Ελληνικός πολιτισμός, Διδάσκοντας την Οδύσσεια


22η ενότητα: π 185-336/<167-307>

21η 22η 23η

 

 

Α' ΚΕΙΜΕΝΟ π 185-336/<167-307>

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ:

● Aναγνώριση του Oδυσσέα από τον Tηλέμαχο

● Kατάστρωση σχεδίου αντιμετώπισης των μνηστήρων

Η Οδύσσεια διαρκεί 41 ημέρες. Στην ενότητα διανύουμε την 38η ημέρα:

 

Η Αθηνά δίνει εντολές στον Οδυσσέα, αίρει την παραμόρφωση του και ο Τηλέμαχος αιφνιδιάζεται

Η Αθηνά


[Όταν έφυγε ο Εύμαιος, η Αθηνά κάλεσε τον Οδυσσέα έξω από το καλύβι, και του είπε:]

185 «Λαερτιάδη διογέννητε, ω πολυμήχανε Οδυσσέα,
έφτασε η ώρα, ομολογήσου τώρα στο παιδί σου, μην του κρύβεσαι·
οι δυο να συνταιριάξετε τον φόνο των μνηστήρων και τον χαλασμό τους,
κι ύστερα κατεβαίνετε στη δοξασμένη πόλη. Αλλά κι εγώ
δεν πρόκειται να σας αφήσω για πολύ – φλέγομαι αλήθεια
190
να μπω σ’ αυτή τη μάχη.» 1
Είπε, και τον ακούμπησε τον Οδυσσέα η Αθηνά με το χρυσό ραβδί της.
Του φόρεσε γύρω στο στήθος πουκαμίσα καθαρή
και πανωφόρι. Και ξαφνικά ξανάνιωσε, έδειξε πιο ψηλός·
το δέρμα του έγινε πάλι μελαχρινό, τα μάγουλά του τσίτωσαν,
195
και μαύρισε το γένι γύρω στο πιγούνι.
Το έργο της τελειώνοντας, απομακρύνθηκε η θεά· ο Οδυσσέας όμως
προχωρούσε τώρα στην καλύβα. Τον είδε ο γιος του κι έμεινε
έκθαμβος, γύρισε αλλού το βλέμμα του με δέος,
μήπως του φανερώθηκε κάποιος θεός.
200
Κι όπως του μίλησε, πέταξαν σαν πουλιά τα λόγια του:
«Αλλιώτικος φαντάζεις τώρα, ξένε, παρ’ ό,τι πριν·
άλλα τα ρούχα σου, άλλαξε και το δέρμα σου.
Ανίσως είσαι ένας θεός απ’ όσους τον απέραντο ουρανό κρατούν,
σπλαχνίσου μας, κι εμείς θα σου προσφέρουμε
205-6
θυσία ευχάριστη, δώρα από δουλεμένο μάλαμα. / Μόνο ελέησέ μας.»

