Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Οδύσσεια


21η ενότητα: π 1-172/<1-155>

20ή 21η 22η

 

 

Α' ΚΕΙΜΕΝΟ

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

● Yποδοχή του Tηλέμαχου από τον Eύμαιο

● Συνάντηση του γιου με τον αγνώριστο ακόμη πατέρα του

Η Οδύσσεια διαρκεί 41 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την 38η ημέρα:

 

Υποδοχή του Τηλέμαχου και συνομιλία με τον Εύμαιο


Ο Τηλέμαχος φτάνει στο καλύβι του Εύμαιου.

Οι δυο τους πάλι, ο Οδυσσέας και πλάι ο θείος χοιροβοσκός,
ανάβοντας χαράματα φωτιά, ετοίμαζαν το πρωινό τους [...].
5
Ωστόσο οι σκύλοι, που γαβγίζουνε τους ξένους, μόλις τον είδαν
τον Τηλέμαχο να πλησιάζει, έτρεξαν γύρω του κουνώντας την ουρά τους –
δεν τον εγάβγισαν. Το πήρε ο θείος Οδυσσέας είδηση
που τα σκυλιά τον χάιδευαν με την ουρά τους, κι ήλθε στα αυτιά του
9
χτύπος από βήματα. Αμέσως γύρισε στον Εύμαιο μιλώντας [...]

[Και ανήγγειλε την άφιξη κάποιου γνωστού, αφού «δεν αλυχτούν οι σκύλοι».]

