Σάπες: ο τόπος μας

Μέρος Β'


«Αρχίνισε ο πόλεμος,  έρχονται και οι Ρώσοι, 

 φεύγει ο τούρκικος στρατός, χαλάει η Ρωμυλία, 

 κι ο κόσμος πήρε είδηση, φεύγουνε στα μπαλκάνια». 

 Δημοτικό τραγούδι της Βόρειας Θράκης 

 Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης 

  Μια από τις εντελώς άγνωστες πτυχές της Θρακικής Ιστορίας, αφορά την εποχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1878. Τότε οι κάτοικοι της Θράκης βρέθηκαν ανάμεσα στις μυλόπετρες των αντιμαχόμενων Ρώσων και Τούρκων, αλλά και ανάμεσα στις μυλόπετρες Βουλγάρων και Τούρκων.

 Η θέση των Θρακών κατέστη δυσχερής όταν οι Ρώσοι κατανικώντας τους Τούρκους, διέβησαν με υπεράνθρωπες προσπάθειες και φονικές μάχες την οροσειρά του Αίμου κατέκλυσαν τα εδάφη της Βόρειας Θράκης, στη συνέχεια μπήκαν στην Αδριανούπολη, κατέλαβαν την Δυτική Θράκη και βάδιζαν ολοταχώς προς την Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε ότι η προέλαση αναχαιτίσθηκε μόνο όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψε την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, με βαρείς και υποτιμητικούς όρους, ενώ οι Ρώσοι δημιουργούσαν τη λεγόμενη «Μεγάλη Βουλγαρία».

 Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878 έθαψε όλες τις ελπίδες, που μπορούσαν να έχουν οι Έλληνες για απελευθέρωση από τους Ρώσους το λεγόμενο «ξανθό γένος». Αντίθετα η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν τη Θράκη και άρχισαν να στηρίζουν τη βουλγαρική παρουσία, με κάθε μέσον θεμιτό και αθέμιτο.

 Για την ταχύτητα της προέλασης των Ρώσων η «Νέα Εφημερίδα της Τεργέστης» έγραφε στις αρχές Ιανουαρίου μετά τη διάβαση της Πλεύνας: «Εις την Φιλιππούπολιν και εις την Αδριανούπολιν, εις την καρδίαν της Μακεδονίας, εις τα πρόθυρα της Καλλιπόλεως, η προέλασίς των δεν είναι πλέον πορεία, αλλά πτήσις. Αι σπουδαιόταται μεγαλοπόλεις, τα κραταιότατα προπύργια του κράτους πίπτουσιν αμαχητί ενώπιόν των και η Τουρκία ομοιάζει προς ανυπεράσπιστον πτώμα, όπερ σπαράσσουσιν ανηλεώς οι γαμψώνυχες του δικεφάλου αετού».

 

 Γενικά μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου ο Σουλεϊμάν πασάς κατόρθωσε με την υποχώρησή του να διασώσει πολλούς άνδρες του, αλλά οι Ρώσοι κατέστρεψαν τρεις τουρκικές στρατιές και κατέλαβαν όλη την περιοχή μεταξύ Σόφιας, Φιλιππούπολης, Αίμου και Ροδόπης. Ήρωες των Ρώσων αναδείχθηκαν οι στρατηγοί Γκούρκος, Ραντέτσκι και Σκοβέλεφ. 

Στόχος η Αδριανούπολη, πριν την Κωνσταντινούπολη

 Στόχος των Ρώσων η Αδριανούπολη, έξω από την οποία σημειώνονταν αψιμαχίες βασιβουζούκων και μικρών αποσπασμάτων τουρκικού Ιππικού. Η ρωσική φάλαγγά του στρατηγού Στρούκωφ είχε ήδη 5 νεκρούς και 17 τραυματίες από τους οποίους οι δύο αξιωματικοί. Οι άνδρες της βάδιζαν και πολεμούσαν επί δέκα συνεχείς μέρες μέσα στο χιόνι και τον δυνατό κρύο αέρα.

