Ελληνικός πολιτισμός, Η κλίση των Αντωνυμιών

 

Νέα Ελληνική Γλώσσα αρχική

 

Διάβασε σημαντικές πληροφορίες για τις αντωνυμίες

 

Κλίση των αντωνυμιών

 

Οι αντωνυμίες

Είδος

Αντωνυμίες

Προσωπικές

εγώ, εσύ, αυτός, -ή, -ό // (μου, σου, του/της, τος, τη, το)

Κτητικές

μου, σου, του/της // δικός, -ή, -ό μου, σου, του // δικός, -ή, -ό μας, σας, τους

Αυτοπαθείς

ο εαυτός μου, σου, του

Οριστικές

ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο // μόνος, -η, -ο μου, σου, του

Δεικτικές

αυτός, -ή, -ό // (ε)τούτος, -η, -ο // εκείνος, -η, -ο // τέτοιος, -α, -ο // τόσος, -η, -ο

Αναφορικές

που // ο οποίος, η -α, το -ο // όποιος, -α, -ο // όσος, -η, -ο // ό,τι

οποιοσδήποτε // οσοσδήποτε // οτιδήποτε

Ερωτηματικές

τι // ποιος, -α, -ο // πόσος, -η, -ο

Αόριστες

ένας, μια/μία, ένα // κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα // κάποιος, -α, -ο

μερικοί, -ές, -ά // κάτι, κατιτί // τίποτε/τίποτα // κάμποσος, -η, -ο // κάθε

καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα // καθετί // ο, η, το δείνα, //ο, η, το τάδε // άλλος, -η, -ο

 

Ασκήσεις

 

Προσωπικές

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Προσωπικές ονομάζονται οι αντωνυμίες οι οποίες αντικαθιστούν λέξεις που δηλώνουν πρόσωπα. Παρουσιάζουν δύο ειδών τύπους: τους δυνατούς και τους αδύνατους. Οι πρώτοι χρησιμοποιούνται για να δοθεί έμφαση ή για να τονιστεί μια αντίθεση, ενώ οι δεύτεροι, που είναι πιο συχνοί στον λόγο, χρησιμοποιούνται στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Δηλώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου, π.χ. Δε θέλω αυτούς, εσένα θέλω (δυνατοί τύποι). Δε θέλει να σε δει στα μάτια του (αδύνατοι τύποι).

 

Όταν ένα όνομα που ειπώθηκε πριν από λίγο ξαναλέγεται με τον αντίστοιχο τύπο της προσωπικής αντωνυμίας τότε η αντωνυμία λέγεται επαναληπτική, π.χ. Το Γιάννη τον είδα με τα μάτια μου.

Όταν η προσωπική αντωνυμία χρησιμοποιείται για να προαναγγείλει ένα όνομα που θα αναφερθεί παρακάτω, ονομάζεται προληπτική, π.χ. Να τος ο Γιάννης. Τον είδα με τα μάτια μου το Γιάννη.

 

Κλίση

 

Ενικός αριθμός

 

δυνατός

αδύνατος

δυνατός

αδύνατος

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

εγώ

εμένα (μένα)
εμένα (μένα)


μου
με

εσύ
εσένα (σένα)

εσένα (σένα)
εσύ


σου
σε

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

εμείς

εμάς
εμάς


μας
μας

εσείς
εσάς
εσάς
εσείς


σας
σας

 

Ενικός αριθμός

 

δυνατός

αδύνατος

δυνατός

αδύνατος

δυνατός

αδύνατος

ονομ.
γεν.
αιτ.

αυτός
αυτού (αυτουνού)

αυτόν

τος
του
τον

αυτή
αυτής (αυτηνής)

αυτή(ν)

τη
της
τη(ν)

αυτό
αυτού (αυτουνού)
αυτό

το
του
το

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

αυτοί
αυτών (αυτωνών)
αυτούς

τοι
τους
τους

αυτές
αυτών (αυτωνών)
αυτές

τες
τους
τις / τες

αυτά
αυτών (αυτωνών)
αυτά

τα
τους
τα

 

 

Μορφολογική ποικιλία

 

Οι τύποι της αιτιατικής του ενικού του πρώτου και δεύτερου προσώπου εμένα και εσένα μετά τις προθέσεις από και για χάνουν συνήθως το αρχικό φωνήεν ε-, π.χ. Από μένα για σένα, αντί Από εμένα για εσένα.

