Είσοδος Γυμνάσιο Λύκειο Γραμματική Συντακτικό Ασκ. Γραμματικής Ασκ. Συντακτικού

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ρήματα της β' συζυγίας (σε -μι)


 

Τα ρήματα της β' συζυγίας, δηλαδή όσα λήγουν σε -μι, διαιρούνται σύμφωνα με το χαρακτήρα του ρηματικού θέματος σε:

α) συμφωνόληκτα: δείκ-νυ-μι (ρ.θ. δεικ-)

β) φωνηεντόληκτα: ἵ-στη-μι (ρ.θ. στη-)

 

α) Σχηματισμός συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι

 

Σχηματισμός ενεστώτας και παρατατικού

 

Τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζουν το θέμα του ενεργητικού ενεστώτα και παρατατικού από το ρηματικό θέμα, αφού προστεθεί σ' αυτό το πρόσφυμα -νυ-
Έτσι, τα ρήματα αυτά λήγουν σε -νυμι, π.χ.

α) αφωνόληκτα:

δείκ-νυ-μι,

(κατ)άγ-νυ-μι (συντρίβω, σπάζω, πρβλ. κάταγμα),

εἴργ-νυ-μι (εμποδίζω την έξοδο, πρβλ. ειρκτή)

ζεύγ-νυ-μι (ζεύω, βάζω στο ζυγό, πρβλ. ζεύγος),

μείγ-νυ-μι (ανακατεύω, πρβλ. μείγμα),

πήγ-νυ-μι (μπήγω, στερεώνω, πρβλ. πηκτός),

ῥηγ-νυ-μι (σχίζω, σπάζω, πρβλ. ρήγμα),

(ἀπο)φράγ-νυ-μι (φράζω, πρβλ. φράγμα) κ.ά.

β) ενρινόληκτα:

ὄμ-νυ-μι (ορκίζομαι)

γ) υγρόληκτα:

πτάρ-νυ-μι (φτερνίζομαι)

δ) σιγμόληκτα: Σ' αυτά αφομοιώθηκε ο ρηματικός χαρακτήρας σ με το επόμενο ν του προσφύματος, κι έτσι λήγουν σε -ννυμι:

(ἀμφι)έν-νυ-μι > από το ἀμφι-έσ-νυμι (ντύνω, πρβλ. αμφίεση),

ζών-νυ-μι > από το ζώσ-νυ-μι (ζώνω, πρβλ. ζώνη),

κεράν-νυ-μι > από το κεράσ-νυ-μι (ανακατεύω),

κορέν-νυ-μι > από το κορέσ-νυ-μι (χορταίνω),

πετάν-νυ-μι > από το πετάσ-νυ-μι (απλώνω, ανοίγω),

ῥών-νυ-μι > από το ῥώσ-νυ-μι (δυναμώνω, πρβλ. ρώμη, άρρωστος),

σβέν-νυ-μι > από το σβέσ-νυ-μι (σβήνω),

σκεδάν-νυ-μι > από το σκεδάσ-νυ-μι (σκορπίζω, πρβλ. διασκέδαση) κ.ά.

Τα σιγμόληκτα σε -μι διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω μόνο κατά το σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής και μέσης φωνής και κλίνονται στους χρόνους αυτούς σύμφωνα με το ακόλουθο παράδειγμα:

 

Κλιτικό παράδειγμα συμφωνόληκτου ρήματος σε -μι (δείκ-νυ-μι)

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

Ενεργητική δείκνυμι
 ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώτας δείκνῡμι
δείκνῡς
δείκνῡσι(ν)
δείκνυμεν
δείκνυτε
δεικνύασι(ν)
δεικνύω
δεικνύῃς
δεικνύῃ
δεικνύωμεν
δεικνύητε
δεικνύωσι(ν)
δεικνύοιμι
δεικνύοις
δεικνύοι
δεικνύοιμεν
δεικνύοιτε
δεικνύοιεν

δείκνῡ
δεικνύτω

δείκνυτε
δεικνύντων
ἤ δεικνύτωσαν
δεικνύναι δεικνὺς (δεικνύντος)
δεικνῦσα (δεικνύσης)
δεικνὺν (δεικνύντος)
Παρατατικός ἐδείκνῡν
ἐδείκνῡς
ἐδείκνῡ
ἐδείκνυμεν
ἐδείκνυτε
ἐδείκνυσαν
 
Μέλλοντας δείξω όπως το λύω
Αόριστος β ἔδειξα  
Παρακείμενος δέδειχα  
Υπερσυντέλικος ἐδεδείχειν  

