Αρχαία ελληνική μυθολογία

ΑΧΙΛΛΕΑΣ

Αχιλλέας. Αμφορέας τύπου β, Ζωγράφος του Αχιλλέα, 450 π.Χ.



γενεαλογικός 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69 70 71 72 73 74 75 76 77 78 79 80 81 82 83 84 85 86 87 88 89 90 91 92 93 94 95 96 97 98 99 100 101 102 103 104 105 106 107 108 109 110 111 112 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 132 133 134 136 137 138 139 140 141 142 143 144 145 147 148 149 150 151 152 153 154 155 156 157 135 146 158 159 160 161 162 163 164 165 166 167 168 169 170 171 172 173 174 175 176 177 178 179 180 181 182 183 184 185 186 187 188 189 190 191 192 193 184 185 186 187 188 189 190 191 192 193 194 195 196 197 198 199 200 201 202 203 204 205 206 207 208 209 210 211 212 213 214 215 216 217 218 219 220 221 222 223 224 225 226 227 228


Καταγωγή

Ο Αχιλλέας ήταν το παιδί ενός θνητού και μιας θεάς, του Πηλέα και της Θέτιδας. [Γενεαλογικός πίνακας]

Ο Πηλέας, ο βασιλιάς της θεσσαλικής Φθίας, καταγόταν από το γένος του Δία. Ήταν γιος του Αιακού, του βασιλιά της Αίγινας, και της Ενδηίδας και για αδέρφια είχε τον Τελαμώνα και τον ετεροθαλή Φώκο. Βέβαια πολλές πηγές αναφέρουν ότι ο Τελαμώνας δεν ήταν αδερφός του Πηλέα αλλά φίλος του. Πώς όμως ο Πηλέας από την Αίγινα βρέθηκε στη Φθία. Λένε ότι ο Τελαμώνας και ο Πηλέας, επειδή ζήλευαν τον Φώκο, τον σκότωσαν. Γι' αυτό ο Αιακός τους έδιωξε και ο Πηλέας κατέληξε στη Φθία, ενώ ο Τελαμώνας στη Σαλαμίνα.

Η Θέτιδα ήταν μια θαλάσσια θεότητα, κόρη του Νηρέα, του γέροντα της θάλασσας και της Δωρίδας. Ήταν η πιο διάσημη από όλες τις κόρες του Νηρέα, τις Νηρηίδες. Βέβαια υπάρχει και η παράδοση που τη θέλει κόρη του Κένταυρου Χείρωνα.

Πώς ένας θνητός, ο Πηλέας, παντρεύτηκε μια θεά, τη Θέτιδα;

Ο Δίας και ο Ποσειδώνας ήθελε ο καθένας για τον εαυτό του τη Θέτιδα κι έτσι οι δυο θεοί άρχισαν τους καυγάδες. Τότε παρουσιάστηκε η Θέμιδα και τους ανακοίνωσε πως το παιδί που θα γεννούσε η Θέτιδα θα ήταν πιο δυνατό από τον πατέρα τους. Οι θεοί το καλοσκέφτηκαν και διαπίστωσαν πως θα είχαν προβλήματα στο μέλλον. Γι' αυτό άφησαν τη Θέτιδα και αποφάσισαν να τη δώσουν σε κάποιον θνητό, για να αποφύγουν κάθε πιθανότητα να γεννηθεί ένας θεός που θα ήταν πιο δυνατός από αυτούς. Άλλοι πάλι λένε πως ο Προμηθέας ειδοποίησε τον Δία πως το παιδί που θα έκανε με τη Θέτιδα θα τον εκθρόνιζε. Ακόμα λένε πως η ίδια η Θέτιδα αρνήθηκε τον Δία, από σεβασμό προς την Ήρα, αφού η Ήρα ήταν αυτή που την ανέθρεψε. Όπως και να έχει οι θεοί αποφάσισαν να της δώσουν για άντρα έναν θνητό, τον Πηλέα. Όπως είναι φυσικό, η Θέτιδα αρνήθηκε. Όταν λοιπόν την πλησίασε ο Πηλέας, αυτή σαν θαλασσινή θεά που ήτανε είχε το χάρισμα να μεταμορφώνεται. Άρχισε τότε να γίνεται φωτιά, νερό, άνεμος, δέντρο, πτηνό, τίγρης, λιοντάρι, φίδι και τέλος σουπιά. Ο Πηλέας, που ήταν δασκαλεμένος από τον Κένταυρο Χείρωνα, την κρατούσε όσο πιο σφιχτά γινόταν. Στο τέλος η θεά παραδόθηκε και ξανάγινε γυναίκα. Οι γάμοι τους έγιναν στο Πήλιο και εννοείται πως παραβρέθηκαν όλοι οι θεοί, φέρνοντας εκλεκτά δώρα. Από τα πιο σπουδαία ήταν ένα ακόντιο από μηλιά, δώρο του Χείρωνα που όμως το έξεσε η Αθηνά και έβαλε την αιχμή ο Ήφαιστος, ο Ήφαιστος πάλι χάρισε στον Πηλέα μια πανοπλία και ο Ποσειδώνας δύο άλογα, τον Ξάνθο και τον Βαλίο, που ήταν αθάνατα. Τα άλογα αυτά παρουσιάζονται και στην Ιλιάδα (Π 865-867, Ρ 424-458, Σ 391-418 ). Στον γάμο αυτό δεν προσκλήθηκε η Έριδα και θυμωμένη όπως ήταν ξεσήκωσε φιλονικία ανάμεσα στην Ήρα, την Αθηνά και την Αφροδίτη για το ποια ήταν η ωραιότερη. (παραγενομένη δὲ Ἔρις εὐωχουμένων τῶν θεῶν ἐν τοῖς Πηλέως γάμοις νεῖκος περὶ κάλλους ἐνίστησιν Ἀθηνᾷ, Ἥρᾳ καὶ Ἀφροδίτῃ, Πρόκλου Χρηστομάθεια 6-8) [Εικ. 1]

Ο Αχιλλέας γίνεται άτρωτος

Η Θέτιδα και ο Πηλέας έκαναν έξι παιδιά, όμως κανένα δεν επιζούσε, γιατί η θεά τα σκότωνε άθελά της καθώς προσπαθούσε να τα κάνει αθάνατα. Το βράδυ τα έβαζε στη φωτιά για να εξαφανίσει ό,τι ήταν θνητό πάνω τους ενώ την ημέρα τα άλειφε με αμβροσία. Το ίδιο θα πάθαινε και ο Αχιλλέας, ευτυχώς όμως τη στιγμή που σπαρταρούσε πάνω από τη φωτιά τον έσωσε ο Πηλέας που παραμόνευε, κι έτσι τον τράβηξε έγκαιρα από τη φωτιά. Μόνο τα χείλη του παιδιού και ο αστράγαλος του δεξιού ποδιού του είχανε καεί. Η Θέτιδα θύμωσε τόσο πολύ για την παρέμβαση του Πηλέα που τον εγκατέλειψε και γύρισε πίσω στα βάθη της θάλασσας. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 3,13,6δεσμός)

Ο Πηλέας για να θεραπεύσει τον καμένο αστράγαλο, παρέδωσε τον Αχιλλέα στον Κένταυρο Χείρωνα. Εκείνος τότε, ξέθαψε τον γίγαντα Δάμυσο, πήρε τον αστράγαλό του και τον τοποθέτησε στον Αχιλλέα. Έτσι εξηγείται η ικανότητα του Αχιλλέα να τρέχει τόσο γρήγορα, και να του δώσει ο Όμηρος το επίθετο ωκύπους. [1]

Πιο γνωστή όμως είναι μια δεύτερη παράδοση που λέει πως η Θέτιδα για να κάνει αθάνατο τον Αχιλλέα τον βούτηξε στο νερό της Στύγας, του ποταμού του Άδη, που είχε τη μαγική ιδιότητα να κάνει αθάνατο κάθε πλάσμα. Όμως, όπως η Θέτιδα βουτούσε τον Αχιλλέα στο νερό, η φτέρνα απ' όπου τον έπιανε, δε βράχηκε κι έτσι έμεινε τρωτή. Σ' αυτήν τη φτέρνα αργότερα θα τον σημαδέψει ο Πάρης με υπόδειξη του Απόλλωνα. [Εικ. 2, 3, 4, 5, 6, 7]

Ανατροφή

Μια και η Θέτιδα είχε εγκαταλείψει τον Αχιλλέα, την ανατροφή του την ανέλαβε ο Κένταυρος Χείρωνας, μαζί με τη μητέρα του Φιλύρα και τη γυναίκα του τη νύμφη Χαρικλώ. Έτρεφαν τον μικρό Αχιλλέα με εντόσθια λιονταριών και αγριογούρουνων ώστε να αποκτήσει δύναμη. Του έδιναν ακόμη μεδούλι αρκούδας με μέλι για να έχει γλυκύτητα και πειθώ. Καθώς μεγάλωνε ο Χείρωνας τον εκπαίδευσε στο κυνήγι και στο δάμασμα των αλόγων αλλά και στην ιατρική. Ακόμη μάθαινε να τραγουδάει και να παίζει λύρα. Ο Χείρωνας του δίδαξε τις αρχαίες αρετές, την περιφρόνηση των αγαθών, την απέχθεια για το ψέμα, την εγκράτεια, την αντίσταση στα κακά πάθη και την αντοχή στον πόνο. Τέλος του έδωσε και το όνομα Αχιλλέας, δηλαδή αυτός που τα χείλη του δε θήλασαν. Μέχρι τότε το όνομά του ήταν Λιγύρων. [Εικ. 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18].

Στον βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη

Υπάρχει μια παράδοση που τη διηγούνται οι τραγικοί και την αναφέρει και ο Απολλόδωρος (Γ 13.8) και είναι αρκετά διαφορετική από την ομηρική, σύμφωνα με την οποία ο Πηλέας (ή η Θέτιδα) είχαν μάθει από ένα χρησμό τον θάνατο του Αχιλλέα στην Τροία. Για να τον προφυλάξουν λοιπόν τον έντυσαν με γυναικεία ρούχα και τον έστειλαν να ζήσει στη Σκύρο, στην αυλή του βασιλιά Λυκομήδη, μαζί με τις κόρες του. Ο Αχιλλέας έφτασε εκεί σε ηλικία εννέα χρονών και έμεινε εννιά χρόνια με το όνομα Πύρρα (κοκκινομάλλα). Αν και μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, ενώθηκε με μια από τις κόρες του Λυκομήδη, τη Δηιδάμεια, από την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Πύρρο - Νεοπτόλεμο. Πύρρο τον ονόμασε ο Λυκομήδης ενώ ο Φοίνικας Νεοπτόλεμο. (τὰ δὲ Κύπρια ἔπη φησὶν ὑπὸ Λυκομήδους μὲν Πύῤῥον, Νεοπτόλεμον δὲ ὄνομα ὑπὸ Φοίνικος αὐτῷ τεθῆναι, ὅτι Ἀχιλλεὺς ἡλικίᾳ ἔτι νέος πολεμεῖν ἤρξατο Παυσανίας, 10, 26,4)

Σύμφωνα με την προφητεία του μάντη Κάλχα για να πάρουν οι Αχαιοί την Τροία, έπρεπε να πολεμήσει μαζί τους ο Αχιλλέας. (Πίνδ., Ο. 8.30-46δεσμός) Έτσι, ο Οδυσσέας αφού βρήκε το μέρος που κρυβόταν ο Αχιλλέας, μεταμορφώθηκε σε έμπορο και μόνος (ή και μαζί με τον Διομήδη) κατάφερε να φτάσει ως τα δωμάτια που ζούσε ο Αχιλλέας. Εκεί παρουσίασε την πραμάτεια του κι ενώ οι κόρες διάλεγαν υφάσματα και εργαλεία για το κέντημα, ο Αχιλλέας -  Πύρρα διάλεξε ένα σπαθί που είχε κρύψει ο Οδυσσέας. Λένε μάλιστα πως ο Οδυσσέας σκαρφίστηκε κι άλλο τέχνασμα. Έβαλε ξαφνικά να ηχήσει ένα πολεμικό σάλπισμα. Όλα τα κορίτσια τρομαγμένα έτρεξαν να κρυφτούν. Ο Αχιλλέας όμως έμεινε εκεί και ζήτησε όπλα. Ὀδυσσεὺς δὲ μηνυθέντα παρὰ Λυκομήδει ζητῶν Ἀχιλλέα, σάλπιγγι χρησάμενος εὗρε (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 3,13,8) Ο Οδυσσέας κατάφερε να πείσει τον Αχιλλέα να αποκαλυφτεί και η Θέτιδα με τον Πηλέα αναγκάστηκαν να αφήσουν το γιο τους να πάρει μέρος στον πόλεμο. [Εικ. 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36]

Στον πόλεμο της Τροίας

Η ομηρική παράδοση είναι διαφορετική. Ο Αχιλλέας δεν ήταν ένας από τους μνηστήρες της ωραίας Ελένης και συνεπώς δεν ήταν δεμένος με όρκο για την υπεράσπισή της. Πήρε όμως μέρος στον τρωικό πόλεμο ύστερα από προσωπική πρόσκληση που ήρθαν στη Θεσσαλία και του έκαναν ο Νέστορας, ο Οδυσσέας και ο Πάτροκλος.

Τη στιγμή της αναχώρησης ο πατέρας του ο Πηλέας έκανε τάμα στον θεό-ποταμό Σπερχειό τα μαλλιά του γιου του αν γυρνούσε ζωντανός. Η Θέτιδα πάλι προειδοποίησε τον Αχιλλέα για τη μοίρα που τον περίμενε, πως αν θα πήγαινε στην Τροία θα είχε μια σύντομη ζωή αλλά και μια λαμπρή δόξα. Από την άλλη αν έμενε πίσω θα ζούσε πολλά χρόνια και θα πέθαινε άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Φυσικά ο Αχιλλέας διάλεξε τη σύντομη και ένδοξη ζωή.

