Ιούλ 312026
 

 

Ο Ευριπίδης (480 π.Χ. – 406 π.Χ.) ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδασκάλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

 

Οι «Τρωάδες» είναι τραγωδία του Ευριπίδη που παρουσιάζει τη μοίρα των γυναικών της Τροίας μετά την πτώση της πόλης, αναδεικνύοντας τη φρίκη του πολέμου και την ανθρώπινη τραγωδία.

Ιστορικό πλαίσιο

Η τραγωδία γράφτηκε το 415 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, και θεωρείται συχνά σχόλιο στις πρόσφατες φρικαλεότητες των Αθηναίων, όπως η κατάληψη της Μήλου και η προετοιμασία για τη Σικελική Εκστρατεία. Παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια και κέρδισε το δεύτερο βραβείο, πίσω από τον Ξενοκλή. Το έργο αποτελεί μέρος τριλογίας που αναφέρεται στον Τρωικό Πόλεμο, μαζί με τις τραγωδίες «Αλέξανδρος» και «Παλαμήδης» .

Υπόθεση

Η δράση εκτυλίσσεται αμέσως μετά την άλωση της Τροίας. Οι άντρες της πόλης έχουν σκοτωθεί και οι γυναίκες, μαζί με τα παιδιά τους, πρόκειται να γίνουν σκλάβες των Αχαιών. Κεντρικοί χαρακτήρες είναι η Εκάβη, η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη, η Πολυξένη και η Ελένη. Ο Ταλθύβιος, αγγελιοφόρος των Αχαιών, ανακοινώνει τις αποφάσεις των κατακτητών: η Κασσάνδρα προορίζεται για τον Αγαμέμνονα, η Πολυξένη θυσιάζεται στον τάφο του Αχιλλέα, η Ανδρομάχη γίνεται παλλακίδα του Νεοπτόλεμου και η Εκάβη σκλάβα του Οδυσσέα. Το έργο ξεκινά με τους θεούς Αθηνά και Ποσειδώνα να αποφασίζουν να τιμωρήσουν τους Αχαιούς για τις αδικίες τους.

Κεντρικά θέματα

  • Ανθρωπισμός και φρίκη του πολέμου: Το έργο καταδεικνύει την καταστροφή, την απώλεια και την υποταγή των αμάχων.
  • Θρήνος και αντίσταση: Οι Τρωάδες εκφράζουν τον πόνο τους, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους και να αντισταθούν στην απώλεια της ταυτότητας.
  • Θεϊκή παρέμβαση και μοίρα: Οι θεοί παρεμβαίνουν για να τιμωρήσουν ή να προστατεύσουν, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στη μοίρα και την ανθρώπινη δράση.
  • Γυναικείο σώμα ως σύμβολο: Το έργο εξετάζει το σώμα των γυναικών ως μέσο έκφρασης της τραγωδίας και της συλλογικής μνήμης.

Σύγχρονες Παραστάσεις και Προσαρμογές

Οι «Τρωάδες» έχουν ανέβει πολλές φορές στην Ελλάδα και διεθνώς. Σημαντικές παραστάσεις περιλαμβάνουν:

  • Το 1971, κινηματογραφική μεταφορά από τον Μιχάλη Κακογιάννη με πρωταγωνίστρια την Κάθριν Χέπμπορν.
  • Το 2026, το Εθνικό Θέατρο ανέβασε το έργο στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη και σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, με ensemble 22 ηθοποιών και ζωντανή μουσική, δίνοντας έμφαση στη συλλογική εμπειρία και την προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία.
  • Προσαρμογές από Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Χάνοχ Λέβιν και άλλους, που ενσωματώνουν σύγχρονα πολιτικά και υπαρξιακά θέματα.