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

Μέση δείκνυμαι
 ΟριστικήΥποτακτικήΕυκτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώτας δείκνυμαι
δείκνυσαι
δείκνυται
δεικνύμεθα
δείκνυσθε
δείκνυνται
δεικνύωμαι
δεικνύῃ
δεικνύηται
δεικνυώμεθα
δεικνύησθε
δεικνύωνται
δεικνυοίμην
δεικνύοιο
δεικνύοιτο
δεικνυοίμεθα
δεικνύοισθε
δεικνύοιντο

δείκνυσο
δεικνύσθω

δείκνυσθε
δεικνύσθων /
δεικνύσθωσαν
δείκνυσθαι δεικνύμενος
δεικνυμένη
δεικνύμενον
Παρατατικός ἐδεικνύμην
ἐδείκνυσο
ἐδείκνυτο
ἐδεικνύμεθα
ἐδείκνυσθε
ἐδείκνυντο
 
Μέλλοντας δείξομαι όπως το λύω
Αόριστος β ἐδειξάμην  
Παρακείμενος δέδειγμαι  
Υπερσυντέλικος ἐδεδείγμην  

 

 

Παρατηρήσεις

 

Το υ του προσφύματος -νυ- είναι μακρόχρονο (ῡ) στα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργ. ενεστώτα και παρατατικού και στο β' ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ενεργ. ενεστώτα. Στους άλλους τύπους της ενεργητικής φωνής και σε όλους τους τύπους της μέσης είναι βραχύχρονο (ῠ). Έτσι σχηματίζονται δύο ενεστωτικά θέματα, το ένα ισχυρό και το άλλο αδύνατο:

οριστική: δείκ-νῡ-μι, δεικ-νῡ-ς, δείκ-νῡ-σι,

προστακτική: δείκ-νῡ

παρατατικός: ἐ-δεί-νῡν, ἐ-δεί-νῡς, ἐ-δεί-νῡν

αλλά: δείκ-νῠ-μεν, δείκ-νῠ-τε... απαρέμφατο: δεικ-νύ-ναι

 

Ο ενεστώτας και ο παρατατικός της ενεργ. φωνής σχηματίζονται με την προσκόλληση των προσωπικών καταλήξεων απευθείας στο χρονικό θέμα, χωρίς να μεσολαβούν θεματικά φωνήεντα,

π.χ. δείκ-νυ-μεν, δείκ-νυ-τε, ἐ-δείκ-νυ-μεν, ἐ-δείκ-νυ-τε (χωρίς τα θεματ. φωνήεντα ο και ε: λύ-ο-μεν, λύ-ε-τε κτλ.), αλλά η υποτακτική και η ευκτική του ενεστ. στην ενεργητ. και μέση φωνή σχηματίζονται όπως και τῶν ρημάτων σε -ω:

π.χ. δεικνύω, δεικ-νύ-ῃς κτλ. - δεικ-νύ-ωμαι, δεικ-νύ-ῃ, δεικ-νύ-ηται κτλ. - δεικ-νύ-οιμι, δεικ-νύ-οις κτλ. - δεικ-νυ-οίμην, δεικ-νύ-οιο κτλ.

 

Το σ στην κατάλ. -σαι της μέσης φωνής δεν αποβάλλεται, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: δείκ-νυ-σαι· επίσης το σ στην κατάληξη -σο δεν αποβάλλεται στο β' ενικ. του παρατατικού και στο β' ενικ. της προστακτ. του ενεστώτα: ἐ-δείκ-νυ-σο, δείκ-νυ-σο· αποβάλλεται όμως στην ευκτική: δεικνύοιο.

 

Οι άλλοι χρόνοι των συμφωνόληκτων ρημάτων σε -μι

 

Στους άλλους χρόνους, εκτός από τον ενεστώτα και τον παρατατικό, τα συμφωνόληκτα ρήματα σε -μι σχηματίζονται όπως τα συμφωνόληκτα βαρύτονα, κατά το χαρακτήρα του ρηματικού θέματος (χωρίς το πρόσφυμα -νυ), π.χ.

