Απρ 262026
 

Salvator Dali (1904 – 1989)

(Υπό διαμόρφωση)

Ο Salvador Dali (πλήρες όνομα: Salvador Felipe Jacinto Dalí i Domènech · Φιγέρες, 11 Μαΐου 1904 – Φιγέρες, 23 Ιανουαρίου 1989) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους. Συνδέθηκε με το καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού, στο οποίο ανήκε για ένα διάστημα. Αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς ζωγράφους του 20ού αιώνα και μια πολύ εκκεντρική φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης. Το 1934, επειδή δείχνει συμπάθια για τον χιτλερισμό, δέχεται τις επιθέσεις των σουρεαλιστών φίλων του και απομακρύνεται από τον κύκλο τους. Το 1940 δια της Πορτογαλίας φεύγει για την Αμερική. Κατά την διάρκεια του πολέμου, ο Dali χάνει την εκτίμηση όχι μόνο των παλιών του φίλων, αλλά και όλων των προοδευτικών πνευμάτων με τη συμπάθεια που εκδηλώνει για τον Φράνκο και το φασισμό του.

Ο Salvator Dali, Ισπανός Σουρεαλιστής ζωγράφος, γεννήθηκε το 1904 στην Figueras της Καταλονίας, όπου ο πατέρας του ήταν ένας βαθύπλουτος συμβολαιογράφος. Πολυχαϊδεμένος από τη μητέρα του περισσότερο, που είχε χάσει το πρώτο της αγόρι πριν από τη γέννηση του Νταλί από μηνιγγίτιδα, αποκτά από την παιδική του ηλικία μία πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και ένα ναρκισσισμό που δεν θα εγκαταλείψει ποτέ. Στα νεανικά του χρόνια «αφήνει πολύ μακριά μαλλιά και φαβορίτες ακόμη που πλαισιώνουν το λεπτό ωχρό πρόσωπό του, ντύνεται πάντα παράξενα και προκαλεί με την όλη διαγωγή του όλο και περισσότερες συζητήσεις. Σε ηλικία 15 ετών το 1919 ανακαλύπτει από κάποιο παλιό περιοδικό τον φουτουρισμό και λίγο αργότερα τον κυβισμό και αποφασίζει να γίνει ζωγράφος. Η οικογένειά του, που δεν κατορθώνει ποτέ να του αρνηθεί τίποτα, του επιτρέπει να σπουδάσει ζωγραφική και έτσι το 1921 γράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μαδρίτης.

Εδώ όχι μόνο ενδιαφέρεται για όλες τις σύγχρονες κατευθύνσεις και ιδιαίτερα για τον εμπρεσιονισμό και τον κυβισμό, αλλά και αποκτά μία πάρα πολύ καλή τεχνική βάση, που θα παίξει σημαντικό ρόλο και σε όλες τις μελλοντικές του εξελίξεις. Πάντως δεν παραλείπει να δείξει και εδώ την ανεξαρτησία του και την εκκεντρικότητά του, όπως όταν σχεδιάζει στη θέση της Παναγίας μια ζυγαριά και απαντά στην παρατήρηση του «προϊσταμένου» του ότι έτσι βλέπει το θέμα του.

Η γνωριμία έργων της «μεταφυσικής ζωγραφικής» του de Chirico το 1924 έρχεται κυριολεκτικά να τον προσανατολίσει και σε νέες κατευθύνσεις και το 1926 η διαγωγή του γίνεται αιτία να τον διώξουν από τη Σχολή Καλών τεχνών. Τα έργα που ζωγραφίζει τα χρόνια αυτά προδίδουν τις αναζητήσεις του και φαίνονται οι δισταγμοί του «ανάμεσα στον παραδοσιακό ρεαλισμό και τον νεοκυβισμό που ήταν τότε της μόδας στην Καταλονία». Φαίνεται ότι το 1926 και ασφαλώς από τα τεύχη του περιοδικού «Σουρεαλιστική επανάσταση»  (Revolution Surrealiste, τ. 7-8 του 1926) έρχεται σε επαφή με μερικά από τα πρώιμα έργα του Tanguy και την αυτόματη γραφή του σουρεαλισμού.

