που, όπως πίστευαν, περιέβρεχε τη Γη. Από τη μια πλευρά του ανέτελλαν η Αυγή και ο Ήλιος και στην άλλη έδυαν.

7. να κάψω το σώμα του κτλ: Ο Ελπήνορας ζητεί από τον Οδυσσέα ταφικές τιμές για να εξασφαλίσει (κι αυτός) υστεροφημία. Η καύση του νεκρού όμως κατά τη Γεωμετρική εποχή θεωρούνταν και αναγκαία για την είσοδο του νεκρού στον Άδη, αποτελεί ωστόσο αναχρονισμό, γιατί κατά τη Μυκηναϊκή εποχή τους νεκρούς τους ενταφίαζαν. Ταφές στα ομηρικά έπη

8. κατά την κρίση των όπλων του Αχιλλέα: Τα όπλα του Αχιλλέα ορίστηκε να δοθούν σε όποιον είχε προσφέρει περισσότερα στον πόλεμο· τα διεκδίκησαν ο Αίαντας ο Τελαμώνιος, ο γενναιότερος μετά τον Αχιλλέα ήρωας, κι ο πολυμήχανος Οδυσσέας· τα κέρδισε ο τελευταίος με τη βοήθεια και της Αθηνάς, που επηρέασε την απόφαση των κριτών, ο δε Αίαντας, πικραμένος, οδηγήθηκε στην αυτοκτονία και δεν συγχώρεσε τον Οδυσσέα ούτε στον Άδη. Ας σημειωθεί ότι ο αδερφός του Αίαντα, ο Τεύκρος, δεν έγινε δεκτός στην πατρίδα τους, τη Σαλαμίνα, επειδή δεν πήρε εκδίκηση γι’ αυτόν. Ζήτησε τότε χρησμό από τον Απόλλωνα και ο θεός τον έστειλε στην Κύπρο, όπου ίδρυσε «μιαν άλλη Σαλαμίνα». Η διήγηση του Τεύκρου

9. (στ. 134–44) τότε [...] Ποσειδώνα: Οι εντολές που δίνει εδώ ο μάντης στον Οδυσσέα αποβλέπουν στην εξιλέωση του Ποσειδώνα με τη διάδοση της λατρείας του και σε μη θαλασσινούς, ώστε να συμφιλιωθεί οριστικά ο ήρωας μαζί του.

10. (στ. 167) τα θέσφατα προφήτεψε: προφήτεψε τα λόγια, τις αποφάσεις των θεών.

11. (στ. 170) ολοφυρόμενη: κλαίγοντας γοερά, οδυρόμενη.

12. (στ. 190–1) η Άρτεμη [...] σε σκότωσε;: Στην Άρτεμη αποδίδονταν οι ξαφνικοί θάνατοι των γυναικών, ενώ στον αδερφό της, τον Απόλλωνα, οι ξαφνικοί θάνατοι των αντρών.

13. (στ. 205) ορίζει τα μετόχια: είναι αφέντης στα κτήματα· η λέξη μετόχι έχει σήμερα την εξής σημασία: κτήμα μοναστηριού έξω από την περιοχή του.

14. (στ. 200–18) Ησύχασε, [...] γεράματα: Οι πληροφορίες που δίνει εδώ η Αντίκλεια στον γιο της, σε συνάρτηση με την προφητεία του Τειρεσία (στ.128–34), τον προετοιμάζουν για την αντιμετώπιση της κατάστασης που θα βρει στο σπίτι του.

 

αρχή



 

1. Αποσπάσματα στα οποία εφαρμόζεται η τεχνική των "άστοχων ερωτημάτων"

 

α. Από τη συνομιλία του Οδυσσέα με τον Αγαμέμνονα (λ 448-6Ι/<397-4Ι0>):

 

«Ατρείδη τιμημένε, ω Αγαμέμνονα, [...]

ποια μοίρα να σε δάμασε, ποιος ανελέητος θάνατος;

Μήπως σε τσάκισε ο Ποσειδώνας στα καράβια σου,

Σ’ άρπαξε θύελλα φριχτή, μ’ ανέμους φοβερούς;

μήπως σε χάλασαν εχθροί επάνω στη στεριά,

που γύρεψες να κόψεις βόδια, ή όμορφο κοπάδι γιδοπρόβατα;

ή πολεμώντας για μια πόλη τειχισμένη; ή για γυναίκες;»

Έτσι του μίλησα, κι εκείνος μου αποκρίθηκε με το όνομά μου:

«Βλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,

όχι, μήτε ο Ποσειδώνας στα καράβια μου με τσάκισε,

με θύελλα φριχτή, μ’ ανέμους φοβερούς,

μήτε κι εχθροί με χάλασαν κάπου σε μια στεριά·

ο Αίγισθος συντέλεσε τη μοίρα του θανάτου μου,

αυτός με σκότωσε, μαζί κι η δολερή γυναίκα μου· [...]»

 

β. Από ένα δημοτικό τραγούδι της ξενιτιάς:

– Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;

Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;

– Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε έχω κακή μάνα·

ξένε μου, κι αν εδάκρυσα κι αν βαριαναστενάζω,

τον άντρα έχω στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνους.

 

(Ν. Πολίτης, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, αρ. 84, στ. 11–5)

>> Nα διακρίνετε την τεχνική των «άστοχων ερωτημάτων» στα πιο πάνω αποσπάσματα και να προσδιορίσετε τη λειτουργία της, αφού διαβάσετε τα παρακάτω σχόλια:

Στις ερωτήσεις του Οδυσσέα για την αιτία του θανάτου της μητέρας του (189–191) και στις δικές της απαντήσεις (220–227) εφαρμόζεται η τεχνική των «άστοχων ερωτημάτων». Δηλαδή, εκείνος που ρωτά κάνει διάφορες λογικές μεν υποθέσεις για την αιτία ενός γεγονότος, καμία όμως δεν στοχεύει σωστά· έτσι, εκείνος που απαντά απορρίπτει μία μία τις «άστοχες» ερωτήσεις, για να δώσει στο τέλος με έμφαση τη σωστή απάντηση· σ’ αυτό ακριβώς αποβλέπει αυτή η τεχνική, που αποτελεί τυπικό θέμα της επικής ποίησης αλλά και των δημοτικών μας τραγουδιών.

2. [Ο μύθος του Αϊ-Λια]

 

Ο Αϊ-Λιας, επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές εκόντεψε να πνιγεί, εβαρέθη τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει σε μέρος που να μην ξέρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει το λοιπόν στον ώμο το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα, ώσπου έφτασε στην κορυφή του βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που ήβρε εκεί τι είναι, και του λεν «ξύλο». Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν ιδεί ποτέ τους κουπί, και έμεινε μαζί τους εκεί ψηλά.

 

(Ε. Κακριδή, Η διδασκαλία των ομηρικών επών, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1988, σ. 240)

 

3. Δημοτικά τραγούδια του Κάτω Κόσμου

 

α. [Στον Κάτω Κόσμο]

κόρη της μάνας δε μιλεί, μηδέ στην κόρη η μάνα,

μηδέ τα τέκνα στους γονιούς, μηδέ οι γονιοί στα τέκνα,

κι ο βασιλιάς ακόμα εκεί με όλους μας είναι ίδια.

Εκεί τα σπίτια είν’ σκοτεινά, οι τοίχοι αραχνιασμένοι,

εκεί μεγάλοι και μικροί είναι ανακατεμένοι.

 

(Ι. Θ. Κακριδής, Ομηρικά Θέματα, Αθήνα 1954, σ. 96)

 

β. Κάτου στα Τάρταρα της γης τα κρυοπαγωμένα

μοιρολογούν οι λυγερές και κλαίν’ τα παλικάρια.

 

γ. Και τι παράπον’ έχομ’ μεις εις τον Απάνω Κόσμο,

που με τον ήλιο βλέπομε και με το φως δειπνούμε;

Στον Άδ’ αέρας δε φυσά και ήλιος δεν προβαίνει·

όλα πικρά είν’ στην Κάτω Γη, γιατί δεν ξημερώνει,

γιατί δεν κράζει πετεινός, δεν κελαηδεί τ’ αηδόνι.

 

> Ποιες ομοιότητες παρουσιάζει η εικόνα του ομηρικού Άδη με την εικόνα που φαίνεται στα παραπάνω δημοτικά τραγούδια του Κάτω Kόσμου (μοιρολόγια) – και σε κείμενα άλλων εθνών, αν υπάρχει δυνατότητα;

 

Μοιρολόγια [πηγή: Μυριόβιβλος]

 

αρχή

 


 

  1. H Kαλυψώ (ε 227-228) και η κατάρα του Kύκλωπα (ι 588-595) προϊδέασαν τον Oδυσσέα σχετικά με τον νόστο του. Ποια νέα στοιχεία τού δίνει τώρα ο μάντης Tειρεσίας; (λ 111-131)

  2. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η αβεβαιότητα της προφητείας του μάντη για τον νόστο του Oδυσσέα και των συντρόφων του; (λ 116-125)

  3. Πώς εκδηλώνεται η αμοιβαία αγάπη του Oδυσσέα και της μητέρας του και τι σας εντυπωσιάζει περισσότερο στη συνάντησή τους; (168-249)

  4. Παίρνοντας αφορμή από τον μέχρι θανάτου καημό της Aντίκλειας για τον ξενιτεμένο γιο της (λ 225-6) και από την εναγώνια προσμονή του Λαέρτη για τον νόστο του Oδυσσέα (λ 208-218), συζητήστε το θέμα της αγάπης και της έγνοιας των γονιών για τα παιδιά τους, που δεν αλλάζει με τα χρόνια.