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

δείκ-νυ-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεστώτας δείκ-νυ-μι καιδεικ-νύ-ω (ρ. θ. δεικ) δείκ-νυ-μαι  
παρατατικός ἐ-δείκ-νυ-ν καιἐ-δείκ-νυ-ον ἐ-δεικ-νύ-μην  
μέλλοντας δείξω δείξομαι δειχ-θή-σομαι
αόριστος α΄ -δειξα ἐ-δειξάμην ἐ-δείχ-θην
αόριστος β'      
παρακείμενος δέ-δειχ-α δέ-δειγ-μαι  
υπερσυντέλικος   ἐ-δε-δείγ-μην  
συν. μέλλοντας   δε-δειγ-μένος ἔσο-μαι  
ρημ. επίθετα δεικ-τός, δεικ-τέον
παράγωγα δεῖγ-μα,δεῖξις, δείκ-της

 

 



β) Σχηματισμός φωνηεντόληκτων ρημάτων σε-μι

 

Ενεστώτας, παρατατικός και αόριστος β'

 

Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι κανονικά σχηματίζουν το θέμα του ενεστώτα (και του παρατατικού) από το ρηματικό θέμα, αφού προστεθεί στην αρχή ο ενεστωτικός αναδιπλασιασμός. Και είναι ενεστωτικός αναδιπλασιασμός η επανάληψη του αρχικού συμφώνου του ρηματ. θέματος μαζί με ένα ι:

(ρ. θ. στη-, σι-στη-μι =) ἵ-στη-μι (= στήνω) αποβολή

(ρ. θ. θη-, θί-θη-μι =) τί-θη-μι (= θέτω) ανομοίωση με τροπή βλ.

(ρ. θ. -, jι-jη-μι =) ἵ-η-μι (= ρίχνω) αποβολή

(ρ. θ. δω- δί-δω-μι =) δί-δω-μι (= δίνω).

 

Τα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι γενικά, όπως και τα συμφωνόληκτα, διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω κατά το σχηματισμό του ενεστώτα και του παρατατικού της ενεργητικής και μέσης φωνής.

 

Αλλά τέσσερα μόνο φωνηεντόληκτα σε -μι, δηλ. τα ρήματα ἵστημι, τίθημι, ἵημι και δίδωμι, διαφέρουν από τα ρήματα σε -ω κατά το σχηματισμό του β' αορίστου.

Τα τέσσερα αυτά ρήματα στους χρόνους αυτούς, δηλ. στον ενεστώτα, τον παρατατικό και τον β' αόριστο, κλίνονται ως εξής

Παρατηρήσεις για τον ενεστώτα και παρατατικό.

Των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι:

1) Το ρηματικό θέμα είναι δύο ειδών: ισχυρό (με μακρόχρονο χαρακτήρα) και αδύνατο (με βραχύχρονο χαρακτήρα):

ρηματ. θ. στη- και στᾰ: ἵ-στη-μι, ἵ-στᾰ-μαι

ρηματ. θ. θη- και θε-: τί-θη-μι, τί-θε-μαι

ρηματ. θ. - και -: ἵ'-η-μι, ἵ-ε-μαι αποβολή

ρηματ. θ. δω- και δο-: δί-δω-μι, δί-δο-μαι.

 

2) Από τα δύο αυτά είδη του ρηματ. θέματος προκύπτουν με τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό δύο αντίστοιχα είδη ενεστωτικού θέματος: το ισχυρό ενεστωτικό θέμα και το αδύνατο ενεστωτικό θέμα

ἱ-στη-, ἱστα-· τιθη-, τιθε-· ἱη-, ἱε-· διδω-, διδο- και από το ισχυρό ενεστωτ. θέμα κανονικά σχηματίζονται τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. ενεστώτα και η υποτακτική γενικά (του ρ. ἵστημι ακόμη και το β' ενικό της προστακτικής), ενώ από το αδύνατο ενεστ. θέμα σχηματίζονται όλοι οι άλλοι τύποι στον ενεστώτα και τον παρατατικό.

3) Ο ενεστώτας της ενεργητικής και μέσης φωνής στην οριστική και προστακτική, το απαρέμφατο και η μετοχή, καθώς και ο παρατατικός της ενεργητ. και μέσης φωνής, σχηματίζονται με την προσκόλληση των κυρίως καταλήξεων απευθείας στο ενεστωτικό θέμα, χωρίς να μεσολαβούν θεματικά φωνήεντα: δίδω-μι, δίδο-μεν, δίδο-τε, ἐδίδο-μεν, ἐδίδο-τε, διδό-τω, διδό-μεθα, ἐδιδό-μην, διδό-σθω, δίδο-σθαι, διδό-μενος κτλ.

