Το ντύσιμο και ο οπλισμός των Ελλήνων την εποχή της Επανάστασης του 1821

Τσολιάδες


Μετά την απελευθέρωση το ντύσιμο των Ελλήνων αρχίζει να έχει ευρωπαϊκές επιρροές. Ίσως να μη ντύνονται ακόμα όλοι «ευρωπαϊκά» αλλά και οι ελληνικές φορεσιές αρχίζουν να παίρνουν πολλές μεταλλαγές. 

Οι στολές της προεδρικής φρουράς και οι τυποποιημένες και πανομοιότυπες«παραδοσιακές ενδυμασίες» που υπάρχουν σήμερα μικρή σχέση είχαν με τις πραγματικές φορεσιές της εποχής.

Το ντύσιμο από τα χρόνια 1600-1829 είναι ένα σπουδαίο θέμα για έρευνα, γιατί το θέαμα που παρουσιάζει η υπόδουλη Ελλάδα δεν απαντάται σε καμία άλλη σχεδόν χώρα του κόσμου. Δηλαδή δεν υπάρχουν μικροπαραλλαγές από περιοχή σε περιοχή, αλλά ολότελα αλλιώτικο ντύσιμο από ένα χωριό στο άλλο, χωριά που η απόστασή τους δεν ήταν δυο ώρες δρόμος.
Σχεδόν κανείς γειτονοχωρίτης δεν ήταν όμοια ντυμένος και αυτό ξεχώριζε περισσότερο στο γυναικείο ντύσιμο. Τα χρόνια εκείνα μπορούσες μια χαρά να καταλάβεις αμέσως πούθε κρατάει ο ξενοχωρίτης. Όχι από την προφορά και τους ιδιωματισμούς του, μα αρκούσε η φορεσιά του για να προδώσει το χωριό του. Το ίδιο μπορούσε κανείς να τους ξεχωρίσει επαγγελματικά ή ταξικά. Αλλιώς ντυνόταν ο κοτζαμπάσης, αλλιώς ο προύχοντας, ο προεστός, ο γεωργός, ο τσοπάνης, ο ξωτάρης… Στην συνέχεια θα δούμε το ντύσιμο Ρουμελιωτών και Μοραϊτών. Το ντύσιμο στην επανάσταση κρατήθηκε το ίδιο πού είχαν οι κλέφτες και οι αρματολοί.
Κεφάλι

Ας κάνουμε αρχή από το κεφάλι. Φορούσαν ένα μικρό στρογγυλό και κοφτό κόκκινο φέσι, που γύρω στη βάση του το τύλιγαν με μαντηλοδεσιά. Η μαντυλοδεσιά ήτανε τριών ειδών: μεταξωτό μαντήλι ή κασπαστή, το χρυσοκέντητο πόσι, και η άσπρη βαμβακερή πλουμιστή σερβέτα. Στο σημείο αυτό της φορεσιάς τους βρίσκει κανείς την τούρκικη επίδραση.

Όθωνας

Σαν παραδείγματα από γνωστούς καπεταναίους και χαλκογραφίες εκείνης της εποχής φανερώνεται ότι κασπαστή είχανε μονάχα οι Αθηναίοι, πόσι ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Μακρυγιάννης και πότε πότε ο Γέρος του Μοριά. Με σερβέτα μας είναι γνωστοί ο Οδυσσέας Αντρούτσος κι ο Πανουργιάς.
Πολλοί δε φορούσαν μαντηλοδεσιά, μα σκέτο μικρό κοφτό φέσι που στην κορυφή του είχε λίγη φούντα. Τέτοιο συνήθιζε πάντα ο Γκούρας και ο Κολοκοτρώνης. Την περικεφαλαία του ο Γέρος την είχε από τότε που ήταν μαγκιόρος – ταγματάρχης – του εγγλέζικου στρατού στα Επτάνησα το 1808 και την έβαζε στις επίσημες στιγμές της ζωής του, όπως και το θώρακά του. Άλλοι φορούσαν μεγάλο τουρλωτό κόκκινο φέσι όπως ο Καραϊσκάκης, οι Πετμεζάδες, κι η φούντα του ήταν μικρή και σ’ αυτό και στέκονταν στην κορφή. Μακριά φούντα όσο σχεδόν ολόκληρο το φέσι φορούσαν αργότερα στα χρόνια του Όθωνα κι ήταν παρμένη απ’ τους Σουλιώτες που τόσο τη συνήθιζαν.
Αυτή έγινε και το επίσημο στοιχείο της φορεσιάς της προεδρικής φρουράς (βασιλικής παλαιότερα). Και γενικότερα η στολή της προεδρικής φρουράς ακολουθεί την στολή των Σουλιωτών σε μεγάλο βαθμό. Επίσης πολλοί φτωχοί αγωνιστές φορούσαν ένα απλό συνήθως μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Γενικά τους προηγούμενους αιώνες στην Ευρώπη αλλά και στην Ανατολή το μέγεθος του καπέλου που φορούσε κανείς ήταν ανάλογο της κοινωνικής του τάξης και της εξουσίας του. Τα καπέλα των αξιωματούχων ήταν συνήθως πολύ μεγάλα, όπως και των αρχιερέων που ήταν πολύ ψηλότερα από τα σημερινά.

κεφαλόδεσμοι


Μαλλιά

Απ’ τη μαντηλοδεσιά τους ή το φέσι, ξεχύνονταν ως τις πλάτες τα καλοχτενισμένα μακρυά μαλλιά τους. Γιατί τότε δεν κόβανε κοντά τα μαλλιά τους, μα τ’ αφήνανε περήφανα σαν χαίτη να ξανεμίζουν στους ώμους τους. Για να γυαλίζουν και να στέκουν καλοχτενισμένα τα άλειφαν με λάδι ή μεδουλάρι, αλοιφή καμωμένη από μεδούλι και μυρωδικά. Οι Μοραΐτες συνήθιζαν πιο μακρυά τα μαλλιά τους απ’ τους Ρουμελιώτες. Κι απόμειναν ξακουστά τα ξανθά και σγουρά μαλλιά των Μαυρομιχάληδων. μακρομάλληδες

Γελέκι

Δράκος
Στο κορμί φορούσαν εσωτερικά το άσπρο πουκάμισο, όχι όμως φαρδομάνικο όπως τα μεταγενέστερα χρόνια. Πάντα ξεκούμπωτο και ανοιχτό μπροστά στο στήθος, χειμώνα καλοκαίρι. Ύστερα βάζανε το γελέκι, κι από πάνω τη φέρμελη με τις δυο αράδες ασημοκεντημένα μεγάλα κουμπιά. Μερικοί και αργότερα όλοι, αντί για φέρμελη βάζανε το μεϊντάνι που η διαφορά τους ήταν στο ότι στη φέρμελη φορούσαν τα μανίκια, ενώ στο μεϊντάνι ήταν ψεύτικα φοδραρισμένα με κόκκινο πανί και βρίσκονταν στις πλάτες πίσω σταυρωτά. Τα μεϊντανογίλεκα όπως λέγανε το γελέκι ή το μεϊντάνι, ήταν πάντα κεντημένα με χάρτσια μεταξένια πολύχρωμα και χρυσά τερτήρια, κορδόνια.

Φουστανέλα
Ζωσμένη στη μέση τους κρεμόταν γύρω τους η φουστανέλα. Στους καπεταναίους και τους γέροντες ήταν μακριά ίσα με το γόνατο και κάτω ακόμα, με πυκνές και πολλές πτυχές, δίπλες ή λαγκιόλια όπως τις λέγανε. Για τα παλληκάρια και τους νεώτερους ήταν κοντή η φουστανέλα ως τους μηρούς και πιο ελαφριά με λιγότερες δίπλες. Στη Ρούμελη συνηθίζονταν πιο πολύ η κοντή με πολλές δίπλες – όπως σήμερα της προεδρικής φρουράς – ενώ στο Μοριά μακρυά κι όχι πολύ πυκνή. Η φουστανέλα ήταν καθιερωμένη σ’ όλη τότε την Ελλάδα. Για αυτό όσους έρχονταν απ’ το εξωτερικό ντυμένοι «ευρωπαϊκά» τους λέγανε πειραχτικά ψαλιδοκέριδες ή σπλινάντερους. Τους νησιώτες και τους ναυτικούς με τις βράκες τους λέγανε ντουντούμιδες ή χαλτούπιδες.
Η φουστανέλα μ’ όλο που ήταν καμωμένη με άσπρο ύφασμα σπάνια κρατούσε για πολύ την όψη της. Τη χρησιμοποιούσαν για πολλές δουλειές. Μ’ αυτή σκούπιζαν το πρόσωπό τους και τα χέρια τους, το σουγιά τους και καμιά φορά τ’ άρματά τους. Πολλά παλληκάρια για να μην πιάνει η φουστανέλα τους εύκολα «λέρα» την άλειφαν με ξύγκι! Πολλοί επίσης από τους αγωνιστές δε γνωρίζανε τι θα πει σώβρακο, το απόφευγαν μια και τους σκέπαζε τόσο καλά η φουστανέλα τους.

φουστανέλλες


Υποδήματα
Τα πόδια τους τα σκέπαζαν ως πάνω στα σκέλια με τις μακριές άσπρες κάλτσες, που τις λέγανε βλαχόκαλτσες. Τις ύφαιναν από τραγόμαλλο και είχανε ειδικότητα στην κατασκευή τους στα Άγραφα.

τσαρούχια

Οι τσόχινες μαύρες κάλτσες, κι’ ύστερα κόκκινες – μοιάζανε με τις γκέτες – σκέπαζαν μονάχα τη γάμπα και το πάνω μέρος του παπουτσιού και φορέθηκαν στα οθωνικά χρόνια. Στο Εικοσιένα αυτές οι κάλτσες ήταν άγνωστες. Η ποδεμή τους ήταν τα τσαρούχια, όχι όμως με φούντα μπροστά αλλά μυτερά. Τα έφτιαχναν με ακατέργαστο βοδινό δέρμα και ήταν πολύ ελαφρά και γερά. Στα πόδια τους τα στήριζαν δένοντάς τα γύρω στη γάμπα τους με φαρδύ λουρί – τις θηλιές – και το λουρί αυτό το έπιαναν απ’ την κάλτσα τους κάτω απ’ το γόνατο με το τσαρουχοτοκά. Υπήρχε και άλλος τρόπος να πιάνουν τα τσαρούχια τους με ένα πισινό λουρί, το τσαγκαρόλουρο. Τα πρώτα τα φορούσαν στη Ρούμελη, ενώ τ’ άλλα στο Μοριά. Οι φτωχότεροι φορούσαν γουρνοτσάρουχα, φτιαγμένα από δέρμα χοίρου.

Ντουλαμάς
Ντουλαμάς

Η φορεσιά κλείνει με τον ντουλαμά. Τον ρίχνανε πάνω τους σαν έπιανε κρύο και ήταν φτιαγμένος από τσόχα που την κεντούσαν με μαύρο μετάξι.
Ο ντουλαμάς έφτανε ως τη μέση. Για τη βαρυχειμωνιά όμως είχανε τις φλοκάτες. Ήταν χωρίς μανίκια σαν τις παλιές μπέρτες κι’ έφταναν ως κάτω απ’ το γόνατο. Τις ύφαιναν με «φλόκο» – κρόσια – που τον φορούσαν από μέσα για να ξεσταίνονται πιο πολύ και το συνηθισμένο χρώμα του ήταν το άσπρο.
Σαν βρίσκονταν έξω το χειμώνα, χρησιμοποιούσαν τη φλοκάτα για στρωσίδι και για σκέπασμα. Για τον ίδιο σκοπό άλλοι είχανε την κάπα – ίδιο σχέδιο με τη φλοκάτη φτιαγμένη όμως από τραγόμαλλο και βαλμένη στις νεροτριβές για να πήξει και να μην περνάει η βροχή και το κρύο.

Σελλάχι
Συμπλήρωμα στην κύρια φορεσιά τους ήταν το σελλάχι. Το έζωναν στη μέση τους, αλλά να πιάνει στα πλάγια στην αριστερή μεριά και μπροστά το μισό αριστερό πλευρό. Ήταν φτιαγμένο το σελλάχι από τσόχα κόκκινη, σπάνια μαύρη, φύλλα – φύλλα για να κάνουν τις θήκες και κεντημένο με πολλών τεχνοτροπιών χρυσά κεντήματα, μα τα πιο συνηθισμένα δράκοντες και γοργόνες. Ανεξήγητο μένει γιατί οι στεριανοί αγαπούσαν τα θαλασσινά πλουμίδια, όπως και αυτά που στόλιζαν τις γκλίτσες και τις πίπες τους. Το πέτσινο σελλάχι φορέθηκε στα χρόνια του Όθωνα. Στις μέσα θήκες του σελλαχιού έβαζαν το ασημένιο τάσι τους για να πίνουν νερό, το τσαγκαροσούβλι για να μπαλώνουν τα τσαρούχια τους, την «ώρα» τους όπως λέγανε το ρολόγι, κι’ αν ξέρανε γράμματα και μπορούσανε να χαράζουν την υπογραφή τους, το ασημένιο καλαμάρι με το φτερό. Σε κάποια άκρη πάντα θα βρισκόταν και το αντίδοτο φάρμακο για τα δηλητήρια, το παντσεχρί. Μα δεν ήταν μονάχα αυτά που έπαιρνε το σελλάχι, πιο κάτω θα δούμε τα υπόλοιπα.

