ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΧΟΛΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ
"Ξ Ε Ν Ι Ο Σ  Κ Ρ Η Σ"
Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΧΕΤΖΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
Αρχική σελίδα
Εισαγωγή
Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ
Κρήτη
Ηράκλειο. Ο τόπος που ζω
Το Ηράκλειο του χθες
Ο Άγιος Καπετάνιος
Παιδαγωγική Ακαδημία
Κνωσός
Ανδριάντες και αγάλματα στο σύγχρονο Ηράκλειο
Ξενιάκος.Ο τόπος που γεννήθηκα
Εκκλησίες του χωριού μου
Έργανος
Το φαράγγι
Τοπωνύμια
Δίχταμος
ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Μινωική Κρήτη
Η Μινωίτισσα
Ρωμαϊκή εποχή
Γόρτυνα
Α΄ Βυζαντινή περίοδος
Αραβοκρατία
Β΄ Βυζαντινή περίοδος
Ενετοκρατία
Τουρκοκρατία
1821-1898
Σύμβαση της Χαλέπας - Κρητική Πολιτεία (1877-1913)
Μικρασιατικός πόλεμος
ΝΕΕΣ ΚΛΑΖΟΜΕΝΕΣ- ΑΤΣΑΛΕΝΙΟ
Β΄ παγκόσμιος πόλεμος
Η Μάχη της Κρήτης
Κατοχή
Εθνική Αντίσταση
ΓΛΩΣΣΑ
Κρητική διάλεκτος
Λεξικό ντοπιολαλιάς
Ο Ερωτόκριτος
Ερωτόκριτος (συνέχεια)
Ερωτόκριτος(συνέχεια β)
Ερωτόκριτος (συνέχεια γ΄)
Αλφαβητάρια
ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Χριστούγεννα
Πρωτοχρονιά
Απόκριες
Έθιμα του Πάσχα
Χοροί
Μουσικά όργανα και οργανοπαίχτες
Λύρα
Βιολί
Λαούτο
Μαντολίνο
Χαμπιόλι
Σφυροχάμπιολο
ασκομαντούρα
Νανουρίσματα
Παλιά ποιήματα και τραγούδια
Κλήδονας
Μέτρα και σταθμά
Χαιρετισμοί-βλαστήμιες -ύβρεις
Φταρμός
Βεγγέρες
Η κρητική φορεσιά
Το κρητικό μαχαίρι
Παιχνίδια
Επαγγέλματα που χάθηκαν
ΕΡΓΑΣΙΕΣ
Διηγήματα
Ποιητικά φτερουγίσματα
Έμμετροι αποχαιρετισμοί
Θρησκευτικά ποιήματα
Παραμύθια
Θεατρικά-Λόγιος
Δημήτρης Λόγιος Α΄
Δημήτρης Λόγιος Β΄
Δημήτρης Λόγιος Γ΄
Δημήτρης Λόγιος Δ΄
Ο ΤΖΑΦΕΡ ΑΓΑΣ
Φυσικά
ΕΚΔΡΟΜΕΣ
Τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους
Κι άλλοι όμορφοι τόποι
Σπήλαια
Μοναστήρια αντρικά
Γυναικείες Μονές
Εγκαλειμμένα μοναστήρια και μετόχια Ιερών Μονών
Νέες Ιερές Μονές και Ησυχαστήρια
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Διάφορες
Λουλούδια
ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ ΒΟΤΑΝΑ
Η ΠΑΝΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Θηλαστικά
Άγρια πουλιά
Απειλούμενα είδη
ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΓΡΙΦΟΣ ΑΙΝΣΤΑΪΝ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΞΕΝΙΑΚΟΥ
ΟΜΙΛΙΕΣ
 

Γυπαετός (bearded vulture, Gypaetus barbatus)

το άρθρο προέρχεται από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ηρακλείου.

Ο Γυπαετός είναι ένα από τα σπανιότερα αρπακτικά πουλιά της Ευρώπης. Ζει αποκλειστικά σε ημιορεινά και ορεινά οικοσυστήματα (500-4000 μέτρα), συνήθως πάνω από δασόριο, σε βραχώδεις περιοχές με απότομες σάρες, ορθοπλαγιές και αλπικά λιβάδια. Τα κόκκαλα των νεκρών οπληφόρων ζώων (μικρού ή μεσαίου μεγέθους) αποτελούν την κύρια πηγή της τροφής του, την οποία αναζητά μόνος ή σε ζευγάρια. Ο Γυπαετός υπερασπίζεται τεράστιες εκτάσεις στις οποίες το ζευγάρι τρέφεται και φωλιάζει, ενω δύσκολα ανέχεται μέσα σε αυτές την παρουσία άλλων ενηλίκων ατόμων του ίδιου είδους.