Ξεκίνησε έτσι για την Τροία οδηγώντας πενήντα πλοία με τους Μυρμιδόνεςδεσμός και τον συνόδευαν ο Πάτροκλος και ο παιδαγωγός του ο Φοίνικας. [2] Η Θέτιδα, όταν ο στρατός ήταν μαζεμένος στην Αυλίδα του έδωσε μια πανοπλία που την είχε προσφέρει παλιότερα ο Ήφαιστος στον Πηλέα ως γαμήλιο δώρο. Του έδωσε ακόμη τα περίφημα άλογα του Ποσειδώνα και μια δούλα που ο μοναδικός της ρόλος ήταν να προστατεύει τον Αχιλλέα μην τυχόν σκοτώσει ένα γιο του Απόλλωνα, γιατί όπως έλεγε ένας χρησμός ο Αχιλλέας θα χανόταν από βίαιο θάνατο, αν σκότωνε ένα γιο του Απόλλωνα.

Πρώτη εκστρατεία

Διάφοροι μύθοι που γράφτηκαν μετά την Ιλιάδα αναφέρουν πως έγινε μια πρώτη εκστρατεία εναντίον της Τροίας που απέτυχε. Οι Αχαιοί αντί να φτάσουν στην Τροία, άραξαν πολύ νοτιότερα, στη Μυσία και αμέσως άρχισαν να λεηλατούν την περιοχή. Εκεί τους συνάντησε ο Τήλεφος, ο γιος του Ηρακλή. Στη μάχη που ακολούθησε ο Τήλεφος σκότωσε πολλούς, τον πλήγωσε όμως στον μηρό ο Αχιλλέας με το δόρυ που του είχε δώσει ο Χείρωνας. Αφού κατάλαβαν το λάθος τους οι Αχαιοί μπήκαν στα πλοία και ξεκίνησαν για την Τροία. Όμως δεν έφτασαν ποτέ, γιατί μια θύελλα σκόρπισε τον στόλο τους και κάθε βασιλιάς ξαναγύρισε στον τόπο του. Ο Αχιλλέας δεν πήγε στη Φθία αλλά έφτασε στη Σκύρο κοντά στη γυναίκα του και στον γιο του ή σύμφωνα με τα Κύπρια έπη τώρα είναι που ο Αχιλλέας παντρεύεται τη Δηιδάμεια και κάνουν τον Νεοπτόλεμο.

Όταν οι Αχαιοί συγκεντρώθηκαν για τη δεύτερη εκστρατεία, στο Άργος αυτή τη φορά, έφτασε εκεί και ο Τήλεφος ζητώντας από τον Αχιλλέα να του γιατρέψει την πληγή, γιατί σύμφωνα με χρησμό η πληγή θα θεραπευόταν μόνο από αυτό που την είχε προξενήσει, δηλαδή από το δόρυ του Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας έξυσε λίγη σκουριά από το δόρυ και για αντάλλαγμα για τη θεραπεία ο Τήλεφος τους έδωσε οδηγίες για το ταξίδι προς την Τροία.

Δεύτερη εκστρατεία

Ο στόλος ξεκίνησε από το Άργος και σταμάτησε στην Αυλίδα. Εκεί ακινητοποιήθηκε εξαιτίας της άπνοιας που σύμφωνα με τον Κάλχα την έστειλε η Άρτεμη και απαιτούσε τη θυσία της κόρης του Αγαμέμνονα, της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε να θυσιάσει την κόρη του και για να πείσει την ίδια αλλά και την Κλυταιμνήστρα να έρθουν στην Αυλίδα, έστειλε τον Οδυσσέα και τον Ταλθύβιο με το μήνυμα πως θα την πάντρευε με τον Αχιλλέα. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκης Επιτομή 3.22δεσμός). Όταν το έμαθε ο Αχιλλέας ήταν πια αργά. Η Ιφιγένεια βρισκόταν στην Αυλίδα. Προσπάθησε να εναντιωθεί στη θυσία, αλλά ξεσηκώθηκαν οι στρατιώτες και θα τον λιθοβολούσαν. Έτσι αναγκάστηκε να υποχωρήσει.

Μετά τη θυσία ο στόλος ξεκίνησε και με τις οδηγίες του Τήλεφου έφτασε στην Τένεδο. Εκεί ξέσπασε για πρώτη φορά ένας καυγάς ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Αγαμέμνονα. Στην Τένεδο ο Αχιλλέας σε μια εκστρατεία του θέλησε να απράξει μια κόρη, την Ημιθέα. Ο αδερφός της προσπάθησε να τη σώσει και ο Αχιλλέας τον σκότωσε. Δυστυχώς για τον Αχιλλέα ο νέος που σκότωσε ήταν ο Τένης, ο γιος του Απόλλωνα ή του Κύκνου (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκης Επιτομή 3.23-26δεσμός). Έτσι επιβεβαιώθηκε ο χρησμός. Για να εξευμενίσει τον Απόλλωνα, ο Αχιλλέας έθαψε με όλες τις νεκρικές τιμές τον Τένη και σκότωσε τη δούλα την οποία του είχε δώσει η Θέτιδα, επειδή δεν τον προφύλαξε από το αναπόφευκτο.

Μετά από λίγο ξεκίνησαν για την Τροία. Πρώτα έφτασαν ο Μενέλαος και ο Οδυσσέας, πήγαν στους Τρώες και ζήτησαν την Ελένη. Εκείνοι όχι μόνο αρνήθηκαν αλλά ήταν έτοιμοι να τους σκοτώσουν. Ευτυχώς σώθηκαν με την παρέμβαση του Αντήνωρα. Η Θέτιδα στο μεταξύ είχε προδειοποιήσει τον Αχιλλέα ότι ο πρώτος που θα πατούσε στα χώματα της Τροίας θα σκοτωνόταν. Μόλις έφτασε ο στόλος στην Τροία οι Τρώες συγκεντρώθηκαν στην ακτή και πετώντας πέτρες τους εμπόδιζαν να αποβιβαστούν. Άλλωστε κανένας δεν ήθελε να αποβιβαστεί γιατί θα σκοτωνόταν. Τότε ο Οδυσσέας πέταξε την ασπίδα του και πήδησε πάνω σ' αυτήν.  Ξεγελασμένος από το τέχνασμα ο Πρωτεσίλαοςδεσμός πήδησε πρώτος αυτός και αφού σκότωσε πολλούς θανατώθηκε από τον Έκτορα ή από κάποιον Δάρδανο (Δαρδάνου ακόντι ενέκρωσεν αυτόν κει που πηδούσε //πρώτος των άλλων Αχαιών από την πλώρην μόνος· Ιλ. Β 701-2).

Μετά τον Πρωτεσίλαο αποβιβάζεται και ο Αχιλλέας με τους Μυρμιδόνες και σκοτώνει τον Κύκνο, τον γιο του Ποσειδώνα χτυπώντας τον με μια πέτρα στο κεφάλι [3]. [Εικ. 37] Αποβιβάστηκαν και οι υπόλοιποι Αχαιοί και ξεκίνησε η μάχη. Οι Τρώες τρομαγμένοι κλείστηκαν πίσω από τα τείχη της Τροίας και ξεκίνησε η δεκάχρονη πολιορκία. Εκτός από τις μάχες υπήρχαν και στιγμές ανάπαυλας. Σε μια τέτοια στιγμή αναφέρεται το επεισόδιο με τον Αχιλλέα και τον Αίαντα να παίζουν πεντάγραμμα, ένα παιχνίδι που ίσως το επινόησε ο Παλαμήδης, με πεσσούς που τους μετακινούσαν πάνω σε πέντε γραμμές ή κύβους (ζάρια). Αποξεχάστηκαν τόσο πολύ που θα κινδύνευε η ζωή τους, αν δεν τους ειδοποιούσε την τελευταία στιγμή η Αθηνά. [Εικ. 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56]

Εκστρατείες γύρω από την Τροία - Κατορθώματα

Ενέδρα και θάνατος του Τρωίλου

Ως πρώτο κατόρθωμα του Αχιλλέα, μετά τη θανάτωση του Κύκνου, αναφέρεται η ενέδρα που έστησε στον γιο του Πρίαμου [4] Τρωίλο κοντά στο ιερό του Θυμβραίου Απόλλωνα. Ἀχιλλεὺς ἐνεδρεύσας Τρωίλον ἐν τῷ τοῦ Θυμβραίου Ἀπόλλωνος ἱερῷ φονεύει (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκης επιτομή 3.32) Το περιστατικό το γνωρίζει και ο Όμηρος καθώς ο Πρίαμος αναφέρει τα παιδιά που του σκότωσε ο Αχιλλέας και μεταξύ αυτών τον ιππόμαχο Τρωίλο (Ιλ. Ω 257). Παρουσιάζεται επίσης στα Κύπρια στη Χρηστομάθεια του Πρόκλου καὶ Τρωΐλον φονεύει (72δεσμός). Σύμφωνα, λοιπόν, με τις διηγήσεις η Πολυξένη, η νεότερη κόρη του Πρίαμου και της Εκάβης, πήγε να πάρει νερό από μια πηγή. Έφιππος τη συνόδευε ο μικρός Τρωίλος. Ο Αχιλλέας τον κυνήγησε, τον πρόλαβε, αν και πεζός, πήδηξε επάνω στο άλογο, τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον γκρέμισε από εκεί. Έπειτα τον έσυρε στον βωμό του Θυμβραίου Απόλλωνα -Θύμβρη λεγόταν μια μικρή πόλη κοντά στον Σκάμανδρο- και τον έσφαξε. Στο ίδιο μέρος αργότερα ο Πάρης θα σκοτώσει τον Αχιλλέα. Τη σκηνή παρακολούθησαν από τα τείχη της Τροίας ο Αντήνορας και ο γιος του Πρίαμου ο Πολίτης. Ειδοποίησαν τον Πρίαμο και έτρεξαν αμέσως να βοηθήσουν τον Τρωίλο ο Έκτορας, ο Πολίτης, ο Αινείας και άλλοι. Μόλις τους είδε ο Αχιλλέας, εκσφενδόνισε εναντίον τους το κεφάλι του Τρωίλου. Στην τραγωδία Τρωίλος του Σοφοκλή ο νεαρός ήρωας γύμναζε τα άλογα, όταν έπεσε στην ενέδρα που του έστησε ο Αχιλλέας. Στον Βιργίλιο ο τραυματισμένος νέος σέρνεται από τα αφηνιασμένα άλογά του σε μια σκηνή που θυμίζει τον νεκρό Έκτορα την ώρα που ο Αχιλλέας έσερνε γύρω από τα τείχη της Τροίας το γυμνό σώμα του ήρωα δεμένο πίσω από το άρμα του (Αιν. 1.474-8δεσμός). [Εικ. 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93]

Λέγεται ακόμη πως ο Αχιλλέας αντικρίζοντας την Πολυξένη την ερωτεύτηκε. Την ιστορία όμως αυτή θα τη δούμε και παρακάτω.

Σύλληψη Λυκάονα

Την ίδια νύχτα ο Αχιλλέας συλλαμβάνει τον Λυκάονα την ώρα που έκοβε κλαδιά συκιάς  στο περιβόλι του Πρίαμου, για να φτιάξει μ' αυτά γύρους στις ρόδες του άρματός του. Τον παρέδωσε στον Πάτροκλο κι αυτός τον πούλησε στη Λήμνο στον Εύηνο, τον γιο του Ιάσονα για ένα μεγάλο ασημένιο κρατήρα αξίας εκατό βοδιών. Ο πατέρας της Ανδρομάχης Ηετίων, βασιλιάς της Ίμβρου, τον εξαγόρασε και τον έστειλε κρυφά στην Τροία. Δώδεκα μέρες μετά ξυνασυναντήθηκε με τον Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης και πέθανε από το χέρι του οργισμένου για τον θάνατο του Πατρόκλου Αχιλλέα σε μια σκηνή απίστευτης βίας και κακοποίησης, λεκτικής και σωματικής:

Και από τον πόδ΄ ο Αχιλλεύς τον πιάνει και τον ρίχνει
μες στο ποτάμι να συρθεί και υπερηφάνως είπε:
«Κει με τα ψάρια πλάγιασε, το αίμα θα σου γλείψουν
απ΄ την πληγήν αφρόντιστα· στην κλίνην να σε κλάψει
δεν θα σε βάλ΄ η μάνα σου, αλλά με τες στροφές του
θα σε κυλήσει ο Σκάμανδρος στα πλάτη της θαλάσσης
και ψάρια θα πηδούν ψηλά στα μαυροσουφρωμένα
κύματα, στου Λυκάονος το πάχος να χορτάσουν.

(Ιλ., Φ 120-127, μετ. Ι. Πολυλάς)

Τα βόδια του Αινεία, θάνατος του Μήστορα

Στη συνέχεια ο Αχιλλέας κυρίευσε την περιοχή, συνέλαβε κάποιους από τους άρχοντες και έφτασε μέχρι την Ίδη όπου ο Αινείας, έβοσκε βόδια. Ο Αινείας κατόρθωσε να σωθεί, δεν είχε όμως την ίδια τύχη ο Μήστορας, άλλος γιος του Πρίαμου που τον σκότωσε ο Αχιλλέας. Τέλος πήρε και τα βόδια.

παραλαβὼν δὲ Ἀχιλλεύς τινας τῶν ἀριστέων τὴν χώραν ἐπόρθει, καὶ παραγίνεται εἰς Ἴδην ἐπὶ τὰς Αἰνείου [τοῦ Πριάμου] βόας. φυγόντος δὲ αὐτοῦ, τοὺς βουκόλους κτείνας καὶ Μήστορα τὸν Πριάμου τὰς βόας ἐλαύνει.

Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκης Επιτομή Γ. 3.32

Ο Αινείας θα θυμάται για πολύ καιρό τον Αχιλλέα κι έτσι όταν θα τον παρακινήσει ο Απόλλωνας με τη μορφή του Λυκάονα να αναμετρηθεί μαζί του θα απαντήσει:

«Τι μ' αναγκάζεις κι άθελα», του απάντησ' ο Αινείας,
«Πριαμίδη, τον απόκοτον Πηλείδη ν' αντικρίσω;
Δεν θα είναι αυτή πρώτη φορά που θα στηθώ εμπρός του·
άλλοτε μ' εκυνήγησεν αυτός από την Ίδην,
σαν έπεσε τους μόσχους μας να λαφυραγωγήσει
και να Λυρνήσσια πόρθησε και τα Πηδάσια τείχη·
αλλά εμένα εφύλαξεν η δύναμις του Δία
που την καρδιά μου εθάρρεψε και τα γοργά μου σκέλη.
Αλλέως θα μ' εφόνευαν τα χέρια του Αχιλλέως,
κι η Αθηνά που ανοίγοντας τον δρόμον έμπροσθέν του
τον εκεντούσε Λέλεγας και Τρώας να θερίζει·

Ιλ. Υ 86-96, Μτφρ. Ι. Πολυλά

Ακολουθούν διάφορες εκστρατείες στις γύρω περιοχές. Κυριεύει τη Λέσβο, τη Φώκαια, την Κολοφώνα, τη Σμύρνη, τις Κλαζομενές, την Κύμη, τον Αιγιαλό, την Τήνο, το Αδραμύτιο, τη Σίδη, το Ένδιον, το Λιναίο, την Κολώνη, τη Θήβα, τη Λυρνησσό, την Άντανδρο και πολλές άλλες.

αἱρεῖ δὲ καὶ Λέσβον καὶ Φώκαιαν, εἶτα Κολοφῶνα καὶ Σμύρναν καὶ Κλαζομενὰς καὶ Κύμην, μεθ' ἃς Αἰγιαλὸν καὶ Τῆνον, [τὰς ἑκατὸν καλουμένας πόλεις]· εἶτα ἑξῆς Ἀδραμύτιον καὶ Σίδην, εἶτα Ἔνδιον καὶ Λιναῖον καὶ Κολώνην. αἱρεῖ δὲ καὶ Θήβας τὰς Ὑποπλακίας καὶ Λυρνησσόν, ἔτι δὲ καὶ <Ἄντ>ανδρον καὶ ἄλλας πολλάς.

Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκης Επιτομή Γ. 3.33

Εκστρατεία στη Θήβα - Ανδρομάχη, Χρυσηίδα

Κυριεύοντας τη Θήβα της Μυσίας ο Αχιλλέας σκότωσε τον βασιλιά της Ηετίωνα, που ήταν πατέρας της Ανδρομάχης, τους επτά γιους του και πήρε μαζί του τη γυναίκα του Ηετίωνα. Το ξεκλήρισμα της οικογένειά της από τον Αχιλλέα τον ένατο χρόνο του πολέμου τον περιγράφει η ίδια η Ανδρομάχη στον Έκτορα, σε μια προσπάθεια να κάνει τον άνδρα της να λυπηθεί την ερημιά της. Μέσα από την αφήγησή της αντλούμε τις εξής πληροφορίες που αφενός φανερώνουν το ήθος του Αχιλλέα, αφετέρου προοικονομούν τον θάνατο του Έκτορα αλλά και την τύχη της ίδιας μέσα από την αφήγηση για τη μητέρα της. Λέει λοιπόν: Ο Αχιλλέας 1) σκότωσε τον πατέρα της· 2) σκότωσε όλα της τα αδέλφια· 3) αφάνισε τα κοπάδια τους· 4) κατέλαβε την πόλη της Θήβας· 5) άρπαξε πολλά λάφυρα· 6) σεβάστηκε τον νεκρό πατέρα της και τον έθαψε με τα όπλα του και με τις πρέπουσες τιμές· 7) αιχμαλώτισε τη μητέρα της, την ελευθέρωσε όμως έναντι λύτρων, και εκείνη πέθανε τελικά στο σπίτι του άνδρα της. (Ιλ., Ζ 413-428δεσμός). Εκτός από τους ανθρώπους που πήρε ως δούλους ο Αχιλλέας πήρε και υλικά αγαθά, όπως ένα δίσκο (Ιλ Ψ 826-829δεσμός) ή ζώα, όπως τον Πήδασο, ένα άλογο που στο Π της Ιλιάδας ο Αυτομέδοντας θα τον ζέψει δίπλα στο Ξάνθο και τον Βαλίο (Ιλ.  Π 152-4δεσμός)

Ένα από τα κορίτσια που αιχμαλώτισε ο Αχιλλέας ήταν και η Αστυνόμη, η κόρη του ιερέα Χρύση που θα δοθεί στον Αγαμέμνονα και είναι γνωστή στην Ιλιάδα ως Χρυσηίδα. Βρέθηκε στην Θήβα, γιατί είχε πάει να επισκεφτεί την Ιφινόη, την ετεροθαλή αδερφή του Ηετίωνα.

Εκστρατεία στη Λυρνησσό - Βρισηίδα

Στην εκστρατεία στη Λυρνησσό ο Αχιλλέας πήρε για αιχμάλωτη τη Βρισηίδα, την κόρη του Βρίση που ήταν ιερέας στην Λυρνησσό. Ο Βρίσης ήταν αδερφός του Χρύση που κι αυτός ήταν ιερέας στην πόλη Χρύση και ήταν ο πατέρας της Χρυσηίδας. Το πραγματικό όνομα της Βρισηίδας ήταν Ιπποδάμεια και ήταν παντρεμένη με τον Μύνη τον γιο του Εύηνου, τον οποίο όμως σκότωσε ο Αχιλλέας, όπως και τα τρία του παιδιά και τον αδερφό του τον Επίστροφο. Η Βρισηίδα παρουσιάζεται ως ψηλή, με σμιχτά φρύδια, μελαχρινή αλλά με λευκό δέρμα και ωραίο ντύσιμο. Ο Πάτροκλος, για να την παρηγορήσει, της υποσχέθηκε πως θα φρόντιζε ώστε να την παντρευτεί ο Αχιλλέας. Αν και στο τέλος δεν πρόλαβε να την παντρευτεί, σίγουρα όμως την αγαπούσε τρυφερά. Άλλωστε όταν ο Αγαμέμνονας αργότερα θα του προσφέρει πλήθος γυναικών, τη Βρισηίδα αποζητούσε ο ήρωάς μας. (Ιλ. Β, 686-693, Τ 286-299δεσμός)

Εκστρατεία στην Πήδασο

Μια άλλη εκστρατεία που την παρουσιάζει ο λόγιος Δημήτριος του 2ου π.Χ. αιώνα είναι εναντίον της Μονηνίας. Πολιορκούσε την πόλη για πολύ καιρό και ήταν έτοιμος να φύγει, όταν μια μέρα η Πηδάση, μια κοπέλα που ερωτεύτηκε τον Αχιλλέα, του πέταξε ένα μήλο που πάνω του ήταν γραμμένο:

Μη φύγεις Αχιλλέα, τη Μονηνία πριν πάρεις
νερό δεν έχει και τους βασανίζει η δίψα.

Ο Αχιλλέας παρέμεινε και μετά από λίγες μέρες η πόλη παραδόθηκε και τη μετονόμασε από Μονηνία σε Πήδασο.

Συνάντηση με την Ελένη

Στα επεισόδια κατά την πολιορκία της Τροίας ανήκει και η συνάντηση του Αχιλλέα με την Ελένη. Ο Αχιλλέας δεν είχε δει καθόλου την Ελένη, δεν ήταν άλλωστε ένας από τους μνηστήρες, γι' αυτό και ζήτησε να τη συναντήσει, για να δει αν πραγματικά ήταν τόσο όμορφη όσο φημιζόταν. Η Θέτιδα και η Αφροδίτη κανονίζουν μια κρυφή συνάντησή τους -άλλοι θέλουν να γίνεται πριν την αρχή του πολέμου, άλλοι λίγο πριν τον θάνατο του Αχιλλέα. Και επειδή διάφοροι μυθογράφοι μιλούν για πέντε συζύγους της Ελένης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συνάντηση κατέληξε σε ένωση. Κατά άλλους ο γάμος τελέστηκε μετά «θάνατο», στη Λευκή νήσο, στις εκβολές του Δούναβη στη Μαύρη θάλασσα. Τον γάμο γιόρτασαν ο Ποσειδώνας και άλλοι θεοί, όχι όμως θνητοί. Μάλιστα λέγεται ότι από τον Αχιλλέα η Ελένη απέκτησε τον φτερωτό Ευφορίωνα που τον ερωτεύτηκε ο Δίας.

Γεγονότα του 10ου έτους της πολιορκίας

Στον 10ο χρόνο της πολιορκίας εμφανίζεται στο στρατόπεδο των Αχαιών ο Χρύσης, ιερέας στην πόλη Χρύση, κρατώντας το σκήπτρο του αξιώματός του και φέρνοντας λύτρα, για να εξαγοράσει την κόρη του Χρυσηίδα, που την είχε αιχμαλωτίσει ο Αχιλλέας και είχε δοθεί ως γέρας στον Αγαμέμνονα. Κι ενώ όλος ο στρατός συμφωνεί να επιστραφεί η κόρη, ο πρώτος των Αχαιών αρνείται και διώχνει τον ιερέα με άσχημο τρόπο. (Ιλ. Α 12-32δεσμός). Ο Χρύσης προσεύχεται στον Απόλλωνα και ζητά την τιμωρία των Αχαιών. Για εννιά μέρες ρίχνει τα βέλη του ο θεός σκορπώντας το θάνατο σε ζώα και ανθρώπους. Τότε ο Αχιλλέας καλεί το στρατό κι εκεί ο Κάλχας, έχοντας εξασφαλίσει την προστασία του Αχιλλέα, φανερώνει ότι η αιτία της συφμοράς ήταν η άρνηση του Αγαμέμνονα να επιστρέψει τη Χρυσηίδα. Ο Αγαμέμνονας αναγκάζεται να υποχωρήσει, ζητά όμως ως αντάλλαγμα στη θέση της Χρυσηίδας μιαν άλλη κόρη. Ο Αχιλλέας του λέει πως δεν υπάρχουν άλλα λάφυρα για μοιρασιά κι ο Αγαμέμνονας νευριασμένος τον απειλεί πως θα πάρει τη Βρισηίδα, που είχε κρατήσει για τον εαυτό του ο Αχιλλέας όταν κυρίευσε τη Λυρνησσό. Ο Αχιλλέας χάνει την ψυχραιμία του και του μιλά με άσχημο τρόπο αποκαλώντας τον ἀναιδείην ἐπιειμένε κερδαλεόφρον, / πανουργότατε, μ' αναίδειαν ενδυμένε, του θυμίζει ότι ήρθε στην Τροία για χάρη του και για χάρη του αδερφού του και τον προειδοποιεί ότι αν του πάρει τη Βρισηίδα θα φύγει για τη Φθία νῦν δ' εἶμι Φθίην. Ο Αγαμέμνονας οξύνει περισσότερο την κατάσταση απαντώντας του Φεῦγε και του δηλώνει ἔχθιστος δέ μοί ἐσσι διοτρεφέων βασιλήων / εσένα πιο βαριά σε οχτρεύομαι μες στους τρανούς ρηγάδες και κάνοντας επίδειξη της δύναμής του του λέει πως θα πάρει ο ίδιος με τα χέρια του τη Βρισηίδα.

ἐγὼ δέ κ' ἄγω Βρισηΐδα καλλιπάρῃον
αὐτὸς ἰὼν κλισίην δὲ τὸ σὸν γέρας ὄφρ' ἐῢ εἰδῇς
ὅσσον φέρτερός εἰμι σέθεν, στυγέῃ δὲ καὶ ἄλλος
ἶσον ἐμοὶ φάσθαι καὶ ὁμοιωθήμεναι ἄντην.

και το δώρον σου την κόρην του Βρισέως,
εις την σκηνήν σου θα 'λθω, εγώ να πάρω, για να μάθεις,
πόσο σου είμαι ανώτερος εγώ και να τρομάζει
και άλλος μ' εμέ να συγκριθεί και όμοιος, να γίνει εμπρός μου». (Α 184-7

Θολώνει ο νους του Αχιλλέα με τα λόγια αυτά και θα τραβούσε το σπαθί του αν στο μεταξύ δεν ερχόταν η Αθηνά σταλμένη από την Ήρα να τον ηρεμήσει και να του υποσχεθεί ότι:

καί ποτέ τοι τρὶς τόσσα παρέσσεται ἀγλαὰ δῶρα
ὕβριος εἵνεκα τῆσδε·

τρίδιπλα δώρ' ατίμητα θα λάβεις μιαν ημέρα
γι' αυτήν την ύβριν·
Α 213-4

Ο Αχιλλέας πείθεται στα λόγια της θεάς, βάζει πίσω το σπαθί, συνεχίζει όμως τη λογομαχία, αποκαλώντας τον Αγαμέμνονα «Οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ' ἔχων, κραδίην δ' ἐλάφοιο / μέθυσο, σκυλόματο, και με καρδιάν ελάφου, για να ορκιστεί στο τέλος ότι αποσύρεται μέχρι να τον αποζητήσουν οι Αχαιοί, όταν πολλούς θα στρώσει χάμω η λόγχη του Έκτορα. (Ιλ. Α 233-244δεσμός)

Ο Αγαμέμνονας αδιαφορεί για την απόφαση του Αχιλλέα, παρά τη μεσολάβηση του Νέστορα, διατάζει να επιστραφεί η Χρυσηίδα και στέλνει τους δύο κήρυκες, τον Ευρυβάτη και τον Ταλθύβιο στη σκηνή του Αχιλλέα να του φέρουν τη Βρισηίδα. Με φόβο στην ψυχή φτάνουν στου Αχιλλέα τη σκηνή, ο ήρωας όμως τους καλοδέχεται, αφού οι ίδιοι δε του φταίνε, και διατάζει τον Πάτροκλο να τους δώσει την κόρη. [Εικ. 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106]

Δακρυσμένος
τότε ο Αχιλλέας απ' τους συντρόφους του μακραίνει και καθίζει
μπρος στον ψαρή γιαλό, το απέραντο το πέλαγο θωρώντας,
κι απλώνοντας τα χέρια ευκήθηκε στην ακριβή του μάνα

να του 'δινε ο Ολύμπιος Δίας την τιμή που δεν του έδωσε ο Αγαμέμνονας. Το θέμα της τιμής είναι κορυφαίο μαζί με τη δόξα για έναν ομηρικό ήρωα. Τρεις φορές επαναλμβάνει την ίδια λέξη ο Αχιλλέας:

«Μήτερ, αφού κοντόχρονον με έχεις γεννημένον,
έπρεπε καν ο βροντητής να μου χαρίσει ο Δίας
τιμήν και αντίς ολότελα δεν μ' έχει αυτός τιμήσει·
ιδού τώρα με ατίμασεν ο μέγας Αγαμέμνων,
ότι μου άρπαξεν αυτός το δώρο μου και το 'χει».