 

αρχή

 



 

Ο Τειρεσίας ενημερώνει τον Οδυσσέα σχετικά με τους μνηστήρες (127–133), ενώ η μητέρα του, η Αντίκλεια, του δίνει πληροφορίες για την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο, τον Λαέρτη, καθώς και για τη βασιλική εξουσία που είχε πριν φύγει για την Τροία (199–218).

Πώς αλληλοσυμπληρώνονται οι πληροφορίες αυτές και πώς εξυπηρετούν τον Oδυσσέα για την αντιμετώπιση της κατάστασης που θα βρει στο σπίτι του;

 

νεκρός

Nέος άντρας που νοείται νεκρός. Αττική λευκή λήκυθος του Ζωγράφου του Bosanquet, περίπου 450-440 π.Χ..

Aθήνα, Ε.Α.Μ. (Πηγή: Τ.Α.Π.)

Άδης

O Oδυσσέας στην είσοδο του Άδη· προσφέρει χοές στους νεκρούς και θυσία προβάτων στον Πλούτωνα και συνομιλεί με τις σκιές των νεκρών.

Pωμαϊκή τοιχογραφία του 1ου αι. π.X.

(Pώμη, Aποστολική Bιβλιοθήκη του Bατικανού)

 



 

Ερμηνευτικές επισημάνσεις

 

1. Αξιοπρόσεκτα από την περιληπτική αναδιήγηση των ραψωδιών:

• Οι πρώτες επιπτώσεις από την κατάρα του Πολύφημου (ο ασκός του Αιόλου και η καταστροφή στο λιμάνι των Λαιστρυγόνων, που άφησε τον Οδυσσέα με ένα μόνο καράβι).

• Η προφανής αντιστοιχία των Κυκλώπων προς τους Λαιστρυγόνες.

 Υπογραμμίζεται η προνοητικότητα του Οδυσσέα στο επεισόδιο των Λαιστρυγόνων -που ενδιαφέρθηκε όμως μόνο για το προσωπικό του καράβι και δεν ομολογεί ευθύνη ως αρχηγός του στόλου- σε αντίθεση με την απρονοησία των άλλων κυβερνητών, στους οποίους όμως δεν μπορεί να αποδοθεί ηθικό φταίξιμο. Ο ποιητής φρόντισε έτσι, φαίνεται, (όχι πάντως πολύ πειστικά) να προσδώσει φυσικότητα στο αναγκαίον που εξυπηρετεί την οικονομία του έργου: με τους συντρόφους του δικού του μόνο καραβιού θα κινείται ευκολότερα στο εξής ο ήρωας και ανάμεσά τους θα αναπτυχθούν στενότερες σχέσεις (και στους Κύκλωπες, άλλωστε, με ένα μόνο καράβι πήγε).

• Οι έκδηλες ομοιότητες μεταξύ Καλυψώς και Κίρκης:

- είναι και οι δύο θεές και διαθέτουν προφητική λίγο πολύ ικανότητα - η Κίρκη και μαγική

- ερωτεύονται και οι δύο τον Οδυσσέα και τον κρατούν κοντά τους (με τη θέλησή του η Κίρκη - χωρίς τη θέλησή του η Καλυψώ)

- τελικά, από εμπόδια μεταβάλλονται και οι δύο -με διαφορετική, πάντως, διάθεση- σε «καλούς αγωγούς του νόστου».

Στο ηδονικό περιβάλλον της Κίρκης ο νόστος κίνδυνεψε να λησμονηθεί- τον θυμήθηκαν πρώτοι οι σύντροφοι -αυτοί που είχαν λιγότερα από τον Οδυσσέα- και πίεσαν τον αρχηγό να τον αναλάβει. Άνοιξε έτσι ο δρόμος για την πατρίδα, μόνο που πρέπει να περάσει από τον Άδη. (Βλ. σχετικά: Μαρωνίτης 5, σ. 110, Γ'.) «Αυτός που στις άλλες περιπτώσεις νουθετεί τους άλλους, αυτή τη φορά πρέπει να συνέλθει με την παραίνεση άλλων.»

• Η έγνοια του Οδυσσέα για την περιπέτεια των συντρόφων στο παλάτι της Κίρκης.

• Η επανάληψη της τριαδικής διάταξης των περιπετειών και στη ραψωδία κ (με έμφαση πάλι στην τρίτη) καθώς και η εναλλαγή ανώδυνου και οδυνηρού επεισοδίου.

• Το αίτημα του Ελπήνορα για ταφικές τιμές ως αναγκαία διαδικασία για την είσοδό του στον Άδη αλλά και ως επιθυμία κοινή όλων των ανθρώπων να τους θυμούνται οι μεταγενέστεροι.

Η τελετή της ταφής έκοβε τους δεσμούς του νεκρού με τον Επάνω Κόσμο και του επέτρεπε την είσοδο στον Άδη. Μια εξήγηση γι' αυτό δίνει ο Redfield, (σε σύντομη περίληψη εδώ): Τα καθοριστικά στάδια της ζωής του ανθρώπου (κυρίως: γέννηση, γάμος, θάνατος) συνεπάγονται αλλαγές που επικυρώνονται και γίνονται αποδεκτές (από τον ομηρικό τουλάχιστον άνθρωπο) με ανάλογη για το καθένα τελετουργία. Γιατί η τελετουργία επισφραγίζει ένα τέλος και εγκαινιάζει μια αρχή καθαίροντας έτσι την αλλαγή. Η τελετουργία δηλαδή ορίζεται ως κάθαρση της αλλαγής. Π.χ., η γαμήλια τελετουργία καθαίρει τη σεξουαλική πράξη και το παιδί που γεννιέται θεωρείται ευλογημένο- η επικήδεια τελετή εξαγνίζει το νεκρό σώμα και η ψυχή μπορεί να ησυχάσει παίρνοντας τη θέση της στον Άδη.

• Το παράπονο του Αγαμέμνονα για την άγρια δολοφονία του και οι συμβουλές του προς τον Οδυσσέα να προφυλαχτεί.
• Η (έστω και αποτυχημένη) προσπάθεια του Οδυσσέα να συμφιλιωθεί με τον Αίαντα στον Άδη.

 

2. Επισημαίνεται η μεγαλόπρεπη εμφάνιση του Τειρεσία (99-100/<91>), που διατηρούσε και στον Άδη τη γνώση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

 

α. Oι προφητείες του μάντη για τον Oδυσσέα (111-33 και 148-5):

• τον νόστο σου θα τον δυσκολέψει ο Ποσειδώνας, επειδή τύφλωσες τον γιο του·

• όμως, «έστω με βάσανα και πάθη, μπορεί και να νοστήσετε, / φτάνει να συγκρατήσεις τις ορμές σου, εσύ κι οι σύντροφοί σου» και να μην πειράξεις τα βόδια του Ήλιου·

• «αν όμως τα πειράξεις, τότε προβλέπω όλεθρο, / για το καράβι σου και τους συντρόφους»·

• «αλλά κι εσύ, που ίσως γλιτώσεις, [...] αργά και άσχημα θα γυρίσεις πίσω [...] σε ξένο καράβι»·

• «όμως κι εκεί, στο σπίτι σου, σε περιμένουν / άλλες συμφορές, μνηστήρες αλαζόνες, που μαδούν το βιος σου, / και θέλουν την ισόθεη γυναίκα σου δική τους»·

• «και μολαταύτα, γυρίζοντας, θα εκδικηθείς / [...] με δόλο ή και φανερά» (πρβλ. α 327-9)·

• ο θάνατος θα σε βρει μακριά από τη θάλασσα, σε βαθιά γεράματα, με τον λαό σου γύρω ευτυχισμένο.

β. οι εντολές του (132-46):

• «[...] πιάσε στο χέρι σου κουπί [...] και κίνησε, ώσπου να φτάσεις σ’ ανθρώπους που δεν είδαν θάλασσα· [...]. Kαι [...] όταν στον δρόμο σου βρεθεί οδοιπόρος / να πει πως λιχνιστήρι φέρνεις στον [...] ώμο σου, τότε [...] μπήξε στο χώμα το [...] κουπί, και πρόσφερε θυσίες καλές στον μέγα Ποσειδώνα» [...]·

• «ύστερα γύρνα στην πατρίδα σου, εκεί θυσίασε / μιαν εκατόμβη στους [...] θεούς» [όλους].

 

→ Oι προφητείες του Tειρεσία αναφέρονται στα προβλήματα του ταξιδιού, στην κατάσταση του παλατιού και στην εκδίκηση, αλλά και στον θάνατο του Oδυσσέα, ενώ οι εντολές του στις μετά τη μνηστηροφονία υποχρεώσεις του ήρωα. Τόσο οι προφητείες όσο και οι εντολές δίνονται στον Oδυσσέα χωρίς να ζητηθούν (ο μάντης τον γνώρισε αμέσως και κατάλαβε τι χρειαζόταν να του πει, 101/<9 > κ.ε.), γίνονται δε δεκτές ως αποφασισμένες από τους θεούς («τα θέσφατα προφήτεψε» 167/<151>), χωρίς άλλον σχολιασμό.