4) Η υποτακτική του ενεστώτα της ενεργητικής και μέσης φωνής σχηματίζεται με τα θεματικά φωνήεντα των ρημάτων σε -ω και έχει τις ίδιες με αυτά ολικές καταλήξεις, αλλά ό μακρόχρονος χαρακτήρας του ισχυρού θέματος (η ή ω) συναιρείται με το ακόλουθο φωνήεν των καταλήξεων: (ἱστή-ω) ἱστῶ, (τιθή-ῃς) τιθῇς, (διδώ-ω) διδῶ, (διδώ-ῃς) διδῷς κτλ.

5) Η ευκτική του ενεστώτα της ενεργητικής και μέσης φωνής σχηματίζεται χωρίς θεματικά φωνήεντα, παίρνει όμως τα εγκλιτικά φωνήεντα της ευκτικής ι και ιη , που προσθέτονται ανάμεσα στο χρονικό θέμα και τις προσωπικές καταλήξεις· αλλά το ι των εγκλιτικών φωνηέντων συναιρείται με τον προηγούμενο βραχύχρονο χαρακτήρα του αδύνατου θέματος α ή ε ή ο σε αι ή ει ή οι:

(ἱστα-ίη-ν) ἱσταίην,

(τιθε-ί-μην) τιθείμην,

(διδο-ίη-ν) διδοίην,

(διδο-ί-μην) διδοίμην κτλ.

6) Το σ στην κατάληξη -σαι της μέσης φωνής, φυλάγεται, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα: ἵστα-σαι, τίθε-σαι, ἵ-εσαι, δίδο-σαι· επίσης το σ στην κατάληξη -σο φυλάγεται στο β' ενικό του παρατατικού και στο β' ενικό της προστακτικής του ενεστώτα: ἵστα-σο, ἐτίθε-σο, ἵε-σο, ἐδίδο-σο· ἵστα-σο, τίθε-σο, ἵε-σο, δίδο-σο· αποβάλλεται όμως στην ευκτική : ἱσταῖ-ο, τιθεῖ-ο, ἱεῖ-ο, διδοῖ-ο.

7) Των ρ. τίθημι και ἵημι το β' και γ' ενικό της οριστικής του ενεργητ. παρατατικού και το β' ενικό της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα κανονικά σχηματίζονται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε -έω: ἐτίθεις, ἐτίθει - ἵεις, ἵει· τίθει, ἵει κτλ.

8) Του ρ. δίδωμι τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής του ενεργητ. παρατατικού και το β' ενικό της προστακτικής του ενεργητ. ενεστώτα σχηματίζονται κατά τα συνηρημένα ρήματα σε -όω: ἐδίδουν, ἐδίδους, ἐδίδου - δίδου.

 

Αόριστος β'

Το ρ. ἵστημι έχει αόρ. β' κατά τα ρήματα σε -μι μόνο στην ενεργητ. φωνή (ἔ-στη-ν) (με σημασία μέσης και παθητικής), ενώ τα ρ. τίθημι, ἵημι και δίδωμι έχουν και στην ενεργητ. και στη μέση

ἐ-θη-κα, ἐ-θέ-μην·

ἧ-κα, εἵ-μην·

ἔ-δω-κα, ἐ-δό-μην

Του ρ. ἵστημι ο αόρ. β' ἔστην:

1) από το αδύνατο θέμα στᾰ- σχηματίζει την ευκτική (στα-ί-ην) σταίην, τη μετοχή στάς, στᾶσα, στάν και τον τύπο στάντων του γ' πληθ. της προστακτικής· από το ισχυρό θέμα στη- σχηματίζει όλους τους άλλους τύπους: ἔ-στη-ν, ἔ-στη-μεν κτλ. -(στή-ω) στῶ, (στή-ῃς) στῇς κτλ. -στῆ-θι, στή-τω κτλ. - στῆ-ναι

2) στο β' ενικό της προστακτικής έχει κατάληξη -θι: στῆ-θι.

Των ρ. τίθημι, ἵημι, δίδωμι οι αόριστοι β' ἔθηκα - ἐθέμην, ἧκα - εἵμην, ἔδωκα - ἐδόμην:

1) σχηματίζουν τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής στην ενεργητ. φωνή με τους τύπους του α' με χρον. χαρακτήρα κ (αντί σ

2) από το ισχυρό θέμα (θη-, ἡ-, δω-) σχηματίζουν τα τρία ενικά πρόσωπα της οριστικής στην ενεργητ. φωνή (ἔ-θη-κα, ἧ-κα, ἔ-δω-κα) και την υποτακτική στην ενεργητ. και μέση φωνή (θή-ω = θῶ, θή-ωμαι = θῶμαι ἥ-ω = , ἥ-ωμαι = ὧμαι· δώ-ω = δῶ, δώ-ωμαι = δῶμαι·) από το αδύνατο θέμα (θε-, ἑ-, δο-) σχηματίζουν όλους τους άλλους τύπους της ενεργητ. και μέσης φωνής·