σελάχια

Στολίδια
Την όλη τους φορεσιά συμπλήρωναν και τα στολίδια τους, τα τσαπράζια ή τουσλούκια, όπως τα έλεγαν. Πρώτο ήταν το κουτσέκι. Στόλισμα ασημωμένο που στις τέσσερες πλευρές του κρεμόνταν σειρά από ψιλές αλυσίδες και κάλυπτε ολόκληρο το στήθος. Στηρίζονταν με θηλιές στις τέσσερες άκρες του στήθους, με τρίγωνα θηλικωτήρια που είχαν ζωγραφισμένο πάνω τους με σαββάτι (μαύρο σμάλτο) συνήθως το δικέφαλο αητό και στη μέση το κουτσέκι σε μεγάλη πλάκα είχε τους πολεμικούς αγίους, τον Αη-Γιώργη και τον Αη-Δημήτρη. Επειδή τα πιο πολλά τσαπράζια ήταν ζωγραφισμένα με σαββάτι, τα λέγανε σαββατλίδικα. Απ’ το αριστερό τους ώμο ήταν κρεμασμένο μ’ ασημένια αλυσίδα το στρογγυλό χαϊμαλί που έκλεινε μέσα του διάφορα φυλαχτά. Στις δυο όψεις του είχε σκαλισμένα τον προστάτη άγιο του και το Βαγγελισμό ή την Ανάσταση. Στην δεξιά μεριά είχαν μεριά είχαν το γυριστό ασημένιο σουγιά τους. Στο πίσω μέρος, στη μέση τους, στο λουρί του σελλαχιού, ήταν περασμένες οι δυό μπαλάσκες που πάνω τους είχαν πελεκημένη ανάγλυφα σχέδια π.χ. την Παρθένα Αθηνά. Μέσα βάζανε τα φουσέκια για τα ντουφέκια τους. Αριστερά πάλι απ’ τη λουρίδα του σελλαχιού κρεμόντανε τα φυσεκλίκια, με φουσέκια για τις κουμπούρες και μια θήκη που βάζανε τις τσακμακόπετρες, το μεδουλάρι, άλοιμα για τα ντουφέκια φτιαγμένο από μεδούλι και άλλες λιπαρές ύλες. Δεξιά μεριά κρεμόνταν κι η πέτσινη καπνοσακκούλα τους. Όλα τούτα τα δένανε μ’ ασημένια και πλουμιστά ζωστάρια. Μπροστά στον αριστερό μηρό, σε μακριά λουριά περασμένα – σε δυο σε τρεις αράδες – κρεμόνταν τα στρογγυλά ή και τρίγωνα ασημένια γαντζούδια ή τοκάδες. Δυο όμοια γαντζούδια σκέπαζαν τα γόνατά τους. Τούτο το στόλισμα το συνήθιζαν πολύ πριν το 1800. Και βλέπουμε να φοράει κάτι τεράστια ο πατέρας του Οδυσσέα, ο γερο Αντρούτσος όπως μας τον παρουσιάζει παλιά ζωγραφιά.

στολίδια ελληνικής φορεσιάς


Άρματα
Δεν μπορούσε εκείνη την εποχή να νοηθεί η φορεσιά χωρίς τα άρματα. Ήταν αναπόσπαστο μέρος. Γυμνοί και κουρελήδες πολλοί, μα χωρίς άρματα κανείς. Φλωροκαπνισμένα, ασημοστόλιστα, σκαλιστά και σαββατλίδικα. Δεν είχε σημασία αν κάποιος ήταν πλούσιος ή φτωχός, καπετάνιος ή παληκάρι το μεράκι για τα άρματα ήταν το ίδιο. Τις περισσότερες φορές τα άρματα δεν ήταν αγορασμένα, αλλά λάφυρα αρπαγμένα από το χέρι ή το κορμί του εχθρού.

άρματα


Κουμπούρες-Χαρμπί
Μέσα από το σελλάχι ξεπεταγόντανε πάντα δυο δίδυμες κουμπούρες. Παφίλια και λαβή, μαλαματοκαπνισμένα ή από ασήμι. Στην έξω θήκη του σελλαχιού βρίσκονταν το χαρμπί – οβελός όπως τον έλεγαν οι λογιώτατοι. Αυτό είχε πολλές χρήσεις. Όπως ήταν μεσα στη θήκη του, το χρησιμοποιούσανε βέργα για να γεμίζουν τις κουμπούρες. Όταν το ξεθηκαρώνανε γίνονταν φονικό όπλο στα χέρια του πολεμιστή. Ήταν κοφτερό και μυτερό, στρογγυλεμένο απ’ όλες τις πλευρές. Μπροστά ήταν διχαλωτό και το μεταχειρίζονταν αντί για πηρούνι και με τη διχάλα πιάνανε και το κάρβουνο απ’ το τσιμπούκι τους.

πιστόλες

πιστόλα


Γιαταγάνι
Απ’ το σελλάχι ήταν έξω-έξω πιασμένο το γιαταγάνι. Μαχαίρι μισό μέτρο λάμα ή και περισσότερο, φτιαγμένο από γερό ατσάλι. Τα πιο καλά ήταν της Δαμασκού γνωστά με το όνομα δαμασκί. Ηταν τόσο γερά που τρυπούσαν λαμαρίνα και άντεχαν να κόψουν χοντρή αλυσίδα. Το γιαταγάνι είχε τη λαβή αργυροσκαλισμένη και το θηκάρι του ασημοκαπνισμένο και πλουμιστό με γοργόνες και άγρια πουλιά. Μερικές φορές το θηκάρι ήταν από τομάρι αγριομερινού ή φιδιού.

γιαταγάνια


Μπελ χατζάρι – Τσεκούρι – Τοπούζι
Στη μέση του πολεμιστή, δεξιά μεριά από το λουρί του σελλαχιού βρίσκονταν πιασμένο το δίκοπο μικρό μαχαίρι, το μπελ χατζάρι. Αυτό το μεταχειρίζονταν πιο πολύ οι Τούρκοι, οι Έλληνες το είχαν όσοι το απέκτησαν σαν λάφυρο. Κατά την ίδια μεριά πιο πέρα ήταν ζωσμένο το τσεκούρι τους. Τέτοιο συνήθιζαν να φέρουν μονάχα οι καπεταναίοι και ήταν συμβολικό. Είχαν ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, οι Μαυρομιχαλαίοι κ.ά. Άλλο πράγμα η στραταρχική ράβδος, αυτή ήταν το τούρκικο τοπούζι. Ένα ραβδί, δυο πιθαμές μάκρος που στη μια μεριά είχε ένα στρογγύλεμα με χυτό μολύβι μέσα για να βαραίνει και στην άλλη μεριά τελείωνε σε βέλος αγκαθωτό. Από παλιά το είχανε οι πασάδες και σαν έφερναν μπροστά τους κανένα φταίχτη και ήθελαν οι ίδιοι να τον τιμωρήσουν, αν το φταίξιμό του ήταν μικρό, με το στρογγύλεμα από το τοπούζι του δίνανε κάμποσες στο κεφάλι, αν παλι ήταν βαρύ το κρίμα τον τρυπούσαν στην κοιλιά με το βέλος.

τσεκούρι-χατζάρι


Σπάθα – Πάλα
Απ’ το αριστερό μέρος του κορμιού τους, από μεταξόπλεχτη λουρίδα, κρεμόντανε η αστραφτερή και καμπυλωτή πάλα. Η λαβή της πάντα έμοιαζε με κεφάλι άγριου δράκοντα, που πολλές φορές πολύτιμα πετράδια στόλιζαν τα μάτια του. Το θηκάρι ήταν όμορφα στολισμένο με ερπετά, λιοντάρια, αγριομερινά και η θήκη έκλεινε μοιάζοντας με ουρά δράκοντα. Σε επιδέξια χέρια ήταν από τα πιο φονικό όπλα. Με μια σπαθιά μπορούσαν να κόψουν από τον ώμο άνθρωπο στα δύο. Ξακουστή ήταν η τέχνη και η δύναμη του Γκούρα και του Νικηταρά στην πάλα.

σπάθα-πάλαΣπαθί


Καριοφίλια

καρυοφίλια

Ξακουστό ήταν το ντουφέκι του Εικοσιένα, το περίφημο καριοφίλι. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε γύρω στα 1700 και υπήρξαν πολλές εικασίες για το όνομά του. Ο Σάθας υποστήριξε ότι πήρε το όνομά του από τον κατασκευαστή του στη Βενετία Carlo Figlio (Καρόλου Υιός). Ο Βαλαωρίτης δίνει την ποιητική εξήγηση «Ωνομάσθησαν ούτω, διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδή ζώνη το ομώνυμον εύοσμον φυτόν όπερ καλούμεν καρυοφίλλι». Άλλος πάλι ο Λεβίδης το μεταθέτει από την λέξη φυλλοκάρδι! Όλα τα ντουφέκια τα λέγανε καριοφίλια, αντίθετα με εκείνα που κρατούσανε οι ταχτικοί που τους είχαν δώσει το όνομα «σολντάτοι». Όμως αν και το σύνολο των ντουφεκιών έκλεινε στο όνομα καριοφίλι, τα ξεχωρίζανε σε είδη ανάλογα με το λαμνί (κάννη), τις φωτιές, το μάκρος του και τα παφίλια που το κρατούσανε δεμένο στο κοντάκι, πέντε ως οκτώ παφίλια. Μερικά από τα είδη καριοφιλιών ήταν: Φιλύντρα, Λαζαρίνα, Μιλιώνι, Νταλιάνι, Τρικιώνι, Αρμούτι, Γκιζαήρ, Σισανές, Ντάντσικα, Σαρμάς, Σαρμά-Σισανές, Χαρέ Σαρμά, Παπά Καριοφίλι, Ψαλιδιάς, Σαντέ, Μαντζάρι κ.ά. Σώζεται και το δημοτικό τραγούδι: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο κι’ Αρμούτι στο σημάδι, και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλληκάρι»
Το καριοφίλι ήταν από τα αγαπημένα όπλα των αγωνιστών που τα βάφτιζαν και με ξεχωριστό όνομα. Ο Θανάσης Διάκος το έλεγε «παπαδιά», ο Καραϊσκάκης «Βασιλική», ο Δημ. Μακρής «Λιάρο» κλπ. Χαρακτηριστική ήταν και η παροιμία «γυναίκα, ντουφέκι και άλογο δεν δανείζεται».

https://theancientwebgreece.wordpress.com

Comments

Ο Αθηναϊκός στόλος στο απόγειό του κατά το 325-322 π.Χ. (φωτό)

Η  Αθήνα  δεν  αποτελούσε  μια  από  τις  παραδοσιακές  ναυτικές  δυνάμεις  της  Ελλάδας.
Ο  στόλος της  γύρω  στο  500  πΧ  ήταν  μάλλον  ασήμαντος  μπροστά  στους  ισχυρούς  στόλους  τριήρων  και  διήρων  της  Κορίνθου, της  Μιλήτου, της  Σάμου, της Αίγινας  και  άλλων  πόλεων, αποτελούμενος  από  50  απηρχαιωμένες  πεντηκοντόρους. 
Το  ναυτικό  της  είναι  σχετικά  νεότευκτο  αφού  ναυπηγήθηκε  χάρη  στη  επιμονή  του  Θεμιστοκλή,  στην  ουσία  λίγα  χρόνια  πριν  τη  μεγαλειώδη  νίκη  του  στη  Σαλαμίνα (480  πΧ) επί  του  στόλου  των  Αχαιμενιδών.

Τριήρεις_01


Στο  μεγαλύτερο  μέρος  του  «χρυσού» 5ου  αιώνα πΧ,  ο  αθηναϊκός  στόλος  αποτελείτο  από  300  τριήρεις  από  τις  οποίες  επανδρώνονταν  συνήθως  οι  200,  ή  το  πολύ  250.  Ένα  μέρος  των  πληρωμάτων  δεν  ήταν  Αθηναίοι  ή  μέτοικοι  της  Αττικής,  αλλά  μισθοφόροι  και  σύμμαχοι  από  τις  διάφορες  ναυτικές  πόλεις  του  Αιγαίου.

ΠΙΝΑΚΑΣ
Η ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ 5ο-4ο αι. π.Χ.

Χρονολογία
Αριθμός  πλοίων
 
 
Περί  το  500 πΧ
50  πεντηκόντοροι
 
 
Ναυμαχία  Σαλαμίνας  480  πΧ  (μαζί  με  τους Αθηναίους  κληρούχους  στη  Χαλκίδα)
200 τριήρεις
468 πΧ
200 τριήρεις
Μετά  την  αποτυχημένη εκστρατεία στην Αίγυπτο
200 τριήρεις
Αρχή Πελοποννησιακού  πολέμου (431 πΧ)
300 τριήρεις
Νικίειος  Ειρήνη (421 πΧ)
300 τριήρεις
Σικελική  καταστροφή (413 πΧ)
108 τριήρεις
Ναυμαχία  Αργινουσών (406 πΧ)
180 τριήρεις
Στους  Αιγός  Ποταμούς (405 πΧ)
180 τριήρεις
Μετά  την  τελική  ήττα  της  Αθήνας (404  πΧ)
12   τριήρεις
370  πΧ
100 τριήρεις
Περί  το  350 πΧ
300 τριήρεις
325-3  πΧ
417  πολεμικά,
τα  οποία  είναι: τριήρεις (360),
τετρήρεις (50) και πεντήρεις (7).
 