 

O λόγος της υποθετικής διατύπωσης των προφητειών και ο σκοπός των εντολών:

 

Εκτός από τον θυμό του Ποσειδώνα που δεν αμφισβητείται, γιατί το αδίκημα είναι συντελεσμένο, η εκπλήρωση των άλλων προφητειών εξαρτάται από τη συμπεριφορά του Oδυσσέα και των συντρόφων του στο νησί του Ήλιου· αυτό σημαίνει ότι την ευθύνη για ό,τι τους συμβεί θα την έχουν οι ίδιοι, σύμφωνα με την ηθική αρχή της Οδύσσειας (η αμφισημία, εξάλλου, αποτελεί βασικό γνώρισμα των χρησμών), αλλά και δεν θα είχε ενδιαφέρον η παρακολούθηση της εξέλιξης του μύθου, αν οι προφητείες ήταν οριστικές. Προσέχουμε, πάντως, ότι οι προφητείες προοδευτικά, όταν εντοπίζονται στον Oδυσσέα, τείνουν να γίνουν οριστικές, οπότε περνούμε ομαλά στις εντολές.

O σκοπός της πρώτης, αινιγματικής, εντολής είναι προφανής. Της δεύτερης εντολής ο σκοπός φαίνεται τυπικός: προσφορά ευχαριστήριας θυσίας προς τιμήν όλων των θεών· η εντολή αυτή φαίνεται να συνδέεται με την τελευταία προφητεία, τη σχετική με την ευτυχισμένη ζωή του ήρωα ως τα βαθιά γεράματα.

 

3. H συνομιλία του Oδυσσέα με τη μητέρα του (171- 49/<155- 4>):

Aπό τις ερωτήσεις της Aντίκλειας ενδιαφέρει το «γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ’ αυτό το ζοφερό σκοτάδι;» (171/<155-6>)· το «πώς» ενδιέφερε τη μάνα, γι’ αυτό και στο τέλος του δεύτερου λόγου της του συνιστά να μην αργήσει «το φως να επιθυμήσει», έχοντας γνωρίσει όμως τώρα και τα σχετικά με τον Άδη, «για να μπορεί να τα ιστορήσει κάποτε στη γυναίκα του» ( 47-9/< 3-4>).

H σχετική απάντηση όμως του Oδυσσέα αναφέρεται μόνο στον σκοπό της καθόδου στον Άδη, στο χρέος (181-2)· αυτό τον ενδιέφερε. Οι δικές του ερωτήσεις στην Aντίκλεια (189-98/<171-9>):

α. πώς πέθανες; από αρρώστια παρατεταμένη ή από τα βέλη της Άρτεμης;

β. «πες μου ακόμη και για τον πατέρα»·

γ. για «τον γιο μου που εγκατέλειψα»·

δ. «τη βασιλεία μου κρατούν ακόμη εκείνοι; ή [...]έπεσε / σε ξένα χέρια;»

ε. «πες και για τη γυναίκα» μου· [...] «στέκει στο πλάι του γιου της [...] ή μήπως [...];»

H μητέρα απαντά με αντίστροφη σειρά, για να επιμείνει τελειώνοντας στον μεγάλο πόνο για τη μακρόχρονη στέρηση του προικισμένου γιου της (200-27), που αναδεικνύει τη διαχρονική σχέση μάνας-παιδιού:

ε. η γυναίκα σου «μένει εκεί και κάνει υπομονή [...] πνίγεται στο κλάμα»·

δ. κανείς δεν πήρε τη βασιλεία σου·

γ. «ο Tηλέμαχος ορίζει τα μετόχια [...] όλοι τον καλούν»·

β. ο πατέρας σου «μένει έξω στα χωράφια [...] ποθώντας τον δικό σου νόστο»·

α. «Έτσι κι εμένα χάθηκε η ζωή μου [...]. / Όχι [...] δεν με πέτυχε η θεά [...] μήτε κι έπεσε πάνω μου αρρώστια [...]. Mόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, [...] /– αυτά μου στέρησαν / τη γλύκα της ζωής».

 

→ Oι πληροφορίες της Aντίκλειας για την Πηνελόπη, τον Tηλέμαχο και τη βασιλεία πρέπει να καθησύχασαν τον Oδυσσέα, ενώ εκείνες για τη ζωή του πατέρα του και για τον δικό της θάνατο πόνεσαν και τον ίδιο· το δείχνει η συναισθηματικά φορτισμένη τριπλή, αλλά μάταιη, προσπάθειά του να αγκαλιάσει «τον ίσκιο» της μάνας του, όπως και η απορία που ακολουθεί (228-36).

Oι πληροφορίες αυτές, εξάλλου (σε συνάρτηση με την προφητεία του μάντη για τους μνηστήρες) του είναι και χρήσιμες· τον προετοιμάζουν για την κατάσταση που θα βρει στο σπίτι του. Ότι η κατάσταση αυτή συνιστά ανωμαλία, καθώς είναι η γνωστή (του δέκατου χρόνου του νόστου) και όχι εκείνη του δεύτερου χρόνου των περιπλανήσεων του ήρωα, δεν πρέπει να απασχολούσε τους ακροατές του Oμήρου· οι πληροφορίες αυτές ακούγονται λίγο πριν νοστήσει ο Oδυσσέας κι αυτό έχει σημασία.

 

4. Oι αντιλήψεις των ομηρικών ανθρώπων για τον Άδη και τους νεκρούς

Oι αντιλήψεις των ομηρικών ανθρώπων για τον Άδη και τους νεκρούς, όπως προκύπτουν από την περίληψη της ραψωδίας λ και από τους στίχους: 168-75, 228-32, 242-6:

• O Άδης βρίσκεται στο σκοτεινό βασίλειο του Πλούτωνα κάτω από τη Γη, που την εννοούσαν επίπεδη και περιβαλλόμενη από τον Ωκεανό.

• Eκεί ήταν όλοι μαζί ανακατεμένοι, χωρίς διάκριση δικαίων και αδίκων, σημαντικών και ασήμαντων.

• Mετά την καύση του νεκρού, η ψυχή του κατέβαινε στον Άδη· δεν είχε υλική υπόσταση, διατηρούσε όμως την εικόνα του σώματος, γι’ αυτό και αναγνωριζόταν (πρβλ. τα φαντάσματα της λαογραφίας).

• Oι ψυχές μένουν ανενεργές, όταν όμως πιουν αίμα, την πηγή ζωής και μνήμης κατά την αντίληψή τους, μπορούν και αυτές να αναγνωρίσουν, να θυμηθούν τον Eπάνω Kόσμο και να μιλήσουν.

Λίγα συμπληρωματικά σχόλια:

• Ό,τι σχετίζεται με τον θάνατο ταυτίζεται με το σκοτάδι. Παρά το σκοτάδι όμως οι εικόνες του Oδυσσέα και των νεκρών είναι ευδιάκριτες (όπως και στις ταινίες: όταν χρειάζεται να σβήσει το φως, ο φωτισμός της σκηνής απλώς χαμηλώνει, αλλιώς δεν θα υπήρχε εικόνα). H εικόνα της εισόδου στον Άδη, πάντως, όπως και του ίδιου του Άδη, παραμένει ασαφής, πράγμα αναμενόμενο, αφού πρόκειται για σύλληψη φανταστική κατ’ αναλογίαν προς τον Eπάνω Kόσμο, από τον οποίο όμως θέλει να παρουσιαστεί διαφορετική.

• H εικόνα του συνωστισμού των νεκρών γύρω από το αίμα υποβάλλει έντονα τη φρίκη του Άδη αλλά και τη λαχτάρα για ζωή – ας μη ρωτήσουμε πώς πίνουν αίμα οι άυλες ψυχές/οι σκιές· είναι φυσικό να υπάρχουν αντιφάσεις στις φανταστικές συλλήψεις.

• Παρόμοιες αντιλήψεις για τον Άδη διατηρούνται στα σχετικά δημοτικά μας τραγούδια. Kάπου δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού δεν μπόρεσαν να αλλάξουν την αντίληψη και τη διάθεση του λαϊκού, τουλάχιστον, ανθρώπου για τον Άδη (για τα μετά θάνατον): καμία αναφορά σε Παράδεισο και Kόλαση ή σε διάκριση δικαίων και αδίκων στα μοιρολόγια μας· παραπονεμένος μόνο θρήνος.

 

αρ



 

λ, 90-224, 385-491 (Ο Οδυσσέας στον Άδη)

 

Η ραψωδία λ στο πλαίσιο της Οδύσσειας

 

Η ραψωδία λάμδα αποτελεί το τρίτο κατά σειρά βιβλίο των λεγομένων Απολόγων του Οδυσσέα (ραψωδίες ι-μ). Στις ραψωδίες αυτές ο Οδυσσέας, απευθυνόμενος στους Φαίακες, περιγράφει τις περιπλανήσεις στον κόσμο του παραμυθιού, περιπλανήσεις στις οποίες εισήλθε ως βασιλιάς και ήρωας, επικεφαλής του Ιθακήσιου στόλου που παλιννοστεί από την Τροία, και κατέληξε μόνος, παραδαρμένος και εξουθενωμένος ναυαγός στις ακτές της Σχερίας (αφού πρώτα αποκλείστηκε για εφτά χρόνια στο νησί της Καλυψώς).

