Παίξτε το παιχνίδι μας

enter

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

    

 

 

 

 

Νομοθετικές ρυθμίσεις για θρησκευτική ελευθερία

 

 

Η θρησκευτική ελευθερία  κατοχυρώθηκε με το Χάτι Χουμαγιούν (1856), και διευρύνθηκε με τον Οργανικό Νόμο (1868) και τη Συμβαση της Χαλέπας (1878). Καταργήθηκε η απαγόρευση του Μουσουλμανικού νόμου (σεριάτ) για την ίδρυση των χριστιανικών ναών. Ο ίδιος ο  Βελής παραχώρησε στη χριστιανική κοινότητα των Χανίων, το 1858, έναν παλιό ναό, ο οποίος είχε μετατραπεί σε σαπωνοποιείο για να κτιστεί η Παναγία η Τριμάρτυρη, ο μητροπολιτικός ναός των Χανίων που εγκαινιάστηκε το 1861.[1] Με την παραχώρηση του Χάτι Χουμαγιούν υψώθηκαν στους χριστιανικούς ναούς κωδωνοστάσια.

Οι Τούρκοι απαγόρευαν τις κωδωνοκρουσίες των χριστιανικών ναών, με μοναδική εξαίρεση το μοναστήρι του Αρκαδίου, που ονομαζόταν γι’ αυτό Τσανλί μοναστίρ (μοναστήρι με την καμπάνα). Εξ αιτίας αυτής της απαγόρευσης, οι χριστιανοί της Κρήτης, έκρυψαν τις περισσότερες καμπάνες στη γη ενώ τις υπόλοιπες αναγκάστηκαν να τις  μεταφέρουν στα Κάστρα και να τις παραδώσουν στους Τούρκους.

Πολλές φορές μάλιστα, με το πρόσχημα ότι κάποιος χριστιανός είχε αυτό το εκκλησιαστικό σκεύος στην κατοχή του, δέχονταν τις απειλές των Τούρκων.  Ο περιηγητής Pococke, γράφει: «Όταν ο πασάς θέλει να εισπράξει ένα ποσό από κάποια πλούσια οικογένεια, κατηγορεί τον αρχηγό της ότι έχει κρύψει καμπάνα στα κτήματά του. Τον οδηγεί στη φυλακή και του επιτρέπει να βγει μόνο όταν πληρώσει το ποσό, που του ζήτησε».[2]

Μόνο ξύλινα σήμαντρα μπορούσαν σε ορισμένες εορτές του χρόνου να παίζουν κι αυτά σιγά-σιγά, έξω από κάθε πόρτα, για τις νυκτερινές τελετουργίες. Γι’ αυτό, μετά την επανάσταση του 1858 που πήραν το προνόμιο να κτυπούν τις καμπάνες των ναών τους  οι χριστιανοί, μέσα σε λίγες μέρες τα χριστιανικά χωριά βρέθηκαν εφοδιασμένα με τις παλιές βενετσιάνικες καμπάνες τους, των οποίων το μυστικό της ταφής παραδινόταν από πατέρα σε παιδί. [3]

 

 

 

 

 

Hatt-i Humayun (Χάτι Χουμαγιούν, 1856)

 

 

 

Στο Συνέδριο των Παρισίων του έτους 1856, οι μεγάλες δυνάμεις της δυτικής Ευρώπης, Αγγλία, Γαλλία και Αυστροουγγαρία, θεώρησαν την ύπαρξη της Τουρκικής Αυτοκρατορίας αναγκαία για την ευρωπαϊκή ισορροπία. Πίστευαν πως η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την εποχή εκείνη, θα είχε βέβαιο αποτέλεσμα την κατάκτηση των ευρωπαϊκών επαρχιών της Τουρκίας, των Στενών και της Κωνσταντινούπολης από την Τσαρική Ρωσία.