Σημασία

Οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη παραμένουν ένα ισχυρό αντιπολεμικό έργο, που αναδεικνύει την ανθρώπινη τραγωδία, την αδικία και την αντοχή των γυναικών σε συνθήκες καταστροφής. Το έργο συνδέει την αρχαία μυθολογία με σύγχρονα ζητήματα, όπως η βία, η σκλαβιά και η συλλογική μνήμη, καθιστώντας το διαχρονικό και επίκαιρο.

Λίγα λόγια για την παράσταση “Τρωάδες” που παρουσιάζεται από το Εθνικό θέατρο στις 31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 2026 στον ιερό χώρο του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου:

Το κατεξοχήν ανθρωποκεντρικό και βαθιά αντιπολεμικό έργο του μεγάλου τραγωδού ζωντανεύει από ένα σύνολο είκοσι δύο ερμηνευτριών και ερμηνευτών –ανάμεσά τους μέλη της Ομάδας Εν Δυνάμει– κάθε ηλικίας, με και χωρίς αναπηρία, και με ζωντανή μουσική επί σκηνής. Στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει τις Τρωάδες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, σε μια παράσταση για τη διαχρονική φρίκη του πολέμου και την απώλεια ως συλλογική μνήμη, μα – κυρίως– για το γυναικείο σώμα ως παγκόσμιο σύμβολο της ανθρώπινης τραγωδίας.

Στις Τρωάδες του Ευριπίδη, τα σώματα των γυναικών δεν βρίσκονταν πάντοτε υπό αιχμαλωσία. Αν και ανήκαν σε μια βαθιά πατριαρχική κοινωνία, ήταν –για τα μέτρα της εποχής– ελεύθερα: είχαν επιλογές, όνειρα και τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής. Καθώς, όμως, πλησιάζει το τέλος μιας εποχής –μιας ζωής δοξασμένης και άλλοτε απλώς υποφερτής, της ίδιας της Ιστορίας τους– οι Τρωάδες μιλούν για τη φρίκη του πολέμου μέσα από το φίλτρο του (θηλυκού) σώματος, που διαισθάνεται πως θα αντικειμενοποιηθεί και θα απανθρωποποιηθεί.

Στο ανέβασμα της Ελένης Ευθυμίου, οι Τρωάδες δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της βασιλικής οικογένειας που αναμένουν την τελική διαλογή. Τα σώματά τους αναμειγνύονται με άλλα σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους και που συνήθως δεν έχουν το προνόμιο της αφήγησης. Σώματα που το σύστημα αγνοεί επιδεικτικά, που η εξουσία επιλέγει με ποιον τρόπο θα διαχειριστεί ή θα αφανίσει. Σε αυτό, άλλωστε, ο πόλεμος είναι ‘δίκαιος’: εξισώνει πάντα το πολύ με το λίγο και με το καθόλου.

Κι αν όλα αυτά τα δέρματα, οι ψυχές, τα βλέμματα, οι μήτρες, οι μνήμες μπορούν να ιδωθούν συμβολικά ως οι (από πάντα) καταπιεσμένες αυτού του κόσμου, μπορούν αυτά τα υποκείμενα να ξανακερδίσουν το δικαίωμα της επιλογής; Πώς; Κραυγάζοντας το μίσος; Θρηνώντας ή γελώντας μέσα στο χάος και το αδιέξοδο; Υπάρχει άραγε τρόπος οι ηρωίδες να επαναοικειοποιηθούν τα σώματά τους;

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Διασκευή—Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Σύμβουλος δραματουργίας: Σοφία Ευτυχιάδου
Σκηνικά: Ευαγγελία Κιρκινέ
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης
Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος
Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά – Φαμέλη
Σχεδιασμός ήχου: Σοφία Καμαγιάννη
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Βοηθός σκηνοθέτριας: Θέμης Θεοχάρογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δέσποινα Μαρία Ζαχαρίου