Εκτός από  αυτόν  τον  στόλο,  η  Αθήνα  είχε  υπό  τον  έλεγχο  της  και  τις 180  τριήρεις  των  ναυτικών  συμμάχων  της, ήτοι  της  Χίου,  Λέσβου  και  Σάμου.  Έτσι   το  σύνολο  των  τριήρων  που  διέθετε  έφθανε  τις  480.  Όταν  η  πόλη  της  Παλλάδας  νικήθηκε  τελικά  στον  Πελοποννησιακό  πόλεμο,  οι  Σπαρτιάτες  της  επέτρεψαν  να  διατηρήσει  μόνο  12  τριήρεις  ως  ακτοφυλακή  της  Αττικής,  έναντι  πειρατών  ή  άλλων  απειλών (404  πΧ).  Ίσως  πίστεψαν  ότι  έτσι  εξουδετέρωσαν  το  αθηναϊκό  ναυτικό,  όμως  έσφαλαν.  Η  θαλάσσια  δύναμη  της  Αθήνας  δεν  βρισκόταν  στα  σκάφη  του  στόλου  της.  Όπως  αποδείχθηκε, ακόμη  και  αν  τα  έχανε  κατά  εκατοντάδες,  τα  ναυπηγεία  του  Πειραιά  μπορούσαν  να  τα  αντικαταστήσουν.  Η  ναυτική  ισχύς  της  Αθήνας  βρισκόταν  στη  ναυτική  και  ναυπηγική  δεινότητα  των  ανδρών  της,  αλλά  και  στην  επιμονή  του  λαού  της.

Τριήρεις_02
Διάγραμματα  τριήρους  κατά  τον  J.F. Coates.


Η  Αθήνα  ανένηψε  σταδιακά  από  τη  συμφορά  του  404,  και  περίπου  το  370  π.Χ.  είχε  πάλι  έναν  στόλο  100  τριήρων.  Εως  τα  μέσα  του  4ου  αι.,  αύξησε  αυτόν  τον  αριθμό  σε  300, φτάνοντας  έτσι  το  μέγεθος  που  είχε  ο  «εθνικός» στόλος  της  κατά  τον  5ο  αι.  Oι  Αθηναίοι  του  4ου  αιώνα  είναι  αποφασισμένοι  να  πρωταγωνιστήσουν  πάλι  στα  ελληνικά  πράγματα  και  γνωρίζουν  καλά  ότι  η  μόνη  οδός  για  αυτό,  είναι  εκείνη  της  θάλασσας.  Έτσι  παρά  την  συντριβή  τους  από  τον  Φίλιππο  της  Μακεδονίας  στη  Χαιρώνεια (338  πΧ) και  τη  νέα  υποταγή  τους  στον  Μέγα  Αλέξανδρο (335), οι  Αθηναίοι  διατήρησαν  τον  υψηλό  ρυθμό  ναυπηγήσεων  καταρρίπτοντας  κάθε  προηγούμενο  «ρεκόρ»  τους.  Σε  αυτό  τους  έσπρωξε  η  απίστευτη  επιτυχία  του  Αλεξάνδρου  να  καταλύσει  την  Περσική  αυτοκρατορία  το  330  π.Χ. 
Οι  Αθηναίοι  κατανόησαν  ότι  ένας  στόλος  300  πολεμικών  σκαφών  δεν  αρκούσε  πλέον  για  να  μπορέσουν  να συναγωνισθούν  το  νέα  Μακεδονία,  της  οποίας  τα  σύνορα  άγγιζαν  πλέον  τα  Ιμαλάια  (Ιμαον  Ορος).  Κύριος  υπεύθυνος  για  αυτό  το  νέο  αθηναϊκό  επίτευγμα,  ήταν  ο  Λυκούργος, ο «νέος  Θεμιστοκλής».
Ο  συγκεκριμένος  μεγάλος  και  εν  πολλοίς  λησμονημένος  Αθηναίος  ο  οποίος  είχε  ουσιαστικά  τον  έλεγχο  των  οικονομικών  της  πόλης  του  επί  τουλάχιστον  10  χρόνια,  μέχρι  τον  θάνατο  του  το  324  πΧ,  εφάρμοσε  ένα  μεγαλόπνοο  ανορθωτικό  πρόγραμμα  με  κύριο  σκοπό  την  ενίσχυση  της  οικονομίας  και  του  στόλου.  Ανήκοντας  στην  αντιμακεδονική  παράταξη  και  γνωρίζοντας  ότι η  ρήξη  με τον  Αλέξανδρο  ήταν  αναπόφευκτη,  ο  Λυκούργος  είχε  φροντίσει  ιδιαίτερα  για  την  ενίσχυση  των στρατιωτικών  δυνάμεων  της  Αθήνας.  Ανάμεσα  στα  άλλα  που  επιτεύχθηκαν  εκείνα  τα  χρόνια,  ήταν  και  η  περαιτέρω  ενίσχυση  του  στόλου  όχι  μόνο  αριθμητικά  αλλά  και  ποιοτικά.  Έτσι  στις  υπάρχουσες  τριήρεις  προστέθηκαν  δύο  νέοι  τύποι  πολεμικών  σκαφών,  οι  οποίοι  έμελε  σύντομα  να  κυριαρχήσουν  στα  πελάγη  της  Μεσογείου: η  τετρήρης  και  κυρίως  η  πεντήρης. 
Οι  κατάλογοι  του  αθηναϊκού  στόλου  για  το  έτος  325/4  πΧ  περιλάμβαναν  σύμφωνα  με  επιγραφικές  μαρτυρίες  417  σκάφη: 360  τριηρεις,  50 τετρηρεις και  7 πεντηρεις. 
Ο  αριθμός  αυτός  επιβεβαιώνεται  από  τους  372  νεωσοίκους  που  υπήρχαν  στα  λιμάνια  του  Πειραιά  αυτή  την  περίοδο.  Αν  προστεθούν  οι  νεώσοικοι  που  υπήρχαν  σε  άλλα  λιμάνια  της  Αττικής,  τότε  αυτοί  υπερβαίνουν  συνολικά τους  400.  Και  αν  προστεθούν  τα  πλοία  ακτοφυλακής  και  αποστολών  που  βρίσκονταν  εν  πλω, καταλήγουμε σε  έναν  αριθμό  περισσοτέρων  από  417  σκάφη.

Τριήρεις_03
Αρχαίοι  Ελληνες  «επιβάτες» (πεζοναύτες)  έχουν  αποβιβασθεί  σε  ακτή.  Πρόκειται  για  οπλίτες  και   πελταστές.  Οι  Αθηναίοι  ήταν  ικανοί  πεζοναύτες,  λόγω  της  ναυτικής  παράδοσης  της  πόλης  τους (αναπαράσταση  από  τον  Βρετανικό  Ιστορικό  Σύλλογο  Comitatus)


Πρόκειται  για  το  απόγειο  του  αθηναϊκού  ναυτικού  και  όχι  μόνο  από  την  αριθμητική  άποψη.  Όπως  αναφέρθηκε  ο  νέος  στόλος  περιλάμβανε  τετρήρεις  και  πεντήρεις  που  δεν  είχαν  ξαναχρησιμοποιηθεί  από  την  Αθήνα. Επιπλέον  οι  πολίτες  της  δεν  υστερούσαν  σε  ναυτικές  και  ναυπηγικές  ικανότητες,  συγκρινόμενοι  με  τους  προγόνους  τους  του  5ου  αιώνα  πΧ.  Βέβαια  και  πάλι  ο  αριθμός  των  σκαφών  που  μπορούσαν  πραγματικά  να  επανδρωθούν  ήταν  μικρότερος: υπήρχαν  αρκετά  πληρώματα  μόνο  για  200  από  τα  417  σκάφη.  Με  την  προσθήκη  μισθοφορικών  πληρωμάτων,  θα  μπορούσαν  να  επανδρωθούν  240-250  πλοία,  όπως  έγινε  κατά  την  έκρηξη  του  Λαμιακού  πολέμου  όταν  χρησιμοποιήθηκαν  τα  υπεξαιρεθέντα  χρήματα  του  Μακεδόνα  θησαυροφύλακα  Αττάλου,  για  την  πρόσληψη  πληρωμάτων.  Συμπερασματικά,  το  απόγειο  του  αθηναϊκού  ναυτικού  δεν  σημειώθηκε  τον  5ο  αιώνα  πΧ, όπως  θεωρείται  ευρέως,  αλλά  μάλλον  κατά  τα  έτη  325-322 π.Χ. 

Η  αναβάθμιση  του  ναυτικού  όπλου  δεν  αφορούσε  μόνο  τα  σκάφη. Ένα  μέρος  των  372  προαναφερόμενων  νεωσοίκων  του  Πειραιά  κατασκευάσθηκαν  τη  συγκεκριμένη  περίοδο,  για  να  αντεπεξέλθουν  στην  αριθμητική  αύξηση.  Επιπρόσθετα  αυτή  την  περίοδο  οικοδομήθηκε  η  περίφημη  Σκευοθήκη του  Φίλωνος  στο  λιμάνι  της  Ζέας,  για  τη  φύλαξη  των  εξαρτήσεων  των  πλοίων.
O  Λυκούργος  ήταν  σε  μεγάλο  βαθμό  εκείνος  ο  οποίος  επέτυχε  όλα  αυτά.  Με  την  ισχυροποίηση  του  στόλου, ο  μεγάλος  Αθηναίος  αναζωογόνησε  και  τον  Πειραιά.  Λόγω  αυτών  των  υπηρεσιών  του  μπορεί  να  συγκριθεί  με  τον  Θεμιστοκλή,  στον  οποίο  οφείλεται  η  δημιουργία  του  αθηναϊκού  ναυτικού  και  του  λιμένα  του  Πειραιά.

Τριήρεις_04

Ενας  ακόμη  θαυμασιος  πίνακας  από  τον  Igor  Dzis,  με  θέμα  μία  τριήρη  και  τους  «επιβάτες» (πεζοναύτες)  της  (copyright: Igor  Dzis).
Ωστόσο, κατά  τον  Λαμιακό  πόλεμο  ο  οποίος  ακολούθησε (323/322  π.Χ.)  οι  Αθηναίοι  και  οι  περιορισμένοι  ναυτικοί  σύμμαχοι  τους  αντιμετώπισαν  τον  στόλο  των  Μακεδόνων (του  νεκρού  πλέον  Μεγάλου  Αλεξάνδρου), αποτελούμενο  από  πολεμικά  πλοία  Ελλαδιτών,  Φοινίκων,  Κυπρίων,  Κιλίκων  και  Φιλισταίων  συμμάχων  και  υποτελών  της  Μακεδονίας.  Ο  μακεδονικός  στόλος  περιελάμβανε  υψηλό  ποσοστό  τετρήρων  και  πεντήρων  (προερχόμενες  κυρίως  από  την  Ανατολική  Μεσόγειο),  οι  οποίες  ήταν  ισχυρότερες  από  τις  τριήρεις.  Αυτό  το  στοιχείο  φαίνεται  πως  έκρινε  το  τελικό  αποτέλεσμα  του  πολέμου.

Οι  Αθηναίοι  και  οι  σύμμαχοι  τους  αντιμετώπισαν  τον  στόλο  των  Μακεδόνων  υπό  τον  Λευκό  Κλείτο,  σε  μία  σειρά  από  ναυτικές  αναμετρήσεις, με  σημαντικότερη  τη  ναυμαχία  της  Αμοργού  κατά  την  οποία  ο  αθηναϊκός  στόλος  συνετρίβη (322  π.Χ.).  Μετά  το τέλος  του  πολέμου, περίπου  200-250  πολεμικά  σκάφη  της  Αθήνας (πιθανώς  μόνο  τριήρεις)  είχαν  μείνει στους  νεωσοίκους  της  Αττικής.  Αλλά  επρόκειτο  για  έναν «στόλο-φάντασμα»  αφού  δεν  υπήρχαν  πια  κωπηλάτες  για να  τον  κινήσουν,  μετά  την  εξορία  πάνω  από  12.000  Αθηναίων  (κυρίως  ναυτικών)  από  τον  νικητή  Μακεδόνα  στρατηγό  Αντίπατρο, και  φυσικά  λόγω  των  μεγάλων  απωλειών  κατά  τον  πολεμο.  Τα  πλοία  αυτά  αφέθηκαν  να  σαπίσουν  και  δε  ναυπηγήθηκε  ποτέ  πάλι  αξιόλογος  στόλος.

Οι  λόγοι  για  αυτό  το  γεγονός  ήταν  διάφοροι: 

1) η  ολιγανθρωπία  που  άρχισε  να  μαστίζει  την  Αθήνα  λόγω  και  της  μετανάστευσης  των  Αθηναίων  στην  Ανατολή
2) η  συνειδητοποίηση  της  αδυναμίας  συναγωνισμού  των  κολοσσιαίων  ελληνιστικών  βασιλείων  από  τις  παλαιές  πόλεις-κράτη και 
3) η  επικράτηση  των  τετρήρων  και  πεντήρων.  Αν  οι  Αθηναίοι  ήθελαν  να  πρωταγωνιστούν  στα  πολιτικά  πράγματα του  ελληνικού  κόσμου,  θα  έπρεπε  να  χτίσουν  νέο  στόλο  αποτελούμενο  από  αυτά  τα  πλοία,  και  όχι  από  τις  μάλλον  απηρχαιωμένες  τριήρεις.  Αλλά  το  οικονομικό  βάρος  ενός  τέτοιου  εγχειρήματος  θα  ήταν  αβάστακτο  για  την  Αθηνα.