 

Οι Απόλογοι εκκινούν στη ραψωδία ι με το επεισόδιο των Κικόνων, μια μεταβατική σκηνή που μεταφέρει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του ιλιαδικού ηρωισμού σε μια άλλη σφαίρα, όπου τα ιδεώδη της ρώμης και της ανδρείας επιβάλλεται, προκειμένου να επιβιώσει ο ήρωας, να αναπροσαρμοστούν. Στηραψωδία ι δεσπόζει η συνάντηση του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα Πολύφημο, η οποία προκάλεσε την οργή του Ποσειδώνα. Η οργή αυτή θα συνοδεύσει τον ήρωα μέχρι την Ιθάκη. Αφού ξεφεύγει μετά βίας από τον Κύκλωπα έχοντας οδηγήσει στον θάνατο αρκετούς συντρόφους του, ο Οδυσσέας δοκιμάζεται κατόπιν, στο κ, στο νησί του Αιόλου και στη χώρα των Λαιστρυγόνων, μέχρι να φτάσει στην Αιαία, το νησί της μάγισσας Κίρκης.

 

Στο λάμδα ο Οδυσσέας βιώνει την πιο προκλητική από όλες τις περιπέτειές του: κατόπιν οδηγιών της Κίρκης ταξιδεύει στην είσοδο του Άδη, προκειμένου να συμβουλευθεί τη σκιά του νεκρού μάντη Τειρεσία σχετικά με το πώς θα επιτύχει το ταξίδι του γυρισμού. Οι πληροφορίες που θα λάβει από τον μάντη φαίνονται εκ πρώτης όψεως μάλλον περιορισμένες σε ποσότητα (η Κίρκη στο μ θα φανεί σαφώς πιο λεπτομερής και πληροφοριακή) και ατελέσφορες σε πρακτικό αντίκρυσμα, αφού οι Σύντροφοι θα αγνοήσουν την προειδοποίηση του μάντη για τα βόδια του Ήλιου στη Θρινακία. Στην οικεία ενότητα παρακάτω εξηγείται πώς και γιατί η πρώτη αυτή εντύπωση είναι παραπειστική. Ο Οδυσσέας, αλλά και οι ακροατές/αναγνώστες του έπους, θα κερδίσουν πολλά από τον Τειρεσία. Πέραν αυτών ο Οδυσσέας θα λάβει γνώση της κατάστασης στην Ιθάκη και θα συναντήσει πολλές σπουδαίες, ανδρικές και γυναικείες, μορφές του μύθου, με αποκορύφωμα τους κολοσσιαίους ήρωες της Ιλιάδας, τον Αγαμέμνονα, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα. Τα κέρδη από την επίσκεψη είναι τόσο πολυποίκιλα, που εύκολα ξεχνιέται το γεγονός ότι τελικά η  πρακτική σκοπιμότητα όλης αυτής της ταλαιπωρίας ίσως και να ήταν μικρή. Η Οδύσσεια, άλλωστε, ακολουθεί τη λογική της ποίησης, όχι τον στείρο ορθολογισμό των Αναλυτικών.

 

Από την είσοδο του Άδη στο δυτικότερο μέρος του Ωκεανού, στη χώρα των Κιμμερίων που δεν την έβλεπε ποτέ το φως, ο Οδυσσέας θα επιστρέψει πίσω στην Αιαία, τη χώρα της διηνεκούς φωταψίας: 1 η πορεία από την Αιαία στον Άδη και τανάπαλιν συνιστά πλήρη περίπλου της γης, τον οποίο ο Οδυσσέας ολοκληρώνει σε 24 μόνο ώρες! Ο Οδυσσέας επιστρέφει λοιπόν στην Κίρκη, η οποία θα συμπληρώσει τις πληροφορίες που αναμέναμε ότι ο ήρωας θα λάμβανε από τον Τειρεσία (μ 1-141): θα του πει για τις Σειρήνες, τις Συμπληγάδες Πέτρες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, για να καταλήξει στον πιο μοιραίο και καθοριστικό από όλους τους μέχρι τότε σταθμούς: τη νήσο της Θρινακίας και τα βόδια του Ήλιου. Τις εμπειρίες αυτές θα τις ζήσει στο μ. Παρά τις προειδοποιήσεις του Τειρεσία, ο Οδυσσέας δεν θα κατορθώσει να αποφύγει την καταστροφή στη Θρινακία.

 

Η δομή της ραψωδίας λ

 

Η ραψωδία λ συγκεντρώνει ομολογουμένως πολύ και ετερόκλητο υλικό, προφανώς ερανισμένο από διαφορετικές επικές παραδόσεις. Το υλικό δεν διακρίνεται από την αφηγηματική συνοχή και τη λογική ενότητα άλλων επεισοδίων (βλ. παρακάτω), παρά ταύτα οι συναντήσεις του Οδυσσέα με τα διάφορα εἴδωλα καμόντων παρουσιάζονται ταξινομημένες σε ομοειδείς ενότητες. 2

 

Στη ραψωδία προτάσσονται οι τρεις εκείνες συναντήσεις που σχετίζονται πιο άμεσα με ό,τι προηγήθηκε και ό,τι θα ακολουθήσει στην εξέλιξη της πλοκής (1-223): ο Ελπήνορας δένει τις ραψωδίες κ, λ και μ: οι συναντήσεις στον Άδη ξεκινούν με ένα ταπεινό και ασήμαντο αντι-ήρωα, για να κορυφωθούν με τους γίγαντες του ιλιαδικού παρελθόντος· η Αντίκλεια προετοιμάζει τον Οδυσσέα για την κατάσταση που θα συναντήσει στην Ιθάκη και προοικονομεί την επανασύνδεσή του με τον γέρο-Λαέρτη· και βέβαια ανάμεσα στις δύο αυτές σκηνές μεσολαβεί η συνάντηση με τον Τειρεσία, που αποτελούσε και τον αντικειμενικό σκοπό του ταξιδιού στις πύλες του Άδη. Το μεσαίο τμήμα της ραψωδίας καταλαμβάνεται από ένα εκτεταμένο Κατάλογο Γυναικών (224-332), ο οποίος διακόπτεται από ένα «ιντερμέτζο», που μας επαναφέρει προσωρινά στο παλάτι του Αλκινόου (333-384). Η σκηνή αυτή παρέχει το κίνητρο για την αναφορά στους τρεις μείζονες ήρωες της Ιλιάδας (λ 385-567), αλλά και έναν ακόμη Κατάλογο (568-635) πνευμάτων, που υπό το βλέμμα του μεγάλου κριτή του Κάτω Κόσμου, του Μίνωα, είτε διάγουν σε κατάσταση μακαριότητας, προϊόν προφανώς μεταθανάτιας ανταμοιβής (Ωρίων-Ηρακλής) είτε υφίστανται σκληρές τιμωρίες για τα εγκλήματα που διέπραξαν εν ζωή (Τιτυός, Τάνταλος, Σίσυφος). Η ραψωδία τελειώνει με φευγαλέα αναφορά στον Θησέα και τον Πειρίθου, τους οποίους όμως ο Οδυσσέας δεν μπορεί να προσεγγίσει, καθώς το πλήθος των νεκρών που πλησιάζουν τον αναγκάζει να υποχωρήσει.

 

Πιο αναλυτικά, η ραψωδία λάμδα διαρθρώνεται ως εξής:

 

Στίχοι 1-50: μετάβαση από την Αιαία στη χώρα των Κιμμερίων και την είσοδο του Άδη· διάνοιξη του βόθρου· χοές· αιματηρή θυσία· σταδιακή συγκέντρωση των ψυχών.

Στίχοι 51-83: συνάντηση με τον Ελπήνορα.

Στίχοι 84-89: ο Οδυσσέας αντικρύζει την Αντίκλεια, αλλά δεν την αφήνει να πλησιάσει.

Στίχοι 90-149: συνάντηση με τον Τειρεσία.

Στίχοι 150-224: συνάντηση με την Αντίκλεια.

Στίχοι 225-332: συνάντηση με τις γυναίκες και τις κόρες των ἀριστήων (κατά σειρά: Τυρώ, Αντιόπη, Αλκμήνη & Μεγάρα, Επικάστη, Χλώρις, Λήδα, Ιφιμέδεια, Φαίδρα-Πρόκρις-Αριάδνη, Μαίρα & Κλυμένη & Εριφύλη).

Στίχοι 333-384: το επιλεγόμενο intermezzo. O Οδυσσέας διακόπτει προσωρινά την αφήγησή του και ζητεί να αποσυρθεί. Οι Φαίακες όμως μαγεμένοι τον παρακαλούν να συνεχίσει, αλλά και να μείνει μαζί τους για μια ακόμη μέρα. Ο Αλκίνοος ζητεί να μάθει συγκεκριμένα για την τύχη των Τρωικών ηρώων.

Στίχοι 385-464: συνάντηση με τον Αγαμέμνονα.

Στίχοι 465-540: συνάντηση με τον Αχιλλέα.

Στίχοι 541-567: συνάντηση με τον Αίαντα.

Στίχοι 568-600: συνάντηση με άλλες μεγάλες μορφές του Άδη (Μίνως, Ωρίων και οι τρεις Μεγάλοι Αμαρτωλοί, ο Τιτυός, ο Τάνταλος και ο Σίσυφος).

Στίχοι 601-626: συνάντηση με το εἴδωλον του Ηρακλή.

Στίχοι 627-640: αναφορά στον Θησέα και τον Πειρίθου· αναχώρηση.