3) στο β' ενικό της προστακτικής στην ενεργητ. φωνή έχουν κατάληξη -ς: θέ-ς, ἕ-ς, δό-ς·

4) το σ στην κατάληξη της μέσης φωνής αποβάλλεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα· φυλάγεται μόνο στο β' ενικό της οριστ. του αορ. β' εἵ-μην: εἷσο·

5) στο ενεργητ. απαρέμφατο έχουν κατάληξη -έναι, αλλά συναιρούν το ε που είναι στην αρχή με τον προηγούμενο χαρακτήρα του θέματος: (θε-έναι) θεῖναι, (ἑ-έναι) εἷναι, (δο-έναι) δοῦναι.

 

Τονισμός

Ο τόνος των ρημάτων σε -μι, όταν αυτά είναι σύνθετα με πρόθεση:

1) στην προστακτική του αορ. β', ενεργητικού και μέσου, ανεβαίνει όσο το επιτρέπει η λήγουσα, όχι όμως παραπάνω από την τελευταία συλλαβή της πρόθεσης, αν αυτή είναι δισύλλαβη: ἀνά-στηθι, ἀπόδοτε, κατά-θεσθε, ἄφ-ες, ἄφ-ετε, πρόσ-θες, ἐπί-θες κτλ.· αλλά στους τύπους του β' ενικού της προστακτικής του μέσου αάρ. β' θοῦ (του τίθεμαι), οὗ (του ἵεμαι) και δοῦ (του δίδομαι), όταν αυτοί είναι σύνθετοι με μονοσύλλαβη πρόθεση ή με δισύλλαβη που έχει πάθει έκθλιψη, ο τόνος δεν ανεβαίνει: ἐκ-θοῦ, ἀφοῦ (ἀπό + οὗ του ρ. ἀφ-ίεμαι), προδοῦ· (αλλά κατά-θου κτλ.)·

2) στο απαρέμφατο και τη μετοχή του ενεστώτα και του αόρ. β' ο τόνος μένει όπου και στο απλό ρήμα:

ἀφ-ιστάναι, προσ-τιθέναι, ἀνα-τιθέναι, συν-ιέναι, ἀπο-διδόναι· συν-ιστάς, ἀνα-στάς, μετα-τιθείς,

ἀπο-τιθέμενος, ἀπο-θέμενος, ἀπο-δούς κτλ.

 

Οι άλλοι χρόνοι των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -μι

 

Οι άλλοι χρόνοι, εκτός από τον ενεστώτα, παρατατικό και αόρ. β', των φωνηεντόληκτων ρημάτων ἵστημι, τίθημι, ἵημι και δίδωμι σχηματίζονται κανονικά όπως και των φωνηεντόληκτων ρημάτων σε -ω, δηλ. από το ισχυρό ή αδύνατο θέμα και με τις αντίστοιχες καταλήξεις, αλλά και με κάποιες ανωμαλίες, όπως φαίνεται στον παρακάτω συνολικό πίνακα:

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

ἵ-στη-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. ἵ-στη-μι (= στήνω)- (ρ. θ. στη- και στα-) ἵ-στα-μαι  
παρατ. ἵ-στη-ν ἱστά-μην  
μέλ. στή-σω στή-σομαι στα-θήσομαι
αόρ. α΄ ἔ-στη-σα ἐ-στη-σάμην ἐ-στά-θην
αόρ β' ἔ-στη-ν    
παρακ. ἕ-στη-κα    
υπερσ. εἱ-στή-κειν και ἕ-στήκειν    
συν. μέλ. ἑ-στή-ξω    
ρημ. επίθ. ἀνά-στα-τος, ἀν-υπό-στατος, ἀπο-στα-τέον
παράγωγα στά-σις, ἐπι-στά-της, στα-θμός, στή-λη, στή-μων κ.τ.λ.