O Γυπαετός στην Κρήτη

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Ο Γυπαετός φτάνει σε μέγεθος τα 1,10 μέτρα (από το κεφάλι ως την άκρη της ουράς), το άνοιγμα των φτερούγων του είναι γύρω στα 2,80 μέτρα και το βάρος του κυμαίνεται από 5-7 κιλά. Τα ενήλικα πουλιά αναγνωρίζονται εύκολα από τις μακριές, μυτερές φτερούγες και την ρομβοειδή ουρά που θυμίζουν τεράστιο γεράκι, ενώ το στήθος και η κοιλιά τους έχουν συνήθως πορτοκαλί χρώμα. Το χρώμα αυτό οφείλεται στο «μακιγιάρισμα» των φτερών του με οξείδια του σιδήρου, που προσλαμβάνει καθώς τρίβεται στα ασβεστολιθικά πετρώματα. Όταν αυτά τα οξείδια λείπουν, το χρώμα του είναι σαν «λερωμένο» άσπρο. Στο κεφάλι, κοντά στο ράμφος, φέρει μια μακριά τούφα με μαύρες ''τρίχες'' που μοιάζει με γένι. Μάλιστα, σε αυτό το γνώρισμα οφείλει το είδος το επιστημονικό του όνομα, Gypaetus barbatus.

O Γυπαετός στην Κρήτη

ΕΞΑΠΛΩΣΗ Αποτελεί το σπανιότερο είδος γύπα (δηλαδή πτωματοφάγου αρπακτικού), από τα τέσσερα που συναντώνται στην Ευρώπη. Απαντάται στην οροσειρά των Πυρηναίων (Ισπανία - Γαλλία, 77 ζευγάρια), στο νησί της Κορσικής (8 ζευγάρια) και τα Βαλκάνια(2-3 ζευγάρια), ενώ στις Αλπεις το είδος έχει επανεισαχθεί τα τελευταία χρόνια (50 άτομα / 2 ζευγάρια). Στην Ελλάδα ελάχιστα άτομα απαντώνται στην Στερεά Ελλάδα, στη Μακεδονία και στην Θράκη ενώ ο κύριος όγκος του πληθυσμού βρίσκεται στην Κρήτη (9-10 ζευγάρια). Ο πληθυσμός της Κρήτης αποτελεί το μοναδικό βιώσιμο πληθυσμό στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, αλλά και το μεγαλύτερο νησιωτικό πληθυσμό του είδους στην Ευρώπη και τον κόσμο.

ΒΙΟΛΟΓΙΑ - ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ Ο Γυπαετός είναι ορεσίβιο είδος, συχνάζει σε περιοχές μεγάλου υψομέτρου (1500 - 4000 μέτρα), ενώ το χειμώνα που οι μεγάλοι ορεινοί όγκοι είναι καλυμμένοι με χιόνια απαντάται σε χαμηλότερο υψόμετρο (500 - 800 μέτρα) στα ημιορεινά. Φωλιάζει στην καρδιά του χειμώνα (από μέσα Δεκεμβρίου μέχρι τέλη Ιανουαρίου) μέσα σε μικρές σπηλιές σε απόκρημνα βράχια ή σε βαθιά φαράγγια με πλαγιές μεγάλης κλίσης. Γεννά δυο αυγά και τα επωάζει για 55-75 ημέρες. Από του δυο νεοσσούς επιζεί μόνο ο ένας και μένει στη φωλιά για 4 περίπου μήνες. Το νεαρό πουλί θα πετάξει για πρώτη φορά στα τέλη Ιουνίου με αρχές Ιουλίου, ενώ θα είναι σεξουαλικά ώριμο να αναπαραχθεί μετά από τουλάχιστον 6 χρόνια. Η μέση επιφάνεια της επικράτειας ενός ζευγαριού κυμαίνεται από 200-400 τετραγωνικά χιλιόμετρα και συνεπώς η κατανομή του είδους είναι σχετικά αραιή. Τα νεαρά πουλιά, τα πρώτα χρόνια της ζωής τους καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις εξερευνώντας άλλες περιοχές, αλλά τις περισσότερες φορές επιστρέφουν στη γενέτειρα περιοχή. Αντίθετα, τα ενήλικα πουλιά παρουσιάζουν έντονη φιλοπατρία και δείχνουν εντελώς απρόθυμα να αφήσουν την περιοχή τους για να εποικήσουν γειτονικούς ορεινούς όγκους, ακόμη και αν αυτοί βρίσκονται μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά.