Σκύθες
Oι  Αθηναίοι  χρησιμοποιούσαν  Σκύθες  τοξότες   στις  τριήρεις  τους  (αναπαράσταση  Σκυθών  από  τον  Βρετανικό  Ιστορικό  Σύλλογο  Comitatus).
Έτσι  τα  χρόνια  325-322 πΧ  σημειώθηκε  το  μέγιστο  του αθηναϊκού  στόλου,  αλλά  και  το  ουσιαστικό  τέλος  του  αφού  στο  εξής  η  Αθήνα  διατήρησε  μόνο  έναν  μικρό  αριθμό  τριήρων  και  δεν  ενεπλάκη  πάλι  σε  αξιόλογες  ναυτικές  επιχειρήσεις.  Εντούτοις  η  ναυτοσύνη  των  πολιτών  της  επιβιώνει  για  αιώνες  στο  μέλλον.  Η  Αθήνα  συμμετέχει  σε  θαλάσσιους  πολέμους  της  Ρώμης  μαζί  με  άλλους  ναυτικούς  συμμάχους της (socii  navales),  ενώ  παρέχει  πληρώματα  για  τον  Ρωμαϊκό  και  αργότερα  για  τον  Βυζαντινό  αυτοκρατορικό  στόλο  έως  τον  Μεσαίωνα.

https://theancientwebgreece.wordpress.com

Comments

Η αγωγή των νέων στην αρχαία Αθήνα (φωτό


Αρχαία Ελλάδα_01



Η αγωγή των νέων στην αρχαία Αθήνα είναι παρόμοια με την αγωγή των νέων σε άλλες ελληνικές πόλεις, με εξαίρεση την Σπάρτη. Απλώς γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην αγωγή των Αθηναίων νέων, γιατί η αρχαία Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα αποτελεί γενικότερο πρότυπο σε αυτό το βιβλίο.


Στην αθηναϊκή οικογένεια, την αγωγή αναλάμβανε ο πατέρας ο οποίος ήταν και ο αρχηγός της οικογενείας. Μπορούσε, όμως, η αγωγή να ανατεθεί σε άλλους. Μέχρι τα 7 τους έτη τα αγόρια και τα κορίτσια μεγάλωναν μαζί στον γυναικωνίτη και έπαιζαν μαζί διάφορα ευχάριστα παιχνίδια. Από τα 7 τους έτη τα αγόρια, με τη συνοδεία του παιδαγωγού, πήγαιναν στο σχολείο. Ο παιδαγωγός ήταν ένας ηλικιωμένος και έμπιστος δούλος της οικογενείας. Σε ό,τι αφορά τα κορίτσια, αυτά έμεναν στο σπίτι και η μητέρα τους τα δίδασκε ανάγνωση, γραφή, μουσική, χορό και την οικοκυρική τέχνη.

Αρχαία Ελλάδα_02

Φυσικά, ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί γιατί τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο μαζί με τα αγόρια. Η απάντηση είναι ότι οι γυναίκες την εποχή εκείνη ασχολούνταν με το νοικοκυριό και την οικογένειά τους και όχι με κάποιο επάγγελμα. Δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, γιατί όπως και οι δούλοι στερούντο μορφώσεως, κάτι που είναι απαραίτητο στην άμεση δημοκρατία. Αν λάβουμε υπόψιν ότι η σημερινή εκπαίδευση είναι απαράδεκτη παγκοσμίως, με το παραπάνω σκεπτικό, κανείς δεν θα είχε δικαίωμα ψήφου στις εκλογές!!!

Στην αρχαία Αθήνα οι άνδρες ήταν αυτοί που εργάζονταν και συντηρούσαν την οικογένεια και συμμετείχαν, όντας πνευματικά καλλιεργημένοι, στις πολιτικές αποφάσεις. Η θέση της γυναίκας ήταν – με εξαίρεση την Σπάρτη και την μινωική Κρήτη – μέτρια στην αρχαία Ελλάδα όπως και στις άλλες χώρες, τότε. Ουσιαστικά, στις περισσότερες – βασικά στις δυτικές – χώρες, μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα άρχισαν οι γυναίκες να αποκτούν πολιτικά δικαιώματα και ισότητα με το ανδρικό φύλο, σε όλους τους τομείς.
Αρχαία Ελλάδα_03

Επιστρέφοντας στην αγωγή των νέων στην αρχαία Αθήνα, οι γονείς ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν κάποιον δάσκαλο που θα αναλάμβανε την αγωγή των παιδιών τους.
Τα μαθήματα δεν γίνονταν σε κάποιο σχολείο, αλλά στην οικία του δασκάλου. Κάτι σαν ιδιαίτερο ολιγομελές φροντιστήριο! Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι γίνεται αναφορά στα ανήλικα παιδιά και όχι στους ενηλίκους που μπορούσαν να σπουδάσουν δίπλα σε φιλοσόφους και σε φιλοσοφικές σχολές, μοναδικές και ανεπανάληπτες για την ανθρωπότητα.
Οι ανήλικοι, λοιπόν, διδάσκονταν την βασική εκπαίδευση από 4 δασκάλους: τον «γραμματιστή΄΄, τον δάσκαλο τηςμουσικής, τον γυμναστή και τον χοροδιδάσκαλο. Η γυμναστική αγωγή των νέων αναλύθηκε στην προηγούμενη ενότητα.
Τα παιδιά διδάσκονταν από τον γραμματιστή ανάγνωση και γραφή. Επίσης, τα παιδιά διδάσκονταν ποίηση όπως του Ομήρου και του Ησιόδου και μάθαιναν από την αρχή της εκπαίδευσής τους να αποστηθίζουν ποιήματα. Όταν μάθαιναν ανάγνωση και γραφή, τότε διάβαζαν και αποστήθιζαν ποιήματα μεγάλων ποιητών της εποχής. Πέρα από την ανάγνωση, την γραφή και την διείσδυση των νέων στα κείμενα των σοφών της εποχής, η μουσική θεωρείτο απαραίτητο στοιχείο στην αγωγή τους.
Αρχαία Ελλάδα_19

Στην αρχαία Ελλάδα ο «μουσικός ανήρ΄΄ήταν ο μορφωμένος άνθρωπος. Ως γνωστόν, η διδασκαλία της μουσικής στην αρχαία Ελλάδα προηγήθηκε από αυτή των γραμμάτων. Η μουσική εκπαίδευση περιλάμβανε την διδασκαλία μουσικού οργάνου, τραγουδιού και χορού. Τα παιδία διδάσκονταν από τον «κιθαριστή΄΄ λύρα ή αυλό.Το παίξιμο της λύρας συνοδευόταν από την απαγγελία στίχων λυρικών ποιημάτων ή από τραγούδια συχνά ηρωικά κατορθώματα. Από εκεί βγήκε και η λυρική ποίηση.
Στην αρχαία Ελλάδα δεν επικρατούσε η αδιαφορία, η φασαρία και η ανοησία των σύγχρονων μαθητών. Κατά την διάρκεια των μαθημάτων οι νέοι στέκονταν σοβαροί, δεν μιλούσαν μεταξύ τους και παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την διδασκαλία. Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα και κανένας δάσκαλος δεν κατάφερε ποτέ στην ιστορία να κρατήσει πραγματικά το ενδιαφέρον των μαθητών.
Αρχαία Ελλάδα_20

Στην αρχαία Ελλάδα οι μαθητές αγαπούσαν το σχολείο το οποίο δεν τους πίεζε να βαθμοθηρούν για να φοιτήσουν σε κάποιοι πανεπιστήμιο, ούτε τους πίεζε και τους καθιστούσε ανταγωνιστές από την τρυφερή τους ηλικία με διάφορες εξετάσεις, «credits΄΄ και βαθμολογίες που τα σύγχρονα γελοία εκπαιδευτικά συστήματα όλου του κόσμου κάνουν.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σήμερα η εκπαίδευση αποσκοπεί στην μετάδοση στείρων γνώσεων και στην παραγωγή επαγγελματιών. Επίσης, ο εκπαιδευτικός με την υποκειμενική του αξιολόγηση κολλάει μια ταμπέλα στον νέο λέγοντας του ότι είναι «καλός΄΄ ή «κακός΄΄ μαθητής ή φοιτητής, τουτέστιν άχρηστος … Ποίος, όμως, είναι ο αλάνθαστος που θα κρίνει έναν άνθρωπο και μάλιστα έναν νέο και θα καθορίσει την μετέπειτα επαγγελματική και κοινωνική του ζωή;

Αρχαία Ελλάδα_07

Η αγάπη των Αθηναίων νέων για το σχολείο φαίνεται από το μάθημα της μουσικής στο οποίο πήγαιναν παραταγμένοι σε ομάδες και σιωπηροί, χωρίς να οχλαγωγούν – όπως οι σημερινοί νέοι.
Στα μαθήματα αναφέρθηκε ότι οι νέοι παρέμεναν κόσμιοι και σοβαροί, δεν έκαναν αστεία και ποτέ δεν αντιμιλούσαν στον δάσκαλο, κάτι που γίνεται κατά κόρον σήμερα. Εντούτοις, αν κάποιος μαθητής έδειχνε ασέβεια στο μάθημα και γελούσε ή έκανε φασαρία, τότε ο δάσκαλος τον χτυπούσε. Σήμερα, οι δάσκαλοι φοβούνται να ρίξουν ένα χαστούκι ή με το ραβδί να χτυπήσουν τα χέρια ενός άτακτου μαθητή, για να μην μηνυθούν από τους γονείς του και χάσουν την δουλεία τους από την πειθαρχική επιτροπή του υπουργείου παιδείας. Και όμως, χωρίς να προτείνεται το (πάλαι ποτέ) δεσποτικό γερμανικό σύστημα, είναι εμφανές ότι η αντιμετώπιση των άτακτων μαθητών στην αρχαία Αθήνα σωφρόνιζε τους ιδίους και παραδειγμάτιζε τους άλλους.

Αρχαία Ελλάδα_05

Οι νέοι στην αρχαία Ελλάδα, εν αντιθέσει με τους σημερινούς νέους, έδειχναν σεβασμό στους μεγαλυτέρους και τους δασκάλους τους, και ας λέει ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης (445 -385 π.Χ.) ότι πείραζαν τους γέροντες. Ο Αριστοφάνης, επί τη ευκαιρία, είναι γνωστός για την υπερβολή του (…ποιητική αδεία) και δεν μπορεί να προσφέρει αξιόπιστες ιστορικές πληροφορίες.
Γνωστό παράδειγμα είναι το πώς παρουσιάζει τον Σωκράτη. Επιστρέφοντας στους νέους της Αθήνας, οι «σωφρονιστές΄΄ και οι παιδαγωγοί ήταν αυτοί που επέβλεπαν τη συμπεριφορά τους που έπρεπε να ήταν κοσμία. Οι νέοι στέκονταν μπροστά στους ηλικιωμένους σιωπηρά, χωρίς να μιλούν – εκτός αν τους ρωτούσαν κάτι. Αν ήθελαν να πουν κάτι το έλεγαν χαμηλοφώνως, μιας και η δυνατή φωνή (που έχουν οι νέοι σήμερα) έδειχνε κακή αγωγή. Η ζωή των νέων στην αρχαία Ελλάδα ήταν γενικά συγκρατημένη, ενώ οι σύγχρονοι νέοι έχουν χάσει το μέτρο.

Αρχαία Ελλάδα_10

Οι Έλληνες έφηβοι είχαν για διασκέδαση τις παλαίστρες, τα δημόσια γυμναστήρια και τις εορτές. Μάλιστα στα Παναθήναια της Αθήνας, εορτή προς τιμήν της πολιούχου θεάς Αθηνάς, συμμετείχαν στην πομπή του πέπλου της προς το Ερέχθειο, ως αναβάτες σε άλογα, γεμίζοντας με μεγάλη περηφάνια τους Αθηναίους πολίτες. Οι νέοι δεν είχαν δικαίωμα να μπουν στην αγορά (τόπος συνάθροισης των Αθηναίων), ούτε στην Ηλιαία (δικαστήριο της Αθήνας).
Όπως προαναφέρθηκε, οι νέοι σέβονταν τους δασκάλους τους. Αυτό το έκαναν, όχι από φόβο ή ιδιοτέλεια όπως οι σύγχρονοι νέοι που άλλωστε η πλειοψηφία τους δεν σέβεται τους δασκάλους, αλλά επειδή συνειδητοποιούσαν τον παιδαγωγικό ρόλο του δασκάλου και γοητεύονταν από την μαγεία της εκπαίδευσης που δέχονταν. Αναγνώριζαν ότι η σωματική και η ηθικοπνευματική τους αγωγή τους οδηγούσε στην ευδαιμονία, όπως άλλωστε συμφωνούσε και ο Πλάτωνας.
Οι νέοι της Αθήνας συμμετείχαν στις εορτές της πόλεως με χορούς και χορωδίες. Τις εορτές αυτές αναλάμβαναν να χρηματοδοτήσουν υποχρεωτικά οι χορηγοί που ήταν εύποροι Αθηναίοι!!! Η χρηματοδότηση αυτή ονομαζοταν «χορηγία΄΄ και δεν έχει καμία σχέση με τους συγχρόνους χορηγούς (μάλλον σπόνσορες να τους αποκαλούμε), δηλαδή τις πολυεθνικές και τις μεγάλες εταιρίες που αυτοπροβάλλονται και πλουτίζουν από την διαφήμιση.
Αρχαία Ελλάδα_08

Στην αρχαία Αθήνα οι χορηγοί, οι πλούσιοι της πόλης, με δικά τους έξοδα πλήρωναν χοροδιδασκάλους που μάθαιναν στους νέους χορό και τραγούδι λυρικών ποιημάτων τα οποία και παρουσίαζαν στα θέατρα και στις διάφορες εορτές, μπροστά στο περήφανο για τα νιάτα του αθηναϊκό κοινό. Σήμερα ποίο κράτος δίδει σημασία στην αγωγή των νέων και αισθάνεται για αυτούς περήφανο;
Δεν είναι αλήθεια ότι η σημερινή κοινωνία προτιμάει μια νεολαία με μονοδιάστατη υπερεξειδικευμένη παιδεία και αδιάφορη για τα πάντα εκτός από την καλοπέραση, την καριέρα και το χρήμα; Στις θεοκρατικές χώρες τους προτιμάνε αμόρφωτους και θρησκευτικά φανατισμένους, έρμαια του κάθε δικτάτορα … Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι η ενότητα αυτή είναι σημαντική.
Στην αρχαία Αθήνα ο πολίτης είχε σχέση παιδιού προς μητέρας με την πολιτεία και απολάμβανε τα αγαθά της όπως την εκπαίδευση και της φιλοσοφικές της σχολές, το θέατρο, τους αγώνες, τις εορτές, τον αθλητισμό και γενικά τον πολιτισμό της. Γι’ αυτό, όπως προαναφέρθηκε, οι Αθηναίοι αυτοθυσιαζόταν στον πόλεμο, όχι μόνον για να μην χάσουν οι ίδιοι τα αγαθά της πόλης τους, αλλά να μην τα χάσουν οι επερχόμενες γενιές. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της αρχαιοελληνικής παιδείας: η αρμονική, διαλεκτική σχέση πολίτη πολιτείας και η ανάδειξη της νέας γενιάς.