Στη γενική του ενικού και του πληθυντικού, καθώς και στην αιτιατική του πληθυντικού του τρίτου προσώπου, παρουσιάζονται στον καθημερινό προφορικό λόγο, σε ύφος υποτιμητικό αλλά και οικείο, και οι τύποι αυτουνού, αυτηνής, αυτωνών και αυτουνούς, π.χ. Τα γράμματα αυτουνού του παιδιού είναι χάλια.

 

Ορθογραφία

 

Το τελικό ν της προσωπικής αντωνυμίας στην αιτιατική ενικού του αρσενικού γένους  (αυτόν, τον) διατηρείται στον γραπτό λόγο πάντοτε, π.χ.

Αυτόν τον άνθρωπο δεν τον συνάντησε ποτέ.

Τον άκουσα με προσοχή.

Τον χτύπησε αυτοκίνητο.

 

Το τελικό ν προσωπικής αντωνυμίας (αυτή[ν], τη[ν]) στην αιτιατική ενικού του θηλυκού γένους διατηρείται στον γραπτό λόγο, μόνο όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από ένα από τα παρακάτω: κ, π, τ, ξ, ψ, γκ, μπ, ντ, τσ, τζ,  π.χ.

Αν και ήρθε αργά, τη δέχτηκαν με χαρά.

Όταν μιλούσε η Θάλεια δεν την άκουγε κανένας.

 

Κτητικές

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Κτητικές είναι οι αντωνυμίες που δηλώνουν σε ποιο πρόσωπο ανήκει κάτι. Χρησιμοποιούνται πολύ συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο.

Κτητικές αντωνυμίες είναι οι εξής:

 

α) Οι γενικές των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας μετά από ουσιαστικά. Χρησιμοποιούνται, όταν λέγεται απλά πως κάτι ανήκει σε κάποιο πρόσωπο, π.χ.

  • Αυτό είναι το βιβλίο μου. Αυτό είναι το βιβλίο μας.

  • Αυτό είναι το βιβλίο σου. Αυτό είναι το βιβλίο σας.

  • Αυτό είναι το βιβλίο του. Αυτό είναι το βιβλίο τους.

 

β) Τα δικός, δική, δικό με τις γενικές των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας. Χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις που θέλει ο ομιλητής να δώσει έμφαση ή να αντιπαραθέσει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος με κάτι άλλο, π.χ. Θέλει το δικό σου βιβλίο, όχι το δικό του. Η αντωνυμία αυτή έχει τρία πρόσωπα και δύο αριθμούς. Κλίνεται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ο Ανάλογα με το πρόσωπο και τον αριθμό των κτητόρων, παρουσιάζει τους παρακάτω τύπους:

 

Α΄ πρόσωπο:

για έναν κτήτορα: δικός μου, δική μου, δικό μου,

για πολλούς κτήτορες: δικός μας, δική μας, δικό μας, π.χ.

  • Θα έρθουμε με το δικό μου αυτοκίνητο // Θα έρθουμε με το δικό μας αυτοκίνητο

Β΄ πρόσωπο:

για έναν κτήτορα: δικός σου, δική σου, δικό σου,

για πολλούς κτήτορες: δικός σας, δική σας, δικό σας, π.χ.

  • Θα έρθουμε με το δικό σου αυτοκίνητο // Θα έρθουμε με το δικό σας αυτοκίνητο

Γ΄ πρόσωπο:

για έναν κτήτορα: δικός του/της, δική του/της, δικό του/της,

για πολλούς κτήτορες: δικός τους, δική τους, δικό τους, π.χ.

  • Θα έρθουμε με το δικό του αυτοκίνητο // Θα έρθουμε με το δικό τους αυτοκίνητο

Κλίση

 

αρσενικό

Ενικός αριθμός

 

α' πρόσωπο
ένας κτήτορας

α' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

β' πρόσωπο
ένας κτήτορας

β' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

γ' πρόσωπο
ένας κτήτορας

γ' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

ονομ.
γεν.
αιτ.