Α 351-356 Μτφρ. Ι. Πολυλά

Η Θέτιδα αναδύεται από τη θάλασσα, τον χαϊδεύει και ο Αχιλλέας της διηγείται ό,τι προηγήθηκε. Στο τέλος της ζητά να μεσολαβήσει στον Δία ή καλύτερα να απαιτήσει από τον Δία:

Τα γόνατά του αγκάλιασε και τούτα ενθύμισέ του,
στους Τρώας ίσως βοηθός θελήσει αυτός να γίνει,
και ακρόγιαλα τους Αχαιούς να κλείσει προς τες πρύμνες
να σφάζονται για να χαρούν τον βασιλιά τους όλοι.
Να μάθει και ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων
πόσο ετυφλώθη ν' αψηφά των Αχαιών τον πρώτον».

Ιλ. 407-412

Η Θέτιδα του υπόσχεται ότι θα ανέβει στον Όλυμπο και θα ζητήσει από τον Δία τη χάρη που της ζήτησε, μόνο θα καθυστερήσει δώδεκα μέρες, γιατί ο Δίας είχε πάει στους μακρινούς Αιθίοπες.

Στο μεταξύ ο Οδυσσέας πήγε στη Χρύση και επέστρεψε στον Χρύση τη Χρυσηίδα. Πέρασαν οι μέρες, γύρισε ο Δίας από τους Αιθίοπες, η Θέτιδα ανέβηκε στον Όλυμπο και τον ανάγκασε να δίνει τη νίκη στους Τρώες μέχρις ότου οι Αχαιοί αναγκαστούν να παρακαλέσουν τον γιο της.

Θα ακολουθήσουν μέρες απραξίας για τον Αχιλλέα και τους Μυρμιδόνες.

Οι δυο στρατοί θα παραταχτούν έτοιμοι για μάχη. Ο Πάρης πετάγεται μπροστά από τους Τρώες και προκαλεί όποιον από τους Αχαιούς τολμούσε να χτυπηθεί μαζί του. Για κακή του τύχη βγαίνει ο Μενέλαος. Ο Πάρης δειλιάζει και αποτραβιέται αλλά ο αδερφός του ο Έκτορας τον επαναφέρει στην τάξη και δέχεται να μονομαχήσει. Αποφασίζουν ότι όποιος νικήσει στη μονομαχία αυτός θα πάρει και την Ελένη. Δίνουν τους απαραίτητους όρκους και η μονομαχία ξεκινά. Ο Μενέλαος προφανώς κερδίζει αλλά την τελευταία στιγμή η Αφροδίτη απομακρύνει το Πάρη και ο Μενέλαος ψάχνει να τον βρει.

Οι θεοί αποφασίζουν να μη σταματήσει ο πόλεμος, γι' αυτό η Αθηνά κατεβαίνει στην Τροία και με τη μορφή του Λαόδοκου πείθει τον Πάνδαρο να τοξέψει τον Μενέλαο. Αυτός το κάνει και η συμφωνία ακυρώνεται. Η μάχη ξεκινά.

Ακολουθεί η αριστεία του Διομήδη που καταδιώκει και σκοτώνει τους Τρώες. Ο Αινείας με τον Πάνδαρο ετοιμάζονται να τον αντιμετωπίσουν. Ο Διομήδης σκοτώνει τον Πάνδαρο και τραυματίζει τον Αινεία που τον απομακρύνει η Αφροδίτη. Ο Διομήδης ορμά ακάθεκτος τραυματίζει στο χέρι τη θεά και στον μηρό τον Άρη. Οι θεοί απομακρύνονται και η μάχη συνεχίζεται με τη μονομαχία του Έκτορα με τον Αίαντα που τραυματίζει τον Αίαντα πετώντας μια πέτρα. Η μέρα έφτασε στο τέλος της και οι δυο στρατοί αποσύρονται. Τις επόμενες δύο ημέρες οι στρατοί περισυλλέγουν τους νεκρούς. Την επόμενη μέρα η μάχη είναι αμφίρροπη μέχρις ότου ο Δίας βάζει στη ζυγαριά τις μοίρες θανάτου των δύο αντιπάλων. Η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος των Αχαιών. Οι Τρώες θα αρχίσουν να κερδίζουν.

Τη νύχτα που θα ακολουθήσει ο Νέστορας κατηγορεί τον Αγαμέμνονα για τη στάση του απέναντι στον Αχιλλέα. Ο Αγαμέμνονας μετανοεί και αποφασίζεται να σταλεί πρεσβεία στον Αχιλλέα που την αποτελούν ο Οδυσσέας, ο Αίαντας, ο Φοίνικας και δύο κήρυκες προσφέροντας στον ήρωα πολλά δώρα. Η πρεσβεία φτάνει στη σκηνή του Αχιλλέα και τον βρίσκουν να παίζει φόρμιγγα. Θα τους φιλοξενήσει όπως πρέπει, θα τους ακούσει, αλλά θα αρνηθεί. Δεν ήρθε ακόμη η ώρα του. [Εικ. 107, 108, 109, 110, 111, 112]

Η μάχη συνεχίζεται και αυτή τη φορά αριστεύει ο Αγαμέμνονας. Όμως η νίκη αυτή δε θα κρατήσει για πολύ, γιατί τραυματίζεται όχι μόνο ο Αγαμέμνονας αλλά και ο Διομήδης, ο Οδυσσέας και ο γιατρός Μαχάων. Ο μόνος που αντιστέκεται είναι ο Αίαντας. Ο Αχιλλέας από τη σκηνή του βλέπει τον Νέστορα να μεταφέρει τον τραυματισμένο Μαχάονα. Στέλνει τον Πάτροκλο να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει κι εκεί ο Νέστορας τον παρακινεί να μεταπείσει τον Αχιλλέα ή να οδηγήσει ο ίδιος τους Μυρμιδόνες στη μάχη, φορώντας την πανοπλία του Αχιλλέα. Η μάχη όμως δε σταματά και οι Τρώες βρίσκονται ήδη έξω από το τείχος που έχουν στήσει στο μεταξύ οι Αχαιοί. Ο Έκτορας πετώντας έναν τεράστιο λίθο γκρεμίζει μια από τις πύλες. Παρόλη τη βοήθεια που προσφέρει ο Ποσειδώνας οι Αχαιοί μετά βίας συγκρατούν τους Τρώες. Η Ήρα ξεγελά και παρασέρνει τον Δία σε στιγμές ερωτικές ενώ με τη βοήθεια του Ύπνου τον αποκοιμίζει. Οι Αχαιοί με τη συμπαράσταση του Ποσειδώνα αντιστέκονται και ο Αίαντας τραυματίζει τον Έκτορα που αναγκάζεται να αποσυρθεί. Όμως ο Δίας ξυπνά, εξηγεί στην Ήρα το σχέδιό του, η Ήρα συμφωνεί, απομακρύνεται ο Ποσειδώνας από τη μάχη, ο Απόλλωνας θεραπεύει το τραύμα του Έκτορα και γκρεμίζει ένα μέρος του τείχους. Οι Τρώες φτάνουν στο καράβι του Πρωτεσίλαου προσπαθώντας να βάλουν φωτιά. Ο μόνος που αντιστέκεται είναι ο Αίαντας. Ο Πάτροκλος που έχει δει την άτακτη υποχώρηση των Αχαιών, τρέχει στον Αχιλλέα και προσπαθεί να τον πείσει να γυρίσει στη μάχη ή να του δώσει την άδεια να οδηγήσει ο ίδιος τους Μυρμιδόνες. Ο Αχιλλέας υποχωρεί.

Οι Μυρμιδόνες εξοπλίζονται γρήγορα ενώ ο Αχιλλέας φοράει την πανοπλία του στον Πάτροκλο και τον συμβουλεύει να μην απομακρυνθεί από τα πλοία των Αχαιών. Ορμούν στη μάχη. Οι Τρώες βλέποντας την πανοπλία του Αχιλλέα τρέχουν τρομαγμένοι να σωθούν.

Δυστυχώς ο Πάτροκλος ξέχασε γρήγορα τη συμβουλή του Αχιλλέα. Σκοτώνοντας πολλούς Τρώες, με πιο σπουδαίους τον γιο του Δία και αρχηγό των Λυκίων Σαρπηδόνα και τον ηνίοχο του Έκτορα Κεβριόνη, παρασύρεται και φτάνει στις Σκαιές Πύλες. Έχει σκοτώσει είκοσι επτά Τρώες. Την ορμή του σταματά ο Απόλλωνας που κρυφά τον χτυπά δυνατά στις πλάτες και πετά μακριά τα όπλα του. Μέχρι να συνέρθει από το χτύπημα τον κονταρεύει ο Εύφορβος. Το τελευταίο χτύπημα του το δίνει ο Έκτορας. Παίρνει την πανοπλία του και καθώς ετοιμάζεται να τον σύρει προς το μέρος των Τρώων εμφανίζονται ο Μενέλαος και ο Αίαντας. Γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο ξεσπά σφοδρή μάχη. Ο Μενέλαος με τον Μηριόνη φορτώνονται τη σορό ενώ τους καλύτπουν οι δύο Αίαντες. [Εικ. 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128, 129, 130, 131]

Μαθαίνοντας από τον Αντίλοχο τη θλιβερή είδηση, ο Αχιλλέας ξεσπάει σε πικρότατο θρήνο, τον οποίο ακούει η Θέτιδα στα βάθη της θάλασσας και αρχίζει και εκείνη να θρηνεί με τις αδελφές της, τις Νηρηίδες. Στη συνέχεια η θεά αναδύεται, συναντά τον Αχιλλέα στην ακρογιαλιά και του προφητεύει ότι, αν σκοτώσει τον Έκτορα, είναι γραφτό γρήγορα να πεθάνει και ο ίδιος. Μάταιη προειδοποίηση· ο ήρωας είναι κιόλας αποφασισμένος να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του και να δοξαστεί, όποιο κι αν είναι το τίμημα. Η Θέτιδα δέχεται με πόνο την απόφασή του, αλλά τον παρακαλεί να περιμένει τουλάχιστον να του ετοιμάσει καινούρια πανοπλία ο Ήφαιστος και φεύγει γρήγορα για τον Όλυμπο. [Εικ. 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, 145, 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 155]

Ενώ η μάχη γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο συνεχίζεται, ο Αχιλλέας βγάζει μια πολεμική ιαχή τόσο φοβερή που κάνει τους Τρώες να υποχωρήσουν και οι Αχαιοί βρίσκουν την ευκαιρία να μεταφέρουν τον νεκρό Πάτροκλο στις σκηνές. Ο Αχιλλέας προστάζει να πλύνουν το κορμί του νεκρού φίλου του και ολόκληρη τη νύχτα τον θρηνεί μαζί με τους Μυρμιδόνες.

Στο μεταξύ ο Ήφαιστος, μετά την παράκληση της Θέτιδας, έχει αρχίσει την κατασκευή θαυμαστών όπλων: θώρακα, κράνος, κνημίδες και κυρίως την ασπίδα.

Το ξημέρωμα της 27ης μέρας της Ιλιάδας (4η της μάχης) η Θέτιδα φέρνει τα ολοκαίνουρια όπλα στον Αχιλλέα, που θρηνεί ακόμη τον νεκρό φίλο του. [Εικ. 156, 157 158, 159, 160, 161, 162, 163] Η θεά στάζει αμβροσία και νέκταρ στα ρουθούνια του νεκρού, ώστε να μείνει αναλλοίωτος, και συμβουλεύει τον γιο της να συγκαλέσει συνέλευση, να συμφιλιωθεί με τον Αγαμέμνονα και μετά να οπλιστεί για τη μάχη.

Ακολουθώντας τις υποδείξεις της, ο Αχιλλέας συγκαλεί την αγορά των Αχαιών και παίρνει πρώτος τον λόγο· ο ήρωας αποκηρύσσει την οργή του και ζητάει από τον Αγαμέμνονα να παρατάξει αμέσως τον στρατό, γιατί βιάζεται να εκδικηθεί. Ο αρχηγός του στρατού με ύφος απολογητικό δηλώνει μετανιωμένος και έτοιμος να επανορθώσει, δίνοντας στον Πηλείδη τα δώρα που του υποσχέθηκε την προηγούμενη μέρα ο Οδυσσέας. Ο Αχιλλέας όμως βιάζεται· εκείνο που προέχει γι' αυτόν είναι η εκδίκηση. Τότε παρεμβαίνει ο Οδυσσέας, για να υποστηρίξει ότι πρέπει να γευματίσει πρώτα ο στρατός και ο Αγαμέμνονας να ικανοποιήσει ηθικά και υλικά τον Αχιλλέα. Ακολουθεί θυσία και όρκος του Αγαμέμνονα, ενώ ο Αχιλλέας υποχωρεί και δέχεται να γίνουν όλα με τάξη.

Μετά το τέλος της συνέλευσης, οι Μυρμιδόνες οδηγούν τη Βρισηίδα μαζί με όλα τα δώρα στη σκηνή του Αχιλλέα, όπου αυτή βλέπει τον νεκρό Πάτροκλο και ξεσπάει σε μοιρολόιδεσμός. Στο μεταξύ οι Αχαιοί ετοιμάζονται έχοντας και τον Αχιλλέα ανάμεσά τους. Ο ποιητής μάς παρουσιάζει με λεπτομέρειες την εμφάνιση του ήρωα, την καινούρια πανοπλία του και την ετοιμασία του αμαξιού του με ηνίοχο τον Αυτομέδοντα. Ο γιος του Πηλέα είναι πανέτοιμος να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου του, αν και ξέρει ότι αυτό θα φέρει πιο κοντά και το δικό του τέλος. Του το θυμίζει άλλωστε με τρόπο «θαυμαστό» το άλογό του, ο Ξάνθος. Το όμορφο άλογο, με φωνή που του έδωσε η Ήρα, προφητεύει τον θάνατο του ήρωα. Ο Αχιλλέας, ωστόσο, έχει πάρει την απόφασή του και ορμάει στη μάχη.