Έργα του από το 1927, όπως το πολύ γνωστό «το Αίμα είναι πιο γλυκό από το μέλι» και το «Cenicitas», είναι χαρακτηριστικά από την πλευρά αυτή και την ίδια χρονιά συνδέεται ιδιαίτερα με τον Lorca και τον Bunuel και σχηματίζουν όλοι ένα μικρό αλλά δραστήριο κύκλο στη Μαδρίτη. Το 1928 κάνει το πρώτο ταξίδι στο Παρίσι, όπου συναντά τον Picasso και τον Breton και αρχίζει τη συνεργασία του με τον Bunuel για την πραγματοποίηση της κινηματογραφικής ταινίας, «ένα σκυλί της Ανδαλουσίας», που τελειώνει το 1929. Το 1929 είναι ουσιαστικά και η χρονιά που ο Dali βρίσκει τον πραγματικό του δρόμο, ζωγραφίζει μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του έργα και κάνει την πρώτη ατομική του έκθεση στην Galerie Goemans, στο Παρίσι, της οποίας ο κατάλογος προλογίζεται από τον Breton. Από το 1930 εκθέτει σε διάφορα κείμενά του την «παρανοϊκή – κρητική» μέθοδό του.

Το 1929 επίσης ο Dali γνωρίζεται με την Gala, τη γυναίκα του Paul Eluard, την ερωτεύεται, συνδέεται μαζί της και αργότερα την παντρεύεται. Η Gala είναι αναμφίβολα όχι μόνο το πρόσωπο που αγάπησε πραγματικά ο Dali και αγαπά, αλλά και αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο σ’ όλη τους τη ζωή. Το 1930 μαζί με τον Bunuel γυρίζουν την ταινία «Χρυσή Εποχή» (L’ Age d’ Or) και το 1931 εκτίθεnται έργα του μαζί με προσπάθειες άλλων σουρεαλιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες.Το 1934, επειδή δείχνει συμπάθεια για το Χιτλερισμό, δέχεται τις επιθέσεις των σουρεαλιστών φίλων του και απομακρύνεται από την κίνηση. Μετά το 1935 αφιερώνεται εκτός από τη ζωγραφική όλο και περισσότερο στην αυτοδιαφήμιση του και του 1936 και 1937, όταν η πατρίδα του γίνεται το πεδίο, στο οποίο δοκιμάζουν οι μεγάλοι τα όπλα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αυτός ταξιδεύει στην Ιταλία. Το 1938, αν και οι φίλοι του Σουρεαλιστές τον έχουν απομακρύνει από τη σουρεαλιστική κίνηση, παίρνει μέρος στη διεθνή σουρεαλιστική έκθεση του Παρισιού και το 1940 δια της Πορτογαλίας φεύγει για την Αμερική. Στη Νέα Υόρκη τον υποδέχονται οι παλιοί και τώρα περισσότερο πολύτιμοι φίλοι του Harry και Caresse Grosby,  και στο σπίτι τους στη Virginia θα γράψει την εκπληκτική Αυτοβιογραφία του. Το 1941 οργανώνεται η αναδρομική έκθεση των έργων του στο μουσείο Μοντέρνας τέχνης της Νέας Υόρκης, που ήρθε να ολοκληρώσει την αναγνώρισή του. Τα χρόνια αυτά ο Dali χάνει την εκτίμηση όχι μόνο των παλιών του φίλων, αλλά και όλων των προοδευτικών πνευμάτων με τη συμπάθεια που εκδηλώνει για τον Φράνκο και το φασισμό του.

Μετά τον πόλεμο και συγκεκριμένα το 1948, ο Dali ξαναγυρίζει στην Ισπανία και εγκαθίσταται στο σπίτι του στο Lligat (εδώ ο Dali κατοικούσε από το 1930 με την Gala), το οποίο κάνει μία διαμονή ονειρώδη.

Η με αρκετό θόρυβο σύνδεσή του με τον καθολικισμό το 1950 ήρθε να του ασφαλίσει ένα πλήθος από παραγγελίες και να του δώσει τη δυνατότητα να ζωγραφίσει μερικά από τα πιο αξιοσημείωτα και πιο αντιφατικά έργα. Εκτός από ένα μεγάλο αριθμό ατομικών εκθέσεων που κάνει τα χρόνια που ακολουθούν, το 1961 το Μουσείο Μοντέρνα Τέχνης του Παρισιού παρουσιάζει τις εικόνες του για την εικονογράφηση της Αποκάλυψης, ενώ το 1966 η έκθεσή του στο μουσείο μοντέρνας της τέχνης της Νέας Υόρκης αφήνει εποχή. Εννοείται ότι και μέχρι το θάνατό του Dali συνέχισε τις ζωγραφικές του προσπάθειες, ενώ παράλληλα δεν κουράστηκε να αιφνιδιάζει και να εντυπωσιάζει τον κόσμο με την πάντα καλά οργανωμένη αυτοδιαφήμιση του.

