Ιούλ 312026
 

 

Ο Ευριπίδης (480 π.Χ. – 406 π.Χ.) ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδασκάλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

 

Οι «Τρωάδες» είναι τραγωδία του Ευριπίδη που παρουσιάζει τη μοίρα των γυναικών της Τροίας μετά την πτώση της πόλης, αναδεικνύοντας τη φρίκη του πολέμου και την ανθρώπινη τραγωδία.

Ιστορικό πλαίσιο

Η τραγωδία γράφτηκε το 415 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, και θεωρείται συχνά σχόλιο στις πρόσφατες φρικαλεότητες των Αθηναίων, όπως η κατάληψη της Μήλου και η προετοιμασία για τη Σικελική Εκστρατεία. Παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια και κέρδισε το δεύτερο βραβείο, πίσω από τον Ξενοκλή. Το έργο αποτελεί μέρος τριλογίας που αναφέρεται στον Τρωικό Πόλεμο, μαζί με τις τραγωδίες «Αλέξανδρος» και «Παλαμήδης» .

Υπόθεση

Η δράση εκτυλίσσεται αμέσως μετά την άλωση της Τροίας. Οι άντρες της πόλης έχουν σκοτωθεί και οι γυναίκες, μαζί με τα παιδιά τους, πρόκειται να γίνουν σκλάβες των Αχαιών. Κεντρικοί χαρακτήρες είναι η Εκάβη, η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη, η Πολυξένη και η Ελένη. Ο Ταλθύβιος, αγγελιοφόρος των Αχαιών, ανακοινώνει τις αποφάσεις των κατακτητών: η Κασσάνδρα προορίζεται για τον Αγαμέμνονα, η Πολυξένη θυσιάζεται στον τάφο του Αχιλλέα, η Ανδρομάχη γίνεται παλλακίδα του Νεοπτόλεμου και η Εκάβη σκλάβα του Οδυσσέα. Το έργο ξεκινά με τους θεούς Αθηνά και Ποσειδώνα να αποφασίζουν να τιμωρήσουν τους Αχαιούς για τις αδικίες τους.

Κεντρικά θέματα

  • Ανθρωπισμός και φρίκη του πολέμου: Το έργο καταδεικνύει την καταστροφή, την απώλεια και την υποταγή των αμάχων.
  • Θρήνος και αντίσταση: Οι Τρωάδες εκφράζουν τον πόνο τους, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και να αντισταθούν στην απώλεια της ταυτότητας.
  • Θεϊκή παρέμβαση και μοίρα: Οι θεοί παρεμβαίνουν για να τιμωρήσουν ή να προστατεύσουν, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στη μοίρα και την ανθρώπινη δράση.
  • Γυναικείο σώμα ως σύμβολο: Το έργο εξετάζει το σώμα των γυναικών ως μέσο έκφρασης της τραγωδίας και της συλλογικής μνήμης.

Σύγχρονες Παραστάσεις και Προσαρμογές

Οι «Τρωάδες» έχουν ανέβει πολλές φορές στην Ελλάδα και διεθνώς. Σημαντικές παραστάσεις περιλαμβάνουν:

  • Το 1971, κινηματογραφική μεταφορά από τον Μιχάλη Κακογιάννη με πρωταγωνίστρια την Κάθριν Χέπμπορν.
  • Το 2026, το Εθνικό Θέατρο ανέβασε το έργο στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, με ensemble 22 ηθοποιών και ζωντανή μουσική, δίνοντας έμφαση στη συλλογική εμπειρία και την προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία.
  • Προσαρμογές από Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Χάνοχ Λέβιν και άλλους, που ενσωματώνουν σύγχρονα πολιτικά και υπαρξιακά θέματα.

Σημασία

Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη παραμένουν ένα ισχυρό αντιπολεμικό έργο, που αναδεικνύει την ανθρώπινη τραγωδία, την αδικία και την αντοχή των γυναικών σε συνθήκες καταστροφής. Το έργο συνδέει την αρχαία μυθολογία με σύγχρονα ζητήματα, όπως η βία, η σκλαβιά και η συλλογική μνήμη, καθιστώντας το διαχρονικό και επίκαιρο.