 

Η φύση του υλικού και η αυθεντικότητα της λάμδα

 

Όπως θα αναμέναμε από ραψωδία τόσο πολυσπερματική στη σύνθεσή της, η λάμδα αποτέλεσε προνομιακό πεδίο δράσης τόσο για τους Αναλυτικούς, οι οποίοι πρέσβευαν τη θεωρία της Πολλαπλής Πατρότητας των επών, όσο και για τους Νεοαναλυτικούς, οι οποίοι πίστευαν μεν στην Ενιαία Πατρότητα, αλλά έθεταν ως βασικό στόχο της έρευνάς τους (α) τον εντοπισμό των διαφόρων πηγών που ο ποιητής της Οδύσσειας συμπίλησε στο ποίημά του και (β) το ξεκαθάρισμα των μεθομηρικών προσμείξεων. Η λάμδα λοιπόν είναι ίσως η κατάλληλη ευκαιρία για να εισαγάγουμε τους μαθητές με περισσότερη λεπτομέρεια στο Ομηρικό Πρόβλημα —αν και με απλή αναφορά μόνο στην όλη συζήτηση και ειδική έμφαση στην έννοια της προφορικότητας των επών.

 

Ως προς τη λάμδα, οι Αναλυτικοί επισήμαναν κυρίως λογικές ανακολουθίες, όπως, μεταξύ πολλών άλλων:

 

• Το ότι η Κίρκη στέλνει τον Οδυσσέα να πάρει πληροφορίες από τον Τειρεσία, ενώ η ίδια είναι σαφώς πιο πληροφοριακή και προφανώς δεν στερείται μαντικών ικανοτήτων. Το ταξίδι του Οδυσσέα στον Άδη δεν φαίνεται επαρκώς αιτιολογημένο.

• Το ότι ο Οδυσσέας ρωτά τον Ελπήνορα πῶς ἦλθεν ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα, ενώ προφανώς πρέπει να γνωρίζει την απάντηση.

• Το ότι η παράταση της παραμονής του Οδυσσέα στη Σχερία, την οποία επιφέρει το intermezzo, δεν έχει προφανή σκοπιμότητα.

• Το ότι ο Κατάλογος των Γυναικών περιλαμβάνει μορφές που δεν σχετίζονται καθόλου με τον Οδυσσέα και τη μοίρα του.

• Πάνω από όλα το γεγονός ότι στους στ. 568-635 φαίνεται ότι βρισκόμαστε πια στα έγκατα του Άδη και όχι στις πύλες του, όπως μέχρι τότε. Η μετάβαση από το επεισόδιο με τον Αίαντα στον δεύτερο αυτό κατάλογο είναι άτσαλη.

• Η αντίληψη περί μεταθανάτιας ζωής που αποτυπώνεται στους στίχους αυτούς είναιεπίσηςεντελώςδιαφορετικήαπόεκείνηνπουείδαμεστουςπροηγουμένους: εδώ βλέπουμε νεκρούς να τιμωρούνται και άλλους να ανταμείβονται· προηγουμένως, οι νεκροί αδιακρίτως υποβαθμίζονταν σε εἴδωλα καμόντων, χωρίς συνείδηση, χωρίς μνήμη και χωρίς προσωπικότητα.

 

Οι δύο κατάλογοι, ο κατάλογος των γυναικών αφενός και αφετέρου ο κατάλογος των Μεγάλων Αμαρτωλών και των Μακαρίων Νεκρών, είναι τα χωρία εκείνα της Νέκυιας που σχεδόν καθολικώς, ακόμη και από τους πιο φανατικούς Ενωτικούς, θεωρούνται πιθανές μεθομηρικές προσθήκες.

 

Οι Αναλυτικοί, σημειώνει ο Jones (1988,100), όντως «έχουν αποδείξει ότι στο ενδέκατο βιβλίο της Οδύσσειας έχουν παρεισφρήσει πολλές και διαφορετικές αφηγηματικές παραδόσεις, αλλά δεν έχουν αποδείξει ότι ένας και μοναδικός προφορικός ποιητής δεν θα ήταν δυνατόν να συμφύρει όλες αυτές τις παραδόσεις μεταξύ τους. Οι ασυνέπειες τις οποίες ανακάλυψαν οι Αναλυτικοί είναι χαρακτηριστικές για την περίπτωση ενός προφορικού ποιητή, ο οποίος επιχειρεί να δώσει μορφή σε καινούριο υλικό μέσα σε καινούριο πλαίσιο». Πέραν αυτού, προσθέτουμε, πολλές από τις αιτιάσεις των Αναλυτικών είτε αγνοούν τις έννοιες της ποιητικής άδειας και οικονομίας είτε είναι απλώς μικρόψυχες (βλ. παρακάτω τα σχετικά με την Αντίκλεια).

 

Οι θεωρίες για τις πιθανές πηγές προέλευσης του υλικού που συσσωρεύεται στη λάμδα είναι ισάριθμες με τους μελετητές που ασχολήθηκαν με το ζήτημα· ως εκ τούτου δεν θα τις παραθέσουμε με λεπτομέρεια. Το βέβαιο είναι ότι πέρα από το υλικό που προέρχεται από τον ίδιο τον Επικό Κύκλο, στη Νέκυια έχουν διεισδύσει στοιχεία από: (α) τοπικές επικές παραδόσεις (ο Κατάλογος Γυναικών, π.χ. περιλαμβάνει κυρίως ηρωίδες από τη Βοιωτία)· (β) παραμύθια και δοξασίες ειδικά για τις περιπλανήσεις των θαλασσοπόρων· αλλά και (γ) θρησκευτικά και τελετουργικά στοιχεία από πρακτικές που συνδέονται με τη λατρεία των νεκρών, τη νεκυομαντεία, καθώς και διάφορες τελετουργίες καθαρμού και εξιλασμού, όπως αυτές που αποτελούσαν το υπόβαθρο των αττικο-ιωνικών Ανθεστηρίων.

 

Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στον εντοπισμό των ποικίλων στρωμάτων της αφήγησης, αλλά στον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί εντός του έπους μια ραψωδία που περιλαμβάνει μερικές από τις αισθαντικότερες ποιητικές στιγμές της Οδύσσειαςς. Οι Heubeck & Hoekstra (2005, 130-31) είναι εύγλωττοι στο σημείο αυτό και αξίζει να αντιγράψουμε το σχόλιό τους. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας:

 

Αν όντως ο ποιητής της Οδύσσειας ήταν ο πρώτος που μετέθεσε τις περιπλανήσεις ενός νικητή του τρωικού πολέμου από τον ηρωικό κόσμο στον χώρο του παραμυθιού και ο πρώτος που εμπνεύστηκε τις περιπέτειες του πρωταγωνιστή εν μέρει από τους άθλους των θρυλικών θαλασσοπόρων και εν μέρει από τα κατορθώματα άλλων μυθικών ηρώων (όπως των Αργοναυτών), τότε είναι απολύτως εύλογη οι απόφασή του να στείλει τον ήρωά του στον Άδη, εντάσσοντάς τον —μόνον όμως επιφανειακά— στην παράδοση ηρώων του μεγέθους του Ηρακλή και του Θησέα […]. Η διαφορά έγκειται στα εκάστοτε κίνητρα: ο Οδυσσέας, όπως παρουσιάζεται από τον ποιητή, υφίσταται ακουσίως τις περιπέτειες που του επιβάλλονται από τη μοίρα· δεν θα μπορούσε, επομένως, να αναλάβει το ταξίδι στον Άδη με δική του πρωτοβουλία και με απώτερο σκοπό κάποιον σπουδαίο άθλο. Η κατάβασή του όφειλε να υπακούει σε μια διαταγή που δεν επιδεχόταν άρνηση, και έτσι ο ποιητής ανήγαγε την προσφυγή στον Τειρεσία σε απαραίτητη προϋπόθεση της ασφαλούς επιστροφής του ήρωα στην Ιθάκη. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί επαρκή εξήγηση της απόφασής του να στείλει τον Οδυσσέα στον Άδη. […] Είναι πράγματι γοητευτική η αντιπαράσταση του Οδυσσέα με τα σκιώδη είδωλα όλων εκείνων που αποτέλεσαν κατά τη διάρκεια της ηρωικής του ύπαρξης τον πιο οικείο του κύκλο σε ένα τόσο ανοίκειο, για τον ίδιο που είναι ζωντανός, περιβάλλον. Ακόμη και στο απώτατο σημείο του κόσμου των θαυμάτων, στο όριο μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, ο Οδυσσέας παραμένει ο ίδιος: ο βασιλιάς της Ιθάκης, ο ήρωας του τρωικού πολέμου.