Βοηθός φωτίστριας: Νατάσα Πετροπούλου
Β βοηθός σκηνογράφου: Ταξιάρχης Χούμος

Καλλιτεχνικές συνεργάτιδες για την υποστήριξη της ομάδας Εν Δυνάμει: Ελένη Ζαχοπούλου, Δάφνη Καφετζή, Αγγελική Τόμπρου  Παίζουν (αλφαβητικά):  Αργύρης Ξάφης (Ταλθύβιος), Εύη Σαουλίδου (Ανδρομάχη), Νάνσυ Σιδέρη (Κασσάνδρα), Βασιλική Τρουφάκου (Ελένη), Λυδία Φωτοπούλου (Εκάβη), Γιώργος Χριστοδούλου (Μενέλαος)

Χορός: Μύριαμ Σοφία Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά, Χρύσα Τουμανίδου

Μαζί τους, στους ρόλους της νεαρής Πολυξένης και του μικρού Αστυάνακτα η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου και ο Μιχάλης Μήτσης αντίστοιχα.

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Καμαγιάννη (πιάνο), Γιώργος  Μπουκαούρης (κρουστά), Σοφιανός Πεσιρίδης (όμποε)

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Τρέιλερ: Χρήστος Συμεωνίδης

Το έργο

Αρχαίο κείμενο

Μετάφραση

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΠΟΣΕΙΔΩΝ
ἥκω λιπὼν Αἰγαῖον ἁλμυρὸν βάθος
πόντου Ποσειδῶν, ἔνθα Νηρῄδων χοροὶ
κάλλιστον ἴχνος ἐξελίσσουσιν ποδός.
ἐξ οὗ γὰρ ἀμφὶ τήνδε Τρωϊκὴν χθόνα
5Φοῖβός τε κἀγὼ λαΐνους πύργους πέριξ
ὀρθοῖσιν ἔθεμεν κανόσιν, οὔποτ᾽ ἐκ φρενῶν
εὔνοι᾽ ἀπέστη τῶν ἐμῶν Φρυγῶν πόλει·
ἣ νῦν καπνοῦται καὶ πρὸς Ἀργείου δορὸς
ὄλωλε πορθηθεῖσ᾽. ὁ γὰρ Παρνάσιος
10Φωκεὺς Ἐπειός, μηχαναῖσι Παλλάδος
ἐγκύμον᾽ ἵππον τευχέων ξυναρμόσας,
πύργων ἔπεμψεν ἐντὸς ὀλέθριον βρέτας·
ὅθεν πρὸς ἀνδρῶν ὑστέρων κεκλήσεται
δούρειος ἵππος, κρυπτὸν ἀμπισχὼν δόρυ.
15ἔρημα δ᾽ ἄλση καὶ θεῶν ἀνάκτορα
φόνῳ καταρρεῖ· πρὸς δὲ κρηπίδων βάθροις
πέπτωκε Πρίαμος Ζηνὸς ἑρκείου θανών.
πολὺς δὲ χρυσὸς Φρύγιά τε σκυλεύματα
πρὸς ναῦς Ἀχαιῶν πέμπεται· μένουσι δὲ
20πρύμνηθεν οὖρον, ὡς δεκασπόρῳ χρόνῳ
ἀλόχους τε καὶ τέκν᾽ εἰσίδωσιν ἄσμενοι,
οἳ τήνδ᾽ ἐπεστράτευσαν Ἕλληνες πόλιν.
ἐγὼ δέ —νικῶμαι γὰρ Ἀργείας θεοῦ
Ἥρας Ἀθάνας θ᾽, αἳ συνεξεῖλον Φρύγας—
25λείπω τὸ κλεινὸν Ἴλιον βωμούς τ᾽ ἐμούς·
ἐρημία γὰρ πόλιν ὅταν λάβῃ κακή,
νοσεῖ τὰ τῶν θεῶν οὐδὲ τιμᾶσθαι θέλει.
πολλοῖς δὲ κωκυτοῖσιν αἰχμαλωτίδων
βοᾷ Σκάμανδρος δεσπότας κληρουμένων.
30καὶ τὰς μὲν Ἀρκάς, τὰς δὲ Θεσσαλὸς λεὼς
εἴληχ᾽ Ἀθηναίων τε Θησεῖδαι πρόμοι.
ὅσαι δ᾽ ἄκληροι Τρῳάδων, ὑπὸ στέγαις
ταῖσδ᾽ εἰσί, τοῖς πρώτοισιν ἐξῃρημέναι
στρατοῦ, σὺν αὐταῖς δ᾽ ἡ Λάκαινα Τυνδαρὶς
35Ἑλένη, νομισθεῖσ᾽ αἰχμάλωτος ἐνδίκως.
τὴν δ᾽ ἀθλίαν τήνδ᾽ εἴ τις εἰσορᾶν θέλει,
πάρεστιν Ἑκάβη κειμένη πυλῶν πάρος
δάκρυα χέουσα πολλὰ καὶ πολλῶν ὕπερ·
ᾗ παῖς μὲν ἀμφὶ μνῆμ᾽ Ἀχιλλείου τάφου
40οἰκτρὰ τέθνηκε τλημόνως Πολυξένη,
φροῦδος δὲ Πρίαμος καὶ τέκν᾽· ἣν δὲ παρθένον
μεθῆκ᾽ Ἀπόλλων δρομάδα Κασάνδραν ἄναξ,
τὸ τοῦ θεοῦ τε παραλιπὼν τό τ᾽ εὐσεβὲς
γαμεῖ βιαίως σκότιον Ἀγαμέμνων λέχος.
45ἀλλ᾽, ὦ ποτ᾽ εὐτυχοῦσα, χαῖρέ μοι, πόλις
ξεστόν τε πύργωμ᾽· εἴ σε μὴ διώλεσε
Παλλὰς Διὸς παῖς, ἦσθ᾽ ἂν ἐν βάθροις ἔτι.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΣΚΗΝΗ: Στην ακρογιαλιά της Τροίας, η άκρη του στρατοπέδου των Αχαιών· μερικές καλύβες. Στο βάθος η Τροία· φαίνονται τα τείχη της και πίσω απ᾽ αυτά σκεπές ναών και σπιτιών· από την πόλη βγαίνει καπνός, που φανερώνει πυρκαϊά.
Έξω από μια καλύβα, η Εκάβη ξαπλωμένη, σκεπασμένη και ασάλευτη· παρουσιάζεται ο Ποσειδώνας, κρατώντας την τρίαινά του.

