προηγούμενη επόμενη

Αρχαία ελληνική μυθολογία

ΗΡΑΚΛΗΣ

Δωδέκατος άθλος, Ο Κέρβερος

Ο Ηρακλής και ο Κέρβερος. Ψηφιδωτό από τη Liria, Valencia, περίπου 200-250 π.Χ.



 

χάρτης 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36

Δεύτερο γέννησε [η Έχιδνα] τον ακαταμάχητο, τον ακατανόμαστο, τον σαρκοβόρο Κέρβερο, τον σκύλο του Άδη τον χαλκόφωνο, με τα πενήντα κεφάλια, ανήλεο και κρατερό. (Ησ., Θεογ. 310-311)

Για τελευταίο άθλο ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του φέρει τον σκύλο του Άδη Κέρβερο.

Ο σκύλος του Άδη Κέρβερος θεωρείται γιος της Έχιδνας και του Τυφώνα, αδελφός του τερατόμορφου σκύλου Όρθρου, της Λερναίας Ύδρας, του Λιονταριού της Νεμέας. Είχε τρία σκυλίσια κεφάλια —ο Ευριπίδης τον αποκαλεί τρισώματον και τρίκρανον—, ή πενήντα, ή εκατό, τα τρία μπροστά ήταν σκυλίσια, τα υπόλοιπα στη ράχη του διαφόρων ζώων, η ουρά ήταν φαρμακερού φιδιού. Αλυσοδεμένος στην είσοδο του Κάτω Κόσμου, έτρωγε ωμό κρέας, τρομοκρατούσε τις ψυχές κατά την είσοδό τους και απαγόρευε την είσοδο σε οποιοδήποτε ζωντανό, [47] κυρίως όμως την έξοδο στον πάνω κόσμο. [Εικ. 1, 2] Μόνο ο Ορφέας τον μάγεψε με τη μουσική του, όταν κατέβηκε στον κάτω κόσμο αναζητώντας τη γυναίκα του Ευρυδίκη. [Εικ. 3, 4] Αυτόν, λοιπόν, τον σκύλο ζήτησε ο Ευρυσθέας να του φέρει ο Ηρακλής μέσα στα πλαίσια της δουλικής υπηρεσίας απέναντί του για τον ακούσιο φόνο των παιδιών που είχε αποκτήσει από τη Μεγάρα. [Εικ.  5, 6, 7 8 9]

Ο Ηρακλής, πριν αναχωρήσει για το ακρωτήριο Ταίναρο της Λακωνίας (κατά άλλους για την Ηράκλεια του Πόντου), όπου βρισκόταν το στόμιο που οδηγεί στον Άδη, πήγε στην Ελευσίνα, για να εξαγνιστεί από τον φόνο των Κενταύρων και μετά να μυηθεί στα μυστήρια που δίδασκαν τους τρόπους να φτάσει κανείς με ασφάλεια στον Κάτω Κόσμο μετά τον θάνατό του. Καθαρμένος και μυημένος άρχισε την κατάβαση στον Κάτω Κόσμο. Με εντολή του Δία τού παραστέκονταν ο Ερμής και η Αθηνά. Ο Ηρακλής συνάντησε διάφορους νεκρούς που στο πέρασμά του εξαφανίζονταν, εκτός από τη Γοργόνα Μέδουσαέξω και τον Μελέαγρο. Τράβηξε το σπαθί του εναντίον της Μέδουσας και θέλησε να τοξεύσει τον Μελέαγρο. Για την πρώτη ο Ερμής τον προειδοποίησε ότι επρόκειτο απλώς για σκιά. Ο δεύτερος τον πλησίασε και με τη συγκινητική του ιστορία για τη ζωή και τον θάνατό του αφόπλισε τον Ηρακλή που δάκρυσε. Τότε ήταν που του υποσχέθηκε ότι θα παντρευόταν μια αδελφή του, αν υπήρχε καμία ζωντανή. Έτσι δεσμεύτηκε να παντρευτεί τη Δηιάνειρα. Στη σκοτεινιά του Κάτω Κόσμου συνάντησε και τους ζωντανούς αιχμάλωτους Θησέα [Εικ. 537] και Πειρίθοο και τον μαρτυριάρη Ασκάλαφοέξω που τον απάλλαξε από το μαρτύριο που του είχε επιβάλει η Δήμητρα για τιμωρία, να είναι δηλαδή φυλακισμένος κάτω από έναν πελώριο βράχο, κυλώντας τον πέρα (Απολλόδ. 1.5.3). Συνάντησε και τον βοσκό των κοπαδιών του Κάτω Κόσμου Μενοίτη που θα τον σκότωνε αν δεν μεσολαβούσε η Περσεφόνη. Και θα τον σκότωνε, γιατί ο Μενοίτης προσπάθησε να τον εμποδίσει από το να σφάξει μερικά ζώα από τα κοπάδια του Άδη, για να δώσει λίγη ζωή στους νεκρούς με το αίμα που θα χυνόταν και θα έπιναν οι νεκροί — όπως είχε κάνει ο Οδυσσέας (Οδ. λ-Νέκυια). Ο Μενοίτης τη γλύτωσε με σπασμένα αρκετά από τα πλευρά του.