Ο Οδυσσέας αποκαλύπτεται και αναγνωρίζεται από τον Τηλέμαχο

Οδυσσέας-Τηλέμαχος


Πήρε τον λόγο τότε κι αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:
«Όχι, θεός δεν είμαι, πώς με φαντάστηκες αθάνατο;
Είμαι ο πατέρας ο δικός σου· που εσύ για χάρη του στενάζεις
210-11
και πολλά υποφέρεις, σηκώνοντας τα βάρη από βίαιες πράξεις / άλλων ανδρών.»
Μιλώντας, φίλησε τον γιο του κι άφησε να κυλήσουνε από τις παρειές
στο χώμα δάκρυα, που πριν με τόση επιμονή τα συγκρατούσε.
Αλλά ο Τηλέμαχος δεν ήθελε να το πιστέψει πως έβλεπε μπροστά του
215
τον πατέρα του, γι’ αυτό πήρε ξανά τον λόγο και του μίλησε:
«Όχι, δεν είσαι ο Οδυσσέας εσύ, δεν είσαι εσύ ο πατέρας μου·
217-18
ένας θεός θα με μαγεύει, για να στενάζω και να οδύρομαι / ακόμη πιο πολύ.
Γιατί δεν θα μπορούσε κανείς θνητός, με το δικό του το μυαλό,
220
να φανταστεί το έργο αυτό· εκτός κι αν τον συνέτρεχε 2
221-2
κάποιος θεός που εύκολα, αν θέλει, κάνει τον γέρο νέο / και τον νέο γέρο.
Εσύ πρωτύτερα ήσουν γέρος, ντυμένος με άσχημα κουρέλια,
και τώρα μοιάζεις στους θεούς που τον απέραντο ουρανό κρατούν.»
225
Του αντιμίλησε έπειτα ο Οδυσσέας πολυμήχανος αρχ:
«Τηλέμαχε, όχι, δεν σου πρέπει με τον πατέρα σου στο πλάι,
να αποθαυμάζεσαι τόσο πολύ και να αμφιβάλλεις.
Δεν πρόκειται άλλος Οδυσσέας να φτάσει εδώ·
είναι μπροστά σου κι είμαι εγώ· που πάτησα τα πατρικά μου χώματα
230-1
μετά από πάθη φοβερά κι από μεγάλη περιπλάνηση – / είκοσι χρόνια πάνε τώρα.
Το έργο αυτό που βλέπεις και θαυμάζεις, είναι της Αθηνάς που της αρμόζει
του πολέμου η λεία· εκείνη μ’ έκανε όπως θέλει και μπορεί,
τη μια να μοιάζω με φτωχό ζητιάνο,
235
την άλλη νέος που φορεί στο σώμα του ωραία ρούχα. [...]»
239
Μιλώντας, υποχώρησε και κάθισε, αλλά ο Τηλέμαχος
240
χύθηκε πάνω του οδυρόμενος, και βουρκωμένος τώρα τον αγκάλιασε.
Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος· 3
σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά,
σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους
κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·
245
τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρά τους κύλησε.
Και θα μπορούσε ο οδυρμός τους να κρατήσει ώσπου να δύσει ο ήλιος,
αν ο Τηλέμαχος δεν προσφωνούσε τον πατέρα του:
«Με ποιο καράβι, αγαπημένε μου πατέρα, ποιοι ναυτικοί
σ’ έφεραν στην Ιθάκη; για ποια γενιά καμάρωναν;
250
Φαντάζομαι δεν έφτασες στα μέρη μας πεζός.»

Αμέσως του αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος αρχ:

Ο Οδυσσέας καταστρώνει σχέδιο δράσης






Η μεγάλη αίθουσα με την εστία στο κέντρο

Αθηνά

«Παιδί μου, την αλήθεια θέλω να σου πω·
οι Φαίακες, θαλασσινοί διάσημοι, μ’ οδήγησαν – ξεπροβοδούν αυτοί
κι άλλους πολλούς, όποιον πατήσει στο νησί τους. [...]
259
Κι έφτασα εδώ με σύσταση της Αθηνάς,
260
να αποφασίσουμε μαζί τον φόνο των εχθρών μας.
Έλα λοιπόν, λογάριασε και μέτρησέ μου τους μνηστήρες [...].»