Ο Γυπαετός είναι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με κόκκαλα (70-90% της διατροφής του). Στην Κρήτη οι βοσκοί το αποκαλούν «Κοκαλά», καθώς από πολύ παλιά το βλέπουν να σπάει τα μεγαλύτερα κόκκαλα με μια χαρακτηριστική τεχνική. Τα πετάει από μεγάλο ύψος σε απότομα μυτερά βράχια ακολουθώντας τα με μια σπειροειδή κάθοδο. Αυτή τη διαδικασία την επαναλαμβάνει αρκετές φορές μέχρι να σπάσουν και στη συνέχεια τρώει τα κομμάτια ξεκινώντας από το μεδούλι. Τα μικρότερα κόκκαλα τα καταπίνει ολόκληρα και το στομάχι του, με τα πανίσχυρα γαστρικά υγρά που διαθέτει, τα χωνεύει με ευκολία. Αυτή η διατροφική του συνήθεια φαντάζει περίεργη, αλλά από τη στιγμή που έχει λυθεί το πρόβλημα της πέψης, τα κόκκαλα αποτελούν μια πολύ θρεπτική και εύκολα αποθηκεύσιμη τροφή, για την οποία επιπλέον έχει ελάχιστους ανταγωνιστές.

ο Γυπαετός στην Κρήτη

ΚΙΝΔΥΝΟΙ - ΑΠΕΙΛΕΣ Απειλείται κυρίως από την έλλειψη τροφής, τα δηλητηριασμένα δολώματα που τοποθετούνται για την εξολόθρευση λύκων, αλεπούδων, τσακαλιών και κορακοειδών, την καταστροφή των οικοτόπων του και την παράνομη φονεύσει. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα, σημαντικότερες αιτίες για τη μείωση του είδους αποτέλεσαν η εγκατάλειψη της παραδοσιακής κτηνοτροφίας με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια της τροφής, η χρήση δηλητηρίων για την εξολόθρευση σαρκοφάγων θηλαστικών και η καταστροφή ή η συρρίκνωση των βιοτόπων του που αποδόθηκαν σε άλλες χρήσεις όπως λατομεία, χιονοδρομικά κέντρα και ξενοδοχεία. Αντίθετα, στην Κρήτη η λαθροθηρία και η έντονη όχληση αποτελούν τις κυριότερες απειλές, ειδικά τα τελευταία χρόνια όπου και οι πιο απομονωμένες περιοχές έγιναν προσιτές μετά από τη διάνοιξη ενός πυκνού δικτύου ορεινών δρόμων.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ LIFE ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΥΠΑΕΤΟΥ Στο πλαίσιο του προγράμματος Life - Φύση 1998, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία υλοποιούν πρόγραμμα με θέμα τη «Διατήρηση - Προστασία του Γυπαετού στην Ελλάδα». Το πρόγραμμα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1998 και θα ολοκληρωθεί στα τέλη Νοεμβρίου του 2001. Το πρόγραμμα υλοποιείται σε 10 ορεινές περιοχές της χώρας που ανήκουν στο δίκτυο «Φύση 2000», 7 στην Κρήτη (Όρη Σελίνου, Λευκά Όρη, Ασφένδου-Καλλικράτης, Ψηλορείτης, Κέδρος, Αστερούσια, Δίκτη) και 3 στην Ηπειρωτική Ελλάδα (Παρνασσός, Γκιώνα, Όλυμπος) που αποτελούν τα τελευταία καταφύγια του είδους στην Ελλάδα. Στόχος του προγράμματος είναι η διατήρηση και η προστασία του Γυπαετού στην Ελλάδα. Αυτός ο στόχος αναμένεται να επιτευχθεί μέσω της λήψης σειράς άμεσων μέτρων προστασίας του είδους, της λεπτομερούς καταμέρησης του πληθυσμού των Γυπαετών και της προστασίας όλων των περιοχών διαβίωσης του είδους που ανήκουν στο δίκτυο «Φύση 2000». Μέχρι το τέλος του προγράμματος αναμένεται να τεθεί σε ισχύ ένα μόνιμο νομικό καθεστώς για τις περιοχές διαβίωσης του είδους και να εφαρμοστούν ειδικά διαχειριστικά μέτρα σε όλες τις περιοχές υλοποίησης του προγράμματος.


Σπιζαετός ο αετός της Μεσογείου
του Στρατή Μπουρδάκη (ελληνική ορνιθολογική εταιρεία)

 Ο Σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus) είναι ένας αετός μεσαίου μεγέθους (65-72 εκ.), με άνοιγμα φτερών 150-180 εκ., που στην Ευρώπη περιορίζεται στις Μεσογειακές περιοχές. Η παγκόσμια εξάπλωσή του, εκτείνεται από την ΒΔ Αφρική και την Ιβηρική χερσόνησο, ανατολικά στη Β. Ινδοκίνα και στη Ν. Κίνα.