Με τον Salvador Dali, φυσιογνωμία, αντιφατική και αμφιλεγόμενη, συστηματικό κυνηγό του σκανδάλου και παρανοϊκό από υπολογισμό, πολιτικό αμοραλιστή και δάσκαλο της αυτοδιαφήμισης, κυνικό εκμεταλλευτή κάθε αρχής και αδίστακτο καιροσκόπο, εκκεντρικό και μεγαλομανή, έχουμε αναμφίβολα όχι μόνο το πιο γνωστό δημιουργό του σουρεαλισμού, αλλά και έναν από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής μας. Χωρίς να φτάνει σε καμιά περιοχή τον πρωτεϊκό χαρακτήρα, τον πλούτο της φαντασίας και την εκφραστική δύναμη των προσπαθειών του Picasso, ούτε ακόμα την συνέπεια, την ασφάλεια και την ποίηση των έργων του Miro, των δύο άλλων μεγάλων συγχρόνων συμπατριωτών του, ο Dali είναι πιο γνωστός στο μεγάλο κοινό από αυτούς. Και αυτό όχι τόσο με το έργο του όσο με τη ζωή του, που είναι πάντα επίδειξη και θέατρο, ώστε ολόκληρος ο κόσμος γνωρίζει σήμερα τα τσιγκελωτά μουστάκια του, το μαύρο κοστούμι του με τα πέτα, στα οποία είναι μερικές φορές κεντημένη μία πράσινη μύγα, σιλουέτα γελωτοποιού, για τον οποίο το τσίρκο συνεχίζεται ατελείωτα…

Με τον Dali ουσιαστικά έχουμε ένα δημιουργό που έρχεται να συγκεφαλαιώσει και να εκμεταλλευθεί όλες τις κατακτήσεις της φανταστικής και δαιμονολογικής τέχνης του παρελθόντος και να τις συνδυάσει με τις αναζητήσεις και τους τύπους του σερεαλισμού του παρόντος. Ταυτόχρονα συνδυάζει τη μέθοδο της «παρανοϊκής κριτικής δραστηριότητας» με μια σχολαστική περιγραφική διάθεση, που δίνει κάτι από τη σαφήνεια της φωτογραφίας στα έργα του.

Η απόδοση του κόσμου του υποσυνείδητου με την αντιπαράθεση άσχετων αντικειμένων και τη χρησιμοποίηση αναρίθμητων συμβόλων και αινιγματικών μεταφορών, με τη μεταβολή των στερεών σε ρευστά και τις «διπλές εικόνες»,  με την αναφορά κάθε είδους διαστροφής και τον βιασμό της οργάνωσης του χώρου, αποκτά μία εκπληκτική ενάργεια. Θα μπορούσαμε να πούμε συμπερασματικά ότι η ζωγραφική του Dali διακρίνεται για ένα πολύπλοκο και αντιφατικό θεματικό λεξιλόγιο, μορφικά στοιχεία τα οποία συνδυάζουν τον πιο απαιτητικό ρεαλισμό της παράδοσης με την πιο μεγάλη ελευθερία του παρόντος τεχνική εκτέλεση τέλεια όσο αυτή του Rafael ή του Velasquez,  χρώμα το οποίο συναγωνίζεται την πιο ολοκληρωμένη ζωγραφική σαλονιού,  και χώρο ο οποίος με τον υπερτονισμό της προοπτικής αποκτά σχεδόν μαγικές ιδιότητες.

Τα βήματα της καλλιτεχνικής πορείας του Dali είναι προσάρτηση των τύπων της ακαδημαϊκής παράδοσης στη Σχολή καλών Τεχνών της Μαδρίτης, γνωριμία του κυβισμού και του φουτουρισμού, πολύ πιο βαθιά και μόνιμη επίδραση της «μεταφυσικής ζωγραφικής» και των μορφών του Tanguy και τέλος οι διατυπώσεις του προσωπικού ζωγραφικού του ιδιώματος. Για την ολοκλήρωση του, εκτός από τις διάφορες μορφικές του αφετηρίες, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η μελέτη των έργων του Freud και φιλοσόφων όπως ο Νίτσε, καθώς φαίνεται δε αργότερα ψυχιατρικών και γενικά ιατρικών βιβλίων. Οι προσπάθειές του πριν από το 1926 μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε με ασφάλεια τις αναζητήσεις και τις ανησυχίες του και πολύ περισσότερο τις δυνατότητες του στην αφομοίωση ξένων τύπων.

