Αρχαία ελληνική μυθολογία

Μειξογενή Όντα-Θεοί και Δαίμονες

ΘΑΝΑΤΟΣ (φτερωτός δαίμονας)





1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16

 

Πηγαίνω τώρα με αυτό το κοφτερό σπαθί μου
να την αγγίξω. Και, καθώς πολύ καλά γνωρίζεις,
ανήκει πια εις τους θεούς του Άδου, όποιος τύχει
να του αγγίξει τα μαλλιά αυτή μου η ρομφαία.
(Ευρ., Άλκ. 72-76, μετ. Γ. Β. Τσοκόπουλος [διασκευή])

 

O Θάνατος είναι γιος της Νύκτας —Κι η Νύχτα γέννησε […] τον Θάνατο και γέννησε τον Ύπνο και τη γενιά των Ονείρων (και τους γέννησε χωρίς να κοιμηθεί με κανέναν η μαύρη Νύχτα) (Ησ., Θεογ. 212)· ή της Νύκτας και του Ερέβους ή του Αστρέα ή της Γαίας και του Τάρταρου. Πιστευόταν ότι, όπως και ο Ύπνος, αναδύεται από έναν τόπο σκοτεινό, τη χώρα του πατέρα του, του Ερέβους, πέρα από τον ανατέλλοντα ήλιο, στο άρμα της μητέρας του Νύκτας (Ησ., Θεογ. 736-766δεσμός). Όμως, ενώ ο Ύπνος είναι μειλίχιος και γλυκός και παραλύει προσωρινά τις αισθήσεις φέρνοντας τον ύπνο που απαλλάσσει από τα βάσανα και σκορπώντας τα όνειρα, ο Θάνατος αφαιρεί οριστικά τις αισθήσεις —κι όποιον αρπάξει απ’ τους ανθρώπους δεν τον αφήνει—, γι’ αυτό και λεγόταν ότι έχει καρδιά από σίδερο και ψυχή χάλκινη κι ανελέητη μέσα στα στήθια του, κι είναι εχθρός ακόμα και στους αθάνατους θεούς. (Ησ., Θεογ. 765-766). Ωστόσο, ενίοτε, και ιδιαίτερα από τους τραγικούς, ο Θάνατος χαρακτηρίζεται ως ευεργέτης και γιατρός, γιατί απαλλάσσει τους ανθρώπους από τις αρρώστιες και τους πόνους. Η σχέση του Θανάτου με τον αδελφό του Ύπνο φανερώνεται και από μια φράση του σοφιστή Γοργία που, μεγάλος και αδύναμος, είπε σε φίλο του επισκέπτη ο οποίος ενδιαφέρθηκε για την υγεία του και τον ρώτησε τι κάνει: Ο Ύπνος αρχίζει να με παραδίδει στον αδελφό του (Αιλ. 2.34). Πάντως, αν συσχετίζεται με τον Ύπνο είναι γιατί ο φτερωτός θεός του μόνιμου ύπνου έρχεται ήπια, σε αντίθεση με τις αιμοδιψείς Κήρες, θεότητες της σφαγής και του λοιμού —σε αυτές προσωποποιείται ο βίαιος θάνατος. [Εικ. 1, 2]

Ο Θάνατος εμφανίζεται και ως δρων πρόσωπο στο δράμα. Πρώτος τον χρησιμοποίησε ο Φρύνιχος στη χαμένη τραγωδία του Άλκηστις και ο Ευριπίδης, στη δική του Άλκηστη, τον βάζει να μάχεται με τον Ηρακλή και τον παρουσιάζει πικρό, αλόγιστο, άκριτο, λυπηρό, κακό δαίμονα, βασιλιά των νεκρών, που φορά μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά. [Εικ. 3] Ο Φερεκύδης, μόνο αυτός, μαρτυρεί μια περιπέτεια του Θανάτου, που θα μπορούσε να είναι θέμα ή επεισόδιο κωμωδίας ή σατυρικού δράματος. Όταν ο Σίσυφος μαρτύρησε στον Ασωπό ποταμό την αρπαγή της κόρης του Αίγινας από τον Δία, ο Ολύμπιος θύμωσε και έστειλε τον Θάνατο για να τον τιμωρήσει. Όμως ο Σίσυφος τον έδεσε και κανένας δεν πέθαινε, μέχρι που τον έλυσε ο Άρης. Ο Σίσυφος μηχανεύτηκε ακόμη ένα τέχνασμα για να αποφύγει τον Θάνατο, αν και αυτή τη φορά πήγε να ξεγελάσει τον ίδιο τον θεό του Κάτω Κόσμου. Ζήτησε από τη γυναίκα του, όταν πεθάνει, να μην του αποδώσει τιμές και να μην τον θάψει, ώστε ο Άδης να μην μπορεί να τον κάνει δεκτό στον κάτω κόσμο. Ψευδόμενος ότι αυτό έγινε με πρωτοβουλία της συζύγου του, έπεισε τον Άδη να τον στείλει πίσω για να τακτοποιήσει το θέμα. Ο Σίσυφος επέστρεψε στην Κόρινθο, φυσικά δεν τακτοποίησε το θέμα αλλά όταν πέθανε σε βαθιά γεράματα και έφτασε στον κάτω κόσμο, οι θεοί τον τιμώρησαν. Τόσο για το ξεγέλασμα του Θανάτου όσο και του Άδη οι μυθογράφοι αναφέρουν την ίδια τιμωρία: Για να μην αποδράσει ξανά ο βασιλιάς της Κορίνθου, τον έβαλαν να κουβαλάει στην πλάτη του ένα βράχο, να τον ανεβάζει στην κορυφή ενός όρους από μιαν απόκρημνη πλαγιά και να τον ξανακουβαλά ακολουθώντας την ίδια διαδρομή, γιατί κάθε φορά που πλησίαζε στο τέρμα η πέτρα κυλούσε προς τα κάτω. Έτσι, ο Σίσυφος ήταν υποχρεωμένος να σκαρφαλώνει ακατάπαυστα με την πέτρα στην πλάτη και να ξανακατεβαίνει για να την πιάσει.