Το παραπάνω ενδεχόμενο, που κατάλληλα προπαγάνδιζε και καλλιεργούσε η αγγλική διπλωματία, υποχρέωσε τις τρεις αυτές δυνάμεις να συνασπιστούν και να υποστηρίξουν τη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η διατήρηση ακέραιου του τουρκικού κράτους εμπόδιζε αποτελεσματικά την Τσαρική Ρωσία να κατακτήσει την Κωνασταντινούπολη, να κυριαρχήσει στα Στενά και να εξέλθει στο Αιγαίο και γενικά στη Μεσόγειο.[4]

Ως αντάλλαγμα για την εγγύηση αυτή, ο σουλτάνος ανέλαβε την υποχρέωση να κάμει σπουδαίες παραχωρήσεις στους χριστιανούς υπηκόους του. Την υποχρέωσή του αυτή εξεπλήρωσε με την έκδοση και δημοσίευση, στις 18 Φεβρουαρίου 1856, του περίφημου Χάτι-Χουμαγιούν (Αυτοκρατορικού Διατάγματος).

Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό:[5]

1) Απαγορεύτηκε το δουλεμπόριο σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία και, φυσικά, και στην Κρήτη. Μέχρι την παραπάνω χρονολογία (18 Φεβρουαρίου 1856), σε όλες τις μεγάλες πόλεις του τούρκικου κράτους, ανθούσε το εμπόριο ανθρώπων. Στα Χανιά το κατάστημα, όπου σαν εμπόρευμα πουλιούνταν και αγοράζονταν άνθρωποι από άλλους ανθρώπους, βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της σκάλας της νότιας πύλης του Καστελλιού (Σκαλάκια), στη σημερινή δημοτική οδό Καραολή-Δημητρίου.

2) Κηρύχτηκε η αρχή της ισότητας όλων των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χωρίς διάκριση χρώματος, φυλής και θρησκείας.

3) Καταργήθηκε κάθε διαφορά ενώπιον του νόμου μεταξύ Χριστιανών, Εβραίων και Μουσουλμάνων.

4) Οι Χριστιανοί θα γίνονταν δεκτοί στο στρατό, θα μπορούσαν, με την αξία τους, ν' αποκτήσουν όλους τους στρατιωτικούς βαθμούς και τίτλους.

5) Οι Χριστιανοί θα μπορούσαν να υπηρετούν σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και να καταλαμβάνουν όλα τα δημόσια αξιώματα.

6)  Η πληρωμή του κεφαλικού φόρου καταργήθηκε

7)  Δόθηκε το δικαίωμα στους Χριστιανούς να αντιπροσωπεύονται στα επαρχιακά συμβούλια

 

Συνέπεια της κοινοποίησης του διατάγματος αυτού ήταν η εκδήλωση μιας κίνησης αποκάλυψης κρυπτοχριστιανών και γενικότερα εκχριστιανισμών, της οποίας η έκταση ωστόσο ακόμη δεν μπορεί να προσδιοριστεί.[6]

Οι εκχριστιανισμοί είχαν αρχίσει ήδη από το 1821. Οι αιτίες που συνέβαλαν στην εκδήλωσή τους, σύμφωνα με τον Πεπονάκη,[7] ήταν ο περιορισμός των μουσουλμάνων στις πόλεις στη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου 1821-1830, η ανεξιθρησκεία που εισήγαγε το Hatt-Humayun και η αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης. εκχριστιανισμοί, γινόταν συνήθως σιωπηρά και σε πολλές περιπτώσεις παρουσιάζονταν ως αποκαλύψεις κρυπτοχριστιανών για να αποφεύγονται οι συνέπειες, μια και το μόνο ασυγχώρητο αμάρτημα, για το Ισλάμ, είναι η άρνηση του Αλλάχ, εκτός και αν αυτή προέρχεται από κάποιον που είχε αλλάξει τη θρησκεία του.

Η απομάκρυνση του μουσουλμάνου από τη θρησκεία του και η προσκόλληση σε άλλη θεωρείται αποστασία και προϋποθέτει ποινικές κυρώσεις, που φθάνουν μέχρι του θανάτου, εφ’ όσον δεν προήλθε αποτέλεσμα από προηγηθείσα προσπάθεια επαναφοράς στην θρησκεία του. Ακόμη και τη διεκδίκηση δικαστικών και κληρονομικών δικαιωμάτων χάνει αυτός που θα εκπέσει από το Ισλάμ, θεωρούμενος αποστάτης.[8]

Κατά την περίοδο αυτή παρατηρήθηκε, μια έντονη προσπάθεια προσηλυτισμού και στη μουσουλμανική θρησκεία, κυρίως νέων από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, στους οποίους υπόσχονταν, οι Τούρκοι, μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές παροχές. Αυτούς τους νεομουσουλμάνους τους αποκαλούσαν «Κεντριστούς», [9] από το κρητικό ρήμα κεντρίζω (μπολιάζω).