[Ο Τηλέμαχος τους απαριθμεί και αποφασίζουν τρόπο αντιμετώπισής τους.]  4

298 «[...] / Μα τώρα εσύ, μόλις φανεί στον ουρανό η Αυγή, πήγαινε
σπίτι, ανακατέψου πάλι με τους περήφανους μνηστήρες –
300
εμένα θα με κατεβάσει αργότερα στην πόλη ο χοιροβοσκός,
με τη μορφή ενός γέρου, κουρελή ζητιάνου.
Κι αν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι εκείνοι με καταφρονήσουν,
να μείνει ψύχραιμη η καρδιά σου, βλέποντας
το κακό που πάσχω· ακόμη κι αν στο πάτωμα με σύρουν απ’ τα πόδια
305
να με πετάξουν έξω, ή ρίξουν τις βολές τους πάνω μου, βλέπε
και κάνε εσύ υπομονή. Μόνο με λόγια μαλακά τους λες
τις αφροσύνες τους να σταματήσουν. Αυτοί, είναι σίγουρο,
δεν θα σ’ ακούσουν· γιατί τους μέλλεται η μοιραία μέρα.
Αλλά και κάτι άλλο έχω να σου πω, να το φυλάξει ο νους σου:
310
μόλις φωτίσει το μυαλό μου πολύβουλη η Αθηνά,
εγώ κουνώντας το κεφάλι θα σου κάνω νεύμα, πιάνεις εσύ τότε
το νόημα, κι αμέσως σηκώνεις τα όπλα του πολέμου
που παραμένουν στη μεγάλη αίθουσα – να τα μαζέψεις όλα  5
στη γωνιά της πάνω κάμαρης. [...]
324
Μόνο για μας τους δυο άφησε μέσα δυο σπαθιά, δυο δόρατα,
325
και δυο σκουτάρια από βοδίσιο δέρμα· πρόχειρα να ’ναι,
όταν διαλέξουμε την ώρα να εφορμήσουμε. Μετά η Παλλάδα Αθηνά
θα τους μαγέψει αυτούς, αλλά κι ο Δίας βαθυστόχαστος.
Και κάτι ακόμα θα σου πω, να το θυμάσαι·
αν είσαι γιος μου κι αίμα μου, κανείς μην πάρει είδηση
330
πως ο Οδυσσέας βρίσκεται στο σπίτι. Μήτε ο Λαέρτης να το μάθει
μήτε ο χοιροβοσκός μήτε άλλος άνθρωπος δικός μας –
ούτε κι η ίδια η Πηνελόπη.
Μόνο εσύ κι εγώ, μαζί να δούμε των γυναικών το φρόνημα
και λέω να δοκιμάσουμε τους άλλους δούλους· αν κάποιος μας τιμά
335
και μας φοβάται, και ποιος καθόλου δεν μας λογαριάζει
κι εσένα σε ατιμάζει, κι ας είσαι αυτός που είσαι.»

 

Ερωτήσεις κατανόησης Ερωτήσεις κατανόησης ερωτήσεις

 

 


 

1. (στ. 189-90) φλέγομαι αλήθεια να μπω σ’ αυτή τη μάχη: Η Αθηνά προβάλλει εδώ με την πολεμική της ιδιότητα.

2. (στ. 220-1) εκτός κι αν τον συνέτρεχε κάποιος θεός: εκτός κι αν τον βοηθούσε κάποιος θεός.

3. (στ. 241) τους συνεπήρε [...] του θρήνου ο ίμερος: τους συνεπήρε ο πόθος να θρηνήσουν (ίμερος = πόθος).