 

Με τη Νέκυια, λοιπόν, ο Οδυσσέας εξυψώνεται στο επίπεδο των ευάριθμων εκείνων θνητών που υπέστησαν τη μεγίστη δοκιμασία, την κατάβαση στον Άδη (έστω και αν δεν κατεβαίνει όντως στα ενδότερα του Κάτω Κόσμου). Άλλωστε, «η Νέκυια», γράφει ο Reinhardt, «είναι η μοναδική από όλες τις περιπέτειες που έχει διαμορφωθεί ως ένα είδος άθλου […] Η κατάβαση στον Άδη ταυτίζεται με την επίτευξη του αδύνατου» (Reinhardt 1999, 121). Η Νέκυια συνδέει το παρόν του Οδυσσέα με το παρελθόν και το μέλλον του. Πάνω από όλα, όμως, στον κόσμο των νεκρών ο Οδυσσέας προβάλλεται στο φόντο ενός ολόκληρου επικού σύμπαντος, κορωνίδα του οποίου αποτελούν οι τρεις μεγάλοι ήρωες της Ιλιάδας. Με τους ιλιαδικούς αυτούς ήρωες ο Οδυσσέας «αναμετριέται», καθώς δίνει σταδιακά σάρκα και οστά σε ένα αλλιώτικο ηρωικό ιδανικό. Παρόμοια λειτουργία διεύρυνσης της επικής ματιάς και διαπλάτυνσης του περιβάλλοντος της Οδύσσειας, ανθρώπινου και γεωγραφικού, είχε επιτελέσει και η Τηλεμάχεια. Μπροστά στην ανάγκη να εξυπηρετηθεί αυτός ο ευρύτερος αφηγηματικός στόχος και στον πειρασμό να συγκροτηθεί μια ποιητική εικόνα με εκτυφλωτική μεγαλοπρέπεια, βαθιά πνευματικότητα (Reinhardt 1999, 126) και σπαρακτικό τραγικό πάθος, οι μικρο-ασυνέπειες του προφορικού ποιητή φαντάζουν ασήμαντα πταίσματα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι (α) η τέχνη του ποιητή στη Νέκυια είναι άμεμπτη ή ότι (β) αποκλείεται κάποια τμήματα της ραψωδίας να είναι παρέμβλητα, η παρουσία τους δηλαδή να μην μπορεί να εξηγηθεί με αναφορά στις τεχνικές σύνθεσης του προφορικού ποιητή, παρά μόνο με την εικασία ότι κάποιος τα ενοφθάλμισε αργότερα στον κορμό του ποιήματος και μάλιστα με τρόπο πλημμελή.

 

Το intermezzo πάντως, το οποίο προηγείται της παρουσίασης των Τριών Ηρώων, ακόμη και αν ανήκει στα παρέμβλητα κομμάτια, σοφώς παρεμβλήθηκε: αν και ομολογουμένως παρατραβά, αν και περιλαμβάνει διαλόγους κάπως άτσαλους, τόσο αφηγηματολογικά όσο και γλωσσικά, αν και, τέλος, δεν επεξηγεί επαρκώς γιατί ο Οδυσσέας δέχεται τώρα ασμένως να παρατείνει την παραμονή του στη Σχερία, ενώ προηγουμένως επειγόταν, εντούτοις το intermezzo κάθε άλλο παρά περιττό είναι: λειτουργεί ως επιβράδυνση, άρα ως εμφατικός μηχανισμός. Η αφήγηση διακόπτεται για λίγο μετά τον μακροσκελή Κατάλογο Γυναικών (ή μετά τη φορτισμένη συνάντηση με την Αντίκλεια, αν ο Κατάλογος είναι εμβόλιμος), για να επανέλθει δριμύτερη με τις συναντήσεις εκείνες που συναπαρτίζουν το ζουμί της ραψωδίας. Οι ακροατές/ αναγνώστες πρέπει να προσέξουν καλά τι διαμείβεται μεταξύ του Οδυσσέα και των νεκρών συντρόφων του στα τρωικά πεδία. Η προσωρινή διακοπή την οποία επιφέρει το intermezzo τους εφιστά την προσοχή σε ό,τι θα ακολουθήσει και παρέχει νέο μομέντουμ στην αφήγηση.

 

λ, 90-149 Ο Οδυσσέας και ο μάντης Τειρεσίας

Όπως ο Γέρος της Θάλασσας καθοδήγησε τον Μενέλαο προς τον δικό του νόστο (δ, 351-573), έτσι και ο Τειρεσίας λειτουργεί ως οδηγός του Οδυσσέα. Η διαφορά έγκειται στη φύση των δύο νόστων (βλ. παρακάτω). Για μια ακόμη φορά οι σχηματικοί παραλληλισμοί, πάνω στους οποίους εδράζεται η Οδύσσεια, λειτουργούν αποκαλυπτικά.

 

Τι περιμέναμε ότι θα πει και τι τελικά λέει ο Τειρεσίας στον Οδυσσέα;

 

Ο Τειρεσίας πλησιάζει τον Οδυσσέα στον στ. 90, αφού πρώτα ο Οδυσσέας, κατά την εντολή της Κίρκης, εμπόδισε τη σκιά της μητέρας του να προσεγγίσει (84-89). 3 Ο τυφλός μάντης πίνει αίμα, αν και η Κίρκη μας είχε πληροφορήσει (κ, 492-5) ότι οι φρένες του ήταν ἔμπεδοι στον Άδη, ότι χάρη στην Περσεφόνη ο Τειρεσίας ήταν ο μόνος που διατηρούσε ακόμη ανθρώπινο μυαλό (νόον) και πνεύμα εκεί. Θα περιμέναμε ότι ο Τειρεσίας δεν θα χρειαζόταν το αίμα (προσέξτε επίσης ότι αναγνωρίζει τον Οδυσσέα πριν πιει) —αλλά ενδεχομένως, αν και το κείμενο εδώ είναι ασαφές, στην περίπτωση του Τειρεσία η αιμοποσία είναι προϋπόθεση για τη χρησμοδοσία, για την επαυξημένη εκείνη ενόραση που απαιτεί η ακριβής διερμήνευση του μέλλοντος (ὄφρα πίω καί τοι νημερτέα εἴπω, 96).

 

Η Κίρκη λίγο-πολύ υποσχέθηκε στον Οδυσσέα ότι θα λάβει από τον μάντη φύλλο πορείας. Αντ’ αυτού ο Τειρεσίας εστιάζει σε τρεις προειδοποιήσεις:

 

(α) ότι ο νόστος εξαρτάται από το κατά πόσον ο Οδυσσέας και οι Σύντροφοι θα επιδείξουν αυτοσυγκράτηση στο νησί της Θρινακίας·

(β) ότι στην Ιθάκη θα συναντήσει έναν όχλο ἀνδρῶν ὑπερφιάλων, που λυμαίνονται την περιουσία του και διεκδικούν τη γυναίκα του·

(γ) ότι η οργή του Ποσειδώνα, η αρχή του κακού, δεν θα καταλαγιάσει, παρά μόνο όταν ο Οδυσσέας, αφού μπαρκάρει ξανά και αφού περιπλανηθεί εκ νέου, ανακαλύψει ένα λαό που δεν γνωρίζει τι εστί θάλασσα και που θα εκλάβει το κουπί ως λιχνιστήρι (ἀθηρηλοιγόν), αγροτικό εργαλείο που χρησιμεύει στο αλώνισμα.

 

Η φύση και η θέση της προφητείας του Τειρεσία στο πλάνο του έπους

 

Το ερώτημα είναι: εκπληρώνει η προφητεία του Τειρεσία την αποστολή της στο πλάνο της επικής ιστορίας, τις προσδοκίες του Οδυσσέα από την επίσκεψή του; Η Κίρκη έστειλε τον Οδυσσέα στον Τειρεσία, ώστε ο μάντης να του πει ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου/ νόστον θ’, ὡς ἐπὶ πόντον ἐλεύσεαι ἰχθυόεντα (κ, 539-40). Όπως προείπαμε, όμως, αυτό είναι το περιεχόμενο του λόγου της Κίρκης στο μ (1-141), όχι του Τειρεσία. Το γεγονός αυτό σκανδάλισε τους Αναλυτικούς, αλλά οι αντιρρήσεις τους είναι μάλλον σχολαστικές και αγνοούν τις αρχές της ποιητικής οικονομίας. Κίρκη και Τειρεσίας αποτελούν για τον Οδυσσέα δύο οδηγούς διαφορετικής τάξης και φύσης.

 

Είναι όντως δυνατόν να υποστηριχθεί ότι ο προφορικός ποιητής δεν εξομάλυνε πλήρως στο σημείο αυτό το υλικό που προφανώς κληρονόμησε από την επική παράδοση, ότι οι λογικές συνδέσεις μεταξύ των επεισοδίων θα μπορούσαν να είναι καλύτερες και ότι ορισμένες κραυγαλέες αντιφάσεις θα μπορούσαν να απαλειφθούν. Αλλά αν δεν πάρουμε τα λόγια της Κίρκης τοις μετρητοίς, θα δούμε ότι δεν υπάρχει πραγματική αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που η μάγισσα υπόσχεται και που ο Οδυσσέας λαμβάνει. Το αντίθετο.

 

Ο Τειρεσίας όντως εκθέτει στον Οδυσσέα ὁδὸν
καὶ μέτρα κελεύθου
, του εξηγεί με σαφήνεια πώς θα
επιτύχει τον τελικό νόστο. Απλώς επικεντρώνεται
στους μεγάλους σταθμούς της πορείας:
τη Θρινακία,
την Ιθάκη, και τέλος τις νέες περιπλανήσεις,
οι οποίες θα εξασφαλίσουν στον Οδυσσέα την
οριστική ανάπαυση και τον ἀβληχρὸν θάνατον
σε βαθιά γερατειά ανάμεσα στους δικούς του
ανθρώπους —το γέρας, δηλαδή, κάθε ευτυχισμένου
ανθρώπου, σύμφωνα με τον Τηλέμαχο στο άλφα. Ο
Τειρεσίας, κοντολογίς, δεν λέει άλλ’ αντ’ άλλων, δεν
παρεκκλίνει, δεν περιττολογεί: παραλείπει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, τις οποίες  θα συμπληρώσει λίγο αργότερα η Κίρκη, και επιμένει στις εσωτερικές, στις ηθικές προϋποθέσεις του νόστου: για να ξεπεράσει ο Οδυσσέας τις δύο θεϊκές οργές που τον κατατρέχουν, αλλά και για να υπερβεί τους ανθρώπινους περιορισμούς, τους δικούς του και των Συντρόφων του, χρειάζεται να επιδείξει αντοχή στις κακουχίες (κακά περ πάσχοντες, 104, 111· δήεις δ’ ἐν πήματα οἴκῳ, 115), αυτοσυγκράτηση (θυμὸν ἐρυκακέειν, 105) στον πειρασμό, θάρρος και εφευρετικότητα στον κίνδυνο (120), ευσέβεια και μετάνοια ώστε, παρά την εξάντληση, παρά τη γλύκα του νόστου (νόστον δίζηαι μελιηδέα, 100), να μην παραλείψει την τελευταία του υποχρέωση και να εξευμενίσει την οργή του Ποσειδώνα.