Αρχαία Ελλάδα_12

Οι νέοι στην Αθήνα, έπειτα από την βασική τους εκπαίδευση, έπαιρναν ανώτερη μόρφωση. Διδάσκονταν γεωμετρία, μαθηματικά, φυσική, αστρονομία, ιατρική, ρητορική, φιλοσοφία και διάφορες τέχνες. Στην αρχαία Αθήνα οι νέοι μπορούσαν να μαθητεύσουν δίπλα σε κάποιον φιλόσοφο ή σοφιστή. Αυτοί δίδασκαν επί πληρωμή, με κάποιες εξαιρέσεις όπως του Σωκράτη και του σκυλοσόφου Διογένη.
Οι σοφιστές και οι φιλόσοφοι δίδασκαν συνήθως στις στοές. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε η Ακαδημία του Πλάτωνα, η Περιπατητική σχολή του Αριστοτέλη, η ρητορική σχολή του Ισοκράτη, η σχολή του Επίκουρου, η Στοά του Ζήνωνα, η Κυνική σχολή του Αντισθένη, η Κυρηναϊκή σχολή του Αρίστιππου από την Κυρήνη (ελληνική αποικία στη Λιβύη) και η Μεγαρική σχολή του Ευκλείδη από τα Μέγαρα. Ιατρικές σχολές υπήρχαν στο νησί Κω – υπό την διεύθυνση του Ιπποκράτη, στην Πέργαμο (ελληνική πόλη στην Μ.Ασία), στην Κυρήνη, στον Κρότωνα (ελληνική αποικία στην Κάτω Ιταλία) υπό την διεύθυνση του Αλκμαίονα, και αλλού.

Αρχαία Ελλάδα_14

Στην αρχαία Ελλάδα δινόταν τεραστία σημασία στην αγωγή, την εκπαίδευση και την παιδεία των νέων. Σήμερα δίδεται έμφαση μόνον στην στείρα και μονοδιάστατη εκπαίδευση που αποτελεί υποσύνολο της παιδείας … Τελικά, η αρχαιοελληνική παιδεία προβάλλεται ως ανεπανάληπτο επίτευγμα, μιας και αναδεικνύεται ως η μοναδική που ανέδειξε την προσωπικότητα των νέων και δεν τους αντιμετώπισε ως νούμερα ενός σχολείου.
Σκοπός της αρχαιοελληνικής παιδείας ήταν η απόκτηση του αγαθού και του κάλλους, δηλαδή η ανάπτυξη του πνεύματος, της ψυχής και του σώματος. Έτσι, η πολιτεία αποσκοπούσε στην συγκρότησή της από ώριμους πολίτες με ηθικοπνευματική καλλιέργεια και σωματική ευεξία. Άλλωστε, οι Αθηναίοι πολίτες του 5ου π.Χ αιώνα, μεσώ της εκκλησίας του δήμου και της Βουλής των πεντακόσιων, αποφάσιζαν για την τύχη της πόλης. Δεν αποφάσιζε κάποιος τύραννος ή βασιλιάς ή αρχηγός ή με τα σημερινά δεδομένα κάποια κυβέρνηση που «αντιπροσωπεύει΄΄ το λαό…

Αρχαία Ελλάδα_15

Η αγωγή των Αθηναίων έφηβων περιλάμβανε και την τέχνη του πόλεμου, γιατί ήταν οι μελλοντικοί στρατιώτες που θα προστάτευαν την πόλη από τους πολέμιούς της.
Έτσι, ο λαός όριζε τους «παιδοκρίτες΄΄ και ειδικούς δασκάλους που μάθαιναν στους εφήβους να μάχονται σαν οπλίτες και τους ασκούσαν στα όπλα (ξίφος, ακόντιο, δόρυ, τόξο, σφενδόνα).
Η αγωγή των νέων στην Αθήνα κρατούσε ως τα 18 τους χρόνια, δηλαδή ως την ενηλικίωσή τους. Στα 18 τους οι νέοι γίνονταν πλέον Αθηναίοι πολίτες (αν οι γονείς τους ήταν Αθηναίοι), αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα και εντάσσονταν στην στρατιωτική δύναμη της πόλης.
Όταν έφτανε τα 18 του ο Αθηναίος έφηβος έδινε τον«όρκο των εφήβων΄΄ στο ιερό της Αλιαύρου που βρισκόταν βόρεια της Ακροπόλεως.
Αρχαία Ελλάδα_16

Ο όρκος των εφήβων έλεγε:
«Δεν θα ντροπιάσω τα ιερά μου όπλα, δεν θα εγκαταλείψω στη μάχη τον συμπολεμιστή μου, θα αγωνισθώ για τα ιερά και την πόλη μου και θα την παραδώσω, όχι μικρότερη απ ότι την παρέλαβα, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη, όσο οι δυνάμεις μου και οι συμπολίτες μου με βοηθήσουν. Θα υπάκουω στους άρχοντες και στους νόμους, τόσο τους ισχύοντες, όσο και σε αυτούς που θα θεσπιστούν στο μέλλον. Αν οποιοσδήποτε προσπαθήσει να ανατρέψει τους νόμους, θα τον εμποδίσω με σθένος και με την βοήθεια των συμπολιτών μου. Θα τιμώ πάντοτε τους πατέρες (προγόνους) μου και παίρνω για μάρτυρές μου: τους θεούς, τα όρια της πατρίδος μου, τα σιτηρά, τα αμπέλια, τις ελιές, τις συκιές, τα κριθάρια και όλα τα αγαθά που αυτή προσφέρει΄΄.
Η αρχαία Αθήνα φρόντιζε οικονομικά τις χήρες και τα ορφανά των πεσόντων στον πόλεμο. Σημειώνεται ότι η Αθήνα ήταν η μοναδική πόλη όπου γινόταν η μεγαλειώδης τιμητική πομπή του «Επιταφίου΄΄ για τους πεσόντες στη μάχη οι οποίοι θάβονταν σε περίλαμπρο τάφο και η αυτοθυσία τους για την πόλη ήταν η μέγιστη τιμή που μπορούσε να νιώσει η οικογένειά τους και οι απόγονοί τους.
Αρχαία Ελλάδα_17

Σε ό,τι αφορά την ανατροφή των ορφανών των νεκρών ανδρών, αυτή άρχιζε από τη στιγμή του θανάτου του πατέρα τους και κρατούσε μέχρι τα 18 τους χρόνια, όποτε και ενηλικιώνονταν. Η πολιτεία, λοιπόν, γινόταν κηδεμόνας των ορφανών. Το τέλος της κηδεμονίας αυτής γινόταν με μια δημόσια εκδήλωση στο θέατρο του Διονύσου, κατά την διάρκεια της εορτής των Μεγάλων Διονυσίων.
Κατά τον Αθηναίο ρήτορα Αισχύνη (389 – 314 π.Χ.), πριν αρχίσουν στο θέατρο οι δραματικοί αγώνες των ποιητών (το δράμα που δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα) κάποιος κήρυκας παρουσίαζε στο κοινό τους ορφανούς εφήβους που πλέον είχαν ενηλικιωθεί. Οι νέοι αυτοί κρατούσαν στα χέρια τους την πανοπλία του οπλίτη που η πολιτεία τους είχε δωρίσει τιμητικά.Τότε ο κήρυκας σήμαινε τη λήξη της κηδεμονίας από την πολιτεία και έλεγε ότι οι νέοι αυτοί μπορούσαν να συνεχίσουν μόνοι τη ζωη τους, με την αγάπη όλων των Αθηναίων συμπολιτών τους.

Αρχαία Ελλάδα_18

Προαναφέρθηκε ότι η καθημερινή ζωή των νέων στην αρχαία Ελλάδα περιλάμβανε την σχολική εκπαίδευσή τους σε δασκάλους και αργότερα σε φιλοσόφους ή σοφιστές, την μουσική αγωγή τους, την ενασχόλησή τους με τον χορό, την απαγγελία και το τραγούδι ποιημάτων και επών και την αθλητική αγωγή τους στα γυμναστήρια (για αθλητισμό βλ.Κεφ. «Ο αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα΄΄).
Επιπρόσθετα, οι νέοι συμμετείχαν σε ομαδικά παιχνίδια, βοηθούσαν τον πατέρα τους στο επάγγελμα που ασκούσε και πήγαιναν για κυνήγι ή αλιεία, ανάλογα με το αν η περιοχή που διέμεναν ήταν κοντά στο βουνό ή στην θάλασσα. Μέρος της ζωής των νέων ήταν και η συμμετοχή τους σε αθλητικά γεγονότα, καθώς και εορτές.

Comments

Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης, η Βιβλιοθήκη και τα Παλίμψηστα


Το Σινά είναι μια τραχιά έρημος με απόκρημνα γρανιτένια βουνά και στενές, πέτρινες κοιλάδες. Στην Αγία Γραφή αναφέρεται ώς «γη έρημος και άνυδρος» (Δευτερονόμιο 32:10). Σ’ αυτή τη σκληρή και άγονη γη, που είναι δύσκολο να διατηρηθεί ζωή, έρχονται από τα τέλη του 3ου και τις αρχές του 4ου αιώνα ερημίτες και αναχωρητές ψάχνοντας για έρημους τόπους όπου θα μπορούσαν να περάσουν τη ζωή τους με προσευχή και νηστεία.

Το Μοναστήρι

Σινά_01

 
Αλλά το Σινά δεν είναι μόνο μια τραχιά έρημος. Στον ευλογημένο αυτό τόπο αποκάλυψε ο Θεός τον Εαυτό του, μ’ ένα πολύ ξεχωριστό τρόπο, στον Προφήτη Μωυσή, πρώτα στην Καιομένη Βάτο και μετά στην κορυφή του Σινά, όπου και του παρέδωσε τις πλάκες με τις Δέκα Εντολές. Και πάλι, σε τούτο τον τόπο ο Θεός είπε στο Μωυσή, «ο γαρ τόπος, εν ω σύ έστηκας, γη αγία εστί» (Έξοδος 3:5)

Πανόραμα Σινά.JPG

Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά, ΑίγυπτοςΟ Αρχαιολόγος Peter Grossman του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Κάιρο πραγματοποίησε μια έρευνα της μονής, και σημειώνει ότι χάρη στους δυο μέτρα πάχους -χοντρούς τοίχους από γρανίτη που υψώνονται περίπου 10 μέτρα, το μοναστήρι δεν καταστράφηκε, και έτσι διατηρεί την αρχιτεκτονική από όλες τις φάσεις της ανάπτυξής του (συμπεριλαμβάνοντας  ένα μικρό εκκλησάκι που μετατράπηκε σε τζαμί τον δέκατο αιώνα και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για ειδικές περιπτώσεις).  Η μονή της  Αγίας Αικατερίνης  είναι το καλύτερα διατηρημένο από όλα τα άλλα μοναστήρια στον κόσμο », λέει ο Γκρόσμαν. "Ακόμη και τα εξαρτήματα από σίδηρο από τις πόρτες στους τοίχους του και την αρχική ξύλινη πόρτα της κύριας εισόδου είναι ακόμα στη θέση τους." Κατά τη διάρκεια των αιώνων, το μοναστήρι προσέλκυσε μια σταθερή ροή των προσκυνητών που ήρθαν να επισκεφθούν τις ιερές τοποθεσίες γύρω από το Θεοβάδιστο όρος  Σινά. Ο αρχαιολόγος  εξέφρασε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι όλα αυτά  προστατεύονται από μια μικρή κοινότητα μοναχών που διάγουν  την ζωή του στοχασμού και της προσευχής στο κέντρο του  Βιβλικού τοπίου της ερήμου Σινά. Σήμερα, η Μονή της Αγίας Αικατερίνης είναι η παλαιότερη συνεχώς κατοικημένη Μονή του Κόσμου, και είναι το σπίτι για  περίπου 25 Έλληνες ορθόδοξους μοναχούς, οι οποίοι λειτουργούν τελετές που συνεχίστηκαν χωρίς διακοπή, μέσα στα τείχη της για 15 αιώνες.