4. 52 από το Δουλίχιο και 6 συνοδοί τους, 24 από τη Σάμη, 20 από τη Ζάκυνθο, 12 από την Ιθάκη και ο κήρυκας Μέδοντας, ο αοιδός Φήμιος και 2 θεράποντες =108 μνηστήρες και 10 συνοδοί τους.
Ο Απολλόδωρος στην Επιτομή παραθέτει τα ονόματα 136 μνηστήρων:
Από το Δουλίχιο είναι οι εξής 57: Ἀμφίνομος Θόας Δημοπτόλεμος Ἀμφίμαχος Εὐρύαλος, Πάραλος Εὐηνορίδης Κλυτίος Ἀγήνωρ Εὐρύπυλος, Πυλαιμένης Ἀκάμας Θερσίλοχος Ἅγιος Κλύμενος, Φιλόδημος Μενεπτόλεμος Δαμάστωρ Βίας Τέλμιος, Πολύιδος Ἀστύλοχος Σχεδίος Ἀντίγονος Μάρψιος, Ἰφιδάμας Ἀργεῖος Γλαῦκος Καλυδωνεὺς Ἐχίων, Λάμας Ἀνδραίμων Ἀγέρωχος Μέδων Ἄγριος, Πρόμος Κτήσιος Ἀκαρνάν Κύκνος Ψηρᾶς, Ἑλλάνικος Περίφρων Μεγασθένης Θρασυμήδης Ὀρμένιος, Διοπίθης Μηκιστεὺς Ἀντίμαχος Πτολεμαῖος Λεστορίδης, Νικόμαχος Πολυποίτης Κεραός.
Από τη Σάμη οι εξής 23: Ἀγέλαος Πείσανδρος Ἔλατος Κτήσιππος Ἱππόδοχος, Εὐρύστρατος Ἀρχέμολος Ἴθακος Πεισήνωρ Ὑπερήνωρ, Φεροίτης Ἀντισθένης Κέρβερος Περιμήδης Κῦννος, Θρίασος Ἐτεωνεὺς Κλυτίος Πρόθοος Λύκαιθος, Εὔμηλος Ἴτανος Λύαμμος.
Από τη Σάμη οι εξής 44: μδ. Εὐρύλοχος Λαομήδης Μόλεβος Φρένιος Ἴνδιος, Μίνις Λειώκριτος Πρόνομος Νίσας Δαήμων, Ἀρχέστρατος Ἱππό[μαχος Εὐρύαλος Περίαλλος Εὐηνορίδης, Κλυτίος Ἀγήνωρ] Πόλυβος Πολύδωρος Θαδύτιος, Στράτιος [Φρένιος Ἴνδιος] Δαισήνωρ Λαομέδων, Λαόδικος Ἅλιος Μάγνης Ὀλοίτροχος Βάρθας, Θεόφρων Νισσαῖος Ἀλκάροψ Περικλύμενος Ἀντήνωρ, Πέλλας Κέλτος Περίφας Ὄρμενος Πόλυβος, Ἀνδρομήδης
Από την Ιθάκη οι εξής 12: Ἀντίνοος Πρόνοος Λειώδης Εὐρύνομος Ἀμφίμαχος, Ἀμφίαλος Πρόμαχος Ἀμφιμέδων Ἀρίστρατος Ἕλενος, Δουλιχιεὺς Κτήσιππος.

5. (στ. 312-3) Φαίνεται ότι συνήθιζαν να διατηρούν τα όπλα κρεμασμένα στους τοίχους του ανδρωνίτη του «μεγάρου».

 

αρχή



Αναγνώριση του Ορέστη από την αδελφή του, την Ηλέκτρα

 

[Η Ηλέκτρα ζούσε δυστυχισμένη στα ανάκτορα των Μυκηνών, όπου βασίλευε ο Αίγισθος και η Κλυταιμνήστρα (μετά τη δολοφονία του Αγαμέμνονα), και περίμενε εκδικητή τον Ορέστη, που μικρόν τον είχε φυγαδεύσει στη Φωκίδα. Στο ακόλουθο απόσπασμα ο Ορέστης, που έχει επιστρέψει, συναντά την αδελφή του.]

 

Ηλ. Ξέρεις ποιον καλούσα στις ευχές μου;
Ορ. Ξέρω. Τον Ορέστη λαχταρούσες· λιώνοντας.
Ηλ. Και που τον λαχταρούσα μήπως εισακούστηκα;
Ορ. Εγώ είμαι. Μην ψάχνεις άλλον από μένα.
Ηλ. Ξένε, γιατί; Κακό μού πλέκεις δόλο;
Ορ. Ο ίδιος τότε· εναντίον μου.
Ηλ. Περιπαίζεις τα δεινά μου.
Ορ. Και τα δικά μου τότε.
Ηλ. Ορέστη να σε πω; Είσαι ο Ορέστης;
Ορ. Τον Ορέστη βλέπεις. Το απίστευτο.