δικός μου
δικού μου

δικό μου

δικός μας
δικού μας
δικό μας

δικός σου
δικού σου

δικό σου

δικός σας
δικού σας
δικό σας

δικός του
δικού του

δικό του

δικός τους
δικού τους
δικό τους

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

δικοί μου
δικών μου
δικοί μου

δικοί μας
δικών μας
δικοί μας

δικοί σου
δικών σου
δικοί σου

δικοί σας
δικών σας
δικοί σας

δικοί του
δικών του
δικοί του

δικοί τους
δικών τους
δικοί τους

 

θηλυκό

Ενικός αριθμός

 

α' πρόσωπο
ένας κτήτορας

α' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

β' πρόσωπο
ένας κτήτορας

β' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

γ' πρόσωπο
ένας κτήτορας

γ' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

ονομ.
γεν.
αιτ.

δική μου
δικής μου

δική μου

δική μας
δική μας
δική μας

δική σου
δικής σου

δική σου

δική σας
δική σας
δική σας

δική του
δικής του

δική του

δική τους
δική τους
δική τους

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

δικές μου
δικών μου
δικές μου

δικές μας
δικών μας
δικές μας

δικές σου
δικών σου
δικές σου

δικές σας
δικών σας
δικές σας

δικές του
δικών του
δικές του

δικές τους
δικών τους
δικές τους

 

ουδέτερο

Ενικός αριθμός

 

α' πρόσωπο
ένας κτήτορας

α' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

β' πρόσωπο
ένας κτήτορας

β' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

γ' πρόσωπο
ένας κτήτορας

γ' πρόσωπο
πολλοί κτήτορες

ονομ.
γεν.
αιτ.

δικό μου
δικού μου

δικό μου

δικό μας
δικού μας
δικό μας

δικό σου
δικού σου

δικό σου

δικό σας
δικού σας
δικό σας

δικό του
δικού του

δικό του

δικό τους
δικού τους
δικό τους

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

δικά μου
δικών μου
δικά μου

δικά μας
δικών μας
δικά μας

δικά σου
δικών σου
δικά σου

δικά σας
δικών σας
δικά σας

δικά του
δικών του
δικά του

δικά τους
δικών τους
δικά τους

 

 

Αυτοπαθείς αντωνυμίες

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Αυτοπαθείς αντωνυμίες ονομάζονται αυτές που δείχνουν ότι το πρόσωπο που ενεργεί το ίδιο συγχρόνως δέχεται και την ενέργεια. Δε χρησιμοποιούνται τόσο συχνά όσο οι προσωπικές και οι κτητικές αντωνυμίες. Εμφανίζονται συνήθως στον προφορικό λόγο, π.χ.

  • Ενδιαφέρομαι μόνο για τον εαυτό μου

  • Ενδιαφέρεσαι μόνο για τον εαυτό σου

  • Ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του

Κλίση

 

Ενικός αριθμός

 

α' πρόσωπο

β' πρόσωπο

β' πρόσωπο

ονομ.
γεν.
αιτ.

ο εαυτός μου
του εαυτού μου

τον εαυτό μου

ο εαυτός σου
του εαυτού σου

τον εαυτό σου

ο εαυτός του / της
του εαυτού του / της

τον εαυτό του / της

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

ο εαυτός μας
του εαυτού μας & των εαυτών μας
τον εαυτό μας & τους εαυτούς μας

ο εαυτός μας
του εαυτού σας & των εαυτών σας
τον εαυτό σας &τους εαυτούς σας

ο εαυτός τους
του εαυτού τους &των εαυτών τους
τον εαυτό τους &τους εαυτούς τους

 

 

Οριστικές αντωνυμίες

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

Οριστικές αντωνυμίες ονομάζονται αυτές που διακρίνουν κάτι από άλλα όμοιά του. Η χρήση τους δεν είναι ιδιαίτερα συχνή.