Τον 4ο μ.Χ. αιώνα, η έρημος αυτή αποτέλεσε σκοπό για τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα κι έτσι, αν είχαν το χρόνο, τον τρόπο και το κουράγιο συνέχιζαν για το Σινά. Όταν η Εγερία (ή Αιθερία) και οι συνοδοιπόροι της επισκεύτηκαν την περιοχή γύρω στα 383 μ.Χ., όπως διαβάζουμε στο οδοιπορικό της, βρήκαν μια ακμάζουσα μοναστική ζωή ακολουθώντας ακόμα και τότε μια ήδη διαμορφωμένη προσκυνηματική διαδρομή.

Σινά_01

Αρχαία σκαλοπάτια οδηγούν μοναχούς και προσκυνητές στην κορυφή του Όρους Μωυσή και στο εκκλησάκι εκεί.

 

Στα μέσα του 6ου αιώνα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός διέταξε την κατασκευή μιας βασιλικής με υψηλό περίγυρο στον τόπο της φλεγομένης και μή καιομένης βάτου. Ο περίγυρος αυτός καθώς και ο ναός παραμένουν από τότε. Τον 7ο αιώνα η περιοχή περιήλθε σε Αραβική κατοχή. Υπάρχουν, όμως, στοιχεία που επιβεβαιώνουν την παρουσία προσκυνητών στην περιοχή κατά τη διάρκεια του 7ου, 8ου και 9ου αιώνα. Μοναχοί, επίσης, δεν έπαψαν να έρχονται στο Σινά, ελκόμενοι από τη λιτότητα, τη συσχέτιση του τόπου με τα Αγιογραφικά δρώμενα και τη φήμη του ώς καθιερωμένου κέντρου μοναχισμού. Σ’ όλη τη μακρά του ιστορία, το μοναστήρι του Σινά δεν καταστράφηκε και δεν εγκαταλήφθηκε ποτέ, πράγμα που φανερώνει μια εκπληκτική συνοχή. Σήμερα, μια μικρή κοινωνία μοναχών συνεχίζουν τον ημερήσιο κύκλο ακολουθιών, με χρόνο για μελέτη και προσευχή, ακολουθώντας πιστά τον παλαιό τρόπο ζωής. Και οι προσκυνητές συνεχίζουν να παίρνουν το δρόμο για το Σινά, να πάρουν την ευλογία του αγίου αυτού τόπου, ακολουθώντας τα βήματα όλων εκείνων που για δεκαεπτά ολόκληρους αιώνες συνεχίζουν να έρχονται.

Η βιβλιοθήκη Τον 4ο αιώνα, η Εγερία (ή Αιθερία) παρακολούθησε ακολουθίες στην Αγία κορυφή, στο παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία, χτισμένο σε μικρή απόσταση από την κορυφή, καθώς και στο παρεκκλήσι της Καιομένης Βάτου που βρίσκεται παρακάτω στην κοιλάδα. Η Εγερία σχολίασε θετικά τα αποσπάσματα των γραφών που διαβάστηκαν σχετικά με το καθένα από αυτά τα ιερά μέρη. Από αυτό μπορούμε να υποθέσουμε πως τον 4ο αιώνα υπήρχαν στο Σινά χειρόγραφα της Αγίας Γραφής, των ακολουθιών και άλλων πνευματικών κειμένων.

Σινά_02

Το ασκητήριο των Αγιών Γαλακτίωνος και Επιστήμης στα βουνά πάνω από το Μοναστήρι. Το ασκητήριο περιλαμβάνει εκκλησάκι το οποίο χρονολογείται περίπου στον 5ο αιώνα.

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης ήρθε στο Σινά τον 6ο αιώνα, σε ηλικία μόλις δεκαπέντε χρονών. Πριν εκλεγεί ηγούμενος της Μονής, τον 7ο αιώνα, έζησε ως ερημίτης για σαράντα ολόκληρα χρόνια. Στη ζωή του, όπως αναφέρεται «προσευχόταν πολύ και έγραφε». Αυτό επιβεβαιώνει την ύπαρξη πολλών χειρογράφων στο Σινά τον 7ο αιώνα. Τα παλαιότερα χειρόγραφα του Σινά ήταν πρακτικά κείμενα για χρήση στις Ακολουθίες ή για να εμπνεύσουν τους μοναχούς που ζούσαν στην περιοχή. Υπήρχαν όμως πολλές δυσκολίες στην εισαγωγή υλικών που ήταν απαραίτητα για την παραγωγή χειρογράφων. Όμως, λόγω του ξηρού και σταθερού κλίματος της περιοχής τα κείμενα δεν καταστρέφονταν εύκολα, παρόλη τη χρήση τους. Ούτε και η Μονή υπέστη σοβαρές καταστροφές, χάριν της απόλυτης γεωγραφικής απομόνωσής της. Κάπως έτσι έγινε η αρχή για τη συγκρότηση της σημερινής Βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης. Η βιβλιοθήκη σήμερα περιλαμβάνει κάπου 3300 χειρόγραφα της Παλαιάς Συλλογής, εκτός από τα χειρόγραφα που ήρθαν στο φως το 1975, γνωστά ως Νέα Ευρήματα καθώς και τα πολλά έγγραφα που βρίσκονται στα αρχεία. Το Μοναστήρι υπήρξε κυρίως Ελληνικό σ’ όλη του την ιστορία κι αυτό αντικατοπτρίζεται στην βιβλιοθήκη. Υπήρξε όμως και τόπος προορισμού μοναχών και προσκυνητών από πολλές άλλες χώρες, οι οποίοι άφησαν πίσω τους χειρόγραφα στις δικές τους γλώσσες, ως δώρο στη μονή ή για χρήση μελλοντικών προσκυνητών. Αυτό εξηγεί την ύπαρξη χειρογράφων σε έντεκα γλώσσες, με σημαντικές συλλογές στην Αραβική, Συριακή, Χριστιανική Παλαιστινιακή Αραμαϊκή, Γεωργιανή και Σλαβονική.

Σινά_03

Τα χειρόγραφα του Σινά συνεχίζουν να είναι μεγίστης σημασίας όσον αφορά τη μελέτη των Γραφών, τα συγγράμματα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας και την ιστορική εξέλιξη των Ακολουθιών. Συμπεριλαμβάνουν, επίσης, χειρόγραφα κλασσικών Ελληνικών κειμένων, κυρίως σημαντικά ιατρικά κείμενα. Τώρα γίνεται και η μελέτη της βιβλιοδεσίας των χειρογράφων του Σινά που φανερώνει ότι με το πέρασμα των αιώνων υπήρξε μια σταδιακή εξέλιξη στη χρήση διαφορετικών τεχνικών. Τα εργαλεία βιβλιοδεσίας και ο κολοφώνας συχνά μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε τα εργαστήρια στα οποία βιβλιοδέθηκαν τα χειρόγραφα. Κάποια χειρόγραφα του Σινά είναι υπέροχα έργα τέχνης, με επιχρυσωμένα γράμματα και καταπληκτικά σχέδια, φτιαγμένα στην Κωνσταντινούπολη το 10ο, 11ο και 12ο αιώνα, όταν η Πόλη ήταν στην ακμή της ως κέντρο πολιτισμού και ευσέβειας. Όμως και τα απλά και απέριττα χειρόγραφα που γράφτηκαν στο Σινά δεν υστερούν, καθόλου σε αξία. Συχνά γραμμένα σε μεταχειρισμένες περγαμηνές, προχειροδεμένα, με σελίδες λερωμένες από την μακροχρόνια χρήση, παραμένουν βουβοί μάρτυρες της στέρησης και του ασκητισμού του Σινά και όλων εκείνων των μοναχών που διατήρησαν τη ζωή της ευλάβειας και τον κύκλο των καθημερινών ακολουθιών σ’ αυτόν τον ιερό χώρο.

Σινά_01

Ένα θραύσμα  επαναχρησιμοποιηθείσας  περγαμηνής, ή παλίμψηστο, που καλύπτεται με μεσαιωνική ελληνική γραφή (αριστερά) δείχνει αχνά ίχνη ενός κειμένου που βρίσκεται από κάτω. Η Πολυφασματική απεικόνιση της περγαμηνής (δεξιά) δείχνει ότι η διαγραφή κειμένου, το κόκκινο, είναι η «Πρός Κορινθίους επιστολή», μεταγράφηκε στον 5ο αιώνα.

 

 Κάποια φορά, κατά τον όγδοο αιώνα, ένας μοναχός στην Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στη χερσόνησο του Σινά της Αιγύπτου ετοιμαζόταν να μεταγράψει ένα βιβλίο της Αγίας Γραφής στα αραβικά και χρειάζεται μια καινούργια  καθαρή  περγαμηνή. Μια  Νέα περγαμηνή ήταν ένα ακριβό αγαθό εκείνη την εποχή και ήταν δύσκολο να βρεθεί, ειδικά για έναν ταπεινό αντιγραφέα  μοναχό  που ζει σε μια απομακρυσμένη περιοχή στο μοναστήρι στην μέση της ερήμου. Ευτυχώς γι 'αυτόν, ο σεβασμός της  θρησκευτικής κοινότητας είχε εξασφαλίσει μια τεράστια βιβλιοθήκη που περιελάμβανε βιβλία αποθηκευμένα και όπου δεν ήταν πλέον σε χρήση. Αυτά τα χειρόγραφα, μερικά γραμμένα σε μια  «εξαφανισμένη» ελληνική  γλώσσα, ή ότι πιστευόταν  ότι είναι ασήμαντα,(η μόρφωση είναι σχετικό στοιχείο ανά τους  αιώνες και τις ιστορικές συγκυρίες) αποτιμήθηκαν μόνο για τις δυνατότητές τους ως πηγές ανακυκλωμένης περγαμηνής. Ίσως κανείς στο μοναστήρι δεν θα το φανταζόταν, για παράδειγμα, όταν, ψάχνοντας για υλικό για  γράψιμο, όπως ο μοναχός ,ότι κείμενα βγαλμένα από κάποια  συλλογή από ένα αρχαίο ελληνικό κείμενο που είχε μείνει  αδιάβαστο για μια γενιά ή και περισσότερο θα ήταν χρήσιμο….
 

Τα Σιναϊτικά χειρόγραφα απαρτίζουν την μεγαλύτερη και αρχαιότερη Χριστιανική μοναστηριακή Βιβλιοθήκη στον κόσμο και δεύτερη μετά από εκείνη του Βατικανού. Απαρτίζουν μία ενότητα 3.000 χειρογράφων, από τα οποία τα δύο τρίτα είναι Ελληνικά
 
Σινά_05

.Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Δαμιανός στην Κρύπτη των Νεοευρεθέντων Χειρογράφων, 1975 -  Κατά το 1975 σε κρύπτη του Βορείου Τείχους εντοπίσθηκε μεγάλος αριθμός και άλλων χειρογράφων και έτσι τα σιναϊτικά χειρόγραφα εμπλουτίσθηκαν με νέα. Τα περισσότερα είναι Χριστιανικού περιεχομένου, υπάρχουν όμως και αρκετά ευρύτερου παιδαγωγικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Στον χώρο της Βιβλιοθήκης φυλάσσεται και το Ιστορικό Αρχείο της Μονής, όπου διασώζονται ιστορικής αξίας έγγραφα Αυτοκρατόρων, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Ηγεμόνων, Σουλτάνων, το αντίγραφο της Διαθήκης του Μωάμεθ, η ακόμη κείμενα σημαντικά για την εθνική ιστορία πολλών Χριστιανικών λαών.

 

Οι Σινά Παλίμψηστα

Η περγαμηνή φτιάχνεται από δέρμα ζώου το οποίο, αφού μουλιάσει σε ασβέστη, τεντώνεται πάνω σ’ ένα πλαίσιο και στη συνέχεια ξύνεται μέχρι να γίνει λείο και ομαλό. Η κατασκευή περγαμηνών είναι μια πολύ εξειδικευμένη τέχνη. Πάντα ήταν ακριβές οι περγαμηνές και πολλές φορές δυσκολοεύρητες. Αλλά τα κείμενα που γράφονται σ’ αυτές είναι και όμορφα αλλά και διατηρούνται για αιώνες. Όταν ένας γραφέας, όμως, έπρεπε να γράψει ένα κείμενο αλλά δεν υπήρχε περγαμηνή, έπαιρνε ένα χειρόγραφο που θεωρούσε λιγότερο σημαντικό, το έσβηνε κι έγραφε το καινούργιο κείμενο πάνω από το παλιό. Αυτό είναι το γνωστό παλίμψηστο. Το Σινά ήταν πολύ απομονωμένο από τον 7ο ως τον ενδέκατο αιώνα και η επαναχρησιμοποίηση της περγαμηνής ήταν συχνά ο μοναδικός τρόπος δημιουργίας ενός νέου χειρογράφου.Μας είναι γνωστά πάνω από εκατόν εξήντα Σιναϊτικά χειρόγραφα με παλίμψηστα κείμενα. Ξεθωριασμένα ίχνη του αρχικού κειμένου συχνά διασώζονται κάτω από το μεταγενέστερο κείμενο. Σε πολλές περιπτώσεις το αρχικό κείμενο παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους σημερινούς ερευνητές.