 

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι προρρήσεις του Τειρεσία δεν είναι άφευκτες, νομοτελειακές διακηρύξεις («θα γίνει αυτό κι αυτό»), αλλά διατυπώνονται ως σειρά πιθανοτήτων που στηρίζονται σε προϋποθέσεις (προσέξτε την πυκνή κατανομή του δυνητικού ἄν/κε):

 

• Ο Ποσειδώνας δεν θα ξεχάσει τι έχεις κάνει στον γιο του, αλλά ακόμη και έτσι, θα γλυτώσεις, αν συγκρατηθείς στη Θρινακία (αἴ κ’ ἐθέλῃς, 105· ὁππότε κε πρῶτον πελάσῃς, 106).

 

• Κι αν ακόμα ξεφύγεις από την οργή του Ήλιου (εἴ πέρ κεν ἀλύξῃς, 113), στην Ιθάκη θα συναντήσεις εμπόδια· αλλά κι αυτά θα τα υπερπηδήσεις, όταν και αν (ἐπήν, 119) επιδείξεις τα κατάλληλα ψυχικά και σωματικά γνωρίσματα.

 

• Θα απαλλαγείς από την οργή του Ποσειδώνα, αν στέρξεις να περιπλανηθείς ξανά, εἰς ὅ κε τοὺς ἀφίκηαι οἳ οὐ ἴσασι θάλασσαν/ ἀνέρες (122-3).

 

Με λίγα λόγια ο Οδυσσέας θα επιζήσει, αν αποδείξει ότι είναι πολύμητις, πολύτλας, πολύτροπος, αλλά και αν πείσει εμπράκτως ότι διακρίνεται από τον σεβασμό εκείνο για τα θεία που η Αθηνά με τόση έμφαση εντύπωσε στον Δία, τόσο στο άλφα όσο και στο έψιλον, ως γνώρισμα του Οδυσσέα τέτοιο που δημιουργεί υποχρεώσεις απέναντί του εκ μέρους των θεών. Όλα στην Οδύσσεια ξεκινούν και τελειώνουν στα οδυσσειακά αυτά γνωρίσματα, τρία επίθετα «τυπικά» αλλά καθόλα ουσιαστικά! Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι «ο Τειρεσίας εντάσσει την ανθρώπινη δράση στο πλαίσιο της θεϊκής τάξης» (Heubeck & Hoekstra 2005, 242, ad 121-37). Υπενθυμίζει δηλαδή στους ακροατές/αναγνώστες της Οδύσσειας ότι το ποίημα αυτό διέπεται από ένα θεϊκό σχέδιο για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, αποκατάσταση όμως η οποία δεν θα επέλθει με θεία επιβολή, αλλά ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των ανθρώπων, ως αποκύημα των προσωπικών τους επιλογών. Τέτοια πράγματα αληθινά ο Τειρεσίας μόνος μπορούσε να πει στον Οδυσσέα.

 

Ο Τειρεσίας υπενθυμίζει ξανά ότι ο νόστος δεν χαρίζεται στον Οδυσσέα. Είναι άθλος, αγώνισμα του σώματος, του μυαλού και της ψυχής, αλλά και πράξη αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Ο Οδυσσέας θα επιζήσει αν αποδείξει ότι είναι αυτός που η Αθηνά (και ο ποιητής) μας είπαν ότι είναι. Νόστος δεν είναι απλώς η επιστροφή στην Ιθάκη. Όπως σημειώνει και ο Μ. Ν. Nagler (Nagler 1980, 91· και πάλι η υπογράμμιση είναι δική μας):

 

Επιβάλλεται να λάβουμε υπόψη μας ότι ο Τειρεσίας στην πραγματικότητα απαντά σε δύο ερωτήματα εδώ. Το πρώτο ερώτημα, πώς ο Οδυσσέας θα επιστρέψει στον οίκο του, το έχει θέσει η Κίρκη στο πλαίσιο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης (Ich-Erzählung) του ιδίου του Οδυσσέα, και το δεύτερο, ποιος είναι ο Οδυσσέας, έχει τεθεί κυρίως από τη βασίλισσα Αρήτη στο πλαίσιο της Φαιακίας, το οποίο περιβάλλει την αφήγησή του.

 

Ως οδηγοί του Οδυσσέα, επομένως, Τειρεσίας και Κίρκη αλληλοσυμπληρώνονται αρμονικά:

 

Η κατανομή των αφηγηματικών στοιχείων μεταξύ των ρήσεων του Τειρεσία και της Κίρκης απορρέει από έναν επιμελώς σχεδιασμένο ποιητικό σχεδιασμό, που φέρει τη χαρακτηριστική σφραγίδα του ποιητή της Οδύσσειας (Heubeck & Hoekstra 2005, 240-1 ad 100-37).

 

Ο Τειρεσίας όντως δείχνει στον Οδυσσέα τον δρόμο. Δεν πρόκειται όμως, δεν είναι δυνατόν τέτοια μορφή να του παράσχει ούτε οδηγίες πλοήγησης στον γεωγραφικό χώρο ούτε συγκεκριμένες υποδείξεις για την αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων, όπως οι Σειρήνες, η Σκύλλα ή η Χάρυβδη. Τα καθέκαστα μπορεί να του τα υποδείξει η Κίρκη. Ο Τειρεσίας του δείχνει ποιες είναι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αλλά και τι πραγματικά διακυβεύεται στον νόστο αυτό: όχι μόνο η επιστροφή αλλά και η ταυτότητα αυτού του (νέου είδους) ήρωα. «Το να μάθεις πώς θα γυρίσεις στο σπίτι σου και το να ανακαλύψεις ποιος είσαι αποτελούν [στην περίπτωση του Οδυσσέα] το ίδιο πράγμα ειπωμένο με δύο διαφορετικούς, συμβολικούς τρόπους» (Nagler 1980, 91).

 

λ, 90-149 Οδυσσέας και Αντίκλεια

 

«Αν οβελίσει κανείς τη Νέκυια», γράφει ο Reinhardt (1999, 135), «διαγράφει ταυτόχρονα και τη μητέρα». Η φράση αυτή συγκεφαλαιώνει άριστα το διακύβευμα των αναλυτικών πειραματισμών με το ενδέκατο βιβλίο της Οδύσσειας. Ευάριθμες είναι στην παγκόσμια λογοτεχνία οι σκηνές που σε αγγίζουν τόσο, όσο η τριπλή αποτυχημένη προσπάθεια του Οδυσσέα να αγκαλιάσει τον ίσκιο της πεθαμένης μάνας του. Όσο υποκειμενισμό αυτό κι αν ενέχει, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι την ωμή συναισθηματική δύναμη αυτού του επεισοδίου, τη γνησιότητα του πάθους, την απαρηγόρητη οδύνη αλλά και τη γλυκύτητα που αποπνέει μόνο μια άλλη σκηνή μέσα στην ίδια την Οδύσσεια θα μπορούσε να τη συναγωνιστεί —κι αυτή μετά βίας: η αναγνώριση του Οδυσσέα από τον ετοιμοθάνατο γερο-σκύλο του.

 

Η συνάντηση του Οδυσσέα και της Αντίκλειας είναι εμβληματική. Η Αντίκλεια, κόρη του Αυτόλυκου, σύζυγος του Λαέρτη και μητέρα του Οδυσσέα, έχει πεθάνει από καιρό. ο Οδυσσέας όμως μόλις τώρα, με την εμφάνιση του ειδώλου της, πληροφορείται το θάνατό της. Πρόκειται για την πρώτη «αναγνώριση» του Οδυσσέα με μέλη της οικογένειάς του, αναγνώριση όμως δυσοίωνη και τραγική.

 

Ο Οδυσσέας υποβάλλει στην Αντίκλεια τρεις ερωτήσεις: πώς πέθανε η ίδια, ποια είναι η μοίρα του πατέρα και του γιου του. Η πιο σημαντική ερώτηση διατυπώνεται τελευταία: η Πηνελόπη παραμένει ακόμη πιστή στον Οδυσσέα ή έχει παντρευτεί κάποιον άλλον; Η Αντίκλεια απαντά στις ερωτήσεις του γιου της με αντίστροφη σειρά: ξεκινά με την Πηνελόπη, στη συνέχεια αναφέρεται στον Τηλέμαχο και τον Λαέρτη, για να κλείσει πάλι με την Πηνελόπη.