Οριστικές αντωνυμίες είναι:
α) Το επίθετο ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο, με το άρθρο, π.χ.

  • Τον επισκέφτηκε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός.

  • Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια.

  • Zημιώνει τον ίδιο τον εαυτό της.

  • Ο Θεός ο ίδιος να έρθει, δε σε πιστεύω.

β) Το επίθετο μόνος, μόνη, μόνο, χωρίς το άρθρο και με τις γενικές των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας (μόνος μου, μόνη μου, μόνο μου κτλ.), π.χ.

  • Μαγειρεύω μόνος μου.

  • Να έρθεις μόνη σου από το σχολείο.

  • Φοβάται να κοιμηθεί μόνη της στο σπίτι.

  • Φέτος διακοπές θα πάμε μόνοι μας, γιατί οι φίλοι μας δεν μπορούν.

  • Κανείς δε σας ανάγκασε να πάτε· μόνες σας το αποφασίσατε.

  • Μα άφησαν μόνα τους τα παιδιά στο σπίτι!

Κλίση

 

ο ίδιος, α, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

ο

του
τον
 

ίδιος
ίδιου
ίδιο

η
της

την
 

ίδια
ίδιας
ίδια

το
του
το
 

ίδιο
ίδιου
ίδιο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

οι

των
τους
 

ίδιοι
ίδιων
ίδιους

οι
των
τις
 

ίδιες
ίδιων
ίδιες

τα
των
τα
 

ίδια
ίδιων
ίδια

 

α' πρόσωπο: μόνος, η, ο μου

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

μόνος μου
μόνου μου
μόνο μου

μόνη μου
μόνης μου
μόνη μου

μόνο μου
μόνου μου
μόνο μου

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

μόνοι μας
μόνων μας
μόνους μας

μόνες μας
μόνων μας
μόνες μας

μόνα μας
μόνων μας
μόνα μας

 

β' πρόσωπο: μόνος, η, ο σου

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

μόνος σου
μόνου σου
μόνο σου

μόνη σου
μόνης σου
μόνη σου

μόνο σου
μόνου σου
μόνο σου

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

μόνοι σας
μόνων σας
μόνους σας

μόνες σας
μόνων σας
μόνες σας

μόνα σας
μόνων σας
μόνα σας

 

γ' πρόσωπο: μόνος, η, ο του

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

μόνος του
μόνου του
μόνο του

μόνη του
μόνης του
μόνη του

μόνο του
μόνου του
μόνο του

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

μόνοι τους
μόνων τους
μόνους τους

μόνες τους
μόνων τους
μόνες τους

μόνα τους
μόνων τους
μόνα τους

 

Δεικτικές αντωνυμίες

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Δεικτικές αντωνυμίες ονομάζονται αυτές που χρησιμοποιούνται για να δείξουμε κάτι. Χρησιμοποιούνται πολύ συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο για να δείξουν – ανάλογα με τον τύπο της αντωνυμίας– πολύ κοντινά, κοντινά ή και μακρινά πρόσωπα, ζώα, πράγματα και καταστάσεις.

 

Δεικτικές αντωνυμίες είναι οι εξής:

α) Αυτός, αυτή, αυτό, που χρησιμοποιείται για κοντινά πρόσωπα ή πράγματα ή για κάτι στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, π.χ.

  • Πήρε αυτά τα βιβλία και έφυγε.

  • Τα έκανε όλα αυτά [που είπα προηγουμένως] και κοιμήθηκε.

β) (Ε)Τούτος, (ε)τούτη, (ε)τούτο, που χρησιμοποιείται για πολύ κοντινά πρόσωπα ή πράγματα, π.χ.

  • Δώσε στα παιδιά τούτο, για να σου δώσουν την μπάλα.

γ) Εκείνος, εκείνη, εκείνο, που χρησιμοποιείται για πρόσωπα ή πράγματα που βρίσκονται μακριά, π.χ.

  • Θέλει κι αυτά κι εκείνα.

δ) Τέτοιος, τέτοια, τέτοιο, που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί μια ποιότητα, π.χ.