[Ο Ορέστης παρουσιάζει σημάδια που πείθουν την αδελφή του
και συνεχίζει:]

Κράτα την· κράτα την τη χαρά σου μην ξεσπάσει.
Μας μισούν οι πιο δικοί μας.

Ηλ. Αχ λαχτάρα γλυκιά του πατρικού μου. Μόνη!
Δάκρυα και ελπίδα μου
Της γενιάς μας σωτήρα
Τα χέρια σου τα δυνατά θα το ξαναπάρουν
το πατρικό μας.
Των ματιών μου χαρά είσαι· τετράδιπλη.
Πατέρα μου σε λέω
Μάνα μου είσαι. [...] Εκείνην τη μισώ.
Και της σφαγμένης αδερφής μας [= της Ιφιγένειας]
είσαι ο πιστός ο αδερφός. Ο εκδικητής.
Να μας συντρέξει μόνο η Ισχύς και η Δίκη
και πάνω απ’ όλους ο Δίας ο μέγιστος.

 

(Αισχύλος, Χοηφόροι, στ. 216–245, μτφρ. Κ. Τοπούζης, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1991)

 


 

  1. H Aθηνά στους στ. 185-190 έδωσε στον Oδυσσέα τρεις εντολές:
    α. ...................,
    β. ...................,
    γ. ................... και μία υπόσχεση: ..................., που προοικονομεί ....................

  2. Nα συγκρίνετε τον τρόπο με τον οποίο έγινε η αναγνώριση α. του Oδυσσέα από τον Tηλέμαχο (στ. 196-260) και β. του Oρέστη από την Hλέκτρα (στο παραπάνω «παράλληλο κείμενο»). Tι διαπιστώνετε; (συμβουλευτείτε πρώτα το Δ΄ της 19ης Ενότητας). Η αναγνώριση Ορέστη-Ιφιγένειας Η αναγνώριση Ηλέκτρας-Ορέστη

  3. Αναγνώριση Ορέστη-ΙφιγένειαςΑναγνώριση Ηλέκτρας-Ορέστη

  4. Ποιες συναισθηματικές καταστάσεις ζει ο Tηλέμαχος μέχρι να αναγνωρίσει τον πατέρα του; και πώς μπορεί να δικαιολογηθούν;

  5. Στην παρομοίωση των στίχων 242-245 υπάρχει διαφορά στους όρους που παρομοιάζονται: οι αετοί θρηνούν επειδή έχασαν τα μικρά τους, ενώ ο Oδυσσέας κι ο Tηλέμαχος επειδή συναντήθηκαν. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή η διαφορά;

 

αρχή

 



 

Συμπληρώστε τα ακόλουθα κενά με βάση τους στ. 298 κ.ε.
Tο σχέδιο αντιμετώπισης των μνηστήρων προβλέπει:
α. O Tηλέμαχος και ο Οδυσσέας-ζητιάνος να ....................
β. O Tηλέμαχος να υπομένει ....................
γ. και να μεταφέρει ....................
δ. Nα μη μάθει κανένας ότι ....................
ε. Nα δοκιμάσουν μαζί ....................
Ποια σημεία του σχεδίου αυτού επιβεβαιώνουν περισσότερο την προνοητικότητα του Oδυσσέα; ....................