Το έργο του είναι σημαντικό και πλούσιο. Ταξινομείται σε διάφορες περιόδους όπως αρχικά: «Έργα σαν την αυτοπροσωπογραφία μου», «Την προσωπογραφία του πατέρα μου», «Την αυτοπροσωπογραφία από μέσα στο εργαστήριό μου» που κινείται στις προεκτάσεις του εξπρεσιονισμού. Τόσο στις προσπάθειες αυτές όσο και σε άλλες ανάλογες όπως είναι το «Candaques από το πίσω μέρος» 1921, με την καθαρά σε Σεζανική οργάνωση, «το λιμάνι Alguer» 1924, με το συνδυασμό κυβιστικών και κονστρουβιστικών τύπων και το «Νεκρή φύση Πουριστική» 1924 με τα πουριστικά στοιχεία, αποδεικνύεται η πραγματικά εκπληκτική δυνατότητα του Dali στην προσάρτηση και αφομοίωση κατακτήσεων από κάθε περιοχή. Σημαντικό σταθμό δίνει στην καλλιτεχνική του πορεία η επαφή του με τα έργα του Tanguy, h επιρροή του οποίου προδίδεται χαρακτηριστικά σε έργα σαν το «Cenicitas» 1926-27 και «Το Αίμα είναι πιο γλυκό από το Μέλι» 1927. Με τα έργα αυτά ο Dali θεωρείται ότι αποκτά το δικό του στυλ Dali.

Η εγκατάστασή του στο Παρίσι το 1928 και η σύνδεση του με την Gala το 1929, είναι τα γεγονότα που και εξωτερικά μας δίνουν την αφετηρία γι’ αυτό που μπορεί να ειπωθεί περίοδος του κλασικού στυλ της ζωγραφικής του. Είναι τα χρόνια 1929 έως 1937 όταν ο Dali δίνει τα πιο σημαντικά του έργα, όπως: «Ο αόρατος άνθρωπος» 1929, «ο Συμβιβασμός του Πόθου», 1929, «οι Θείοι Πόθοι» 1929, «Η εμμονή της μνήμης – τα μαλακά ρολόγια» 1931, «Το όνειρο» 1931, «τα μαλακά ρολόγια» 1933, «Αταβισμός του σούρουπου» 1933-34, «η Αφροδίτη της Μήλου με συρτάρια» 1936, «Μαλακή κατασκευή με φασόλια – προγγελία του εμφυλίου πολέμου» 1936, «Ο κανιβαλισμός του φθινοπώρου» 1936-37 και το «προοπτικές» 1936-37.

Από τα πρώτα χαρακτηριστικά έργα αυτής της περιόδου, ο Dali εμφανίζεται με ένα καθαρά προσωπικό ιδίωμα, που βασίζεται σε ένα πολύπλοκο θεματικό και μορφικό λεξιλόγιο και συχνά ένα πλήθος από συμβολικά και μεταφορικά στοιχεία.

Με το έργο του «Η εμμονή της μνήμης – τα μαλακά ρολόγια», έχουμε αναμφίβολα ένα από τα πιο σημαντικά από κάθε άποψη έργα της περιόδου αυτής. Εδώ και σ’ ένα καθαρά ονειρικό τοπίο, το οποίο διατηρεί μόνο στο βάθος δεξιά κάτι από τη φυσιογνωμία του Gadaques (περιοχή όπου κατοικεί συχνά ο Dali), εικονίζονται τέσσερα ρολόγια. Τα τρία από αυτά παρουσιάζονται μαλακά και με τα περιγράμματα σχεδόν ρευστά, το τέταρτο με τη θήκη του στην οποία βρίσκονται μυρμήγκια. Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται τα τρία ρολόγια, στο ένα από τα οποία βρίσκεται και μία μύγα, ρευστά και κολλημένα πάνω στα αντικείμενα, σαν να απομυζούν το χρόνο όπως οι βδέλλες το αίμα, κάνει κυριολεκτικά συγκλονιστική εντύπωση. Με τα ρολόγια εδώ όχι απλά όργανα μέτρησης του χρόνου αλλά σύμβολα προβληματικά και πολυσήμαντα, θέματα της αδυναμίας του ανθρώπου και της ματαιότητας των προσπαθειών του και σε ένα χώρο, όπου τόσο το βαρύ χρώμα του πρώτου επιπέδου όσο και τα μυρμήγκια εισάγουν το θάνατο,  το έργο επιχειρεί να δώσει μία σύνθεση του χρόνου με την αιωνιότητα.