 

Κατά τον 19ο αιώνα συνηθιζόταν η χρήση χημικών αντιδραστηρίων για τη βελτίωση του αρχικού κειμένου. Αυτό συχνά ήταν καταστρεπτικό για την περγαμηνή. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, όμως, ήταν ήδη γνωστό πως οι υπεριώδεις ακτίνες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάκτηση προηγούμενων κειμένων, χρησιμοποιώντας τη διαφορά στη λάμψη του φθορισμού μεταξύ των διαφόρων μελανιών και της περγαμηνής. Μόλις τα τελευταία χρόνια έχουμε σημαντικές εξελίξεις σ’ αυτό που ονομάζεται πολυφασματική απεικόνιση κατά την οποία φωτογραφίζεται το κείμενο με παροχή φωτός σε πολλά διαφορετικά μήκη κύματος. Στη συνέχεια ειδικοί επιστήμονες επεξεργάζονται τις φωτογραφίες χρησιμοποιώντας πολύπλοκους αλγόριθμους. Τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα εγγυημένα αλλά πολύ συχνά η υποκείμενη γραφή γίνεται καθαρή και αναγνώσιμη, πράγμα που δεν ήταν εφικτό πριν. Μιλώντας, όμως, για την εργασία των επιστημόνων ψηφοποίησης δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την πολύ σημαντική παλαιογραφική έρευνα που απαιτείται για την ανάκτηση αυτών των κειμένων.

Σινά_06

Ο πατήρ Ιουστίνος ο Σιναΐτης, Βιβλιοθηκάριος της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης

Τα παλίμψηστα του Σινά είναι πολύ σημαντικά για τους ερευνητές. Το υπο-κείμενο του Σιναϊτικού Συριακού Κώδικα (Συριακό 30) περιέχει τα τέσσερα Ευαγγέλια στα Παλαιά Συριακά, μια μετάφραση που έγινε το δεύτερο αιώνα και που έχει διασωθεί σε άλλο ένα μόνο χειρόγραφο στον κόσμο. Τα Σιναϊτικά χειρόγραφα διατηρούν τα μοναδικά γραπτά παραδείγματα μιας γλώσσας που ονομάζεται Καυκάσια Αλβανικά που ομιλούνταν στα Καυκάσια όρη, ανατολικά της Γεωργίας. Ανακτήθηκαν επίσης σημαντικά κείμενα στα Ελληνικά, Χριστιανικά Παλαιστινιακά Αραμαϊκά, Συριακά, Γεωργιανά, Αραβικά και Λατινικά. Συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτά λειτουργικά και πατερικά κείμενα, καθώς επίσης και κλασσικά, ιστορικά και ιατρικά κείμενα.

Σινά_06

Μιά πολυφασματική απεικόνιση, γράφής σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο στα Αραβικά (κορυφή) απέκρυψε μια ολοσέλιδη απεικόνιση ενός φαρμακευτικού φυτού (πάνω) που χρονολογείται στον 5ο αιώνα.

 

Το καθένα από αυτά τα κείμενα έχει τη δική του αξία. Αλλά σαν σύνολο, μπορούν να μας πουν πολλά για την ιστορία του Σινά, από μια εποχή που υπήρχαν πολύ λίγα γραπτά ιστορικά κείμενα. Μαρτυρούν μια πολύ σημαντική αντιγραφική (scribal) δραστηριότητα σ’ αυτή την απομονωμένη τοποθεσία και επιβεβαιώνουν πως το Σινά παρέμεινε τόπος προσκυνήματος σ’ όλη τη διάρκεια της Χριστιανοσύνης. Η παράδοση της μάθησης συνεχίστηκε σ’ ένα κόσμο που ήταν περισσότερο διασυνδεδεμένη απ’ ό,τι οι ερευνητές πολλές φορές θα ήθελαν να παραδεχτούν. Μ’ όλους αυτούς τους τρόπους, τα Σιναϊτικά παλίμψηστα έχουν ακόμα πολλά να μας διδάξουν.

Σινά_08

Ένα μεσαιωνικό έγγραφο στην συριακή, μια διάλεκτο της αραμαϊκής, γράφτηκε πάνω από μία Συριακή μετάφραση του 9ου αιώνα  ενός  αρχαίου ελληνικού ιατρικού κειμένου .Οι εργασίες αυτές υπαινίσσονται πως οι μοναχοί μπορεί να έχουν κατανοήσει και αντιμετωπίζουν ασθένειες, μια πολύ πρακτική διάσταση της ζωής τους, Έχει εντοπιστεί ένα παλίμψηστο που περιέχει μία  Εικονογραφημένη έκδοση ενός κοσμικού φανταστικού έργου, που είναι το παλαιότερο γνωστή μη-Βιβλικό εικονογραφημένο χειρόγραφο, που πιθανόν να σημαίνει ότι οι μοναχοί δεν είχαν  να αρκεστεί μόνον  σε θρησκευτικές αναγνώσεις. 

 

 

Παλίμψηστα και Έρευνα

Μια διεθνής ομάδα που αποτελείται από 23 παγκοσμίου φήμης ερευνητές, όλοι ειδικευμένοι στις αρχαίες γλώσσες και στη μελέτη χειρογράφων, εργάζεται για να αναδείξει και να περιγράψει τα υποκείμενα γραπτά των Σιναϊτικών παλΙμψήστων, αφού αυτά καταστούν ευανάγνωστα μέσω της πολυφασματικής απεικόνισης. Τα παλίμψηστα της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης έχουν διατηρήσει κλασσικά, Χριστιανικά και Εβραϊκά κείμενα σε τουλάχιστον δέκα γλώσσες (Ελληνική, Συριακή, Γεωργιανή, Αραβική, Χριστιανική Παλαιστινιακή Αραμαϊκή, Λατινική, Καυκάσικη Αλβανική, Αρμενική Σλαβονική και Αιθιοπική) και σε πολλές αρχαίες γραφές. Χρησιμοποιώντας πρωτοποριακές τεχνικές πολυφασματικής απεικόνισης και επεξεργασία εικόνας, το Πρόγραμμα Ψηφοποίησης των Σιναϊτικών Παλιμψήστων καθιστά αναγνώσιμη τη σβησμένη υποκείμενη γραφή που έχει παραμείνη κρυμμένη για αιώνες τώρα.

A+DSC_6060+Claudia+%26+Syriac+30+%232

Η Κλόντια Ραπ, Διευθύντρια Ερευνητικής Ομάδας, εργάζεται επί τόπου
για τη δημιουργία μιας κωδικολογικής περιγραφής ενός παλιμψήστου.
 

Μέθοδος Εργασίας

Η Κλόντια Ραπ, Διευθύντρια ερευνητικής ομάδας, εργάζεται επί τόπου για τη δημιουργία μιας κωδικολογικής περιγραφής του κάθε γραπτού αντικειμένου, πριν τη φωτογράφισή του. Οι πληροφορίες αυτές καθοδηγούν τους χειριστές των ψηγιακών καμερών οι οποίοι πολυφασματικά φωτογραφίζουν τα εύθραυστα παλίμψηστα αλλά και ταυτόχρονα βοηθούν τους ερευνητές να κατανοήσουν τα κωδικολογικά δεδομένα των σβησμένων κειμένων όπως έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα.
B+DSC_6008+MP+%26+Grigory+Kessel
Ο ερευνητής Γκριγκόρι Κέσσελ (καθήμενος) συζητεί σχετικά με ένα
Συριακό παλίμψηστο.

 

Όταν το παλίμψηστο έχει φωτογραφηθεί και οι επιστήμονες ψηφιοποίησης εικόνας έχουν επεξεργαστεί την ψηφιακή λήψη έτσι ώστε να καταστούν όσο το δυνατόν πιό ευανάγνωστα τα σβημένα κείμενα, οι ερευνητές συνεργάζονται με τους επιστήμονες για να αναγνωρίσουν και να περιγράψουν τα σβησμένα αυτά κείμενα και τα λοιπά σχετικά χαρακτηριστικά τα οποία, στη συνέχεια, καταχωρούνται σε ένα διαδυκτιακώς προσβάσιμο κατάλογο με δυνατότητα αναζήτησης συγκεκριμένου κειμένου. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού ο Νταγκ Έμερι, ο Προϊστάμενος της βάσης Δεδομένων του Προγράμματος, βρίσκεται σε στενή συνεργασία με την Κλόντια Ραπ και άλλους συνεργάτες έτσι ώστε να σχεδιαστεί και να οργανωθεί μια υπερσύγχρονη και πολύ λεπτομερής βάση δεδομένων των Σιναϊτικών παλιμψήστων

 

Σινά_09

Ο ερευνητής παλαιογράφος Αγαμέμνων Τσελίκας και ο επιστήμονας Μπίλ κρίστενσ -Μπέρρυ συζητούν για ένα δύσκολο παλίμψηστο, ενώ ο επιστήμονας Κηθ Νοξ εργάζεται στο πίσω μέρος. 
 
 
 

Ανακαλύψεις

Οι ερευνητές κάνουν συνεχώς νέες ανακαλύψεις που σχετίζονται με αρχαίες γλώσσες, κείμενα και είδη γραφής ενώ ταυτόχρονα μαθαίνουν περισσότερα για την ιστορία της δημιουργίας και της χρήσης χειρογράφων και ειδικότερα για τις μεθόδους παραγωγής παλίμψηστων. Σ’ αυτή τη φάση του προγράμματος, τα πρώτα αποτελέσματα περιλαμβάνουν: Σβησμένα κείμενα στην Αιθιοπική και στη Λατινική, τα οποία φανερώνουν την κεντρική θέση της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στον Μεσαιωνικό Χριστιανικό κόσμο. Τα αρχαιότερα διασωθέντα αντίγραφα αρκετών κειμένων της συλλογής του Ιπποκράτη που φανερώνουν το επίπεδο μόρφωσης στο Μοναστήρι. Την ανακάλυψη δύο πρώην αγνώστων κλασσικών Ελληνικών ιατρικών κειμένων. Ένα μεγάλο αριθμό κειμένων γραμμένα στην Χριστιανική Παλαιστινιακή Αραμαϊκή γλώσσα, πολλά εκ των οποίων δεν είχαν ταυτοποιηθεί, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στο ήδη υπάρχον σώμα γραπτών στην σημιτική αυτή γλώσσα, που συγγενεύει με τα Συριακά, και η οποία έπαψε να χρησιμοποιείται μετά τον 12ο μ.Χ. αιώνα.
Σινά_10
Ο Πατήρ Ιουστίνος, Βιβλιοθηκάριος της Ιεράς Μονής, η Κλόντια Ραπ, Διευθύντρια Ερευνητικής Ομάδας και η Τζούλια Ροζέττο, Ερευνήτρια, εξετάζουν το ξύλινο κιβώτιο που δωρίστηκε στην Ιερά Μονή από την Αγκνες Σμιθ Λιούϊς και την Μάργαρετ Ντάνλοπ Γκίμπσον για να στεγάσει τον Συριακό Σιναϊτικό Κώδικα (ο Συριακός Σιναϊτικός Κώδικας βρίσκεται σε μόνιμη έκθεση στο Μουσείο της Ιεράς Μονής)

 

Μια εντυπωσιακή ποσότητα μη αναγνωρισμένων μέχρι στιγμής κειμένων γραμμένα στα Λατινικά, μερικά εκ των οποίων είναι σε αρχαία γραφή Η ταυτοποίηση ενός τόμου από το έργο του αρχαίου φυσικού Γαληνού, σε Συριακή μετάφραση, το οποίο δείχνει τη Σιναϊκή προέλευση ενός χειρογράφου που βρίσκεται διασκορπισμένο σε διάφορες συλλογές της Ρώμης, του Χάρβαρντ, του Παρισιού καθώς επίσης και σε κάποιον ιδιώτη συλλέκτη στις ΗΠΑ. Ένα σημαντικό αριθμό σελίδων γραμμένο σε διαφορετικές μικρογράμματες ελληνικές γραφέςαπο τον 4ο έως τον 9ο αιώνα, που συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση της ανάπτυξης της Ελληνικής γραφής μέσα στον χρόνο. Νέα στοιχεία για την ανασύνθεση της ιστορίας των κειμένων.Η γραφή ενός κειμένου πάνω από κάποιο άλλο ξεκαθαρίζει την ιστορική τους σχέση και όταν διαφορετικά κείμενα (π.χ Ελληνικά και Συριακά) είναι γραμμένα το ένα πάνω από το άλλο η χρονολόγηση του ενός βοηθάει και στην χρονλόγηση του άλλου. Πολλές σελίδες από διπλά παλίμψηστα που έχουν χρησιμοποιηθεί ως σελίδες περγαμηνές πολλαπλές φορές

Τεχνολογίες Το Έργο Σινά Παλίμψηστα χρησιμοποιεί  προηγμένες τεχνικές πολυφασματικής απεικόνισης για να ανακτήσει σβησμένα κείμενα από Παλίμψηστα του Σινά που διαφορετικά είναι  μη αναγνώσιμα και σε μερικές περιπτώσεις αόρατα στο γυμνό μάτι.

Σινά_11

Ο χειριστής του ψηφιακού φωτογραφικού συστήματος Δαμιανός Κασωτάκης ενώ χειρίζεται το σύστημα πολυφασματικής απεικόνισης στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης.