Ο Σπιζαετός ζεί σε χαμηλού και μεσαίου υψομέτρου ορεινές περιοχές, (ως 1500 μ.) και σπανίως ψηλότερα. Απαντάται κυρίως σε θερμές βραχώδεις ορεινές περιοχές με εκτεταμένους θαμνώνες (μακί, φρύγανα), και λιγότερο συχνά σε δάση, αλλά και σε γυμνές πλαγιές χωρίς καθόλου βλάστηση. Κυνηγάει στα πιο πολλά είδη βιοτόπων, εκτός του κλειστού δάσους και της ερήμου και φωλιάζει σε απόκρημνα βράχια και σπανίως σε δέντρα. Το κάθε ζευγάρι φτιάχνει αρκετές φωλιές (1-6), η μια κοντά στην άλλη (ακόμα και στον ίδιο βράχο) που τις χρησιμοποιεί διαδοχικά. Με τα χρόνια οι φωλιές γίνονται τεράστιες σε μέγεθος ως 1,80 μ. σε ύψος και 2 μ. σε διάμετρο.

Τα αναπαραγόμενα πουλιά παραμένουν όλο τον χρόνο κοντά στη επικράτεια τους, ενώ τα νεαρά και τα ανήλικα, τουλάχιστον στην ΝΔ Ευρώπη, διασπείρονται σε χαμηλού υψομέτρου περιοχές με μεγάλη πυκνότητα τροφής, όπου συνήθως δεν υπάρχουν ενήλικα άτομα.

Τρέφεται με μεσαίου μεγέθους θηλαστικά και πουλιά, κυρίως με κουνέλια και πέρδικες, αλλά και με λαγούς, σκίουρους, τρωκτικά, περιστέρια, κορακοειδή, γλάρους και ερπετά, που τα πιάνει στο έδαφος αλλά και στον αέρα.

Ο Σπιζαετός κατατάσσεται στα όχι παγκοσμίως απειλούμενα σε παγκόσμιο επίπεδο είδη (IUCN), ενώ η BirdLife International τον έχει κατατάξει στα απειλούμενα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είδη (Tucker and Heath 1994). Στην Ελλάδα έχει καταταχθεί στα Τρωτά στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο.

Είναι είδος σπάνιο, με ακανόνιστη κατανομή στη Μεσόγειο. Ο πληθυσμός του στη Ευρώπη, που υπολογίζεται σε λιγότερο από 1000 ζευγάρια, έχει υποστεί δραστική μείωση. Ειδικότερα για τη δεκαετία 1980-90, η μείωση έχει υπολογιστεί σε 25% στην Ισπανία, όπου και βρίσκεται το 75% του Ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Οι βασικότερες απειλές που αντιμετωπίζει ο Σπιζαετός με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του πληθυσμού και της κατανομής του, είναι η λαθροθηρία, η πρόσκρουση σε ηλεκτροφόρα σύρματα των νεαρών και ανήλικων Σπιζαετών, η εξάπλωση της ανθρώπινης παρουσίας καθώς και η μείωση της τροφής του.

Μια από τις σημαντικότερες όμως απειλές που αντιμετωπίζει ο Σπιζαετός είναι η αλλαγή των χρήσεων γης και η εγκατάλειψη των παραδοσιακών αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που έχει αποσταθεροποιήσει την παλιά ισορροπία του Μεσογειακού τοπίου ("μωσαϊκό βιοτόπων") είτε μέσω μιας φυσικής αναδάσωσης, είτε μέσω νέων αγροτικών πρακτικών. Έτσι μειώνεται η βιοποικιλότητα, και ως εκ τούτου η λεία του Σπιζαετού.

Ο πληθυσμός του Σπιζαετού στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Ορνιθολογικής από την αναθεώρηση των ΣΠΠΕ, υπολογίζεται σε 85-105 ζευγάρια. Πάνω από το 50% ζεί στα νησιά και την Κρήτη (γεγονός που αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της Ελλάδας σε σχέση με την Δ. Ευρώπη), ενώ τα υπόλοιπα κατανέμονται στο μεγαλύτερο τμήμα της ηπειρωτικής χώρας και συγκεκριμένα στη παράκτια μεσογειακή ζώνη. Υπάρχουν ενδείξεις μικρής μείωσης (πιθανώς τοπικής εξαφάνισης) αλλά η κατανομή του Σπιζαετού στην Ελλάδα φαίνεται να παραμένει σταθερή εκτός της Β. και Κ. ηπειρωτικής Ελλάδας όπου μειώνεται.

Οι κυριότερες γνωστές απειλές που αντιμετωπίζει το είδος στη χώρα μας είναι η λαθροθηρία, η καταστροφή των βιοτόπων του (λατομεία, κατασκευή κατοικιών κλπ), η ενόχληση στις θέσεις φωλιάσματος (αύξηση τουρισμού), η διάνοιξη δρόμων που κάνει προσιτούς στους λαθροθήρες τους βιοτόπους του είδους και πιθανώς η έλλειψη τροφής σε ορισμένα μέρη. Σε αρκετές εξάλλου περιοχές, ο Σπιζαετός θεωρείται -αδικαιολόγητα- από τους βοσκούς απειλή για τα νεογέννητα αρνάκια και για αυτό τον κυνηγούν.