  • Ο Κώστας; Νομίζω πως κάνεις λάθος. Δεν είναι τέτοιος.

ε) Τόσος, τόση, τόσο, που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί μια ποσότητα, π.χ.

  • Μίλησα με τόσους κι άλλους τόσους, που δε θυμάμαι τον αριθμό τους.

Κλίση

 

αυτός, ή, ό

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

αυτός
αυτού

αυτόν

αυτή
αυτής

αυτή(ν)

αυτό
αυτού
αυτό

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

αυτοί
αυτών
αυτούς

αυτές
αυτών
αυτές

αυτά
αυτών
αυτά

 

(ε)τούτος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

(ε)τούτος
(ε)τούτου

(ε)τούτο(ν)

(ε)τούτη
(ε)τούτης

(ε)τούτη

(ε)τούτο
(ε)τούτου
(ε)τούτο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

(ε)τούτοι
(ε)τούτων
(ε)τούτους

(ε)τούτες
(ε)τούτων
(ε)τούτες

(ε)τούτα
(ε)τούτων
(ε)τούτα

 

εκείνος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

εκείνος
εκείνου

εκείνο

εκείνη
εκείνης

εκείνη(ν)

εκείνο
εκείνου
εκείνο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

εκείνοι
εκείνων
εκείνους

εκείνες
εκείνων
εκείνες

εκείνα
εκείνων
εκείνα

 

τέτοιος, α, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

τέτοιος
τέτοιου

τέτοιο

τέτοια
τέτοιας

τέτοια

τέτοιο
τέτοιου
τέτοιο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

τέτοιοι
τέτοιων
τέτοιους

τέτοιες
τέτοιων
τέτοιες

τέτοια
τέτοιων
τέτοια

 

τόσος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

τόσος
τόσου

τόσο

τόση
τόσης

τόση

τόσο
τόσου
τόσο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

τόσοι
τόσων
τόσους

τόσες
τόσων
τόσες

τόσα
τόσων
τόσα

 

Αναφορικές αντωνυμίες

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Αναφορικές αντωνυμίες ονομάζονται αυτές που εισάγουν δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις, οι οποίες είτε αποτελούν όρους που βρίσκονται έξω από την κύρια πρόταση είτε είναι οι ίδιες όροι της πρότασης. Η χρήση τους είναι πολύ συχνή τόσο στον καθημερινό προφορικό λόγο όσο και στον γραπτό.

Η χρήση των αντωνυμιών που και ο οποίος, η οποία, το οποίο προσδιορίζεται και από παράγοντες σημασιολογικούς και υφολογικούς.

 

Αναφορικές αντωνυμίες είναι οι εξής:

 

α) Που (άκλιτο): αναφέρεται σε ονόματα που μπορούν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε γένος, αριθμό και πτώση, π.χ.

  • Ο δρόμος που οδηγεί στο κέντρο της πόλης είναι κλειστός.

  • Όλα τα κείμενα που έγραψε δημοσιεύτηκαν.

β) Ο οποίος, η οποία, το οποίο: κλίνεται και στα τρία γένη μαζί με το άρθρο, όπως το επίθετο νέος, -α,-ο. Χρησιμοποιείται στον λόγο αντί για την άκλιτη αντωνυμία που στις εξής περιπτώσεις:

i) για να αποφευχθεί ενδεχόμενη ασάφεια, π.χ. Χάθηκε το κουτί με τις φωτογραφίες, τις οποίες μου έδωσες χθες (είναι σαφές ότι έδωσε τις φωτογραφίες), αντί Χάθηκε το κουτί με τις φωτογραφίες που μου έδωσες χθες (είναι ασαφές αν έδωσε το κουτί μόνο ή το κουτί με τις φωτογραφίες ή τις φωτογραφίες),

ii) για να αποφευχθεί επανάληψη του που, π.χ. Η καθηγήτρια που διδάσκει μουσική έχει μια φωνή με την οποία μαγεύει τα παιδιά, αντί Η καθηγήτρια που διδάσκει μουσική έχει μια φωνή που μαγεύει τα παιδιά,

iii) σε πολύ τυπικό ύφος, π.χ. Οι αρχιερείς, οι οποίοι συμμετείχαν στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό.