15 Δεν πρόλαβε να πει τον λόγο του, κι ο αγαπημένος γιος του
πρόβαλε στη θύρα. Τα ’χασε ο χοιροβοσκός,
κι όπως πετάχτηκε όρθιος, του πέφτουν οι κούπες απ’ το χέρι,
που τις ετοίμαζε να συγκεράσει κρασί σπινθηροβόλο.
Τρέχοντας, με τον κύρη του αντικρίστηκε και βουρκωμένος τον ασπάστηκε
20
στην κεφαλή, στα δυο ωραία του μάτια, στα δυο του χέρια.
Με πόση αγάπη ένας πατέρας υποδέχεται τον γιο του,
που γύρισε επιτέλους από χώρα μακρινή πάνω στα δέκα χρόνια,
μοναχογιός μονάκριβος, μεγαλωμένος με βάσανα και κόπο·
έτσι και τον θεόμορφο Τηλέμαχο τον έσφιξε στην αγκαλιά του
25
ο θείος χοιροβοσκός και τον εγέμισε φιλήματα,  1
σάμπως να γλίτωσε από θάνατο.
Ολοφυρόμενος τον προσφωνούσε και σαν πουλιά τα λόγια του πετούσαν:
«Ήλθες, γλυκό μου φως! Κι εγώ δεν έλεγα πως θα σε ξαναδούν τα μάτια μου,  αρχ
αφότου εμίσεψες με το καράβι σου στην Πύλο.
30
Μα τώρα εμπρός, κόπιασε μέσα, παιδί μου αγαπημένο, να σε χαρεί η ψυχή μου αρχ
βλέποντας πως είσαι πάλι εδώ,
φτασμένος απ’ τα ξένα. [...]»
37
Κι ο συνετός Τηλέμαχος ανταποκρίθηκε:
«Μεγάλη μου χαρά, καλέ μου γέροντα· για τη δική σου εξάλλου χάρη
βρίσκομαι εδώ, για να σε δουν τα μάτια μου, τον λόγο σου
40
ν’ ακούσω, ανίσως είναι ακόμη στο παλάτι η μάνα μου [...].»
44
Πήρε ξανά τον λόγο ο Εύμαιος, της συντροφιάς του ο πρώτος:
45
«Μένει και παραμένει στο παλάτι, καρτερικά υπομένοντας·
φεύγουν οι μέρες της κι οι νύχτες όλες,
χάνονται μες στη συμφορά, κι αυτή μουσκεύει με τα δάκρυά της.»
Είπε, και πήρε από το χέρι του το χάλκινό του δόρυ.
Εκείνος μέσα πέρασε πατώντας το λίθινο κατώφλι,
50
προχώρησε κι ο Οδυσσέας υποχώρησε, πήγε ο πατέρας του να σηκωθεί,
αλλά από μέρους του ο Τηλέμαχος τον εμποδίζει λέγοντας:
«Κάθισε, ξένε μου· θα βρούμε εμείς αλλού τη θέση μας
σ’ αυτή τη στάνη· δική μας είναι [...].»
55
Έτσι του μίλησε, κι αυτός μετακινήθηκε και ξανακάθισε·
τότε ο χοιροβοσκός έστρωσε κάτω χλοερά κλαδιά κι απάνω τους
προβιά, όπου κι ακούμπησε ο αγαπημένος γιος του Οδυσσέα.
Ευθύς τους έφερε μπροστά τους πινάκια
με κρέατα ψημένα, όσα περίσσεψαν από το χθεσινό τους δείπνο.
60
Κι ακόμη με σπουδή γέμισε τα πανέρια τους ψωμί και συγκερνούσε
στη γαβάθα το γλυκόπιοτο κρασί –
πήγε μετά κι αντίκρυ κάθισε στον θείο Οδυσσέα.
Εκείνοι τότε απλώνουν στο έτοιμο φαγητό τα χέρια τους,
κι όταν εκόρεσαν τον πόθο τους για το φαΐ και το πιοτό,
65
γύρισε ο Τηλέμαχος στον θεϊκό χοιροβοσκό και τον προσφώνησε:
«Πες μου, παππούλη, από πού μας ήλθε ο ξένος; πώς έτσι και τον έφεραν  2
προς την Ιθάκη οι ναυτικοί;
για ποια γενιά τους καμαρώνουν;  αρχ
Γιατί φαντάζομαι δεν έφτασε πεζός αυτός στα μέρη μας.»
Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες τον λόγο κι αποκρίθηκες: 3  αρχ
70
«Και βέβαια θα σου πω, παιδί μου, όλη την αλήθεια.
Για τη γενιά του από τη μεγάλη Κρήτη καμαρώνει·
λέει πως περιπλανώμενος γνώρισε παραδέρνοντας
πολλών ανθρώπων πολιτείες, γιατί ένας δαίμονας του όρισε τη μοίρα αυτή·
πως τώρα ξέφυγε από καράβι Θεσπρωτών – έτσι πως έφτασε
75
στη στάνη μου. Εγώ σ’ τον παραδίδω, και κάμε τον εσύ ό,τι θελήσεις [...].»
77
Ο συνετός Τηλέμαχος αντιμιλώντας είπε:
«Εύμαιε, δάγκωσε αλήθεια την ψυχή μου ο λόγος σου·
γιατί πώς θα μπορούσα εγώ τον ξένο να δεξιωθώ στο σπίτι μου;
80
Είμαι ακόμη νέος πολύ, δεν εμπιστεύομαι τα χέρια μου,
για ν’ αποκρούσω κάποιον, αν πρώτος αγριέψει. [...]
87
Τον ξένο ωστόσο που έφτασε στο υποστατικό σου εδώ
υπόσχομαι πως θα τον ντύσω με χλαίνη και χιτώνα, ωραία ρούχα,
πως θα του δώσω ξίφος δίκοπο και πέδιλα στα πόδια του –
90
μετά θα τον ξεπροβοδίσω όπου η ψυχή κι η όρεξή του θέλουν.
Αν πάλι προτιμάς, λέω να τον κρατήσεις στο καλύβι σου
κι εσύ να τον φροντίζεις· εγώ θα στείλω ρούχα εδώ
και το απαραίτητο ψωμί για την τροφή του, να μη σου γίνει βάρος [...].
95
Όμως εκεί, με τους μνηστήρες, δεν θα τον άφηνα εγώ
να ’ρθει. Είναι το θράσος τους μεγάλο και ξεδιάντροπο, αρχ
μην τον χλευάσουν, οπότε η λύπη μου θα γίνει ασήκωτη. [...]»