Για την καλύτερη γνώση της κατάστασης και των κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι Σπιζαετοί στην Ελλάδα θα πρέπει να γίνεται τακτική απογραφή, και παρακολούθηση του πληθυσμού του ώστε να προλαμβάνονται πιθανές καταστροφικές ενέργειες κοντά στις θέσεις φωλιάσματος. Επίσης θα πρέπει να γίνουν μελέτες της οικολογίας του, και να διερευνηθούν οι ιδιαιτερότητες του νησιώτικου πληθυσμού του. Με τη γνώση που θα αποκτηθεί θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε προσεκτική προστασία ανά περιοχή και ενημέρωση των κατοίκων και των κυνηγών των περιοχών που ζεί.

Όρνιο (Gyps fulvus)

Αλλες κοινές ονομασίες: Καναβός, Σκάρα, Γύπας, Θράσα





Μεγάλο και βαρύ αρπακτικό με άνοιγμα φτερούγων 260 εκ και μήκος σώματος 97-104 εκ. Όταν κουρνιάζει διακρίνεται χαρακτηριστικά το γυμνό από φτερά κεφάλι του με το κολάρο από λογχοειδή κοντά φτερά στη βάση του λαιμού. Τα φτερά του κολάρου είναι αυτά από τα οποία διακρίνεται κυρίως αν το πουλί είναι ενήλικο (με άσπρα κοντά φτερά) ή νεαρό (με καφέ μακριά φτερά). Υπάρχουν όμως κι άλλες διαφορές ανάμεσα στις ηλικίες. Το ενήλικο έχει ασπρογκρίζο κεφάλι και λαιμό, καφέ ως ασπρογκρίζο φτέρωμα, άσπρο-κίτρινο ράμφος, καφέ-κιτρίνη ίριδα. Το νεαρό πουλί έχει λευκό κεφάλι και λαιμό, κανελί φτέρωμα, μακρύτερα δάχτυλα στις άκρες των φτερούγων, μολυβί ράμφος, και καφέ ίριδα.

Κατά την πτήση του, το Όρνιο διακρίνεται κυρίως από την κοντή ουρά και τις φαρδιές φτερούγες του. Συνήθως τα Όρνια γυροπετούν σε μεγάλους, αργούς κύκλους, εκμεταλλευόμενα τα θερμά ανοδικά ρεύματα αέρα, ώστε να κερδίσουν ύψος και κατόπιν πλανάρουν με ακίνητες φτερούγες (παθητική πτήση) διασχίζοντας έτσι μεγάλες αποστάσεις.

Το Όρνιο τρέφεται με ψοφίμια κτηνοτροφικών ζώων μεσαίου ή μεγάλου μεγέθους. Προτιμά κυρίως τα μαλακά μέρη των νεκρών ζώων, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στα εντόσθια.

Η οξεία του όραση, οι πτητικές του συνήθειες και κυρίως η αγελαία του συμπεριφορά το βοηθούν να εντοπίζει τα πτώματα πριν τη σήψη, γεγονός ιδιαίτερα ωφέλιμο σε θερμά κλίματα όπου τα νεκρά ζώα αποτελούν εστίες μόλυνσης. Μία ομάδα από 60-80 Όρνια μπορεί να καταναλώσει ένα κουφάρι προβάτου μέσα σε πέντε με 10 λεπτά ή ένα μεγάλο οπληφόρο (αγελάδα, άλογο κλπ.) σε τρεις με τέσσερις ώρες. O χώρος αναζήτησης τροφής εκτείνεται συνήθως σε ακτίνα 30-40 χλμ, αλλά μπορεί να φθάσει και μέχρι τα 200-300 χλμ.

Σημαντικότερη απειλή για το Όρνιο θεωρείται η εγκατάλειψη της νομαδικής κτηνοτροφίας αφού αυτό σημαίνει ότι μειώθηκαν και τα πτώματα των αιγοπροβάτων που αποτελούσαν τροφή του είδους. Αλλες απειλές για το Όρνιο είναι το παράνομο κυνήγι και η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων.

 

Χρυσαετός (Aquila Chrysaetos)

Αλλες κοινές ονομασίες: Βιτσίλα, Πνιγαρά
Χρυσαετός Aquila chrysaetos σκίτσο: Πασχάλης Δούγαλης
Πρόκειται για το πλέον ισχυρό αρπακτικό της Ελλάδας, με άνοιγμα φτερούγων 185-220 εκ και μήκος σώματος 75-90 εκ. Όταν πετά διακρίνεται ο χρυσοκίτρινος λαιμός και η μακριά ουρά του. Το ενήλικο πουλί έχει χαρακτηριστικό χρυσαφί κεφάλι και αυχένα, το σώμα και οι φτερούγες του είναι ομοιόμορφα σκούρες από κάτω, ενώ από πάνω οι φτερούγες είναι πιο ανοιχτόχρωμες. Στην ουρά υπάρχουν επίσης ανοιχτόχρωμες ταινίες. Κατά τη νεαρή ηλικία ο Χρυσαετός έχει μαύρο κεφάλι και αυχένα, σκούρο σώμα με λευκές κηλίδες στις φτερούγες (στα δευτερεύοντα) και λευκή ζώνη στην ουρά. Κατά την παρατήρηση στο πεδίο αυτές οι λευκές κηλίδες στις φτερούγες και η λευκή ζώνη της ουράς διακρίνονται εύκολα. Σταδιακά καθώς ο νεαρός Χρυσαετός ενηλικιώνεται οι λευκές περιοχές σκουραίνουν.