 Ο Τούρκος στρατηγός Αχμέτ Εγιούπ αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει εσπευσμένα την Αδριανούπολη με δύο χιλιάδες άνδρες, αφού προηγουμένως ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη, το οπλοστάσιο και το παλαιό Σαράϊ, στο οποίο είχαν αποθηκευτεί πολεμοφόδια. Οι τουρκικές αποθήκες παραδόθηκαν στη διαρπαγή ενώ οι βασιβουζούκοι φεύγοντας, καταλήστευαν και έκαιγαν τα χωριά που συναντούσαν, σφάζοντας τους κατοίκους τους. Ο στρατηγός Στρούκωφ μόλις κατέλαβε την πόλη επέβαλε με συνεχείς αυτοπρόσωπες περιπολίες την τάξη. Λίγες μέρες αργότερα οι υποπρόξενοι της Ραιδεστού ζήτησαν εγγράφως από τον Στρούκωφ να σώσει και την περιοχή τους από τις ληστείες και τους φόνους των Τούρκων φυγάδων.

 Η κατάσταση όμως σε όλη τη Θράκη ήταν τραγική.

 Αμέσως ο Στρούκωφ σχημάτισε μια δημοτική επιτροπή με αντιπροσώπους διαφόρων εθνικοτήτων, με πρόεδρο το Μητροπολίτη Αδριανούπολης Διονύσιο (πρώην μητροπολίτης Διδυμοτείχου και αργότερα Οικουμενικό Πατριάρχη) που είχε διατελέσει στο παρελθόν τρόφιμος του ιεροσπουδαστηρίου του Κιέβου. Εν τω μεταξύ ο στρατηγός Γκούρκος που καταδίωκε τον Σουλεϊμάν πασά, ανήγγειλε ότι κυρίευσε 110 τηλεβόλα.

 Τρόμος και προσφυγιά των Οθωμανών.

 Η προέλαση των Ρώσων στη Θράκη προκάλεσε κύμα τρόμου στους Οθωμανούς, οι οποίοι έφευγαν με κάθε μέσον και κατευθύνονταν προς την Αδριανούπολη αρχικά και στη συνέχεια προς την Κωνσταντινούπολη. Τα δεινά του πολέμου μέρα με τη μέρα αυξάνονταν. Ο «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης έγραφε για τους πρόσφυγες από τη Θράκη: «Ρακένδυτοι και πειναλέοι πάντες, γυμνοί δε πλείστοι εξ αυτών και άπαντες πάντα των κακουχιών, στερήσεων και πικριών τα δεινά συγκομίζοντες, αποβαίνουσι καθ’ εκάστην είτε εις Σιρκετζί Ισκελεσί, οι δια του σιδηροδρόμου αφικνούμενοι είτε εις τας πλείστας του Γαλατά και του Βυζαντίου αποβάθρας οι δια θαλάσσης εκ Πύργου ενταύθα ερχόμενοι ζητήσαι άσυλον».

 Πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τη Φιλιππούπολη, ταξίδεψαν με ανοιχτά βαγόνια επί 26 ώρες με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, για να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βενετσιάνης, αντιπρόσωπος του βαρόνου Χίρς, ο οποίος διοικούσε τους σιδηροδρόμους στη Θράκη, προσέλαβε «εκμεκτσήδες» δηλαδή αρτοποιούς και όσους βρήκε «σαλεπιτζήδες» πέριξ του Σιρκετζή «όπως προσενεχθή μικρά τις αναψυχή, χίλια δε σιτηρέσια εξ άρτου και ορύζης, καφέ και λοιπών παρεσκευάσθησαν δια τους αφικνουμένους» κατά τις εφημερίδες. Ο Βενετσιάνης συνέχισε και στο επόμενο διάστημα με συνεχείς προσφορές, ρούχων, κλινοσκεπασμάτων, τροφίμων κ.λπ. προς τους πρόσφυγές.

  Σχηματίσθηκαν πολλές επιτροπές περίθαλψης, που πρόσφεραν στους Μουσουλμάνους πρόσφυγες «ζωμόν και πιλάφιον».