Την επόμενη μέρα ο Δίας επιτρέπει στους θεούς να πάρουν κι αυτοί μέρος στη μάχη, άλλοι στο πλευρό των Αχαιών και άλλοι με το μέρος των Τρώων. Ο Αχιλλέας επιθυμεί να χτυπηθεί με τον Έκτορα, αλλά ο Απόλλωνας θα σπρώξει προς το μέρος του τον Αινεία. Προτού αρχίσουν να μονομαχούν οι δύο ήρωες, σύμφωνα πάντα με την ομηρική τακτική, συζητούν μεταξύ τους, αυτοεπαινούνται και αναφέρονται στην καταγωγή τους. Ακολουθεί η σύγκρουση, αλλά την κρίσιμη στιγμή, ενώ ο Αινείας βρίσκεται σε δεινή θέση, επεμβαίνει ο Ποσειδώνας και τον σώζει. Ακολουθεί φοβερή σύγκρουση ανάμεσα στους δύο στρατούς, με πρωταγωνιστή τον οργισμένο Αχιλλέα, που σκοτώνει αρκετούς Τρώες. Έρχεται μάλιστα αντιμέτωπος με τον ίδιο τον Έκτορα, αλλά, τη στιγμή που ετοιμάζεται να τον κτυπήσει, επεμβαίνει ο Φοίβος και τον αρπάζει σκεπάζοντάς τον ταυτόχρονα με ομίχλη. Η σύγκρουση που περιμένουμε αναβάλλεται για μιαν άλλη φορά. Ο μανιασμένος Αχιλλέας κυνηγά πάνω από το άρμα του τους Τρώες και σκορπά τον θάνατο σε όλο τον κάμπο.

Ανάμεσα στα θύματά του είναι ο γιος του Πρίαμου Λυκάονας και ο Αστεροπαίος, εγγονός του ποταμού Αξιού. Ο Σκάμανδρος παραπονιέται ότι έχει γεμίσει νεκρούς και δεν μπορεί να κυλήσει τα νερά του, αλλά ο Αχιλλέας του απαντά περιφρονητικά. Τότε ο ποταμός φουσκώνει τα νερά του και ορμά να τον πνίξει. [Εικ. 164, 165] Ο ήρωας σώζεται με την παρέμβαση της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, αλλά ο Σκάμανδρος ζητάει τη συνδρομή του ποταμού Σιμόεντα· τα δυο ποτάμια πλημμυρίζουν τον κάμπο και ο Πηλείδης κινδυνεύει και πάλι. Ο Ήφαιστος όμως, ύστερα από παράκληση της Ήρας, ανάβει πελώρια φλόγα, καίει τα δέντρα στις όχθες του Σκάμανδρου και δαμάζει τον ποταμό. Για λίγο ο ποιητής μάς παρουσιάζει τους θεούς να μάχονται, άλλοι με το μέρος των Αχαιών και άλλοι με το μέρος των Τρώων. Μετά τη θεομαχία, που έχει μάλλον κωμικό χαρακτήρα, ο ποιητής επιστρέφει στον Αχιλλέα, ο οποίος έχει φτάσει κιόλας μπροστά στις πύλες της Τροίας. Σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή ο Απόλλωνας εμψυχώνει τον ανδρείο Αγήνορα να σταθεί να αντιμετωπίσει τον ήρωα. Ο αγώνας όμως είναι άνισος και, τη στιγμή που ο Αχιλλέας ετοιμάζεται να σκοτώσει τον Τρώα, ο Φοίβος παίρνει τη μορφή του Αγήνορα και τρέχει προς τον ποταμό. Ο Αχιλλέας παραπλανιέται και τον κυνηγά. Έτσι οι Τρώες βρίσκουν την ευκαιρία να μπουν στην πόλη. Η πεδιάδα αδειάζει· σε λίγο θα αναμετρηθούν εκεί ο Αχιλλέας με τον Έκτορα.

Ενώ όλοι οι Τρώες, φοβισμένοι, έχουν καταφύγει μέσα στα τείχη της πόλης, ο Έκτορας μένει έξω να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα. Μάταια ο Πρίαμος και η Εκάβη τον ξορκίζουν με θρήνους ψηλά από τα τείχη να μπει στην πόλη και να μη θελήσει να αναμετρηθεί με τον Πηλείδη. Με μελανά χρώματα ζωγραφίζει ο γέρος πατέρας το τέλος της Τροίας και το δικό του, όταν δε θα υπάρχει πια ο Έκτορας, για να τους προστατέψει. Μπροστά σε μια τέτοια μοίρα θα μπορούσε ο Έκτορας να κάνει κάποιες σκέψεις υποχώρησης, να υποταχθεί στον Αχιλλέα, αλλά τις αποδιώχνει αμέσως ως ανάρμοστες και μένει να τον αντιμετωπίσει. Στον ερχομό του Αχιλλέα όμως ο Έκτορας τρόμαξε και, παρά την απόφασή του, δεν άντεξε και το 'βαλε στα πόδια. Πίσω του χύνεται ο Αχιλλέας, όπως πέφτει το γεράκι πίσω από το περιστέρι.

Στο τέταρτο γύρισμα ο Δίας ζύγισε τη μοίρα των δύο ηρώων (ψυχοστασία) και η ζυγαριά της μοίρας έγειρε προς το μέρος του Έκτορα. Ο θάνατός του πλέον ήταν αποφασισμένος· ο Απόλλωνας τον εγκαταλείπει και η Αθηνά σπεύδει να βοηθήσει τον Αχιλλέα. Η θεά παίρνει τη μορφή του Τρώα Διήφοβου και παρακινεί τον Έκτορα να αντιμετωπίσουν μαζί τον Αχιλλέα. Ο Έκτορας, που δεν έχει αντιληφθεί την απάτη, αποφασίζει να πολεμήσει τον αντίπαλό του· του ζητάει μόνο να ορκιστούν πως ο νικητής δε θα ντροπιάσει τον νεκρό του ηττημένου, αλλά ο Αχιλλέας αρνείται κατηγορηματικά. Η μονομαχία αρχίζει και ο Αχιλλέας ψάχνει να βρει πού να χτυπήσει τον αντίπαλό του, ο οποίος φορούσε τη θεϊκή πανοπλία που είχε πάρει από τον Πάτροκλο. Τελικά τον σημάδεψε σε κάποιο ακάλυπτο σημείο του λαιμού. Ο Έκτορας πέφτει και παρακαλεί να μην τον αφήσει άταφο, αλλά να δώσει το σώμα του με πλούσια εξαγορά στους δικούς του.

Ο Αχιλλέας απορρίπτει οποιαδήποτε υπόσχεση και ο Έκτορας τού προφητεύει το δικό του τέλος: μπροστά στις Σκαιές πύλες θα τον χτυπήσει ο Αλέξανδρος (Πάρης) και ο Απόλλωνας. Ο Αχιλλέας δεν πτοείται· το ξέρει άλλωστε ότι το τέλος του είναι κοντά, γι' αυτό απαντά με μια δόση μελαγχολίας στο νεκρό πια Έκτορα ότι, όποτε ορίσει ο Δίας την ώρα του θανάτου του, καλώς να έρθει.

Στη συνέχεια ο Αχιλλέας μέσα στο θρίαμβό του κακοποιεί το νεκρό σώμα του Έκτορα. Αφού τον γυμνώσει από την πανοπλία του, τον δένει πίσω από το άρμα του και τον σέρνει γυμνό στα χώματα. Το θέαμα αυτό προκαλεί απέραντο θρήνο στους γονείς του νεκρού και στη γυναίκα του την Ανδρομάχη, η οποία μόλις έχει φτάσει στα τείχη και αντικρίζει το φριχτό θέαμα. [Εικ. 166, 167, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183]

Ενώ οι Τρώες θρηνούν για τον Έκτορα, οι Αχαιοί επιστρέφουν στα πλοία για να φάνε και να ξεκουραστούν. Ο Αχιλλέας, θλιμμένος και κατάκοπος από τον αγώνα, πηγαίνει και κοιμάται στην άκρη της θάλασσας. Στον ύπνο του βλέπει τον Πάτροκλο, που του δίνει οδηγίες για την κηδεία του, και εκείνος μάταια προσπαθεί να τον κλείσει στην αγκαλιά του. Την άλλη μέρα ετοιμάζεται η πυρά του Πάτροκλου και γίνονται νεκρικές θυσίες και προσφορές· θυσιάζει και δώδεκα νεαρούς Τρώες που είχαν συλληφθεί στον ποταμό (Φ 27). Μεταξύ των άλλων προσφορών, ο Αχιλλέας κόβει και προσφέρει στο φίλο του τα μαλλιά του. Η νεκρική πυρά καίει όλη νύχτα και ο Αχιλλέας ακούραστος κάνει σπονδές ως το πρωί. Τότε σβήνει η φωτιά και πέφτει κι αυτός για ύπνο. Όταν ξυπνά, φροντίζει τα οστά του φίλου του και παραγγέλνει στους Αχαιούς ότι επιθυμεί να ταφεί μαζί με τον Πάτροκλο. Ύστερα οργανώνει αθλητικούς αγώνες προς τιμήν του Πάτροκλου σε οκτώ αγωνίσματα: αρματοδρομία, πυγμαχία, πάλη, δρόμο, μονομαχία με δόρατα, δισκοβολία, τοξοβολία και ακοντισμό. Ο ήρωας αθλοθετεί ακριβά δώρα όχι μόνο για τους νικητές αλλά για όσους παίρνουν μέρος στους αγώνες. Οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν μια πρωτότυπη επινόηση του ποιητή με πολλαπλή σημασία: δημιουργούν ένα ανακουφιστικό διάλειμμα ανάμεσα στο θρήνο για τον Πάτροκλο και το θρήνο για τον Έκτορα, δείχνουν τη συμφιλίωση του Αχιλλέα με τους συμπολεμιστές του και μας βοηθούν να ξαναθυμηθούμε τις ικανότητες αλλά και τις αδυναμίες του χαρακτήρα των Αχαιών. [Εικ. 184, 185, 186, 187, 188, 189, 190, 191, 192, 193]

Οι αγώνες τελειώνουν και οι Αχαιοί δειπνούν και κοιμούνται. Μόνο ο Αχιλλέας μένει ξάγρυπνος ως το πρωί που δένει το πτώμα του Έκτορα στο άρμα του και το περιφέρει τρεις φορές γύρω από τον τάφο του Πάτροκλου. Αυτό το κάνει και τις επόμενες μέρες και οι θεοί αγανακτούν με τη συμπεριφορά του απέναντι στον νεκρό. Τη δωδέκατη μέρα ο Δίας καλεί τη Θέτιδα και τη στέλνει να πείσει τον γιο της να δεχτεί λύτρα και να παραδώσει τον νεκρό Έκτορα στον πατέρα του. Στέλνει επίσης την Ίριδα στον Πρίαμο με ανάλογες οδηγίες. Ο γέροντας βασιλιάς της Τροίας ξεκινά αμέσως με πλούσια δώρα και με τη συνοδεία του κήρυκα Ιδαίου για το στρατόπεδο των Αχαιών. Ο Δίας του στέλνει τον Ερμή και τον οδηγεί με ασφάλεια ως τη σκηνή του Αχιλλέα. Όταν ο Πρίαμος μπαίνει στη σκηνή του Αχιλλέα, ο ήρωας και οι σύντροφοί του εκπλήσσονται. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, ο Αχιλλέας φέρεται με φιλόξενη διάθεση και σεβασμό στο γέροντα βασιλιά. Προστάζει τις δούλες να πλύνουν και να ντύσουν τον νεκρό, ενώ παρακινεί τον Πρίαμο να δειπνήσει μαζί του. Μετά το κοινό δείπνο των δύο αντρών, ο Αχιλλέας διατάζει να στρώσουν κρεβάτι για το φιλοξενούμενο στο υπόστεγο της σκηνής και υπόσχεται ενδεκαήμερη ανακωχή για να ταφεί ο Έκτορας.

Ενώ ο Πρίαμος με τον Ιδαίο κοιμούνται έξω, ο Ερμής τους ξυπνά, τους βοηθάει να ετοιμαστούν και τους συνοδεύει ο ίδιος μέχρι τον Σκάμανδρο. Την αυγή ο Πρίαμος με τον Ιδαίο και τον νεκρό Έκτορα φτάνουν στην πόλη. Η Κασσάνδρα, η οποία τους βλέπει πρώτη από την ακρόπολη της Τροίας, ανακοινώνει την άφιξή τους στους Τρώες, που σπεύδουν μαζί με την Εκάβη και την Ανδρομάχη να τους συναντήσουν. Επακολουθεί μεγάλος θρήνος και την ενδέκατη μέρα γίνεται η ταφή του Έκτορα.

Σ' αυτό το σημείο τελειώνει η Ιλιάδα όχι όμως και ο πόλεμος της Τροίας. Μέχρι το τέλος θα ακολουθήσουν πολλά ακόμη επεισόδια, θα προστεθούν κι άλλοι σύμμαχοι στους Τρώες και τα ανδραγαθήματα του Αχιλλέα θα συνεχιστούν.