Συνομιλία του «ξένου» με τον Τηλέμαχο

100 Πήρε τον λόγο τώρα και του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:
«Φίλε, θαρρώ πως επιτρέπεται να πω κι εγώ τον λόγο μου.
Σ’ ακούω αλήθεια κι η καρδιά μου γίνεται κομμάτια,
με τις ξεδιαντροπιές που λέτε των μνηστήρων, όσα μες στο παλάτι
μηχανεύονται και δεν σε λογαριάζουν, ας είσαι αυτός που είσαι.
105
Πες μου, [...] μήπως από φωνή θεού
σ’ εχθρεύεται ο λαός; ή πικραμένος κατηγορείς
τ’ αδέλφια σου; Κι όμως σ’ αυτά στηρίζεται
όποιος συναγωνίζεται μαζί τους, αν έχει σηκωθεί φιλονικία μεγάλη.
Νέος ας ήμουνα κι εγώ, αν είχα το κουράγιο σου,
110
να ’μουνα ο γιος του άψογου Οδυσσέα· [...]
112
τότε επιτόπου να μου κόψει το κεφάλι ο κάθε ξένος,
αν δεν γινόμουνα σ’ όλους αυτούς η συμφορά τους [...].
115
Αν πάλι, έναν εμένα, οι πολλοί με δάμαζαν,
καλύτερα μες στο παλάτι μου νεκρός να πέσω χτυπημένος,
παρά να βλέπουν συνεχώς τα μάτια μου τα ανόσια έργα τους· [...].» αρχ
115 Ανταποκρίθηκε στα λόγια του ο φρόνιμος Τηλέμαχος:
«Ξένε, ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές θα σου μιλήσω.
Μήτε ο λαός μ’ εχθρεύεται κι είναι βαρύς μαζί μου,
125
μήτε τ’ αδέλφια μου κατηγορώ, που όποιος συναγωνίζεται μαζί τους,
βρίσκει σ’ αυτά πράγματι στήριγμα, αν σηκωθεί φιλονικία μεγάλη.
Γιατί ο Κρονίδης τη γενιά μας μονόκληρη την έκαμε·
μοναχογιό τον γέννησε ο Αρκείσιος τον Λαέρτη,
μοναχογιό ο Λαέρτης τον πατέρα μου Οδυσσέα·
130
κι ο Οδυσσέας πάλι μόνο εμένα έσπειρε και μ’ άφησε  4
σε τούτο το παλάτι, αλλά δεν πρόλαβε το όφελος να δει.
Και να στο σπίτι τώρα χιλιάδες οι κακόβουλοι ξεφύτρωσαν· [...]
136
τόσοι της μάνας μου οι μνηστήρες, τόσοι λυμαίνονται το βιος μου.  5
Κι εκείνη μήτε αρνείται τον μισητό της γάμο μήτε μπορεί
να βάλει τέλος στην υπόθεση· στο μεταξύ τρων κι αφανίζουν
οι μνηστήρες τ’ αγαθά μου· ακόμη λίγο, θα με φαν κι εμένα ολόκληρο –
140
όμως αυτά το ξέρω πως είναι στο χέρι των θεών.

Ο Τηλέμαχος δίνει εντολή στον Εύμαιο να ενημερώσει την Πηνελόπη για την επιστροφή του

Και τώρα, γέροντά μου, όσο μπορείς πιο γρήγορα, πήγαινε
στη συλλογισμένη Πηνελόπη, το νέο να πεις πως είμαι σώος,
πως έφτασα καλά από την Πύλο. Εγώ προς το παρόν θα μείνω εδώ.
Εσύ γύρισε πάλι πίσω, αφού μόνο σ’ εκείνην / αναγγείλεις το μήνυμά μου·
144-5
από τους Αχαιούς άλλος κανείς μην πάρει είδηση,
αφού πολλοί θέλουν και μελετούνε το κακό μου.» [...]
170
Μιλώντας έτσι, τον ξεσήκωσε· έπιασε αμέσως τα σαντάλια του στο χέρι
171-2
και τα ’δεσε ο χοιροβοσκός στα πόδια του – / ύστερα κίνησε να πάει στην πόλη.

 

Ερωτήσεις κατανόησης Ερωτήσεις κατανόησης ερωτήσεις

 

 


 

1. (στ. 25) ο θείος χοιροβοσκός: Ο χαρακτηρισμός θείος/δῖος (< Ζευς/Διός), που αποδίδεται συνήθως σε σημαντικούς ήρωες (βλ. π.χ. τον στίχο 7), αποτελεί ένδειξη της συμπάθειας που τρέφει ο ποιητής για τον Εύμαιο (βλ. και το σχόλιο 3).

2. (στ. 66) παππούλη/ἄττα; Ο τύπος ἄττα είναι αρχαία ινδοευρωπαϊκή λέξη, που υποδηλώνει οικειότητα· στα ελληνικά επιβίωσε μόνο ως προσφώνηση – και στην Οδύσσεια μόνο για τον Εύμαιο.

3. (στ. 69) Και τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες τον λόγο κι αποκρίθηκες: Προσφωνώντας ο ποιητής τον Εύμαιο σε δεύτερο πρόσωπο (μόνο σ’ αυτόν στην Οδύσσεια), εκφράζει τη συμπάθειά του για τον πιστό αυτόν υπηρέτη αλλά και τη συμμετοχή του στη συζήτηση, λες και είναι μέλος της παρέας τους.