 Παράλληλα στο Πατριαρχείο έφταναν τηλεγραφήματα από τη Ραιδεστό, την Καλλίπολη, το Διδυμότειχο και από άλλες περιοχές, που μιλούσαν για καταναγκασμούς των κατοίκων από τον ηττημένο τουρκικό στρατό. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης διαμήνυσε τα καθέκαστα στην Υψηλή Πύλη και ζήτησε να σταματήσουν οι βιαιότητες.

 Στα τέλη Ιανουαρίου ανέλαβε ως συνοδικός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου Σωφρόνιος, ο οποίος τοποθετήθηκε και σε μια επιτροπή περίθαλψης προσφύγων.

 Δραματικές όμως ήταν οι αφηγήσεις των προσφύγων για τα κακουργήματα που έγιναν στον Πύργο, τον Αετό και το Καρναμπάτ από άτακτους Κιρκάσιους και Λαζούς. Επρόκειτο κυριολεκτικά για ανήκουστα εγκλήματα εις βάρος αμάχων. Φοβερά εγκλήματα και πρωτοφανείς ωμότητες σημειώθηκαν και στην περιοχή της Βιζύης, από Κιρκάσιους και βασιβουζούκους. Στο Πατριαρχείο διαβιβάσθηκε σχετική έκθεση. Ο Πατριάρχης την απέστειλε στην Υψηλή Πύλη, ζητώντας προστασία των χριστιανικών πληθυσμών.

  Η Τουρκία αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να αναχαιτίσει την ρωσική προέλαση και έτσι αναγκάσθηκε να αναζητήσει τρόπο ανακωχής. Για το λόγο αυτό στην περιοχή του Καζανλίκ της Βουλγαρίας Τούρκοι αντιπρόσωποι συναντήθηκαν με Ρώσους για να επιτύχουν προκαταρκτική ανακωχή. Οι Ρώσοι βασικά συγκέντρωναν στρατεύματα για να βαδίσουν κατά της Κωνσταντινούπολης, το Χρηματιστήριο της οποίας άρχισε να καταρρέει από αυτό ενδεχόμενο.

 Εν τω μεταξύ ξένοι ανταποκριτές μετέδιδαν από την Κωνσταντινούπολη ότι ο Ρώσος πρεσβευτής ναύαρχος Ιγνάτιεφ (ο εμπνευστής του Πανσλαβισμού) διεκήρυττε αναφανδόν ότι η δημιουργία της Βουλγαρίας είναι χτύπημα κατά των επί της Κωνσταντινουπόλεως αξιώσεων των Ελλήνων. «Το νέον βουλγαρικός κράτος, έλεγε, θ’ ανεγείρη ανυπέρβλητον φραγμόν μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και του ελληνικού στοιχείου και θα επαναγάγη τας αδικαιολογήτους αξιώσεις των Ελλήνων εις το μέτρον του λογικού και του δυνατού». Οι ελπίδες για τις προφητείες… περί του «ξανθού γένους» που θα μας έσωζαν από τους Τούρκους, κατέρρεαν παταγωδώς. Ρώσοι, Βούλγαροι και Τούρκοι ήταν πολέμιοι του Ελληνισμού.

  Ένας Φιλιππουπολίτης ανώνυμος για ευνόητους λόγους έγραψε μια μακροσκελή επιστολή προς την εφημερίδα «Ώρα» των Αθηνών, την οποία αναδημοσίευσε η «Παλιγγενεσία» αναφέροντας μεταξύ άλλων με αγανάκτηση: «Ο Τούρκος ηνείχετο την ύπαρξιν Έλληνος ήρκει μόνον να εξαγοράζη ούτος επί έν έτος την ύπαρξίν του αντί τριάκοντα γροσίων. Αλλ’ ο Ρώσος και ο ερειδόμενος επί τας λόγχας αυτού Βούλγαρος, δεν ανέχονται τα παράπαν την ύπαρξιν του Έλληνος. Απαιτούσιν ίνα παύσωμεν υπάρχοντες ως Έλληνες, ίν’ απαρνηθώμεν πατρίδα, καταγωγήν και όνομα».

 Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου το γεγονός και αναφέρεται από τις εφημερίδες της εποχής εκείνης, ότι οι Βούλγαροι, όταν κατέλαβαν οι Ρώσοι τη Θράκη, έκαναν κυρίαρχη λέξη στο καθημερινό λεξιλόγιό τους, τη βουλγαρική προσφώνηση «Μπρατούσκα» που σημαίνει «Αδελφέ». Με την προσφώνηση αυτή προς του Ρώσους, υπογράμμιζαν τους δεσμούς της κοινής σλαβικής καταγωγής τους και εδραίωναν σε επίπεδο εντυπώσεων τη θέση τους, μεταξύ των άλλων εθνοτήτων της Θράκης. 


 Οι διπλωματικές αναφορές

 Τη δραματική θέση των Ελλήνων της Θράκης διεκτραγωδούσαν με τις αναφορές τους οι διπλωματικοί εκπρόσωποι της Ελλάδας σε διάφορες πόλεις της Θράκης. Όπως για παράδειγμα ο υποπρόξενος στη Φιλιππούπολη Αθανάσιος Ματάλας περιέγραφε τη συμπεριφορά των Ρώσων στρατιωτών: «Εισερχόμενα εις τας οικίας αφήρουν παν το πρόχειρον, σκεύη, έπιπλα, ζώα. Επιτέλους καταλαμβάνοντες τας οικίας ως καταλύματα, υπεχρέουν τους κατοίκους εις τροφήν της ορέξεώς των, μεθύοντες δε, ήρπαζον τα οινοβάρελά των και τα έχυναν. Επί τέλους καίτοι υπαρχόντων ξύλων προς θέρμανσιν, επροτίμουν να καίουν τας θύρας και τα παράθυρα. Οι δυστυχείς κάτοικοι παραπονούμενοι προς τους ανωτέρους αξιωματικούς, ουδεμίαν ελάμβανον ικανοποίησιν».

  Ο υποπρόξενος Αθανάσιος Ματάλας περιγράφει επίσης φοβερές σφαγές Οθωμανών από Ρώσους και Βουλγάρους μέσα στη Φιλιππούπολη. Ο ίδιος ως πρόεδρος της Προξενικής Επιτροπής, φρόντισε να σταλεί ψωμί στους λιμοκτονούντες Τούρκους, πολλοί από τους οποίους πέθαναν και από την πείνα. Όταν μπήκαν οι Ρώσοι στη Φιλιππούπολη, έκαναν ακόμα και βιασμούς Οθωμανίδων. Είναι αποκαλυπτικό, ένα έγγραφο του πρόξενου Αθανάσιου Ματάλα στις 21 Μαρτίου 1878, στο οποίο αναφέρει, ότι ο Άγγλος υποπρόξενος κατήγγειλε βιασμούς στο Ρώσο στρατιωτικό διοικητή και τον οδήγησε μάλιστα στο Ορφανοτροφείο των Οθωμανοπαίδων που διατηρούσε η Προξενική Επιτροπή, όπου τέσσερις γυναίκες Οθωμανίδες «ατιμασθείσαι είχον καταφύγει εκεί, ως άσυλον».

  Το υπουργείο των Εξωτερικών δημοσίευσε τον Απρίλιο του 1878 στη γαλλική γλώσσα στο Παρίσι εκθέσεις των Ελλήνων προξένων, οι οποίοι αφηγούνταν τα κακουργήματα που διέπραξαν οι τουρκικές αρχές, ο τουρκικός στρατός, οι ζεϊμπέκοι, οι Γκέκηδες, οι βασιβουζούκοι και οι Κιρκάσιοι κατά των Ελλήνων, στις διάφορες επαρχίες του Οθωμανικού κράτους.[1]

 Απίστευτες διαστάσεις είχαν πάρει και τα φαινόμενα των κλοπών από Ρώσους στρατιώτες και Βούλγαρους.