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ
Ο Ποσειδώνας είμαι. Εδώ ήρθα τώρα
απ᾽ τ᾽ αρμυρά του Αιγαίου πελάγου βάθη,
όπου χορούς κυκλόσυρτους κι ωραίους
οι νεροκόρες στήνουν του Νηρέα.
Γιατί από τον καιρό που εγώ κι ο Φοίβος
ζώσαμε αυτή την Τροία με καστροπύργια
πέτρινα και μ᾽ ακρίβεια σταφνισμένα
ούτε στιγμή δεν έλειψε η αγάπη
για των Φρυγών την πόλη απ᾽ την καρδιά μου·
τώρα ο καπνός την πνίγει, το κοντάρι
την έριξε το αργίτικο και πάει.
Ένας τεχνίτης, πέρα απ᾽ τη Φωκίδα,
10του Παρνασσού τη χώρα, —τ᾽ όνομά του
Επειός— απ᾽ την Παλλάδα ορμηνεμένος,
έν᾽ άλογο έφτιαξε, άρματα γεμάτο,
κι αυτό το ομοίωμα, σύνεργο του ολέθρου,
μέσα στης Τροίας ξαπόστειλε το κάστρο·
δόρατα κρύβει στην κοιλιά του, δούρειο
θα το λένε οι μελλούμενες γενιές.
Έρμα είναι τ᾽ άλση τα ιερά, μες στο αίμα
πλένε οι ναοί· κι ο Πρίαμος, σκοτωμένος,
πλάι στα σκαλιά του σπιτικού βωμού του.
Στα πλοία των Αχαιών πολύ χρυσάφι
κουβαλούνε και λάφυρα απ᾽ την Τροία·
20και πρίμο αέρα καρτερούν, να φύγουν,
οι Έλληνες που τον πόλεμο εδώ φέραν
και με χαρές μετά από δέκα χρόνια
να δούνε τις γυναίκες, τα παιδιά τους.
Κι εγώ —μια και με νίκησαν εκείνες
που ενώθηκαν την Τροία για να χαλάσουν,
η Αργίτισσα Ήρα κι η Παλλάδα— αφήνω
την Τροία την ξακουστή και τους βωμούς μου·
ερμιά και θλίψη σε μια πόλη αν πέσουν,
καλά οι θεοί δεν παν, λατρεία δε βρίσκουν.
Ο Σκάμαντρος βουίζει από τις κλάψες
των σκλάβων γυναικών, που τις μοιράζουν
στους αφέντες με κλήρο. Άλλες λαχαίνουν
30στους Θεσσαλούς και στους Αρκάδες άλλες
ή στου Θησέα τους γιους, τους βασιλιάδες
των Αθηναίων. Κι εδώ μες στις καλύβες
είναι όσες μείνανε έξω από τον κλήρο,
γυναίκες απ᾽ την Τροία, ξεδιαλεγμένες
για του στρατού τους πρώτους· και μαζί τους
είναι κι η Ελένη, η κόρη του Τυνδάρεου,
από τη Λακωνία· μ᾽ όλο το δίκιο
για σκλάβα τους κι αυτή τη λογαριάζουν.
Και νά, στην πόρτα μπρος πεσμένη —αν θέλει
κανείς την έρμη αυτή να δει— η Εκάβη
χύνει πολλά και για πολλούς τα δάκρυα·
40σκληρά την Πολυξένη της σκοτώσαν
κοντά στον τάφο του Αχιλλέα· χαθήκαν
ο Πρίαμος, τα παιδιά τους· την Κασσάντρα,
που παρθένα στην έκσταση δοσμένη
την άφησε ο Απόλλωνας, την παίρνει
στανικώς ο Αγαμέμνονας, κι ευσέβεια
και το θεό αψηφώντας, να την έχει
συντρόφισσα κρυφή του κρεβατιού του.
Τώρα έχε γεια, πελεκητό εσύ κάστρο
κι ω πόλη, που καλότυχη άλλοτε ήσουν·
αν η Αθηνά δε σε χαλούσε, η κόρη
του Δία, γερή κι ολόρθη ακόμη θα ήσουν.
Ενώ ετοιμάζεται να φύγει, έρχεται η Αθηνά.