Ο Χρυσαετός γυροπετά επίσης όπως το Όρνιο, αλλά διαγράφει μικρότερους κύκλους γρηγορότερα από ότι το Όρνιο, ενώ οι φτερούγες του όταν παρατηρείται από μπροστά έχουν σχήμα V. Για το μέγεθός του είναι ιδιαίτερα ευκίνητο αρπακτικό, ικανό να εφορμά προς το έδαφος με μεγάλη ταχύτητα. Συνήθως κυνηγά σε ζευγάρια. Χαρακτηριστικές είναι οι πτήσεις των Χρυσαετών την προ-αναπαραγωγική περίοδο όταν διαφημίζουν τα όρια της επικράτειας τους. Τα πουλιά παίρνουν μεγάλο ύψος και στη συνέχεια βυθίζονται με μαζεμένες τις φτερούγες.

Η δίαιτα ενός Χρυσαετού αποτελείται από πουλιά και θηλαστικά μεσαίου μεγέθους, όπως φάσες, αγριοπερίστερα, καλιακούδες, πέρδικες, λαγούς, ακόμα και χελώνες που αναζητά σε βουνοπλαγιές, στα ξέφωτα του δάσους και σε ανοικτές εκτάσεις. Όταν δεν μπορεί να βρει ζωντανή άγρια τροφή, τρέφεται με μικρά αιγοπρόβατα αλλά και με νεκρά ζώα.

Οι περιορισμένες ζημιές που προκαλούν οι Χρυσαετοί στα κοπάδια κάνει τους βοσκούς να τους αντιμετωπίζουν σαν απειλή, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι τους αντιμετωπίζουν ως κινούμενους στόχους. Σημαντική αιτία θανάτου αποτελούν και οι δευτερογενείς δηλητηριάσεις, καθώς οι Χρυσαετοί μερικές φορές καταναλώνουν νεκρά ζώα, άγρια σκυλιά, κουνάβια, κοράκια και λύκους, που δηλητηριάζονται από τον άνθρωπο γιατί θεωρούνται επιβλαβή. Εκτός από τα δολώματα και από το παράνομο κυνήγι, οι Χρυσαετοί κινδυνεύουν και από τη μείωση της λείας τους λόγω εντατικοποίησης της γεωργίας και εγκατάλειψης της ορεινής κτηνοτροφίας.


 

Σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus)

Αλλες κοινές ονομασίες: Φιλάδελφος, Στόρι, Σκαροβιτσίλα

Σπιζαετός Hieraaetus fasciatus σκίτσο: Πασχάλης Δούγαλης Aν και μέτριου μεγέθους, ο αετός αυτός με άνοιγμα φτερούγων 145-165 εκ και μήκος του σώματος 55-60 εκ, είναι εξαιρετικά ισχυρός και μαχητικός. Το ενήλικο φαίνεται από επάνω μαύρο με λευκή πλάτη (λευκό V ανάμεσα στις φτερούγες), ενώ από κάτω έχει μαύρο σώμα και λευκό στήθος με κάθετες ραβδώσεις. Στην άκρη της ουράς διακρίνεται μια μαύρη ταινία. Το νεαρό άτομο διαφέρει επειδή στη ράχη έχει
καφέ-υπόλευκο χρώμα και από κάτω κανελί στήθος με ραβδώσεις. Η ουρά είναι και αυτή καφέ με ελαφρές γραμμώσεις.

Ο Σπιζαετός διακρίνεται για την ταχύτητά του κατά την πτήση και συνηθίζει να κυνηγά σε ζευγάρια.

Ο Σπιζαετός τρέφεται με μεσαίου μεγέθους πτηνά όπως φάσες, αγριοπερίστερα, πέρδικες καθώς και μικρά θηλαστικά, όπως νυφίτσες, ποντίκια και σπανιότερα με ερπετά.

Η όχληση στις περιοχές αναπαραγωγής από δραστηριότητες όπως διάνοιξη και χρήση δασικών δρόμων, υλοτομία κλπ αποτελούν τους κυριότερους κινδύνους για τη διατήρηση του Σπιζαετού. Οι μονοκαλλιέργειες και η εκτεταμένη χρήση γεωργικών φαρμάκων, αλλά και η υπερθήρευση έχουν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των πληθυσμών που αποτελούν λεία για το Σπιζαετό ενώ απειλείται επίσης κι από τη λαθροθηρία.