 Posted by at 11:38  Tagged with:
Φεβ 122023
 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

(τι αξιολογείται, από ποιον και για ποιο σκοπό)

(αρκεί να μην κοροϊδευόμαστε…)

 

Στις μέρες μας ο όρος «Αξιολόγηση» ακούγεται παντού και για τα πάντα. Όλοι «Αξιολογούν» όλους, άλλοι γιατί αυτός είναι ο ρόλος τους, άλλοι γιατί αισθάνονται πως αξιολογώντας αποφεύγουν έτσι να αξιολογηθούν και άλλοι γιατί θέλουν να ακολουθήσουν το γενικότερο κλίμα της εποχής. Πολλοί μάλιστα, ιδιαίτερα στις μέρες μας, θέλουν να παρουσιάζουν την Αξιολόγηση ως μέσο «εξόντωσης» των εργαζομένων, από εργαλείο επαγγελματικής τους Ανάπτυξης και Ωρίμανσης που θα ‘πρεπε να είναι.

Η Αξιολόγηση είναι κάτι καινούριο; Είναι κάτι που επιβάλλεται; Ποιοι είναι, ή καλύτερα, ποιοι θα πρέπει να είναι οι σκοποί της; Χρειάζεται σχεδιασμό και μέθοδο για να υλοποιηθεί; Από ποιους και με ποιες εγγυήσεις μπορεί να εφαρμοστεί;

Η έννοια της Αξιολόγησης είναι ευρεία και ο καθένας μπορεί να δώσει έναν ορισμό ανάλογα με τη θεωρητική βάση από την οποία προσεγγίζει το θέμα ή τον τομέα στον οποίο αναφέρεται. Η Αξιολόγηση μπορεί να είναι θεσμοθετημένη από την πολιτεία, μπορεί όμως να στηρίζεται σε άγραφους κανόνες ή να προκύπτει από εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να γίνεται συνεχώς καλύτερος ως άτομο ή ως μέλος του συνόλου.

Αξιολόγηση μπορεί να κάνει το ίδιο το άτομο στον εαυτό του (Αυτοαξιολόγηση), προκειμένου να σταθμίσει τις δυνάμεις του, να επαναπροσδιορίσει τη στάση του, να ανανεώσει τον τρόπο δράσης του σε σχέση με τον εαυτό του ή το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και εργάζεται. Η Αξιολόγηση μπορεί άτυπα να γίνει στο άτομο και από το περιβάλλον, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα, φίλους, συναδέλφους κλπ. Το άτομο ενδιαφέρεται για τη γνώμη των άλλων γι’ αυτό και η καλοπροαίρετη κριτική πάντα δημιουργεί προβληματισμό σ’ αυτό.

Η Αξιολόγηση από αρχαιοτάτων χρόνων είναι συνυφασμένη με την επαγγελματική ανάπτυξη και σταδιοδρομία του ατόμου. Ο «καλός», κατά κοινή ομολογία, τεχνίτης ήταν (και είναι) καταξιωμένο μέλος στην κοινωνική ομάδα. Όλοι ήθελαν (και θέλουν) τον «καλό εργάτη» στη δουλειά τους. Αυτό όμως μπορούσε να δημιουργήσει στο άτομο που θεωρείτο «καλό» στην εργασία του αλαζονική συμπεριφορά. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η έννοια του «καλού» δεν είναι κάτι στατικό και ότι και οι άλλοι μπορούν να γίνουν «καλύτεροι» με κατάλληλη βοήθεια, επαναπροσδιορισμό των στόχων τους και επανεκπαίδευση.

Με λίγα λόγια ταξινομώντας όσες γνώμες βρει κάποιος για την Αξιολόγηση, διακρίνει κυρίως δύο αντιτιθέμενες αντιλήψεις.