Στην Ιλιάδα ο Θάνατος εμφανίζεται, με εντολή του Δία στον Ερμή, για να παραλάβει το πτώμα του Σαρπηδόνα και να το μεταφέρει στη Λυκία, μαζί με τον αδελφό του Ύπνο:

και στείλε τον με οδηγούς ταχείς τα διδυμάρια
τον Ύπνον και τον Θάνατον να τον ξεπροβοδήσουν,
ως να τον θέσουν στον λαόν της κάρπιμης Λυκίας,
όπου αδελφοί και συγγενείς θα του σηκώσουν τάφον
και στήλην, μόνον χάρισμα που των νεκρών ανήκει

(Ιλ., Π 671-675).

Το ίδιο γίνεται και στην Άλκηστη του Ευριπίδη:

Δεν βλέπεις; Κάποιος έρχεται κοντά μου να με πάρει.
Εις στα παλάτια των νεκρών κάτω σιγά με σέρνει
είναι θεός με τα φτερά. Τα μάτια του πετούνε
κάτω από τα βλέφαρα αγριεμένο βλέμμα.

(Ευρ., Άλκ. 259-263, μετ. Γ. Β. Τσοκόπουλος).

[Εικ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16]

Στην αγγειογραφία αποτυπώνεται ως ένας φτερωτός, γενειοφόρος, μεγάλης ηλικίας άνδρας, και πολύ σπάνια ως αγένειος νέος. Συχνά παρασταίνεται μαζί με τον αδελφό του, τον Ύπνο. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στη λάρνακα που ο Κύψελος είχε αφιερώσει στο Ηραίο της Ολυμπίας περιστανόταν και μια γυναίκα που στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα παιδί λευκό και στο άλλο ένα μαύρο· οι επιγραφές, λέει ο Παυσανίας, αλλά και το ίδιο το έργο φανέρωναν ότι πρόκειται για τη Νύκτα που, σαν τροφός, κρατά τα παιδιά της, τον Ύπνο και τον Θάνατο (Παυσ. 5.18). Στη ρωμαϊκή γλυπτική ο Θάνατος παριστάνεται νέος να κρατά ανεστραμμένο δαυλό, φέρει στεφάνι ή με πεταλούδα (συμβολίζει την ψυχή του νεκρού).

Στον Θάνατο οι θνητοί δεν αφιερώνουν βωμούς —συ μονάχα / δεν πείθεσαι στις προσευχές και τις παρακλήσεις (Ορφ. Ύμν.)— και ελάχιστα πράγματα του προσφέρονται, γιατί η θεότητα αυτή ούτε θέλει, ούτε δέχεται δώρα. Μόνο στην περιοχή των Γαδείρων, στο έσχατο άκρο της Ευρώπης, οι κάτοικοι είναι τόσο θρησκευόμενοι που έχουν ιδρύσει βωμό προς τιμή του Γήρατος και, μόνοι αυτοί από όλους τους ανθρώπους, υμνούν τον Θάνατο με παιάνες Τὰ δὲ Γάδειρα κεῖται μὲν κατὰ τὸ τῆς Εὐρώπης τέρμα, περιττοὶ δέ εἰσι τὰ θεῖα· γήρως οὖν βωμὸν ἵδρυνται καὶ τὸν θάνατον μόνοι ἀνθρώπων παιωνίζονται […], (Φιλόστρ., Βίος Απολλ. Τυαν. 5.4).


Σχετικά λήμματα

ΑΛΚΗΣΤΗ, ΑΡΗΣδεσμός, ΑΣΩΠΟΣ, ΓΗΡΑΣ, ΕΡΜΗΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΗΡΕΣ, ΝΥΚΤΑ, ΟΝΕΙΡΟΣ, ΣΑΡΠΗΔΟΝΑΣδεσμός, ΥΠΝΟΣ