Όταν έφτασε μπροστά στον Πλούτωνα, του ζήτησε τον Κέρβερο, κι εκείνος του επέτρεψε να τον πάρει, με την προϋπόθεση να τον δαμάσει χωρίς να χρησιμοποιήσει ασπίδα ή σιδερένια όπλα, φορώντας μόνο τον θώρακα και τη λεοντή του. Ο ήρωας βρήκε τον Κέρβερο στις πύλες του Αχέρονταέξω και, προφυλαγμένος καλά από τον θώρακά του και τυλιγμένος καλά με τη λεοντή σαν ασπίδα, τύλιξε τα μπράτσα του γύρω από το κεφάλι του σκύλου και δεν σταμάτησε να το κρατά και να το σφίγγει, μέχρι που κατέβαλε τον σκύλο, αν και δεχόταν φοβερές τσιμπιές από το φίδι που βρισκόταν στην ουρά του Κέρβερου, σαν σκορπιός. Αφού, λοιπόν, τον έπιασε, κουβάλησε το λάφυρό του επιχειρώντας, με τη βοήθεια της Αθηνάς, την ανάβαση από την Τροιζήνα ή από το ιερό του Κλύμενου στην Ερμιόνη της Αργολίδας ή στο Λαφύστιο όρος της Βοιωτίας ή από ένα στόμιο στη χερσόνησο Αχερουσιάδα στην Ποντική Ηράκλεια. Και καθώς ο Κέρβερος ήταν συνηθισμένος μόνο στα σκοτάδια, μόλις βγήκαν έξω, θαμπώθηκε από τον ήλιο και έβγαλε από το στόμα του χολή που έπεσε στη γη· σ’ εκείνο το σημείο φύτρωσε το δηλητηριώδες φυτό ακόνιτο. Επιπλέον, στην Ολυμπία έλεγαν πως ο Ηρακλής έφερε από τον Άδη την άσπρη λεύκα, το μοναδικό ξύλο που επιτρεπόταν στις θυσίες για τον Δία.

Μέχρι τις Μυκήνες, απ’ όπου περνούσε ο Ηρακλής με τον Κέρβερο, γυναίκες και παιδιά τρόμαζαν από το τέρας με τα μάτια που πετούσαν αστραπές. Τόσο τρόμαξε και ο Ευρυσθέας στη θέα του σκύλου που κρύφτηκε μέσα στο χάλκινο πιθάρι που το είχε για καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου — εκεί κατέφυγε και όταν ο Ηρακλής τού έφερε τον Ερυμάνθιο κάπρο. Και είτε ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να επιστρέψει τον Κέρβερο πίσω στον Άδη είτε το αποφάσισε μόνος του ο ήρωας, γιατί δεν ήξερε τι να τον κάνει. Άλλοι λένε ότι ελευθέρωσε τον Κέρβερο στην πηγή Κυνάδρα, στον δρόμο από το Ηραίο προς τις Μυκήνες, και μόνος του ο Σκύλος του Άδη κατέβηκε στον τόπο του. Από τότε η πηγή ονομάστηκε ὕδωρ ἐλευθέριον απ’ όπου έπιναν οι δούλοι που απελευθερώνονταν (Ησύχιος). Και ο Παυσανίας (2.17.1): Μυκηνῶν δὲ ἐν ἀριστερᾷ πέντε ἀπέχει καὶ δέκα στάδια τὸ Ἡραῖον. ῥεῖ δὲ κατὰ τὴν ὁδὸν ὕδωρ Ἐλευθέριον καλούμενον: χρῶνται δὲ αὐτῷ πρὸς καθάρσια αἱ περὶ τὸ ἱερὸν καὶ τῶν θυσιῶν ἐς τὰς ἀποῤῥήτους [Ύστερα από δεκαπέντε στάδια, αριστερά από τις Μυκήνες, βλέπει κανείς το Ηραίοέξω. Δίπλα στον δρόμο κυλά μικρό ποτάμι που λέγεται Ελευθέριο. Οι ιέρειες χρησιμοποιούν τα νερά του για καθαρμούς και για τις θυσίες που είναι απόρρητες].

Αυτός ήταν ο ένατος άθλος του Ηρακλή και αναφέρεται ήδη στον Όμηρο (Ιλ. Θ 366 κ.ε., Οδ. λ 623 κ.ε.).