Στην πρώτη αντίληψη, που συνδέεται με μια συντηρητική ιδεολογία, τη διαφύλαξη δηλαδή απαράγραπτων ιδεών και αρχών, τον ανταγωνιστικό τρόπο ζωής και την επιλογή των αρίστων (αυταρχικό – ελιτίστικο μοντέλο), οι εκλεκτοί επικρατούν. Με την ενεργητικότητα και τις ικανότητές τους ορθά επιβάλλονται, ωφελούνται οι ίδιοι αλλά ωφελούν και τους άλλους. Ο διαρκής και αυστηρός έλεγχος των υφισταμένων είναι βασικό γνώρισμα αυτής της αντίληψης, με στόχο τα καλύτερα αποτελέσματα, τις διαρκείς προσπάθειες των πολλών και την ευημερία του συνόλου.

Η δεύτερη αντίληψη ξεκινά από τις θέσεις: ανέλιξη του συνόλου, άρση των ανισοτήτων, συνεργατική προσπάθεια, βοήθεια των μη προνομιούχων, ενθάρρυνση των αδυνάτων, βελτίωση του συλλογικού έργου, αύξηση της αποτελεσματικότητας – παραγωγικότητας και βέβαια αξιολόγηση μόνο των μετρήσιμων στοιχείων του παραγόμενου έργου του αξιολογουμένου (προγραμματισμός, πορεία έργου – εφαρμογή, σπουδές, κυρίως δε τα αποτελέσματα της προσπάθειας), αποφυγή κρίσεων μη μετρήσιμων στοιχείων – γενικών αφορισμών (π.χ. ευσυνειδησία, ήθος κλπ). Τελικός στόχος σ’ αυτό το συλλογικό, αντιαυταρχικό, χειραφετικό μοντέλο αξιολόγησης είναι η ευημερία και η πρόοδος του συνόλου.

Στην πρώτη περίπτωση η Αξιολόγηση βασίζεται περισσότερο σ’ ένα μηχανιστικό μοντέλο, όπου τα πάντα είναι μετρήσιμα, ακόμη και η προσωπικότητα του ανθρώπου και «καλός» είναι εκείνος που συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο βαθμό.

Στην δεύτερη περίπτωση, η Αξιολόγηση βασίζεται σ’ ένα κριτικό – αναπτυξιακό μοντέλο, όπου όλοι είναι «εν δυνάμει» ικανοί και το άτομο αντιμετωπίζεται ως μία προσωπικότητα διαρκώς εξελισσόμενη.

Στον χώρο των Επιχειρήσεων το παραγόμενο προϊόν μπορεί εύκολα να μετρηθεί, π.χ. ο εργάτης που παράγει περισσότερα μέτρα ύφασμα της ίδιας ποιότητας και στον ίδιο χρόνο, είναι «καλύτερος» από πριν ή από κάποιον άλλο. Πως μπορεί όμως να θεωρηθεί ένας Εκπαιδευτικός «καλύτερος»; Πως μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά το «προϊόν» που παράγει; Ποια κριτήρια καθορίζουν την «αξία» του προϊόντος αυτού;

……………………………………………………………………………………………

Αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια ειδυλλιακή εικόνα από μία αίθουσα διδασκαλίας, όπου όλα λειτουργούν με απόλυτη αρμονία και το μόνο που κυριαρχεί είναι η αναζήτηση της Γνώσης μεταξύ μαθητών και Δασκάλου, σε συνθήκες Ανθρώπινης και σε βάθος Επικοινωνίας, τότε και μόνο η αναφορά στη λέξη Αξιολόγηση θα αμαύρωνε την εικόνα αυτή.

Από τη στιγμή που ο καθηγητής διαφοροποιεί τους μαθητές, μοιράζοντάς τους ορισμένους βαθμούς – ετικέτες που εκφράζουν αριθμητικά την επίδοση του καθενός, ο σεβασμός και η αγάπη προς αυτόν πολύ συχνά διαβρώνονται από παράπονα και μνησικακίες, ενώ η σύμπνοια μεταξύ των μαθητών δηλητηριάζεται από την αμοιβαία καχυποψία, το φθόνο και την ανταγωνιστική νοοτροπία. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μ’ ένα σύστημα «βαθμολόγησής» τους με το οποίο ένας εκπαιδευτικός ανάλογα με το «βαθμό» θα κρίνεται και θα συγκρίνεται η επαγγελματική του σταδιοδρομία αλλά ίσως και η αμοιβή του. Ικανός θα είναι εκείνος που θα δίνει μια καλή παράσταση ενώπιον των Αξιολογητών του ή εκείνος που καθημερινά, σιωπηλά και με Αξιοπρέπεια, προσφέρει αγόγγυστα και τις περισσότερες φορές αβοήθητος τον εαυτό του στους μαθητές του;