γ) Όποιος, όποια, όποιο: κλίνεται και στα τρία γένη χωρίς το άρθρο, όπως το επίθετο τίμιος, -α, -ο. Στη γενική του ενικού, συνήθως σε οικείο ύφος, παρουσιάζει και τους μορφολογικούς τύπους οποιανού (αρσ.), οποιανής (θηλ.), οποιανού (ουδετ.), στη γενική πληθυντικού τον τύπο οποιανών και για τα τρία γένη και στην αιτιατική του πληθυντικού του αρσενικού τον τύπο οποιανούς, π.χ.

  • Όποια παιδιά έχουν μαζί τους ταυτότητα να μείνουν στην αίθουσα.

  • Οποιανών τα ονόματα αρχίζουν από δέλτα να έρθουν εδώ.

δ) Όσος, όση, όσο: κλίνεται και στα τρία γένη χωρίς το άρθρο, όπως το επίθετο ελεύθερος, -η, -ο, π.χ.

  • Όσες φορές και να μου το πεις, δεν το θυμάμαι.

ε) Ό,τι (άκλιτο): έχει τη σημασία του οτιδήποτε, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και τη σημασία του όποιος, -α, -ο, π.χ.

  • Ο Γιώργος θα κάνει ό,τι (= οτιδήποτε) πεις εσύ.

  • Ξυπνάει καθημερινά ό,τι (=όποια) ώρα θέλει.

στ) Οποιοσδήποτε, οσοσδήποτε, οτιδήποτε: αποτελούν σύνθεση των αντωνυμιών όποιος, -α, -ο, όσος,-η, -ο και ό,τι με το επίθημα -δήποτε. Οι δύο πρώτες διατηρούν την κλίση που έχουν πριν από τη σύνθεση, ενώ η τρίτη είναι άκλιτη, π.χ.

Οποιοσδήποτε και να σας το πει και οσεσδήποτε φορές, εσείς θα κάνετε οτιδήποτε θέλετε.

 

Κλίση

 

ο οποίος, α, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

ο οποίος
του οποίου

τον οποίο

η οποία
της οποίας

την οποία

το οποίο
του οποίου
το οποίο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

οι οποίοι
των οποίων
τους οποίους

οι οποίες
των οποίων
τις οποίες

τα οποία
των οποίων
τα οποία

 

όποιος, α, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

όποιος
όποιου

όποιο(ν)

όποια
όποιας

όποια

όποιο
όποιου
όποιο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

όποιοι
όποιων
όποιους

όποιες
όποιων
όποιες

όποια
όποιων
όποια

 

όσος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

όσος
όσου

όσο

όση
όσης

όση

όσο
όσου
όσο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

όσοι
όσων
όσους

όσες
όσων
όσες

όσα
όσων
όσα

 

Ερωτηματικές αντωνυμίες

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Ερωτηματικές ονομάζονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται, όταν θέλουμε να ρωτήσουμε κάτι. Η χρήση τους είναι πολύ συχνή στον προφορικό λόγο, κυρίως σε κειμενικά είδη που περιέχουν πολλές ερωτήσεις (συνεντεύξεις, ερωταποκρίσεις κτλ.).

 

Ερωτηματικές αντωνυμίες είναι οι εξής:

 

α) Τι (άκλιτο): π.χ.

Τι κάνεις;

 

β) Ποιος, ποια, ποιο: Παρουσιάζει δεύτερους τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού: ποιου / ποιανού, ποιας / ποιανής, ποιων / ποιανών, ποιους / ποιανούς. Aυτοί οι δεύτεροι τύποι είναι πολύ συχνοί στον προφορικό λόγο, σε οικείο ύφος, καθώς και στη λογοτεχνία, π.χ.

  • Ποια άσκηση έχουμε σήμερα;

  • Ποιανού είναι το βιβλίο;

Στη γενική ενικού χρησιμοποιείται συχνά σε τυπικό και σε ουδέτερο ύφος, αντί για το αρσενικό και ουδέτερο ποιου/ποιανού, ο τύπος τίνος. Αντίστοιχα, στη γενική πληθυντικού μπορεί να εμφανίζεται σε όλα τα γένη, αντί για το ποιων/ποιανών, ο τύπος τίνων, π.χ.