 

Πετρίτης (Falco peregrinus)

Αλλη κοινή ονομασία: Φάλκονας

Πετρίτης Falco peregrinus σκίτσο: Πασχάλης Δούγαλης Είναι από τα ταχύτερα είδη πουλιών στον κόσμο και το πλέον ισχυρό είδος γερακιού της Ελλάδας, με άνοιγμα φτερούγων 90-115 εκ και μήκος σώματος 35-50 εκ. Όταν κουρνιάζει διακρίνεται από τη μαύρη λωρίδα στο πλάι του κεφαλιού (σαν φαβορίτα ή μουστάκι), ενώ κατά την πτήση ξεχωρίζει από τις μυτερές φτερούγες και την κοντή ουρά που στενεύει στην άκρη.

Το ενήλικο έχει μπλε-γκρι χρώμα επάνω και οριζόντιες γραμμώσεις στο στήθος. Όλα τα μέρη του σώματός που δεν είναι καλυμμένα με φτερά είναι κίτρινα (πόδια, κήρωμα, μάτια). Η ουρά έχει ομοιόμορφο χρώμα. Κατά τη νεαρή ηλικία ο Πετρίτης έχει σκοτεινό καφέ χρώμα από πάνω και κάθετες ραβδώσεις στο στήθος. Τα ακάλυπτα από φτερά μέρη του σώματος του είναι γκρι, ενώ η ουρά έχει μια ανοιχτόχρωμη ταινία στην άκρη. Ο Πετρίτης πετάει συχνά σε ευθεία γραμμή με ενεργητική πτήση, αποκτώντας μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να φθάσει τα 400 χλμ/ώρα).

Τρέφεται κυρίως σε ανοιχτές εκτάσεις κυνηγώντας μικρού ή μεσαίου μεγέθους πτηνά που πιάνει πάντα στον αέρα με την μέθοδο της ενέδρας.

Οι Πετρίτες θεωρούνται δείκτες της υγείας των οικοσυστημάτων, καθώς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στα εντομοκτόνα που συσσωρεύουν στο σώμα τους. Η υπερβολική χρήση των εντομοκτόνων (όπως το DDT και το Dieldrin) στο παρελθόν είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση ή ακόμη και την εξαφάνιση τοπικών πληθυσμών. Επιπλέον, οι Πετρίτες απειλούνται από το παράνομο κυνήγι και το παράνομο εμπόριο αυγών και νεοσσών.


 

Μαυροπετρίτης (Falco eleonorae)


Αλλες κοινές ονομασίες: Βαρβάκι, Κουστογέρακο, Θαλασσογέρακο, Φαλκόνι

Ο Μαυροπετρίτης είναι γεράκι μεσαίου μεγέθους, με άνοιγμα φτερούγων 84-103 εκ και μήκος σώματος 36-40 εκ. Για την Ελλάδα είναι πολύ σημαντικό είδος αφού πολύ μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού του Μαυροπετρίτη που φθάνει πιθανώς και 80 τοις εκατό φωλιάζει σε βραχώδη νησιά της χώρας μας.

Όταν κουρνιάζει οι φτερούγες του φαίνονται να προεξέχουν της ουράς. Κατά την πτήση διακρίνονται χαρακτηριστικά οι μυτερές φτερούγες και η μακριά ουρά, ενώ επιδεικνύει εξαίρετη ευελιξία στον αέρα. Η λεπτή, διαπεραστική φωνή του είναι επίσης χαρακτηριστική.

Το ενήλικο απαντάται σε δύο χρωματικές φάσεις: είτε κατάμαυρο, είτε μαύρο από πάνω και καφέ-κόκκινο από κάτω, με ραβδώσεις μόνο στο στήθος. Πριν την ενηλικίωσή του ο Μαυροπετρίτης έχει χρώμα καφέ-μαύρο από πάνω και πολλές καστανές ραβδώσεις από κάτω.

Το είδος αυτό διαχειμάζει σε περιοχές της Ανατολικής Αφρικής (Μαδαγασκάρη κλπ.) και μεταναστεύει την Ανοιξη στην Μεσόγειο για να φωλιάσει ομαδικά. Διακρίνεται για τις έντονα αγελαίες συνήθειες και σπάνια παρατηρείται να κυνηγά μόνο του.

Ο Μαυροπετρίτης τρέφεται με μεγάλα έντομα, κυρίως σκαθάρια, μέχρι τον Αύγουστο, οπότε αρχίζει η φθινοπωρινή μετανάστευση των πουλιών, τα οποία αποτελούν την ιδανική τροφή για τους νεοσσούς.