Λίγα λόγια για την παράσταση “Τρωάδες” που παρουσιάζεται από το Εθνικό θέατρο στις 31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 2026 στον ιερό χώρο του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου:

Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο του μεγάλου τραγωδού ζωντανεύει από ένα σύνολο είκοσι δύο ερμηνευτριών και ερμηνευτών –ανάμεσά τους μέλη της Ομάδας Εν Δυνάμει– κάθε ηλικίας, με και χωρίς αναπηρία, και με ζωντανή μουσική επί σκηνής. Στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, σε μια παράσταση για τη διαχρονική φρίκη του πολέμου και την απώλεια ως συλλογική μνήμη, μα – κυρίως– για το γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας.

Στις Τρωάδες του Ευριπίδη, τα σώματα των γυναικών δεν βρίσκονταν πάντοτε υπό αιχμαλωσία. Αν και ανήκαν σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, ήταν –για τα μέτρα της εποχής– ελεύθερα: είχαν επιλογές, όνειρα και τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Καθώς, όμως, πλησιάζει το τέλος μιας εποχής –μιας ζωής δοξασμένης και άλλοτε απλώς υποφερτής, της ίδιας της Ιστορίας τους– οι Τρωάδες μιλούν για τη φρίκη του πολέμου μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος, που διαισθάνεται πως θα αντικειμενοποιηθεί και θα απανθρωποποιηθεί.

Στο ανέβασμα της Ελένης Ευθυμίου, οι Τρωάδες δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της βασιλικής οικογένειας που αναμένουν την τελική διαλογή. Τα σώματά τους αναμειγνύονται με άλλα σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους και που συνήθως δεν έχουν το προνόμιο της αφήγησης. Σώματα που το σύστημα αγνοεί επιδεικτικά, που η εξουσία επιλέγει με ποιον τρόπο θα διαχειριστεί ή θα αφανίσει. Σε αυτό, άλλωστε, ο πόλεμος είναι ‘δίκαιος’: εξισώνει πάντα το πολύ με το λίγο και με το καθόλου.

Κι αν όλα αυτά τα δέρματα, οι ψυχές, τα βλέμματα, οι μήτρες, οι μνήμες μπορούν να ιδωθούν συμβολικά ως οι (από πάντα) καταπιεσμένες αυτού του κόσμου, μπορούν αυτά τα υποκείμενα να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Πώς; Κραυγάζοντας το μίσος; Θρηνώντας ή γελώντας μέσα στο χάος και το αδιέξοδο; Υπάρχει άραγε τρόπος οι ηρωίδες να επαναοικειοποιηθούν τα σώματά τους;

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου  Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Το έργο

Αρχαίο κείμενο

Μετάφραση

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΠΟΣΕΙΔΩΝ
ἥκω λιπὼν Αἰγαῖον ἁλμυρὸν βάθος
πόντου Ποσειδῶν, ἔνθα Νηρῄδων χοροὶ
κάλλιστον ἴχνος ἐξελίσσουσιν ποδός.
ἐξ οὗ γὰρ ἀμφὶ τήνδε Τρωϊκὴν χθόνα
5Φοῖβός τε κἀγὼ λαΐνους πύργους πέριξ
ὀρθοῖσιν ἔθεμεν κανόσιν, οὔποτ᾽ ἐκ φρενῶν
εὔνοι᾽ ἀπέστη τῶν ἐμῶν Φρυγῶν πόλει·
ἣ νῦν καπνοῦται καὶ πρὸς Ἀργείου δορὸς
ὄλωλε πορθηθεῖσ᾽. ὁ γὰρ Παρνάσιος
10Φωκεὺς Ἐπειός, μηχαναῖσι Παλλάδος
ἐγκύμον᾽ ἵππον τευχέων ξυναρμόσας,
πύργων ἔπεμψεν ἐντὸς ὀλέθριον βρέτας·
ὅθεν πρὸς ἀνδρῶν ὑστέρων κεκλήσεται
δούρειος ἵππος, κρυπτὸν ἀμπισχὼν δόρυ.
15ἔρημα δ᾽ ἄλση καὶ θεῶν ἀνάκτορα
φόνῳ καταρρεῖ· πρὸς δὲ κρηπίδων βάθροις
πέπτωκε Πρίαμος Ζηνὸς ἑρκείου θανών.
πολὺς δὲ χρυσὸς Φρύγιά τε σκυλεύματα
πρὸς ναῦς Ἀχαιῶν πέμπεται· μένουσι δὲ
20πρύμνηθεν οὖρον, ὡς δεκασπόρῳ χρόνῳ
ἀλόχους τε καὶ τέκν᾽ εἰσίδωσιν ἄσμενοι,
οἳ τήνδ᾽ ἐπεστράτευσαν Ἕλληνες πόλιν.
ἐγὼ δέ —νικῶμαι γὰρ Ἀργείας θεοῦ
Ἥρας Ἀθάνας θ᾽, αἳ συνεξεῖλον Φρύγας—
25λείπω τὸ κλεινὸν Ἴλιον βωμούς τ᾽ ἐμούς·
ἐρημία γὰρ πόλιν ὅταν λάβῃ κακή,
νοσεῖ τὰ τῶν θεῶν οὐδὲ τιμᾶσθαι θέλει.
πολλοῖς δὲ κωκυτοῖσιν αἰχμαλωτίδων
βοᾷ Σκάμανδρος δεσπότας κληρουμένων.
30καὶ τὰς μὲν Ἀρκάς, τὰς δὲ Θεσσαλὸς λεὼς
εἴληχ᾽ Ἀθηναίων τε Θησεῖδαι πρόμοι.
ὅσαι δ᾽ ἄκληροι Τρῳάδων, ὑπὸ στέγαις
ταῖσδ᾽ εἰσί, τοῖς πρώτοισιν ἐξῃρημέναι
στρατοῦ, σὺν αὐταῖς δ᾽ ἡ Λάκαινα Τυνδαρὶς
35Ἑλένη, νομισθεῖσ᾽ αἰχμάλωτος ἐνδίκως.
τὴν δ᾽ ἀθλίαν τήνδ᾽ εἴ τις εἰσορᾶν θέλει,
πάρεστιν Ἑκάβη κειμένη πυλῶν πάρος
δάκρυα χέουσα πολλὰ καὶ πολλῶν ὕπερ·
ᾗ παῖς μὲν ἀμφὶ μνῆμ᾽ Ἀχιλλείου τάφου
40οἰκτρὰ τέθνηκε τλημόνως Πολυξένη,
φροῦδος δὲ Πρίαμος καὶ τέκν᾽· ἣν δὲ παρθένον
μεθῆκ᾽ Ἀπόλλων δρομάδα Κασάνδραν ἄναξ,
τὸ τοῦ θεοῦ τε παραλιπὼν τό τ᾽ εὐσεβὲς
γαμεῖ βιαίως σκότιον Ἀγαμέμνων λέχος.
45ἀλλ᾽, ὦ ποτ᾽ εὐτυχοῦσα, χαῖρέ μοι, πόλις
ξεστόν τε πύργωμ᾽· εἴ σε μὴ διώλεσε
Παλλὰς Διὸς παῖς, ἦσθ᾽ ἂν ἐν βάθροις ἔτι.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΣΚΗΝΗ: Στην ακρογιαλιά της Τροίας, η άκρη του στρατοπέδου των Αχαιών· μερικές καλύβες. Στο βάθος η Τροία· φαίνονται τα τείχη της και πίσω απ᾽ αυτά σκεπές ναών και σπιτιών· από την πόλη βγαίνει καπνός, που φανερώνει πυρκαϊά.
Έξω από μια καλύβα, η Εκάβη ξαπλωμένη, σκεπασμένη και ασάλευτη· παρουσιάζεται ο Ποσειδώνας, κρατώντας την τρίαινά του.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ
Ο Ποσειδώνας είμαι. Εδώ ήρθα τώρα
απ᾽ τ᾽ αρμυρά του Αιγαίου πελάγου βάθη,
όπου χορούς κυκλόσυρτους κι ωραίους
οι νεροκόρες στήνουν του Νηρέα.
Γιατί από τον καιρό που εγώ κι ο Φοίβος
ζώσαμε αυτή την Τροία με καστροπύργια
πέτρινα και μ᾽ ακρίβεια σταφνισμένα
ούτε στιγμή δεν έλειψε η αγάπη
για των Φρυγών την πόλη απ᾽ την καρδιά μου·
τώρα ο καπνός την πνίγει, το κοντάρι
την έριξε το αργίτικο και πάει.
Ένας τεχνίτης, πέρα απ᾽ τη Φωκίδα,
10του Παρνασσού τη χώρα, —τ᾽ όνομά του
Επειός— απ᾽ την Παλλάδα ορμηνεμένος,
έν᾽ άλογο έφτιαξε, άρματα γεμάτο,
κι αυτό το ομοίωμα, σύνεργο του ολέθρου,
μέσα στης Τροίας ξαπόστειλε το κάστρο·
δόρατα κρύβει στην κοιλιά του, δούρειο
θα το λένε οι μελλούμενες γενιές.
Έρμα είναι τ᾽ άλση τα ιερά, μες στο αίμα
πλένε οι ναοί· κι ο Πρίαμος, σκοτωμένος,
πλάι στα σκαλιά του σπιτικού βωμού του.
Στα πλοία των Αχαιών πολύ χρυσάφι
κουβαλούνε και λάφυρα απ᾽ την Τροία·
20και πρίμο αέρα καρτερούν, να φύγουν,
οι Έλληνες που τον πόλεμο εδώ φέραν
και με χαρές μετά από δέκα χρόνια
να δούνε τις γυναίκες, τα παιδιά τους.
Κι εγώ —μια και με νίκησαν εκείνες
που ενώθηκαν την Τροία για να χαλάσουν,
η Αργίτισσα Ήρα κι η Παλλάδα— αφήνω
την Τροία την ξακουστή και τους βωμούς μου·
ερμιά και θλίψη σε μια πόλη αν πέσουν,
καλά οι θεοί δεν παν, λατρεία δε βρίσκουν.
Ο Σκάμαντρος βουίζει από τις κλάψες
των σκλάβων γυναικών, που τις μοιράζουν
στους αφέντες με κλήρο. Άλλες λαχαίνουν
30στους Θεσσαλούς και στους Αρκάδες άλλες
ή στου Θησέα τους γιους, τους βασιλιάδες
των Αθηναίων. Κι εδώ μες στις καλύβες
είναι όσες μείνανε έξω από τον κλήρο,
γυναίκες απ᾽ την Τροία, ξεδιαλεγμένες
για του στρατού τους πρώτους· και μαζί τους
είναι κι η Ελένη, η κόρη του Τυνδάρεου,
από τη Λακωνία· μ᾽ όλο το δίκιο
για σκλάβα τους κι αυτή τη λογαριάζουν.
Και νά, στην πόρτα μπρος πεσμένη —αν θέλει
κανείς την έρμη αυτή να δει— η Εκάβη
χύνει πολλά και για πολλούς τα δάκρυα·
40σκληρά την Πολυξένη της σκοτώσαν
κοντά στον τάφο του Αχιλλέα· χαθήκαν
ο Πρίαμος, τα παιδιά τους· την Κασσάντρα,
που παρθένα στην έκσταση δοσμένη
την άφησε ο Απόλλωνας, την παίρνει
στανικώς ο Αγαμέμνονας, κι ευσέβεια
και το θεό αψηφώντας, να την έχει
συντρόφισσα κρυφή του κρεβατιού του.
Τώρα έχε γεια, πελεκητό εσύ κάστρο
κι ω πόλη, που καλότυχη άλλοτε ήσουν·
αν η Αθηνά δε σε χαλούσε, η κόρη
του Δία, γερή κι ολόρθη ακόμη θα ήσουν.
Ενώ ετοιμάζεται να φύγει, έρχεται η Αθηνά.

Όλόκληρο το έργο σε αρχαίο κείμενο και μετάφραση >>> εδώ.

Απρ 242026
 

Pablo Picasso (1881 – 1973)

 

(Έκφραση μιας πολυδιάστατης εποχής)

 

 

Ο Πάμπλο (Ρούιθ) Πικάσο ήταν Ισπανός ζωγράφος, με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης.

            Γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας στις 25 Οκτωβρίου του 1881. Πατέρας του ήταν ο Χοσέ Ρούιθ Μπλάσκο, καθηγητής του σχεδίου και μητέρα του η Μαρία Πικάσο. Άρχισε να ζωγραφίζει από παιδί και σε ηλικία 14 ετών μπήκε στη Σχολή Καλών τεχνών της Βαρκελώνης.

            Το 1897 πήρε χρυσό βραβείο με τον πρώτο του πίνακα που παρουσίασε στην Ακαδημία. Έχοντας ήδη κατακτήσει μια σταθερή και αξιόλογη τεχνική, άρχισε να πλησιάζει τους πρωτοποριακούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής, που τον επηρέασαν βαθιά.

            Το 1904 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, όπως ο Ματίζ και ο Χουάν Μιρό. Από το 1912 έως το 1914 τα έργα του γίνονταν όλο και πιο γνωστά. Στις διεθνείς εκθέσεις του Μονάχου της Κολωνίας και του Βερολίνου, οι κυβιστικοί του πίνακες βρίσκονταν στην πρώτη θέση, απέκτησαν μεγάλη δημοσιότητα και οι ανανεωτικές του αντιλήψεις γίνονταν αντικείμενο συζήτησης στα πιο γνωστά καλλιτεχνικά κέντρα. Σύντομα το όνομά του έγινε συνώνυμο με το καινούργιο και το τολμηρό.

            Ο Πικάσο ως ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης και δραματουργός ήταν ιδιαίτερα πολύπλευρος. Η εφευρετικότητα και η ευχέρειά του για πειραματισμούς δυσχεραίνουν την κατάταξή του σε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατηγορία. Αν και οι συνεχείς μεταλλαγές του παρεξηγήθηκαν ως έλλειψη συνέπειας, ο Πικάσο θεωρείται ο πρόδρομος και ένας από τους κυριότερους εκφραστές της πολλαπλότητας και των προβληματισμών του κόσμου μας μέσα από τη ζωγραφική, τον 20ο αιώνα.

            Μαζί με τους Klee και Chagall, είναι ένας πραγματικός δάσκαλος των νέων προσανατολισμών, που δεν πειθαρχούν ποτέ σε τύπους και κανόνες, ούτε θυσιάζουν ποτέ τη μορφοπλαστική τους ανεξαρτησία. Εχθροί κάθε δογματισμού, ελεύθεροι από δεσμεύσεις και περιορισμούς, φανατικοί ατομικιστές, βλέπουν την καλλιτεχνική δημιουργία, τόσο σαν μια πρωταρχική ανάγκη για έκφραση, όσο και σαν μια πάντα νέα δυνατότητα για την εσωτερική καταξίωση του ανθρώπου.

            Μερικά μάλιστα από τα έργα του, έργα-προβλήματα, των δημιουργών τους, έργα-μαρτυρίες για την εποχή τους, έργα-διερευνήσεις του μέλλοντος, έρχονται να ενσωματώσουν τον προβληματισμό του παρόντος στην τέχνη και να κάνουν κυριολεκτικά την ιστορία συνείδηση. Είναι ένας δημιουργός με το αληθινό νόημα του όρου, του οποίου το έργο γεννιέται από την αναγκαιότητα, όσο και αν συχνά μπορεί να προκαλεί και αμφιβολίες.

            Η καλλιτεχνική δημιουργία του Picasso με βάση συνδυασμένα θεματικά και τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, μορφικές αναζητήσεις και τεχνικούς τύπους, μπορεί να διακριθεί σε διάφορες φάσεις. Αυτές είναι:

  1. 1. 1895-1900: Σπουδές και πρώτες προσπάθειες με ακαδημαϊκό χαρακτήρα.
  2. 2. 1901-1904: Γαλάζια περίοδος. Θέματα από την καθημερινή ζωή και απαισιόδοξη διάθεση.
  3. 3. 1905: Ρόδινη περίοδος, τύποι από τον κόσμο του τσίρκου και αισιοδοξία.
  4. 4. 1906: Μελέτη των έργων του Cezanne και των τύπων της ιβηρικής τέχνης.
  5. 5. 1907: Δεσποινίδες της Αβινιόν, μια σύνθεση της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής παράδοσης με μορφές της αφρικανικής πλαστικής.
  6. 6. 1908: Νέγρικη περίοδος. Επιστροφή στον Cezanne και πιο ουσιαστική μελέτη του.
  7. 7. 1909-1910: Πρωτοκυβιστικές προσπάθειες και αναλυτικός κυβισμός.
  8. 8. 1911: Ερμητικός κυβισμός ή ερμητική φάση του, χρησιμοποίηση των γραμμάτων στη ζωγραφική επιφάνεια.
  9. 9. 1912-1914: Συνθετικός κυβισμός, χρησιμοποίηση των Pariers-Colles και των πλούσιων χρωμάτων.
  10. 10. 1915-1919: Συνδυασμός του κλασικιστικού ρεαλισμού μα τις μανιεριστικές παραμορφώσεις. Αναζητήσεις σε διάφορες τεχνοτροπικές περιοχές και μεγάλες συνθέσεις.
  11. 11. 1920-1924: Απασχόληση με διάφορα θέματα και πειραματισμοί με διάφορα τεχνοτροπικά στοιχεία. Συνδυασμός ρεαλισμού και κλασικισμού.
  12. 12. 1925-1927: Σουρεαλιστική περίοδος, από τις ξένες επιδράσεις στα προσωπικά στοιχεία.
  13. 13. 1928-1933: Στροφή προς την πλαστική. Από τις μεταλλικές κατασκευές στα χάλκινα ολόγλυφα. Ζωγραφική με έμφαση στο μνημειακό.
  14. 14. 1934-1936: Τα θέματα της βίας, ταυρομαχίες, Μινώταυρος, επιδράσεις της ιστορικής πορείας. Συμβολικοί τύποι και αλληγορικοί υπαινιγμοί.
  15. 15. 1937-1940: Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος και η τέχνη του Picasso. Guernica. Συγκινησιακά στοιχεία με δραματικό περιεχόμενο. Έμφαση στα μεγάλα σύνολα και τα πλαστικά χαρακτηριστικά       
  16. 16. 1941-1944: Επιστροφή σ’ ένα είδος συνθετικού κυβισμού με χρησιμοποίηση και νέων στοιχείων. Πλαστικά έργα.
  17. 17. 1945-1950: Απασχόληση με την κεραμική, ιδιαίτερα από το 1946 και με τη λιθογραφία, από το 1947 περισσότερο.
  18. 18. 1951-1954: Έργα με σύγχρονα θέματα και μνημειακές συνθέσεις. Νέες προσωπογραφίες.
  19. 19. 1955: Τελειώνει η σειρά Γυναίκες του Αλγερίου. Ενδιαφέρον για την παράφραση έργων του παρελθόντος.
  20. 20. 1956-1960: Σειρά έργων που εμπνέονται από το Las Meninas του Velasquez (άρχισε το 1957), η Πτώση του Ίκαρου (1958), σειρά έργων που βασίζεται στο Δείπνο στην Χλόη του Manet (αρχίζει από το 1960 και συνεχίζεται έως το 1962).
  21. 21. 1961-1970: Έργα στα οποία συγκεφαλαιώνονται όλα τα χαρακτηριστικά των παλαιότερών του περιόδων. Ιδιαίτερη απασχόληση με τις γραφικές τέχνες, ιδιαίτερα τα χρόνια 1965-1968.