4. (στ. 129-30) Το γενεαλογικό δέντρο της βασιλικής οικογένειας της Ιθάκης:
Αρκείσιος > Λαέρτης > Οδυσσέας > Τηλέμαχος.

5. (στ. 136) τόσοι λυμαίνονται το βιος μου: τόσοι ρημάζουν/καταστρέφουν την περιουσία μου.

 

αρχή



 

Απόσπασμα δημοτικού τραγουδιού

 

Καλύτερα να σκοτωθώ, καλλιά ’χω να ποθάνω,

παρά να έχω την ντροπή στον κόσμο τον απάνω.

 


 

  1. Ποια τεχνική χρησιμοποιεί ο ποιητής στη σκηνή της άφιξης του Tηλέμαχου στο καλύβι και τι πετυχαίνει;

  2. Πώς συμπεριφέρεται ο Tηλέμαχος προς τον Eύμαιο και τον «ξένο»;

  3. Σε ποιο σημείο της συνομιλίας Tηλέμαχου-Eύμαιου παρεμβαίνει ο «ξένος» και τι φαίνεται να επιδιώκει;

  4. Eντοπίστε την τεχνική των «άστοχων ερωτημάτων» (στ. 105 κ.ε.) και προσδιορίστε τη λειτουργία της (αφού θυμηθείτε το B1 της 16ης Ενότητας).

  5. Nα διακρίνετε α. χαρακτηριστικές λεπτομέρειες (κυρίως στους στ. 5-20) και β. μεταφορικές εκφράσεις (κυρίως στους στ. 78, 93, 97, 102, 132).

 

Waterhouse J.W., Penelope Weaving.jpg

 

H Πηνελόπη πολιορκείται από τους μνηστήρες.

Έργο του Bρετανού ζωγράφου J.W. Waterhouse, 1849-1917. (Gallery και Mουσείο Tέχνης, Άμπερντιν M. Bρετανίας)

 

 

αρχή

 



 

Να περιγράψετε (σε 4-5 γραμμές) τη συμπεριφορά του Oδυσσέα εστιάζοντας κυρίως στην αυτοσυγκράτησή του και στο μάθημα παλικαριάς που δίνει στον γιο του.

 



 

Ερμηνευτικές επισημάνσεις

 

1. H άγνοια του Τηλέμαχου σχετικά με την παρουσία του Oδυσσέα στο καλύβι του Εύμαιου αφήνει περιθώρια για ειρωνική δραματοποίηση της συνάντησης πατέρα-γιου.

• Ο Εύμαιος υποδέχεται τον Τηλέμαχο όπως πατέρας τον μονάκριβο γιο του έπειτα από δεκάχρονη απουσία και «σάμπως να γλίτωσε από θάνατο» (21-6/<17-21>) 1 – χωρίς και οι δυο να γνωρίζουν την παρουσία του Oδυσσέα, που είναι αυτός που περιπλανήθηκε δέκα χρόνια και γλίτωσε από θάνατο.

• Οι προσφωνήσεις προς τον Τηλέμαχο «γλυκό μου φως» (28/<23>) και «παιδί μου» (30/<25>) ανήκουν στον Oδυσσέα.

• H ευγενική παραχώρηση του Τηλέμαχου στον «ξένο» που υποχώρησε στο πέρασμά του: «κάθισε, ξένε μου [...]» (50-3/<42-45>).

• H προσφώνηση «φίλε» του Oδυσσέα προς τον Τηλέμαχο, η υποβολή των «άστοχων ερωτήσεων» και η ευχή του να ήταν γιος του Oδυσσέα, που συνοδεύεται από αυτοκατάρα (101-13/<91-103>).

→ O ποιητής έπαιξε στην ενότητα αυτή με την άγνοια του Εύμαιου και του Τηλέμαχου για την παρουσία του Oδυσσέα και έστησε μία από τις θελκτικότερες σκηνές του έργου του.

 

2. O Οδυσσέας, ως προειδοποιημένος για την επιστροφή του Τηλέμαχου στην Ιθάκη, πρέπει να ήταν σε αναμονή, όσο κι αν η Αθηνά δεν του φανέρωσε πού θα κατευθύνει τον γιο του.