Οι κυριότερες απειλές που αντιμετωπίζει ο Μαυροπετρίτης είναι η τουριστική αξιοποίηση των μικρών νησίδων με αποτέλεσμα την υποβάθμιση ή την καταστροφή των θέσεων φωλιάσματος και την έντονη όχληση κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Παράλληλα, το παράνομο κυνήγι και η συλλογή των αυγών και των νεοσσών του (για κατανάλωση) αποτελεί δυστυχώς ακόμη σοβαρή αιτία μείωσής του σε ορισμένα δορυφορικά νησιά της Κρήτης, ενώ υπάρχουν υποψίες και για δηλητηριάσεις από τα εντομοκτόνα που συγκεντρώνουν οι Μαυροπετρίτες στο σώμα τους μέσω της τροφικής αλυσίδας.
 

Κιρκινέζι

Lesser kestrel

Το κιρκινέζι (επιστ. Falco naumanni) αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά είδη γερακιού στη Κρήτη, που απειλείται όμως με εξαφάνιση. Οι ντόπιοι το λένε και ανεμογάμη επειδή έχει την ικανότητα να αιωρείται σε σταθερό σημείο στον αέρα, ενάντια στην φορά του ανέμου, και έτσι φαίνεται ότι κάνει έρωτα στον άνεμο!

Το κιρκινέζι είναι ένα μικρόσωμο γεράκι που φωλιάζει σε βράχια ή σε παλιά σπίτια και κυνηγάει τη λεία του σε ανοικτές εκτάσεις με φρύγανα, ενώ το χειμώνα συχνάζει και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, πριν μεταναστεύσει για την Αφρική. Ζει σε θερμές περιοχές (30-50°C) με χαμηλό υψόμετρο και τρέφεται κυρίως με τρωκτικά, ερπετά και έντομα, όντας πολύ ευεργετικό για τους γεωργούς.

Κρητικός Αγριόγατος  ή φουρόγατος                                                    


Ο αγριόγατος της Κρήτης αποτελούσε μέχρι το 1996 ένα φάντασμα, καθώς οι επιστήμονες δεν είχαν καταφέρει να εντοπίσουν κάποιο ζωντανό ζώο, όταν και πιάστηκε μια γάτα σε παγίδα μιας ομάδας ερευνητών. Είναι το πιο σπάνιο θηλαστικό της Κρήτης και αποτελεί ένα από τα πιο μυστηριώδη πλάσματα του νησιού.

     Μοιάζει με το οικιακό είδος αλλά είναι μεγαλύτερου μεγέθους και η ουρά της  είναι πιο παχιά και πιο μακριά. Το μήκος του σώματός της φτάνει μέχρι και το 1,2μ., ενώ παραπάνω από το μισό καταλαμβάνει η ουρά της. Ζυγίζει γύρω στα 8-9 κιλά, ενώ σε ύψος φτάνει μέχρι και τα 40 εκ. Το τρίχωμα της είναι μακρύ, σκληρό και πυκνό  με χρώμα καστανόγκριζο και μαύρες ραβδώσεις στην ουρά της.  Είναι ζώο το οποίο κατηγορείται  για καταστροφές που προκαλεί  σε νεοσσούς και μικρά ζώα.   Το θηλυκό κυοφορεί για 65-70 μέρες περίπου, και γεννάει γύρω στα 5-6 μικρά, εκ των οποίων μερικά συχνά πεθαίνουν πρόωρα. Όσα ζουν, αναπτύσσονται γρήγορα και σε ηλικία ενός έτους έχουν αποξενωθεί από την μητέρα τους και ψάχνουν για σύντροφο. Είναι δυνατή η επιμειξία  με την οικιακή γάτα , διάρκεια ζωής της αγριόγατας  12-15 χρόνια

Κρητικός Αίγαγρος

Ο κρητικός αίγαγρος (κρι κρι), ζει στις απόκρημνες πλαγιές των Λευκών Ορέων. Έχει τρίχωμα καστανό, με μεγάλη γενειάδα , κοντή ουρά και κέρατα που φτάνουν το ένα μέτρο. Με τα 32 του δόντια τρώει χλόη , θάμνους, φύλλα. Κινδυνεύει από τις πτώσεις βράχων, τις χιονοστοιβάδες , τους αετούς και το παράνομο κυνήγι. Είναι ένα ζώο που ζει στην Κρήτη από τα αρχαία χρόνια και στις μέρες απειλείται με εξαφάνιση.

Το κρητικό αγριοκάτσικο είναι ένα από τα σύμβολα της Κρήτης, που κάποτε ζούσε περήφανο σε όλα τα βουνά της Κρήτης. Σήμερα ο φυσικός του πληθυσμός έχει συρρικνωθεί σε λίγες εκατοντάδες άτομα στα Λευκά Όρη και γίνονται προσπάθειες για την διάσωση του υποείδους του, μεταφέροντας ομάδες ατόμων σε ελεγχόμενες περιοχές, όπως ακατοίκητες νησίδες.