Πολυφασματική Λήψη Εικόνας Με τα Παλίμψηστα του Σινά, η πολυφασματική απεικόνιση εκμεταλλεύεται θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ της περγαμινής, του μελανιού του κειμένου από πάνω και του μελανιού του κειμένου από κάτω.
Φασματική αντανάκλαση.
Η περγαμινή και τα μελάνια  και από τα δύο στρώματα γραφής διαφέρουν στο πως αντανακλούν διαφορετικά μήκη κύματος φωτός. LED στενής ζώνης φωτίζουν κάθε φύλλο με 12 μήκη κύματος φωτός από το υπεριώδες(365 nm) στο εγγύς υπέρυθρο. Σε αντίθεση με το ανθρώπινο μάτι, το οποίο ειναι ευαίσθητο μόνο σε τρία χρώματα -κόκκινο,πράσινο και μπλέ- πολλαπλά μήκη κύματος φωτός επιτρέπουν βελτιωμένη διαφοροποίηση των "φασματικών υπογραφών" της περγαμινής και των δύο στρωμάτων μελάνης. Φθορισμός.  Η περγαμηνή φθορίζει – με αποτέλεσμα να λαμπυρίζει – όταν φωταγωγείται με υπεριώδες φως και βραχέως μήκους κύματος μπλε φως.  Υπολείμματα μελάνης αναστέλλουν τον φθορισμό της περγαμηνής, ώστε ακόμα και αχνή αποσβησμένη μελάνη συχνά καθίσταται ορατή σε απεικονίσεις υπεριώδους φθορισμού, και διαφοροποιεί τις συνιστώσες χρώματος του φθορισμού της περγαμηνής.

Σινά_12

Γενική άποψη του συστήματος φασματικής
απεικόνισης, εγκατεστημένο επί της Κοιτίδας
Συντήρησης Βιβλίων.

Διαβίβαση.  Η μελάνη χοληδόχου σιδήρου, με την οποία είναι γραμμένη η μέγιστη πλειοψηφία των παλίμψηστων του Σινά, φθείρει την σαρκώδη πλευρά της περγαμηνής, αφήνοντας αυλάκια στο σχήμα των γραμμάτων.  Η διαβιβαστική απεικόνιση φωταγωγεί το κάθε φύλλο από πίσω με φως πολλαπλών μηκών κύματος ώστε να μεταμορφώσει αυτά τα αυλάκια στο σχήμα των γραμμάτων σε αναγνώσιμο κείμενο. Σαρωτική φωταγώγηση (raking illumination) – Το σαρωτικό αποξεστικό φως φωταγωγεί το παλίμψηστο από χαμηλή (15 μοιρών) γωνία πρόσπτωσης, αποδίδοντας έτσι λεπτομέρειες της επιφανειακής υφής και των εκ των γραφέων εγχαραγμένων γραμμών επί της περγαμηνής. Ένα ειδικά σχεδιασμένο σύστημα λήψης εικόνων εμπεριέχει όλες αυτές τις τέως ανόμοιες τεχνικές φασματικής απεικόνισης, παρέχοντας απεικονίσεις υψηλής σαφήνειας και ευθυγραμμισμένες στον χώρο του κάθε φύλλου. Για κάθε ένα από αυτούς τους τρεις τρόπους εφαρμογής φασματικής απεικόνισης, το έργο χρησιμοποιεί στενής ζώνης λυχνίες LED για να φωτίσει κάθε Παλίμψηστο φύλλο με διαφορετικά μήκη κύματος φωτός, από το υπεριώδες στο  εγγύς υπέρυθρο. Αυτές οι λυχνίες LED εκθέτουν το χειρόγραφο μόνο στην απαιτούμενη ποσότητα ενέργειας φωτός για να αιχμαλωτήσουν μια εικόνα σε κάθε μήκος κύματος.

Σινά_13

Το σύστημα πολυφασματικής απεικόνισης
με παλίμψηστα χειρόγραφα έτοιμα προς
φωτογράφιση.
 

Το σύστημα φασματικής απεικόνισης του EMEL στο Μοναστήρι της Αγίας Κατερίνης


MegaVision: μια ασπρόμαυρη φωτογραφική μηχανή 50 megapixel (E7), η οποία συνδιάζεται με ειδικούς φακούς (120mm), οι οποίοι σε αντίθεση με το γυαλί, παρέχουν συγκεντρωμένες εικόνες από όλo το φάσμα μήκους κυμάτων  φωτισμού. Το λογισμικό λήψης ψηφιακής εικόνας του Photoshoot της MegaVision ελέγχει πλήρως τη λήψη και το φωτισμό, πράγμα που επιτρέπει την αυτόματη συλλογή της κάθε σειράς 31 εικόνων σε 5 λεπτά. Equipoise imaging: καινοτόμοι λύσεις πολυφασματικού φωτισμού, που συμπεριλαμβάνουν τις κύριες δέσμες στενοζωνικών LEDs οι οποίες παρέχουν φωτισμό σε 12 μήκη κυμάτων από UV (365nm) μέχρι το IR (940nm), με μπλε φωτισμό και IR, και με μοναδικές στο είδος τους διαβιβαστικές πηγές πολυφασματικού φωτισμού - με μπιζοταρισμένες άκρες που η μια μπορεί να τοποθετηθεί πίσω από τα φύλλα ενός κώδικα  και μία δεύτερη για χρήση πάνω στη βάση αντιγραφής. Η Stokes Imaging σχεδίασε μία βάση για εύθραυστους κώδικες που ελέγχεται μέσω υπολογιστή, το Preservation Book Cradle, το οποίο περιστρέφει τη ράχη των εύθραυστων κωδίκων σύμφωνα με τη φυσιολογική κίνηση ενός βιβλίου καθώς γυρίζουν οι σελίδες του Επεξεργασία ψηφιακής εικόνας

Σινά_14

Ο Συριακός Σιναϊτικός (Syriac 30),
τοποθετημένος πάνω στη βάση στήριξης.
 

Μη επεξεργασμένες, πολυφασματικής λήψης εικόνες συνδυάζονται με τη χρήση τεχνικής ψηφιακής επεξεργασίας για να παραχθούν "επεξεργασμένες" εικόνες οι οποίες αυξάνουν τη δυνατότητα ανάγνωσης των σβησμένων κειμένων. Για να κατορθωθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σε σχέση με τον όγκο και την πολυπλοκότητα των Σιναϊτικών Παλιμψήστων, χρησιμοποιούνται και αυτοματοποιημένες και  χειροκίνητες τεχνικές επεξεργασίας εικόνας. Αυτοματοποιημένες τεχνικές επεξεργασίας συνδιάζουν δύο ή και περισσότερες μη επεξεργασμένες εικόνες σε μία και μοναδική επεξεργασμένη εικόνα με απλή αριθμητική. Για παράδειγμα, η μελάνη χοληδόχου σιδήρου (iron gall ink) φαίνεται καλύτερα με (μικρού μήκους) UV φωτισμό και λιγότερο με (μεγαλύτερου μήκους) κόκκινο και υπέρυθρο φως. Η αφαίρεση μιας υπέρυθρης εικόνας από μια υπεριώδη φθορίζουσα εικόνα ελαττώνει την αντίθεση του πιό πρόσφατου κειμένου ενώ τονίζει το κείμενο που βρίσκεται από κάτω.

Σινά_14

Το αποτέλεσμα της μεταδοτικής απεικόνισης
στο IR, μετά από την επεξεργασία εικόνας από
το χειρόγραφο από τα Ελληνικά Νέα Ευρήματα
MG 14, 16v. Πνευματικά δικαιώματα της
Ι. Μ. Αγίας Αικατερίνης Σινά
 

Όταν η αυτοματοποιημένη διαδικασία επεξεργασίας δεν αποδίδει ευανάγνωστες ψηφιακές εικόνες σβησμένων κειμένων, οι επιστήμονες επεξεργασίας εικόνας ξαναεξετάζουν τις μη επεξεργασμένες εικόνες και χρησιμοποιούν άλλες μεθόδους επεξεργασίας για να ανακτήσουν το σβησμένο στρώμα των πιό δυσανάγνωστων σελίδων παλιμψήστων. Με χειροκίνητες μεθόδους αναλύονται το σύνολο των διαφορετικών λήψεων που έγιναν  με διαδικασίες πολλαπλού φωτισμού για να βελτιωθεί η αναγνωσιμότητα των σβησμένων κειμένων.

Χειρισμός Χειρογράφων Η πολυφασματική απεικόνιση των Σιναϊτικών παλιμψήστων αρχίζει με τη λύση του προβλήματος του χειρισμού των εύθραυστων αρχαίων χειρογράφων κατά τη διάρκεια της πολυφασματικής ψηφιοποίησης. Αυτό που επειρεάζει περισσότερο τον απαιτούμενο χρόνο για τη φωτογράφιση των Σιναϊτικών παλιμψήστων είναι η κατάστασή τους - η ευθραυστότητά τους.

Σινά_15

Βάση στήριξης βιβλίου της Stokes
 

Για τον σκοπό αυτό, το πρόγραμμα χρησιμοποιεί τη βάση στήριξης (Preservation Book Cradle) της Strokes Imaging (που ανήκει στο Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης). Η μέσω-υπολογιστή ελεγχόμενη βάση περιστρέφει τον κώδικα σύμφωνα με τη φυσιολογική κίνηση του  βιβλίου καθώς αλλάζουν οι σελίδες του, έτσι ώστε οι εύθραυστοι κώδικες να μπορέσουν να φωτογραφηθούν όσο καλύτερα γίνεται χωρίς να προκληθεί ζημιά. Για μη δεμένα φύλλα, δίπτυχα και σπαράγματα, το πρόγραμμα χρησιμοποιεί μία απλή βάση με φωτογραφική μηχανή σε κάθετη στήλη.

Η Κρύπτη των Νεοευρεθέντων Χειρογράφων, 1975


 


Σινά_16

Ο Σκευοφύλαξ της Μονής Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος στην Κρύπτη των Νεοευρεθέντων Χειρογράφων, 1975

Κατά την 25η Μαΐου του 1975 ο τότε Σκευοφύλαξ της Μονής Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος παρατήρησε ότι στα απομακρυνόμενα χώματα από ένα σημείο του εσωτερικού του Βορείου Τείχους της Μονής στην περιοχή της Παλαιάς Σκευοφυλακείας, υπήρχε ένα μικρό σπάραγμα μεμβράνης προερχόμενο από χειρόγραφο. Μετά από προσεκτικό έλεγχο άρχισε συστηματική έρευνα και εν τέλει μετά την παρέλευση δώδεκα ημερών συνεχούς εργασίας συγκεντρώθηκε κατ΄αρχήν σε κιβώτια ένα πλήθος χειρογράφων το οποίο όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων κατά την συντήρησή του αντιπροσώπευε εν γένει 36 κομμάτια και 19 σπαράγματα παπύρων, 1148 σώματα κωδίκων από τα οποία 305 πλήρεις κώδικες, 20 έντυπα βιβλία και περί τα 200 τεμάχια διαφόρων επιστολών, εγγράφων και καταστίχων. Από τους κώδικες 836 είναι ελληνικοί και οι υπόλοιποι αφορούν κώδικες Αραβικούς, Συριακούς, Σλαβωνικούς, Γεωργιανούς, από δύο Λατινικούς και Αιθιοπικούς και ένας Εβραϊκός. Ως προς το περιεχόμενό τους αφορούν σε κείμενα της Βίβλου, Λειτουργικά, Ευχολόγια, Ακολουθίες, μουσικά, και ελάχιστα πατερικά και ασκητικά. Υπάρχουν επίσης ελάχιστα κλασικών Ελλήνων συγγραφέων και Νομοκανονικά. Χρονολογικά καλύπτουν περίοδο από τον 4ο αιώνα έως τις αρχές του 18ου. Ώς προς το περιεχόμενό τους ξεχωρίζουν εκείνα που περιέχουν: δώδεκα φύλλα από τον Σιναϊτικό Κώδικα του οποίου το μεγαλύτερο μέρος έχει καταλήξει να ευρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, μετά την υπεξαίρεσή του από τον Κ.Tischendorf, τμήματα του Ψαλτηρίου που υπεξαίρεσε επίσης ο P. Uspenskij κατά τον 19o αιώνα, τμήματα από τον σιναϊτικό σλαβωνικό Ευαγγέλιο του Βατικανού, τμήματα από το αρχαιότερο σωζόμενο κείμενο της Κλίμακος, τμήμα της Οδύσσειας του 9ου αιώνος, εκ του οποίου μέρος αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη γραφή του Ομηρικού έπους στις ημέρες μας. Ιδιαίτερη αξία έχουν τα Γεωργιανά χειρόγραφα τα χρονολογούμενα προ του 10ου αιώνος καθώς περιέχουν σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της Γεωργίας αλλά και διασώζουν τα μοναδικά σωζόμενα κείμενα της χαμένης έως σήμερα Αλβανικής γλώσσας του Καυκάσου.
Τέλος ως προς τον τύπο της γραφής στα χειρόγραφα αυτά διασώθηκαν τα αρχαιότερα δείγματα της μικρογράμματης ελληνικής γραφής και καλύπτουν την ασάφεια που υπήρχε στην γνώση της συνέχειας της ελληνικής γραφής για την περίοδο ανάμεσα στον 7ο και 9ο αιώνα.

Η σημασία της ανακαλύψεως των νέων χειρογράφων του Σινά έχει ακόμη πολλά να συνεισφέρει όσο αυτά μελετώνται και δημοσιεύονται παρέχοντας υλικό για αρκετές γενεές.

Πηγή: https://ellinondiktyo.blogspot.gr

Comments