 

Ο παρακείμ. ἕστηκα και ο υπερσυντ. εἵστήκειν έχουν σε ορισμένα πρόσωπα και δεύτερους τύπους από το αδύνατο θέμα στα- (με αναδιπλασιασμό σε -στα- = ἑστα) και με τις προσωπικές καταλήξεις αμέσως προσκολλημένες στο θέμα. Έτσι σχηματίζονται οι τύποι: ἕστηκα, -κας, -κε, -καμεν, -κατε, -κασι και ἕ-στα-μεν, ἕ-στα-τε, ἑ-στᾶ-σι (από το ἑ-στά-ασι). Απαρ. ἑστηκέναι και ἑ-στάναι Μετοχή: ἑστηκώς, -κυῖα, -κός και ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστώς και ἑστός γεν. ἑστῶτος, ἑστώσης, ἑστῶτος.  Υπερσυντέλ. εἱστήκειν, -κεις, -κει, -κεμεν, -κετε, -κεσαν και ἕ-στα-σαν.

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

τί-θη-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. τί-θη-μι (=θέτω)· (ρ. θ. θη- και θε-) τίθε-μαι  
παρατ. ἐ-τί-θην ἐ-τι-θέ-μην  
μέλ. θή-σω θή-σομαι τε-θή-σομαι (από το θε-θήσομαι
αόρ. α΄     ἐ-τέ-θην (από το ἐ-θέ-θην)
αόρ β' ἔ-θη-κα ἐ-θέ-μην  
παρακ. τέ-θη-κα ή τέ-θει-κα τέ-θει-μαι κεῖμαι (= είμαι τοποθετημένος από κάποιον)
υπερσ.      
ρημ. επίθ. θε-τός, πρόσθε-τος ή προσ-θε-τός, σύν-θε-τος, θε-τέον κτλ.
παράγωγα θῆ-μα, ἀ-νά-θη-μα (= αφιέρωμα), θέ-σις κτλ.

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

-η-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. -η-μι(= ρίχνω)· (ρ. θ.jη- =  - και jε- = -) ἵ-ε-μαι  
παρατ. ἵ-η-ν ἱ-έ-μην  
μέλ. ἥ-σω -ή-σο-μαι (ἀφ-ή-σομαι) -ε-θήσομαι (ἀφ-ε-θήσομαι
αόρ. α΄   -η-κά-μην (προ-η-κά-μην, σπάν.) -εί-θην (ἀφ-εί-θην, υποτ. ἀφ-ε-θῶ κτλ.)
αόρ β' ἧ-κα -εί-μην (ἀφ-εί-μην, ἀφ-εῖσο, ἀφ-εῖτο κτλ.)  
παρακ. εἷ-κα -εῖ-μαι (ἀφ-εῖ-μαι)  
υπερσ.   -εί-μην (ἀφ-εί-μην, ἀφ-εῖ-σο, ἀφ-εῖ-το κτλ.)  
ρημ. επίθ. (ἑ-τός) κάθ-ε-τος, ἄφ-ε-τος, συνετός
παράγωγα ἄν-ε-σις, ἄφ-ε-σις, ἔν-ε-σις, σύν-ε-σις κτλ., ἀφ-έ-της, ἐφ-έ-της κτλ.

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

δί-δωμι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. δί-δωμι (= δίνω) (ρ.θ. δω- και δο-) δί-δο-μαι  
παρατ. ἐ-δί-δουν (ους, -ου) ἐ-δι-δό-μην  
μέλ. δώ-σω δώ-οομαι δο-θήσομαι
αόρ. α΄     ἐ-δό-θην
αόρ β' ἔδωκα ἐ-δό-μην  
παρακ. δέ-δω-κα δέ-δο-μαι  
υπερσ. ἐ-δε-δώ-κειν ἐ-δε-δό-μην  
συν. μέλ. δεδωκώς ἔσομαι    
ρημ. επίθ. δο-τός, δο-τέος
παράγωγα δό-σις, δο-τήρ, δῶ-ρον κτλ.

 

 



γ) Άλλα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι

 

Άλλα φωνηεντόληκτα ρήματα σε -μι, εκτός από τα ρ. ἵστημι, τίθημι, ἱήμι και δίδωμι, είναι τα εξής:

 

1) πί-μ-πλη-μι (= γεμίζω) και 2) πίμπρημι (= πυρπολώ, καίω), που ανάμεσα από τον ενεστωτικό αναδιπλασιασμό (πι-) και το ρηματικό θέμα (πλη-, πρη-) παίρνουν το σύμφωνο μ για λόγους ευφωνίας: πί-μ-πλη-μι, πί-μ-πρη-μι.

Αλλά τα σύνθετα ἐμπίμπλημι, ἐμπίπρημι βρίσκονται συνήθως χωρίς το ευφωνικό μ στον ενεστώτα (από λόγους ανομοίωσης): ἐμπίπλημι, ἐμπίπρημι.