Η Πενθεσίλεια

Μετά τον θάνατο και την ταφή του Έκτορα θα έρθει στην Τροία με τον στρατό της η βασίλισσα των Αμαζόνων Πενθεσίλεια, κόρη του Άρη και της Οτρηρής, όντας υποχρεωμένη κατά κάποιο τρόπο απέναντι στον Πρίαμο, αφού την είχε καθάρει μετά τον ακούσιο φόνο μιας άλλης Αμαζόνας της Ιππολύτης. Μετά τις δώδεκα μέρες ανακωχής για την ταφή του Έκτορα ο πόλεμος θα αρχίσει ξανά, η Πενθεσίλεια θα αριστεύσει σκοτώνοντας πλήθος Αχαιών, ανάμεσά τους και τον Μαχάονα. Όταν ο Αχιλλέας τρέχει να την αντιμετωπίσει, εκείνη στέκεται ακίνητη, παρόλο που ξέρει καλά πως την περιμένει ο θάνατος. Πράγματι ο Αχιλλέας τη σκοτώνει, είχε μείνει όμως τόσο εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της αλλά και από το θάρρος της που αντί να την αφοπλίσει και να την πετάξει στα όρνια, όπως ήταν η συνήθεια, την παραδίνει στους Τρώες. Η στάση αυτή του Αχιλλέα σχολιάστηκε και θετικά και αρνητικά. Μάλιστα ο Θερσίτης τον κατηγόρησε ότι λύγισε μπροστά στα γυναικεία της θέλγητρα. Ο Αχιλλέας, προσβεβλημένος, δε διστάζει να χτυπήσει τον Θερσίτη και να τον σκοτώσει. Και πάλι το στρατόπεδο χωρίζεται στα δυο. Κάποιοι παίρνουν το μέρος του Αχιλλέα κάποιοι το μέρος του Θερσίτη και κυρίως ο Διομήδης που ήταν ανιψιός του νεκρού. Ο Αχιλλέας αναγκάζεται να φύγει για τη Λέσβο, θυσιάζει στον Απόλλωνα, στην Άρτεμη και στη Λητώ και ο Οδυσσέας αναλαμβάνει να τον καθάρει από το μίασμα του φόνου (Απολλόδωρος, Επιτομή 5.1δεσμός). [Εικ. 184, 185, 186, 187, 188, 189, 190, 191, 192, 193, 194, 195]

Ο Μέμνων

Τον θάνατο της Πενθεσίλειας θα ακολουθήσει η άφιξη των Αιθιόπων με τον βασιλιά τους τον Μέμνονα, που ήταν γιος μιας θεάς, της Ηώς και του Τιθωνού, αδερφού του Πρίαμου. Όπως και ο Αχιλλέας έτσι και ο Μέμνονας φορά θεότευκτα όπλα, αφού κι αυτά τα κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Η Θέτιδα προειδοποιεί τον Αχιλλέα ότι ο θάνατος του Μέμνονα θα σημάνει και τον δικό του θάνατο. Στη μάχη που ξεκινάει αριστεύει ο Μέμνονας και ο Πάρης παίρνοντας θάρρος σκοτώνει ένα από τα άλογα του άρματος του Νέστορα. Καθώς αυτός προσπαθεί να κόψει τα ηνία του νεκρού αλόγου φτάνει ο Μέντορας. Ο Νέστορας ζητά τη βοήθεια του γιου του Αντίλοχου που τρέχει να παρασταθεί στον πατέρα του. Όμως ο Μέμνονας τον σκοτώνει. Ο Αχιλλέας, που μετά τον θάνατο του Πάτροκλου είχε δώσει όλη την αγάπη του στον Αντίλοχο τρέχει να πάρει εκδίκηση. Αποσπά τη σορό από τους Τρώες και το παραδίνει στους δικούς του. Η μονομαχία ξεκινά.

Οι δυο μητέρες, η Θέτιδα και η Ηώ, τρέχουν στον Όλυμπο, να ζητήσουν η καθεμιά από τον Δία χάρη για τον γιο της. Ο Δίας ζητά από τον Ερμή να ζυγίσει τις μοίρες των δύο ηρώων και η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος του Μέμνονα. Η Ηώ ζητά από τον Δία να χαρίσει τουλάχιστον την αθανασία στον γιο της και κείνος της το υπόσχεται.

Τελικά, ο Αχιλλέας θα καταφέρει να κτυπήσει τον Μέμνονα και να τον σκοτώσει.

Η Ηώ παίρνει το σώμα του γιου της, μη επιτρέποντας στον Αχιλλέα να του πάρει τα άρματα, και το μεταφέρει κάπου απόμερα, το πλένει και το καθαρίζει από τα αίματα, το μοιρολογά και φωνάζει τα αδέρφια της, τον Ύπνο και τον Θάνατο, να τον μεταφέρουν στην πατρίδα του για ταφή. (Απολλόδωρος, Επιτομή 5, 3δεσμός) [Εικ. 196, 197, 198, 199, 200, 201, 202, 203]

Ο θάνατος του Αχιλλέα

Όπως είδαμε ήταν ήδη γνωστός στη Θέτιδα ο θάνατος του γιου της, γι' αυτό και προσπάθησε να τον κρύψει στην αυλή του Λυκομήδη ντύνοντάς τον με κοριτσίσικα ρούχα. Στους στίχους Α 414-418 της Ιλιάδας του λέει:

«Υιέ μου, τι σ' ανάσταινα τον πικρογεννημένον;
Άλυπος καν και αδάκρυτος να κάθοσουν στες πρύμνες,
αφού δεν θέλ' η μοίρα σου πολύν καιρόν να ζήσεις·
αλλ' είσαι και ολιγόζωος και πίκρες ποτισμένος
σαν κανείς άλλος· άμοιρα στο σπίτι σ' εγεννούσα·

Στην πρσβεία των Αχαιών (Ι 410 κ.ε.) παρουσιάζεται ο Αχιλλέας να έχει επιλέξει να ζήσει λίγο αλλά με δόξα, παρά να ζήσει χρόνια πολλά στη Φθία μέσα στην αφάνεια, αφού τον είχε ενημερώσει η Θέτιδα για τις δυο μοίρες του:

Και ως λέγ' η Θέτις η θεά μητέρα μου, δυο μοίρες
εμέ φέρουν διάφορες στο τέλος του θανάτου.
Αν μείνω εδώ να πολεμώ την πόλιν του Πριάμου
η επιστροφή μου εχάθηκεν, αλλ' άφθαρτη θα μείνει
η δόξα μου· στην ποθητήν πατρίδα μου αν γυρίσω,
μου εχάθ' η δόξα, αλλ' έπειτα πολλές θα ζήσω ημέρες,
και δεν θα μ' έβρει γρήγορα το τέλος του θανάτου.

Η Θέτιδα πάλι, μετά τον θάνατο του Πάτροκλου, αφήνοντας τις Νηρηίδες λέει:

αλλά δεν θέλει γύρει αυτός στα γονικά του πλέον
η αγκάλη μου να τον δεχθεί στο σπίτι του Πηλέως.

ενώ φτάνοντας στον Αχιλλέα θα του δηλώσει ότι ο θάνατος του Έκτορα θα φέρει και τον δικό του (Σ 95-96):

«Και τότε ολιγοήμερος θα είσαι, αγαπητέ μου,
ότ' ύστερ' απ' τον Έκτορα εγγύς σου είναι το τέλος».

Ακόμη και ο Ξάνθος, το αθάνατο άλογό του θα του προφητέψει το τέλος του:

ἀλλά τοι ἐγγύθεν ἦμαρ ὀλέθριον - αλλ' είναι η ώρα σου κοντά (Τ 409)

και λίγο παρακάτω:

ἀλλὰ σοὶ αὐτῷ
μόρσιμόν ἐστι θεῷ τε καὶ ἀνέρι ἶφι δαμῆναι

αλλά και σένα η μοίρα
από θεόν και από θνητόν διόρισε να πέσεις».

Έτσι, με τον θάνατο του Μέμνονα ήρθε και η ώρα του Αχιλλέα. Δύο είναι οι παραλλαγές που αναφέρονται στον θάνατο του Αχιλλέα. Σύμφωνα με την πρώτη ο Αχιλλέας μετά τον θάνατο του Μέμνονα ορμά έξω από τα τείχη της Τροίας. Οι Τρώες πανικόβλητοι τρέχουν. Κανείς δεν μπορεί να ανακόψει την ορμή του, εκτός από τον Απόλλωνα που καθοδηγεί τον Πάρη να τον σημαδέψει με το βέλος του στη φτέρνα, το μοναδικό σημείο του κορμιού του που ήταν άτρωτο. Μάλιστα ο Απόλλωνας κατεύθυνε το βέλος να βρει τον στόχο του. Σ' αυτήν τη βασική αφήγηση υπάρχουν διάφορες εκδοχές, όπως ότι ο ίδιος Απόλλωνας σημάδεψε μόνος τον Αχιλλέα, χωρίς να παρουσιάζεται πουθενά ο Πάρης (Ιλ. Φ 277 θα πέσω από του Απόλλωνος τα πτεροφόρα βέλη) ή ότι ο Απόλλωνας με τη μορφή του Πάρη ήταν αυτός που σκότωσε τον Αχιλλέα (Πίνδαρος, Παιάνες 6, 78 κ.ε. Πάρ[ι]ος ἑ[καβόλος βροτη-]σίωι δέμαϊ θεός).

Σύμφωνα με τη δεύτερη παραλλαγή ο φόνος συντελείται με μαχαίρι μέσα στον ναό του Απόλλωνα της Θύμβρας, εκεί όπου ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει τον μικρό Τρωίλο. Τότε είχε γνωρίσει την Πολυξένη, την κόρη του Πρίαμου, που συνόδευε τον Τρωίλο και η ομορφιά της τον θάμπωσε. Ή πάλι την είδε όταν ο Πρίαμος είχε πάει να ζητήσει τη σορό του Έκτορα και την είχε μαζί του. Ο ερωτευμένος Αχιλλέας συμφώνησε με τον Πρίαμο να παντρευτεί την Πολυξένη και ακόμη να επιστραφεί η Ελένη στον Μενέλαο μαζί με όλα τα πλούτη που είχε πάρει ο Πάρης από την Σπάρτη. Έτσι την καθορισμένη μέρα του γάμου ο Αχιλλέας έφτασε άοπλος στον ναό του Απόλλωνα. Ο χαμένος από τη συμφωνία Πάρης καθοδηγημένος από τον Απόλλωνα, πλησίασε τον Αχιλλέα, τον αγκάλιασε και με δόλο τον μαχαίρωσε. Οι Τρώες και οι Τρωαδίτισσες τρέχουν να κρυφτούν, η Πολυξένη καταφεύγει στο ελληνικό στρατόπεδο και ο Αγαμέμνονας ανέλαβε να την προστατεύεσει. Τρεις μέρες όμως μετά τον θάνατο του Αχιλλέα, έτρεξε στον τύμβο του αγαπημένου της και έπεσε πάνω στο σπαθί που είχε στηρίξει στο έδαφος. Αυτή είναι η εκδοχή των ελληνιστικών χρόνων με έντονο το ερωτικό στοιχείο. Η επική παράδοση είναι περισσότερο τραγική για την τύχη της Πολυξένης.

Ας ακολουθήσουμε την πρώτη παραλλαγή για τον θάνατο του Αχιλλέα από τον Πάρη έξω από τα τείχη της Τροίας. Γύρω από τον νεκρό ξεσπά σφοδρή μάχη. Από τη μεριά των Αχαιών πρωτοστατεί ο Αίαντας και από τη μεριά των Τρώων ο Αινείας. Ο Γλαύκος καταφέρνει να δέσει με λουριά τα πόδια, για να τραβήξει το πτώμα προς την Τροία. Ο Αίαντας όμως προλαβαίνει και τον σκοτώνει. Ο Δίας προκαλεί ανεμοθύελλα κι έτσι ο Αίαντας βρίσκει ευκαρία, φορώνεται τη σορό και τη μεταφέρει στο στρατόπεδο των Αχαιών, ενώ ο Οδυσσέας καλύπτει την υποχώρηση. Από τη θάλασσα ακούγεται μεγάλη βοή. Έίναι η Θέτιδα με τις πενήντα Νηρηίδες που έρχονται και θρηνούν. Έρχονται και οι Μούσες και αρχίζουν το μοιρολόι. Δεκαεφτά μέρες θα κρατήσει ο θρήνος και τη δέκατη όγδοη παραδίδουν τον νεκρό στην πυρά, ντυμένο με θεϊκά ρούχα τυλιγμένα σε λίπος και μέλι. Μαζί του καίνε και πλήθος από βόδια και πρόβατα ενώ οι Αχαιοί παραταγμένοι γύρω από τη νεκρική φωτιά χτυπούν τα όπλα τους τόσο δυνατά που ακούγονται μέχρι τον ουρανό. Την πυρά ακολουθεί η περισυλλογή των οστών, το πλύσιμο με κρασί, το άλειμμα με μύρο και η τοποθέτησή τους σε χρυσό αμφορέα που τον είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος. Μαζί βάζουν και τα οστά του Πάτροκλου. Τέλος, σηκώνουν στο Σίγειο τεράστιο τύμβο και ακολουθούν οι νεκρικοί αγώνες στους οποίους νίκησαν ο Εύμηλος στην ιπποδρομία, ο Διομήδης στο στάδιο, ο Αίαντας στον δίσκο και ο Τεύκρος στο τόξο (Απολλόδωρος, Επιτομή 5,5. Έτσι έπραξαν οι άνθρωποι γιατί η θεά μητέρα του Αχιλλέα, η Θέτιδα, είχε ήδη απομακρύνει τον νεκρό με την άδεια του Δία και τον είχε τοποθετήσει στη νήσο Λευκή ή πάλι εκεί το έθαψαν οι Αχαιοί (θάπτουσι δὲ αὐτὸν [ἐν Λευκῇ νήσῳ] μετὰ Πατρόκλου, τὰ ἑκατέρων ὀστᾶ συμμίξαντες. λέγεται δὲ μετὰ θάνατον Ἀχιλλεὺς ἐν Μακάρων νήσοις Μηδείᾳ συνοικεῖν Απ. Επ. 5,5). [Εικ. 204, 205, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 215, 216]

Μετά την άλωση της Τροίας ήρθε η ώρα της μοιρασιάς των λάφυρων. Βέβαια, έπρεπε να πάρει και ο Αχιλλέας μερίδιο. Παρουσιάζεται λοιπόν η σκιά του και απειλεί τους Αχαιούς ότι δε θα τους επιτρέψει να φύγουν αν δεν του δώσουν μερίδιο ανάλογο με την αξία του. Ο Οδυσσέας προτείνει να θυσιάσουν στο τάφο του την Πολυξένη. Αν και ο Αγαμέμνονας προσπάθησε να την γλιτώσει παρακινούμενος από τα παρακάλια της Κασσάνδρας που την είχε πάρει για παλλακίδα του, ο Νεοπτόλεμος την οδηγεί στην κορυφή του τύμβου. Μερικοί νέοι τη συγκρατούν, ο Νεοπτόλεμος προσφέρει χοές και την ώρα που είναι έτοιμος να κατεβάσει το σπαθί του η κόρη μόνη της ανοίγει τα ρούχα της και προσφέρει το λαιμό της. Ήταν τέτοια η εντύπωση που έκανε στο στρατόπεδο η στάση της, ώστε όλοι περνούν από μπροστά της και αφήνουν κάτι πάνω της για να την τιμήσουν. [Εικ. 217, 218, 219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 226, 227, 228]

Λατρεία του Αχιλλέα

Εκτός από την πατρίδα του τη Φθία ο Αχιλλέας λατρευόταν ως ήρωας ή και ως θεός στο Σίγειο, όπου βρισκόταν ο τάφος του, στο νησί Ποντάρχη στις εκβολές του Δνείπερου, στη βοιωτική Τανάγρα, στη Σπάρτη, στις λακωνικές Βρασιές, στην Ήλιδα, στην Ήπειρο (όπου τον λάτρευαν με την επωνυμία Άσπετος = ανείπωτος, στο Βυζάντιο, στην Ολβία, στην Αστυπάλαια, στις Ερυθρές, στον Τάραντα, στον Κρότωνα και στους Επιζεφύριους Λοκρούς.

 


Σχετικά λήμματα

Αιακός, Ανδρομάχηδεσμός, Απόλλωναςδεσμός, Άρηςδεσμός, Δάμυσος, Έκτοραςδεσμός, Ελένηδεσμός, Ήρα, Κασσάνδραδεσμός, Λυκάων, Νηρέας, Πάρηςδεσμός, Πενθεσίλεια-Αμαζόνες, Πολίτηςδεσμός, Πολυξένηδεσμός, Ποσειδώναςδεσμός, Τελαμώνας, Τήλεφος, Τρωίλος δεσμός, Φιλύραδεσμός, Κένταυρος Χείρωνδεσμός, Χρύσης, Χρυσηίδα,




[1] Στον Τρωικό πόλεμο, όταν κάποια φορά ο Απόλλωνας κατεδίωκε τον Αχιλλέα, ο αστράγαλος του Δάμυσου έφυγε από τη θέση του, ξεκόλλησε, και ο ήρωας έπεσε κάτω και σκοτώθηκε από τον θεό. Τον μύθο κατέγραψε ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων, που έζησε την εποχή του Τραϊανού και του Αδριανού (Σούδα) και έγραψε τη Καινή Ιστορία προς χρήση των σπουδαστών χωρισμένη σε επτά βιβλία (Φώτ., Βιβλιοθήκη 190δεσμός, σ. 153). Θεωρείται όμως ότι πολλές από τις αφηγήσεις του δεν ήταν αποτέλεσμα έρευνας αλλά επινόησης.

[2] Ο Φοίνικας ήταν γιος του Αμύντορα, του βασιλιά της Ελεώνας στη Βοιωτία και της Ιπποδάμειας ή της Κλεοβούλης ή της Αλκιμήδης. Ενώθηκε με μια παλλακίδα του πατέρα του, τη Φθία είτε γιατί τον ξελόγιασε η ίδια είτε γιατί ακολούθησε τις οδηγίες της μητέρας του. Όταν το έμαθε ο Αμύντορας έβγαλε τα μάτια του και τον έδιωξε. Ο Φοίνικας κατέφυγε στον Πηλέα και αυτός τον οδήγησε στον Κένταυρο Χείρωνα που τον γιάτρεψε. Ο Πηλέας αργότερα τον έκανε βασιλιά των Δολόπων και τον έστειλε στην Τροία να φροντίζει και να συμβουλεύει τον Αχιλλέα.

[3] Ο Κύκνος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Καλύκης. Μόλις γέννησε η Καλύκη κρυφά από τους δικούς της άφησε το βρέφος σε μια ερημική ακρογιαλιά. Γύρω του άρχισαν να πετούν κύκνοι και κάποιοι ψαράδες που τους είδαν, παραξενεύτκαν και αποφάσισαν να το αναθρέψουν και να το ονομάσουν Κύκνο. Ο Κύκνος έγινε ένας άγριος πολεμιστής και είχε το χάρισμα να μην τον πληγώνει κανένα χάλκινο όπλο.

[4] Ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ίσως ήταν παιδί του Απόλλωνα (τοῦτον ἐξ Ἀπόλλωνος λέγεται γεγεννηκέναι)


Τα άλογα του Αχιλλέα

Αυτού εκείνοι εμάχοντο και ο σιδερένιος κρότος
στον ουρανόν τον χάλκινον βροντούσε απ' τον αιθέρα
και ανάμερ' απ' τον πόλεμον οι ίπποι του Αχιλλέως
εκλαίγαν άμα εγνώριζαν πόπεσ' ο κυβερνήτης
νεκρός από του Έκτορος την λόγχην, του ανδροφόνου.
Και όσο και αν ίδρωνε ο καλός Διωρείδης Αυτομέδων
και με την σφοδράν μάστιγα στα νώτα να τους πλήττει
και να τους κραίνη μαλακά και να τους φοβερίζει,
μήτε στες πρύμνες να στραφούν, στην άκραν του Ελλησπόντου,
μήτε κατά τον πόλεμον των Αχαιών να γύρουν
ήθελαν, και ως ασάλευτη στέκεται στήλη επάνω
στο μνήμ' ανδρός ή γυναικός, ακλόνητοι κι εκείνοι
εμέναν, στο πανεύμορφον αμάξι τους ζεμένοι,
με τα κεφάλια στηρικτά στην γην· και πυρωμένα
εχύναν δάκρυα που ο καλός τους λείπει κυβερνήτης.
Και ως απ' την ζεύγλην έπεφτεν η φουντωμένη χαίτη
εις τα δυο πλάγια του ζυγού, μολύνετο εις το χώμα.
Τους είδε κι εσυμπόνεσε το κλάμα τους ο Δίας,
την κεφαλήν εκίνησε κι έλεγε μέσα ο νους του:
«Δύστυχοι, τι σας δώσαμε του σεβαστού Πηλέως
θνητού ανθρώπου, αγέραστοι και αθάνατοι όπως είσθε;
Ή για να πάσχετε και σεις με των θνητών το γένος;
Διότι θλιβερότερο του ανθρώπου δεν υπάρχει,
κανέν' απ' όσα εκεί στην γην κινούνται και αναπνέουν.
Αλλά ποτέ σας ν' ανεβεί και το λαμπρόν αμάξι
τον Πριαμίδην Έκτορα ποσώς δεν θε ν' αφήσω,
δεν φθάνει που 'χει τ' άρματα και τόσο δα καυχάται;
Και σας ανδρεία στα γόνατα και στην ψυχήν θα βάλω
να σώσετε απ' τον πόλεμον ως εις τα κοίλα πλοία,
τον Αυτομέδοντα· ότι εγώ σ' αυτούς θα αφήσω ακόμη
να σφάζουν και να δοξασθούν, στες πρύμνες ως να φθάσουν,
άμα βυθίσει ο ήλιος και τ' άγιο σκότος έλθει».
Αυτά είπε κι εφύσησεν ορμήν σφοδράν στους ίππους.
Κι εκείνοι από τες χαίτες των την σκόνη αφού τινάξαν
φέραν τ' αμάξι ως αστραπή στην μέσην του πολέμου·

Ιλιάδα, Ρ 424-458, Μτφρ. Ι. Πολυλάς

Ο Αυτομέδων έζευε και ο Άλκιμος τους ίππους·
τους έζωναν με όμορφα ζυγόλουρα κι εβάλαν
στα στόματα τους χαλινούς και οπίσω προς την έδραν
τα χαλινάρια τέντωσαν· κι επάνω στο ζευγάρι
με την ωραίαν μάστιγα επήδησε ο Αυτομέδων.
Οπίσω ανέβη ολόλαμπρος ως ήλιος ο Αχιλλέας
κι εφώναξε τρομακτικά στους ίππους του πατρός του:
«Ξάνθε, Βαλίε, θρέμματα θαυμάσια της Ποδάργης,
τώρα τον κυβερνήτην σας καλύτερα σκεφθείτε
οπίσω να τον σώσετε στων Δαναών τα πλήθη
όλην αφού χορτάσομεν την δίψαν του πολέμου,
όχι ως τον Πάτροκλον νεκρόν αυτού να τον αφήστε».
Του αντείπε κάτω απ' τον ζυγόν ο γοργοπόδης Ξάνθος
την κεφαλήν του κλίνοντας βαθιά και όλ' η χαίτη
από την ζεύγην ξέπεσε και έφθανε στο χώμα·
φωνητικόν τον έκαμεν η Ήρα η λευκοχέρα:
«Για τώρα θα σε σώσομεν, ανδράγαθε Αχιλλέα,
αλλ' είναι η ώρα σου κοντά, δεν πταίμ' εμείς αλλ' είναι
μέγας θεός ο αίτιος κι η ανίκητ' είναι η μοίρα·
και όχι από αμέλειαν ποτέ και οκνηριά δική μας
απ' τ' άρματα τον Πάτροκλον εγύμνωσαν οι Τρώες·
αλλ' ο εξαίσιος των θεών τον φόνευσεν, ο Φοίβος,
μες στους προμάχους κι έδωσε στον Έκτορα την δόξαν·
και του Ζεφύρου την πνοήν οπού γοργότατ' είναι,
μπορούμ' εμείς να φθάσομεν· αλλά και σένα η μοίρα
από θεόν και από θνητόν διόρισε να πέσεις».
Και ως είπε τούτου την φωνήν του κόψαν οι Ερινύες.

Ιλιάδα, Τ 391-418, Μτφρ. Ι. Πολυλάς

 

Η Θέτιδα προσπαθεί να κάνει τον Αχιλλέα άτρωτο

ὡς δὲ ἐγέννησε Θέτις ἐκ Πηλέως βρέφος, ἀθάνατον θέλουσα ποιῆσαι τοῦτο, κρύφα Πηλέως εἰς τὸ πῦρ ἐγκρύβουσα τῆς νυκτὸς ἔφθειρεν ὃ ἦν αὐτῷ θνητὸν πατρῷον, μεθ᾽ ἡμέραν δὲ ἔχριεν ἀμβροσίᾳ. Πηλεὺς δὲ ἐπιτηρήσας καὶ σπαίροντα τὸν παῖδα ἰδὼν ἐπὶ τοῦ πυρὸς ἐβόησε· καὶ Θέτις κωλυθεῖσα τὴν προαίρεσιν τελειῶσαι, νήπιον τὸν παῖδα ἀπολιποῦσα πρὸς Νηρηίδας ᾤχετο. κομίζει δὲ τὸν παῖδα πρὸς Χείρωνα Πηλεύς. ὁ δὲ λαβὼν αὐτὸν ἔτρεφε σπλάγχνοις λεόντων καὶ συῶν ἀγρίων καὶ ἄρκτων μυελοῖς, καὶ ὠνόμασεν Ἀχιλλέα (πρότερον δὲ ἦν ὄνομα αὐτῷ Λιγύρων) ὅτι τὰ χείλη μαστοῖς οὐ προσήνεγκε.

Μόλις η Θέτιδα γέννησε βρέφος από τον Πηλέα θέλοντας να το κάνει αθάνατο κρυφά από τον Πηλέα κρύβοντας το στο πυρ κατά τη διάρκεια της νύχτας σκότωνε αυτό που ήταν θνητό από τον πατέρα του και την ημέρα το άλειφε με αμβροσία. Ο Πηλέας αφού την παρακολούθησε και είδε το παιδί να σπαρταράει πάνω από τη φωτιά έβαλε τις φωνές και η Θέτιδα, επειδή εμποδίστηκε να τελειώσει το σχέδιό της αφού άφησε το παιδί στις Νηρηίδες, έφυγε. Ο Πηλέας φέρνει το παιδί στον Χείρωνα. Κι αυτός αφού το πήρε το έτρεφε με εντόσθια λιονταριών και αγριογούρουνων και με μεδούλι αρκούδας και τον ονόμασε Αχιλλέα (προηγουμένως λεγόταν Λιγύρων) επειδή τα χείλη του δεν ακούμπησαν σε μαστούς.

Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 3, 13, 6

Ο Αχιλλέας στην αυλή του Λυκομήδη

 

[4] ὡς δὲ ἐγένετο ἐνναετὴς Ἀχιλλεύς, Κάλχαντος λέγοντος οὐ δύνασθαι χωρὶς αὐτοῦ Τροίαν αἱρεθῆναι, Θέτις προειδυῖα ὅτι δεῖ στρατευόμενον αὐτὸν ἀπολέσθαι, κρύψασα ἐσθῆτι γυναικείᾳ ὡς παρθένον Λυκομήδει παρέθετο. κἀκεῖ τρεφόμενος τῇ Λυκομήδους θυγατρὶ Δηιδαμείᾳ μίγνυται, καὶ γίνεται παῖς Πύρρος αὐτῷ ὁ κληθεὶς Νεοπτόλεμος αὖθις.

 

Τα τείχη της Τροίας και η προφητεία του Απόλλωνα

ο γιος της Λητώς [ο Απόλλωνας] και ο τρανός Ποσειδών
τότε που έφτιαχναν τις πολεμίστρες σαν διάδημα της Τροίας
εκείνον [τον Αιακό] κάλεσαν να τους βοηθήσει στο τείχος, που είταν γραφτό
μες στις ολέθριες μάχες του πολέμου
να χαλαστεί μέσα σε στρόβιλλους καπνού.

Πάνω που αποτέλειωναν το χτίσιμο, τρεις δράκοι πρασινομάτηδες
χυμήξαν κατεπάνω στον πύργο· οι δύο γκρεμοτσακίστηκαν
και με το πέσιμο βγήκε η ψυχή τους τρομαγμένη·
ο τρίτος όμως σκαρφάλωσε ξεφυσώντας με σφυρίγματα
και τότε ο Απόλλων εξήγησε το δυσοίωνο θέαμα:
«Ήρωά μου, η Πέργαμος θα αλωθεί
από τη μεριά που τη χτίσαν τα χέρια σου, όπως φανερώνει το σημάδι
που έστειλε ο Δίας, ο γιός του Κρόνου—
θα είναι και τα παιδιά σου μαζί. Η άλωση θ’ αρχίσει στην πρώτη γενιά σου
και θα συντελεστεί στην τέταρτη.» Τα ξεκαθάρισε ο θεός […]

(Πίνδ., Ο. 8.30-46, μετ. Μ. Σουλιώτης)

Με τον τρόπο του μέρμηγκα

Μυρμιδόνας δὲ κληθῆναί φασιν οὐχ ὡς ὁ μῦθος τοὺς Αἰγινήτας, ὅτι λοιμοῦ μεγάλου συμπεσόντος οἱ μύρμηκες ἄνθρωποι γένοιντο κατ᾽ εὐχὴν Αἰακοῦ, ἀλλ᾽ ὅτι μυρμήκων τρόπον ὀρύττοντες τὴν γῆν ἐπιφέροιεν ἐπὶ τὰς πέτρας ὥστ᾽ ἔχειν γεωργεῖν.

Λένε ότι ονομάστηκαν Μυρμιδόνες όχι όπως λέει ο μύθος για τους Αιγηνήτες ότι επειδή έπεσε μεγάλος λοιμός τα μυρμήγκια έγιναν άνθρωποι επειδή το ευχήθηκε ο Αιακός, αλλά σκάβοντας τη γη με τον τρόπο των μυρμηγκιών την έφεραν πάνω στις πέτρες, ώστε να μπορούν να καλλιεργήσουν.

(Στρ. 8.6.16)

Πρωτεσίλαος

τῶν δὲ Ἑλλήνων πρῶτος ἀπέβη τῆς νεὼς Πρωτεσίλαος, καὶ κτείνας οὐκ ὀλίγους τῶν βαρβάρων ὑφ' Ἕκτορος θνήσκει. τούτου <ἡ> γυνὴ Λαοδάμεια καὶ μετὰ θάνατον ἤρα, καὶ ποιήσασα εἴδωλον Πρωτεσιλάῳ παραπλήσιον τούτῳ προσωμίλει. Ἑρμῆς δὲ ἐλεησάντων θεῶν ἀνήγαγε Πρωτεσίλαον ἐξ Ἅιδου. Λαοδάμεια δὲ ἰδοῦσα καὶ νομίσασα αὐτὸν ἐκ Τροίας παρεῖναι τότε μὲν ἐχάρη, πάλιν δὲ ἐπαναχθέντος εἰς Ἅιδου ἑαυτὴν ἐφόνευσεν.

Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκης Επιτομή 3, 30

Από τους Έλληνες πρώτος αποβιβάστηκε από το πλοίο ο Πρωτεσίλαος, και αφού σκότωσε πολλούς από τους βάρβαρους πεθαίνει από τον Έκτορα. Η γυναίκα του η Λαοδάμεια, μετά τον θάνατο κατασκεύασε άγαλμα του Πρωτσίλαου και επειδή του έμοιαζε πολύ του μιλούσε. Ο Ερμής, για να την ελεήσει, έφερε από τον Άδη τον Πρωτσείλαο. Βλέποντάς τον η Λαοδάμεια νόμισε πως ήρθε από την Τροία και χάρηκε. Όταν όμως (ο Πρωτεσίλαος) οδηγήθηκε και πάλι στον Άδη, αυτοκτόνησε.

 

Τρωίλος

[…] φεύγοντας ο Τρωίλος ξαρμάτωτος, το δύστυχο τ' άγουρο παιδί, που κι αν και πιο αδύναμος αναμετρήθηκε με τον Αχιλλέα, σέρνεται από τ' άλογα και τ' ακυβέρνητο άρμα, τα χαλινάρια όμως κρατώντας· ο σβέρκος του και τα μαλλιά σέρνουνται στο χώμα και τρυπημένος με το κοντάρι σχεδιάζει πάνω στη γης. (Βιργ., Αιν. 3.1-68, μετ. Θ.Δ. Τασόπουλου)

 

Η Ανδρομάχη μιλά για το πατρικό της σπίτι

[…] έχασα πατέρα και μητέρα·
τον μέγαν Αετίωνα μου φόνευσεν ο θείος
Πηλείδης, όταν έριξε την πόλιν των Κιλίκων,
την Θήβην την υψίπυλον· αλλά τον εσεβάσθη
νεκρόν, δεν τον εγύμνωσε, και μ΄ όλην την λαμπρήν του
αρματωσιά τον έκαυσε κι εσήκωσέ του μνήμα,
κι ολόγυρά του εφύτευσαν πεύκα μεγάλα οι νύμφες
Ορεστιάδες, του Διός αιγιδοφόρου κόρες·
ήσαν επτά στο σπίτι μας γλυκείς αυτάδελφοί μου,
κι εις μιαν ημέραν όλοι ομού ροβόλησαν στον Άδη·
όλους τους εθανάτωσεν ο θείος Αχιλλέας
των μόσχων μέσα εις τες κοπές και των λευκών προβάτων.
Και την σεπτήν μητέρα μου, βασίλισσαν στην Θήβην,
δούλην εδώ την έφερε με τ' άλλα λάφυρά του.
Και αφού με δώρ' αμέτρητα κατόπι εξαγοράσθη,
την έσβησεν η Άρτεμις στο σπίτι του πατρός μου.

(Ιλ., Ζ 413-428, μετ. Ι. Πολυλάς)

Βρισηίδα

Από τον φρικτόν πόλεμον εσχόλαζαν εκείνοι,
ότι δεν είχαν αρχηγόν να τους συντάξ' εις μάχην,
ως έμενεν ο Αχιλλεύς στες πρύμνες χολωμένος,
αφ' ότου την καλόκομην του επήραν Βρισηίδα,
οπού μ' αγών' απόκτησεν ότ' έριξε τα τείχη
της Θήβης και της Λυρνησσού και τ' ανδρειωμέν' αγόρια
Επίστροφον και Μύνητα του Ευήνου βασιλέως
Σεληπιάδη ενίκησεν·

Ι. 686-693

«Πάτροκλ', εμέ της άμοιρης, ω πολυαγαπημένε,
σ' άφησα οϊμένα ζωντανόν όταν αναχωρούσα,
γυρίζ, ω βασιλέα μου, να σ' έβρω απεθαμένον.
Από κακό σ' άλλο κακό με κατατρέχ' η μοίρα·
τον άνδρα οπού μου έδωκαν οι σεβαστοί γονείς μου
τον είδα εμπρός στα τείχη μας αιματοκυλισμένον,
και της μητρός μου τρεις υιούς, αδέλφι' αγαπητά μου,
μου τα επήρεν όλα ομού του ολέθρου η μαύρ' ημέρα
κι ενώ τον θείον άνδρα μου, τον Μύνητα, ο Πηλείδης
μου φόνευε και πάτησε την πόλιν του, συ μόνος
να κλαίω συ δεν μ' άφηνες, και νύμφην να με κάμεις
του Αχιλλέως μου 'λεγες, στην Φθίαν να με φέρεις
να γίνουν οι χαρές αυτού, που οικούν οι Μυρμιδόνες·
γι' αυτήν σου την γλυκύτητα τόσο πικρά σε κλαίω».

Ιλ. Τ 286-299, Μτφ. Ι. Πολυλά

Πήδασος

… Τους έδεσε στο πλάγι
τον Πήδασον ασύγκριτον, που 'χε ο Πηλείδης φέρει
από του Ηετίωνος την πορθημένην πόλιν,
κι ίππος συμβάδιζε θνητός με αθάνατα πουλάρια.

Ιλ Π 152-4, Μτφρ. Ι. Πολυλάς

Ο δίσκος του Ηετίωνα

Και δίσκον τότε ατόφιον επρόβαλε ο Πηλείδης
που πρώτα ο μεγαλοδύναμος τον έριχν' Ηετίων,
αλλ' εκείνον εφόνευσεν ο ισόθεος Πηλείδης
κι επήρε στα καράβια του τον δίσκον μ' όλα τ' άλλα.

Ιλ Ψ 826-829, Μτφρ. Ι. Πολυλάς

Ο Χρύσης στο στρατόπεδο των Αχαιών

Στων Αχαιών τα γρήγορα καράβια τούτος ήλθε,
με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρη του να λύσει·
στο χρυσό σκήπτρο τυλικτό του Φοίβου το στεφάνι
εκράτει, και τους Αχαιούς παρακαλούσεν όλους:
«Ω γενναιόκαρδοι Αχαιοί, ω βασιλείς Ατρείδες,
του Ολύμπου ας, κάμουν οι θεοί, την πόλη του Πριάμου
αφού πορθήσετ, ευτυχείς να πάτε στην πατρίδα
αλλ' αποδώσετε σ' εμέ την ποθητήν μου κόρην,
δεχθείτε αυτά τα λύτρα της, αν τον υιόν του Δία
τον μακροβόλον τοξευτήν Απόλλωνα ευλαβείσθε».
Όλοι αλαλάξαν οι Αχαιοί, κι είπαν τον ιερέα
να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν
μόνος ο Αγαμέμνονας δεν το 'στεργεν ο Ατρείδης,
αλλά κακά τον έδιωχνε και βαρύν λόγον είπε:
«Μη σ' απαντήσω, γέροντα, σιμά στα κοίλα πλοία
ή τώρα εδώ ν' αργοπορείς ή πάλιν να γυρίσεις
και μη θαρρεύεις στου θεού το σκήπτρο και το στέμμα.
Αυτήν δεν θ' απολύσω εγώ· το γήρας θα την έβρει
στο Άργος μες στο σπίτι μου μακράν απ' την πατρίδα
να υφαίνει αυτού και σύντροφον της κλίνης να την έχω,
Μη μ' ερεθίζεις, σύρ' ευθύς αν θέλεις να μην πάθεις.

Ιλ. Α 12-32, Μτφρ. Ι. Πολυλά

Ο όρκος του Αχιλλέα

ἀλλ' ἔκ τοι ἐρέω καὶ ἐπὶ μέγαν ὅρκον ὀμοῦμαι·
ναὶ μὰ τόδε σκῆπτρον, τὸ μὲν οὔ ποτε φύλλα καὶ ὄζους
φύσει, ἐπεὶ δὴ πρῶτα τομὴν ἐν ὄρεσσι λέλοιπεν,
οὐδ' ἀναθηλήσει· περὶ γάρ ῥά ἑ χαλκὸς ἔλεψε
φύλλά τε καὶ φλοιόν· νῦν αὖτέ μιν υἷες Ἀχαιῶν
ἐν παλάμῃς φορέουσι δικασπόλοι, οἵ τε θέμιστας
πρὸς Διὸς εἰρύαται· ὃ δέ τοι μέγας ἔσσεται ὅρκος·
ἦ ποτ' Ἀχιλλῆος ποθὴ ἵξεται υἷας Ἀχαιῶν
σύμπαντας· τότε δ' οὔ τι δυνήσεαι ἀχνύμενός περ
χραισμεῖν, εὖτ' ἂν πολλοὶ ὑφ' Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο
θνήσκοντες πίπτωσι· σὺ δ' ἔνδοθι θυμὸν ἀμύξεις
χωόμενος ὅ τ' ἄριστον Ἀχαιῶν οὐδὲν ἔτισας.»

αλλ' έναν λόγον θα σου ειπώ, και ομόνω μέγαν όρκον·
'ναι, μα το σκήπτρο τούτ' οπού κλαδί δεν βγάζ' ή φύλλα,
καθώς αφήκε τον κορμόν στα όρη εκεί που εκόπη,
και δεν θ' αναχλωράνει, αφού τα φύλλα και το φλούδι
γύρω του ελέπισε ο χαλκός, και το φορούν στο χέρι
οι δικαιοκρίτες Αχαιοί τους νόμους να φυλάγουν,
όπως τους έδωκεν ο Ζευς, και θα 'ναι μέγας όρκος·
θ' αποζητήσουν οι Αχαιοί μια μέρα τον Πηλείδη
όλοι και συ περίλυπος την δύναμιν δεν θα 'χεις
να τους βοηθείς, όταν πολλούς θα στρώσει χάμω η λόγχη
του ανθρωποφόνου Έκτορος και σε θα τρώγει ο πόνος.
που αψήφησες των Αχαιών τον πρώτον πολεμάρχον».
Είπε και χάμω επέταξε το χρυσοκαρφωμένο
σκήπτρο και πάλι εκάθισε·

Ιλ. Α 233-244, Μτφρ. Ι. Πολυλά

Η Πενθεσίλεια

ὅτι Πενθεσίλεια, Ὀτρηρῆς καὶ Ἄρεος, ἀκουσίως Ἱππολύτην κτείνασα καὶ ὑπὸ Πριάμου καθαρθεῖσα, μάχης γενομένης πολλοὺς κτείνει, ἐν οἷς καὶ Μαχάονα· εἶθ' ὕστερον θνήσκει ὑπὸ Ἀχιλλέως, ὅστις μετὰ θάνατον ἐρασθεὶς τῆς Ἀμαζόνος κτείνει Θερσίτην λοιδοροῦντα αὐτόν. (Απολλόδωρος, Επιτομή 5, 1)

Ο Μέμνων

ὅτι Μέμνονα τὸν Τιθωνοῦ καὶ Ἠοῦς μετὰ πολλῆς Αἰθιόπων δυνάμεως παραγενόμενον ἐν Τροίᾳ καθ' Ἑλλήνων καὶ πολλοὺς τῶν Ἑλλήνων κτείναντα καὶ Ἀντίλοχον κτείνει ὁ Ἀχιλλεύς. διώξας δὲ καὶ τοὺς Τρῶας πρὸς ταῖς Σκαιαῖς πύλαις τοξεύεται ὑπὸ Ἀλεξάνδρου καὶ Ἀπόλλωνος εἰς τὸ σφυρόν. (Απολλόδωρος, Επιτομή 5, 3)