 



 

Ερμηνευτικές επισημάνσεις

 

1. Ανιχνεύεται η διαδικασία του αναγνωρισμού:

• μένουν μόνοι ο «ξένος» κι ο Τηλέμαχος μετά την αναχώρηση του Εύμαιου·

• εμφανίστηκε μόνο στον Oδυσσέα η Αθηνά, τον κάλεσε έξω από το καλύβι, του έδωσε τρεις εντολές: α. «ομολογήσου τώρα στο παιδί σου», β. «οι δυο να συνταιριάξετε τον φόνο των μνηστήρων», γ. «ύστερα κατεβαίνετε στην [...] πόλη»· και μια υπόσχεση: «εγώ δεν πρόκειται να σας αφήσω για πολύ [...]», που προοικονομεί την παρουσία της θεάς στο φονικό· τον άγγιξε έπειτα με το ραβδί της, του φόρεσε ρούχα καθαρά κι εκείνος «ξαφνικά ξανάνιωσε»· και η θεά έφυγε (185-96/<167-77>)·

• επέστρεψε στο καλύβι ανανεωμένος ο Οδυσσέας, και ο γιος του «έμεινε έκθαμβος, γύρισε αλλού το βλέμμα του με δέος» και, υποθέτοντας ότι είναι θεός, του ζήτησε έλεος (196-206/<177-85>)·

• ο Οδυσσέας, σύμφωνα με την πρώτη εντολή της Αθηνάς, δήλωσε αμέσως στον Τηλέμαχο ότι είναι ο πατέρας του και, αφήνοντας πια τα δάκρυά του να κυλήσουν, τον φίλησε (207-13/<186-91>)·

• ο Τηλέμαχος δεν τον πίστεψε, με το επιχείρημα πως ένας θνητός δεν θα μπορούσε να μεταμορφωθεί, «εκτός κι αν τον συνέτρεχε κάποιος θεός» (214-24/<192-200>)·

• ο Οδυσσέας επέπληξε τρυφερά τον Τηλέμαχο για τη δυσπιστία του, αυτοσυστήθηκε πάλι αναφερόμενος και στην εικοσαετή βασανισμένη απουσία του –για την οποία ο γιος του κάτι ξέρει– δήλωσε πως η μεταμόρφωσή του είναι έργο της Αθηνάς και κάθισε (225-39/<201-13>)·

• και ο Τηλέμαχος, που έχει και προσωπική πείρα των θαυματουργικών επεμβάσεων της θεάς, πεπεισμένος πια «χύθηκε πάνω του οδυρόμενος και βουρκωμένος [...] τον αγκάλιασε» (239-40/<213-4>)·

Στον αναγνωριστικό εναγκαλισμό πατέρα-γιου πρέπει να στόχευε ο ποιητής με την είσοδο του Τηλέμαχου στο χοιροστάσιο. Εκεί όμως τον υποκατέστησε με τη συγκινητική υποδοχή του Εύμαιου, όπου «συμπυκνώνονται και όποια μελοδραματικά στοιχεία θα περίσσευαν και θα ενοχλούσαν, αν πατέρας και γιος έπεφταν αμέσως ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.» Επιβράδυνε έτσι την πορεία προς την εικόνα-στόχο με τη δραματική ειρωνεία προετοιμάζοντας, ταυτόχρονα, τα πρόσωπα και τον χώρο για την καίρια στιγμή, την οποία δεν άργησε να ολοκληρώσει: «Ο ποιητής αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης στη μελέτη του πλαισίου και το μικρότερο στην προβαλλόμενη εικόνα», πράγμα που αποτελεί «ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της τεχνικής της Οδύσσειας.»

• τους συνεπήρε τότε θρήνος σπαραχτικός και τους δυο, σαν τους αετούς «που τα μικρά τους κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν» (241-5/<215-9>).

Κατά την ανάλυση της παρομοίωσης επισημαίνεται η διαφορά που παρουσιάζει το κοινό σημείο των παραβαλλόμενων όρων (ο θρήνος των πουλιών και ο θρήνος Οδυσσέα-Τηλέμαχου), για να διαπιστωθεί ότι εκεί τον σπαραγμό τον προκαλεί η στέρηση, ενώ εδώ η πλήρωση, μια πλήρωση όμως που έρχεται έπειτα από μακροχρόνια στέρηση, η οποία και προκαλεί το κλάμα.