Την ελευθερία για την αλλαγή της θρησκείας προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν και οι καθολικοί της Κρήτης και ιδιαίτερα η Γάλλοι. Ο Ιταλός ιεραπόστολος, ζητούσε από τους χριστιανούς να αναγνωρίσουν τον Πάπα ως αρχηγό της Εκκλησίας, δίνοντας διαβεβαιώσεις, γραμμένες στα ιταλικά, που πρόσφεραν δήθεν στους χωρικούς γαλλική προστασία. Στην πραγματικότητα όμως τα κείμενα αυτά περιείχαν μόνο την ομολογία των χωρικών για την αναγνώρισης του Πάπα. «Είστε χριστιανοί, έλεγε ο Ιταλός ιεραπόστολος, και Καθολικοί, όπως εμείς. Τα δόγματα της Ανατολικής Εκκλησίας, που ομολογείται τα δεχόμαστε. Δεν θα αλλάξετε καθόλου, ούτε τα δόγματά σας, ούτε τις συνήθειές σας. Αναγνωρίστε τον Πάπα ως αρχηγό της Εκκλησίας και διάδοχο του Αγίου Πέτρου, όπως τον αναγνώρισαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι και όλοι οι Πατέρες της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας. Επιστρέψτε στις εκκλησίες σας και συνεχίστε τη λατρευτική σας ζωή».[10]

 

 

 

 

 

6.2.  Οργανικός νόμος  (1868-1877)

 

 

 

Δύο χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης του 1866, τέθηκε σε εφαρμογή ο Οργανικός Νόμος (1868). Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, η Κρήτη, θα αποτελούσε ένα βιλαέτι (διοικητική επαρχία) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διοικούμενο από το Γενικό Διοικητή (Βαλή), διοριζόμενο από το Σουλτάνο. Το νησί διαιρέθηκε σε πέντε διοικήσεις και είκοσι επαρχίες. Στην κεντρική και στις επαρχιακές διοικήσεις θα μπορούσαν να διορίζονται σε ορισμένες αναλογίες και χριστιανοί υπάλληλοι. Στη σύνθεση των δικαστηρίων θα μετείχαν χριστιανοί και μουσουλμάνοι, ενώ αιρετοί σύμβουλοι θα μετείχαν στο κεντρικό συμβούλιο της Γενικής Διοίκησης και στα διοικητικά συμβούλια των νομών και των επαρχιών. Αναγνωριζόταν επίσης η ισοτιμία των δυο γλωσσών και αυτό επέβαλλε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ακόμη και στα τουρκικά σχολεία του νησιού.[11]

 

 

 

 

 

6.3.  Σύμβαση της Χαλέπας (1878-1899)

 

 

 

Ο σουλτάνος επικύρωσε τη Σύμβαση της Χαλέπας με ειδι­κό φιρμάνι που εξέδωσε στις 9 Νοεμβρίου 1878, σαν μια πρόσκαιρη λύση στο Κρητικό ζήτημα, το οποίο απασχολούσε τη διεθνή διπλωματία. Σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, μεταξύ άλλων ίσχυαν τα εξής:[12]

1. Η Κρητική Βουλή θα ψήφιζε τους νόμους που θα ίσχυαν στην Κρήτη.

2. Η Γενική Συνέλευση έχει 80 μέλη (49 χριστιανούς και 31 μουσουλμά­νους).

3. Ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης  (Βαλής) θα μπορεί να είναι και χριστιανός. Η θητεία του ορίζεται σε πέντε χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης.

4. Ο Γενικός Διοικητής έχει ένα σύμβουλο από το αντίθετο θρήσκευμα (μουσουλμάνο, αν είναι χριστιανός, και αντίστροφα).

5. Αναγνωρίζεται η ελληνική ως επίσημη γλώσσα των δικαστηρίων και

της Γενικής Συνέλευσης. Μόνο τα επίσημα πρακτικά, οι αποφάσεις των δικαστηρίων και η επίσημη αλληλογραφία θα συντάσσονται και στις δύο γλώσσες.

6. Συγκροτείται σώμα Κρητικής Χωροφυλακής από Κρητικούς, Έλληνες και Τούρκους, απλούς χωροφύλακες και βαθμοφόρους.

7. Επιτρέπεται η ίδρυση φιλολογικών, φιλεκπαιδευτικών συλλόγων και η έκδοση εφημερίδων. (Θα εκδοθούν, στα Χανιά, δώδεκα πολιτικές εφημερίδες. Από αυτές οι εννέα εκδόθηκαν από Έλληνες στην ελληνική γλώσσα και οι τρεις από Τουρκοκρητικούς στην τουρκική γλώσσα,[13] ανάμεσα σε άλλες εκδόθηκαν η ελληνική εφημερίδα «Τα Άπτερα» και η τουρκική «Ιντιπάχ» (Επαγρύπνηση) και θα ιδρυθούν ο γεωργικός σύλλογος Χανίων «Η Δήμητρα» και ο «Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος ο Μίνως» ) [14]

8.   Χορηγείται  γενική   αμνηστία.

 

Επίσης το άρθρο 10 του Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας (1899) όριζε ότι: «Έκαστος είναι ελεύθερος να πρεσβεύει οιονδήποτε θρήσκευμα προτιμά. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται»[15] και η σημαία της Κρητικής Πολιτείας, «απεικόνιζε» τόσο το χριστιανικό όσο και το μουσουλμανικό στοιχείο του νησιού

 

Η Γενική Συνέλευση, στο διάστημα της λειτουργίας της, επηρεάζει κατά μοναδικό τρόπο τα ήθη του τόπου. Η λειτουργία του θεσμού αυτού θα επιτρέψει στην Πύλη να ισχυριστεί στην Ευρώπη ότι βαδίζει προς πρότυπα φιλελεύθερα. Συγχρόνως, όμως, ο θεσμός αυτός θα αποτελέσει το σχολείο όπου οι Κρητικοί διδάσκονται να διαχειρίζονται μόνοι τους τις υποθέσεις τους και να υποστηρίζουν τα δικαιώματά τους. Αν ως την επανάσταση του 1866, η θρησκεία είναι ο παράγοντας που αντιδιαστέλλει τους χριστιανούς από τους μουσουλμάνους, από το 1869 και ύστερα, η ειδοποιός διαφορά είναι η ιδέα της πατρίδας και η Γενική Συνέλευση είναι ο χώρος όπου εκδηλώνεται χαρακτηριστικά η μετάβαση από το ένα στάδιο  στο άλλο.[16]

Από την υπογραφή της Σύμβασης της Χαλέπας ως την επόμενη επανάσταση του 1889, όταν ανακλήθηκε ο Χάρτης καθώς και όλα τα προνόμια της πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας και επιβλήθηκε βαρύτατη φορολογία, έχουμε, περίοδο έντονων κομματικών διαιρέσεων. Δυο μεγάλα κόμματα δημιουργήθηκαν: η συντηρητική μερίδα των Καραβανάδων (επειδή απομυζούσαν το δημόσιο ταμείο) και η προοδευτική με φιλλελεύθερες τάσεις, των Ξυπόλυτων. Ανάλογη διαίρεση παρατηρείται και στους μουσουλμάνους της Κρήτης. Το περίεργο είναι ότι με τους Καραβανάδες συντάσσονται οι λαϊκοί αγάδες ενώ τους Ξυπόλυτους υποστηρίζει το ισχυρό κόμμα των μπέηδων. Ο κομματικός φανατισμός διχάζει βαθιά το λαό και οδηγεί πολλές φορές σε πράξεις βίας, σε βανδαλισμούς ακόμη και σε φόνους.[17] Ακόμα και οι κοινωνικές σχέσεις και τα συνοικέσια είναι απαγορευμένα ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις.[18]