  Οι κλοπές αυτές, δεν είχαν σταματήσει ούτε στο εννεάμηνο της Ρωσικής κατοχής. Ο υποπρόξενος Ξένος σε αναφορά του, ευθέως εξέφραζε την άποψη, ότι οι Ρώσοι αξιωματικοί παρότρυναν τους στρατιώτες τους και τους Βουλγάρους και προσέθετε ότι «το κατά των Ελλήνων μίσος των είναι απεριόριστον, αμφιβολία δεν μας μένει ότι οι Ρώσσοι υποκινούν τοιαύτα κακουργήματα, προς βλάβην του ατυχούς Έλληνος. Απεδείχθη δε καλώς ότι η ύπαρξις του εν Θράκη Χριστιανού δεν εξησφαλίσθη μετά την εμφάνισιν των Ρώσσων. Ούτως οι εδώ κάτοικοι ως και εκείνοι των περιχώρων, ήλπιζον ότι οι αξιωματικοί και στρατιώται Ρώσσοι εκήρυττον αναφανδόν (και εις ημάς αυτούς) ότι εισήλθον ενταύθα ως κατακτηταί και ουδέποτε θα εγκαταλείψουν τα μέρη ταύτα».



 *Ο ποταμός Έβρος Ο πλωτός Έβρος 

 Την πλωιμότητα του Έβρου εκμεταλλεύθηκαν και οι Ρώσοι, όταν κατέλαβαν το 1878 τη Θράκη, όπως έγραψε η «Παλιγγενεσία» των Αθηνών[2]:

 «Οι Ρώσσοι κατώρθωσαν δια λέμβων ιδιαιτέρας κατασκευής να καταστήσωσι πλωτόν τον Έβρον (Μαρίτσαν) όστις διερχόμενος δια της Αδριανουπόλεως χύνεται εις το Αιγαίον. Δια του τρόπου τούτου μετά πάσης της δυνατής ευκολίας δύνανται δια του ποταμού να μεταφέρωσιν εξ Αίνου εις Αδριανούπολιν οσασδήποτε ποσότητας σιτηρών και λοιπών εμπορευμάτων».

 Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο ρωσικός στρατός στο Διδυμότειχο και το Κούλελι Βουργάζ (Πύθιο) ήταν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Νικολάου Μαντόυφελ.



 *Οι Ρώσοι κατέλαβαν το Διδυμότειχο.

      Στο Διδυμότειχο, διόρισαν Βούλγαρο τοπικό διοικητή.

 Στα τέλη Μαρτίου του 1878 εκρατούντο ακόμα στην πόλη 57 Μουσουλμάνοι στρατιώτες αιχμάλωτοι, που κάθε μέρα τους έβαζαν να εργάζονται σε καταναγκαστικά έργα. Κατασκεύαζαν λιθόστρωτο δρόμο μπροστά από μια εκκλησία, η οποία δεν κατονομάζεται σε δημοσίευμα του «Νεολόγου». Πρόκειται μάλλον για τον εκτός του Βυζαντινού Κάστρου ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που έσπευσαν να καταλάβουν οι Βούλγαροι και να εγκαταστήσουν Βούλγαρο ιερέα.

 Πάντως από τότε που άρχισε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος τα τουρκικά στρατοδικεία δεν έπαψαν να εκδίδουν αποφάσεις για θανατικές ποινές σε Βουλγάρους που πολεμούσαν υπέρ των Ρώσων και συνελαμβάνοντο αιχμάλωτοι. Τον Οκτώβριο του 1877 στο Διδυμότειχο εκτελέσθηκαν με απαγχονισμό, τέσσερις Βούλγαροι που καταδικάσθηκαν ως αντάρτες, άλλοι έξι καταδικάσθηκαν και εκτελέσθηκαν στην Αδριανούπολη, πέντε στο Μουσταφά πασά (σήμερα Σβίλεγκραντ) αλλά και σε άλλα μέρη.

 Η Θράκη, το 1878, ζούσε για άλλη μια φορά, δραματικές ημέρες, ενώ περίμενε πιστεύοντας σε προφητείες ότι τα ξανθό γένος θα έφερνε την ελευθερία!!!

 Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης