Απρ 242026
 

Pablo Picasso (1881 – 1973)

 

(Έκφραση μιας πολυδιάστατης εποχής)

 

 

Ο Πάμπλο (Ρούιθ) Πικάσο ήταν Ισπανός ζωγράφος, με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης.

            Γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας στις 25 Οκτωβρίου του 1881. Πατέρας του ήταν ο Χοσέ Ρούιθ Μπλάσκο, καθηγητής του σχεδίου και μητέρα του η Μαρία Πικάσο. Άρχισε να ζωγραφίζει από παιδί και σε ηλικία 14 ετών μπήκε στη Σχολή Καλών τεχνών της Βαρκελώνης.

            Το 1897 πήρε χρυσό βραβείο με τον πρώτο του πίνακα που παρουσίασε στην Ακαδημία. Έχοντας ήδη κατακτήσει μια σταθερή και αξιόλογη τεχνική, άρχισε να πλησιάζει τους πρωτοποριακούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής, που τον επηρέασαν βαθιά.

            Το 1904 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, όπως ο Ματίζ και ο Χουάν Μιρό. Από το 1912 έως το 1914 τα έργα του γίνονταν όλο και πιο γνωστά. Στις διεθνείς εκθέσεις του Μονάχου της Κολωνίας και του Βερολίνου, οι κυβιστικοί του πίνακες βρίσκονταν στην πρώτη θέση, απέκτησαν μεγάλη δημοσιότητα και οι ανανεωτικές του αντιλήψεις γίνονταν αντικείμενο συζήτησης στα πιο γνωστά καλλιτεχνικά κέντρα. Σύντομα το όνομά του έγινε συνώνυμο με το καινούργιο και το τολμηρό.

            Ο Πικάσο ως ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης και δραματουργός ήταν ιδιαίτερα πολύπλευρος. Η εφευρετικότητα και η ευχέρειά του για πειραματισμούς δυσχεραίνουν την κατάταξή του σε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατηγορία. Αν και οι συνεχείς μεταλλαγές του παρεξηγήθηκαν ως έλλειψη συνέπειας, ο Πικάσο θεωρείται ο πρόδρομος και ένας από τους κυριότερους εκφραστές της πολλαπλότητας και των προβληματισμών του κόσμου μας μέσα από τη ζωγραφική, τον 20ο αιώνα.

            Μαζί με τους Klee και Chagall, είναι ένας πραγματικός δάσκαλος των νέων προσανατολισμών, που δεν πειθαρχούν ποτέ σε τύπους και κανόνες, ούτε θυσιάζουν ποτέ τη μορφοπλαστική τους ανεξαρτησία. Εχθροί κάθε δογματισμού, ελεύθεροι από δεσμεύσεις και περιορισμούς, φανατικοί ατομικιστές, βλέπουν την καλλιτεχνική δημιουργία, τόσο σαν μια πρωταρχική ανάγκη για έκφραση, όσο και σαν μια πάντα νέα δυνατότητα για την εσωτερική καταξίωση του ανθρώπου.

            Μερικά μάλιστα από τα έργα του, έργα-προβλήματα, των δημιουργών τους, έργα-μαρτυρίες για την εποχή τους, έργα-διερευνήσεις του μέλλοντος, έρχονται να ενσωματώσουν τον προβληματισμό του παρόντος στην τέχνη και να κάνουν κυριολεκτικά την ιστορία συνείδηση. Είναι ένας δημιουργός με το αληθινό νόημα του όρου, του οποίου το έργο γεννιέται από την αναγκαιότητα, όσο και αν συχνά μπορεί να προκαλεί και αμφιβολίες.

            Η καλλιτεχνική δημιουργία του Picasso με βάση συνδυασμένα θεματικά και τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, εξωτερικά και εσωτερικά στοιχεία, μορφικές αναζητήσεις και τεχνικούς τύπους, μπορεί να διακριθεί σε διάφορες φάσεις. Αυτές είναι:

  1. 1. 1895-1900: Σπουδές και πρώτες προσπάθειες με ακαδημαϊκό χαρακτήρα.
  2. 2. 1901-1904: Γαλάζια περίοδος. Θέματα από την καθημερινή ζωή και απαισιόδοξη διάθεση.
  3. 3. 1905: Ρόδινη περίοδος, τύποι από τον κόσμο του τσίρκου και αισιοδοξία.
  4. 4. 1906: Μελέτη των έργων του Cezanne και των τύπων της ιβηρικής τέχνης.
  5. 5. 1907: Δεσποινίδες της Αβινιόν, μια σύνθεση της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής παράδοσης με μορφές της αφρικανικής πλαστικής.
  6. 6. 1908: Νέγρικη περίοδος. Επιστροφή στον Cezanne και πιο ουσιαστική μελέτη του.
  7. 7. 1909-1910: Πρωτοκυβιστικές προσπάθειες και αναλυτικός κυβισμός.
  8. 8. 1911: Ερμητικός κυβισμός ή ερμητική φάση του, χρησιμοποίηση των γραμμάτων στη ζωγραφική επιφάνεια.
  9. 9. 1912-1914: Συνθετικός κυβισμός, χρησιμοποίηση των Pariers-Colles και των πλούσιων χρωμάτων.
  10. 10. 1915-1919: Συνδυασμός του κλασικιστικού ρεαλισμού μα τις μανιεριστικές παραμορφώσεις. Αναζητήσεις σε διάφορες τεχνοτροπικές περιοχές και μεγάλες συνθέσεις.
  11. 11. 1920-1924: Απασχόληση με διάφορα θέματα και πειραματισμοί με διάφορα τεχνοτροπικά στοιχεία. Συνδυασμός ρεαλισμού και κλασικισμού.
  12. 12. 1925-1927: Σουρεαλιστική περίοδος, από τις ξένες επιδράσεις στα προσωπικά στοιχεία.
  13. 13. 1928-1933: Στροφή προς την πλαστική. Από τις μεταλλικές κατασκευές στα χάλκινα ολόγλυφα. Ζωγραφική με έμφαση στο μνημειακό.
  14. 14. 1934-1936: Τα θέματα της βίας, ταυρομαχίες, Μινώταυρος, επιδράσεις της ιστορικής πορείας. Συμβολικοί τύποι και αλληγορικοί υπαινιγμοί.
  15. 15. 1937-1940: Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος και η τέχνη του Picasso. Guernica. Συγκινησιακά στοιχεία με δραματικό περιεχόμενο. Έμφαση στα μεγάλα σύνολα και τα πλαστικά χαρακτηριστικά       
  16. 16. 1941-1944: Επιστροφή σ’ ένα είδος συνθετικού κυβισμού με χρησιμοποίηση και νέων στοιχείων. Πλαστικά έργα.
  17. 17. 1945-1950: Απασχόληση με την κεραμική, ιδιαίτερα από το 1946 και με τη λιθογραφία, από το 1947 περισσότερο.
  18. 18. 1951-1954: Έργα με σύγχρονα θέματα και μνημειακές συνθέσεις. Νέες προσωπογραφίες.
  19. 19. 1955: Τελειώνει η σειρά Γυναίκες του Αλγερίου. Ενδιαφέρον για την παράφραση έργων του παρελθόντος.
  20. 20. 1956-1960: Σειρά έργων που εμπνέονται από το Las Meninas του Velasquez (άρχισε το 1957), η Πτώση του Ίκαρου (1958), σειρά έργων που βασίζεται στο Δείπνο στην Χλόη του Manet (αρχίζει από το 1960 και συνεχίζεται έως το 1962).
  21. 21. 1961-1970: Έργα στα οποία συγκεφαλαιώνονται όλα τα χαρακτηριστικά των παλαιότερών του περιόδων. Ιδιαίτερη απασχόληση με τις γραφικές τέχνες, ιδιαίτερα τα χρόνια 1965-1968.

Η Γκουέρνικα (ένα από τα πιο γνωστά του έργα που εμπνεύστηκε από τον Ισπανικό εμφύλιο και τον βομβαρδισμό της ομώνυμης πόλης από την ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ και την φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, που έτρεξαν να στηρίξουν τον Δικτάτορα – φασίστα Φράνκο) ουσιαστικά βασίζεται σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο μορφικό λεξιλόγιο, που συνδυάζεται με μια εκπληκτική στον ασκητισμό της χρωματικότητα – μαύρο, αποχρώσεις του γκρίζου και άσπρο – και ολοκληρώνεται από μια ελεύθερη σύνθεση, έναν πολλαπλό φωτισμό και έναν ακαθόριστο και προβληματικό χώρο. Τύποι της κυβιστικής γλώσσας, όπως η αποσπασματικοποίηση και η προβληματικότητα του χώρου, χαρακτηριστικά, ρεαλιστικά και τάση για σχηματοποίηση, συμβολικά στοιχεία και έντονες παραμορφώσεις, εξπρεσιονιστικό πάθος και αλληγορική υπαινιγμοί δίνουν στο σύνολο μια χωρίς προηγούμενο φωνή. Το έργο μας δίνει έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό μορφών, με τέσσερες γυναίκες ακόμα το κεφάλι και τα χέρια ενός νεκρού πολεμιστή, ένα άλογο και έναν ταύρο, όλα σε ένα χώρο προβληματικό και αντιφατικό, αλλά με έναν τρόπο που κυριολεκτικά έρχεται στην επιφάνεια η αποκάλυψη. Ο πίνακας ανοίγει αριστερά με μια γυναίκα – μητέρα, που κρατά το νεκρό παιδί στην αγκαλιά της και παρουσιάζεται σαν ταφική στήλη, ενώ επάνω της κυριαρχεί το βαρβαρικό κεφάλι του θανάτου – ταύρου. Με το μισάνοιχτο στόμα της μητέρας και το νεκρό παιδί της δεν παρουσιάζεται μόνο ο πόνος σαν μια κραυγή, αλλά και η αμφιβολία για όλα και η φρίκη για τη ζωή, ενώ το κεφάλι του ταύρου την αντιμετωπίζει με τη βεβαιότητα του τέρατος. Λίγο χαμηλότερα και πιο δεξιά εκτείνεται το νεκρό σώμα ενός πολεμιστή με ανοιχτά τα χέρια στον τύπο της σταύρωσης, το ένα μεγαλύτερο από το άλλο, μια μορφή αποσπασματική και παραμορφωμένη. Ακολουθεί ένα άλογο με ανοιχτό το στόμα κόμμα, στο οποίο φαίνεται μια λογχοειδής γλώσσα, μια απόδοση που του παρουσιάζει να χλιμιντρίζει, ενώ ταυτόχρονα εικονίζονται με τρόπο ώστε να μας δείχνουν στις δύο πλευρές τους και δύο ακόμα γυναικείες μορφές που γκρεμίζονται. Δεξιά η τέταρτη Γυναίκα, που έχει μεταβληθεί σε λαμπάδα από τη φωτιά του βομβαρδισμού, κόμμα εικονίζεται κάτω από ένα ανοιχτό παράθυρο φωτισμένο. Στο επάνω μέρος έχουμε, κοντά σε άλλα παραπληρωματικά θέματα, μια μεγάλη ηλεκτρική λάμπα, που ουσιαστικά δεν φωτίζει τίποτα και πλάι σ αυτή μια δεύτερη λάμπα πετρελαίου, που την κρατά πάνω από το κεφάλι του αλόγου, ένα ανθρώπινο χέρι, ενώ δεξιά πάνω από το φωτισμένο παράθυρο με τέσσερα τρίγωνα έχουμε ένα άλλο φως, του ήλιου ή της κόλασης. Μπορεί να σημειώσει κανείς το ρυθμό που σχηματίζεται στο πρώτο επίπεδο από την εναλλαγή ανθρώπινου χεριού – ποδιού ζώου, ποδιού ζώου – ανθρώπινου χεριού, ποδιού ζώου – ανθρώπινου ποδιού, που καταλήγει πάλι σε ένα ανθρώπινο πόδι δεξιά και την απάντηση που δίνουν στο επάνω μέρος τα κεφάλια ζώων και ανθρώπων, με αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη σαφήνεια του συνόλου. Η σύνθεση του έργου βασίζεται, όπως έχουν δείξει διάφορες μελέτες, σε μια μεγάλη πυραμίδα που έχει για κορυφή της τη λάμπα πετρελαίου, σε δύο όρθια παραλληλόγραμμα δεξιά και αριστερά και μερικά αν ισοσκελή τρίγωνα, στοιχεία που δίνουν ασφάλεια και κίνηση, βεβαιότητα και δυναμισμό στην παράσταση. Ο Linnenkamp, συνδέει τα τέσσερα αυτά τριγωνικά θέματα – φλόγες με την Αποκάλυψη.

Φεβ 122023
 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

(τι αξιολογείται, από ποιον και για ποιο σκοπό)

(αρκεί να μην κοροϊδευόμαστε…)

 

Στις μέρες μας ο όρος «Αξιολόγηση» ακούγεται παντού και για τα πάντα. Όλοι «Αξιολογούν» όλους, άλλοι γιατί αυτός είναι ο ρόλος τους, άλλοι γιατί αισθάνονται πως αξιολογώντας αποφεύγουν έτσι να αξιολογηθούν και άλλοι γιατί θέλουν να ακολουθήσουν το γενικότερο κλίμα της εποχής. Πολλοί μάλιστα, ιδιαίτερα στις μέρες μας, θέλουν να παρουσιάζουν την Αξιολόγηση ως μέσο «εξόντωσης» των εργαζομένων, από εργαλείο επαγγελματικής τους Ανάπτυξης και Ωρίμανσης που θα ‘πρεπε να είναι.

Η Αξιολόγηση είναι κάτι καινούριο; Είναι κάτι που επιβάλλεται; Ποιοι είναι, ή καλύτερα, ποιοι θα πρέπει να είναι οι σκοποί της; Χρειάζεται σχεδιασμό και μέθοδο για να υλοποιηθεί; Από ποιους και με ποιες εγγυήσεις μπορεί να εφαρμοστεί;

Η έννοια της Αξιολόγησης είναι ευρεία και ο καθένας μπορεί να δώσει έναν ορισμό ανάλογα με τη θεωρητική βάση από την οποία προσεγγίζει το θέμα ή τον τομέα στον οποίο αναφέρεται. Η Αξιολόγηση μπορεί να είναι θεσμοθετημένη από την πολιτεία, μπορεί όμως να στηρίζεται σε άγραφους κανόνες ή να προκύπτει από εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να γίνεται συνεχώς καλύτερος ως άτομο ή ως μέλος του συνόλου.

Αξιολόγηση μπορεί να κάνει το ίδιο το άτομο στον εαυτό του (Αυτοαξιολόγηση), προκειμένου να σταθμίσει τις δυνάμεις του, να επαναπροσδιορίσει τη στάση του, να ανανεώσει τον τρόπο δράσης του σε σχέση με τον εαυτό του ή το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και εργάζεται. Η Αξιολόγηση μπορεί άτυπα να γίνει στο άτομο και από το περιβάλλον, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα, φίλους, συναδέλφους κλπ. Το άτομο ενδιαφέρεται για τη γνώμη των άλλων γι’ αυτό και η καλοπροαίρετη κριτική πάντα δημιουργεί προβληματισμό σ’ αυτό.

Η Αξιολόγηση από αρχαιοτάτων χρόνων είναι συνυφασμένη με την επαγγελματική ανάπτυξη και σταδιοδρομία του ατόμου. Ο «καλός», κατά κοινή ομολογία, τεχνίτης ήταν (και είναι) καταξιωμένο μέλος στην κοινωνική ομάδα. Όλοι ήθελαν (και θέλουν) τον «καλό εργάτη» στη δουλειά τους. Αυτό όμως μπορούσε να δημιουργήσει στο άτομο που θεωρείτο «καλό» στην εργασία του αλαζονική συμπεριφορά. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η έννοια του «καλού» δεν είναι κάτι στατικό και ότι και οι άλλοι μπορούν να γίνουν «καλύτεροι» με κατάλληλη βοήθεια, επαναπροσδιορισμό των στόχων τους και επανεκπαίδευση.

Με λίγα λόγια ταξινομώντας όσες γνώμες βρει κάποιος για την Αξιολόγηση, διακρίνει κυρίως δύο αντιτιθέμενες αντιλήψεις.

Στην πρώτη αντίληψη, που συνδέεται με μια συντηρητική ιδεολογία, τη διαφύλαξη δηλαδή απαράγραπτων ιδεών και αρχών, τον ανταγωνιστικό τρόπο ζωής και την επιλογή των αρίστων (αυταρχικό – ελιτίστικο μοντέλο), οι εκλεκτοί επικρατούν. Με την ενεργητικότητα και τις ικανότητές τους ορθά επιβάλλονται, ωφελούνται οι ίδιοι αλλά ωφελούν και τους άλλους. Ο διαρκής και αυστηρός έλεγχος των υφισταμένων είναι βασικό γνώρισμα αυτής της αντίληψης, με στόχο τα καλύτερα αποτελέσματα, τις διαρκείς προσπάθειες των πολλών και την ευημερία του συνόλου.

Η δεύτερη αντίληψη ξεκινά από τις θέσεις: ανέλιξη του συνόλου, άρση των ανισοτήτων, συνεργατική προσπάθεια, βοήθεια των μη προνομιούχων, ενθάρρυνση των αδυνάτων, βελτίωση του συλλογικού έργου, αύξηση της αποτελεσματικότητας – παραγωγικότητας και βέβαια αξιολόγηση μόνο των μετρήσιμων στοιχείων του παραγόμενου έργου του αξιολογουμένου (προγραμματισμός, πορεία έργου – εφαρμογή, σπουδές, κυρίως δε τα αποτελέσματα της προσπάθειας), αποφυγή κρίσεων μη μετρήσιμων στοιχείων – γενικών αφορισμών (π.χ. ευσυνειδησία, ήθος κλπ). Τελικός στόχος σ’ αυτό το συλλογικό, αντιαυταρχικό, χειραφετικό μοντέλο αξιολόγησης είναι η ευημερία και η πρόοδος του συνόλου.

Στην πρώτη περίπτωση η Αξιολόγηση βασίζεται περισσότερο σ’ ένα μηχανιστικό μοντέλο, όπου τα πάντα είναι μετρήσιμα, ακόμη και η προσωπικότητα του ανθρώπου και «καλός» είναι εκείνος που συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο βαθμό.

Στην δεύτερη περίπτωση, η Αξιολόγηση βασίζεται σ’ ένα κριτικό – αναπτυξιακό μοντέλο, όπου όλοι είναι «εν δυνάμει» ικανοί και το άτομο αντιμετωπίζεται ως μία προσωπικότητα διαρκώς εξελισσόμενη.

Στον χώρο των Επιχειρήσεων το παραγόμενο προϊόν μπορεί εύκολα να μετρηθεί, π.χ. ο εργάτης που παράγει περισσότερα μέτρα ύφασμα της ίδιας ποιότητας και στον ίδιο χρόνο, είναι «καλύτερος» από πριν ή από κάποιον άλλο. Πως μπορεί όμως να θεωρηθεί ένας Εκπαιδευτικός «καλύτερος»; Πως μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά το «προϊόν» που παράγει; Ποια κριτήρια καθορίζουν την «αξία» του προϊόντος αυτού;

……………………………………………………………………………………………

Αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια ειδυλλιακή εικόνα από μία αίθουσα διδασκαλίας, όπου όλα λειτουργούν με απόλυτη αρμονία και το μόνο που κυριαρχεί είναι η αναζήτηση της Γνώσης μεταξύ μαθητών και Δασκάλου, σε συνθήκες Ανθρώπινης και σε βάθος Επικοινωνίας, τότε και μόνο η αναφορά στη λέξη Αξιολόγηση θα αμαύρωνε την εικόνα αυτή.

Από τη στιγμή που ο καθηγητής διαφοροποιεί τους μαθητές, μοιράζοντάς τους ορισμένους βαθμούς – ετικέτες που εκφράζουν αριθμητικά την επίδοση του καθενός, ο σεβασμός και η αγάπη προς αυτόν πολύ συχνά διαβρώνονται από παράπονα και μνησικακίες, ενώ η σύμπνοια μεταξύ των μαθητών δηλητηριάζεται από την αμοιβαία καχυποψία, το φθόνο και την ανταγωνιστική νοοτροπία. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μ’ ένα σύστημα «βαθμολόγησής» τους με το οποίο ένας εκπαιδευτικός ανάλογα με το «βαθμό» θα κρίνεται και θα συγκρίνεται η επαγγελματική του σταδιοδρομία αλλά ίσως και η αμοιβή του. Ικανός θα είναι εκείνος που θα δίνει μια καλή παράσταση ενώπιον των Αξιολογητών του ή εκείνος που καθημερινά, σιωπηλά και με Αξιοπρέπεια, προσφέρει αγόγγυστα και τις περισσότερες φορές αβοήθητος τον εαυτό του στους μαθητές του;

……………………………………………………………………………………………

Η Αξιολόγηση είναι κάτι ευρύτερο από τη Βαθμολόγηση. Βαθμολόγηση είναι η αριθμητική έκφραση της προσπάθειας του ατόμου, ενώ Αξιολόγηση είναι η στάθμιση των δυνατοτήτων που διαθέτει το άτομο, της προσπάθειας που καταβάλλει και βέβαια των αποτελεσμάτων που πετυχαίνει. Επιπλέον με την αξιολόγηση σταθμίζεται το έργο του εκπαιδευτικού και γενικότερα, η προσφορά του σχολείου. Επομένως έστω κι αν στην καθημερινή πράξη τείνουμε να ταυτίσουμε την έννοια της αξιολόγησης με την έννοια της βαθμολόγησης, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μια διαδικασία ορθολογικής και εύστοχης αξιολόγησης, είναι όχι μόνο εκδήλωση έμπρακτης δικαιοσύνης αλλά και βασική προϋπόθεση αυτογνωσίας για τον εκπαιδευτικό ως άτομο και για το σχολείο ως σύστημα.

……………………………………………………………………………………………

Η Επιλογή των Άξιων και των Αξιότερων

 

Στη βάση των κριτηρίων, τα οποία θεσπίζουν οι άνθρωποι, γίνεται η επιλογή των άξιων, των ικανών, των αξιότερων, σε σχέση με τους λιγότερο άξιους ή τους υποδεέστερους. Η επιλογή αυτή αποτελεί κανόνα ζωής και έχει καταδειχθεί στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά και σ’ αυτή του φυτικού και ζωικού βασιλείου, όπου εκεί βέβαια κυριαρχούν οι νόμοι της Βιολογίας και το ένστικτο,  ότι όταν παραβιάζεται, οι συνέπειες είναι οδυνηρές και αναπόφευκτες. Εάν περιοριστούμε στις ανθρώπινες κοινωνίες, θα αναγκαστούμε να θέσουμε το ζήτημα της αξιοκρατίας (την αρχή των αξιότερων) και της μετριοκρατίας (την αρχή των μετρίων). Είναι κοινώς αποδεκτό πως επιλέγοντας τους αξιότερους το κοινωνικό σύνολο ωφελείται. Αλλά και από τους αξιότερους πάλι μπορούμε να επιλέξουμε τους αξιότερους κ.ο.κ.

Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως η Κοινωνία έχει ανάγκη τη συμβολή όλων των μελών της για να εξελιχθεί και να προοδεύσει. Κάνοντας αυτό το διαχωρισμό των ανθρώπων σε «αξιότερους» – «μέτριους» ή «κακούς», πρέπει παράλληλα να αναθεωρούμε και τα κριτήρια της αξιολόγησης. Αν μπορούσαμε να κατατάξουμε τους ανθρώπους με βάση π.χ την επαγγελματική τους επιλογή, σε μια κατανομή όμοια με αυτή των φυσικών μεγεθών (καμπύλη GAUSS), θα παρατηρούσαμε πως οι «Αξιότεροι» καταλαμβάνουν μια μικρή περιοχή στο «άκρο» της κατανομής, οι «Μέτριοι» το μεγαλύτερο μέρος της «συνωστισμένοι» γύρω από τον άξονα του μέσου όρου και οι «κακοί» βέβαια το άλλο άκρο της. Οι Αξιότεροι βέβαια είναι πολύ ωφέλιμοι, όπως κατά τη γνώμη μας και οι «κακοί» ως μέλη του συνόλου (άλλωστε η ύπαρξη των αξιοτέρων στην όποια κατανομή, οφείλεται στην ύπαρξη των υπολοίπων). Οι «μέτριοι» όμως είναι πολυπληθέστεροι και ως εκ τούτου «επικρατέστεροι».

Εδώ είναι που τίθεται το κύριο ερώτημα σχετικά με το ρόλο της αξιολόγησης. Αξιολόγηση είναι ένα σύστημα που απλά κατανέμει τους ανθρώπους με μαθηματικό τρόπο και τους τοποθετεί, τον καθένα σε συγκεκριμένη θέση, σε μια ημιτονοειδή καμπύλη, ή ένα σύστημα δυναμικό που βοηθά τους ανθρώπους να κινούνται μέσα στην όποια κατανομή αλλά και να εξελίσσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, να αναπτύσσονται, να ωριμάζουν. Έτσι ο άξιος θα μπορεί να γίνει αξιότερος αλλά όχι «περιθωριοποιημένος» από το σύνολο, οι μέτριοι ή οι ¨κακοί¨ θα μπορούν να γίνουν άξιοι κ.ο.κ. Επίσης ο καθένας θα μπορεί να αξιολογείται σε σχέση με τον εαυτό του σε διάφορα στάδια της Προσωπικής και Επαγγελματικής του ανάπτυξης. Η Αξιολόγηση μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί ως μοχλός για την εξέλιξη του ανθρώπου και της κοινωνίας και κάθε οργανισμός που εξελίσσεται είναι ζωντανός και μπορεί να προσβλέπει στο μέλλον.

………………………………………………………………………………………………………………

            Αν τελικά επιλέξουμε την αξιολόγηση ως εργαλείο εξέλιξης ατομικής, επαγγελματικής και τελικά κοινωνικής, νομίζω θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και να μην κοροϊδευόμαστε… πως θα προσδιορίσουμε τα κριτήρια για μια οριζόντια αξιολόγηση. Στο μυαλό μου έρχεται η εικόνα της αξιολόγησης των ζώων του δάσους που βρίσκονται μπροστά από τον αξιολογητή τους και τα καλεί να αξιολογηθούν στην αναρρίχηση στο δέντρο, όπου μόνο η μαϊμού ή η γάτα μπορούν ν ανέβουν. Ειλικρινά δεν έχω καταλάβει πως κάποιος θεωρείται «άξιος» να αξιολογήσει κάποιον άλλο, αν η «αξιοσύνη» του αυτή συνίσταται στην συλλογή κάποιον τίτλων, όπως θα μπορούσαν να είναι ας πούμε το κομματικό διδακτορικό (αυτό που προσφέρεται από τον κομματικά προσκείμενο καθηγητή σε κάποιον κομματικά φίλο φοιτητή ή αυτό που απέκτησε κάποιος πληρώνοντας αδρά σε κάποιο, συνήθως ιδιωτικό, ίδρυμα του εξωτερικού, που κατά την γνώμη μου περισσότερο διαμορφώνει συνειδήσεις παρά προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες για την βελτίωση του κοινωνικού συνόλου), ή αυτός που λείπει από την υπηρεσία του για 5-8 χρόνια και ξαφνικά με συνολική προϋπηρεσία ούτε 5 χρόνια στην πρώτη γραμμή της τάξης, επιστρέφει ένα πρωί ως «αξιολογητής», διορισμένος από τον μπατζανάκη του που πανηγύριζε μετά τις εκλογές στο σύνταγμα και με ύφος 100 καρδιναλίων, διότι πέρα από τα 7 χρόνια που μοίραζε ερωτηματολόγια για το διδακτορικό του, ασκούσε διοίκηση για άλλα 20 χρόνια, μας υπέδειξε τους άξονες της αξιολόγησης «διαθεματικότητα, δημιουργική εργασία, έρευνα» και τέλος. Δεν μας έλεγε τουλάχιστον πώς να το κάνουμε; Και να φανταστεί κανείς πως γι αυτές τις τρεις λέξεις έκανε τόσα χρόνια έρευνα (μακριά από την αίθουσα), και φυσικά πληρώνεται ανάλογα.

            Υπάρχει βέβαια ο απλός τρόπος. Βάζω τη «νόρμα», το καλούπι που συνήθως κάποιοι άλλοι (ξέρουμε ποιοι) ανακάλυψαν, (γιατί δεν θα ανακαλύψουμε εμείς την πυρίτιδα) και όποιος χωράει σ αυτήν είναι ο άξιος και η ζωή του είναι στρωμένη ροδοπέταλα, ενώ όποιος δεν χωράει, στην πυρά, ή σε κανα ΕΠΑΛ…(που λέει ο λόγος).

            Δεν σοβαρευόμαστε λέω εγώ… μας πήρανε χαμπάρι…