Όλόκληρο το έργο σε αρχαίο κείμενο και μετάφραση >>> εδώ.

Ιούν 062025
 

Ο Ευριπίδης (480 π.Χ. – 406 π.Χ.) ήταν Έλληνας τραγικός ποιητής και ένας από τους τρεις μεγάλους διδασκάλους του αττικού δράματος στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Καταγωγή και νεανικά χρόνια

Καταγόμενος από τη Φλύα, δήμο της Κεκρωπίας (σημ. Χαλάνδρι), λέγεται ότι γεννήθηκε στη Σαλαμίνα την ημέρα της ναυμαχίας, όταν ο Αισχύλος αγωνιζόταν ως πρόμαχος άνδρας, ο δε Σοφοκλής ως έφηβος που έσερνε το χορό των επί τω τροπαίω επινικίων. Το γένος του ποιητή δεν ήταν επιφανές, όπως των άλλων τραγικών. Γονείς του φέρονται ο Μνήσαρχος και η Κλειτώ, την οποία ο Αριστοφάνης σκώπτει ως λαχανοπώλη (Αχαρν. 480, Ιππ. 19). Ο Ευριπίδης έζησε τα νιάτα του σε εποχή ακμάζουσα, το χρυσό αιώνα του Περικλέους, αλλά γέρασε στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου έχασε έναν από τους γιους του.