Μετά την παραχώρηση της αυτονομίας στο νησί, στα 1899, οι Τουρκοκρήτες  βρέθηκαν για πρώτη φορά αποδυναμωμένοι σε θέση μειονεκτική. Ιδιαίτερα εξόργισε το μουσουλμανικό στοιχείο η άφιξη του ΄Ελληνα ΄Υπατου Αρμοστή. Παρά τις διακηρύξεις του Αρμοστή και τις προσφερόμενες εγγυήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, για πλήρη ασφάλεια και ισοτιμία των δύο στοιχείων της Κρήτης, σημειώθηκαν, στα επόμενα τρία χρόνια αθρόες μεταναστεύσεις Τουρκοκρητών. Περίπου 40.000 μουσουλμάνοι, προτίμησαν να εγκαταλείψουν το νησί και να ζήσουν στη Μ. Ασία, τη Συρία και τη Βεγγάζη, παρά να δεχτούν χριστιανό ηγεμόνα. Η ένταση στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. [19]

΄Ετσι, ο τουρκοκρητικός πληθυσμός μειώθηκε κατά το ήμισυ και από 72.353 το 1881 κατέβηκε στους 33.496, κατά την απογραφή του 1900. Κατά το ίδιο αυτό διάστημα παρατηρήθηκε θεαματική αύξηση του χριστιανικού πληθυσμού, που έφτασε τους 270.047 το 1900, από 206.812 το 1881.

Η μεγάλη μείωση του μουσουλμανικού στοιχείου είχε σημαντικές συνέπειες, κοινωνικές, ψυχολογικές και οικονομικές.[20] Οι περισσότεροι από τους Τουρκοκρήτες, που εγκατέλειψαν την Κρήτη, ζούσαν στην ύπαιθρο. ΄Ετσι, οι χριστιανοί κάτοικοί τους βρέθηκαν με μεγάλη και γόνιμη περιουσία. Ο τουρκοκρητικός πληθυσμός, που παρέμεινε, κατοικούσε κυρίως στις πόλεις και στις πλησιόχωρες περιοχές. Αλλά και στις πόλεις το χριστιανικό στοιχείο, που ήταν ολιγάριθμο σε όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας, ενδυναμώθηκε τώρα και έφθασε σχεδόν στο ύψος του μουσουλμανικού. Κατά την απογραφή του 1900, ο άστικος χριστιανικός πληθυσμός της Κρήτης ήταν 25.561, έναντι 26.509 του μουσουλμανικού. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι και η αστική οικονομία (βιοτεχνία, εμπόριο, κλπ.) περνούσε στα χέρια των χριστιανών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

[1]  Θ. Δετοράκης,  1988, σ. 451-2

[2] Γ. Μ. Πεπονάκης, 1997, σ. 48

[3] Ι. Δ. Μουρέλλος, 1950, σ.

[4] Γ. Δ. Τσίβης, 1993, σ.177

[5] Γ. Δ. Τσίβης, 1993, σ.177-8

[6] Γ. Μ. Πεπονάκης, 1997, σ. 104-5

[7] Γ. Μ. Πεπονάκης, 1997, σ. 161

[8] Π. Χιδίρογλου, 1981, σσ. 337-338

[9] Θ.Δετοράκης , 1988, σσ.451-2 και Κ Φουρναράκης, 1929

[10] Γ. Μ. Πεπονάκης, 1997, σ. 112

[11] Θ.Δετοράκης, 1988, σ.425

[12] Γ. Δ. Τσίβης, 1993, σσ. 210-1& Θ.  Δετοράκης, 1988, σσ.409-0

[13] Γ. Δ. Τσίβης, 1993, σσ. 215-216

[14] Σ. Παπαμανουσάκης, 1980, σ. 36

[15] Γ. Μ. Πεπονάκης, 1997, σ. 137

[16] Κ.Καλλιατάκη, 1988, σσ..326-7

[17] Θ. Δετοράκης, 1988, σ.411

[18] Σ. Παπαμανουσάκης, 1980,  σ. 33

[19] Γ. Μ. Πεπονάκης, 1997, σ. 119

[20] Κ.Σβολόπουλος, 1988, σσ.486-7