Εκμαιεύεται η περιγραφή και η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του:

• Ακούει πρώτος τα βήματά του και τον αναγγέλλει στον Εύμαιο ως γνώριμο, γιατί «δεν αλυχτούν οι σκύλοι» (5/<4> κ.ε.)· από τους στίχους 28-9/<23-4> κ.ε., πάντως, γνωρίζει σίγουρα ότι αντικρίζει τον γιο του.

• Βλέπει τον Εύμαιο να παίζει τον ρόλο του πατέρα (19-32/<14-26>), αλλά μένει «διακριτικός θεατής της σκηνής»· ότι συγκρατούσε τα δάκρυα το μαθαίνουμε στο 212-3/<190-1>.

• Ακούει την αγωνιώδη απορία του Τηλέμαχου για την Πηνελόπη και τον καθησυχασμό του Εύμαιου (40/<33> κ.ε.), κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον γιο του, που ακούει τον Εύμαιο να συνοψίζει την πλαστή ιστορία του (58-76/<49-67>), και σιωπά.

• Όταν όμως ακούει την έκφραση αδυναμίας του Τηλέμαχου να φιλοξενήσει τον «ξένο» στο παλάτι λόγω της ατάσθαλης συμπεριφοράς των μνηστήρων (78/<69> κ.ε), δεν μπορεί να συγκρατήσει την οργή του, την εκτονώνει ωστόσο για να πετύχει συγκεκριμένους σκοπούς: να τονώσει το ηθικό του γιου του, να του εκμαιεύσει πληροφορίες που του χρειάζονται, να του δώσει μάθημα παλικαριάς ζωντανεύοντας το ηρωικό ιδανικό, και να τον προϊδεάσει για τη συμφορά που περιμένει τους μνηστήρες (101-17/<91-107>).

 

→ Υπογραμμίζεται έτσι η ικανότητα του Oδυσσέα για αυτοσυγκράτηση –σύμφωνα και με τις υποδείξεις της Αθηνάς– αλλά και για αξιοποίηση των ευκαιριών, ώστε να φιλοτιμήσει τον Τηλέμαχο και να τον προετοιμάσει για την αποκάλυψη της ταυτότητάς του, που θα ακολουθήσει, και για τη συνεργασία που θα του ζητήσει.

 

3. H αποστολή του Εύμαιου στην πόλη (141/<130> κ.ε.) με την εντολή να αναγγείλει μόνο στην Πηνελόπη την άφιξη του γιου της, έχει πολλαπλή λειτουργία:

• υπογραμμίζει τον φόβο του Τηλέμαχου για τη ζωή του, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έχει από την Αθηνά (βλ. και τον στ. 139/<128>, πρβλ. α 278-9/<251>), και δικαιολογεί την παραμονή του στο καλύβι·

• αφήνει μόνους τον γιο και τον πατέρα για την αναγνώριση που θα ακολουθήσει, αφού ο ποιητής δε θέλει ακόμη να αντιληφθεί και ο Εύμαιος την ταυτότητα του «ζητιάνου»· σημασία έχει ότι η διευθέτηση αυτή του σκηνικού χώρου, που στεγάζεται υπό τον όρο σκηνική οικονομία, δικαιολογείται με φυσικότητα.

 

Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία

 

1. H παρομοίωση των στίχων π 21-6/<17-21>

«Το ταξίδι, ο νόστος και η υποδοχή δεν είναι μόνον παραβολικά θέματα, είναι ταυτόχρονα στοιχεία και της συγκεκριμένης πραγματικότητας. Έτσι η καθαυτό παραβολή περιορίζεται στην αναγωγή της συνάφειας Εύμαιου-Τηλέμαχου σε σχέση πατέρα-γιου. Όμως αυτή ακριβώς η αναγωγή πραγματοποιείται τη στιγμή που ο πραγματικός πατέρας του Τηλέμαχου είναι εκεί παρών, αντίκρυ στο βάθος της καλύβας, άγνωστος ακόμη και στον γιο του και στον πιστό βοσκό, ξέροντας όμως ο ίδιος –τουλάχιστον από τον στίχο 23 και κάτω– ότι ο νέος που ο Εύμαιος τον καλωσορίζει τόσο τρυφερά, είναι το παιδί του, αυτό που άφησε πριν είκοσι χρόνια, νήπιο, κι έφυγε για την Τροία. Αυτή λοιπόν η λεπτομέρεια πιστεύω πως συντελεί αποφασιστικά στην ποιητική αυτονομία της παρομοίωσης που μελετούμε, στη μοναδικότητά της. Ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας του Τηλέμαχου, ο ακροατής το ξέρει και το βλέπει: αυτό αποτελεί το ένα δεδομένο. Το άλλο αποδείχνει πόσο η ποίηση ενδέχεται να λειτουργεί “παράλογα”, αλλά αστραπιαία και δραστικά: πρόκειται για τη λεπτομέρεια του στίχου 18 δεκάτῳ ἐνιαυτῷ. [...] O Τηλέμαχος παρουσιάζεται μέσα στην παρομοίωση να επιστρέφει ύστερα από δέκα χρόνια απουσίας – όσα ακριβώς χρειάστηκε να περιπλανηθεί ο Οδυσσέας προτού πατήσει το πόδι του στην τρηχείην Ἰθάκην. O “παραλογισμός” αυτός [...] δημιουργεί μια δυνατότητα που θα τη διαπιστώσουμε και στην παρομοίωση του ψ: μοιάζει να μεταβιβάζει τη μοίρα του Oδυσσέα κατά κάποιον τρόπο και στον γιο του – όπως θα δούμε να γίνεται κάτι ανάλογο και με την Πηνελόπη στο ψ.»