Έργο, επιρροές και αξίες

Το έργο των σοφιστών και γενικότερα οι νέες ιδέες και τα καινούρια προβλήματα, συνυπάρχουν στα έργα του Ευριπίδη, αντικατοπτρίζοντας την αμφισβήτηση και τις πνευματικές έριδες της εποχής του. Κατά τον Φιλόχορο ο ποιητής έτυχε επιμελημένης αγωγής, σε συμμετοχή του σε εορτές του δήμου του, έγινε πυρφόρος του εκεί λατρευομένου Ζωστηρίου Απόλλωνα σε δε αγώνες έλαβε μέρος στο παγκράτιο και στην πυγμήν όπου και νίκησε ακόμη και στους Παναθήναιους γυμνικούς αγώνες. Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και μίσησε τους αθλητές διότι κατά τον ίδιο:

κακῶν γὰρ μυρίων ὄντων καθ΄ Ἑλλάδα, οὐδὲν κάκιόν ἐστιν ἀθλητῶν γένος

(Αποσπ. 282) (το κακό είναι τεράστιο στην Ελλάδα, τίποτα πιο κακό όμως δεν υπάρχει από το γένος των αθλητών).

Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, τα δε έργα του παρουσιάσθηκαν στα Μέγαρα, την δε επ’ αυτού ιδιοφυΐα μαρτυρούν και πλείστες εικόνες στις τραγωδίες του. Για λίγο ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την ποίηση, αλλά και τη μουσική. Ήταν πρωτοφανής η αγάπη του για τη θάλασσα, η οποία σφράγισε οριστικώς και το όλο έργο του Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης ήταν τύπος αντικοινωνικός (είχε ελάχιστους φίλους), εσωστρεφής, μελαγχολικός και δυσπρόσιτος, δεν ενδιαφέρθηκε για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής του, ενώ αντιθέτως ασχολήθηκε ενεργά με το πνευματικό κίνημα του διαφωτισμού. Υπήρξε ακουστής (ακροατής) του Αναξαγόρα, Προδίκου, Πρωταγόρα (με τον οποίο κράτησε τις στενότερες σχέσεις) αλλά και του Σωκράτη με τον οποίο διατηρούσε μακρά φιλία. Θαυμαστής των φιλοσόφων Δημοκρίτου και Ηρακλείτου διότι δεν ήταν μόνο μελετηρός αλλά διέθετε μια από τις πιο πλούσιες βιβλιοθήκες (Αθην.Ι,3). Αν και ήταν ιδιαίτερα ανοιχτός στην επίδραση της πνευματικής Αθήνας, εντούτοις διατήρησε την πνευματική του ακεραιότητα, διατυπώνοντας συχνά στις πνευματικές αντιλήψεις της εποχής του διάφορες επικρίσεις.

Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε όπως οι άλλοι τραγικοί αλλά τη δική του θέση, γνώμη και θεωρία τις παρουσίαζε μέσα από τα έργα του κρίνοντας την άκρατη οχλοκρατία αλλά και κατακρίνοντας με σφοδρότητα τους δημαγωγούς που με ιταμότητα παρέσερναν στον όλεθρο τα πλήθη ενώ στην μεσαία τάξη των πολιτών αναγνώριζε τους σωτήρες της πόλης και φύλακες της τάξης:

“τριῶν δὲ μοιρῶν ἡ ἐν μέσῳ σῴζει πόλεις, κόσμον φυλάσσουσ’ ὅντιν’ ἂν τάξῃ πόλις”

(Ικετ.244-247). Αλλά και η φιλοπατρία του ποιητή είναι φλογερή και ενθουσιώδης, όπως φαίνεται στα έργα του, που δεν διστάζει να καυτηριάσει τους νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου τους Λακεδαιμονίους για τους οποίους λέγει:

          “ὦ πᾶσιν ἀνθρώποισιν ἔχθιστοι βροτῶν

          Σπάρτης ἔνοικοι, δόλια βουλευτήρια,

          ψευδῶν ἄνακτες, μηχανορράφοι κακῶν

         ἑλικτὰ κοὐδὲν ὑγιὲς ἀλλὰ πᾶν πέριξ φρονοῦντες

         ἀδίκως εὐτυχεῖτ’ ἀν’ Ἑλλάδα”

(Ανδρομ. 444 κ.εξ).