 

Οι Αναλυτικοί και η Αντίκλεια

 

Είναι πιθανόν ο προφορικός ποιητής να κληρονόμησε τη συνάντηση του Οδυσσέα και της Αντίκλειας από την προγενέστερη παράδοση. Σε ορισμένα σημεία οι αρμοί μπορεί όντως να είναι και πάλι χαλαροί, αλλά οι λεπτομέρειες ωχριούν μπροστά στο ποιητικό μεγαλείο. Παρόλα αυτά οι πλείστες από τις αιτιάσεις των Αναλυτικών είναι ως επί το πλείστον άστοχες, αν όχι, όπως προείπαμε, παντελώς μικροπρεπείς και κοντόφθαλμες:
• Είναι φανερό, όπως επισημαίνουν οι Heubeck & Hoekstra (2005, 248 ad 181-203) ότι ο ποιητής μπέρδεψε κάπως τη χρονική κλίμακα του επεισοδίου. Ενόσω βρίσκεται στον Άδη, ο Οδυσσέας έχει μπροστά του ακόμη τα εφτά χρόνια του εγκλεισμού του στην Ωγυγία. Ο Τηλέμαχος βρίσκεται λοιπόν «κανονικά» στην πρώτη εφηβεία· δεν είναι σε θέση να νέμεται τα τεμένεα (185) ούτε βεβαίως να λειτουργεί ως δικασπόλος. Ο ποιητής περιγράφει την κατάσταση που ο Οδυσσέας θα συναντήσει οσονούπω στο ποίημα (στο ν), απλώς τη μεταθέτει χρονικά εφτά χρόνια πίσω. Κάτι τέτοιο όμως ποιητική αδεία είναι συγγνωστό, καθώς η σκηνή με την Αντίκλεια έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, να προετοιμάσει τον ακροατή / αναγνώστη για όσα σύντομα θα ακολουθήσουν στην Ιθάκη. Η χρονική σύγχυση στο σημείο αυτό εξυπηρετεί την ποιητική οικονομία· δεν αποτελεί αποχρώσα ένδειξη ότι το χωρίο είναι αθετητέο.

 

Οι Αναλυτικοί μυκτήρισαν επίσης την πληροφορία ότι ο Τηλέμαχος κατέχει το γέρας της Ιθάκης. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό δεν είναι παντελώς ανακριβές. Η ίδια η στάση του Τηλεμάχου, τα λόγια του προς την Πηνελόπη στο άλφα (α, 359), όσο και αν αποτελούν στην πράξη ευσεβή πόθο (ο Τηλέμαχος δεν μπορεί να ελέγξει τους Μνηστήρες), εντούτοις αποδεικνύουν ότι τύποις ο Τηλέμαχος κατέχει πράγματι κάποιας μορφής εξουσία και λειτουργεί ως οικοδεσπότης, αναγκαστικά και απρόθυμα, στα άνομα συμπόσια των καταπατητών (νῦν μὲν δαινύμενοι ταρπώμεθα… α 369). Στην ίδια σκηνή επίσης στο άλφα ο Τηλέμαχος συγκαλεί ἀγορήν. Η Αντίκλεια μπορεί να υπερβάλλει (δες παρακάτω), αλλά δεν λέει ψέματα. Ο Τηλέμαχος δεν είναι βεβαίως ἕκηλος (ανενόχλητος), αλλά δεν παύει να είναι ο γιος του νόμιμου βασιλιά.

 

• «Είναι ολοφάνερο», γράφει ο Page φλεγματικά (1988, 52), «πως αυτός ο ποιητής δεν έχει ιδέα πως η Πηνελόπη πολιορκείται από ανυπόμονους Μνηστήρες που προσβάλλουν τον Τηλέμαχο και τραπεζώνονται με το έτσι θέλω στο παλάτι του». Τι συμβαίνει εδώ; Δε γνωρίζει η Αντίκλεια για τους Μνηστήρες; Και πώς είναι δυνατόν ο Οδυσσέας να ρωτά αν ο Τηλέμαχος και ο Λαέρτης κυβερνούν, μετά από όλα όσα του είπε ο Τειρεσίας; Βρισκόμαστε εφτά χρόνια πριν την επάνοδο του Οδυσσέα. Οι Μνηστήρες δεν θα ορμήσουν στο παλάτι του παρά μόνο τρία περίπου χρόνια πριν την άφιξή του. Έχουμε όμως δει ότι η Αντίκλεια περιγράφει καταστάσεις που απαιτούν ένα Τηλέμαχο ενήλικα, άρα προϋποθέτουν υποχρεωτικά και τους Μνηστήρες. Είναι γεγονός λοιπόν ότι το ημερολόγιο δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να λύσει κανείς αυτό το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, η Αντίκλεια λέει και πάλι τη μισή αλήθεια. Δεν είναι ακριβές ότι αποσιωπά πλήρως την απειλή των Μνηστήρων. Η φράση της είναι πολύ προσεγμένη: σὸν οὔ πώ τις ἔχει καλὸν γέρας. Το «όχι ακόμα» είναι η λέξη κλειδί. Η Αντίκλεια ως μάνα δεν πληγώνει τον Οδυσσέα, αλλά και πάλι δεν λέει κατ’ ανάγκην ψέματα. Η στάση της επίσης δεν ενδεικνύει ότι αγνοεί την παρουσία των Μνηστήρων. Τι περίμενε άραγε ο Οδυσσέας να του πει η μάνα του περισσότερο από όσα του αποκάλυψε ο αλάθητος μάντης; Ο ταλαιπωρημένος Οδυσσέας, ο οποίος περιπλανιέται για χρόνια μέσα στα βάσανα και δεν έχει καν πλησιάσει ακόμα την πατρική του γη (λ, 166-7), δεν μπορεί παρά να ψάχνει στη μάνα του παρηγοριά. Η Αντίκλεια δεν μπορεί να του τη δώσει. Αλλά δεν μπορεί ούτε και να του ρίξει αλάτι στην πληγή. Του λέει, λοιπόν, ξανά τη μισή αλήθεια: όντως κανείς δεν έχει ακόμη αρπάξει την εξουσία από τον Τηλέμαχο και τον Λαέρτη. Το «αλλά» το παραλείπει. Η ψυχογραφική λεπτότητα αυτού του ποιητή είναι μεγάλη. Είναι διαστροφικό να απεμπολά κανείς την τραγική απελπισία αυτών των λόγων φαντασιωνόμενος αναλυτικά σενάρια.

 

Νεκροί και ζωντανοί

 

Στην απάντησή της, η Αντίκλεια αφιερώνει λίγο χρόνο στην Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο και πολύ περισσότερο στην εικόνα του γερο-Λαέρτη, που ζει ρακένδυτος και ουσιαστικά αυτοεξόριστος στο εξοχικό του περιβόλι. Η αναφορά προοικονομεί, βεβαίως, την αναγνώριση του πατέρα με τον γιο στη ραψωδία ωμέγα. Ο θάνατος της μητέρας από τον πόνο και η εικόνα του πατέρα που σφαδάζει από το πένθος, προφανώς ένα στάδιο κι αυτός πριν την κατάληξη, συγκλονίζουν τον Οδυσσέα. Επιχειρεί να αγκαλιάσει το εἴδωλον, για να εισπράξει την απάντηση ότι ο κόσμος των ζωντανών δεν εφάπτεται ποτέ και πουθενά με τον κόσμο των νεκρών.

 

Ομηρικές αντιλήψεις περί ψυχής

 

Η απάντηση της Αντίκλειας αποτελεί επιτομή των κύριων χαρακτηριστικών της Ομηρικής θεωρίας περί ψυχής. Κατά τη διάρκεια του βίου η ψυχή που εμπεριέχεται στο σώμα είναι η απαραίτητη προϋπόθεση της σωματικής, συναισθηματικής και πνευματικής δραστηριότητας. Με τον θάνατο η ψυχή δραπετεύει από το σώμα, που απομένει νεκρή ύλη. Η ψυχή, χάρη στην οποία το σώμα διατηρούνταν ζωντανό, επιβιώνει στον Άδη ως εἴδωλον, με την εξωτερική μορφή του ανθρώπινου σώματος, το οποίο κάποτε γέμιζε με ζωή.

 

Το διακύβευμα του νόστου

 

Η Αντίκλεια αναχωρεί φέρνοντας στη μνήμη του Οδυσσέα ξανά στη γυναίκα του, από την οποία η κουβέντα τους είχε ξεκινήσει (ring composition). Η ανάκληση της Ιθάκης, λοιπόν, αρχίζει και τελειώνει με σύντομες αναφορές στην Πηνελόπη. Ενδιαμέσως, οι πιο εκτεταμένες αναφορές στον Τηλέμαχο και τον Λαέρτη καθιστούν σαφές ότι η ανθρώπινη διάσταση του νόστου του Οδυσσέα —η επανασύνδεσή του με τους αγαπημένους του— είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική αναγκαιότητα που επιβάλλει την επιστροφή αυτή το ταχύτερο δυνατόν: ο οἶκος του Οδυσσέα, ως πολιτισμική έννοια και ως πολιτικός θεσμός, δεν έχει να κάνει μόνο με την «οικογένεια» με τη σύγχρονη έννοια· έχει να κάνει και με την εξουσία στην Ιθάκη.

 

Ποτέ πριν, στις μέχρι τότε περιπλανήσεις του, ποτέ πριν τις συναντήσεις με τον Τειρεσία και την Αντίκλεια στην είσοδο του Άδη, δεν είχε ο Οδυσσέας αντιληφθεί πικρότερα πόσο επείγουσα υπόθεση ήταν ο νόστος από όλες τις απόψεις. Ο Οδυσσέας χρειάζεται αυτή την αγωνία, για να παραμείνει απαρασάλευτος στην αποστολή του και να αρνηθεί την προσφορά της αθανασίας που θα του κάνει η Καλυψώ. Για τον ακροατή/αναγνώστη η εικόνα του απελπισμένου Οδυσσέα στο ακρογιάλι της Ωγυγίας αποκτά τώρα μεγαλύτερο βάθος.

 

 

αρ