 

2. Τα νήματα του νόστου του Οδυσσέα και της αναζήτησής του από τον Τηλέμαχο, που από την αρχή του έπους ξετυλίγονταν χωριστά, συμπίπτουν εδώ και θα εξελιχθούν σε ευθεία γραμμή με στόχο τη μνηστηροφονία και την ανάκτηση της εξουσίας από τον Οδυσσέα. Έτσι, ο σκηνικός χώρος δράσης περιορίζεται τώρα στην Ιθάκη, και από την περιφέρεια προς το κέντρο, για να εντοπιστεί στο παλάτι.

 

3. Συναισθήματα Τηλέμαχου

Κατά τη διαδικασία του αναγνωρισμού ο Τηλέμαχος έζησε μια κλίμακα συναισθημάτων που παρουσιάζει καμπύλη: από την κατάπληξη και το δέος, πέρασε στη δυσπιστία και στην αμφιβολία, αλλά και γρήγορα στην πειθώ, για να κλείσει με σπαραχτική συγκίνηση. Τη γρήγορη εξέλιξη αυτής της κλίμακας δικαιολογεί ο αιφνιδιασμός στην αρχή και η αναφορά στο θαύμα έπειτα, που λειτουργεί καταλυτικά.

 

4. Τυπικό αναγνωρισμού

Ανακαλείται (από τη 19η ενότητα) η αναγνωριστική διαδικασία της Ιθάκης από τον Oδυσσέα και συγκρίνεται με τη διαδικασία της αναγνώρισης του Oδυσσέα από τον Τηλέμαχο, για να προκύψει η επανάληψη των ίδιων μοτίβων (με τις αναγκαίες προσαρμογές) και η τυπικότητα επομένως του θέματος:

• προϋποτίθεται κι εδώ η πολύχρονη απουσία του αναγνωριζόμενου από τον αναγνωριστή·

• μεθοδεύεται η απομόνωση των δύο αναγνωριστικών υποκειμένων·

• ο αναγνωριζόμενος είναι ήδη καλυμμένος (παραμορφωμένος και μεταμφιεσμένος)·

• ακολουθεί η αποκάλυψη (αποκατάσταση του προσώπου και ομολογία της ταυτότητάς του)·

• μεσολαβεί η δοκιμασία (δυσπιστία του αναγνωριστή – διαβεβαιώσεις του αναγνωριζόμενου),

• που καταλήγει στην αναγνώριση και στην έκφραση συναισθημάτων.

 

5. Προετοιμασία για τη μνηστηροφονία

O Οδυσσέας είδε στο πρόσωπο του Τηλέμαχου τον συνεργάτη του για την αντιμετώπιση των μνηστήρων (259-60/<233-4>) και του ζήτησε πληροφορίες γι’ αυτούς, από τις οποίες φάνηκε ο αριθμός τους – εμμέσως και η έκταση της επικράτειας του Oδυσσέα (βλ. τη σχετική παράγραφο στην περίληψη της ραψ. π, 20ή ενότητα, A στο ΒΜ). O Τηλέμαχος φοβήθηκε την αναμέτρηση με τόσους πολλούς και πρότεινε να αναζητήσουν συμμάχους, τον καθησύχασε όμως η διαβεβαίωση του πατέρα του ότι θα έχουν θεϊκή συμπαράσταση.

Και ο πολύμητις κατέστρωσε αμέσως συνωμοτικό σχέδιο δράσης για τις κινήσεις και των δύο, που δεν αφήνει περιθώρια αποτυχίας (298/<270> κ.ε.) – βλ. και το Δ στο BM.)

→ Τη συναισθηματική φόρτιση λοιπόν, που κυριάρχησε κατά τον αναγνωρισμό, διαδέχτηκε η ψύχραιμη αντιμετώπιση των πραγμάτων.