……………………………………………………………………………………………

Η Αξιολόγηση είναι κάτι ευρύτερο από τη Βαθμολόγηση. Βαθμολόγηση είναι η αριθμητική έκφραση της προσπάθειας του ατόμου, ενώ Αξιολόγηση είναι η στάθμιση των δυνατοτήτων που διαθέτει το άτομο, της προσπάθειας που καταβάλλει και βέβαια των αποτελεσμάτων που πετυχαίνει. Επιπλέον με την αξιολόγηση σταθμίζεται το έργο του εκπαιδευτικού και γενικότερα, η προσφορά του σχολείου. Επομένως έστω κι αν στην καθημερινή πράξη τείνουμε να ταυτίσουμε την έννοια της αξιολόγησης με την έννοια της βαθμολόγησης, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μια διαδικασία ορθολογικής και εύστοχης αξιολόγησης, είναι όχι μόνο εκδήλωση έμπρακτης δικαιοσύνης αλλά και βασική προϋπόθεση αυτογνωσίας για τον εκπαιδευτικό ως άτομο και για το σχολείο ως σύστημα.

……………………………………………………………………………………………

Η Επιλογή των Άξιων και των Αξιότερων

 

Στη βάση των κριτηρίων, τα οποία θεσπίζουν οι άνθρωποι, γίνεται η επιλογή των άξιων, των ικανών, των αξιότερων, σε σχέση με τους λιγότερο άξιους ή τους υποδεέστερους. Η επιλογή αυτή αποτελεί κανόνα ζωής και έχει καταδειχθεί στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά και σ’ αυτή του φυτικού και ζωικού βασιλείου, όπου εκεί βέβαια κυριαρχούν οι νόμοι της Βιολογίας και το ένστικτο,  ότι όταν παραβιάζεται, οι συνέπειες είναι οδυνηρές και αναπόφευκτες. Εάν περιοριστούμε στις ανθρώπινες κοινωνίες, θα αναγκαστούμε να θέσουμε το ζήτημα της αξιοκρατίας (την αρχή των αξιότερων) και της μετριοκρατίας (την αρχή των μετρίων). Είναι κοινώς αποδεκτό πως επιλέγοντας τους αξιότερους το κοινωνικό σύνολο ωφελείται. Αλλά και από τους αξιότερους πάλι μπορούμε να επιλέξουμε τους αξιότερους κ.ο.κ.

Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως η Κοινωνία έχει ανάγκη τη συμβολή όλων των μελών της για να εξελιχθεί και να προοδεύσει. Κάνοντας αυτό το διαχωρισμό των ανθρώπων σε «αξιότερους» – «μέτριους» ή «κακούς», πρέπει παράλληλα να αναθεωρούμε και τα κριτήρια της αξιολόγησης. Αν μπορούσαμε να κατατάξουμε τους ανθρώπους με βάση π.χ την επαγγελματική τους επιλογή, σε μια κατανομή όμοια με αυτή των φυσικών μεγεθών (καμπύλη GAUSS), θα παρατηρούσαμε πως οι «Αξιότεροι» καταλαμβάνουν μια μικρή περιοχή στο «άκρο» της κατανομής, οι «Μέτριοι» το μεγαλύτερο μέρος της «συνωστισμένοι» γύρω από τον άξονα του μέσου όρου και οι «κακοί» βέβαια το άλλο άκρο της. Οι Αξιότεροι βέβαια είναι πολύ ωφέλιμοι, όπως κατά τη γνώμη μας και οι «κακοί» ως μέλη του συνόλου (άλλωστε η ύπαρξη των αξιοτέρων στην όποια κατανομή, οφείλεται στην ύπαρξη των υπολοίπων). Οι «μέτριοι» όμως είναι πολυπληθέστεροι και ως εκ τούτου «επικρατέστεροι».