 

2. Ειρωνεία: βασικό γνώρισμα και αποχρώσεις

α. «[...] το βασικό γνώρισμα κάθε ειρωνείας είναι η αντίθεση σε μια πραγματικότητα και σ’ ένα φαινόμενο [...]. O είρων φαίνεται να λέει ένα πράγμα, αλλά στην πραγματικότητα λέει κάτι άλλο εντελώς διαφορετικό· το θύμα της ειρωνείας είναι βέβαιο ότι τα πράγματα είναι όπως φαίνονται και αγνοεί ότι είναι στ’ αλήθεια εντελώς διαφορετικά. Μπορούμε να διατυπώσουμε πάλι τα παραπάνω για να ξεκαθαρίσουμε περισσότερο το στοιχείο της “μακάριας άγνοιας”: ο είρων παρουσιάζει ένα φαινόμενο και υποκρίνεται ότι αγνοεί μια πραγματικότητα, ενώ το θύμα εξαπατάται από ένα φαινόμενο και αγνοεί μια πραγματικότητα [...].»

β. «Tον όρο ειρωνεία τον χρησιμοποιούμε με διάφορες αποχρώσεις. Βασικό γνώρισμά του είναι: αυτό που λέγεται να είναι διάφορο από αυτό που παρουσιάζεται στη διήγηση ως πραγματικό. Αν εκείνος που μιλεί και εκείνος που ακούει ξέρουν την αλήθεια, η ειρωνεία λέγεται για απλό πείραγμα ή για σαρκασμό. Πρβ. ρ 397, σ 354 κ., χ 195 κ.κ. Αν όμως εκείνος που μιλεί ή εκείνος που ακούει δεν ξέρει την αλήθεια και το ακροατήριο την ξέρει, η ειρωνεία προκαλεί συναισθήματα, συμπάθειας τις πιο πολλές φορές. Και τέτοιες περιπτώσεις έχουμε πολλές: [...] Στο ν 200 ο Οδυσσέας κλαίει, γιατί νομίζει πως οι Φαίακες δεν τον έβγαλαν στην Ιθάκη. Ειρωνεία είναι όταν οι μνηστήρες εύχονται τον Oδυσσέα να ευτυχήσει και να επιτύχει ό,τι θέλει (σ 112, 122)· όταν ο Τηλέμαχος στην καλύβα του Εύμαιου λέει στον Oδυσσέα (π 44): Κάθισε, ξένε! Εμείς στη μάντρα μας κάποιο σκαμνί θα βρούμε. Και η Πηνελόπη μιλώντας στους μνηστήρες (φ 314), υποστηρίζει πως ούτε το βάζει του ξένου ο νους πως αν νικήσει στον αγώνα θα την πάρει γυναίκα του, και τάζει να του δώσει καινούρια ρούχα.

Σε μεγάλο σχήμα ο μύθος της Οδύσσειας δίνει ευκαιρία στον ακροατή να ξέρει περισσότερα από τους ήρωες, γιατί ύστερα από το γυρισμό του Oδυσσέα στην Ιθάκη πολλά από τα πρόσωπα ενεργούν πιστεύοντας την πραγματικότητα διάφορη από ό,τι είναι. O ποιητής, όταν χρησιμοποιεί ειρωνεία, συνεργάζεται με τον ακροατή.» (Kομνηνού, σσ. 299-300, Γ΄).

 

αρ