  • Tίνος παιδιού είναι το βιβλίο;

  • Tίνων είναι η σειρά;

γ) Πόσος, πόση, πόσο: κλίνεται όπως το επίθετο ελεύθερος, -η, -ο, π.χ.

  • Πόσα μολύβια έχεις στην τσάντα σου;

Κλίση

 

ποιος, α, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

ποιος
ποιου / ποιανού / τίνος

ποιο

ποια
ποιας / ποιανής

ποια

ποιο
ποιου / ποιανού / τίνος
ποιο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

ποιοι
ποιων / ποιανών / τίνων
ποιους

ποιες
ποιων / ποιανών / τίνων
ποιες

ποια
ποιων / ποιανών / τίνων
ποια

 

πόσος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

πόσος
πόσου

πόσο

πόση
πόσης

πόση

πόσο
πόσου
πόσο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

πόσοι
πόσων
πόσους

πόσες
πόσων
πόσες

πόσα
πόσων
πόσα

 

 

 

Αόριστες αντωνυμίες

 

Ορισμός – Λειτουργία – Χρήση:

 

Αόριστες αντωνυμίες λέγονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για κάποιο άτομο ή για κάποιο πράγμα που δεν το ονομάζουμε είτε γιατί δεν το ξέρουμε είτε γιατί δε θέλουμε να το ονομάσουμε. Η χρήση τους είναι συχνή τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο.

 

Αόριστες αντωνυμίες είναι οι εξής:

 

α) Ένας, μία/μια, ένα: Οι τύποι αυτοί συμπίπτουν με τους τύπους του αριθμητικού, που χρησιμεύει και για το αόριστο άρθρο. Δηλώνει πρόσωπα ή πράγματα με άγνωστη ταυτότητα, π.χ.

Ήρθε ένας και άνοιξε την πόρτα.

 

β) Κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα: κλίνεται μόνο στον ενικό. Το κανείς έχει δύο σημασίες:

i) σημαίνει κάποιος, όταν η φράση δεν έχει άρνηση, π.χ.

  • Αν σ' ενοχλήσει κανείς, να μου το πεις.

  • Έχεις καμιά καραμέλα;,

ii) σημαίνει ούτε ένας, όταν η φράση είναι αρνητική, π.χ.

  • Κανείς δε μίλησε (ούτε ένας).

γ) Κάποιος, κάποια, κάποιο: δηλώνει συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, του οποίου η ταυτότητα δεν είναι γνωστή, π.χ.

  • Χτύπησε κάποιος την πόρτα.

  • Το διάβασα σε κάποιο βιβλίο.

δ) Μερικοί, μερικές, μερικά: δηλώνει λίγα πρόσωπα ή πράγματα, των οποίων η ταυτότητα δεν είναι σαφής. Κλίνεται μόνο στον πληθυντικό, π.χ.

  • Μερικοί δεν ήθελαν να τον ακούσουν.

  • Μερικές από αυτές τις ταινίες είναι πολύ καλές.

ε) Κάτι, κατιτί [άκλιτα]: δηλώνουν κάποιο πράγμα του οποίου η ταυτότητα δεν είναι σαφής. Αναφέρονται σε ονόματα που μπορούν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε γένος, αριθμό και πτώση, π.χ.

  • Αγόρασα κάτι που θα σου αρέσει πολύ. Δώσε μου κατιτί.

στ) Τίποτε/τίποτα: αναφέρεται σε ονόματα που μπορούν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε γένος, αριθμό και πτώση. Είναι άκλιτο και έχει δύο σημασίες:

i) έχει τη σημασία του κάτι, όταν βρίσκεται σε ερωτηματική ή υποθετική πρόταση, π.χ.

  • Έχει τίποτε να φάμε;

  • Έχεις τίποτε να μου πεις;

ii) έχει αρνητική σημασία, όταν η φράση είναι αρνητική, π.χ.