Εδώ είναι που τίθεται το κύριο ερώτημα σχετικά με το ρόλο της αξιολόγησης. Αξιολόγηση είναι ένα σύστημα που απλά κατανέμει τους ανθρώπους με μαθηματικό τρόπο και τους τοποθετεί, τον καθένα σε συγκεκριμένη θέση, σε μια ημιτονοειδή καμπύλη, ή ένα σύστημα δυναμικό που βοηθά τους ανθρώπους να κινούνται μέσα στην όποια κατανομή αλλά και να εξελίσσουν τον ίδιο τους τον εαυτό, να αναπτύσσονται, να ωριμάζουν. Έτσι ο άξιος θα μπορεί να γίνει αξιότερος αλλά όχι «περιθωριοποιημένος» από το σύνολο, οι μέτριοι ή οι ¨κακοί¨ θα μπορούν να γίνουν άξιοι κ.ο.κ. Επίσης ο καθένας θα μπορεί να αξιολογείται σε σχέση με τον εαυτό του σε διάφορα στάδια της Προσωπικής και Επαγγελματικής του ανάπτυξης. Η Αξιολόγηση μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί ως μοχλός για την εξέλιξη του ανθρώπου και της κοινωνίας και κάθε οργανισμός που εξελίσσεται είναι ζωντανός και μπορεί να προσβλέπει στο μέλλον.

………………………………………………………………………………………………………………

            Αν τελικά επιλέξουμε την αξιολόγηση ως εργαλείο εξέλιξης ατομικής, επαγγελματικής και τελικά κοινωνικής, νομίζω θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και να μην κοροϊδευόμαστε… πως θα προσδιορίσουμε τα κριτήρια για μια οριζόντια αξιολόγηση. Στο μυαλό μου έρχεται η εικόνα της αξιολόγησης των ζώων του δάσους που βρίσκονται μπροστά από τον αξιολογητή τους και τα καλεί να αξιολογηθούν στην αναρρίχηση στο δέντρο, όπου μόνο η μαϊμού ή η γάτα μπορούν ν ανέβουν. Ειλικρινά δεν έχω καταλάβει πως κάποιος θεωρείται «άξιος» να αξιολογήσει κάποιον άλλο, αν η «αξιοσύνη» του αυτή συνίσταται στην συλλογή κάποιον τίτλων, όπως θα μπορούσαν να είναι ας πούμε το κομματικό διδακτορικό (αυτό που προσφέρεται από τον κομματικά προσκείμενο καθηγητή σε κάποιον κομματικά φίλο φοιτητή ή αυτό που απέκτησε κάποιος πληρώνοντας αδρά σε κάποιο, συνήθως ιδιωτικό, ίδρυμα του εξωτερικού, που κατά την γνώμη μου περισσότερο διαμορφώνει συνειδήσεις παρά προσφέρει γνώσεις και δεξιότητες για την βελτίωση του κοινωνικού συνόλου), ή αυτός που λείπει από την υπηρεσία του για 5-8 χρόνια και ξαφνικά με συνολική προϋπηρεσία ούτε 5 χρόνια στην πρώτη γραμμή της τάξης, επιστρέφει ένα πρωί ως «αξιολογητής», διορισμένος από τον μπατζανάκη του που πανηγύριζε μετά τις εκλογές στο σύνταγμα και με ύφος 100 καρδιναλίων, διότι πέρα από τα 7 χρόνια που μοίραζε ερωτηματολόγια για το διδακτορικό του, ασκούσε διοίκηση για άλλα 20 χρόνια, μας υπέδειξε τους άξονες της αξιολόγησης «διαθεματικότητα, δημιουργική εργασία, έρευνα» και τέλος. Δεν μας έλεγε τουλάχιστον πώς να το κάνουμε; Και να φανταστεί κανείς πως γι αυτές τις τρεις λέξεις έκανε τόσα χρόνια έρευνα (μακριά από την αίθουσα), και φυσικά πληρώνεται ανάλογα.

            Υπάρχει βέβαια ο απλός τρόπος. Βάζω τη «νόρμα», το καλούπι που συνήθως κάποιοι άλλοι (ξέρουμε ποιοι) ανακάλυψαν, (γιατί δεν θα ανακαλύψουμε εμείς την πυρίτιδα) και όποιος χωράει σ αυτήν είναι ο άξιος και η ζωή του είναι στρωμένη ροδοπέταλα, ενώ όποιος δεν χωράει, στην πυρά, ή σε κανα ΕΠΑΛ…(που λέει ο λόγος).

            Δεν σοβαρευόμαστε λέω εγώ… μας πήρανε χαμπάρι…