Η Γκουέρνικα (ένα από τα πιο γνωστά του έργα που εμπνεύστηκε από τον Ισπανικό εμφύλιο και τον βομβαρδισμό της ομώνυμης πόλης από την ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ και την φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, που έτρεξαν να στηρίξουν τον Δικτάτορα – φασίστα Φράνκο) ουσιαστικά βασίζεται σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο μορφικό λεξιλόγιο, που συνδυάζεται με μια εκπληκτική στον ασκητισμό της χρωματικότητα – μαύρο, αποχρώσεις του γκρίζου και άσπρο – και ολοκληρώνεται από μια ελεύθερη σύνθεση, έναν πολλαπλό φωτισμό και έναν ακαθόριστο και προβληματικό χώρο. Τύποι της κυβιστικής γλώσσας, όπως η αποσπασματικοποίηση και η προβληματικότητα του χώρου, χαρακτηριστικά, ρεαλιστικά και τάση για σχηματοποίηση, συμβολικά στοιχεία και έντονες παραμορφώσεις, εξπρεσιονιστικό πάθος και αλληγορική υπαινιγμοί δίνουν στο σύνολο μια χωρίς προηγούμενο φωνή. Το έργο μας δίνει έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό μορφών, με τέσσερες γυναίκες ακόμα το κεφάλι και τα χέρια ενός νεκρού πολεμιστή, ένα άλογο και έναν ταύρο, όλα σε ένα χώρο προβληματικό και αντιφατικό, αλλά με έναν τρόπο που κυριολεκτικά έρχεται στην επιφάνεια η αποκάλυψη. Ο πίνακας ανοίγει αριστερά με μια γυναίκα – μητέρα, που κρατά το νεκρό παιδί στην αγκαλιά της και παρουσιάζεται σαν ταφική στήλη, ενώ επάνω της κυριαρχεί το βαρβαρικό κεφάλι του θανάτου – ταύρου. Με το μισάνοιχτο στόμα της μητέρας και το νεκρό παιδί της δεν παρουσιάζεται μόνο ο πόνος σαν μια κραυγή, αλλά και η αμφιβολία για όλα και η φρίκη για τη ζωή, ενώ το κεφάλι του ταύρου την αντιμετωπίζει με τη βεβαιότητα του τέρατος. Λίγο χαμηλότερα και πιο δεξιά εκτείνεται το νεκρό σώμα ενός πολεμιστή με ανοιχτά τα χέρια στον τύπο της σταύρωσης, το ένα μεγαλύτερο από το άλλο, μια μορφή αποσπασματική και παραμορφωμένη. Ακολουθεί ένα άλογο με ανοιχτό το στόμα κόμμα, στο οποίο φαίνεται μια λογχοειδής γλώσσα, μια απόδοση που του παρουσιάζει να χλιμιντρίζει, ενώ ταυτόχρονα εικονίζονται με τρόπο ώστε να μας δείχνουν στις δύο πλευρές τους και δύο ακόμα γυναικείες μορφές που γκρεμίζονται. Δεξιά η τέταρτη Γυναίκα, που έχει μεταβληθεί σε λαμπάδα από τη φωτιά του βομβαρδισμού, κόμμα εικονίζεται κάτω από ένα ανοιχτό παράθυρο φωτισμένο. Στο επάνω μέρος έχουμε, κοντά σε άλλα παραπληρωματικά θέματα, μια μεγάλη ηλεκτρική λάμπα, που ουσιαστικά δεν φωτίζει τίποτα και πλάι σ αυτή μια δεύτερη λάμπα πετρελαίου, που την κρατά πάνω από το κεφάλι του αλόγου, ένα ανθρώπινο χέρι, ενώ δεξιά πάνω από το φωτισμένο παράθυρο με τέσσερα τρίγωνα έχουμε ένα άλλο φως, του ήλιου ή της κόλασης. Μπορεί να σημειώσει κανείς το ρυθμό που σχηματίζεται στο πρώτο επίπεδο από την εναλλαγή ανθρώπινου χεριού – ποδιού ζώου, ποδιού ζώου – ανθρώπινου χεριού, ποδιού ζώου – ανθρώπινου ποδιού, που καταλήγει πάλι σε ένα ανθρώπινο πόδι δεξιά και την απάντηση που δίνουν στο επάνω μέρος τα κεφάλια ζώων και ανθρώπων, με αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη σαφήνεια του συνόλου. Η σύνθεση του έργου βασίζεται, όπως έχουν δείξει διάφορες μελέτες, σε μια μεγάλη πυραμίδα που έχει για κορυφή της τη λάμπα πετρελαίου, σε δύο όρθια παραλληλόγραμμα δεξιά και αριστερά και μερικά αν ισοσκελή τρίγωνα, στοιχεία που δίνουν ασφάλεια και κίνηση, βεβαιότητα και δυναμισμό στην παράσταση. Ο Linnenkamp, συνδέει τα τέσσερα αυτά τριγωνικά θέματα – φλόγες με την Αποκάλυψη.