  • Δεν άκουσα τίποτε από όσα είπες.

ζ) Κάμποσος, κάμποση, κάμποσο: δηλώνει ένα ποσό αρκετό αλλά όχι καθορισμένο, π.χ.

  • Είχε κάμποσο κόσμο στην αίθουσα και δυσκολεύτηκα να βρω θέση.

η) Κάθε: προσδιορίζει αόριστα πρόσωπα ή πράγματα. Είναι άκλιτο και χρησιμοποιείται ως επίθετο, με ή χωρίς άρθρο, με ονόματα οποιασδήποτε πτώσης,

  • π.χ. (Η) Κάθε πόλη έχει την ιστορία της.

θ) Καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα: δηλώνει κάθε πρόσωπο ή πράγμα ενός συνόλου χωριστά, π.χ.

  • Ο καθένας έχει τον ρόλο του.

ι) Καθετί: σημαίνει άλλοτε οτιδήποτε και άλλοτε τα πάντα. Είναι άκλιτο και συνηθίζεται με ή χωρίς άρθρο στην ονομαστική και την αιτιατική, π.χ.

  • Προσέχω το καθετί που λες.

ια) (Ο, η, το) δείνα, (ο, η, το) τάδε: και οι δύο χρησιμοποιούνται συνήθως στον ενικό και για τα τρία γένη, όταν δε θέλουμε να ονομάσουμε πρόσωπα ή πράγματα, π.χ.

  • Ας πούμε ότι έρχεται ο δείνα και σου λέει να πας στο τάδε μέρος, τι θα του πεις;

ιβ) Άλλος, άλλη, άλλο: δηλώνει ένα πρόσωπο ή πράγμα που διακρίνεται από κάποιον ή κάτι άλλο, π.χ.

  • Έγινε άλλος άνθρωπος. Θα έρθει το άλλο καλοκαίρι.

Κλίση

 

ένας, μία, ένα

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

ένας
ενός

έναν

μία / μια
μίας / μιας

μία / μια

ένα
ενός
ένα

 

κανένας, καμία/καμιά, κανένα

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

κανένας
κανενός

κανέναν

καμία / καμιά
καμίας / καμιάς

καμία / καμιά

κανένα
κανενός
κανένα

 

κάποιος, α, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

κάποιος
κάποιου

κάποιο

κάποια
κάποιας

κάποια

κάποιο
κάποιου
κάποιο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

κάποιοι
κάποιων
κάποιους

κάποιες
κάποιων
κάποιες

κάποια
κάποιων
κάποια

 

μερικοί, μερικές, μερικά

Πληθυντικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

μερικοί
μερικών

μερικούς

μερικές
μερικών

μερικές

μερικά
μερικών
μερικά

 

κάμποσος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

κλητ.

κάμποσος
κάμποσου

κάμποσο
κάμποσε

κάμποση
κάμποσης

κάμποση
κάμποση

κάμποσο
κάμποσου

κάμποσο
κάμποσο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.
κλητ.

κάμποσοι
κάμποσων
κάμποσους
κάμποσοι

κάμποσες
κάμποσων
κάμποσες
κάμποσες

κάμποσα
κάμποσων
κάμποσα
κάμποσα

 

καθένας, καθεμία / καθεμιά, καθένα

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

καθένας
καθενός

καθέναν

καθεμία / καθεμιά
καθεμίας / καθεμιάς

καθεμία / καθεμιά

καθένα
καθενός
καθένα

 

άλλος, η, ο

Ενικός αριθμός

 

αρσενικό

θηλυκό

ουδέτερο

ονομ.
γεν.
αιτ.

άλλος
άλλου / αλλουνού

άλλο

άλλη
άλλης / αλληνής

άλλη

άλλο
άλλου / αλλουνού

άλλο

Πληθυντικός αριθμός

ονομ.
γεν.
αιτ.

άλλοι
άλλων / αλλονών
άλλους / αλλουνούς

άλλες
άλλων / αλλονών
άλλες

άλλα
άλλων / αλλονών
άλλα

 

 

 

Ασκήσεις

 

Βιβλιογραφία - Δικτυογραφία