3) ὀ-νί-νη-μι (= ωφελώ), που παίρνει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό μέσα στο θέμα, δηλ. μετά το αρχικό φωνήεν ο: ὀ-νί-νη-μι-

4) ἄγα-μαι (= θαυμάζω) και 5) δύνα-μαι, που δεν παίρνουν ενεστωτικό αναδιπλασιασμό.

6) ἐπί-στα-μαι (= ξέρω καλά), που επίσης δεν παίρνει ενεστωτικό αναδιπλασιασμό· αυτό δεν είναι σύνθετο από το ρ. ἵσταμαι (γιατί ἐπὶ + ἵσταμαι = ἐφίσταμαι = "ἵσταμαι ἐπί τινος" = επιστατώ), παρά απευθείας από την πρόθ. επι και το θέμα στα-.

 

Τα παραπάνω έξι ρήματα κλίνονται στον ενεστώτα και τον παρατατικό κατά το ρ. ἵστημι - ἵσταμαι και σχηματίζουν τους χρόνους κατά τον ακόλουθο τρόπο:

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

πί-μ-πλη-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. πί-μ-πλη-μι (ρ. θ. πλη-, πλα-) πί-μ-πλᾰ-μαι  
παρατ. ἐ-πί-μ-πλη-ν ἐ-πι-μ-πλά-μην  
μέλ. -πλή-σω πλή-σομαι πλη-σ-θήσομαι
αόρ. α΄ -ἔ-πλη-σα ἐ-πλη-σάμην ἐ-πλήσ-θην
αόρ β'   ἐ-πλή-μην (σπάν.)  
παρακ. πέ-πλη-κα -πέ-πλη-σ-μαι  
υπερσ.      
συν. μέλ.      
ρημ. επίθ. ἄ-πλη-σ-τος, ἐμ-πλη-σ-τέος
παράγωγα πλήρης, πλῆθος κτλ.

 

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

πί-μ-πρη-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. πί-μ-πρη-μι (ρ. θ. πρη-, πρά-) συνήθ. σύνθ. ἐμ-πί-(μ)-πρη-μι   ἐμ-πί-πρα-μαι
παρατ. ἐν-ε-πί-μ-πρη-ν    
μέλ. ἐμ-πρή-σω    
αόρ. α΄ ἐν-έ-πρη-σα   ἐν-ε-πρή-σ-θην
αόρ β'      
παρακ.      
υπερσ.      
συν. μέλ.      
ρημ. επίθ.  
παράγωγα πρῆσις, ἐμπρησμός, ἐμπρηστής κτλ.

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

ὀ-νί-νη-μι ενεργητική μέση παθητική
ενεσ. ὀ-νί-νη-μι (ρ. θ. ὀνη-, ὀνα-).
(Ενεστ. οριστ. ὀ-νί-νη-μι, ὀνίνης, ὀνίνη-σι· τα λοιπά πρόσωπα άχρηστα·
υποτ., ευκτ. και προστ. λείπουν
απαρ. ὀνινάναι, μετοχή μόνο θηλ. ὀνινᾶσα)
ὀ-νί-νᾰ-μαι
(εκτός από την οριστ. εύχρηστη
η ευκτ. ὀνιναίμην, ὀνίναιο, ὀνίναιτο
κτλ., που τονίζεται κατά τα
βαρύτονα, και το απαρ. ὀνίνασθαι)
 
παρατ. (λείπει και στη θέση του χρησιμοποιείται
ο παρατ. του ὠφελῶ) ὠφέλουν
ὠ-νι-νά-μην  
μέλ. ὀνή-σω ὀνή-σομαι  
αόρ. α΄ ὤνη-σα ὠνή-μην (ευκτ. ὀναίμην, ὄναιο, ὄναιτο
κτλ., που τονίζεται κατά τα βαρύ-τονα· απαρ. ὄνα-σθαι)
ὠνή-θην
αόρ β'      
παρακ.      
υπερσ.      
συν. μέλ.      
ρημ. επίθ. ἀνόνη-τος (ενεργ. =- εκείνος που δεν ωφελεί, ανώφελος·
παθ. - εκείνος που δεν ωφελείται), ὀνη-τέον.
παράγωγα ὄνησις κτλ.