(Μισητότεροι από όλους τους ανθρώπους, κάτοικοι της Σπάρτης, δόλιοι στη σκέψη, βασιλιάδες στο ψέμα, μηχανορράφοι των κακών, που δεν σκέφτεστε τίποτα τίμια και στα ίσα, αλλά πάντα το φέρνετε γύρω-γύρω, είναι αδικία να ευτυχείτε εσείς στην Ελλάδα)

Ήταν σύγχρονος των σοφιστών και γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε πολλές από τις απόψεις τους είτε δεν τις δεχόταν είτε τις παραποιούσε σύμφωνα με την δική του σκέψη. Ο Ευριπίδης με τις τραγωδίες του προβληματίζει τους πάντες ακόμη και σήμερα. Η τραγωδία του “Ελένη” παρουσιάζει στοιχεία πρωτοφανή για την εποχή εκείνη καθώς ο Ευριπίδης δίνει λόγο σε ρόλους ως τότε “βουβούς”, όπως στο ρόλο του δούλου. Αρκετές φορές μέσα από τα έργα του αμφισβητεί τα πάντα, ακόμη και την ύπαρξη των Θεών, χωρίς ωστόσο να είναι άθεος.

Περισσότερα >>> εδώ.

 

Ανδρομάχη

Μεταφερόμαστε μακριά από τα μεγάλα κέντρα, στην ελληνική επαρχία. Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Θετίδειον. Στον οίκο του γιου του Αχιλλέα, του Νεοπτόλεμου.

Ο βίαιος, σκληρός, ασεβής ήρωας της Ιλιάδας, που πάνω του στηρίχθηκε η νίκη των Ελλήνων στην Τροία, είναι ανίκανος να ανταποκριθεί στις ευθύνες του πατέρα, του συζύγου, του ηγέτη. Φεύγει για να βρει θεραπεία στο μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς.

Ο πολεμικός παροξυσμός του έχει μολύνει το κρεβάτι, το σπίτι, την πόλη του. Μπροστά στα μάτια της γυναίκας που αδίκησε ανεπανόρθωτα, θα λάβει το είδος της τιμωρίας που ονομάστηκε νεοπτολέμειος τίσις.

Η χώρα, η επαρχία, αποδεκατισμένη, αντιπροσωπεύεται από έναν γκροτέσκο Χορό γυναικών, εγκαταλελειμμένων, φοβισμένων, υποταγμένων μέσα στην απορία τους.

Σε μιαν αντιστροφή της ηρωικής Ιλιάδας, στην Ανδρομάχη ο Ευριπίδης στηλιτεύει την αλαζονεία των Ελλήνων και την ψευδαίσθηση της ανωτερότητας του πολιτισμού τους. Οι προπολεμικές υποσχέσεις για μια ενωμένη, ισχυρή χώρα διαψεύδονται σε ένα τοπίο φθοράς, γήρατος, φόβου και φθόνου.

Η ευθύνη βαρύνει όχι μόνο τους πρωτεργάτες, αλλά και όσους τους πίστεψαν και συνέβαλαν στον ευτελισμό των αξιών με την ανοχή τους. Η νέα γενιά πληρώνει το τίμημα.

Η χώρα, η επαρχία, αποδεκατισμένη, αντιπροσωπεύεται από έναν γκροτέσκο χορό
γυναικών, εγκαταλειμμένων, φοβισμένων, υποταγμένων μέσα στην την απορία τους.

Όλόκληρο το έργο σε αρχαίο κείμενο και μετάφραση >>> εδώ.