 

Αποσπάσματα από τη σχετική βιβλιογραφία / αρθογραφία

 

1. . Η αναγνώριση του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο

«Με τα δεδομένα του γνωστού τρωικού και μετατρωικού μύθου, Τηλέμαχος και Οδυσσέας αντικρίζονται εδώ για πρώτη φορά - είκοσι χρόνια πριν, ξεκινώντας ο πατέρας για την Τροία, άφησε τον γιο του νήπιο. Πράγμα που σημαίνει ότι σ' αυτή την όψιμη συνάντησή τους ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούν να ανατρέξουν σ' ένα κοινό
παρελθόν, για να αντλήσουν αναγνωριστικές μνήμες. Από την άποψη αυτή ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο αποδεικνύεται κατ' εξαίρεση άσημος- παραλείπονται δηλαδή σ' αυτόν κάθε λογής σήματα της πραγματικής ταυτότητας του Οδυσσέα, σε αντίθεση προς τους άλλους αναγνωρισμούς του ήρωα (λ.χ. από την Ευρύκλεια, την Πηνελόπη, τον Λαέρτη). Αντ' αυτού η Αθηνά χρησιμοποιεί ως μέσο αναγνωρισμού τον εξωραϊσμό του Οδυσσέα [...].»
«Τελικώς η αίσθησή μας από την ανάγνωση και την ακρόαση της σκηνής είναι ότι: πίσω και κάτω από το "θαύμα" του εξωραϊσμού λανθάνει και υπόκειται η επιστροφή του Οδυσσέα στη φυσική του κατάσταση. Με άλλα λόγια: ο Τηλέμαχος είναι το μόνο πρόσωπο της Οδύσσειας που δεν χρειάζεται αποδείξεις για να αναγνωρίσει τον πατέρα του· η ίδια η συνάντησή του με τον Οδυσσέα (όπως πράγματι είναι ο ήρωας - όχι όπως φαίνεται μέσα από την παραμόρφωσή του) αρκεί. Πατέρας και γιος εξάλλου μοιάζουν τόσο πολύ εξωτερικά μεταξύ τους όπως το έχει ήδη διαπιστώσει η Ελένη στην τέταρτη ραψωδία), που θα μπορούσε ο ένας να αναγνωρίσει στον άλλο τον εαυτό του.»

 

2. H παρομοίωση των στίχων π 242-5

 

«O γιος ρίχνεται στην αγκαλιά του πατέρα του, κι οι δυο ξεσπούν σε θρήνο. Το κλάμα τους παραβάλλεται με τον απελπισμένο και οξύ γόο πουλιών [...], που τα άφτερα μικρά τους τα άρπαξαν μέσα από τη φωλιά κάποιοι αγρότες. H παρομοίωση θεωρήθηκε γενικά ατυχής, επειδή συσχετίζει το κλάμα της χαράς με τον θρήνο της απελπισίας [...]. [Όμως] η παρομοίωση και ο θρήνος των πουλιών υποβάλλει πριν απ’ όλα το μοτίβο της στέρησης – κι αυτό θέλει εδώ ο ποιητής να εξάρει. O θρήνος του Oδυσσέα και του Τηλέμαχου, όπως εξάλλου και κάθε κλάμα σε στιγμές αναγνωρισμού ή συνάντησης ύστερα από μακροχρόνιο χωρισμό, υπαγορεύεται περισσότερο από την ανάμνηση της στέρησης, [...] και λιγότερο από τη χαρά για την αντάμωση. H ανάμνηση της στέρησης ανεβαίνει στη συνείδηση, εντονότερα από κάθε άλλη στιγμή, την ώρα της επανασυνάντησης: τώρα που ο χωρισμός τέλειωσε, αποκαλύπτεται αβάσταχτος, παράλογος και τρομερός – γι’ αυτό και κλαίμε ή και γι’ αυτό.»

 

αρ