Μια πιο ορθολογιστική ερμηνεία θέλει τον Κέρβερο πραγματικό σκύλο που μαζί με τον άλλο σκύλο, τον Όρθρο φύλαγαν τα κοπάδια του Γηρυόνη. Ο Ηρακλής σκότωσε τον Όρθρο και παρέδωσε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα. Του τον ζήτησε ένας γείτονάς του, ο Μολοττός, αλλά ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να του τον δώσει. Γι’ αυτό και εκείνος έβαλε τους βοσκούς του να τον κλέψουν και να τον κλείσουν σε σπηλιά του βουνού στο Ταίναρο μαζί με σκύλες θηλυκές για να αναπαραχθεί. Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του βρει τον πολύτιμο σκύλο. Εκείνος περιπλανήθηκε σε όλη την Πελοπόννησο μέχρι που τον βρήκε, κατέβηκε στο σπήλαιο και μετά ανέβηκε μαζί με τον Κέρβερο και τον παρέδωσε στον κύριό του — ἔλεγον οὖν οἱ ἄνθρωποι "διὰ τοῦ ἄντρου καταβὰς εἰς Ἅιδου Ἡρακλῆς ἀνήγαγε τὸν κύνα" (Παλαίφατος 39).

Ο Παυσανίας, μεταφέροντας και απόψεις άλλων, δίνει επίσης ορθολογιστική ερμηνεία στον μύθο αλλά διαφορετική: Σε κάποια ελληνικά ποιήματα αναφέρεται ότι ο Ηρακλής έβγαλε σε αυτό το μέρος [Ταίναρο] στην επιφάνεια τον σκύλο του Άδη, αν και δεν υπάρχει στη σπηλιά ούτε πέρασμα που να οδηγεί κάτω από το έδαφος, ούτε είναι εύκολο να πεισθεί κανείς πως υπάρχει κάποιος υποχθόνιος χώρος, όπου συγκεντρώνονται οι ψυχές. Όμως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος βρήκε μια λογικοφανή ερμηνεία διατεινόμενος πως υπήρχε στο Ταίναρο ένα φοβερό φίδι που είχε ονομασθεί Σκύλος του Άδη, γιατί όποιον δάγκωνε πέθαινε κεραυνοβόλα από το δηλητήριο. Λέει πως αυτό το φίδι έφερε στον Ευρυσθέα ο Ηρακλής. Ο Όμηρος, ο οποίος ονόμασε πρώτος Σκύλο του Άδη το πλάσμα που έφερε ο Ηρακλής, ούτε ιδιαίτερο όνομα του έδωσε ούτε το παρουσίασε σαν πολλαπλό ον, όπως η Χίμαιρα. Κέρβερο τον ονόμασαν οι μεταγενέστεροι και, ενώ κατά τα άλλα το παρουσίασαν σαν σκύλο, είπαν πως ήταν τρικέφαλος. Ο Όμηρος δεν το προσδιόρισε σαν σκύλο, τον σύντροφο του ανθρώπου, αλλά θα μπορούσε να είναι και φίδι που το ονόμασε απλώς Σκύλο του Άδη. (Παυσ. 3.25.5-6)

[Εικ. 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36]

Συναντήσεις στον Κάτω Κόσμο

Όταν ο Ηρακλής έφτασε κοντά στις πύλες του Άδη, βρήκε τον Θησέα και τον Πειρίθοο που ζωντανοί είχαν κατεβεί στον Κάτω Κόσμο. Και τούτο έγινε γιατί οι δυο φίλοι είχαν ορκιστεί να δώσουν ο ένας στον άλλο για γυναίκα του μια κόρη του Δία. Έτσι, ο Πειρίθοος βοήθησε τον Θησέα να απαγάγει τη δωδεκαετή Ελένη και σε ανταπόδοση ο Θησέας συνόδευσε τον φίλο του στο σπίτι της κόρης που είχε ποθήσει — την Περσεφόνη, κόρη του Δία και της Δήμητρας, βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Όμως μόλις κατέβηκαν, βρέθηκαν δεμένοι χωρίς ελπίδα καμιά να σωθούν κάποτε. Μόλις, λοιπόν, αναπάντεχα αντίκρισαν τον ζωντανό Ηρακλή, άνοιξαν τα χέρια τους, για να τους σηκώσει με τη δύναμή του. Και αυτός, πιάνοντας τον Θησέα από το χέρι, τον σήκωσε, όταν όμως θέλησε να σηκώσει τον Πειρίθοο, σείστηκε η γη και τον άφησε. Κύλησε πέρα και τον βράχο του μαρτυριάρη Ασκάλαφουέξω, που η Δήμητρα του είχε βάλει επάνω του για τιμωρία. (Απολλόδ. 2.5.12 και 1.5.3)





[47] Γνωστές καταβάσεις ζωντανών στον Κάτω Κόσμο από τη μυθολογία και το δράμα είναι: του Οδυσσέα, του Θησέα και του Πειρίθου, του Ηρακλή, του Ορφέα, της Άλκηστης, του Διόνυσου που κατεβαίνει στον Άδη και συναντά τη μητέρα του Σεμέλη, του Διόνυσου με τον Ξανθία στους Βατράχους του Αριστοφάνη (παραστάθηκε το 405 π.Χ.), του Αινεία.