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

ἄγα-μαι μέση παθητική
ενεσ. ἄ-γα-μαι (ρ. θ. ἀγα- και ἀγασ-), εύχρ. η ευκτ. α' ενικού
ἀγαίμην
και γ' πληθ. ἄγαιντο (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα)
 
παρατ. ἠγά-μην  
μέλ. ἀγά-σομαι  
αόρ. α΄ ἠγα-σάμην ἠγάσ-θην
αόρ β'    
παρακ.    
υπερσ.    
συν. μέλ.    
ρημ. επίθ. ἀγασ-τός, ἀξιάγαστος
παράγωγα ἄγασμα (= αντικείμενο θαυμασμού ή λατρείας),
επίρρ. (από τη μετοχή) ἀγαμένως (= με θαυμασμό) κτλ.

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

δύνα-μαι μέση παθητική
ενεσ. δύνα-μαι (ρ. θ. δυνα- και δυνασ-). Ενεστ. οριστ. δύναμαι, δύνασαι, δύναται κτλ., υποτ. δύνωμαι, δύνῃ, δύνηται κτλ., ευκτ. δυναίμην, δύναιο, δύναιτο κτλ. (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα), προστ. μόνο δυνάσθω, δυνάσθωσαν, απαρ. δύνασθαι, μετ. δυνάμενος  
παρατ. ἐ(ἠ)δυνάμην, ἐ(ἠ)δύνω, ἐ(ἠ)δύνατο κτλ.  
μέλ. δυνή-σομαι  
αόρ. α΄ παθ. αόρ. ως μέσ. ἐ(ἠ)δυνή-θην και (σπάν.) ἐ-δυνάσ-θην  
αόρ β'    
παρακ. δε-δύνη-μαι  
υπερσ.    
συν. μέλ.    
ρημ. επίθ. δυνα-τός, ἀδύνατος
παράγωγα δυνάστης κτλ.

 

 

Σύρτε στον πίνακα για να δείτε όλες τις στήλες

ἐπίσταμαι μέση παθητική
ενεσ. ἐπίστα-μαι (ρ. θ. ἐπι-στη- και ἐπι-στᾰ-). Ενεστ. οριστ. ἐπίσταμαι, -σαι, -ται κτλ., υποτ. ἐπίστωμαι, -, -ηται κτλ., ευκτ. ἐπισταίμην, -αιο, -αιτο κτλ. (ο τονισμός κατά τα βαρύτ.). προστ. ἐπίστω (και ἐπίστασο), ἐπιστάσθω κτλ., απαρμφ. ἐπίστασθαι, μετ. ἐπιστάμενος  
παρατ. ἠπιστάμην, ἠπίστω (και ἠπίστασο), ἠπίστατο κτλ.  
μέλ. ἐπι-στή-σομαι  
αόρ. α΄   ἠπιστήθην
αόρ β'    
παρακ.    
υπερσ.    
συν. μέλ.    
ρημ. επίθ. ἐπιστη-τός, -τέος
παράγωγα ἐπιστήμη, ἐπιστήμων κτλ.

 

Εκτός από τα παραπάνω ρήματα, κατά το ἵστημι - ἵσταμαι κλίνονται και τα εξής:

1) κρέμα-μαι (= είμαι κρεμασμένος), (θ. κρέμα-, κρεμη-) του ενεστ. εύχρηστη είναι η οριστ. κρέμομαι, -σαι, -ται κτλ. και η μετ. κρεμάμενος· παρατ. ἐκρεμάμην, ἐκρέμω, ἐκρέματο κτλ., μέσ. μέλλ. ως παθ. κρεμήσομαι (ποιητ.). Το ρ. κρέμομαι χρησιμεύει σαν παρακείμενος του κρεμάννυμαι

 

2) ο αόρ. ἐ-πριά-μην (= αγόρασα), του ρ. ὠνοῦμαι (= αγοράζω) (ρ. θ. πριά-) οριστ. ἐπριάμην, ἐπρίω, ἐπρίατο κτλ. υποτ. πρίωμαι, πρίῃ, πρίηται κτλ., ευκτ. πριαίμην, πρίαιο, πρίαιτο κτλ., (προστ. πρίω και πρίασο, πριά-σθω κτλ., ποιητ.), απαρ. πρίασθαι, μετ. πριάμενος.

 

 




Βιβλιογραφία

 

1. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, Μιχ. Χ. Οικονόμου, ΟΕΔΒ

2. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αχ. Τζάρτζανος, ΟΕΔΒ

3. Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής, Λιναρδής Ιωάννης, εκδ. Χατζηθωμά, Θεσσαλονίκη, 2007

4. Συμφραστικός πίνακας λέξεων του Ανθολογίου Αττικής Πεζογραφίας

5. Perseus Digital Library